Παρασκευή, Φεβρουαρίου 24, 2017
posted by Librofilo at Παρασκευή, Φεβρουαρίου 24, 2017 | Permalink
Μόνο ο αέρας ακουγόταν
Με κάθε καινούριο της βιβλίο η Ευγενία Μπογιάνου (Θεσ/νίκη,1968), ισχυροποιεί την αρχική μου εκτίμηση (από το πρώτο βιβλίο της που διάβασα πριν μερικά χρόνια), ότι έχουμε  μπροστά μας μια σημαντική πεζογράφο. Η νέα της συλλογή διηγημάτων με τίτλο “ΜΟΝΟ Ο ΑΕΡΑΣ ΑΚΟΥΓΟΤΑΝ”, (εκδ. Μεταίχμιο, σελ.233), επαναφέρει την ικανότατη συγγραφέα στο διήγημα, είδος που μάλλον η ίδια προτιμάει και την έκανε γνωστή στον λογοτεχνικό χώρο με το εντυπωσιακό δεύτερο βιβλίο της (“Κλειστή πόρτα,2012) μετά την παρένθεση (όπως φαίνεται) του ωραιότατου μυθιστορήματός της "Ακόμα φεύγει", το 2014.

Στην εξαιρετική συλλογή “Μόνο ο αέρας ακουγόταν”, δεν υπάρχει κάποιο νήμα που να συνδέει τις ιστορίες, εκτός από ορισμένα κοινά στοιχεία μεταξύ τους, και τα οποία ανιχνεύονται, στην συνολική θεματική του ύφους της συγγραφέως. Οι καθημερινοί άνθρωποι χτυπημένοι από την μοίρα και οι οποίοι βιώνουν καταστάσεις που δεν μπορούν να τις διαχειριστούν. Ο θάνατος, η απώλεια και η διαχείρισή της, η ανεργία, οι άστεγοι, οι μετανάστες, ο χωρισμός είναι τα θέματα που κυριαρχούν στα διηγήματα.

“Η ζωή είναι μια μακριά ακολουθία αποχωρισμών. Δεν παύουμε ποτέ να αποχαιρετούμε ό,τι αγαπήσαμε.”

Η αντίδραση μιας μοναχικής και τσακισμένης γυναίκας όταν μαθαίνει ότι πέθανε ο πατέρας της, ο άστεγος που το μόνο που του έχει μείνει από την “προηγούμενη” ζωή του είναι ένα ζευγάρι ακριβά παπούτσια κ τα φυλάει “ως κόρην οφθαλμού”, μια μάνα που ζει με την ανάμνηση του σκοτωμένου πριν από πολλά χρόνια παιδιού της, μια γυναίκα που συναντάει μετά από δεκαετίες τυχαία τον κάποτε εραστή της χτυπημένο από καρκίνο, μια μετανάστρια που βιώνει τον θάνατο των μικρών παιδιών της στη βάρκα που τους πηγαίνει στο ελληνικό νησί, ένα ατύχημα με το μηχανάκι που καταστρέφει το πρόσωπο μιας κοπέλας και γεμίζει με ενοχές το αγόρι που οδηγούσε, ένας μετανάστης που περιμένει μέσα στο κρύο, μια πενηντάχρονη γυναίκα που γιορτάζει μόνη της τα γενέθλιά της και θυμάται, ένας άνδρας μόνος που το μοναδικό μήνυμα στο κινητό του είναι από την τράπεζα για τα χρέη του, είναι μερικοί από τους χαρακτήρες των ιστοριών της Μπογιάνου. Διηγήματα όπου η θλίψη κυριαρχεί και ένας κόμπος σου δένει το στομάχι καθώς τα διαβάζεις.

“Ετών πενήντα. Πιο ψηλή από σένα, ακόμα και από τον μπαμπά μου. Σας κοιτώ με την υπεροψία που μου δίνει η ηλικία. Συρρικνώνεστε, μικραίνετε κι άλλο, σας βάζω μέσα στις τσέπες μου, σας κουβαλώ από πάνω μου, έχετε κολλήσει στο δέρμα μου, μου γδέρνετε το δέρμα, την ψυχή, το μυαλό, δυο πλαστικές κούκλες, παλιές, ντεμοντέ, δυο παιχνίδια που κανένα παιδί δεν θα ήθελε να παίξει μαζί τους, ούτε κι εγώ.”

14 ιστορίες που δεν βρίσκονται όλες στο ίδιο επίπεδο βέβαια, οι περισσότερες είναι πολύ καλές, μερικές δε, πραγματικά εξαιρετικές (“Απιστίες”, “Αν υπήρχες εσύ να μ'αντικρύσεις”, “Άνθρωπος σε κλουβί”, “Στέλλα”, “Ανωμαλία στο οδόστρωμα”), που ισορροπεί την κάποια ανισότητα στο βιβλίο. Όλα όμως περνάνε σε δεύτερο φόντο, καθώς υπάρχει το διήγημα που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή “Μόνο ο αέρας ακουγόταν”, με την αφήγηση μιας γυναίκας μετανάστριας, που έχασε τα παιδιά της στο ταξίδι για μια ελληνική ακτή και τώρα φροντίζει ηλικιωμένους στην απρόσωπη πόλη, το οποίο, είναι κυριολεκτικά συγκλονιστικό και από τα καλύτερα πράγματα που έχουν γραφτεί στην ελληνική λογοτεχνία την τελευταία πενταετία.

Οι χαρακτήρες του βιβλίου βρίσκονται σε ένα οριακό στάδιο της ζωής τους – εάν υπήρχε ένα είδος συνέχειας (sequel όπως λένε στο σινεμά) στις ιστορίες, μετά από δυο-τρία χρόνια, αναρωτιέμαι πόσοι από αυτούς θα είχαν επιζήσει – προσπαθούν να πιαστούν από κάπου, από κάτι, όλοι με μια σχετική αξιοπρέπεια ψάχνουν ένα φως κάπου.

Παρά τον ρεαλισμό των ιστοριών και την έντονη δραματικότητά τους, το ύφος της Μπογιάνου δεν είναι καταγγελτικό, κραυγαλέο και οξύ, αλλά όπως και στα προηγούμενα βιβλία της, είναι πλέον ευδιάκριτο - υπαινικτικό και χαμηλότονο, καθώς είναι επηρεασμένη από την ποίηση που τόσο αγαπάει, ενώ η ματιά της στέκεται με τρυφερότητα πάνω από τους ήρωές της, σχεδόν με κινηματογραφικό τρόπο τους αγκαλιάζει και τους συμπονάει.
Ιστορίες που δυναμώνουν μέσα σου καθώς τις σκέφτεσαι αρκετές μέρες αφού τις τελειώσεις, δείγμα καθαρής λογοτεχνίας και ελπιδοφόρο μήνυμα για την συγγραφική συνέχεια.

“Εκείνο το πρωί που ξεκινήσαμε βάλαμε καθαρά ρούχα. Ο μικρός γκρίνιαζε. Δεν του άρεσαν τα παπούτσια που φορούσε. Ήθελε τα άλλα, τα χρωματιστά. Εγώ όμως τα θεωρούσα κατάλληλα για την περίσταση. Η περίσταση...Έκανα τα μαλλάκια της ψηλή κοτσίδα που της πήγαινε. Πόσο της πήγαινε! Έτσι όμορφα, καθαρά είναι που...
Όταν ήρθε εκείνο το κύμα, ένα μαύρο πουλί κατάμαυρο, θαρρείς και πέταξε πάνω από τα κεφάλια μας. Το ήξερα πως αυτή θα ήταν η τελευταία στιγμή. Δεν ξεγελιέσαι τέτοιες ώρες. Το ξέρεις.
Ήρθε εκείνο το κύμα και τους πήρες μακριά. Μαμά, θαρρώ πως...
Μα όχι. Τίποτα δεν άκουσα. Μόνο ο αέρας ακουγόταν. Τίποτε άλλο. Ο κόσμος είχε σιγήσει καθώς δεχόταν τα σπλάχνα μου.
Όταν ξεκινήσαμε το πρωί, δεν το πίστευα πως θα γινόταν έτσι. Άλλα πίστευα. Ένα ταξίδι ήταν που τελείωνε σε μερικές ώρες και μετά...
Όμως το ταξίδι δεν τελείωσε. Όχι ακόμη. Είμαι ακόμη πάνω στη βάρκα και πάω. Μόνη μου, ανοίγομαι, ξεμακραίνω, κάθε μέρα όλο και πιο μακριά.”



 
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 16, 2017
posted by Librofilo at Πέμπτη, Φεβρουαρίου 16, 2017 | Permalink
Απόκρυφο Βερολίνο
Βερολίνο του μεσοπολέμου, εποχή της "Δημοκρατίας της Βαϊμάρης", οικονομική κρίση και ανεργία, πολιτική αστάθεια και αναβρασμός, αλλά και ξέφρενη διασκέδαση σαν να μην υπάρχει αύριο. Σ' αυτό το κλίμα μας μεταφέρει η πολύ ωραία νουβέλα του (μάλλον λησμονημένου) Γερμανού συγγραφέα Franz Hessel (Στετίνο 1880 – Νότια Γαλλία 1941), με τίτλο “ΑΠΟΚΡΥΦΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ” (“Heimliches Berlin”), (εκδ. Κριτική, μετάφρ. Α.Στραγαλινός, σελ. 159).


Μια ταραγμένη εποχή, όπου η ηττημένη του Α παγκόσμιου πολέμου Γερμανία, προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια της, οι κυβερνήσεις πέφτουν και οι περισσότεροι πρώην πλούσιοι ή μεγαλοαστοί έχουν καταστραφεί οικονομικά και προσπαθούν να ζήσουν τη ζωή στα άκρα, αδιαφορώντας για το αύριο που ξημερώνει ζοφερό.

“Μετά ήρθε η οικονομική κρίση. Χάσαμε όλη την περιουσία που είχαμε κληρονομήσει και αναγκαστήκαμε να ζούμε από το μισθό μου. Δεύτερο παιδί ήταν αδύνατον να αποκτήσουμε, καθώς μόλις και μετά βίας ήμασταν σε θέση να καλύπτουμε τα απαραίτητα για τη φροντίδα και την ένδυση της χαριτωμένης νηπιακής Αυτού Μεγαλειότητας. Μάθαμε σιγά σιγά να απομακρυνόμαστε διακριτικά απ' ό,τι κάποτε ήταν ιερό οικείο πάθος, και αυτή η απεξάρτηση, αυτός ο περιορισμός και η προσοχή, με απομόνωσαν εσωτερικά και με αποξένωσαν όχι μόνο από τη γυναίκα μου, αλλά και απ' όλες τις γυναίκες. Είναι φρικτό όταν ο πόθος τσακίζεται και εξαϋλώνεται αντί να ολοκληρώνεται. Τότε θέλει να σκοτώσει, αφού δεν μπορεί να δώσει άλλη ζωή. Και όταν δεν καταστρέφει, αλλά ούτε και καταστρέφεται, μετατρέπεται σε πλανεμένο απομεινάρι της ίδιας του της υπερβολής, σ' ένα μείγμα μίσους και κουρασμένης τρυφερότητας.”

Ένα ερωτικό τρίγωνο βρίσκεται στο επίκεντρο της ιστορίας που περιγράφει ο Έσελ. Ο νεαρός Βέντελιν, κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου, καταγόμενος από αριστοκρατική οικογένεια της επαρχίας, αδυνατώντας να βρει μια μόνιμη εργασία ανάλογη της θέσεώς του, ετοιμάζεται να επιστρέψει στην πατρική γη. Γυναίκες και άντρες των κοσμικών κύκλων είχαν υποκύψει στη γοητεία του· όπως εξάλλου του είχαν πει: “το επάγγελμά του ήταν να είναι όμορφος” και έτσι περιέφερε την ύπαρξή του από πάρτι σε πάρτι και από νυκτερινό κέντρο σε καφέ. Αυτός όμως ο τόσο θελκτικός νεαρός, είχε μαγευτεί από την Καρόλα, την σύζυγο του καλύτερού του φίλου, καθηγητή φιλολογίας, Κλέμενς Κέστνερ. Η Καρόλα που ασφυκτιά μέσα στον γάμο της, έχοντας ουσιαστικά αναθέσει τη φροντίδα του παιδιού της στην αδερφή της, από τη μια επιθυμεί διακαώς να ξεφύγει κάνοντας ένα ταξίδι στο εξωτερικό, από την άλλη δεν μπορεί να εγκαταλείψει το παιδί της. Υπόσχεται στον αφελή Βέντελιν αυτό το ταξίδι και την επόμενη ώρα, χαριεντίζεται με έναν πάμπλουτο τραπεζίτη, που την κερνάει και την περιφέρει δεξιά κι αριστερά παρέα με την ερωμένη του. Ο Κλέμενς αντιμετωπίζει καρτερικά την όλη κατάσταση, προσπαθώντας να δει με καθαρό μάτι τα γεγονότα και αποδεχόμενος ότι δεν μπορεί να έχει πιθανότητες επιτυχίας παρά μόνο, αφήνοντας την Καρόλα, να κινείται ελεύθερα.

Γύρω τους διάφοροι τύποι μποέμ, ξεπεσμένες δούκισες και δούκες, κοσμικοί, καλλιτεχνίζοντες και τυχοδιώκτες που ψάχνουν κάθε βράδυ που θα πάνε να διασκεδάσουν, σε ποιο σπίτι γίνεται πάρτι, ποιο καμπαρέ θα επισκεφθούν. Οι περισσότεροι άνεργοι, σχεδόν διαβιούν όπως όπως μέσα στην οικονομική κρίση. Κανείς τους δεν αναρωτιέται για το αύριο, κανείς τους δεν βλέπει αυτό που έρχεται, παρά μόνο ο ιδιόρρυθμος αλλά ψύχραιμος Κλέμενς παρατηρεί τον κόσμο της καθημερινότητας και τον περιγράφει στον εμβρόντητο και αφελή Βέντελιν.

Η νουβέλα του Hessel, εκτυλίσσεται μέσα σε ένα ξέφρενο 24ωρο. Ο συγγραφέας μεταφέρει εξαιρετικά σε 13 “επεισόδια”, την ατμόσφαιρα του μποέμ Βερολίνου και με ολοζώντανες εικόνες παρασύρει τον αναγνώστη σ' αυτόν το γκροτέσκο γαϊτανάκι των διαψευσμένων ελπίδων, των υποσχέσεων και της χωρίς όρια διασκέδασης. Το Βερολίνο μέσα από την γραφή του Έσελ αποκαλύπτεται ως μια πόλη με δύο πρόσωπα. Από τη μια η γκρίζα και σπαρασσόμενη πόλη της κρίσης, της φτώχειας και της επερχόμενης εθνικοσοσιαλιστικής θύελλας, από την άλλη το Βερολίνο της διασκέδασης, του έρωτα και της αποπλάνησης. Μεστό και περιεκτικό ύφος, ειρωνεία και σαρκασμός, δύναμη στον λόγο χαρακτηρίζουν το βιβλίο και μας αποκαλύπτουν έναν υπέροχο συγγραφέα (με μια πολύ ταραγμένη και ενδιαφέρουσα ζωή), τον οποίο προσωπικά αγνοούσα.

“Όμως δεν θα έπρεπε να συνταξιδεύουμε με γυναίκες, αλλά να τις συναντούμε σε όμορφους σταθμούς, τις πιο εξαίσιες να τις βρίσκουμε στον προορισμό μας, εκεί που βασιλεύει η γαλήνη, η υπέροχη, φαινομενική γαλήνη· την Κίρκη στο απομακρυσμένο νησί, την Καλυψώ στο ιερό σπήλαιο, την Πηνελόπη με την επιστροφή στην πατρίδα.”

Όπως γράφει ο μεταφραστής στο εξαιρετικό επίμετρό του, ο Franz Hessel (πατέρας του γηραιού κυρίου Στεφάν Εσέλ που πριν λίγα χρόνια εντυπωσίασε με την μπροσούρα του “Αγανακτήστε” την Γαλλία), έγινε γνωστός στην Γερμανία του Μεσοπολέμου ως μεταφραστής, ποιητής και χρονικογράφος του Βερολίνου. Ανήκε στην λογοτεχνική παρέα των Βάλτερ Μπένγιαμιν (με τον οποίο ήταν επιστήθιος φίλος), Ζίγκφριντ Κρακάουερ και Σεμπάστιαν Χάφνερ. Πέθανε αυτοεξόριστος σε ένα καταυλισμό προσφύγων στη Νότια Γαλλία το 1941, όπου ήταν έγκλειστος για δύο μήνες μαζί με άλλους Γερμανούς διαννοούμενους και συγγραφείς (Τσβάιχ, Μαν, Ροτ) για να γλυτώσει από τους Ναζί.

Λησμονήθηκε σχεδόν αμέσως λογοτεχνικά αλλά η μεταφορά του βιβλίου του Ανρι-Πιερ Ροσέ, “Ζιλ και Τζιμ” στον κινηματογράφο από τον Φρανσουά Τριφό το 1962 τον επανέφερε στο προσκήνιο. Η νουβέλα (και αντίστοιχα η ταινία) στηρίζεται σε αληθινά περιστατικά και εξιστορεί τις περιπέτειες ενός ερωτικού τριγώνου, όπου ο Ζιλ είναι ο Hessel, η Κατρίν είναι η σύζυγος του Έλεν και ο Ζιμ είναι ο Ροσέ. Ο Ροσέ (που ήταν ο καλύτερος φίλος του Έσελ) και η Έλεν ήταν εραστές πριν τον γάμο της με τον Έσελ, και παρέμειναν καθ' όλη τη διάρκειά του κοινού τους βίου, ακολουθούν δε τον Ροσέ στο Παρίσι, όπου ο Έσελ αδυνατεί να προσαρμοστεί και γυρίζει στο Βερολίνο χάνοντας οριστικά την Έλεν. Ουσιαστικά λοιπόν ο Hessel γράφοντας το “Απόκρυφο Βερολίνο” το 1927, μεταφέρει εμμέσως την ιστορία αυτού του ερωτικού τριγώνου, δίνοντάς της όμως διαφορετικό φινάλε.




 
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 06, 2017
posted by Librofilo at Δευτέρα, Φεβρουαρίου 06, 2017 | Permalink
Perfidia
 Νέα τετραλογία του Λος Άντζελες για τον σπουδαίο Αμερικανό συγγραφέα, James Ellroy (Λος Άντζελες, 1948), με το ογκώδες  και υπέροχο μυθιστόρημα "Perfidia" (εκδ. Κλειδάριθμος,  σελ.1022, μετάφρ. Α.Αποστολίδης), να αποτελεί το πρώτο βιβλίο της σειράς.  Τα γνώριμα θέματα του συγγραφέα επανέρχονται με δυναμικό και αφοπλιστικό τρόπο, στην πόλη που περιγράφει καλύτερα από όλους, και σε μια εποχή που τον εμπνέει για εξαιρετικά σαγηνευτικές σελίδες.

Λος Άντζελες, Δεκέμβριος 1941, μια ημέρα πριν την επίθεση των Ιαπώνων στο Περλ Χάρμπορ, μια τετραμελής οικογένεια Αμερικανοιαπώνων, βρίσκονται σφαγιασμένοι μέσα στο σπίτι τους σε μια περιοχή κοντά στον αυτοκινητόδρομο. Στην αρχή πιστεύεται ότι πρόκειται περί μαζικής αυτοκτονίας με τον παραδοσιακό τρόπο ("σεπούκου) αλλά μετά από λίγες ώρες οι αστυνομικοί διαπιστώνουν ότι πρόκειται περί μιας στυγερής δολοφονίας. Δύο αστυνομικοί ικανότατοι αλλά σκληροί ανταγωνιστές για την μελλοντική ανάληψη της αρχηγίας στην Αστυνομία, ο Ουίλ Πάρκερ και ο Ντάντ Σμιθ προσπαθούν ο καθένας με τον δικό του τρόπο να επιλύσουν τον γρίφο. Πολύτιμος βοηθός του πρώτου είναι ο Χιντέο Ασίντα, Χημικός με διδακτορικό από τα 22 του, ο οποίος εργάζεται στο Εγκληματολογικό τμήμα, και που αισθάνεται περισσότερο Αμερικανός παρά Ιάπωνας.

Την επομένη γίνεται η επίθεση στην βάση του Περλ Χάρμπορ, η αναπόφευκτη είσοδος των Η.Π.Α στον Β Παγκόσμιο πόλεμο και το πρώτο από τα άμεσα μέτρα που επιβάλλονται είναι ο εγκλεισμός των κατοίκων Ιαπωνικής καταγωγής στις φυλακές. Ο πολεμικός πυρετός έχει κυριεύσει την πόλη, και αυτό δίνει αφορμή για συμπλοκές μεταξύ συμμοριών, κλοπές χρηματαποστολών, εν ψυχρώ δολοφονίες Ιαπώνων. Η νεαρή διανοούμενη Κέι Λέικ αφού απορρίπτεται λόγω "αριστερού" παρελθόντος από την κατάταξη στον στρατό, ψάχνει αφορμή να εμπλακεί ενεργά στην δράση. Θα γνωρίσει τον Ουίλ Πάρκερ που θα προσπαθήσει να την χρησιμοποιήσει ως "δούρειο ίππο" σε μια φιλοκομμουνιστική οργάνωση που δραστηριοποιείται υπέρ της ειρήνης στο Λος Άντζελες.
Αυτοί οι τέσσερις άνθρωποι, θα εμπλακούν σε ένα γαϊτανάκι εγκλημάτων, διαπλοκής, εξουσίας, έρωτα για σχεδόν ένα μήνα.

Ο αστυνόμος Ουίλ "ουίσκι" Πάρκερ. Ηθικολόγος, εμμονικός,  αδίστακτος και σκληρός, φανατικά θρησκόληπτος καθολικός, με ένοχο παρελθόν, αλκοολικός και ερωτευμένος με μια κοκκινομάλλα που δεν ξέρει καν ποια είναι (και η οποία φέρει όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της μητέρας του συγγραφέα-άλλη μια εμμονή). Φιλόδοξος και επίμονος, θέλει να γίνει αρχηγός της αστυνομίας του Λος Άντζελες και μετά ίσως κυβερνήτης. Έχει στενούς φίλους αλλά και φανατικούς αντιπάλους. Προσπαθεί χωρίς επιτυχία να καταπολεμήσει τον αλκοολισμό του και βλέπει σιγά σιγά να υποκύπτει στην γοητεία της Κέι Λέικ. Είναι πραγματικός χαρακτήρας και ο Ελρόι τον εμφανίζει και στα μυθιστορήματα «Λος Άντζελες εμπιστευτικό» και «Λευκή Τζαζ».

Η Κέι Λέικ, αδίστακτη, όμορφη και ασυγκράτητη, χωριατοκόριτσο που ήρθε στο Λ.Α. να καταταγεί στον στρατό ή οπουδήποτε φοράνε στολή. Εξάλλου έχει αδυναμία στους ένστολους, στους σκληρούς και αδίστακτους τύπους, στους πυγμάχους και στους ατίθασους σαν κι αυτήν, το δε πραγματικό αντικείμενο του πόθου της είναι ο πυγμάχος Μπάκι Μπλάιχαρτ. Συζεί με τον αστυνόμο Λι Μπλασάρντ, πρώην πυγμάχο που δεν χαρακτηρίζεται από την εξυπνάδα του. Δεν έχουν σχέσεις και εκείνη την πέφτει δεξιά κι αριστερά. Θα γίνει χαφιές του Ουίλ Πάρκερ και σε λίγο θα τον έχει του χεριού της όπως και τον πανέξυπνο χημικό Χιντέο Ασίντα. Εμφανίζεται και στο μυθιστόρημα «Μαύρη Ντάλια».

Ο Χιντέο Ασίντα είναι Ιάπωνας που δουλεύει για το Εγκληματολογικό τμήμα του Λος Άντζελες. Κρυπτομοφυλόφιλος, από μικρός ερωτευμένος με τον πυγμάχο Μπάκι Μπλάιχαρτ. Η ζωή του μετά τον βομβαρδισμό του Περλ Χάρμπορ έχει γίνει κόλαση. Στον δρόμο τον φτύνουν και τον προπηλακίζουν, οι συμπατριώτες του φυλακίζονται και συνειδητοποιεί ότι σε ελάχιστο χρονικό διάστημα έρχεται και η δική του η σειρά. Αλλά στην Αστυνομία τον εκτιμούν και τον χρειάζονται, είναι ο μόνος που δουλεύει μεθοδικά και με σύστημα. Ταλαντεύεται μεταξύ του Ουίλ Πάρκερ που τον εκτιμάει και τον σέβεται, ενώ τον προστατεύει όπως μπορεί και του Αρχιφύλακα Ντάντλει Σμιθ, που του υπόσχεται ισχυρή προστασία αν πάει με τα δικά του νερά. Εμφανίζεται και στο μυθιστόρημα «Μαύρη Ντάλια» χωρίς μεγάλη σημασία.

Ο Ντάντλει Σμιθ, ο Ιρλανδός καθολικός που ήρθε από το Δουβλίνο στο Λος Άντζελες με βαρύ παρελθόν και ανέβηκε στην ιεραρχία της Αστυνομίας με όπλο του την σκληρότητα αλλά και την καλή αντίληψη των καταστάσεων. Συνεχώς σαλεμένος και άγριος, πορνολάγνος και  διεφθαρμένος μέχρι εκεί που δεν παίρνει, αλλά ικανότατος σε ότι αναλαμβάνει. Καταναλώνει μπεζεντρίνες  για να κρατιέται όρθιος, κάνει συμμαχίες με τον υπόκοσμο, τους Κινέζους, την Δημοτική Αρχή, το FBI. Είναι ο μεγάλος αντίπαλος του Ουίλ Πάρκερ για την αρχηγία της Αστυνομίας και θα χρησιμοποιήσει όλα του τα όπλα και κάθε μέσον για να τα καταφέρει. Πανέξυπνος έχει πάντα την πιο γρήγορη λύση για όλα χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες και τους νεκρούς που θα αφήσει πίσω του. Έχει εμμονή με την Μπέτι Ντέηβις με την οποία συνάπτει μια σύντομη ερωτική σχέση που θα τον σημαδέψει.  Ερωτευμένος με την Μπέτι Ντέηβις με την οποία θα έχει ερωτική σχέση. Η μεγάλη έκπληξη είναι ότι ο Ντάντλει Σμιθ είναι ο πατέρας της Ελίζαμπεθ Σορτ, της περίφημης «Μαύρης Ντάλιας», η οποία στο βιβλίο θα επισκεφθεί για πρώτη φορά το Λος Άντζελες.


Γύρω από τους κεντρικούς ήρωες του μυθιστορήματος, πραγματικούς και κατασκευασμένους από την πένα του Ellroy, βρίσκουμε δεκάδες χαρακτήρες που εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα στην λαβυρινθώδη δομή του μυθιστορήματος. Όλοι στα όρια, σε συνεχή ένταση, , τρελαμένοι και παρανοϊκοί αστυνόμοι με δολοφονικές τάσεις, δημοσιογράφοι που πληρώνονται από τον Χιρστ και κάνουν κάθε είδους διευκολύνσεις, χειρουργοί που κάνουν πειράματα ευγονικής, πολιτικοί που πληρώνουν πόρνες, διεφθαρμένοι και σεξομανείς δημοτικοί άρχοντες και λειτουργοί. Την ίδια ώρα, λαμβάνουν χώρα κατασκευαστικά σχέδια γύρω από τον αυτοκινητόδρομο, προσπάθεια κυριαρχίας στην πόλη, η Κινέζικη μαφία που επιτέλους παίρνει την εκδίκησή της από τους Ιάπωνες, υποβρύχια Ιαπωνικά να πλησιάζουν τις ακτές και άμοιροι ασιάτες να φυλακίζονται ή να δολοφονούνται λόγω καταγωγής.

"Ανάμνηση
Πριν ογδόντα πέντε χρόνια περιπλανήθηκα σε μια πεδιάδα εν μέσω χιονοθύελλας. Το κρύο με μάγευε, τότε και τώρα. Έζησα περισσότερο απ'όσο μου αναλογεί και συνειδητοποιώ ότι φοβάμαι τον θάνατο. Δεν επιθυμώ πλέον τις καταιγίδες όπως κάποτε. Πρέπει να θυμάμαι με ακόμα μεγαλύτερο μένος.
Ήταν μια έξαψη που παραμένει ως σήμερα. Όσο ξαναζώ αυτή την ιστορία, δεν πρόκειται να πεθάνω. Επιστρέφω στο Τότε για να κερδίσω στιγμές στο Τώρα.
Είκοσι τρεις μέρες.
Αιματηρό λιβελογράφημα.
Ένας αστυνομικός χτυπάει την πόρτα μιας νεαρής γυναίκας. Ανεμίζουν σημαίες δολοφόνων. 
Είκοσι τρεις μέρες.
Αυτή η καταιγίδα.
Ανάμνηση."

Ο Ellroy με τη νέα τετραλογία του Λος Άντζελες - την δεύτερη μετά την τόσο επιτυχημένη πρώτη, που περιλαμβάνει, τα εμβληματικά του μυθιστορήματα, "Μαύρη ντάλια", "Το μεγάλο πουθενά", "Λος Άντζελες, εμπιστευτικόν" και "Λευκή τζαζ", κάνει ένα φλας μπακ στον χρόνο και ξεκινάει την δράση την δεκαετία του 1940, τα χρόνια που διαμόρφωσαν κάποιους από τους κεντρικούς χαρακτήρες της πρώτης τετραλογίας. Το "Perfidia" αποτελεί το πρώτο μέρος αυτής της νέας σειράς μυθιστορημάτων και έχει το δικό του ξεχωριστό ενδιαφέρον, όχι μόνο για τους λάτρεις του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα, αλλά και για αυτούς που δεν έχουν ξαναδιαβάσει βιβλίο του Ellroy.

Όπως γράφει και ο εξαίρετος μεταφραστής του Ellroy, Ανδρέας Αποστολίδης στο θαυμάσιο επίμετρο που συνοδεύει το βιβλίο, ο συγγραφέας κάνει ένα πείραμα που μοιάζει με τα σύγχρονα τηλεοπτικά εγχειρήματα των δημοφιλών ποιοτικών σειρών, όπως το ασυναγώνιστο "Breaking Bad", όπου ένας από τους πλέον διακριτούς χαρακτήρες, πρωταγωνιστεί σε ένα είδος prequel της σειράς, στο υπέροχο "Better call Saul", έτσι κι εδώ η Κέι Λέικ, ένα διακριτό και σημαντικό πρόσωπο αλλά όχι πρωταγωνίστρια της πρώτης τετραλογίας, αποτελεί στο Perfidia τον συνεκτικό κρίκο μεταξύ των δύο συνεχειών. Η Κέι Λέικ, αγαπημένη ηρωίδα του Ellroy, είναι το άτομο που το ημερολόγιο της διαβάζουμε στο Perfidia, η πρωτοπρόσωπη γραφή της εναλλάσσεται με την τριτοπρόσωπη του υπόλοιπου μυθιστορήματος, η τεχνική του οποίου αναλύεται ενδελεχώς από τον Αποστολίδη στο επίμετρο που αναφέρω παραπάνω.


Ο συγγραφέας δεν αθωώνει, ούτε εξαγνίζει κανέναν από τους ήρωές του. Όλοι αντιφατικοί και ικανοί για αγάπη αλλά και προδοσία, αφοσίωση και σπιουνιά, έγκλημα αλλά και καλοσύνη. Ο Ellroy περιγράφει τα φιλοναζιστικά αισθήματα ενός μεγάλου κομματιού των δυνάμεων ασφαλείας των ΗΠΑ, που δεν εκδηλώθηκαν ποτέ επειδή υπερίσχυσε η αγάπη προς την πατρίδα, τον περίεργο ρόλο της εκκλησίας και του Χόλιγουντ.
Εξαιρετικός στην δημιουργία αγχώδους και ηλεκτρισμένης ατμόσφαιρας, ο Ellroy παρασέρνει τον αναγνώστη του σε ένα αλησμόνητο ταξίδι όπου τα συναισθήματα εναλλάσσονται, την βία και την φρίκη διαδέχονται το χιούμορ και η άφθαστη ειρωνεία της αφήγησης, ενώ οι εικόνες που μεταφέρονται είναι ολοζώντανες και ιδιαίτερα θεαματικές.

Είναι όπως αντιλαμβάνεται ο καθένας, ένα βιβλίο που δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου, όπως σχεδόν όλα τα μυθιστορήματα αυτού του ιδιοφυούς δημιουργού. Εμπεριέχει όλες τις εμμονές του, την Μαύρη ντάλια (παντού και πάντα στα βιβλία του), το δημοφιλές τραγούδι Perfidia (που δίνει και τον τίτλο στο μυθιστόρημα), την οικογένεια Κένεντι με τον νεαρό τότε Τζον να είναι ήδη περιβόητος για την σεξουαλική του μανία, τα σκάνδαλα και τα κουτσομπολιά του Χόλιγουντ που αποτελούν μέρος της μυθολογίας του Λος Άντζελες, την (πολλές φορές ακατανόητη) βία, την μέχρι πορνογραφίας περιγραφή των εγκλημάτων, τις μικρές προτάσεις, τον στακάτο διάλογο, τον ρομαντισμό των σκληρών ανδρών και την έλξη των γυναικών προς αυτούς, τον σεξισμό που είναι διάχυτος και για τον οποίο συνεχώς κατηγορείται ο συγγραφέας, τον έντονο αντικομμουνισμό που είναι κι εδώ έντονος, είναι όμως τέτοια η γοητεία της γραφής του που τα συγχωρείς όλα και αφήνεσαι σε αυτό το εκπληκτικό page-turner που είναι τέτοια η επήρειά του που συνοδεύει ακόμα και τον ύπνο σου.