Σελίδες

Τετάρτη, Νοεμβρίου 09, 2016

HHhH

Παίρνεις ένα από τα δραματικότερα και γνωστότερα γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας, η οποία έχει γραφτεί, σε δεκάδες βιβλία και ταινίες, και το φινάλε της είναι θρυλικό, αφού όλοι οι πρωταγωνιστές πεθαίνουν. Μια ιστορία που τύφλα να έχουν μπροστά της, τα πιο ευφάνταστα μυθιστορήματα ή κινηματογραφικά σενάρια, η οποία διαθέτει δύο ηρωικούς χαρακτήρες που είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους για το καλό της πατρίδας, τον απόλυτα κακό αντιήρωα που είναι ταυτόχρονα και ένας από τους πλέον μισητούς ανθρώπους της ιστορίας, έναν (αναπόφευκτο σε κάθε καλή ιστορία) προδότη, μια κινηματογραφική απόπειρα δολοφονίας και μια ακόμα πιο περιπετειώδη και αιματηρή πολιορκία που μόνο το “Άλαμο”, συγκρίνεται μαζί της. Ο τόπος που διαδραματίζεται η ιστορία σου είναι από τους ωραιότερους που υπάρχουν στη γη, ένα ζωντανό μουσείο, και το αποτέλεσμα είναι ήδη γνωστό σε όλους. Εσύ, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να περιγράψεις τα γεγονότα που είναι από μόνα τους αγωνιώδη και μυθιστορηματικά. Δεν το κάνεις όμως με τον “παραδοσιακό” τρόπο, διαλέγεις να αφηγηθείς μια ιστορία, παράλληλα με την δική σου προσπάθεια να την γράψεις. Και κατ' αυτόν τον τρόπο, μετατρέπεις κάτι που αρκετοί θα βαριόντουσαν να διαβάσουν, από ένα ακόμα ιστορικό μυθιστόρημα, στο απόλυτο “page-turner” βιβλίο.


Ο λόγος για το πανέξυπνο και εκπληκτικό ιστορικό μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα Laurent Binet (Παρίσι,1972) με τον περίεργο τίτλο HHhH” (“Himmlers Hirn heisst Heydrich” - “Ο Χάιντριχ είναι ο εγκέφαλος του Χίμλερ”), (Εκδ. Κέδρος, (ωραία) μετάφρ. Γ.Ξενάριος, σελ.381). Ένα βιβλίο που ενώ αναπαριστά την “Επιχείρηση Ανθρωποειδές”, μια από τις ηρωικότερες αντιστασιακές ενέργειες του Β Παγκόσμιου πολέμου, την απόπειρα δολοφονίας του Ράινχαρντ Χάιντριχ, Κυβερνήτη της Βοημίας-Μοραβίας, πρώην αρχηγού της Γκεστάπο και της SD, γνωστότερου ως διοικητή των διαβόητων SS, εμπνευστή της “Τελικής Λύσης”, δηλαδή της μεθόδου που επιλέχτηκε για την εξόντωση εκατομμυρίων Εβραίων, γνωστού και ως “Χασάπη της Πράγας”, από την άλλη περιγράφει την προσπάθεια του συγγραφέα να αφηγηθεί την ιστορία, να περιγράψει την ατμόσφαιρα, να μείνει πιστός όσο γίνεται στα γεγονότα.

"Στην αρχή μου φάνηκε σαν μια απλή ιστοριούλα, που θα ΄ταν πολύ εύκολο να τη διηγηθώ. Δυο άνθρωποι πρέπει να σκοτώσουν έναν τρίτο. Τα καταφέρνουν (ή δεν τα καταφέρνουν), κι αυτό ήταν, πάει, τέλειωσε - ή περίπου. Όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα, νόμιζα, ήταν φαντάσματα που θα εμφανίζονταν ανάερα στην τοιχογραφία της ιστορίας. Με τα φαντάσματα όμως πρέπει να ασχοληθείς, πρέπει να τους αφιερώσεις χρόνο και κόπο, κι αυτό το ήξερα. Εκείνο που δεν ήξερα - αλλά έπρεπε να το υποψιαστώ, είναι πως τα φαντάσματα ένα και μόνο πράγμα επιδιώκουν: να επιστρέψουν στη ζωή. Κι εμένα θα μου άρεσε αυτό, μα οι απαιτήσεις της ιστορίας μου με εμποδίζουν, δεν μπορώ να δώσω το χώρο που θα ήθελα σ'αυτή τη στρατιά σκιών που όσο πάει και μεγαλώνει και η οποία, για να με εκδικηθεί που της δίνω σημασία, έχει αρχίσει και με στοιχειώνει."


Το βιβλίο είναι πολυσύνθετο και στηρίζεται ουσιαστικά σε τρεις διαφορετικούς άξονες.
Ο πρώτος άξονας είναι ο συγγραφέας ως μυθιστορηματικός ήρωας. Πως χρησιμοποιεί τις ιστορικές πηγές, τι κάνει όταν τα ίδια τα γεγονότα είναι τόσο δυνατά που οι λέξεις, οι προτάσεις δεν αρκούν για να τα περιγράψουν. Ο προβληματισμός για τον τρόπο αφήγησης. Η προσωπική του ζωή και οι σχέσεις του με το άλλο φύλο, τον ρόλο που έπαιξε η Τσεχοσλοβακία στην αρχή και αργότερα ο χωρισμός των δύο εθνοτήτων σε αντίστοιχα κράτη. Η λατρεία του για την Πράγα. Η ανασφάλειά του για το τι ακριβώς έγραψε, τα κενά που βρίσκει στην ιστορία. Η αναφορά του σε βιβλία (την "Κεντρική Ευρώπη", τις "Ευμενίδες") και ταινίες που ασχολήθηκαν με το θέμα.

Ο έτερος άξονας είναι οι δύο ηρωικές προσωπικότητες που επιλέχθηκαν από την εξόριστη Τσεχοσλοβακική κυβέρνηση του Λονδίνου να εκτελέσουν μια αποστολή αυτοκτονίας που φαινόταν τραβηγμένη από τα μαλλιά. Ο Τσέχος Γιαν Κούμπις και ο Σλοβάκος Γιόζεφ Γκάμπτσικ που αναλαμβάνουν να στείλουν ένα ηχηρό μήνυμα στον κόσμο γνωρίζοντας ότι εάν καταφέρουν να διαφύγουν ζωντανοί από την Πράγα θα είναι ένα θαύμα. Τα καταφέρνουν όταν θεωρούν ότι έχουν αποτύχει και πέφτουν όρθιοι παίρνοντας μαζί τους στο θάνατο δεκάδες εχθρούς σε μια απίστευτη πολιορκία στο κέντρο της Πράγας. Ο συγγραφέας δεν ξεχνάει όμως και κάποιους ανθρώπους που τους βοήθησαν, τους έκρυψαν, τους τάισαν, τους φυγάδευσαν χωρίς να σκεφτούν τον θανάσιμο κίνδυνο που διέτρεχαν, και που τελικά πλήρωσαν με τη ζωή τους, αυτούς τους ανώνυμους εν πολλοίς ήρωες.


Ο τρίτος άξονας είναι το “ανθρωποειδές”, Ράινχαρντ Χάιντριχ, ένας άνθρωπος που ενσάρκωνε το πρότυπο του “Άρειου” όπως τον θέλει η λαϊκή μυθολογία. Πανύψηλος, ξανθός με γαλανά μάτια, σατανικός και ευέλικτος, ευγενής και απάνθρωπος ταυτόχρονα, με μουσική κουλτούρα και αδίστακτος. Ο Binet περιγράφει με υπέροχο στυλ, πως αυτός ο αρχικά αποτυχημένος, ατιμασμένος από το στράτευμα και χωρίς ιδιαίτερα τυπικά προσόντα άνθρωπος κατάφερε να φθάσει τόσο ψηλά στη Ναζιστική ιεραρχία, σε σημείο να θεωρείται από πολλούς ο μελλοντικός διάδοχος του Χίτλερ στην εξουσία. Παρακολουθούμε πως χτίζει με υπομονή την καριέρα του μέσα στον ναζιστικό μηχανισμό και την ικανότητά του στις Μυστικές Υπηρεσίες που τον έφερε τόσο ψηλά, την αφοσίωσή του στον “σκοπό”, τις ενέργειές του για την εξόντωση των Εβραίων, σε συνεργασία με το έτερο "μπουμπούκι" τον Άιχμαν, και την ανάληψη των καθηκόντών του στην Τσεχοσλοβακία. Παράλληλα ο συγγραφέας περιγράφει την οικογενειακή του ζωή, την λατρεία του για το βιολί, τον μουσικό πατέρα του, τις φήμες για το ποσοστό εβραϊκού αίματος στην οικογένειά του που έρχονται σε αντίθεση με την Άρεια εμφάνισή του.

“Λένε ότι το να επινοείς έναν μυθιστορηματικό ήρωα επειδή θέλεις να κατανοήσεις τα ιστορικά γεγονότα είναι κάτι σαν παραχάραξη των πραγματικών γεγονότων. Ή, καλύτερα, όπως λέει ο ετεροθαλής αδελφός μου με τον οποίο τα συζητάμε όλα αυτά, είναι σαν να κάνεις αναπαράσταση στον τόπο του εγκλήματος, ενώ οι αποδείξεις είναι μπρος στα μάτια σου...”


Η ιστορία της επίθεσης στον Χάιντριχ είναι πασίγνωστη, αλλά ο τρόπος που επιλέγει να την αφηγηθεί ο Binet είναι μοναδικός και ο αναγνώστης θα αποζημιωθεί για την αναμονή περίπου 300 σελίδων μέχρι να φθάσει στο σημείο αυτό το βιβλίο, όπου κυριολεκτικά απογειώνεται, με μια σκηνή που σου κόβει την ανάσα – όπως άλλωστε και αυτά που θα ακολουθήσουν. Βλέποντας αυτές τις ημέρες μια καινούργια ταινία που κυκλοφόρησε για την “επιχείρηση ανθρωποειδές” με γνωστούς ηθοποιούς (το “Anthropoid”) αντιλαμβάνεσαι πόσο πιο ζωντανή είναι η περιγραφή του Γάλλου συγγραφέα πάνω στα γεγονότα. Το μπλοκάρισμα του όπλου, το τραμ που περνάει από μπροστά, η ανοιχτή μερσεντές του Χάιντριχ, ο ίδιος να αντιστέκεται στην επίθεση και να πυροβολεί όρθιος, το χάος που επικρατεί και αργότερα η πολιορκία στην εκκλησία και η επική αντίσταση στα πυρά αποτελούν το υλικό για το καλύτερο γουέστερν.

“Νομίζω πως αρχίζω να καταλαβαίνω: το μυθιστόρημα που γράφω είναι ένα υπο-μυθιστόρημα.”

Μεγαλοφυές στη σύλληψή του, το βιβλίο με τον πρωτότυπο τίτλο μπορεί να θεωρηθεί ισάξιο του επιτεύγματος της Χ.Μαντέλ με το Wolf Hall. Ο Binet αναγνωρίζει την επιρροή κυρίως των πιο ενημερωμένων αναγνωστών από αυτά που έχουν διαβάσει στο παρελθόν για το γεγονός αυτό, τα μυθιστορήματα, τις ταινίες που έχουν δει, και με τον προσωπικό και μοναδικό αφηγηματικό του τρόπο και με πολύ μικρά και σύντομα κεφάλαια, δίνει απαράμιλλη ζωντάνια στην ιστορία, φωτίζει τις λεπτομέρειες, δίνει συναισθηματισμό και χρώμα σε ένα συγκλονιστικό περιστατικό της παγκόσμιας ιστορίας. Εν μέρει φιλοσοφικό, εν μέρει μυθιστορηματικό, εν πολλοίς ιστορικό βιβλίο, το μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα (ο οποίος εργάζεται ως δάσκαλος σε σχολείο), συγκινεί και προβληματίζει, σαγηνεύνει και συναρπάζει δείχνοντας τον τρόπο πως να γράφεται ένα ιστορικό μυθιστόρημα στις μέρες μας.





1 σχόλιο:

  1. Ανώνυμος29/12/17 01:30

    Είδα την ταινια.Δεν ήξερα την ιστορία και το βιβλίο.Η ταινία είναι καλή.Για την σκηνή που λες με την απόπειρα δολοφονίας μου φάνηκε λίγη στην ταινία.Σκέφτηκα πως θα ήταν αν την είχε σκηνοθετήσει ένας Ντε παλμα η ένας Σπιλμπεργκ.Πραγματικά θα κάναν θαύματα.Το τελευταίο μακελειό με εντυπωσίασε ιστορικά Αλλά κινηματογραφικά το βρήκα κι εδώ λίγο.Πιστεύω ότι ο τρόπος με τον οποίο κινηματογραφηθικε δεν έλεγε κάτι καινούργιο ειδικά αν έχεις δει την τελευταία μάχη στον Ράιαν η στην δουνκερκη.Μου άρεσε που στο τέλος επέλεξε σιωπή και πιάνο για να τονίσει την τραγικότητα αλλά πιστεύω ότι η δύναμη της ταινίας ήταν στο σενάριο στην δυναμη του θεματος και στις ερμηνείες και όχι τόσο στην σκηνοθεσία την φωτογραφια και την παραγωγη.Επίσης οι ομοιότητες της Αντίστασης,τα διλήμματα των ηρωων και τις μεθόδους του κατακτητή είναι εντυπωσιακές το ποσό μοιάζουν με τα δικά μας.Πιστεύω ότι η ταινία πέτυχε στο ανθρώπινο κομμάτικαθώς οι παύσεις οι διάλογοι οι αντιδράσεις ήταν εκπληκτικοί άλλα απέτυχε στο εντυπωσιακό της μέρος όπου δεν είδαμε κάτι καινούργιο και συνταρακτικό.Ίσως μόνο ένας μεγάλος σκηνοθέτης του Χόλυγουντ να μπορεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε αυτά τα δύο όπως ένας Ινιαριτου,ένας Κουαρον,ένας Σπιλπμεργκ ,ένας Ντε Παλμα,ένας Σκορσεζε ένας Νολάν. Γιώργος Κατσουλας

    ΑπάντησηΔιαγραφή