Τρίτη, Αυγούστου 09, 2016
posted by Librofilo at Τρίτη, Αυγούστου 09, 2016 | Permalink
Με τον τρόπο του Μπόρχες
Μια νουβέλα που θα μπορούσε να έχει γραφτεί από πολύ μεγάλους συγγραφείς όπως ο Jorge Luis Borges (αν εκείνος δεν έγραφε μόνο κείμενα μικρού μεγέθους) η ο Italo Calvino, είναι το έξοχο “ΝΕΑ ΦΙΝΛΑΝΔΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ” (“Nuova grammatica Finlandese”), του Ιταλού συγγραφέα Diego Marani (Φεράρα,1959), (Εκδ. Αιώρα, μετάφρ. Δήμ.Δότση, σελ.226). Είναι ένα ιδιόρρυθμο βιβλίο, που σε κερδίζει από την πρώτη του σελίδα, με ένα υπέροχο λογοτεχνικό εύρημα, που στην πραγματική ζωή αποτελεί εφιάλτη για τους περισσότερους ανθρώπους, και που κάποιο ξένοι κριτικοί βλέπουν ομοιότητες με τις ταινίες του Κ.ΝόλανMemento” και “Inception”, αλλά μάλλον μοιάζει περισσότερο με (ή ακολουθεί τον) μύθο του Κάσπαρ Χάουζερ.

Μια ξένη γλώσσα δεν είναι παρά μια μάσκα, μια δανεική ταυτότητα. Και πρέπει να την προσεγγίζεις κρατώντας τις απαραίτητες αποστάσεις και να μην πέφτεις ποτέ στην πλάνη να προσαρμοστείς σ'αυτήν, απαρνούμενος τους δικούς σου ήχους για να μιμηθείς κάποιους άλλους. Όποιος αφήνεται σ'αυτόν τον πειρασμό, κινδυνεύει να χάσει τη μνήμη του, το παρελθόν του, χωρίς να πάρει κάποιο άλλο γι' αντάλλαγμα.”

1943, Β παγκόσμιος πόλεμος και ένας άνδρας βρίσκεται αναίσθητος και σοβαρά τραυματισμένος στο λιμάνι της Τεργέστης, από τους ναύτες ενός γερμανικού πολεμικού πλοίου. Ο άνδρας δεν έχει ταυτότητα πάνω του, δεν μπορεί να μιλήσει και η αμνησία του είναι βαριάς μορφής. Ένα μεγάλο κομμάτι του αυχένα του είχε υποστεί βαριές κακώσεις και το τραύμα είχε καταστρέψει τη γλωσσική του μνήμη και την ικανότητα του να αρθρώνει ήχους. Ο Πέτρι Φρίαρι, ο οποίος είναι νευρολόγος και γιατρός του πλοίου και που είναι Φινλανδικής καταγωγής, βρίσκει ραμμένο στο αμπέχονό του τραυματία, το όνομα Σάμπο Κάργιαλαϊνεν, και πάνω του ένα μαντήλι με τα αρχικά Σ.Κ. Θεωρεί ότι ο άντρας που βρίσκεται μπροστά του είναι Φινλανδός.
Καθώς ο ασθενής αρχίζει να συνέρχεται και να αναλαμβάνει δυνάμεις, ο Φρίαρι αρχίζει να του μαθαίνει από την αρχή την υποτιθέμενη γλώσσα του. Ο “Σάμπο” μαθαίνει γρήγορα και ο γιατρός θεωρεί προσωπικό του στοίχημα την ανάρρωση του “συμπατριώτη” του. Όταν ο ασθενής μπορεί να επικοινωνήσει έστω υποτυπωδώς και η υγεία του έχει καλυτερεύσει πολύ, ο Φρίαρι τον στέλνει μέσω Γερμανίας στο Ελσίνκι θεωρώντας ότι το περιβάλλον της Φινλανδικής πρωτεύουσας θα βοηθήσει τον “Σάμπο” να βρει κομμάτια της μνήμης του ή και ακόμα την οικογένειά του.

Ο “Σάμπο” βρίσκεται στο Ελσίνκι καθώς το γερμανικό μέτωπο καταρρέει και οι Ρώσοι πλησιάζουν επικίνδυνα την φιλική προς τον Άξονα Φινλανδία. Στο στρατιωτικό νοσοκομείο που νοσηλεύεται θα γνωρίσει έναν φανατισμένο Λουθηρανό εφημέριο ο οποίος θα του μιλάει για τους Φινλανδικούς μύθους, θα γνωρίσει και μια ευαίσθητη και τρυφερή νοσοκόμα ενώ, καθώς η υγεία του έχει βελτιωθεί, θα κυκλοφορεί στους δρόμους κάνοντας θελήματα για δημοσιογράφους και στρατιωτικούς. Θα μπορεί πλέον να συνεννοείται στα Φινλανδικά, αλλά το πρόβλημα της ταυτότητάς παραμένει. Θα αρχίσει να ψάχνει για την ανακάλυψη της αλήθειας, κάτι που θα έχει τεράστιο κόστος και απέραντη πικρία.

Η σωστή λέξη. Εκεί βρίσκεται η διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου. Η μνήμη είναι αναπόσπαστη από το λόγο. Ο λόγος ανασύρει τα πράγματα από τη σκιά. Μάθε τις λέξεις και θα ξαναβρείς τη μνήμη σου.”


Φιλοσοφικό μυθιστόρημα με στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ είναι το εξαίρετο διαμαντάκι του Ντιέγκο Μαράνι. Από την αρχή γνωρίζουμε ότι ο ήρωας, ο άνθρωπος χωρίς μνήμη έχει πεθάνει και ο Φρίαρι διαβάζει τις σημειώσεις που βρέθηκαν στο δωμάτιο του κάποια χρόνια αργότερα.
Ο γιατρός Φρίαρι, είναι ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα καθώς ο σοσιαλιστής πατέρας του χάθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του Φινλανδικού εμφυλίου, το 1918 και η μητέρα του πήρε τον νεαρό τότε Πιέτρι, που ήταν φοιτητής Ιατρικής και πήγαν στο Αμβούργο σε συγγενείς. Είχε να δει τη χώρα του από τότε που ήταν 23 χρονών, αλλά δεν είχε ξεχάσει τη γλώσσα και συγκινείτο στη θέα οτιδήποτε Φινλανδικού. Ήταν περισσότερο η εσωτερική του ανάγκη που τον έκανε να θεωρήσει τον ετοιμοθάνατο άντρα Φινλανδό και να τον φροντίσει, παρά οποιοδήποτε άλλο στοιχείο. Μήπως όμως δεν τον έσωσε αλλά ουσιαστικά του εξέτρεψε τη ζωή προς κάτι αδιέξοδο και χαοτικό;

Είναι αλήθεια, κι εγώ θα ήθελα να φύγω για τη Φινλανδία. Να εκμεταλλευτώ τη σύγχυση του πολέμου για να διαγράψω από προσώπου γης το νευρολόγο του στρατιωτικού νοσοκομείου του Αμβούργου και να τον αντικαταστήσω με το φοιτητή του Πανεπιστημίου του Ελσίνκι πριν από είκοσι έξι χρόνια. Όμως αυτό ήταν πλέον αδύνατον. Δεν περνάνε έτσι είκοσι έξι ολόκληρα χρόνια. Η μνήμη κυλάει σαν λάβα πάνω στις αναμνήσεις διατηρώντας τες, ναι, μόνο που τις παρασύρει μαζί της για πάντα. Από τη μνήμη, την οποία ο συγγραφέας αυτών των σελίδων επιζητούσε χωρίς επιτυχία, εγώ ακόμη και σήμερα δεν έχω καταφέρει να απελευθερωθώ. Η μνήμη είναι το τίμημα του πόνου που πληρώνω καθημερινά, όταν ξυπνάω σ' αυτό τον κόσμο και δέχομαι να ζήσω. Γιατί, δεν ξέρω. Ίσως επειδή είναι πιο εύκολο να γεννιέσαι παρά να πεθαίνεις. Ίσως λόγω της νοσηρής περιέργειας που έχει κάθε άνθρωπος, ακόμη και στον πόνο, να δει πως θα τελειώσει.”

Γραμμένο απλά με υπαινικτικό ύφος (έτσι ώστε να σου δημιουργεί διαρκώς την αίσθηση ότι ο συγγραφέας είναι Αγγλοσάξονας), με αξιομνημόνευτη οικονομία λόγου και με ένα καθηλωτικό ρυθμό, το ιδιόρρυθμο και σαγηνευτικό μυθιστόρημα του Μαράνι μιλάει για τη γλώσσα, την απώλεια, τη μνήμη, την αναζήτηση ταυτότητας και εαυτού, το παρελθόν και το μέλλον, την παράνοια του πολέμου, την δύναμη της αγάπης, τη γλώσσα και την διαμόρφωση εθνικής συνείδησης. Στοιχεία για την ιστορία της Φινλανδίας – τις δραματικές μέρες που ακολούθησαν την κατάρρευση του μετώπου και την επέλαση των Σοβιετικών, για την κουλτούρα της μακρινής χώρας ανακατεύοντας μύθους των Σαμάνων, εθνικά έπη και την κυριαρχία του Λουθηρανισμού. Η “Νέα Φινλανδική γραμματική” είναι ένα πανέξυπνο, μελαγχολικό και στοχαστικό βιβλίο-έκπληξη (που υποστηρίζεται ιδανικά από εξαιρετική μετάφραση), πραγματική απόλαυση για τον αναγνώστη.

Αυτό που μας μένει από τους άλλους είναι στην πραγματικότητα μόνο η ανάμνηση της αντανάκλασης μας πάνω τους. Περνάμε τη ζωή μας προσπερνώντας τους άλλους χωρίς ποτέ να τους γνωρίζουμε πραγματικά. Ακόμη κι από τα πρόσωπα και τα πράγματα που μας είναι πιο αγαπητά δεν αποκομίζουμε παρά μια εμπειρική γνώση, σαν αυτή που αποκτά ο εντομολόγος από την πεταλούδα που καρφιτσώνει με τη βελόνα σε μια σελίδα της συλλογής του. Μπορούμε να περιγράψουμε το χρώμα των ματιών ή των μαλλιών των αγαπημένων μας, μπορούμε να αναγνωρίσουμε μέσα στο πλήθος το βάδισμά τους, τη φιγούρα τους, να διακρίνουμε αλάνθαστα τη μυρωδιά ή τη φωνή τους. Όταν είναι μακριά, μας λείπουν, νιώθουμε σακατεμένοι, σαν να μας έχουν στερήσει ένα κομμάτι του εαυτού μας. Κι όμως σ'αυτό τον κόσμο  δεν είναι ποτέ αληθινά δικοί μας. Γιατί η εξάρτηση που επιδιώκουμε τους καταστρέφει, τους μετατρέπει σε αντικείμενα που δεν διαθέτουν δική τους ζωή. Στη μάταιη προσπάθεια να καταστήσουμε λιγότερο επώδυνο το μυστήριο του θανάτου θέλουμε να κυριεύσουμε, να ρουφήξουμε τη ζωή όσο γίνεται περισσότερο. Δεν συνειδητοποιούμε ότι σ' αυτό τον κόσμο σκοτώνουμε ότι πιστεύουμε πως αγαπάμε."




 
Δευτέρα, Αυγούστου 01, 2016
posted by Librofilo at Δευτέρα, Αυγούστου 01, 2016 | Permalink
Νόρα Γουέμπστερ
Ιρλανδία, τέλη δεκαετίας του 60, η χώρα από τη μια εκσυγχρονίζεται και προοδεύει, από την άλλη οι συντηρητικές και μικροαστικές αντιλήψεις παραμένουν λες και βρισκόμαστε στις αρχές του αιώνα. Μια γυναίκα, η Νόρα Γουέμπστερ είναι η ηρωίδα του πολύ ενδιαφέροντος αλλά άνισου, ομώνυμου μυθιστορήματος “ΝΟΡΑ ΓΟΥΕΜΠΣΤΕΡ (“NORA WEBSTER”) του πολύ καλού συγγραφέα Colm Toibin (Ιρλανδία, 1955), (Εκδ.Ίκαρος, (έξοχη) μετάφραση και επίμετρο Αθ.Δημητριάδου, σελ.447).

Η Νόρα Γουέμπστερ είναι μια γυναίκα μέσης ηλικίας, που ο σύζυγός της Μόρις, αξιοσέβαστος και πολύ αγαπητός καθηγητής, έχει πεθάνει αφήνοντας την σύζυγό του, μόνη με τα τέσσερα παιδιά τους, δύο κορίτσια που σπουδάζουν και δύο μικρά αγόρια, το ένα σε εφηβική ηλικία, το άλλο μικρότερο. Οι συγγενείς και οι φίλοι στην αρχή “πνίγουν” κυριολεκτικά τη Νόρα με τις συνεχείς επισκέψεις τους (“Δεν τους βαρέθηκες πια; Δεν είναι ώρα να κόψουνε τις επισκέψεις;” της λέει ένας γείτονας στην πρώτη σελίδα του βιβλίου...), την συμβουλεύουν, προσπαθούν να την καθοδηγήσουν πως να αντιμετωπίσει την απώλειά της. Όλοι από αδερφές και θείες, μέχρι τους γείτονες έχουν άποψη για το τι πρέπει να κάνει τώρα η Νόρα, πως να πορευθεί. Εκείνη το μόνο που επιθυμεί είναι να την αφήσουν ήσυχη.

Οι πρώτες της ενέργειες εκπλήσσουν τους πάντες. Πουλάει το παραθαλάσσιο εξοχικό που λάτρευαν εκείνη κι ο Μόρις, όπως άλλωστε και τα παιδιά τους, ενώ δεν θα αρνηθεί την πρόταση για εργασία που της προσφέρουν τα παλιά (προτού παντρευτεί) αφεντικά της σε μια αναπτυσσόμενη εταιρία της πόλης. Η Νόρα Γουέμπστερ εργαζόμενη ξανά, μετά από 20 χρόνια και βάλε, ξαφνιάζοντας τα ίδια της τα παιδιά, που (κυρίως τα δύο μικρά αγόρια) την κοιτάνε πλαγίως, ενώ όταν θα αλλάξει και τα μαλλιά της οι ματιές των άλλων γυναικών θα είναι φαρμακερές.

Το μυθιστόρημα διαπερνάει η θλίψη που αισθάνεται, που βιώνει η ηρωίδα του, όπως και η ασφυξία από τον κοινωνικό περίγυρο και την οικογένεια  (με την ευρύτερη έννοια). Τα βλέμματα και η καχυποψία των συντοπιτών της που ο καθένας προσπαθεί να την καθοδηγήσει, να τη συμβουλεύσει, η πανταχού παρούσα εκκλησία, η αρχέγονη δυσπιστία απέναντι στη γυναίκα που χηρεύει σε νέα σχετικά ηλικία, τα παιδιά που αντιδρούν το καθένα διαφορετικά, η οικονομική δυσπραγία που την υποχρεώνει σε ενέργειες (όπως η πώληση του σπιτιού), που γνωρίζει ότι θα προκαλέσουν συζητήσεις, έρχονται και “κάθονται” πάνω από τη Νόρα πιέζοντας την.

Το βιβλίο “συνομιλεί” ευθέως με το (πιο επιτυχημένο εμπορικά μυθιστόρημα του συγγραφέα) “Μπρούκλιν” που μεταφέρθηκε την προηγούμενη χρονιά στον κινηματογράφο. Η ηρωίδα του Μπρούκλιν μεταβαίνει στην Αμερική για να ξεφύγει από τον επαρχιακό μικρόκοσμο και την καταπιεστική μητέρα της (η οποία κάνει ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό πέρασμα από το “Νόρα Γουέμπστερ”), ενώ η Νόρα θα μείνει εκεί, εγκλωβισμένη στη πόλη της – θα βγει δε για πρώτη φορά στο εξωτερικό πηγαίνοντας με τη θεία της σε ένα παραθαλάσσιο θέρετρο στην Ισπανία. Θα μείνει εκεί σε ένα κόσμο γεμάτο παπάδες και καλόγριες που καθορίζουν τις ζωές των κατοίκων, γεμάτο με μικροκακίες και μικροαντιθέσεις, κουτσομπολιά και μεθυσμένες βραδιές στις τοπικές παμπ.

Μια πλήρης και αλησμόνητη λογοτεχνική ηρωίδα, η Νόρα Γουέμπστερ θα βρει τη δύναμη να αντέξει, θα επιβιώσει χρησιμοποιώντας τον δυναμικό της χαρακτήρα, θα γίνει δεκτή ως αυτόνομη προσωπικότητα, θα συγκρουστεί, θα βγει νικήτρια. Ο συγγραφέας δείχνει με μαεστρικό τρόπο πως η ηρωίδα του θα βγει από την απόγνωση και την θλίψη, θα “βγάλει το κεφάλι της στην επιφάνεια”, δεν θα φοβηθεί να συγκρουστεί.

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου αναδεικνύεται και ο έτερος μεγάλος πρωταγωνιστής του που δεν είναι άλλος από την ίδια τη χώρα του συγγραφέα. Η Ιρλανδία και η καθημερινότητα της επαρχιακής ζωής, οι κάτοικοι και η αδάμαστη και σαγηνευτική της φύση, ο καθολικισμός, το αλκοόλ, το ατίθασο πνεύμα των κατοίκων αλλά και το κουτσομπολιό, τα στενά οικογενειακά δεσμά περιγράφονται με υπέροχο τρόπο και είναι από τα στοιχεία που καθηλώνουν τον αναγνώστη.


Με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία να υπάρχουν στο βιβλίο, το μυθιστόρημα του Τομπίν, εκτυλίσσεται χωρίς πολλή δράση, καθώς μεταφέρει ουσιαστικά τις σκέψεις και τα συναισθήματα της ηρωίδας του. Ίσως θα λειτουργούσε καλύτερα ως νουβέλα, 200 σελίδων παρά ως ένα μυθιστόρημα διπλάσιας έκτασης όπως είναι. Εξαιρετικά ενδιαφέρον ως προς την ψυχολογική σκιαγράφηση του κεντρικού του χαρακτήρα, αφήνει τους υπόλοιπους ήρωες σε δεύτερο πλάνο, καθώς και τις κοινωνικές αλλαγές που περνάνε στην τοπική κοινωνία με τον συνδικαλισμό στην εταιρία που δουλεύει η Νόρα ή τον εμφύλιο που εντείνεται στον Βορρά. Ο ρυθμός του βιβλίου είναι αργός και υποτονικός αλλά η όλη αίσθηση που σου αφήνει το μυθιστόρημα είναι γλυκιά χάρη στην δύναμη της αφήγησης και στην γοητεία των περιγραφών, διότι δεν μπορούμε να λησμονούμε ότι ο Τομπίν είναι ένας εξαιρετικός συγγραφέας.


 
Τρίτη, Ιουλίου 26, 2016
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιουλίου 26, 2016 | Permalink
Οι φυγάδες
Ο Πάνος Καρνέζης (Αμαλιάδα,1967), συγγραφέας που ζει και εργάζεται στην Μ.Βρετανία, είναι μια ιδιόμορφη περίπτωση, ενός λογοτέχνη που δεν μπορείς να τον κατατάξεις στη ντόπια πεζογραφία. Είτε είναι τα θέματά του, είτε είναι ότι τα βιβλία του γράφονται πρώτα στα Αγγλικά και τα μεταφράζει ο ίδιος στα ελληνικά, γεγονός είναι ότι ο Καρνέζης (όπως κι ο Αλεξάκης) είναι μια sui generis περίπτωση η οποία δεν υπακούει σε στερεότυπα. Μετά την ισπανική σιέρα όπου εκτυλίσσονταν το προηγούμενό του βιβλίο (“Το μοναστήρι” 2010), ο Καρνέζης επανέρχεται, με το θαυμάσιο “ΟΙ ΦΥΓΑΔΕΣ” (“The Fugitives”), (Εκδ. Πατάκη, σελ. 268), ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στην Λατινική Αμερική, σε μια χώρα που θα μπορούσε να είναι το Μεξικό (που αυτό είχε στο μυαλό του όπως δηλώνει ο ίδιος), ή κάποια από αυτές που περνάει ο Αμαζόνιος.

Ο Πατέρας Τόμας, είναι ένας Βρετανός ιησουίτης ιερέας, που είναι αποσπασμένος σε μια αγροτική δασώδη περιοχή και ζει μαζί με μια φυλή Ινδιάνων. Ο παραδοσιακός τρόπος ζωής των ιθαγενών απειλείται από τους ακτήμονες και τους κτηνοτρόφους οι οποίοι αναζητώντας εδάφη για να ζήσουν τους διώχνουν από τη γη των προγόνων τους. Οι ακτήμονες υποστηρίζονται στην προσπάθειά τους από τους αντάρτες που μάχονται με τις δυνάμεις του στρατού που βρίσκονται στην περιοχή. Την χαώδη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί μπερδεύει ακόμα περισσότερο, η διάσωση ενός τραυματία αξιωματικού από τον Πατέρα Τόμας, που βρέθηκε κοντά στο μέρος όπου είχε στηθεί μια ενέδρα από τους αντάρτες, οι οποίοι εξολόθρευσαν μια μονάδα του στρατού και ο μοναδικός διασωθείς, είναι ο ετοιμοθάνατος αξιωματικός, που ο Πατέρας Τόμας, μεταφέρει στο ινδιάνικο χωριό κρύβοντάς τον. Με αυτή του την ενέργεια, ο ιερωμένος (άθελά του) μπλέκει τους κατοίκους του χωριού καθώς τον τραυματία ψάχνουν οι ακτήμονες και οι αντάρτες.

Ο Βενουστιάνο, ο αρχηγός των Ινδιάνων, είναι αντίθετος με την φιλοξενία του τραυματία, αλλά σέβεται τον Πατέρα Τόμας και παρά τις διαφωνίες του θα συναινέσει. Προσπαθεί να διατηρήσει τις ισορροπίες στο χωριό, με τον λαό του να γοητεύεται όλο και περισσότερο με τις προκλήσεις της ζωής στην πόλη και  με την παρουσία των ακτημόνων και των κτηνοτρόφων στην περιοχή, που όλο και επεκτείνονται στην ανάγκη τους για περισσότερη γη και καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Στην περιοχή βρίσκεται και η αρχαιολόγος Μιλάγρος που αναζητάει ίχνη μιας χαμένης αρχαίας πόλης, ενώ ένας ιαγουάρος τριγυρνάει ελεύθερος και ψάχνοντας για τροφή μέσα στη ζούγκλα.

Οι χαρακτήρες του βιβλίου στροβιλίζονται στη δίνη των γεγονότων. Ο Πατέρας Τόμας που έφυγε από την Αγγλία για να βρει τον εαυτό του, βλέπει την κοσμοθεωρία του να κλονίζεται, καθώς ζει την καθημερινότητα των Ινδιάνων και την μαγεία της φύσης που συνεχώς καταστρέφεται. Ο Βενουστιάνο, που ντρέπεται για το ισπανικό όνομα που του έχει δώσει ο πατέρας του, έχει γίνει νεότατος αρχηγός της φυλής. Νιώθει ότι πρέπει να τους προστατέψει, αλλά πως; Είναι ο μοναδικός κάτοχος μιας παλιάς καραμπίνας και δεν θα διστάσει να την χρησιμοποιήσει, υπογράφοντας το τέλος της κοινότητας. Η Μιλάγρος που την “καταδιώκει” το προσωπικό της παρελθόν και βλέπει ότι δεν μπορεί να κλείνει τα μάτια και να ψάχνει μόνο για την αρχαία πόλη και τέλος ο Ιαγουάρος, αυτό το ατίθασο ζώο, που αμύνεται επιτιθέμενο, που προσπαθεί να βρει τροφή σε μια ζούγκλα που εξαφανίζεται.

Μπορεί ο Πατέρας Τόμας να είναι ο κεντρικός χαρακτήρας της ωραίας ιστορίας που αφηγείται με γλαφυρό ύφος και φρεσκάδα ο Καρνέζης, αλλά και οι υπόλοιποι ήρωες του βιβλίου είναι κι αυτοί πρωταγωνιστές και ολοζώντανοι χαρακτήρες στο δράμα που εκτυλίσσεται. Όλοι θα μεταστραφούν κατά την διάρκεια του βιβλίου. Ο ιερωμένος έχει τόσες αμφιβολίες για την πίστη του που τείνει προς την αθεΐα, ο Βενουστιάνο που ζει σε έναν κόσμο παλιό που είναι αναπόφευκτο να τελειώσει, και αυτός προσπαθεί να αντισταθεί. Που είναι το σωστό και που το λάθος; Ποιο είναι το “ηθικό” και ποιο είναι το “ανήθικο”; Οι αντάρτες μαζί με τους ακτήμονες απαιτούν “δικαιοσύνη” στον καταμερισμό της γης, αλλά το κάνουν με “δίκαιο” τρόπο”; Ερωτήματα που εγείρονται κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης αυτού του δυνατού αφηγήματος.

“Σκέφτηκε: πόσο εύκολο είναι να πεθάνει κανείς. Ο θάνατος ζητούσε τόσα λίγα σε αντάλλαγμα για την αιώνια ανυπαρξία: μια σφαίρα στον κρόταφο, το σχίσιμο μιας αρτηρίας, μερικές σταγόνες δηλητήριο στα χείλη – και λίγη υπομονή. Ήταν η ζωή που απαιτούσε τεράστια, αδιάκοπη προσπάθεια. Τελείωσε την εξομολόγηση και συνόδευσε τη γυναίκα στην πόρτα, κρύβοντας τα χέρια του στις τσέπες, σε περίπτωση που επιχειρούσε να τα ξαναφιλήσει. Εκείνη βγήκε στον δρόμο και πήρε την ανηφόρα προς το σπίτι της κάτω από τον καυτό απογευματινό ήλιο. Ο ιερέας την παρακολούθησε – οι σκέψεις του ήταν σαν να αναβλύζει αίμα από πληγή. Γνώριζε πως δεν υπήρχε Θεός της αγάπης και του ελέους, αλλά μερικές φορές λαχταρούσε ακόμα τη μικρή παρηγοριά της αμφιβολίας.”

Κινηματογραφικό ύφος, και δυνατές εικόνες χαρακτηρίζουν το στυλ του Καρνέζη. Σ'αυτό του το βιβλίο έχει απομακρυνθεί από τον “μαγικό ρεαλισμό” που τον επηρέασε τόσο πολύ στα πρώτα του έργα, αλλά η γραφή του είναι πιο δουλεμένη και υπαινικτική. Η ζούγκλα, η φύση κυριαρχούν στο φόντο ενώ κοινωνικοί και οικολογικοί προβληματισμοί διατρέχουν την ραχοκοκκαλιά του μυθιστορήματος που έχει το άρωμα του Γκράχαμ Γκρην ("Η δύναμις και η δόξα" είναι το πρώτο που σου έρχεται στο μυαλό διαβάζοντας το βιβλίο) στον χαρακτήρα του Πατέρα Τόμας με τα θέματα που τον απασχολούν, ενώ διατρέχοντας τις σελίδες του δεν μπορείς να μην θυμηθείς την υπέροχη Αποστολή” (“The mission), την ταινία του Rolland Joffe και την χαρακτηριστική μουσική του Ένιο Μορικόνε να συνοδεύει ως soundtrack την ιστορία που τόσο ωραία αφηγείται ο συγγραφέας.


Λυρικό εκεί που πρέπει, με το στοιχείο της δράσης και της περιπέτειας σε πολλές από τις σελίδες του, “Οι φυγάδες”, είναι ένα υπέροχο μυθιστόρημα, για την απληστία και την ηθική, για την μάχη του σύγχρονου κόσμου με τον παλαιό, για την δύναμη της πίστης και τα διλήμματα, για τα όρια του καλού και του κακού, γραμμένο από έναν άνθρωπο που ξέρει να αφηγείται ιστορίες, έναν αυθεντικό “storyteller” που καθώς περνάνε τα χρόνια γίνεται όλο και καλύτερος.


 
Τετάρτη, Ιουλίου 20, 2016
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουλίου 20, 2016 | Permalink
Ξαναδιαβάζοντας το "Ομαδικό πορτρέτο με μία κυρία"
Πάνε πάνω από 30 χρόνια που πρωτοδιάβασα το αριστούργημα του Χάινριχ Μπελ  “ΟΜΑΔΙΚΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΥΡΙΑ”. Είχε βγει την δεκαετία του '70 από τις εκδόσεις Ζάρβανος και εγώ νεότατος και χωρίς την σημερινή αναγνωστική (και όχι μόνο) εμπειρία, είχα συγκλονισθεί από το βιβλίο. Δεν ήταν το πρώτο του μεγάλου Γερμανού λογοτέχνη (1917-1985 - βραβείο Νόμπελ 1972), που διάβαζα καθώς είχα “γνωρίσει” τον συγγραφέα από τον εμβληματικό του “Κλόουν” που είχα λατρέψει κυριολεκτικά (εξάλλου τότε όλοι οι βιβλιόφιλοι νέοι διάβαζαν τις Απόψεις ενός Κλόουν”), αλλά το “Πορτρέτο” το αγάπησα πολύ – οι δε συζητήσεις που ακολούθησαν ήταν καταιγιστικές. Συνέχισα και με άλλα βιβλία του Boll (που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στην δεκαετία του 80 και πολύ γνωστός σε ένα ευρύτερο κοινό μετά την εμβληματική κινηματογραφική μεταφορά της “Κατερίνας Μπλουμ” από τον Φόλκερ Σλέντορφ - άλλο hot όνομα της εποχής), τα οποία είναι τα περισσότερα εξαιρετικά. Αποφάσισα να ξαναδιαβάσω το “ΟΜΑΔΙΚΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΥΡΙΑ”, φέτος μετά από τόσα χρόνια, σαν τεστ στον εαυτό μου, εάν θα ξανανιώσω την ίδια ένταση της πρώτης φοράς, αλλά και επειδή η εγγύηση της μεταφράστριας Μ.Ζαχαριάδου και η ωραιότατη έκδοση (εκδ. Πόλις), δεν είχε καμία σχέση με την πρώτη της δεκαετίας του 70. Τα συναισθήματα που ένιωσα ήταν ακριβώς τα ίδια, απόδειξη της δυναμικής του βιβλίου, μου έκανε δε εντύπωση ότι θυμόμουν πάρα πολλές σκηνές καθώς και την αρχιτεκτονική του μυθιστορήματος (αυτήν δύσκολα την ξεχνάς) – τελικά, μάλλον τα βιβλία που σε σημαδεύουν δύσκολα τα ξεχνάς.

Τι είναι λοιπόν το “ΟΜΑΔΙΚΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΥΡΙΑ”; Αυτό ακριβώς που λέει κι ο τίτλος. Ένα σύνολο συνεντεύξεων ανθρώπων που γνώριζαν την ηρωίδα Λένι Πφάιφερ (το γένος Γκρούιτεν) “...γυναίκα σαράντα οκτώ ετών, Γερμανίδα – έχει ύψος 1,71, ζυγίζει 68,8 κιλά...το χρώμα των ματιών της κυμαίνεται μεταξύ σκούρου μπλε και μαύρου, έχει πολύ πυκνά ξανθά μαλλιά ελαφρώς γκριζαρισμένα, τα οποία αφήνει κάτω – περιβάλλουν το κεφάλι της ολόισια, κάπως σαν κράνος.” Η Λένι θα μείνει σιωπηλή καθ' όλη τη διάρκεια του βιβλίου, γι' αυτήν θα μιλάνε άνθρωποι που την γνώριζαν καλά, αρκετά, ελάχιστα ή και καθόλου. Ο αφηγητής που ερευνά με μεγάλη λεπτομέρεια την ζωή της Λένι θα παραμείνει ανώνυμος, στο περιθώριο, χωρίς να εμπλέκεται συναισθηματικά στην ιστορία της ηρωίδας του, ενώ η πολυαναμενόμενη συνάντηση των δυο τους θα γίνει μερικές σελίδες πριν το τέλος, οι παρεμβάσεις του θα είναι γεμάτες χιούμορ και ειρωνία. Οι άνθρωποι που μιλάνε και αφηγούνται την ιστορία της ζωής της, διατρέχουν μια μεγάλη περίοδο, από την δεκαετία του 30 έως το τέλος της δεκαετίας του 60.

Με αργό και σχεδόν υπνωτιστικό ρυθμό η ποικιλία των “αφηγητηματικών φωνών” σχηματίζουν το πορτρέτο όχι μόνο μιας γυναίκας αντισυμβατικής και ελεύθερης, αφελούς και σοβαρής, ρομαντικής και επιπόλαιας, επίμονης και ανεξάρτητης, περίπλοκης και πολυσύνθετης, αλλά – ταυτόχρονα – και το πορτρέτο της Γερμανικής κοινωνίας από τα ταραγμένα χρόνια του Ναζισμού έως τα χρόνια του ξαναχτισίματος της χώρας και της οικονομικής της ανάπτυξης.

Η Λένι μεγαλώνει με τον Ναζισμό, σαν κοριτσάκι θα επιλεχθεί ως αντιπροσωπευτικό πρόσωπο του νέου καθεστώτος, εκείνη που θα αδιαφορήσει παντελώς για τις σπουδές, για το σχολείο το οποίο θα εγκαταλείψει νωρίς. Αγνοεί βασικά πράγματα αλλά μπορεί να απαγγείλει Τρακλ και Γέητς να τραγουδάει Σούμπερτ μαγικά, να ξέρει απέξω τον Χαίντερλιν και να έχει εντρυφήσει στον Κάφκα, λογοτέχνες που ως επί το πλείστον, τους μαθαίνει από την καταθλιπτική και ρομαντική μητέρα της. Θα μεγαλώσει σε ένα σπίτι μιας αυτοδημιούργητης οικογένειας, καθώς ο πατέρας της που ξεκίνησε φτωχός για να πλουτίσει κατά τη διάρκεια του Χιτλερικού καθεστώτος αναλαμβάνοντας οικοδομικές εργασίες με την εταιρία του, θα τα χάσει όλα και θα ξεπέσει μετά από μια κομπίνα κατά τα χρόνια του πολέμου.
Η Λένι που η καλύτερή της φίλη θα είναι μια μοναχή που διώχθηκε ως Εβραία από το καθεστώς για να πεθάνει σε ένα μοναστικό κελί. Η Λένι που μέσα σε λίγα χρόνια θα χάσει τον πρώτο της μεγάλο έρωτα (και παρ' ολίγο πρώτο της εραστή) που μαζί με τον αδερφό της θα εκτελεστούν κάτω όταν υπηρετούσαν κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες από τους συμπατριώτες τους, τον σύζυγό της Αλόις με τον οποίο πρόλαβε να συνευρεθεί μιάμιση φορά προτού εκείνος φύγει αμέσως μετά τον γάμο τους, για το μέτωπο όπου θα χάσει τη ζωή του, και μετά από λίγα χρόνια θα χάσει και τον αγαπημένο της Μπόρις, τον Ρώσο αιχμάλωτο, με τον οποίο έζησε ένα σφοδρό και ταραγμένο έρωτα σε καταφύγια και τάφους κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών της Κολωνίας, για να φέρουν στον κόσμο ένα παιδί, λίγο πριν πιαστεί εκείνος και βρει ένα τραγικό και άδικο θάνατο κάπου στη Γαλλία.

Η Λένι θα ζήσει τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της, φτιάχνοντας ανθοδέσμες και στεφάνια, σε οικονομική ένδεια, μαζί με το μικρό της γιο, που θα έχει Ρώσικο όνομα, στιγματισμένη ως “τσούλα”, “πουτάνα” από τη γειτονιά, αγέρωχη και ασυμβίβαστη χωρίς να χάσει την ανθρωπιά της και την έμφυτη καλοσύνη και (ιδιόμορφη έως παιδική) αγνότητά της. Θα βοηθήσει τους μετανάστες, θα σταθεί δίπλα σε όσους χρειάζονται τη βοήθειά της και θα καταλήξει σε ένα άκρως μεταφορικό φινάλε να είναι αυτοί οι ίδιοι, οι οικονομικοί μετανάστες που θα την στηρίξουν για να μη χάσει το σπίτι της από τους συγγενείς της.

Η Λένι Πφάιφερ, η ηρωίδα του βιβλίου, είναι μια προσωπικότητα που δεν μπορεί να χωρέσει στις 506 σελίδες του μυθιστορήματος, μια λογοτεχνική φιγούρα “bigger than life”, που μαζί με την Κατερίνα Μπλουμ (από το “Η χαμένη τιμή της Κατερίνα Μπλουμ), θα αποτελέσουν τους φάρους στο λογοτεχνικό σύμπαν του Χάινριχ Μπελ. Η Λένι, πρότυπο επιβίωσης και ευγένειας, αξιοπρέπειας και ουμανισμού, που ήταν παρούσα σε όλα τα μεγάλα γεγονότα αλλά ταυτόχρονα και απούσα σε ένα κόσμο δικό της που δεν χωρούσε κανείς. Γύρω της σαν ένας χορός αρχαίας τραγωδίας, ένα σύνολο φωνών που αντιπροσωπεύει την κοινωνία. Σκληροπυρηνικοί ναζί, μικροαπατεώνες που καταφέρνουν να επιζήσουν σε όλες τις συνθήκες, γυναίκες που κατάφεραν να επιβιώσουν άλλες διωκόμενες και αλλάζοντας ταυτότητα, άλλες προσπαθώντας να ζήσουν την κάθε στιγμή, εργάτες, μετανάστες, στρατιώτες.

Το “Ομαδικό πορτρέτο για μια κυρία” είναι ένα συγκλονιστικό πολυφωνικό μυθιστόρημα, βαθιά πολιτικό γραμμένο με μοντερνιστικό ύφος, που κάποιους μπορεί να τους ξενίσει. Σαν να ανοίγεις έναν φάκελο με μαρτυρίες ή σαν να παρακολουθείς τον “Πολίτη Κέιν”, το ύφος του Μπελ σ'αυτό το βιβλίο μοιάζει περισσότερο με το ύφος του Γκίντερ Γκρας παρά μ'αυτό των υπόλοιπων βιβλίων του. Οι συνέπειες, τα τραύματα της μεταπολεμικής Γερμανίας που εξελίσσεται σε μια φανατικά προτεσταντική καπιταλιστική κοινωνία, εξετάζονται σε όλα τα μυθιστορήματα του μεγάλου συγγραφέα, οπότε και σ'αυτό το μυθιστόρημα έχουμε την κριτική ματιά του στην κοινωνική μεταπολεμική δομή, ενώ από την πένα του συγγραφέα δεν ξεφεύγει ο καθολικισμός και ο υπαρκτός σοσιαλισμός.

Το μυθιστόρημα του Μπελ δεν δείχνει καθόλου την ηλικία του – πάνε 45 χρόνια από τότε που πρωτοδημοσιεύτηκε. Θα είναι πάντα επίκαιρο όσο το “αυγό του φιδιού” παραμένει και αιωρείται πάνω από την Ευρώπη (και όχι μόνο). Η εικόνα της γερμανικής κοινωνίας – άνθρωποι καθημερινοί, απλοί και πιο σύνθετοι, λιγότεροι ή περισσότερο “καλοί”, οικογενειάρχες απολιτίκ και όχι, που δέχτηκαν ως φυσιολογικό φαινόμενο το Χιτλερικό καθεστώς και την συμμετοχή τους στον πόλεμο, είναι αυτή που τρομάζει περισσότερο στο βιβλίο , αυτή η “καθημερινότητα των πραγμάτων” και αυτό είναι που τονίζει εμφαντικά με την υπέροχη ειρωνική του ματιά (όπως έκανε άλλωστε σε όλα του τα βιβλία) ο μεγάλος συγγραφέας. Το βιβλίο διαβάζεται όχι μόνο ως ένα αριστουργηματικό μυθιστόρημα αλλά και ως ιστορικό δοκίμιο, που περιγράφει πράγματα και καταστάσεις πολύ πιο καίρια από βαθυστόχαστες αναλύσεις και έρευνες.

Υ.Γ. Το μυθιστόρημα του Boll μεταφέρθηκε με σχετική επιτυχία στον κινηματογράφο, από τον Aleksandar Petrovic το 1977, με πρωταγωνίστρια την πανέμορφη Romy Schneider στον κύριο ρόλο.




 
Τρίτη, Ιουλίου 12, 2016
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιουλίου 12, 2016 | Permalink
Εφιάλτης στην έρημο (Στην νεκρή καρδιά της ηπείρου)
Ένα βιβλίο για το οποίο δεν έχεις ακούσει τίποτα, ο συγγραφέας του, σου είναι άγνωστος, αλλά κάτι σε τραβάει σ'αυτό (το περίφημο "αναγνωστικό αισθητήριο"). Ακολουθεί μια συζήτηση και η εγκωμιαστική κριτική ενός ανθρώπου που εμπιστεύεσαι - αποφασίζεις την ανάγνωσή του. Το παίρνεις μαζί σου στην παραλία·  ελαφρύ και σχετικά μικρό. Βυθίζεσαι στις σελίδες του και στην εφιαλτική του ατμόσφαιρα και δεν καταλαβαίνεις πότε έφθασες στο τέλος, αργείς να συνειδητοποιήσεις την αναγνωστική εμπειρία που βίωσες, και μάλιστα,σε ένα λογοτεχνικό είδος με το οποίο δεν έχεις τις καλύτερες σχέσεις. Ο λόγος για το εκπληκτικό θρίλερ "ΣΤΗ ΝΕΚΡΗ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ" ("Wake in fright"), του Αυστραλού συγγραφέα, δημοσιογράφου και σκηνοθέτη ντοκιμαντέρ Kenneth Cook (Sydney, 1929-1987), (Εκδ. Εξάρχεια, μετάφρ. Δημ.Κωνσταντίνου, σελ.223).

Ο Τζον Γκραντ νεαρός και μάλλον αφελής και άπειρος δάσκαλος υπηρετεί την θητεία του (κάτι σαν μετάθεση από την οποία θα πάρει πόντους) στο μονοθέσιο δημοτικό σχολείο της Τιμπούντα, ένα χωριουδάκι μέσα στην έρημο της κεντρικής Αυστραλίας. Έχει έρθει η ώρα των καλοκαιρινών διακοπών του και το μόνο που σκέπτεται είναι η ώρα που θα πατήσει το πόδι του στο Σύδνεϋ και θα ξανασυναντήσει την κοπέλα των ονείρων του, την Ρόμπιν. Του απομένει ένα ακόμα έτος στην "κόλαση" της Τιμπούντα, ένα μέρος όπου το μόνο που το συνδέει με τον πολιτισμό είναι ο σιδηροδρομικός σταθμός και η τοπική παμπ.

Έρημος, μαραμένοι άνθρωποι, ψόφια ζώα διάσπαρτα στην έρημο με τα λευκά τους κόκκαλά να ξεχωρίζουν από μακριά. Τόνοι από κρύα μπίρα και άναρθρες κουβέντες, και η κάθε κίνηση του ξένου να περνάει από μικροσκόπιο. Ο Γκραντ ψάχνει μια ευκαιρία να ξεφύγει από αυτό το μέρος - "το σιωπηλό κέντρο της Αυστραλίας, την νεκρή καρδιά". Για την ώρα, αυτό που πρέπει να κάνει, είναι να περάσει τη νύχτα στην πόλη της Μπουντανιάμπα ("Γιάμπα" όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι) και να πάρει το αυριανή πτήση. Στην τσέπη του έχει τον μισθό του για έξι εβδομάδες, 140 λίρες δηλαδή και ένα μικρό επίδομα. Στην Γιάμπα όμως ένας ντόπιος αστυνομικός αφού πρώτα τον ποτίζει με άφθονη μπίρα, τον πηγαίνει σε ένα αυτοσχέδιο καζίνο, όπου ο άμαθος και ελαφρώς ανόητος ήρωας της ιστορίας, μπλέκει σε ένα παιχνίδι (παραλλαγή του μονά-ζυγά), στο οποίο στην αρχή κερδίζει μεγάλα ποσά, παρασύρεται και χωρίς να το καταλάβει χάνει όλα του τα χρήματα.

Τότε αρχίζει ένας πραγματικός εφιάλτης. Χωρίς φράγκο στη τσέπη, ο Τζον Γκραντ περιφέρεται στην Γιάμπα, με τη βαλίτσα στο χέρι. Θα καταφύγει σε μια παμπ (που αλλού;) όπου ένας κοινωνικότατος μεσήλικας ντόπιος, ο Χάινς ο οποίος είναι μεταλλωρύχος, θα τον κεράσει μια μπίρα, η οποία θα φέρει και μια άλλη κι αυτή την επόμενη. Στο τέλος θα του προτείνει να τον πάρει για φαγητό σπίτι του. Ο ήρωας μας είναι μισομεθυσμένος και απελπισμένος, θα δεχτεί. Σε μια κατάσταση ζάλης, ο Γκραντ θα δεχθεί την έντονη σεξουαλική παρενόχληση από την κόρη του Χάινς, και θα υποχρεωθεί σχεδόν δια της βίας να ενσωματωθεί στην κυνηγετική παρέα που έχει σχηματισθεί από τον ιδιοκτήτη του σπιτιού και τους (σχεδόν πρωτόγονους) φίλους του χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς θα κάνουν και που θα πάνε. Στριμωγμένοι σε ένα θηριώδες αγροτικό θα βγουν στην έρημο για να κυνηγήσουν καγκουρό. Ο Γκραντ αφήνεται μέσα στο μεθύσι του να τον σέρνουν δεξιά κι αριστερά, ούτε ποιός είναι δεν θυμάται πια, ούτε βέβαια πως θα ξεμπλέξει από όλο αυτό το πράγμα.

"Το καγκουρό δεν κουνιόταν.
Μόνο όταν έφτασε μπροστά του κατάλαβε ότι ήταν ένα πολύ μικρό καγκουρό, όχι ψηλότερο από ένα μέτρο και κάτι. Ήταν βαριά πληγωμένο και απλώς στεκόταν, κοιτώντας προς το σκοτάδι πέρα από τη λάμψη του προβολέα.
Ο Γκραντ έφτασε κοντά του και, αν δεν ήξερε ότι οι άνδρες στο αυτοκίνητο παρακολουθούσαν, θα γυρνούσε πίσω για την καραμπίνα του. Στάθηκε πίσω από το ζώο, με την ευχή ότι αυτό θα έκανε μια κίνηση. Μετά ακούμπησε το χέρι του πάνω στον ώμο του. Ήταν τριχωτό και ζεστό. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε με πολύ μεγάλη δυσκολία. Όταν ήταν τόσο κοντά στο ζώο, αυτό είχε δύο κεφάλια. Η Τζανέτ είχε δύο προφίλ την προηγούμενη νύχτα.
Ο Γκραντ έγειρε πίσω και χτύπησε το καγκουρό με το μαχαίρι του. Η λεπίδα άνοιξε μια βαθιά σχισμή πίσω στη πλάτη του και το αίμα πετάχτηκε έξω, μια λεπτή γραμμή πάνω στο τρίχωμα, μαύρη στο φως του προβολέα. Το καγκουρό συνέχιζε να μένει ακίνητο."

Στις σκληρές συνθήκες ζωής της Αυστραλέζικης ερήμου, η μπίρα ρέει, συνεκτικός κρίκος και απαραίτητο συστατικό των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων. Αν αρνηθείς την πρόσκληση για μπίρα, σε κοιτάνε καχύποπτα - για να "ενσωματωθείς" στην μικροκοινωνία της περιοχής πρέπει να πιείς, να πέσεις κάτω από την κατανάλωση και πάντα θα βρεθεί κάποιος να σε κεράσει ένα ποτήρι. Ο συγγραφέας έχει πιάσει τον σφυγμό της ζωής στις πόλεις αυτές, όπου οι ανθρώπινες σχέσεις δεν μετράνε και οι ζωές είναι αναλώσιμες. Η ασφυκτική ατμόσφαιρα της ζέστης και της σκόνης σε θερμοκρασίες που αγγίζουν τους 50 βαθμούς, η αίσθηση αποξένωσης του ήρωα που νιώθει ότι δεν ανήκει εκεί, αλλά δεν μπορεί να φύγει με τίποτα, πρέπει να μείνει "αιχμάλωτος" της πόλης, της ερήμου.

Ο Κένεθ Κουκ με περιεκτικότητα και δωρικότητα στο ύφος, περιγράφει την πτώση του "πολιτισμένου" ανθρώπου της πόλης προς την βαρβαρότητα και την ζωώδη κατάσταση. Ο Γκραντ, ως άλλος υπαρξιακός ήρωας του Αλμπέρ Καμύ θα βιώσει την κόλαση και θα προσπαθήσει να βγάλει το κεφάλι από τον βούρκο στον οποίο έχει χωθεί -  όσο προχωράει το βιβλίο "πρέπει" να γίνει κι αυτός σφαγέας για να επιβιώσει, θεωρεί ότι έτσι θα την βγάλει καθαρή, αλλά δεν ξέρει καλά τους ανθρώπους και έτσι θα την πατήσει ακόμα πιο εμφαντικά και βίαια.

Βίαιο αλλά και σαγηνευτικό, γραμμένο με σπιντάτο ρυθμό και μέγιστη απλότητα, το θαυμάσιο βιβλίο του Κουκ σε πιάνει από τον λαιμό και δεν σε αφήνει. Την ίδια αίσθηση είχα όταν πρωτοείδα στο σινεμά το εκπληκτικό (και πολύ βίαιο) "Deliverance" ("Όταν ξέσπασε η βία"), του John Boorman. Ο συγγραφέας έζησε ένα διάστημα στην περιοχή δουλεύοντας για το Australian Broadcasting Corporation, και μεταφέρει τον τρόπο ζωής της ερήμου στο βιβλίο, το οποίο ήταν το πρώτο του, και εκδόθηκε το 1961, μεταφέρθηκε δε από τον καλό σκηνοθέτη Τεντ Κότσεφ, με εξαιρετική επιτυχία στον κινηματογράφο, το 1978.


 
Τετάρτη, Ιουλίου 06, 2016
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουλίου 06, 2016 | Permalink
Καναδάς
Εάν μιλήσουμε για σπουδαία βιβλία, τότε θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και μερικά μυθιστορήματα του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα Richard Ford (Τζάκσον, Μισσισσιππή 1944) μέσα σ'αυτά. Και σίγουρα ο εκπληκτικός “ΚΑΝΑΔΑΣ” ("Canada"), (Εκδ.Πατάκη, μετάφρ. Θ.Σκάσσης, σελ.557) δεν θα λείπει από τη λίστα. Ένα εντελώς “Αμερικανικό” (παρ'ότι ο τίτλος του αναφέρεται στην γειτονική τους χώρα) σαγηνευτικό "μυθιστόρημα μαθητείας" (“bildungsroman”) και νοσταλγίας, εύθραυστο και συναισθηματικό που αναδεικνύει όλα τα χαρίσματα και τις αρετές αυτού του μεγάλου αφηγητή.

Ο Φορντ φροντίζει να μας εισάγει στην ιστορία, χωρίς πολλά πολλά, από την πρώτη συγκλονιστική του παράγραφο.
“Θα μιλήσω πρώτα για τη ληστεία που διέπραξαν οι γονείς μας. Στη συνέχεια, για τους φόνους, που έγιναν αργότερα. Το πιο σημαντικό είναι η ληστεία, γιατί αυτή έκανε τη ζωή μου, καθώς και τη ζωή της αδελφής μου να πάρουν τον δρόμο που τελικά πήραν. Αν δεν ειπωθεί αυτό πρώτα, τα υπόλοιπα δεν θα βγάζουν νόημα.
Οι γονείς μας ήταν οι τελευταίοι άνθρωποι που θα περίμενε κανείς να ληστέψουν μια τράπεζα. Ούτε αλλόκοτοι άνθρωποι ήταν ούτε εμφανώς εγκληματίες. Κανένας δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα κατέληγαν έτσι όπως κατέληξαν. Ήταν δυο συνηθισμένοι τύποι – αν και από τη στιγμή που λήστεψαν την τράπεζα, αυτού του είδους η αντιμετώπιση δεν είχε, φυσικά, κανένα αντίκρυσμα πια.”

Το βιβλίο είναι ουσιαστικά χωρισμένο σε δύο μέρη σχετικά αυτόνομα μεταξύ τους όπου στο τέλος, στο τρίτο μέρος υπάρχει η σύνδεση των δύο εποχών στη ζωή του αφηγητή Ντελ Πάρσονς, όταν ο μυθιστορηματικός χρόνος έρχεται στο σήμερα.
Στο πρώτο μέρος (που εκτείνεται ως τη μέση του βιβλίου), ο 15άχρονος Ντελ που ζεί το 1960, σε μια μικρή πόλη της Μοντάνα με την δίδυμη αδερφή του Μπέρνερ (η οποία έχοντας γεννηθεί μερικά λεπτά νωρίτερα, θεωρεί τον εαυτό της, ως μεγαλύτερη) θα βιώσει την πιο τραγική εμπειρία της ζωής του όταν οι δύο γονείς του συλλαμβάνονται από την τοπική αστυνομία ως ένοχοι ληστείας μιας τράπεζας σε μια πόλη της Β.Ντακότα. Ο Μπεβ και η Νίβα Πάρσονς (ονόματα λες και βγήκαν από κόμικ), αποτελούσαν χαρακτηριστικό δείγμα "ανθρώπων της διπλανής πόρτας" (όπως συνηθίζουμε να αποκαλούμε τους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους, που δεν τους προσέχουμε πολύ πολύ). Εκείνος ήταν ένας εντυπωσιακός άνδρας, καταφερτζής και αφελής, υπαξιωματικός της Αεροπορίας που η μετάθεση του στη Μοντάνα έμελλε να είναι και η τελευταία του, αφού μπλέχτηκε σε μια παράνομη δουλειά αγοράς κρέατος για την Βάση από τους ντόπιους Ινδιάνους και αποτάχθηκε βγαίνοντας στη σύνταξη. Εκείνη, πολύ κοντή και μάλλον ασχημούλα, καταγόμενη από εβραϊκή οικογένεια, ευαίσθητη και σιωπηλή, ήρεμη με μια φλόγα να καίει μέσα της, που έγραφε ποιήματα και κρατούσε ημερολόγιο, γοητεύθηκε από τον πανύψηλο και όμορφο Μπεβ, έμεινε αμέσως έγκυος και τον ακολουθούσε στις μεταθέσεις του.
Ο Μπεβ μετά την αναγκαστική του αποστράτευση, προσπαθεί να κάνει διάφορες δουλειές ως Πωλητής αυτοκινήτων και οικοπέδων με ελάχιστη επιτυχία. Μπλέκει πάλι σε μια παράνομη δουλειά με τα κρέατα των Ινδιάνων και βρίσκεται να τους χρωστάει γύρω στα 2000 δολάρια. Απεγνωσμένος καταφεύγει χωρίς να το σχεδιάσει ιδιαίτερα στην ληστεία μιας μικρής επαρχιακής τράπεζας, όπου την πραγματοποιεί με την συνδρομή (ως οδηγού) της Νίβα, κλέβοντας τελικά ένα μικροποσό. Οι δράστες θα συλληφθούν και τα δύο παιδιά θα μείνουν σπίτι περιμένοντας την Πρόνοια. Η μητέρα τους όμως είχε προνοήσει, τα παιδιά να τα πάρει μια φίλη της και να τα μεταφέρει στον Καναδά, η ιστορία που θα κυριαρχήσει στο δεύτερο μέρος του βιβλίου. Η Μπέρνερ την κοπανάει από το σπίτι και έτσι μόνο ο Ντελ θα καταφύγει στον Καναδά, σε μια μικρή πόλη της επαρχίας του Σασκατουάν, όπου θα φιλοξενηθεί από τον Άρθουρ Ρέμλινγκερ έναν αινιγματικό και ιδιόρρυθμο τύπο, ιδιοκτήτη ενός κακόφημου ξενοδοχείου, ο οποίος θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη ζωή του. Ο έφηβος Ντελ θα ζήσει πάλι μια κόλαση, αλλά θα βγει ωριμότερος και πιο δυνατός.


Τα μικρά δράματα της καθημερινής ζωής απασχολούν τον Φορντ και κυριαρχούν στο έργο του,που είναι γεμάτο από λογοτεχνικά διαμάντια (όπως τα αριστουργηματικά "Ο αθλητικογράφος", και " Η χώρα όπως είναι"). Εάν κάποιος ζητάει δράση και αστυνομικό σασπένς (που θα μπορούσε αφού υπάρχει ληστεία τράπεζας στο πρώτο μέρος και στυγερός φόνος στο δεύτερο μέρος), δεν θα τα βρει στο παρόν βιβλίο. Η αφήγηση είναι αργή και στοχαστική, εσωτερική και υποκειμενική μέσα από τα μάτια του αποπροσανατολισμένου έφηβου που είναι ο Ντελ όταν συμβαίνουν όλα αυτά τα ανατριχιαστικά γεγονότα στη ζωή του.

"Έχω διαβάσει ότι η μοναξιά είναι σαν να βρίσκεσαι σε μια μεγάλη ουρά, περιμένοντας να φτάσεις στο κεφάλι, όπου σου έχουν υποσχεθεί ότι θα σου συμβεί κάτι καλό. Μόνο που η ουρά δεν προχωράει καθόλου, ενώ άλλοι άνθρωποι έρχονται διαρκώς και μπαίνουν μπροστά από εσένα, και το κεφάλι όπου θες να βρεθείς, όλο και απομακρύνεται, ώσπου παύεις να πιστεύεις ότι έχει κάτι να σου προσφέρει."

Ο συγγραφέας ενδιαφέρεται για τις επιπτώσεις της ενέργειας των γονέων στα δύο παιδιά (κυρίως βέβαια στον αφηγητή), τι συμβαίνει στη ψυχοσύνθεση τους των 15 χρόνων, τι γίνεται μετά, και, πως αυτό το τραγικό γεγονός καθορίζει την υπόλοιπη ζωή τους. Ο Φορντ παρατηρεί την οικογενειακή ζωή, των καθημερινών αμερικανών της επαρχίας σαν κάποιος που στέκεται έξω από ένα παράθυρο, σαν ζωγράφος του ύφους American nighthawk (της σχολής του Edward Hopper δηλαδή), όπως κάνει και μια από τις ηρωίδες του βιβλίου του, η ζωγράφος (και πολλά άλλα) Φλόρενς που σε μια καθοριστική σκηνή του μυθιστορήματος, εξηγεί στον αποσβολωμένο (με τα θέματά της) Ντελ ότι "η ζωή μας δίνεται άδεια κι εμείς πρέπει να επινοήσουμε το κομμάτι της ευτυχίας".

Στο βιβλίο ουσιαστικά μας αφηγούνται δύο φωνές, του Ντελ όταν είναι 15άχρονος και του Ντελ που πλησιάζει στο φινάλε της ζωής του, όταν πενήντα χρόνια αργότερα θα επισκεφτεί την ετοιμοθάνατη Μπέρνερ στη Μιννεάπολη. Εάν η πρώτη φωνή του έφηβου είναι γεμάτη απορία και ερωτήματα, η φωνή του ηλικιωμένου Ντελ είναι νοσταλγική και στοχαστική.

Ο Φορντ αποδεικνύει για άλλη μια φορά, πόσο μεγάλος συγγραφέας είναι, καθώς η αφήγησή του είναι καθηλωτική μέσα στην υπέροχη λυρικότητά της, και τον αργό σαγηνευτικό ρυθμό που δεν κουράζει, αλλά υπνωτίζει τον αναγνώστη, ο οποίος πρέπει να αφεθεί στη μαγεία των εκπληκτικών σκηνών που διαδέχονται η μία την άλλη, κυρίως στο δεύτερο μέρος με την εμφάνιση του Φιτζεραλντικού χαρακτήρα του γοητευτικού απατεώνα Άρθουρ Ρέμλινγκερ, ντυμένου με τα πιο αλλοπρόσαλλα ρούχα μέσα στην ερημιά των Καναδικών τοπίων - η εγκαταλελειμένη και καταθλιπτική γη του Καναδά είναι ένας ακόμα πρωταγωνιστής σ'αυτό το μυθιστόρημα.

"Ίσως τελικά η μόνη πραγματική διαφορά του ενός τόπου από τον άλλον να είναι αυτό ακριβώς: το τι θεωρείς για τους ανθρώπους του και τι διαφορά σού δημιουργεί εσένα αυτή η σκέψη."

Ο "Καναδάς" είναι ένα στοχαστικό και ελεγειακό μυθιστόρημα που η απόλαυση που προσφέρει η ανάγνωσή του είναι μοναδική. Οι χαρακτήρες που το απαρτίζουν είναι μοναδικοί, καθώς ο συγγραφέας "πιάνει" όλα τα συναισθήματα, τα νεύματα, τις σιωπές τους σε ένα μοναδικό βιβλίο ενηλικίωσης (με την κυριολεκτική έννοια του πολυχρησιμοποιημένου όρου), που περισσότερο το αισθάνεσαι καθώς μπαίνει μέσα σου και σε ακολουθεί για καιρό.




 
Πέμπτη, Ιουνίου 30, 2016
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιουνίου 30, 2016 | Permalink
Ο κρυφός πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών
Πολύ παραπάνω από ένα απλό αστυνομικό μυθιστόρημα, πέρα από εύκολες ταυτοποιήσεις σε είδη όπως “πολάρ”, “νουάρ” κλπ. , το συναρπαστικό νέο βιβλίο του Δημήτρη Μαμαλούκα (Αθήνα,1968), με (τον μάλλον ατυχή) τίτλο “Ο ΚΡΥΦΟΣ ΠΥΡΗΝΑΣ ΤΩΝ ΕΡΥΘΡΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΙΩΝ”, (Εκδ. Κέδρος, σελ. 547), προσφέρει μερικές ώρες ουσιαστικής αναγνωστικής απόλαυσης, και αυτή η αίσθηση, μεγαλώνει όλο και περισσότερο, καθώς, βυθίζεσαι στα αμέτρητα παρακλάδια της υπέροχης ιστορίας, που αφηγείται με το ευδιάκριτο στυλ που τον χαρακτηρίζει σε όλα του τα έργα ο συγγραφέας.

Ιταλία 2007, ο νεαρός φοιτητής Αλεσάντρο Φοντάνα εξαφανίζεται από το σπίτι του στη Μπολόνια και η μητέρα του Κιάρα, που πιστεύει ότι είναι ζωντανός, πηγαίνει στη Ρώμη και ζητάει τη βοήθεια του παλιού της φίλου (και αιώνιου θαυμαστή της), Γκαμπριέλε Αμπάτι ή Γκάμπι, ερασιτέχνη ιδιωτικού ντετέκτιβ, ο οποίος μαζί με τον φίλο του Νικόλα Μιλάνο, εμπόρου παλαιών βιβλίων (κεντρικοί χαρακτήρες και του θαυμάσιου "Η Χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα"), αναλαμβάνουν την υπόθεση, περισσότερο από οίκτο και περιέργεια παρά επειδή πιστεύουν ότι μπορούν να βρουν κάτι.

Μάρτιος 1979,  μια αποτυχημένη προσπάθεια πολιτικής απαγωγής ενός βιομήχανου στο Μιλάνο, από έναν πυρήνα των Ερυθρών Ταξιαρχιών, καταλήγει σε αιματοχυσία, με 5 νεκρούς μεταξύ των οποίων είναι ο βιομήχανος και δύο αστυνομικοί που βρίσκονταν σε ένα αυτοκίνητο που τον συνόδευε.

Σχεδόν 30 χρόνια μετά, τι συνδέει αυτές τις δύο ιστορίες; Ο 24χρονος Αλεσάντρο δούλευε την πτυχιακή του πάνω στο φαινόμενο της Τρομοκρατίας και τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, είχε μια σχέση χωρίς εμφανή προβλήματα με την Έλενα μια νεαρή κοπέλα, και έδειχνε απορροφημένος στην πτυχιακή του χωρίς ιδιαίτερες σχέσεις με άλλους ανθρώπους. Ο Γκάμπι και ο Μιλάνο δεν βρίσκουν από που να πιαστούν σε μια ιστορία που δείχνει αδιέξοδη. Ότι τον Αλεσάντρο τον ψάχνει και ο Γκαρέλα, ένας τύπος που γνωρίζει ο Γκάμπι από το σκοτεινό παρελθόν του (για το οποίο ο Μιλάνο δεν ξέρει σχεδόν τίποτα), δεν τους βοηθάει σε κάτι, ενώ στην αναζήτηση τα μπλέκει λίγο έως αρκετά η σεξουαλική πείνα αλλά και η επιπολαιότητα του Μιλάνο που ορέγεται και τις δύο γυναίκες που ψάχνουν τον Αλεσάντρο, την Κιάρα και την Έλενα.
Η αναζήτηση φτάνει σε αδιέξοδο, μέχρι την ημέρα που ένας συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας, ο Ντίνο Μπατάλια, φίλος της Κιάρας και του  Αλεσάντρο, εκδίδει το νέο του μυθιστόρημα, με τίτλο “Τα καταραμένα αντίτυπα” και μέσα σ'αυτό, υπάρχουν εμβόλιμα στην πλοκή του, εφτά σημειώματα θανάτου, προς αντίστοιχους παραλήπτες. Σε ένα από αυτά τα σημειώματα, προς κάποια Μαρία, ο συγγραφέας αναφέρει προσωπικά στοιχεία της Έλενας που μόνον ο Αλεσάντρο γνώριζε. Η Έλενα διαβάζοντας το βιβλίο καλεί τον Μιλάνο και του αναφέρει το περίεργο γεγονός, εκείνος δεν ενημερώνει κανέναν και αποφασίζει να πάει στο σπίτι του συγγραφέα σε μια απομακρυσμένη περιοχή για να ενημερωθεί από πρώτο χέρι τι ακριβώς συμβαίνει. Από αυτή τη στιγμή και μετά, η ιστορία θα πάρει έναν ιλιγγιώδη ρυθμό με απρόβλεπτες συνέπειες και ποικίλες ανατροπές που θα οδηγήσουν στην επίλυση όχι μόνο αυτής της ιστορίας αλλά θα βγάλουν στο φως και λεπτομέρειες της αποτυχημένης απόπειρας κατά του βιομήχανου το 1979.

Το παρελθόν, το γαμημένο παρελθόν, ήταν σαν φίδι που κουλουριαζόταν αθόρυβα στα πόδια σου και σε δάγκωνε απροειδοποίητα. Δεν μπορούσες να ξεφύγεις από το παρελθόν.”

Γιατί ψάχνουν όλοι τον Αλεσάντρο και που μπορεί να πήγε αυτός; Τι είχε ανακαλύψει σε σχέση με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και κάποια καλά κρυμένα μυστικά του παρελθόντος; Τι σχέση μπορεί να έχει ο Γκάμπι με την εξαφάνιση του; Ποιός είναι ο Ντίνο Μπατάλια, αυτός ο απομονωμένος συγγραφέας που είχε χρόνια να βγάλει βιβλίο και πόσο φίλος του Αλεσάντρο είναι; Γιατί ψάχνει τον Αλεσάντρο ένας ακροδεξιός βουλευτής; Τι ξέρει αυτός ο σκοτεινός τύπος, ο Γκαρέλα; Ερωτήματα που ανακύπτουν συνεχώς κατά την ανάγνωση του βιβλίου και απαντιούνται στη συνέχεια καθώς οδεύουμε προς την τελική εκκαθάριση της ιστορίας.

 Το βιβλίο που προχωράει με ήρεμο ρυθμό στο πρώτο του μέρος, απογειώνεται στη συνέχεια. Ο Μαμαλούκας “χτίζει” την ιστορία του, σκαλί-σκαλί, με επιμονή και προσήλωση. Κανένα από τα πολλά πρόσωπα που μπαινοβγαίνουν στην ιστορία, δεν είναι εκεί τυχαία, όλα παίζουν τον ρόλο τους και σαν καλός “μαίτρ της αγωνίας” που είναι ο συγγραφέας, μας οδηγεί προς την λύση του μυστηρίου με τέμπο και υπομονή.

Το μυθιστόρημα είναι γεμάτο ανατροπές και τις γνώριμες εμμονές του Μαμαλούκα με την λεπτομέρεια. Αυτοκίνητα αντίκες, ρολόγια, ποτά, malt whiskies, κρασιά, όλα κατονομάζονται λεπτομερώς, ενώ η μουσική το κατακλύζει απ'άκρη σ'άκρη, συνοδεύοντας τη δράση. Συμπυκνώνοντας όλα τα προηγούμενα του μυθιστορήματα σ'αυτό ο Μαμαλούκας παραδίδει στο κοινό το καλύτερο μέχρι τώρα έργο του, καθώς διαπιστώνουμε στοιχεία από την “Κοπέλα που σε λένε Φίνι” (ασφυξία, εγκλεισμός), από τον “Μεγάλο θάνατο του Βοτανικού” (βία, κυνισμός), από την  “Χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα” (η Ρώμη, οι δύο κοινοί ήρωες, η ατμόσφαιρα της Ιταλίας), από την “Μοναξιά της Ασφάλτου” (η μουσική, τα αυτοκίνητα).

Στο βιβλίο, έχει γίνει πολλή δουλειά στο υπόβαθρο και τα 5 χρόνια προετοιμασίας (όπως αναφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας στον επίλογό του) φαίνονται. Τίποτα δεν έχει αφεθεί στην τύχη, ενώ  είναι εξαιρετική η αναπαράσταση του κλίματος της δεκαετίας του '70 στις σελίδες που αναφέρονται σ'αυτή την εποχή.
Το παρελθόν καθορίζει τις πράξεις του μέλλοντος. Τα ανομολόγητα μυστικά του, θα βγουν στην επιφάνεια, ξεσκεπάζοντας μια προδοσία που έμελλε να αλλάξει τις ζωές των πρωταγωνιστών της ιστορίας που αφηγείται ο Μαμαλούκας. Και όπως συμβαίνει συνήθως στα βιβλία του, κανείς από τους ήρωές του (εκτός από κάποια δευτερεύοντα πρόσωπα) δεν θα είναι αθώος ή αναμάρτητος – κάποιοι δε, θα κουβαλάνε σε όλη τους τη ζωή, βάρη που θα πρέπει να αποτινάξουν κάποια στιγμή.

“Ο κρυφός πυρήνας των ερυθρών ταξιαρχιών” είναι ίσως το καλύτερο βιβλίο του Δημήτρη Μαμαλούκα και μια γερή υπόσχεση για το μέλλον. Ωριμότερος από ποτέ, ο έμπειρος συγγραφέας, με μυθιστορηματικούς χαρακτήρες πιο στέρεους και με καλύτερο ρυθμό από τα προηγούμενα του μυθιστορήματα, εκμεταλλεύεται τις αρετές του και ελαχιστοποιεί τις αδυναμίες του. Το κάπως βιαστικό φινάλε και ορισμένες αχρείαστες επαναλήψεις δεν ενοχλούν καθώς τον αναγνώστη κερδίζουν οι συνεχείς ανατροπές στην πλοκή και ο καλοκουρδισμένος ρυθμός του μυθιστορήματος.  Εν ολίγοις, έχουμε ένα εξαιρετικό ευρωπαϊκό μυθιστόρημα που εάν ο συγγραφέας του, δεν είχε ελληνικό ονοματεπώνυμο, θα μπορούσε να σταθεί ισάξια δίπλα στους πολύ καλούς Ιταλούς αστυνομικούς συγγραφείς που διαθέτει αυτή η χώρα.