Τετάρτη, Μαΐου 24, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαΐου 24, 2017 | Permalink
...So say goodbye, its Independence day...
Ένα είναι σίγουρο! Το εξαιρετικό μυθιστόρημα “ΗΜΕΡΑ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ” (“Independence day”), (εκδ. Πατάκη, (ωραία) μετάφρ. Θ.Σκάσσης, σελ.698), του σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα Richard Ford (1944, Jackson Mississippi),  δεν ενδείκνυται για τους λάτρεις της δράσης και της περιπέτειας. Στις περίπου 700 σελίδες του, λίγα (μάλλον ελάχιστα) συμβαίνουν, αλλά με έναν μαγικό και άψογα λογοτεχνικό τρόπο, και με “Προυστιανή” γοητεία, ο μεγάλος αυτός συγγραφέας καθηλώνει τον αναγνώστη του.

Η “Ημέρα ανεξαρτησίας” αποτελεί το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Φρανκ Μπάσκομπ και ήταν το μοναδικό βιβλίο από τα τρία που δεν είχε εκδοθεί στη γλώσσα μας καθώς την έκδοση του αριστουργηματικού Αθλητικογράφου”, ακολούθησε μετά από πολλά χρόνια η έκδοση του τρίτου μέρους, του υπέροχου “Η χώρα όπως είναι” για να συμπληρωθεί τώρα η τριλογία με την έκδοση του δεύτερου βιβλίου την “Ημέρα ανεξαρτησίας” συμπληρώνοντας το κομμάτι που έλειπε για την κατανόηση της μετάβασης του ήρωα των βιβλίων από συντάκτη αθλητικών ειδήσεων σε κτηματομεσίτη.

“Το λυπηρό φυσικά, με την ενήλικη ζωή είναι ότι διακρίνεις στον ορίζοντα να έρχονται πράγματα στα οποία δεν θα προσαρμοστείς ποτέ. Τα αναγνωρίζεις σαν προβλήματα, ανησυχείς στο έπακρο γι'αυτά, προβλέπεις, παίρνεις προφυλάξεις και κάνεις διάφορες διευθετήσεις, λέγοντας στον εαυτό σου ότι πρέπει να αλλάξεις τον τρόπο με τον οποίο έκανες μέχρι τώρα τα πράγματα. Μόνο που δεν το κάνεις. Δεν μπορείς. Κατά κάποιον τρόπο είναι ήδη πολύ αργά. Ίσως είναι κάτι ακόμα χειρότερο: ίσως αυτό που βλέπεις να έρχεται από πολύ μακριά δεν είναι πραγματικά αυτό που σε φοβίζει αλλά τα επακόλουθά του, και αυτό που φοβάσαι μήπως συμβεί έχει ήδη συμβεί. Αυτό μοιάζει στην ουσία με τη συνειδητοποίηση ότι όλοι εμείς δεν πρόκειται να ωφεληθούμε από τις σπουδαίους πρόσφατες προόδους της ιατρικής επιστήμης, ωστόσο τις επικροτούμε ελπίζοντας ότι κάποιο εμβόλιο θα είναι εγκαίρως έτοιμο και νομίζοντας ότι τα πράγματα μπορεί ακόμα να βελτιωθούν. Μόνο που και ως προς αυτό είναι πολύ αργά. Έτσι ακριβώς η ζωή μας τελειώνει πριν καν το καταλάβουμε. Και μας λείπει. Και όπως λέει ο ποιητής: "Ζωή είναι οι τρόποι που μας λείπει η ζωή". "

Βρισκόμαστε στο μέσον της δεκαετίας του '80, ο Φρανκ Μπάσκομπ είναι 44 χρονών, χωρισμένος από την Ανν, η οποία έχει ξαναπαντρευτεί και έχει πάρει μαζί της τα δύο τους παιδιά, τον προβληματικό έφηβο Πολ και την μικρότερη Κλαρίσα ζώντας σε μια μικρή πόλη της πολιτείας του Κονέκτικατ, εκείνος ζει στο μεσοαστικό και αναπτυσσόμενο Χάνταμ του Νιού Τζέρσι εξασκώντας πλέον το επάγγελμα του κτηματομεσίτη. Ο Φρανκ χάρη σε μια σειρά επιτυχημένων οικονομικών κινήσεων έχει εξασφαλίσει αρκετά χρήματα που θα του επίτρεπαν  μια πιο χαλαρή ζωή, αλλά εκείνος έχει γοητευτεί από την διαπροσωπική επαφή και την συνεχή κίνηση που έχει το νέο του επάγγελμα και προσπαθεί να το εξασκήσει όσο καλύτερα μπορεί και αρκετά επιτυχημένα μάλιστα.

Ο μυθιστορηματικός χρόνος του βιβλίου είναι το τριήμερο της μεγαλύτερης Αμερικάνικης εθνικής εορτής, της Ημέρας της Ανεξαρτησίας (4 Ιουλίου) και η “δράση” επικεντρώνεται μεταξύ Χάνταμ, Ντιπ Ρίβερ (όπου ζει η Ανν με τον νέο της σύζυγο και τα δύο παιδιά) και Κούπερστάουν όπου θα είναι ο ουσιαστικός προορισμός της εκδρομής πατέρα και γιου. Βλέποντας αυτά τα τρία σημεία σε ένα χάρτη, παρατηρούμε ότι σχηματίζουν ένα κύκλο, αντικατοπτρίζοντας την διαδρομή της αφήγησης που είναι κι αυτή κυκλική πηγαίνοντας μπρος-πίσω στον χρόνο συνδέοντας μνήμες από το παρελθόν με την τωρινή κατάσταση.

Ο Φρανκ σχεδιάζει λοιπόν να περάσει ένα διήμερο με τον γιο του, τον Πολ, πηγαίνοντάς τον να δει το μουσείο του Μπέιζμπολ στην Κουπερστάουν, ενώ στη διαδρομή θα περάσουν και από το μουσείο του Μπάσκετμπολ σε μια άλλη πόλη. Σκοπός του μέσα από αυτή την μικρή εκδρομή είναι να έρθει πιο κοντά με τον Πολ, που είναι ένας άκρως προβληματικός έφηβος, ο οποίος δημιουργεί συνεχώς θέματα με την συμπεριφορά του στο Ντιπ Ρίβερ. Πριν από τον Πολ όμως, ο Φρανκ ασχολείται με την δουλειά του προσπαθώντας να πουλήσει ένα σπίτι σε ένα ζευγάρι μεσήλικων, τους Μάρκαμ, οι οποίοι τον ταλαιπωρούν αφού δεν είναι ευχαριστημένοι με τίποτα, προσπαθεί να ξεκαθαρίσει την σχέση του με την Σάλλυ, να γράψει την μηνιαία αναφορά με την πορεία της κτηματαγοράς, να εισπράξει το νοίκι από έναν παραβατικό νοικάρη του σε ένα από τα σπίτια που διαθέτει, και άλλα πολλά.

Ο Φρανκ είναι ένας αισιόδοξος και πολύ δραστήριος άνθρωπος που βρίσκεται (όπως συνεχώς αναφέρει) στην “Υπαρξιακή περίοδο” της ζωής του (στο τρίτο βιβλίο, την “Χώρα όπως είναι” βρίσκεται στην “Μόνιμη περίοδο”) και έχει συνεχώς ερωτήματα για το ποιος πραγματικά είναι, τι θέλει από τη ζωή καθώς ηλικιακά είναι σε ένα σταυροδρόμι, για τον έρωτα, την θνητότητα, την φθορά, για την σχέση του με την πρώην σύζυγό του, για την σχέση του με την Σάλλυ με την οποία έχει συνεχή πισωγυρίσματα, για την πολιτική (είναι φανατικά Δημοκρατικός). Είναι μόνιμα σε κίνηση και σε προβληματισμό, περίπλοκος και μορφωμένος, ρομαντικός με έναν ιδιαίτερο κυνισμό, ρεαλιστής αλλά ταυτόχρονα και επιπόλαιος στις διαπροσωπικές του σχέσεις, πολύ εγωκεντρικός για να είναι καλός πατέρας (σε μια χαρακτηριστική σκηνή δεν αναρωτιέται καν που βρίσκεται ο γιος του στην εκδρομή, ενώ λείπει για ώρες σε ένα άγνωστο μέρος, προτιμώντας να φλερτάρει την μαγείρισσα του ξενοδοχείου).

“Δεν είμαι σίγουρος τι είναι αυτό που μου σφίγγει τον λαιμό: η οικειότητα του μέρους ή η ανυποχώρητη απροθυμία του να φανεί οικείο; Ακόμα μια χρήσιμη κεντρική ιδέα και άσκηση της Υπαρξιακής περιόδου, καθώς και κατάδηλο μάθημα του μεσιτικού επαγγέλματος, είναι να πάψει κανείς να εξιδανικεύει μέρη – σπίτια, παραλίες, γενέθλιες πόλεις, μια γωνία όπου κάποτε φίλησες ένα κορίτσι, έναν δρόμο απ' όπου παρέλασες, το δικαστήριο όπου βγήκε η απόφαση διαζυγίου σου μια συννεφιασμένη μέρα του Ιούλη, αλλά τώρα δεν υπάρχει ούτε ίχνος από εσένα και η ανάσα του ανέμου δεν μνημονεύει ότι εσύ υπήρξες κάποτε εκεί, ότι υπήρξε σημαντικό μέρος για σένα ή ότι υπήρξες καν. Μπορεί εμείς να νιώθουμε ότι αυτά τα μέρη θα έπρεπε, θα όφειλαν να μεταδίδουν κάτι – πάλι το ζήτημα της επιβεβαίωσης – εξαιτίας κάποιων γεγονότων που συνέβησαν κάποτε εκεί, να ανάβουν μια φλόγα ζεστασιάς για να μας εμψυχώσουν όταν έχουμε μείνει σχεδόν άψυχοι, όταν έχουμε βουλιάξει, αυτά όμως δεν ανταποκρίνονται. Τα μέρη δεν συνεργάζονται ποτέ ανταποδίδοντάς σου τον σεβασμό όταν τον έχεις ανάγκη. Στην πραγματικότητα μάλιστα, τις περισσότερες φορές σε απογοητεύουν...Το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να καταπνίξεις το δάκρυ σου, να συνηθίσεις τις ανώδυνες κρίσεις συναισθηματισμού και να τραβήξεις να βρεις ό,τι υπάρχει μπρος, και όχι πίσω. Τα μέρη δεν σημαίνουν τίποτα.”

Το μυθιστόρημα είναι ίσως το πιο υπαρξιακό του σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα, μια ανατομία του μεσοαστού μορφωμένου Αμερικανού που προβληματίζεται για την πολιτική, την κοινωνία, την οικονομία. Είναι γεμάτο από εξαιρετικούς διαλόγους, γόνιμο προβληματισμό, τρομερά ενδιαφέροντες δευτερεύοντες χαρακτήρες, καθώς και πολύ χαρακτηριστικές σκηνές της χώρας, των ανθρώπων της και της παράνοιας του εορταστικού τριημέρου. Το τελείως αποτυχημένο ταξίδι του Φρανκ με τον γιο του, που θα καταλήξει σε ένα επαρχιακό νοσοκομείο θα συμβάλλει στην απόφαση του να ασχοληθεί περισσότερο με τα παιδιά του, να τα κατανοήσει καλύτερα, όπως και να δεσμευθεί περισσότερο με την Σάλλυ, χάνοντας εν μέρει την δικιά του ανεξαρτησία.


Μυθιστόρημα αυτογνωσίας και αναζήτησης, η “Ημέρα ανεξαρτησίας” είναι ένα σπουδαίο Αμερικανικό μυθιστόρημα, μεγάλης πνοής και ψυχής, γεμάτο από αλησμόνητες εικόνες και θαυμάσιες περιγραφές. Στα βιβλία του Φορντ δεν υπάρχουν οι εντάσεις, δεν υπάρχουν στιγμές ιλιγγιώδους δράσης, όλα συμβαίνουν υπαινικτικά και υποδόρια, πολύ ουσιαστικά όμως και καίρια. Οι διάλογοι του Φρανκ με τις γυναίκες της ζωής του (την Ανν και εν προκειμένω την Σάλλυ με την οποία τον βρίσκουμε στη “Χώρα όπως είναι” παντρεμένο αλλά και ξανά παρατημένο), ξεκινάνε απλά και με στοιχεία καθημερινότητας για να εξελιχθούν σε μάχες εκ του συστάδην, σε μπρα-ντε-φερ που τσακίζουν.


Η “Ημέρα ανεξαρτησίας” είναι ένα εκπληκτικό βιβλίο που χρειάζεται όμως την υπομονή του αναγνώστη και την “υποταγή” του στον ρυθμό που επιβάλλει ο συγγραφέας. Στο τέλος θέλεις κι άλλο, νιώθεις ότι ο Φρανκ Μπάσκομπ είναι ένας δικός σου άνθρωπος – καθόλου ο bigger than life συνήθης ήρωας των “μεγάλων” μυθιστορημάτων, των αποκαλούμενων και “magnum opus”, ούτε ο “άνθρωπος της διπλανής πόρτας”, αλλά ο προβληματισμένος και σε διαρκή αναζήτηση άνθρωπος του Δυτικού κόσμου, που θα πρέπει να διαχειριστεί τις δικές του μεγάλες προσωπικές κρίσεις, την κάποιες φορές αφόρητη, κάποιες φορές ευχάριστη καθημερινότητά του, άλλοτε επιτυχημένα, συχνότερα βέβαια αποτυχημένα, σε μια αναγνωστική εμπειρία ολκής.


 
Τετάρτη, Μαΐου 10, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαΐου 10, 2017 | Permalink
Περιστέρια στη χλόη
“...σαν περιστέρια στη χλόη, αντιμετώπιζαν κάποιοι στοχαστές του πολιτισμού τους ανθρώπους, καθώς πάσχιζαν να τονίσουν το άσκοπο και φαινομενικά τυχαίο της ανθρώπινης ύπαρξης, να ελευθερώσουν τον άνθρωπο από τον Θεό, για να τον αφήσουν ανεμπόδιστο να φτερουγίσει στο τίποτα, δίχως σκοπό, δίχως αξίες, ελεύθερο και απειλούμενο από ξόβεργες, βορά στον χασάπη, όμως περήφανο για την υποτιθέμενη, από Θεό και θεϊκή καταγωγή, ελευθερία του, που δεν οδηγεί πουθενά αλλού παρά στην αθλιότητα και το τίποτα.”

Έξοχο δείγμα της μεταπολεμικής Γερμανικής λογοτεχνίας, αποτελεί το μυθιστόρημα “ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΣΤΗ ΧΛΟΗ” (“Tauben im gras”), του πολύ σημαντικού (και άγνωστου στη χώρα μας) συγγραφέα Wolfgang Koeppen (Γκράιφσβαλντ,Πομερανία 1906 – Μόναχο 1996), (εκδ. Κριτική, μετάφραση και επίμετρο Βασ. Τσαλής, σελ. 318), το οποίο πρωτοεκδόθηκε στην Γερμανία το 1951 και είναι το πρώτο (και μάλλον γνωστότερο), βιβλίο της “Τριλογίας της αποτυχίας”, με τα “Θερμοκήπιο” (1953) και “Ο θάνατος στη Ρώμη” (1954) να ακολουθούν.


Τα “Περιστέρια στη χλόη” είναι ένα μυθιστόρημα πολυφωνικό και πολυπρισματικό που εκτυλίσσεται μια ημέρα του Φεβρουαρίου 1951 στο Μόναχο. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη πλοκή, ενώ παρελαύνουν δεκάδες χαρακτήρες / φωνές ωσάν να βρίσκονται σε μια θεατρική σκηνή και το φως να πέφτει πάνω στον εκάστοτε αφηγητή, ο οποίος παρεμβαίνει και παίρνει τον λόγο.
Από όλα αυτά τα πρόσωπα που κινούνται στο μεταπολεμικό ρημαγμένο Μόναχο αυτής της κρύας μέρας του Φεβρουαρίου, επτά ξεχωρίζουν περισσότερο στην τριτοπρόσωπη αφήγηση, η οποία εναλλάσσεται με εσωτερικό μονόλογο, που έχει επιλέξει ως ύφος ο συγγραφέας – ο φακός ή ο φωτισμός στέκεται περισσότερο σ' αυτούς, στις ιστορίες τους, στην “ξεχωριστή ημέρα τους”.

Τα επτά πρόσωπα που φέρνει ο συγγραφέας εγγύτερα στον αναγνώστη διευκολύνοντας την ροή του βιβλίου είναι:

Ο Φίλιππος και η Εμίλια, ένα ιδιότυπο ζευγάρι, όπου εκείνος είναι ένας μοναχικός συγγραφέας, ο οποίος είναι ανίκανος να διαχειριστεί οτιδήποτε, από την σχέση του, μέχρι μια συνέντευξη που πρέπει να πάρει από έναν Αμερικανό ποιητή, που επισκέπτεται την πόλη. Χαμένος στη σκέψη του, στις μονομανίες του και στην ανασφάλειά του, σκοτώνει τον χρόνο του, χωρίς ουσιαστικά να κάνει τίποτα (οι κριτικοί εντόπισαν από την αρχή ένα alter-ego του συγγραφέα). Από την άλλη, η σύντροφός του, Εμίλια κληρονόμος μιας κάποτε πλούσιας οικογένειας με πολλά ακίνητα τα οποία είτε έχουν χάσει τελείως την αξία τους λόγω του καλπάζοντος πληθωρισμού, είτε έχουν ισοπεδωθεί από τους βομβαρδισμούς, “σκοτώνει” στους αντικέρ όποιο πολύτιμο αντικείμενο της έχει μείνει, για να μπορέσουν να περάσουν μερικές ημέρες με τον Φίλιππο.

Ο Οδυσσέας Κότον και ο Γιόζεφ ο αχθοφόρος του, ένας μαύρος Αμερικανός στρατιώτης που κινείται συνεχώς με ένα ραδιόφωνο ανοιχτό και δεν διστάζει να εμπλακεί σε τυχερά παιχνίδια, να τσακώνεται επιδεικνύοντας την φυσική του ρώμη και ο γηραιός βαστάζος που συνδέει τον παλαιό κόσμο με τον καινούργιο, ζώντας κι αυτός με αναμνήσεις πολέμων και αγώνων για επιβίωση. Ο Οδυσσέας Κότον είναι νικητής και κυρίαρχος στη νέα κατάσταση, και φροντίζει να το δείχνει σε κάθε του κίνηση, ο Γιόζεφ θα χάσει τη ζωή του άδικα αλλά και ως σημάδι της εποχής που αλλάζει.

Ο Ουάσιγκτον Πράις και η Κάρλα αυτό το “αταίριαστο” και χαρακτηριστικό ζευγάρι. Εκείνος ένας μαύρος στρατιώτης, κάποτε σπουδαίος αθλητής που υπηρετεί την θητεία του στο Μόναχο, εκείνη μια γυναίκα που προσπαθεί να πιαστεί από κάπου για να ζήσει. Ο Ουάσιγκτον είναι ο μοναδικός θετικός χαρακτήρας στο βιβλίο, κλασσικός αφελής Αμερικανός που βγαίνει πρώτη φορά έξω από το χωριό του και ερωτεύεται μια γυναίκα που εν πολλοίς αδιαφορεί γι' αυτόν αλλά του προσφέρεται λόγω ανέχειας, κάνει όνειρα να την πάρει μακριά στο Παρίσι και να ανοίξουν ένα μαγαζί που "όλοι θα είναι ευπρόσδεκτοι", κι εκείνη χαμένη στις ανασφάλειές της, χήρα πολέμου με ένα μικρό αγόρι που αλητεύει συνεχώς, μένει έγκυος από τον μαύρο στρατιώτη, και από τη μια προσπαθεί να “ξεφορτωθεί” το έμβρυο από την άλλη δεν θέλει να χάσει και τον ευεργέτη της.

Τέλος, ο Έντουιν, ο διάσημος Αμερικανός ποιητής που έχει φθάσει στην πόλη για μια διάλεξη. Χαρακτήρας καθαρά συμβολικός που με τις σκέψεις του, τις κινήσεις του και τελικά την αποτυχημένη του προσπάθεια να μιλήσει σε ένα χαλασμένο μικρόφωνο ανήμπορος να ακουστεί ή να επικοινωνήσει με το κοινό του, καταδεικνύει την ειρωνεία και την ματαιότητα του πνεύματος μπροστά στα ερείπια που άφησε πίσω του ο πόλεμος.

“Το σκηνικό προοριζόταν για τραγωδία, όμως αυτό που διαδραματιζόταν στο προσκήνιο, στο παλκοσένικο της Ιστορίας, οι παγκόσμιες διεργασίες, ήταν προς το παρόν μια κωμωδία.”

Γύρω τους, κινούνται, συναντιούνται στον δρόμο κατά τύχη μαζί τους, προσπερνάνε ο ένας τον άλλον, άνθρωποι κάθε είδους, που προσδίδουν την δική τους σημασία στο μυθιστόρημα. Η νεαρή Αμερικανίδα εκπαιδευτικός Κέι, ρομαντική και αφελής, γεμάτη ερωτήματα για τη ζωή, για τον έρωτα, οι δύο θεατρίνοι, ο Αλέξανδρος και η Μεσσαλίνα με τα συνεχή πάρτυ, το παιδί τους, η μικρή Χιλεγόνδη με την θρησκόληπτη γκουβερνάντα της Έμι, τα δύο παιδιά, ο Έζρα και ο Χάιντς  (γιός της Κάρλα), τόσο διαφορετικά αλλά και τόσο ίδια, που ένα αδέσποτο σκυλί γίνεται η αιτία συνάντησής τους, η κυρία Μπέρεντ, η μητέρα της Κάρλα που ζει με τις αναμνήσεις των “ωραίων ημερών του Εθνικοσοσιαλισμού” και ο Ρίτσαρντ, ο αμερικανός συγγενής που την ψάχνει και πολλοί άλλοι.

Ο Κέπεν περιγράφει με ολοζώντανα χρώματα, μια πόλη σε ανοικοδόμηση και μια κοινωνία σε αποσύνθεση. Η απελπισία ξεχειλίζει σε ένα χάος γεμάτο εικόνες, μια ατμόσφαιρα ζοφερή (παρακμιακή), σε μια “κατακτημένη χώρα”, όπου από τη μια, οι κάτοικοι προσπαθούν να επιβιώσουν με κάθε δυνατό τρόπο, κομπίνες, πορνεία, ξεπούλημα περιουσιών, διευκολύνσεις σε ξένους και από την άλλη, αρκετοί ονειρεύονται τις “παλιές καλές μέρες”, δεν έχουν σε τίποτα, να αρχίσουν να τραγουδούν ναζιστικούς ύμνους και να αισθάνονται προδομένοι και αδικημένοι. Ο συγγραφέας ειρωνεύεται την “αποναζιστικοποίηση”, αντιπαραβάλλει τις διώξεις των Εβραίων κατά τη Χιτλερική περίοδο με τις απαγορεύσεις που υφίστανται οι μαύροι στις Η.Π.Α., είναι απαισιόδοξος και μεταφέρει αυτό το κλίμα στον αναγνώστη.

Η σύνθετη μοντερνιστική δομή του μυθιστορήματος στην αρχή ξενίζει με τις πάνω από 100 μικρές ενότητες, όπου η μία παρεμβάλλεται μέσα στην άλλη, αλλά μ' αυτή την τεχνική σαν το κινηματογραφικό μοντάζ, εισχωρείς βαθιά μέσα στο μυθιστόρημα γίνεσαι συμμέτοχος της δράσης και της ροής της αφήγησης. Ο Κέπεν χρησιμοποιεί με ιδανικό τρόπο τις επιρροές του από τον Ντέμπλιν, τον Τζόις και τον Ντος Πάσος, ενώ η Καφκική ατμόσφαιρα ασφυξίας που δημιουργεί  είναι υπνωτιστική και σαγηνευτική.

Τα “Περιστέρια στη χλόη” είναι ένα μικρό αριστούργημα, ένα θαυμάσιο βιβλίο που μας γνωρίζει έναν δημιουργό που θεωρείται από τους σπουδαιότερους Γερμανούς πεζογράφους με μια ενδιαφέρουσα ζωή που περιγράφεται στο πλήρες και κατατοπιστικότατο επίμετρο, με το οποίο ο μεταφραστής Βασίλης Τσαλής, ολοκληρώνει την εξαιρετική δουλειά που έκανε με την μετάφραση του, η οποία, αποδίδει υπέροχα το ύφος του συγγραφέα σε αυτή την πολύ φροντισμένη έκδοση της Κριτικής.

“Είχαν σώσει τη ζωή τους, μια άχρηστη ύπαρξη, είχαν κουρνιάσει λυπημένοι σε χωριουδάκια, σε οροπέδια και κοιλάδες, σε καταφύγια και αγροκτήματα, ο αέρας καθάρισε από τον καπνό, αφουγκράζονταν τους εκσκαφείς, που εφορμούσαν στα ερείπια, αφουγκράζονταν από μακριά, εξόριστοι από τη Νινευή, τη Βαβυλώνα, τα Σόδομα, πόλεις αγαπημένες, εστίες θαλπωρής, φυγάδες σε καταναγκαστικό παραθερισμό, άφραγκοι τουρίστες, τους οποίους οι ντόπιοι αντιμετώπιζαν με καχυποψία, νοσταλγοί των πατρογονικών τους εστιών. Επέστρεψαν στα σπίτια τους, οι μπάρες ανασηκώθηκαν, το μισητό διάταγμα για την εσωτερική μετανάστευση έπεσε, ήρθησαν οι αποκλεισμοί, κοαμοσυρροή, πλημμυρίδα, ο πήχης ανέβηκε Η ΠΟΛΗ ΣΤΟ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, ΟΙ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ. Ήταν ξανά στα σπίτια τους, τακτοποιήθηκαν, στριμώχτηκαν ο ένας κοντά στον άλλον, εξαπάτησαν ο ένας τον άλλον, παζάρεψαν, δημιούργησαν, έκτισαν, θεμελίωσαν, γέννησαν, κάθισαν στις παλιές ταβέρνες, ανάσαναν τον οικείο μπαγιάτικο αέρα, περιεργάστηκαν τη γειτονιά τους, το νυφοπάζαρο, είδαν την άσφαλτο να ξαναστρώνεται στα σοκάκια, γέλια και καβγάδες και το ραδιόφωνο του γείτονα, πέθαναν στο κρατικό νοσοκομείο, μεταφέρθηκαν από το γραφείο κηδειών στο νεκροταφείο, στο νοτιοανατολικό σταυροδρόμι, υπό τον ήχο της κόρνας του τραμ, πνιγμένοι στην αιθαλομίχλη, ευτυχισμένοι στον τόπο τους. ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΥΠΕΡΒΟΜΒΑΡΔΙΣΤΙΚΑ ΣΤΑΘΜΕΥΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ."






 
Τετάρτη, Μαΐου 03, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαΐου 03, 2017 | Permalink
Το χάσμα του χρόνου
“Περασμένα τα πενήντα, μαθαίνουμε με έκπληξη
και μια αίσθηση
αυτοκτονικής άφεσης αμαρτιών
πως αυτά που σκοπεύαμε αλλά αποτύχαμε
δεν θα μπορούσαν ποτέ να γίνουν -
και πρέπει να ξαναγίνουν καλύτερα.”
“Για τον Σέρινταν”, Ρόμπερτ Λόουελ

Με αφορμή τη συμπλήρωση 400 χρόνων από τον θάνατο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, το Hogarth Shakespeare project (δημιουργία της Βιρτζίνια Γουλφ) σε συνεργασία με τον εκδοτικό οίκο Penguin, προσκάλεσε κάποιους γνωστούς Αγγλοσάξονες ως επί το πλείστον συγγραφείς, να μεταγράψουν ή να εμπνευστούν από κάποιο θεατρικό έργο του μεγάλου δημιουργού, γράφοντας ένα μυθιστόρημα με το προσωπικό τους ύφος. Η εξαιρετική Αγγλίδα συγγραφέας Jeanette Winterson (Manchester,1959), ήταν η πρώτη που ξεκίνησε αυτή την συγγραφική σκυταλοδρομία, επιλέγοντας το “Χειμωνιάτικο παραμύθι” (ένα από τα λιγότερο αιματοβαμμένα έργα του Σαίξπηρ), μεταλλάσσοντάς το σε ένα εκπληκτικό και ταυτόχρονα πολύ συναρπαστικό μυθιστόρημα, με τίτλο “ΤΟ ΧΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ” (“The gap of time”), (εκδ. Μεταίχμιο, μετάφρ. Μ.Γκανά, σελ.381).


Το έργο του Σαίξπηρ διαδραματίζεται στην Σικελία σε ακαθόριστη εποχή. Ο Λεόντιος βασιλιάς της Σικελίας υποψιάζεται ότι η σύζυγός του Ερμιόνη διατηρεί ερωτική σχέση με τον αδερφικό του φίλο, Πολύξενο, βασιλιά της Βοημίας ο οποίος φιλοξενείται εδώ και καιρό στο παλάτι του πρώτου. Έχει δε την βεβαιότητα ότι το παιδί που ετοιμάζεται να φέρει στον κόσμο η Ερμιόνη είναι του Πολύξενου. Διατάζει λοιπόν τον πιστό του υπηρέτη Καμίλο να δηλητηριάσει τον Πολύξενο, αλλά ο Καμίλο προειδοποιεί το υποψήφιο θύμα, ο οποίος το σκάει παίρνοντάς τον μαζί του. Ο Λεόντιος εξαγριώνεται και φυλακίζει την Ερμιόνη παρά τις διαμαρτυρίες της αριστοκράτισσας οικογενειακής φίλης Παυλίνας.
Η Ερμιόνη γεννάει μια κόρη, που την ονομάζει Περντίτα, και ο Λεόντιος αποκληρώνει το παιδί ως νόθο, διατάζοντας τον θάνατό του. Η Παυλίνα όμως καταφέρνει να πείσει τον Λεόντιο ότι το παιδί, πρέπει να μεταφερθεί σε έναν μακρινό τόπο, και να αφεθεί στη τύχη του. Την αποστολή αναλαμβάνει ο σύζυγος της Παυλίνας, Αντίγονος ο οποίος πηγαίνει το παιδί στην Βοημία, όμως σκοτώνεται στην διάρκεια της αποστολής και το παιδί σώζεται από δύο βοσκούς οι οποίοι μεγαλώνουν το μωρό σαν δικό τους. Πίσω στη Σικελία, κατά τη διάρκεια της δίκης της Ερμιόνης, ένας αγγελιαφόρος ανακοινώνει στον εμβρόντητο Λεόντιο ότι ο μοναχογιός τους Μαμίλιος είναι νεκρός. Με το άκουσμα της είδησης, η Ερμιόνη καταρρέει και πεθαίνει, ενώ ο Λεόντιος μετανιώνει.
Δεκαέξι χρόνια αργότερα τα πράγματα θα αλλάξουν, η Περντίτα έχει μεγαλώσει και η ιστορία της θα πάρει άλλη τροπή.

"Είναι ένα έργο για ένα εγκαταλειμμένο παιδί. Κι εγώ είμαι ένα τέτοιο. Είναι ένα έργο για τη συγχώρεση και έναν κόσμο πιθανών μελλόντων - και για το πως η συγχώρεση και το μέλλον είναι δεμένα μεταξύ τους και από τις δυο πλευρές. Ο χρόνος είναι αναστρέψιμος."

Η Γουίντερσον (η οποία σαν την Περντίτα υιοθετήθηκε μόλις ενός έτους από το ζεύγος Γουίντερσον και μεγάλωσε στο Λανκασάιρ), παίρνει αυτό το πολύ ωραίο έργο και κυριολεκτικά του αλλάζει τα φώτα δημιουργώντας ένα έξοχο και πολύ σύγχρονο μυθιστόρημα χωρίς να τροποποιήσει τη βασική του δομή.
Ο Λίο είναι ιδιοκτήτης μιας πολύ επιτυχημένης χρηματιστηριακής εταιρίας, παντρεμένος με την ΜίΜι που είναι διάσημη τραγουδίστρια, ενώ ο κολλητός του από τα χρόνια του κολλεγίου, ο αμφιφυλόφιλος Ξένης (ο πλέον ενδιαφέρων χαρακτήρας του μυθιστορήματος), είναι κατασκευαστής ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Ο Λίο υποψιάζεται ότι η έγκυος ΜίΜι διατηρεί ερωτικό δεσμό με τον Ξένη, και ότι το παιδί που θα φέρει στον κόσμο είναι του φίλου του. Όταν γεννιέται το κορίτσι και το ονομάζουν Περντίτα, αυτή η σκέψη τού γίνεται εμμονή, και αποφασίζει να στείλει το νεογέννητο στον Ξένη, ο οποίος μένει μόνιμα με την οικογένειά του στην μικρή πόλη Βοημία του Αμερικάνικου Νότου κι εκείνος μαζί με τον μοναχογιό του, τον Μάιλο να φύγουν μακριά. Αναθέτει λοιπόν στον κηπουρό του, τον Τόνι να πάει από το Λονδίνο στις ΗΠΑ μαζί με 50.000 δολάρια και να παραδώσει την Περντίτα στον Ξένη. Στο αεροδρόμιο, ο Μάιλο χάνεται και βρίσκει τραγικό θάνατο, ο δε Τόνι φθάνοντας στην Βοημία, δολοφονείται από δύο κακοποιούς οι οποίοι είχαν δει ότι κουβαλούσε πολύ χρήμα μαζί του. Πριν τον θάνατό του, όμως, βλέποντας ότι κάποιοι τον ακολουθούν, είχε φροντίσει να αφήσει το μωρό σε μια βρεφοδόχο μαζί με τα χρήματα. Την όλη σκηνή παρακολουθούν από μακριά δύο μαύροι, ο Σεπ με τον αφελή γιο του Κλο, οι οποίοι παίρνουν το μωρό από την βρεφοδόχο για να το σώσουν, χωρίς να γνωρίζουν ότι μέσα στις πάνες βρίσκεται και ένα σημαντικό χρηματικό ποσόν που θα τους αλλάξει τη ζωή. Πίσω στην Αγγλία, η ΜίΜι μαθαίνοντας τα νέα του θανάτου του Μάιλο και της εξαφάνισης της νεογέννητης κόρης της, καταρρέει και πέφτει σε κώμα.

17 χρόνια αργότερα, η Περντίτα είναι μια όμορφη κοπέλα που ζει με τον Σεπ, τον οποίο αναγνωρίζει ως πατέρα της. Έχει εξαιρετική φωνή και με το μικρό της γκρουπ παίζουν κάποια τραγούδια στο μπαρ που έχει ανοίξει εδώ και χρόνια ο Σεπ. Κατά τη διάρκεια της βραδιάς θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί ένα νεαρό που αποδεικνύεται ότι είναι ο γιος του Ξένη, ο οποίος εμφανιζόμενος αργότερα θα αποκαλύψει την πραγματική ταυτότητα της χαμένης κόρης. Η Περντίτα αποφασίζει να μάθει τι έχει ακριβώς συμβεί, ποια είναι και που βρίσκονται οι βιολογικοί γονείς της.

“Το γήρας έρχεται απότομα. Είναι σαν να κολυμπάς στα ανοιχτά της θάλασσας και να συνειδητοποιείς ότι η ακτή στην οποία κατευθύνεσαι δεν είναι αυτή από την οποία ξεκίνησες.”

Η Γουίντερσον χωρίς να ξεφεύγει από την βασική δομή της ιστορίας, πραγματοποιεί κάτι πολύ δύσκολο και ταυτόχρονο ιδιαίτερα θαυμαστό. Οι αρχετυπικοί Σαιξπηρικοί χαρακτήρες είναι εδώ, αποδεικνύοντας ότι οι βασικές ανθρώπινες δομές δεν αλλάζουν, ενώ οι έννοιες όπως η συγχώρεση και η οδύνη, η τραγωδία του ερωτικού πάθους, η αταβιστική ζήλεια, η ανάγκη για αγάπη και τρυφερότητα παραμένουν ίδιες, τόσο παλιές και τόσο σύγχρονες ταυτόχρονα.

Το “Χάσμα του χρόνου” είναι ένα βέβαια (και πάνω απ' όλα) ένα αυτόνομο μυθιστόρημα που διαβάζεται απνευστί, συναρπαστικό και σαγηνευτικό. Η έξοχη Γουίντερσον μετά το δεύτερο μέρος του έργου, ουσιαστικά απελευθερώνεται από τα “δεσμά” της Σαιξπηρικής ιστορίας, εισάγοντας στοιχεία που ενδυναμώνουν την ιστορία της σε συνδυασμό με ψυχαναλυτικά δεδομένα, γύρω από τις σχέσεις κάποιων εκ των ηρώων της ιστορίας (όπως των κάποτε κολλητών και περιστασιακών εραστών Λίο-Ξένη). Η σχέση του Ξένη με την ΜίΜι, η ποίηση του Ζεράρ ντε Νερβάλ, το ποιητικό ηλεκτρονικό παιχνίδι με τίτλο “Το χάσμα του χρόνου” βασισμένο σε ένα ποίημα που απαγγέλει η ΜίΜι, ο Σεπ που αποδεικνύεται ήρωας “bigger than life”, ο Λίο που μετανιώνει και γίνεται πάλι ανθρώπινος, όλα αυτά σε ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα, με το οποίο περνάς θαυμάσια.

“Πρόκειται για μια “παλιά ιστορία”, για ένα παραμύθι. Στα παραμύθια όμως η απειλή συνήθως προέρχεται από έναν εξωγενή παράγοντα – έναν δράκο ή έναν στρατό ή έναν κακό μάγο. Ο Σαίξπηρ, προλαβαίνοντας τον Φρόιντ, τοποθετεί την απειλή εκεί που βρίσκεται στ' αλήθεια: μέσα μας.”





 
Τετάρτη, Απριλίου 26, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Απριλίου 26, 2017 | Permalink
2084, το τέλος του κόσμου
Μια δυστοπία για ένα φρικιαστικό μέλλον περιγράφει με δυναμισμό ο Γαλλοαλγερίνος συγγραφέας Boualem Sansal (Αλγερία,1949), στο εξαιρετικά ενδιαφέρον, αλλά μάλλον άνισο μυθιστόρημά του, “2084, το τέλος του κόσμου” (εκδόσεις Διάμετρος, μετάφρ. Ανθή Ξενάκη, σελ.358), το οποίο ισορροπεί μεταξύ κριτικού δοκιμίου για τον θρησκευτικό φανατισμό και μυθοπλασίας για ένα όχι τόσο απίθανο μέλλον γεμάτο με Θεοκρατία και (τι άλλο;) καταπίεση.

“Η θρησκεία μπορεί να σε κάνει να αγαπήσεις τον Θεό, τίποτε όμως δεν έχει τέτοια ικανότητα ώστε να σε κάνει να απεχθάνεσαι τον άνθρωπο και να μισείς την ανθρωπότητα.”

Η δομή του βιβλίου ακολουθεί αυτή του Οργουελιανού “1984”. Το 2084 είναι ο χρόνος που άλλαξε ο κόσμος, εξαφανίστηκε ο παλιός και ξεκίνησε ο καινούργιος. Ο μυθιστορηματικός χρόνος του βιβλίου είναι ακαθόριστος, αρκετά χρόνια πάντως μετά το σημείο μηδέν (το 2084 δηλαδή, που κανείς δεν γνωρίζει τι ακριβώς σημαίνει). Στην αχανή αυτοκρατορία του Αμπιστάν, ηγεμόνας είναι ο προφήτης Άμπι, από τον οποίο πήρε το όνομά του το κράτος, ο οποίος θεωρείται ο απεσταλμένος του Γιαλάχ επί της γης. Στο ιερό βιβλίο, το Γκαμπούλ, περιγράφονται όλα, πως ο Άμπι είναι ο Εκλεκτός και οι πιστοί πρέπει να ακολουθούν ότι είναι γραμμένο μέσα σ'αυτό.


Στα σύνορα οι μάχες συνεχίζονται εναντίον ενός αόρατου εχθρού που κανείς δεν βλέπει ποτέ, και κανείς δεν ξέρει. Ο αντίπαλος για όλους και σημείο αναφοράς ως το απόλυτο κακό, είναι ο Μπαλίς ο Αποστάτης, αλλά τι ακριβώς πρεσβεύει ο Μπαλίς αποτελεί μυστήριο. Το κράτος ως αυστηρά θεοκρατικό, υποχρεώνει τους υπηκόους του στην απόλυτη και άνευ ερωτηματικών πίστη, ενώ δίδονται διάφορα μπόνους, σε όποιον καρφώσει πιο αποτελεσματικά τον διπλανό του, τον γείτονά του, την οικογένειά του την ίδια. Ο άτυχος που θα συλληφθεί, θα εκτελεστεί δια λιθοβολισμού ή αποκεφαλισμού, στην πλατεία ή στο γήπεδο ενώπιον του εκστασιασμένου κοινού.

Ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο Ατί, που νοσηλευόταν αρκετά χρόνια ως φυματικός, σε ένα σανατόριο χωμένο μέσα στα βουνά, όπου οι άνθρωποι αφήνονταν να πεθάνουν. Ο Ατί ως εκ θαύματος, θεραπεύεται και επιστρέφει μετά από ένα μακρύ ταξίδι στην πρωτεύουσα Κοντζαμπάντ, όπου επανέρχεται στην δουλειά του, η δε ίασή του θεωρείται ως σημάδι εύνοιας του Γιαλάχ.
Ο Ατί όμως έχοντας δει διάφορα περιστατικά μέσα στο σανατόριο και στην μεγάλη του πορεία προς την πρωτεύουσα στην επιστροφή, διαθέτοντας δε,  χρόνο κατά την θεραπεία του να σκεφτεί, αναρωτιέται για πολλά, προβληματίζεται για το ποιοι είναι οι θεωρούμενοι ως εχθροί του καθεστώτος, μαθαίνει και για κάποιους αποκαλούμενους ως αποστάτες που ζουν σε ένα γκέτο και κάνει προσπάθειες να ενημερωθεί όσο γίνεται περισσότερο.

“Δεν το 'χε σκεφτεί ποτέ του, αν όμως τον ρωτούσαν, θα απαντούσε ότι όλοι οι Αμπιστανοί έμοιαζαν μεταξύ τους, ότι ήταν σαν κι αυτόν, σαν τους ανθρώπους της γειτονιάς του στο Κοντζαμπάντ, τα μόνα ανθρώπινα όντα που είχε δει ποτέ του. Κι όμως, να που αποτελούσαν ένα τεράστιο πλήθος, τόσο ανομοιογενές, ώστε τελικά ο καθένας ήταν από μόνος του ένας κόσμος, μοναδικός, ανεξιχνίαστος, πράγμα που κατά κάποιον τρόπο ακύρωνε την έννοια του λαού, ενιαίου και γενναίου, φτιαγμένου από πανομοιότυπα αδέλφια. Ο λαός ήταν λοιπόν κάτι θεωρητικό, ακόμη μια θεωρία, αντίθετη στην αρχή της μοναδικότητας του ανθρώπου, που αποκρυσταλλώνεται στη σημασία που έχει το άτομο, το κάθε άτομο. Ήταν σαγηνευτικό και ενοχλητικό. Τι ήταν λοιπόν ο λαός;”

Η περιέργειά του αυτή θα τον οδηγήσει σε επικίνδυνα μονοπάτια. Τα πάντα στο Αμπιστάν καλύπτονται από ένα πέπλο μυστικοπάθειας και φόβου, οι άνθρωποι δεν μιλάνε, δεν εκφράζονται. Ο Ατί, θα βρει ένα συνάδελφό του, ο οποίος έχει τις ίδιες απορίες, και μαζί θα σχεδιάσουν ένα ταξίδι για να βρουν απαντήσεις στα καίρια ερωτήματά τους, στην ιερή πόλη, την Αμπικύβ, την πόλη του Θεού, όπου βρίσκονται τα παλάτια και οι επαύλεις των αξιωματούχων σε μια πόλη λαβύρινθο, ένα μέρος χαοτικό όπου ο κίνδυνος παραμονεύει σε κάθε γωνία. Αυτό το ταξίδια αναζήτησης και αυτογνωσίας, αυτή η μακρά πορεία του Ατί είναι η καρδιά και η ουσία, της ιστορίας του μυθιστορήματος.


Το βιβλίο γραμμένο με δυναμισμό και πολύ χιούμορ, περιγράφει έναν εφιαλτικό κόσμο όπου υπάρχει ένα καθεστώς που θα μπορούσε να είναι το κράτος του ISIS, μια Ισλαμική δικτατορία, με μια δομή που θυμίζει την ΕΣΣΔ ή την Κίνα του Μάο (η απαγορευμένη, ιερή πόλη παραπέμπει ευθέως στο Πεκίνο), ενώ στο μάλλον πιο ευρηματικό του σημείο ο Σανσάλ τοποθετεί εντός πλαισίου και ένα κατεστραμμένο μουσείο σαν το Λούβρο, κλείνοντας το μάτι στον αναγνώστη ότι ενδέχεται η πόλη να ήταν κάποτε το Παρίσι! Η νομενκλατούρα του καθεστώτος, η παρανοϊκή γραφειοκρατία, ο φόβος στα μάτια των πολιτών, η ανυπαρξία των γυναικών που θεωρούνται “κατώτερο είδος” θα μπορούσε να είναι η περιγραφή μιας Αφγανικής αυτοκρατορίας ή ενός Ισλαμικού κράτους που έχει κυριαρχήσει πάνω στη γη.

Το μυθιστόρημα του Σανσάλ, χωρίς να είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο – ακολουθεί άλλωστε στη δομή και στη φιλοσοφία, το ανυπέρβλητο 1984 του Όργουελ, έχοντας πολλαπλές έμμεσες αναφορές σ' αυτό – πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα την προβληματική που αναπτύσσει ο Ουελμπέκ στην εξαιρετική “Υποταγή του, μόνο που εκεί που ο πανέξυπνος Γάλλος επιτυγχάνει, στην μυθοπλαστική εξέλιξη της ιστορίας, ο Σανσάλ δείχνει αμήχανος και “στεγνός”. Η περιγραφή του κράτους και τα ερωτήματα του Ατί περιγράφονται θαυμάσια, αλλά απουσιάζει η ιστορία, ο μύθος.


Το βιβλίο (το οποίο τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο Μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας για το 2015 και επιλέχθηκε ως το καλύτερο της χρονιάς από το περιοδικό Lire), έχει εξαιρετική σάτιρα και χιούμορ, ενώ μερικές σκηνές του, είναι ιδιαίτερα ευρηματικές, αλλά, πάσχει από τα συνήθη προβλήματα που χαρακτηρίζουν τις δυστοπίες ή τα μυθιστορήματα επιστημονικής (ή και πολιτικής) φαντασίας. Δίδεται υπερβολική έμφαση στα τεχνικά χαρακτηριστικά, στην περιγραφή του καθεστώτος, την πολιτική και κυβερνητική δομή, του κόσμου γενικότερα, με πολλές λεπτομέρειες, και έτσι, μένουν σε δεύτερο πλάνο, οι διάλογοι, η εξέλιξη της ιστορίας, η ανάπτυξη των χαρακτήρων που είναι υποτυπώδης. Διαβάζεται όμως με μεγάλο ενδιαφέρον λόγω της εξαιρετικής ικανότητας του συγγραφέα στην περιγραφή ενός εφιαλτικού κόσμου, ενός μέλλοντος απόλυτα θεοκρατικού και αυταρχικού που (ποιος ξέρει;) δεν φαντάζει και τόσο απίθανο.


 
Τρίτη, Απριλίου 18, 2017
posted by Librofilo at Τρίτη, Απριλίου 18, 2017 | Permalink
Γκαγκάριν, ο κόσμος από χαμηλά
Τι κοινό έχουν ο Γιούρι Γκαγκάριν με τον Νίκο Τριανταφυλλίδη; Ο Μάνος Χατζηδάκις με την Τζούλια Αλεξανδράτου; Ο Γιάννης Φλωρινιώτης με τον Ανδρέα Εμπειρίκο; Ο Χάρρυ Κλυν με τον Αλέξανδρο Λυκουρέζο; Ο Κώστας Γκουζγκούνης και η Τίνα Σπάθη με τον Τέρυ Χρυσό; Αυτοί και άλλοι πολλοί είναι οι ήρωες/πρωταγωνιστές, πρωτεύοντες ή δευτερεύοντες, του ωραιότατου νέου βιβλίου του Πέτρου Τατσόπουλου (Ρέθυμνο Κρήτης, 1959), με τίτλο “ΓΚΑΓΚΑΡΙΝ, ο κόσμος από χαμηλά” (εκδόσεις Οξύ, σελ. 379).


Ο Πέτρος Τατσόπουλος είναι μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, είτε ως πολιτικός, είτε ως συγγραφέας. Μπορείς να πεις πολλά για τις πολιτικές παρεμβάσεις του, για τις δηλώσεις του, αλλά δε μπορεί κανείς να αμφιβάλλει για την αφηγηματική του άνεση (χάρισμα) που ήταν εμφανές (κυρίως) στις πρώτες του συγγραφικές απόπειρες. Στη νέα του λογοτεχνική εμφάνιση μετά από καιρό (μεσολάβησε ένα είδος memoir με τις εμπειρίες του από το κοινοβούλιο), ο Τατσόπουλος δοκιμάζει σε ένα είδος αυτό του “non-fiction novel” δηλαδή ενός είδους λογοτεχνίας χωρίς μυθοπλασία που κινείται στα όρια είτε του δοκιμίου, είτε του δημοσιογραφικού χρονικού, είτε της ιστορίας ανάλογα με την πρόθεση ή την ικανότητα του συγγραφέα, π.χ. non-fiction novel έγραφε κι ο Ζέμπαλντ, γράφει κι η Αλεξίεβιτς.

Στο “Γκαγκάριν” ο Τατσόπουλος μπορεί να μην αφηγείται την “ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας όπως δεν θα την διδαχτούμε ποτέ στα σχολεία” όπως αναγράφεται με πομπώδες ύφος στο οπισθόφυλλο (!), αλλά με ζωντάνια και γλαφυρότητα περιγράφει μια εποχή και ορισμένους ανθρώπους που την καθόρισαν.

Λαέ της τσόντας!” βροντοφώναξε ο Κώστας Γκουζγκούνης. “Λαέ του σουτιέν και της κιλότας!”


Ο αστροναύτης Γιούρι Γκαγκάριν, ο Μάνος Χατζηδάκις και η ομιλία του για το ρεμπέτικο που τράνταξε την αστική Αθήνα, το Τρίτο Πρόγραμμα υπό τον Μάνο Χατζηδάκι και η πρόκληση με τον Γιάννη Φλωρινιώτη που προκάλεσε θύελλα συζητήσεων και αντεγκλήσεων, ο Χάρρυ Κλυν και η μακρά καλλιτεχνική του πορεία γεμάτη αντιφάσεις, τα shows του Γιώργου Οικονομίδη και η σχέση του με τον Χάρρυ Κλυν, ο Νίκος Τριανταφυλλίδης, τα συνοικιακά σινεμά Φοίβος και Αντινέα, τόποι μαζικής και λαϊκής απόλαυσης που για ένα διάστημα αποτέλεσαν τόπους συγκέντρωσης και εκτελέσεων κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου με εκατοντάδες ανθρώπους να έχουν περάσει από εκεί προτού μεταφερθούν κάπου αλλού ή χάσουν τη ζωή τους - ανάμεσά τους, ο Ανδρέας Εμπειρίκος και ο έφηβος τότε, Μένης Κουμανταρέας - η Αντινέα που μετατρέπεται στο θρυλικό Γκαγκάριν 205, υπό την διεύθυνση του Νίκου Τριανταφυλλίδη, η διαδρομή του χώρου αυτού, τα Cult φεστιβάλ που διοργανώνονται κάθε χρόνο και οι πρωταγωνιστές του ελληνικού trash σινεμά, του ελληνικού ερωτικού / πορνογραφικού κινηματογράφου, ο Γκουζγκούνης, η "θρυλική" (της εφηβείας μας ηρωίδα) Τίνα Σπάθη, ή Άννα Φόνσου, αλλά και διάφοροι εκπρόσωποι της μουσικής trash σκηνής.
Αυτά είναι τα θέματα των 9 κεφαλαίων του βιβλίου του Τατσόπουλου, ο οποίος πραγματοποιεί μια πανοραμική επισκόπηση ορισμένων χαρακτηριστικών στιγμών της ελληνικής κοινωνίας των 6 τελευταίων δεκαετιών, άλλων σημαντικών, άλλων μάλλον ασήμαντων αλλά πάντως ενδεικτικών της νεοελληνικής ταυτότητας.

Υπάρχουν δύο μεγάλες διαφορές ανάμεσα στο ελληνικό οπτικοακουστικό cult και trash και το εισαγόμενο, από το οποίο προήλθαν και οι παραπάνω λέξεις στο καθημερινό μας λεξιλόγιο. Η πρώτη είναι πως, ενώ πρόκειται για δύο διαφορετικής επισήμανσης χαρακτηρισμούς με εκλεκτικές συγγένειες, το αντικείμενο λατρείας (cult) και το ατόφιο, επομένως και τεθλασμένα λατρεμένο σκουπίδι (trash), στην Ελλάδα ταυτίζονται σχεδόν απόλυτα. Η δεύτερη είναι πως το cult-trash, στα ελληνικά δεδομένα, δεν αποτελεί την εξαίρεση, αλλά τον  κανόνα. Από τη βαφτισμένη με το ζόρι χρυσή εποχή του ελληνικού σινεμά και τις φωσκολικές κουλαμάρες της Αλίκης μέχρι τις μαλακές τσόντες του Ευστρατιάδη τη δεκαετία του 70, τις σκληρές του Μπερτό στη δεκαετία του '80, τις παγέτες της Τέτας Ντούζου στα βιντεοκλάμπ και τα σημερινά τηλεοπτικά σήριαλ, η φτήνια, ο αθέλητος σουρεαλισμός, η αθώα άγνοια και η καταστρατήγηση κάθε κανόνα λογικής και αισθητικής ήταν το στίγμα μιας συνοικιακής ψυχαγωγικής βιοτεχνίας που καμώνεται πως είναι η ψυχοκόρη του μεγαλοβιομηχάνου. Με ποιο λογικό κριτήριο μπορεί κάποιος να προσδιορίσει μια κινηματογραφία στην οποία ένας από τους πλέον οικογενειακούς σκηνοθέτες, ο Απόστολος Τεγόπουλος της “Κλακ Φιλμς – ταινίες για όλη την οικογένεια” με τον Νίκο Ξανθόπουλο, διέπρεψε στη δεκαετία του '80 ως Τόλης Τρίκης της κακόφημης “Σειλινός Φιλμ”, με πάτσγουορκ σκληρές τσόντες όπως “Ελλάδα, η χώρα της τσόντας” και οι “Άγγελοι της διαστροφής”; Μόνο με αυτό του ευγενικού χαβαλέ και του νοσταλγικού κανιβαλισμού, απέναντι στο καθαγιασμένο ρετρό μιας εποχής που χωρίς να απέχει και τόσο όσο νομίζουμε από τη σύγχρονη στα εθνικά αισθητικά κριτήρια, φαίνεται στα σημερινά σκληραγωγημένα μάτια πολύ πιο αθώα όσον αφορά στην παραγωγή και την κατανάλωση των σκουπιδιών της.” Τάσος Θεοδωρόπουλος (κριτικός κινηματογράφου), στο περιοδικό Big Fish του Πρώτου Θέματος, Φεβρουάριος 2010


Συνεκτικός άξονας όλων αυτών, ο πρόωρα χαμένος σκηνοθέτης Νίκος Τριανταφυλλίδης, ένας αντιφατικός και συγκρουσιακός χαρακτήρας, γιος του Χάρρυ Κλυν σε συνεχή διαμάχη (πολιτική αλλά και λόγω ισχυρών χαρακτήρων των δυο τους) με τον διάσημο πατέρα του, ποιητής και μεγάλος πότης, δημιουργός άνισων ως επί το πλείστον ταινιών,αλλά και μιας θαυμάσιας τηλεοπτικής έρευνας ("Τα στέκια"), μέγας λάτρης του cult αλλά και του trash, της υπερβολής και της λαϊκής αυθεντικότητας. Ο Τριανταφυλλίδης που θα κατανοήσει την μανία του νεοέλληνα για χαβαλέ και μπούγιο, για μελόδραμα και κιτς, της ισορροπίας μεταξύ ποίησης και μπαλαφάρας, τραγωδίας και θριάμβου.

Το βιβλίο είναι ωραίο και πολύ ενδιαφέρον, έχει δε νοσταλγική ματιά, κυρίως για όσους από εμάς θυμούνται τον Γιώργο Οικονομίδη και τους διαγωνισμούς νέων ταλέντων, την “άνοιξη” του Τρίτου με τον Χατζηδάκι, το περιστατικό με τον Φλωρινιώτη, τις τσόντες στα σινεμά, την λατρεία για τον Γκουζγκούνη. Η ευφυής δομή που επιλέγει ο συγγραφέας ξεκινώντας από την ιστορία του Γιούρι Γκαγκάριν και την επίσκεψή του στην Αθήνα το 1962 για να ολοκληρώσει κάνοντας ένα κύκλο στον χώρο εκδηλώσεων Γκαγκάριν 205, μπορεί να ξενίζει και να φαίνεται ότι οδηγεί σε αδιέξοδο αλλά η ιστορία της ασθένειας και του θανάτου του Νίκου Τριανταφυλλίδη προσδίδει ένα  ελεγειακό τόνο στην ιστορία που στο τέλος γίνεται συγκινητική.

Ο Τατσόπουλος φλυαρεί χωρίς να ενοχλεί, δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει αφηγήσεις από τηλεοπτικές εκπομπές ή από το youtube, από εφημερίδες και περιοδικά, από συνεντεύξεις της εποχής. Ο προφορικός λόγος της αφήγησής του ρέει, καθώς το βιβλίο έχει καλοκουρδισμένο ρυθμό και ζωντάνια, που παρά τους πλατιασμούς και τις κάποιες επαναλήψεις, λειτουργεί πολύ καλά χαρίζοντας ώρες αναγνωστικής απόλαυσης και νοσταλγίας, αναπόλησης εποχών, όχι απαραίτητα ωραίων, σίγουρα συζητήσιμων όμως, που έχουν περάσει πια.




 
Παρασκευή, Απριλίου 07, 2017
posted by Librofilo at Παρασκευή, Απριλίου 07, 2017 | Permalink
Η αγάπη μιας καλής γυναίκας
Για την αγαπημένη μου Alice Munro (Οντάριο, Καναδάς 1931), που διαβάζω κάθε βιβλίο της, το οποίο, εκδίδεται στα ελληνικά, ίσως το μόνο που έχω να δηλώσω είναι, ότι τα διηγήματά της αποτελούν εγγύηση ποιότητας. Προσπαθώ εδώ και χρόνια να βρω ψεγάδι, να "ανακαλύψω" κάτι μέτριο στις αρκετές συλλογές διηγημάτων της και δεν βρίσκω, προσπαθώ να βρω αφορμή να γκρινιάξω ή να την “πιάσω από κάπου” και δεν μπορώ, έτσι λοιπόν δεν αποτέλεσε έκπληξη για μένα, η απόλαυση που μου προσέφεραν οι εξαιρετικές ιστορίες που περιέχονται στην συλλογή “Η ΑΓΑΠΗ ΜΙΑΣ ΚΑΛΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ”, (Εκδ. Μεταίχμιο, μετάφρ. Τρισεύγ. Παπαϊωάννου, σελ. 537).

Τα 11 διηγήματα που περιέχονται σ' αυτόν τον τόμο, είναι από διαφορετικές χρονικές περιόδους του έργου της, από το 1971 έως το 2006. Περιέχει διηγήματα από κάποια βιβλία της, που δεν είχαν κυκλοφορήσει στα ελληνικά. Είναι πολυσέλιδες ιστορίες ως επί το πλείστον, με αυτή που έδωσε τον τίτλο στην συλλογή “Η αγάπη μιας καλής γυναίκας” να εκτείνεται σε περίπου 100 σελίδες (διαστάσεις νουβέλας ουσιαστικά) και τη συντομότερη “Πως γνώρισα τον άντρα μου” να είναι “μόνο” 26 σελίδες.

Το καλό (ή το κακό) με την γηραιά Καναδή συγγραφέα είναι ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές ύφους και θεματολογίας από συλλογή σε συλλογή. Οπότε η ανομοιογένεια των χρονικών περιόδων και των διαφορετικών συλλογών από τις οποίες προήλθαν τα διηγήματα του παρόντος τόμου, καλύπτεται από την κοινή τους θεματική, την κοινή τους ατμόσφαιρα.

“Αυτό που είχε κάνει ήταν αυτό για το οποίο είχε ακούσει και είχε διαβάσει. Ήταν ό,τι είχε κάνει η Άννα Καρένινα, ό,τι ήθελε να κάνει η μαντάμ Μποβαρί. Ήταν ό,τι είχε κάνει ένας καθηγητής στο σχολείο του Μπράιαν, με τη γραμματέα του σχολείου. Το είχε σκάσει μαζί της. Έτσι έλεγε ο κόσμος. Το είχαν σκάσει μαζί. Την είχαν κοπανήσει. Το έλεγαν υποτιμητικά, με χιούμορ, με ζήλια. Ήταν ένα βήμα παραπάνω από τη μοιχεία. Αυτοί που το έκαναν είχαν μάλλον ήδη δεσμό, διέπρατταν μοιχεία για κάποιο διάστημα, πριν φτάσουν στην απόγνωση ή πριν βρουν το θάρρος να κάνουν αυτό το βήμα. Μια φορά στο τόσο μπορεί να τύχαινε να ισχυριστεί ένα ζευγάρι πως ο έρωτάς τους ήταν ανολοκλήρωτος και στην κυριολεξία αγνός, οι άλλοι όμως – αν υπήρχε κανείς που τους πίστευε – θεωρούσαν ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν όχι μόνο πολύ σοβαροί και υψηλόφρονες, αλλά σχεδόν ολέθρια παράτολμοι, σχεδόν στην ίδια κατηγορία μ' εκείνους που ριψοκινδύνευαν και παρατούσαν τα πάντα για να πάνε να εργαστούν σε κάποια φτωχή και επικίνδυνη χώρα.
Οι άλλοι, οι μοιχοί, θεωρούνταν ανεύθυνοι, ανώριμοι, εγωιστές ή και άσπλαχνοι. Και τυχεροί επίσης. Τυχεροί επειδή ο έρωτας που έκαναν σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα ή στο ψηλό χορτάρι ή ο ένας στου άλλου τη μαγαρισμένη συζυγική κλίνη ή το πιθανότερο σε μοτέλ σαν τούτο δω πρέπει να ήταν υπέροχος. Αν δεν ήταν, δεν θα διακατέχονταν ποτέ από τέτοια επιθυμία ο ένας για τη συντροφιά του άλλου πάση θυσία, ή από τέτοια πίστη ότι το κοινό τους μέλλον θα ήταν από κάθε άποψη καλύτερο και διαφορετικού είδους από ό,τι είχαν ζήσει στο παρελθόν.” (“Τα παιδιά μένουν”)

Όπως γράφω παραπάνω, οι ιστορίες του τόμου είναι εξαιρετικές. Οι σεξουαλικές φαντασιώσεις που κυριεύουν μια νεαρή κοπέλα γύρω από ένα σούπερ ερωτύλο (όπως τον φαντάζεται) οικογενειακό φίλο, και η απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα, όταν εκείνος προσπαθεί να την προσεγγίσει ερωτικά στο “Ζωές κοριτσιών και γυναικών” (που αποτελεί το πρώτο μέρος μιας εκτενέστερης νουβέλας), διαδέχεται η γκόθικ (και γεμάτη μυστικά του παρελθόντος) ιστορία δύο αδερφών στο “Κάτι που σκόπευα να σου πω” όταν ο παλιός έρωτας της μίας ξαναγυρίζει στην πόλη μετά από πολλά χρόνια μόνο που τα χρόνια έχουν περάσει πλέον, ενώ στο “Πως γνώρισα τον άντρα μου”, η άφιξη ενός περιπλανώμενου αεροπόρου σε μια αγροτική περιοχή αλλάζει τη ζωή μιας νεαρής και μάλλον αθώας κοπέλας.

Το ομώνυμο διήγημα της συλλογής, το πολυσέλιδο “Η αγάπη μιας καλής γυναίκας” είναι ένα αριστούργημα. Από τον περίεργο πνιγμό ενός οπτομέτρη της μικρής πόλης, στην ασθένεια μιας γκρινιάρας γυναίκας που θα την οδηγήσει στο θάνατο, μυστικά καλά κρυμμένα τόσα χρόνια αποκαλύπτονται, και πάθη θα γίνουν γνωστά σε μια κλειστοφοβική και αινιγματική νουβέλα σε τρία μέρη, που θα μπορούσε να αποτελέσει υλικό για ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα. Η “Τζακάρτα”, είναι ακόμα ένα διήγημα με τον χρόνο να αποτελεί το κεντρικό του χαρακτηριστικό, καθώς παρακολουθούμε ζωές ανθρώπων σε διαφορετικές χρονικά φάσεις της ζωής τους με το παρελθόν να τους έχει σημαδέψει. Στο έξοχο “Τα παιδιά μένουν”, μια καταπιεσμένη συναισθηματικά και ψυχολογικά γυναίκα της επαρχίας, τολμά να εγκαταλείψει τον σύζυγο και τα παιδιά της, ακολουθώντας τον εραστή της χωρίς να υπολογίσει τις συνέπειες της πράξης της. Μια γυναίκα εξιστορεί τις περιπέτειες που βίωσε η μητέρα της με την οικογένεια του πρόωρα χαμένου άντρα της, όταν την γέννησε στο “Το όνειρο της μητέρας μου”, ενώ η συγγραφέας ξεφεύγει από το συνηθισμένο της ύφος περιγράφοντας μια ιστορία με Σκωτσέζους αποίκους στον Καναδά των αρχών του 19ου αιώνα στο υπέροχο “Η θέα από το Κασλ Ροκ”.

Το θαυμάσιο και λυρικότατο, “Δουλεύοντας για να ζήσεις” είναι μια τυπική (αυτοβιογραφική) ιστορία της Munro με την σκληρή αγροτική ζωή, τις απογοητεύσεις και τις μικροχαρές στις μεγάλες εκτάσεις, με την μυρωδιά του χώματος και της λάσπης, το κρύο, την οικονομική ανέχεια και τις μικρές χαρούμενες στιγμές της καθημερινότητας. Ατμόσφαιρα που αλλάζει στο διήγημα “Παραδουλεύτρα” όταν μια νεαρή φοιτήτρια πηγαίνει να εργαστεί το καλοκαίρι στο σπίτι μιας αριστοκρατικής οικογένειας ενώ το “Στο σπίτι” είναι ακόμα μια αυτοβιογραφική ιστορία, ουσιαστικά συνέχεια του “Δουλεύοντας για να ζήσεις” με τον πατέρα της ηρωίδας να έχει ξαναπαντρευτεί και την νέα σύζυγό του να έχει πραγματοποιήσει αλλαγές στην πατρική οικία ξενίζοντας την απομακρυσμένη πλέον κόρη.

Οι γυναίκες είναι πάντα στο επίκεντρο των ιστοριών της Munro και σε αυτήν την συλλογή. Γυναίκες της Καναδικής επαρχίας μεγαλωμένες σε αγροτικές περιοχές, σε περιόδους δύσκολες είτε προπολεμικά, είτε στα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο. Άνθρωποι συνηθισμένοι, “της διπλανής πόρτας” όπως συνηθίζουμε να λέμε, που κρύβουν κάποια μυστικά τα οποία αποκαλύπτονται στο τέλος της ζωής τους ή μπορεί και ποτέ, ζωές σπαταλημένες σε γάμους αδιέξοδους, ασφυκτικές οικονομικά καταστάσεις που φέρνουν γκρίνια και μιζέρια, νέα κορίτσια σε αναζήτηση ταυτότητας, οι πρώτες σεξουαλικές ανησυχίες, έρωτες που καταπιέζονται ή που κρύβονται, σκληρές αγροτικές εργασίες και η φύση πάντα και διαρκώς παρούσα.


Οι ιστορίες της Munro δείγμα εξαίρετης λογοτεχνίας, απεικονίζουν την καθημερινότητα σε όλες τις φάσεις, και είναι γεγονός ότι το ύφος και το ανυπέρβλητο στυλ, της κάνουν την αφήγησή της μαγευτική και συναρπαστική ακόμα κι όταν, περιγράφει τα απέραντα τοπία των αγρών της Καναδικής φύσης ή τις απέραντες εκτάσεις, τις οικογενειακές στιγμές. Η ματιά της σπουδαίας συγγραφέως εισχωρεί μέσα στην γυναικεία (κυρίως) ψυχοσύνθεση με υπαινικτικότητα και απλότητα - σχεδόν δεν το αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, γι' αυτό και τις περισσότερες φορές ξαφνιάζεται με μια ξαφνική ένταση η οποία υποβόσκει και ξεσπάει απότομα.

Το blog αυτό έχει ασχοληθεί πολλές φορές με την Καναδή συγγραφέα, τα κείμενα για τα βιβλία της μπορείτε να τα βρείτε στα links που παραθέτω και για όποιον δεν έχει ασχοληθεί μαζί της, είναι μια καλή ευκαιρία να ενημερωθεί για το έργο της.






 
Τετάρτη, Μαρτίου 29, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαρτίου 29, 2017 | Permalink
Ο Γιος
“Ο ΓΙΟΣ” (“The Son”) - (Εκδ. Καστανιώτη, μετάφρ. Ι.Διονυσοπούλου, σελ.686), αυτό το συγκλονιστικό έπος του Αμερικανού Philipp Meyer (Νέα Υόρκη,1974), είναι ένα ογκώδες και πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, το οποίο δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου. Εκτός από το προφανές, μια οικογενειακή σάγκα· είναι και μια προσπάθεια περιγραφής της πλούσιας και μπερδεμένης ιστορίας του Τέξας και σε ένα δεύτερο επίπεδο για το πως χτίζεται μια χώρα, πως ακμάζει και τα παιχνίδια εξουσίας που παίζονται.

Η δομή του μυθιστορήματος διασχίζει 6 γενιές της οικογένειας αλλά οικοδομείται, γύρω από τρεις ανθρώπους, τρία μέλη της οικογένειας ΜακΚάλα. Τον εμβληματικό (και ουσιαστικά κεντρικό χαρακτήρα του βιβλίου) Ίλαϊ ΜακΚάλα που γεννήθηκε το 1836 και πέθανε 100 χρόνια αργότερα, τον γιο του Πίτερ (την ντροπή της οικογένειας), που γεννήθηκε το 1870 και την εγγονή του Πίτερ (και δισέγγονη του Ίλαϊ) Τζίνι ΜακΚάλα που γεννήθηκε το 1926.

Ο Συνταγματάρχης Ίλαϊ γόνος μιας οικογένειας πιονέρων αποίκων του Τέξας, βλέπει την μάνα του και την αδερφή του να σφαγιάζονται από τους Κομάντσι, οι οποίοι απαγάγουν εκείνον και τον μεγαλύτερο αδερφό του Μάρτιν, ο οποίος ήταν άνθρωπος των βιβλίων, και δεν αντέχει πεθαίνοντας γρήγορα σε αντίθεση με τον  δεκατριάχρονο Ίλαϊ που δείχνει να του ταιριάζει απόλυτα η νομαδική ζωή των Ινδιάνων. Ο Ίλαϊ θα μείνει τρία χρόνια με τους Κομάντσι και θα ενσωματωθεί πλήρως στον τρόπο ζωής τους, μαθαίνοντας με απόλυτη επιτυχία πως να κυνηγάει, να πολεμάει, να χειρίζεται το τόξο, να παίρνει σκαλπ φτιάχνοντας την δική του συλλογή. Όταν όμως η φυλή χτυπημένη από τις αρρώστιες και τις συνεχείς μετακινήσεις, θα παρακμάσει, εκείνος θα διαφύγει στον “πολιτισμό”, όπου θα αντιμετωπίσει στην αρχή μεγάλες δυσκολίες προσαρμογής, αλλά θα το ξεπεράσει,όταν κατατάσσεται (ουσιαστικά δια της βίας) στους Ρέιντζερς (την Τεξανή πολιτοφυλακή). Από εκεί και πέρα, η πορεία του Ίλαϊ θα είναι ανοδική, εκμεταλλευόμενος τον Εμφύλιο με διάφορους τρόπους και αγοράζοντας έρημες εκτάσεις θα βρεθεί μετά από αρκετά χρόνια πετρελαιοπαραγωγός και μεγαλοτσιφλικάς μη διστάζοντας να χρησιμοποιήσει ακόμα και τις βιαιότερες μεθόδους για να το επιτύχει.

Ο Πίτερ, ο δευτερότοκος γιος του Ίλαϊ, είναι το μαύρο πρόβατο της οικογένειας.  Φτιαγμένος από το ίδιο καλούπι με τον πρόωρα χαμένο θείο του Μάρτιν, είναι ένας άνθρωπος που ζει σε λάθος μέρος την λάθος εποχή, χαμένος στις σκέψεις και τα βιβλία του. Η απάνθρωπη επίθεση και σφαγή των παλαιότερων γειτόνων των ΜακΚάλα, των Μεξικανοαμερικανών Γκαρσία (μιας παλιάς και κάποτε ακμάζουσας οικογένειας με το παλαιότερο σπίτι στην περιοχή), από τους ανθρώπους του Ίλαϊ και τους υπόλοιπους κατοίκους του χωριού, με αφορμή, μια αμφισβητούμενη κλοπή των αλόγων των ΜακΚάλα, θα τον συγκλονίσει. Θα γίνει μάρτυρας αδιανόητων αγριοτήτων από μέλη της ίδιας του της οικογένειας αλλά και από ανθρώπους που κάποτε εκτιμούσε, ενώ θα υποχρεωθεί να συμμετάσχει στην πολιορκία του σπιτιού των Γκαρσία, κάτι που θα τον γεμίσει με ενοχές αλλά και κατάθλιψη, για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Μετά από χρόνια ένα πρόσωπο από το παρελθόν θα ανατρέψει τη ζωή του και θα διαρρήξει οριστικά τις σχέσεις του με τον πατριαρχικό Ίλαϊ, κάτι που θα συντελέσει στην απομόνωσή του από όλους.

“Κάτω από έναν καναπέ πρόσεξα κάτι: ένα μικρό κορίτσι με μπλε φόρεμα. Ακριβώς δίπλα ένα αγόρι , έξι με εφτά, νεκρό κι αυτό. Και τότε πια ένα φράγμα χώρισε τα μάτια μου απ' το μυαλό μου· τους κοιτούσα με επιστημονικό ενδιαφέρον· ιδού το αίμα, ιδού οι τρύπες. Ιδού οι επιπρόσθετες λεπτομέρειες: λιμνούλες ζωηρού βαθυκόκκινου χρώματος, αποτυπώματα από χέρια και μπότες, μακρουλοί λεκέδες στα σημεία όπου οι πληγωμένοι σύρθηκαν, ματωμένες πιτσιλιές στους τοίχους που μαρτυρούσαν ύστατες στιγμές, ιστορίες που δεν θα ακούγονταν ποτέ. Ένας νεαρός άντρας μπρούμυτα, η λευκή του ραχοκοκαλιά εκτεθειμένη, ένας άλλος σωριασμένος σαν μεθυσμένος με τα μυαλά του χυμένα στο πουκάμισό του. Είδα κι άλλους να κοιτούν με το ίδιο ψυχρό ενδιαφέρον. Όταν το αίμα δεν ανήκει σε δικό σου άνθρωπο, είναι σαν κρασί, σαν νερό.”

Μέσα από την αφήγηση της Τζίνι ΜακΚάλα, της δισέγγονης του Ίλαϊ, θα παρακολουθήσουμε την πορεία της οικογένειας προς τον ξέφρενο πλουτισμό. Ο συγγραφέας πιάνει το νήμα από το 2012 καθώς η ζωή της γηραιάς Τζίνι φεύγει σιγά σιγά κι εκείνη σωριασμένη στο πάτωμα του μεγάρου της, είναι χαμένη μέσα στις αποσπασματικές της αναμνήσεις. Η οικονομική απογείωση της ήδη πάμπλουτης βέβαια, αλλά παρακμάζουσας περιουσίας του Ιλάϊ μέσα από τις έξυπνες κινήσεις της Τζίνι θα γίνει πραγματικότητα, εκείνη δε, θα κατορθώσει να καθιερωθεί ως αυτάρκης προσωπικότητα μέσα στο σεξιστικό ανδροκρατικό περιβάλλον του Τέξας.

Ο Μάγιερ χρησιμοποιεί πρωτοπρόσωπη αφήγηση στους δύο άντρες ήρωές του, στον δε Πίτερ η αφήγηση είναι όλη ημερολογιακή καλύπτοντας μια περίοδο δύο χρόνων (Αύγουστος 1915 – Σεπτέμβριος 1917). Το κομμάτι της Τζίνι (που σε ορισμένα κεφάλαια επιγράφεται ως “Τζέι Αν”) είναι μικτό, στο μεγαλύτερο τμήμα του χρησιμοποιείται τριτοπρόσωπη αφήγηση, σε μικρότερο τμήμα πρωτοπρόσωπη. Δεν υπάρχει μια γραμμική σειρά στο αφηγηματικό πλαίσιο, καθώς οι τρείς αφηγητές/ήρωες του βιβλίου, δρουν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Αυτό όμως ουδόλως μπερδεύει τον αναγνώστη διότι ο συγγραφέας δένει αρμονικά τις ιστορίες που έτσι κι αλλιώς αλληλοδιαπλέκονται.


Σ' αυτό το εξαιρετικό και ιδιαίτερα χορταστικό μυθιστόρημα βλέπουμε την μυθολογία των “συνόρων” και την βία που χρησιμοποιήθηκε για την χάραξή τους. Η δύναμη των περιγραφών αλλά και των εικόνων που κατασκευάζει η πένα του Μάγιερ, είναι τέτοια, που ο αναγνώστης νιώθει την σκόνη, την σφαίρα, το μαχαίρι, την αλληλοσφαγή, τη μυρωδιά του αίματος, την γεύση στο στόμα του πετρελαίου που χύνεται στα χωράφια. Χωρίς να υποκύπτει σε “πολιτικές ορθότητες”, η ιστορία του Τέξας, μια ιστορία απίστευτης βίας αλλά και σκληρών αγώνων, περνάει μέσα από την αφήγηση του Ίλαϊ και παρά τους κάποιους πλατιασμούς στην “ινδιάνικη” περίοδο της ζωής του, ο ρυθμός του βιβλίου είναι καταιγιστικός.

Είναι μια λογοτεχνική δημιουργία που σε παίρνει από το χέρι και δεν σε αφήνει· κυριολεκτικά σε δονεί. Ο Μάγιερ περιγράφει με απόλυτα λογοτεχνικό τρόπο και έξοχο ύφος, πως φτιάχνεται αλλά και πως μπορεί να καταρρεύσει μια αυτοκρατορία. Επικό και ταυτόχρονα ελεγειακό αυτό το έξοχο μυθιστόρημα, είναι επίσης, ένα βιβλίο για το πάθος για την εξουσία και το χρήμα, αλλά και για τη συγχώρεση, την λύτρωση και τις ενοχές, την ταυτότητα και το οικογενειακό αίμα, τον ρατσισμό και το έγκλημα, την κληρονομιά και την διαφορετικότητα.

“Ο Γιος” έχει όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τα αποκαλούμενα “μεγάλα αμερικανικά μυθιστορήματα” (από αυτά που έγραφαν ο Ντος Πάσος, ο Faulkner, ο Hemingway, ο Steinbeck), είναι δε, ένα βιβλίο που θα μπορούσε να έχει γραφτεί από τον Κόρμακ ΜακΚάρθυ (ο συγγραφέας είναι σίγουρα επηρεασμένος από αυτόν τον σπουδαίο λογοτέχνη), αν και ο κεντρικός χαρακτήρας φέρνει πολύ από τον Μπάνι, τον ήρωα του Πετρέλαιο του εμβληματικού βιβλίου του Upton Sinclair που τόσο ωραία ενσαρκώθηκε από τον Ντάνι Ντέϊ Λιούις στην κινηματογραφική του μεταφορά. Εξάλλου και “ο Γιος” ήδη μεταφέρθηκε στην τηλεόραση ως σειρά 10 επεισοδίων, η οποία θα αρχίσει να προβάλλεται στις 8/4 με τον γοητευτικό Pierce Brosnan στον ρόλο του Συνταγματάρχη Ίλαϊ.

“Όσο για τον Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι, διόλου δεν ξαφνιάστηκε. Τη χρονιά που πέθανε υπήρχαν ακόμα στη ζωή Τεξανοί που είχαν δει τους γονείς τους να χάνουν το σκαλπ τους από Ινδιάνους. Η γη διψούσε. Έκρυβε ακόμα κάτι πρωτόγονο μέσα της. Στο ράντσο είχαν βρει αιχμές παλαιοϊνδιανικής περιόδου, τύπου Κλόβις αλλά και Φόλσομ, και ενώ ο Ιησούς ανέβαινε τον Γολγοθά, οι Μόγκολον αλληλοσπαράζονταν με πέτρινα τσεκούρια. Όταν έφτασαν οι Ισπανοί, υπήρχαν οι Σούμα, οι Χουμάνο, οι Μάνσο, οι Λα Χούντα, οι Κόντσο, οι Τσίζος και οι Τομπόσο, οι Οκάνα και οι Κακαξτλ, οι Κοαουιλτέκαν, οι Κομεκρούντο...όμως κανείς δεν ξέρει αν όλοι αυτοί αφάνισαν τους Μόγκολον ή αν προέρχονταν από αυτούς. Όλοι αφανίστηκαν από τους Απάτσι. Που αφανίστηκαν με τη σειρά τους, στο Τέξας τουλάχιστον, από τους Κομάντσι. Που τελικά αφανίστηκαν από τους Αμερικάνους.
Ένας άνθρωπος, μια ζωή, τι αξία είχε; Σχεδόν καμία. Οι Βησιγότθοι κατέστρεψαν τους Ρωμαίους· και οι ίδιοι καταστράφηκαν από τους μουσουλμάνους. Που καταστράφηκαν από τους Ισπανούς και τους Πορτογάλους. Δεν χρειαζόταν καν ο Χίτλερ για να φανεί η ασχήμια της όλης ιστορίας. Ωστόσο...ιδού αυτή. Ανάσαινε, σκεφτόταν. Το αίμα που κυλάει στις φλέβες της Ιστορίας γεμίζει ποτάμια και ωκεανούς, μα παρά τις τόσες σφαγές...ιδού εσύ.”