Δευτέρα, Ιουλίου 15, 2019
posted by Librofilo at Δευτέρα, Ιουλίου 15, 2019 | Permalink
"Μαξ Χάβελααρ" ένα εμβληματικό μυθιστόρημα

Γραμμένο την δεκαετία του 1850, το «ΜΑΞ ΧΑΒΕΛΑΑΡ ή Οι δημοπρασίες καφέ της Ολλανδικής Εμπορικής Εταιρείας» («Max Havelaar of de Koffiveilingen der Nederlandsche Handelmaatschappij»), του Ολλανδού συγγραφέα που έγινε γνωστός με το φιλολογικό ψευδώνυμο Multatuli (1820-1887) – (εκδ. Αιώρα, μετάφρ. Μ.Μπονάτσου, σελ.374), είναι ένα εμβληματικό κλασσικό έργο, που ασχολείται και καταγγέλλει την Ολλανδική πολιτική στις αποικίες. Το μυθιστόρημα μπορεί να μη παρουσιάζει σπουδαίες λογοτεχνικές αρετές, αλλά είναι ένα ευφυέστατο και δυναμικό βιβλίο που συγκινεί και παραμένει επίκαιρο ακόμα και σήμερα, καθώς οι πολιτικές πρακτικές που περιγράφει, μπορεί να έχουν τροποποιηθεί αλλά ουσιαστικά δεν έχουν αλλάξει και πολλά πράγματα.


Ο Μουλτατούλι έγραψε ένα πολιτικό βιβλίο σε σατυρική μορφή για την Ολλανδική αποικιοκρατική πολιτική  στην Ινδονησία, τις «Ολλανδικές ανατολικές Ινδίες» όπως ήταν γνωστή η περιοχή. Θίγοντας το διεφθαρμένο σύστημα διακυβέρνησης, χωρίς να μασάει τα λόγια του, το βιβλίο προκάλεσε αίσθηση όταν κυκλοφόρησε το 1860, δέχθηκε ισχυρή κριτική αλλά συνετέλεσε στην αλλαγή πολιτικής της Ολλανδίας στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

Το μυθιστόρημα, αφηγείται την ιστορία του Μάξ Χάβελααρ, ενός ιδεαλιστή δημόσιου υπαλλήλου που τοποθετείται στο νέο του πόστο, ως βοηθός νομάρχη, σε μια απομακρυσμένη περιοχή της Ιάβας. Μελετημένος και ενημερωμένος για τα τεκταινόμενα εκεί, θέλει να κυβερνήσει δίκαια, καθώς γνωρίζει καλά την εκμετάλλευση και την καταπίεση που υφίστανται οι ιθαγενείς, την πείνα και την αφόρητη φτώχεια στην οποία έχουν περιέλθει. Ο ρομαντισμός του, όμως θα οδηγήσει σε αντίθετα αποτελέσματα, θα βρει εμπόδια παντού και παρά την δεδομένη εργατικότητά του και τις πρωτοποριακές ιδέες του, στο τέλος θα συντριβεί και θα καταστραφεί προσωπικά με τραγικές συνέπειες για τον ίδιο και την οικογένειά του.

«Ο Χάβελααρ ήταν τριάντα πέντε χρονών, αδύνατος και σβέλτος. Εκτός από το λεπτό ευκίνητο άνω χείλος και τα μεγάλα ανοιχτά γαλάζια μάτια που έμοιαζαν ονειροπόλα όταν ήταν ήρεμος αλλά έκαιγαν όταν τον συνέπαιρνε μια ιδέα, τίποτε άλλο αξιοπρόσεκτο δεν υπήρχε πάνω του. (…) Ήταν γεμάτος αντιφάσεις. Αιχμηρός σαν μαχαίρι, τρυφερός σαν κορίτσι, ήταν πάντοτε ο πρώτος που ένιωθε το τραύμα που είχαν προκαλέσει τα σκληρά του λόγια και υπέφερε περισσότερο από τον πληγωμένο. (…) Αγαπούσε την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, παραμελούσε συχνά τις καθημερινές υποχρεώσεις του για να αποκαταστήσει μια αδικία που ήταν μεγαλύτερη ή πιο μακρινή ή πιο βαθιά και που τον προσέλκυε περισσότερο, ίσως επειδή χρειαζόταν περισσότερη προσπάθεια. Ήταν ιπποτικός και θαρραλέος, αλλά, όπως κι ο άλλος Δον Κιχώτης, συχνά ανάλωνε το θάρρος του σε ανεμόμυλους.»

Ο Μουλτατούλι χρησιμοποιεί δύο αφηγηματικές φωνές, έχοντας ουσιαστικά τοποθετήσει την κεντρική ιστορία, αυτή του Μαξ Χάβελααρ σε ένα εσωτερικό πλαίσιο ενός μεγαλύτερου πίνακα, ο οποίος περιγράφει την Ολλανδική καλβινιστική κοινωνία του 19ου αιώνα. Ο έμπορος καφέ (μεσίτης καφέ όπως αυτοαποκαλείται συνεχώς) Ντροοχστόπελ, συναντάει ξανά τον Σάλιμαν, έναν παλιό του συμμαθητή, ο οποίος πήγε στις ανατολικές Ινδίες να εργαστεί και τώρα οικονομικά κατεστραμμένος, έχει επιστρέψει με την οικογένειά του και αναζητά δουλειά. Ο Σάλιμαν του ζητάει να του βρει εκδότη για ένα βιβλίο που έχει γράψει και ο αφόρητα υποκριτής και συντηρητικός Ντροοχστόπελ, που θεωρεί τα μυθιστορήματα «κατώτερο είδος του λόγου» αλλά βλέπει ότι υπάρχουν μέσα στο βιβλίο πράγματα που θα ενδιέφεραν την αγορά του καφέ, αναθέτει την επιμέλεια του υλικού που του παραδίδει ο Σάλιμαν, στον νεαρό εκπαιδευόμενο Στερν, ο οποίος είναι γιος ενός Γερμανού εμπορικού του συνεργάτη και έχει ποιητικές ανησυχίες. Ο Στερν λοιπόν ξαναγράφει ουσιαστικά την ιστορία του Μαξ Χάβελααρ και ο Ντροοχστόπελ φροντίζει να την διανθίσει με σχόλια αρμόζοντα στο ήθος και στο ύφος των Καλβινιστών εμπόρων.

Το μυθιστόρημα που χρησιμοποιεί την σάτιρα σε πρώτο επίπεδο, καταγγέλλει με άμεσο και ευθύ τρόπο την αποικιοκρατική πολιτική της Ολλανδίας στις αποικίες, και πιο συγκεκριμένα στην Ιάβα το μεγαλύτερο και πολυπληθέστερο νησί της Ινδονησίας. Η Ολλανδική κυβέρνηση τον 19ο αιώνα υποχρέωσε τους αγρότες της Ιάβας να καλλιεργούν μόνο καφέ και ζάχαρη, αλλάζοντας τις παραδοσιακές τους συνήθειες που ήταν η καλλιέργεια ρυζιού. Οι αγρότες ήταν υποχρεωμένοι να παραδίδουν τη σοδειά τους στους τοποτηρητές που είναι ουσιαστικά οι έμπιστοι άνθρωποι του εκάστοτε Νομάρχη και του βοηθού του, οι οποίοι είναι υπάλληλοι της Ολλανδικής κυβέρνησης. Οι τοποτηρητές αντί αμοιβής κρατάνε προμήθεια επί της σοδειάς, οπότε όσο περισσότερη σοδειά παραδώσουν οι αγρότες, τόσο μεγαλύτερη προμήθεια θα λάβουν εκείνοι, κι έτσι ήταν οι πλουσιότεροι και οι ισχυρότεροι (με δικό τους προσωπικό στρατό) σε αυτή την αλυσίδα συμφερόντων. Εκτός από τα λιγοστά χρήματα, οι αγρότες αγοράζουν από την Ολλανδική κυβέρνηση που έχει το μονοπώλιο, όπιο για τις φαρμακευτικές τους ανάγκες, το οποίο όμως δημιουργεί εθισμό και έτσι είχαμε τα φαινόμενα εκατομμυρίων εθισμένων στο όπιο ανθρώπων, που ζούσαν σε εξευτελιστικές συνθήκες, πάμπτωχοι σε μια από τις πιο εύφορες περιοχές του πλανήτη.



Το μυθιστόρημα του Μουλτατούλι, γραμμένο στα μέσα του 19ου αιώνα, συνετέλεσε στην αλλαγή πολιτικής στις αποικίες. Ο Μουλτατούλι ήταν το ψευδώνυμο του Ολλανδού συγγραφέα Eduard Douwes Dekker, ο οποίος υπηρέτησε ως κυβερνητικός υπάλληλος στις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες, από το 1838 μέχρι το 1856, όταν αγανακτισμένος από τις συνθήκες και τη συμπεριφορά των συμπατριωτών του, επέστρεψε στη χώρα του και έγραψε το «Μαξ Χάβελααρ», το οποίο θεωρείται πλέον ορόσημο στη λογοτεχνία της χώρας και ένα από τα σημαντικότερα Ολλανδικά μυθιστορήματα. Το βιβλίο αγαπήθηκε και μνημονεύθηκε συχνά από τους Μαρξ, Φρόιντ, Ανατόλ Φρανς, Χ. Έσσε, Τόμας Μαν και άλλους, ενώ σίγουρα επηρεάστηκε ο Τζόζεφ Κόνραντ στα αριστουργηματικά του μυθιστορήματα γύρω από τις συνθήκες αποικιοκρατίας στις Βελγικές αποικίες της Αφρικανικής ηπείρου.

Το «Μαξ Χάβελααρ», είναι ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται απνευστί και παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον στον αναγνώστη του 21ου αιώνα. Μεταφρασμένο υπέροχα από την Μαργαρίτα Μπονάτσου (σε αυτή την ωραία έκδοση της Αιώρας), είναι βέβαια ένα βιβλίο που τα σημάδια του χρόνου φαίνονται επάνω του, καθώς πλέον δείχνει αφελές σε πολλά σημεία του και υπερβολικά καταγγελτικό. Τοποθετημένο όμως στην εποχή του, μπορεί να αντιληφθεί εύκολα κανείς, τον αντίκτυπο που θα είχε στον αναγνώστη του 1860 και γενικότερα του 19ου αιώνα.

Ο σημερινός αναγνώστης εκτός από την ωραία και πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, θα εκτιμήσει το παθιασμένο ύφος, τις ζωντανές περιγραφές και το δηλητηριώδες χιούμορ του συγγραφέα για την μεσαία και ανώτερη τάξη των εμπόρων, την μανία τους για κέρδος και «ηθική». Τα θέματα βέβαια, της δικαιοσύνης και της εκμετάλλευσης του ανθρώπου, της αδικίας και της υποκρισίας, παραμένουν ακόμα φλέγοντα στις μέρες μας (και υποθέτω για πάντα), καθιστώντας το μυθιστόρημα του Μουλτατούλι απαραίτητο ανάγνωσμα για κάθε συνειδητοποιημένο και ευαίσθητο άνθρωπο. Στο link που επισυνάπτω εδώ, από το blog του συγγραφέα Τάσου Γουδέλη, μπορείτε να διαβάσετε ένα κείμενο του σπουδαίου συγγραφέα, D.H.Lawrence για αυτό το βιβλίο.

Βαθμολογία 82 / 100


 

 
Τετάρτη, Ιουλίου 10, 2019
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουλίου 10, 2019 | Permalink
"Βουδαπέστη"

Υπάρχουν βιβλία που η ανάγνωσή τους προκαλεί έκπληξη και ταυτόχρονα αποκάλυψη. Οι έμπειροι αναγνώστες (όπως η αφεντιά μου) συνήθως δεν ξαφνιάζονται, ξέρουν τι τους περιμένει όταν επιλέγουν το προσεχές βιβλίο προς ανάγνωση. Με την νουβέλα "ΒΟΥΔΑΠΕΣΤΗ" ("Budapeste"), του δημοφιλέστατου Βραζιλιάνου, συνθέτη και τραγουδιστή, αλλά και (έξοχου όπως αποδεικνύεται) συγγραφέα Chico Buarque (Ρίο ντε Τζανέιρο, 1944) - (εκδ. Καστανιώτη, μετάφρ. Μ.Παπαδήμα, σελ.161), η επιλογή, έγινε κατόπιν του δικαιολογημένου παραπόνου της μεταφράστριας Μ.Παπαδήμα, όπως εκφράστηκε σε ένα post στο Facebook, για την αναιτιολόγητη σιωπή των κριτικών και των ανθρώπων του βιβλίου γενικότερα, για το βιβλίο αφότου κυκλοφόρησε. Η Παπαδήμα, είχε δίκιο αλλά και άδικο ταυτόχρονα. Είναι τόσα πολλά τα (αξιόλογα) βιβλία που κυκλοφορούν, που σίγουρα κάποια θα "παραπέσουν", κάποια θα χαθούν και άλλα θα υπερπροβληθούν, λόγω hype, μάρκετινγκ κλπ. Εαν δε το βιβλίο ανήκει σε κάποιον όχι ιδιαίτερα γνωστό στην πατρίδα μας συγγραφέα, δεν θέλει και πολύ να περιέλθει στην λήθη.



Η υπέροχη όμως «Βουδαπέστη», δεν είναι ένα συνηθισμένο μυθιστόρημα. Είναι ένα βιβλίο που φέρνει σε αμηχανία τον αναγνώστη του, που θα το ερωτευτεί ή θα το μισήσει - δεν υπάρχει μέση οδός. Γεμάτο χιούμορ και εσωτερικό μονόλογο, δεν έχει κάποια ιδιαίτερη πλοκή και με το λαβυρινθώδες εσωτερικό του παιχνίδι που παραπέμπει σε Μπορχεσικούς δρόμους, μπορεί να σε σαγηνεύσει και να σε μαγέψει, αλλά μπορεί και να σε απωθήσει. Ευτυχώς η δικιά μου περίπτωση ανήκει στις πρώτες, ενθουσιάστηκα από την αρχή και βυθίστηκα μέσα του, σε σημείο απογοήτευσης που τελείωσε τόσο σύντομα.

"Για να προσαρμόσω το αυτί μου στην καινούργια γλώσσα ήταν απαραίτητο να απαρνηθώ όλες τις άλλες."

Ο Ζοζέ Κόστα, είναι ένας πολύ επιτυχημένος ghost-writer (συγγραφέας-φάντασμα), στη χώρα του την Βραζιλία. Είναι συνέταιρος σε ένα πρακτορείο που αναλαμβάνει την συγγραφή κάθε είδους βιβλίου, και ο Ζοζέ Κόστα ως μαιτρ του είδους, γράφει ασταμάτητα χωρίς όμως να μπορεί να βάλει την υπογραφή του πουθενά. Πολιτικοί, επιχειρηματίες, συνταξιούχοι, δυναμικοί παράγοντες της Βραζιλίας, αναθέτουν τη συγγραφή (κυρίως) απομνημονευμάτων, ή, κάθε είδους ιστοριών στον ευφάνταστο άνδρα που αντί αδρότατης αμοιβής αναλαμβάνει το έργο. Είναι παντρεμένος με μια επιτυχημένη τηλεοπτική παρουσιάστρια και έχουν μαζί έναν γιο, που ο Κόστα δεν βλέπει σχεδόν ποτέ.

Ο Ζοζέ Κόστα έχοντας μόλις ολοκληρώσει την παρακολούθηση ενός συνεδρίου ghost-writers στην Κων/λη της Τουρκίας, στην επιστροφή του στο Ρίο μέσω Φραγκφούρτης, το αεροπλάνο κάνει αναγκαστική προσγείωση στην Βουδαπέστη, όπου οι επιβάτες θα διανυκτερεύσουν. Ο Κόστα περνάει μια ανήσυχη νύχτα, με ανοιχτή την τηλεόραση, ακούγοντας συνεχώς αυτή την άγνωστη και περίεργη γλώσσα, που του θυμίζει αμυδρά τα Τουρκικά που άκουγε στην Κων/λη, χωρίς όμως να μπορεί να καταλάβει λέξη. Έχοντας ικανότητα στην εκμάθηση ξένων γλωσσών, προσπαθεί να ψελλίσει κάποιες λέξεις, μάταια όμως. Φεύγει το επόμενο πρωί, γοητευμένος από τους ήχους της γλώσσας.

Στην πατρίδα του, αναλαμβάνει να γράψει την αυτοβιογραφία, ενός Γερμανού επιχειρηματία, που την γράφει όπως συνήθως κάνει, με το δικό του, προσωπικό ύφος, κρατώντας μόνο τα βασικά σημεία της αφήγησης του Γερμανού. Η Βουδαπέστη του έχει γίνει έμμονη ιδέα, όταν δε η σύζυγός του, του λέει, ότι στον ύπνο του παραμιλάει στα Ουγγρικά, ο Κόστα είναι σίγουρος ότι έχει χάσει τον εαυτό του. Προτείνει στην σύζυγό του να πάνε διακοπές στην Βουδαπέστη, εκείνη επιμένει να πάει στο Λονδίνο και έτσι ακολουθούν διαφορετικούς προορισμούς. Στην Βουδαπέστη, ο Κόστα γνωρίζει την Κρίσκα, μια όμορφη Ουγγαρέζα που ζει με το παιδί της και αναλαμβάνει να του μάθει τη γλώσσα. Οι δυο τους θα ερωτευτούν, αλλά ο Κόστα, που έχει τραβήξει τη διαμονή του περισσότερο από το προγραμματισμένο διάστημα, πρέπει να επιστρέψει στο Ρίο, καθώς με την σύζυγό του δεν έχουν ανταλλάξει κουβέντα στο διάστημα της απουσίας τους και η δουλειά δεν μπορεί να περιμένει.

Στο Ρίο διαπιστώνει, ότι το βιβλίο που έγραψε για τον Γερμανό επιχειρηματία, έχει γίνει τεράστια επιτυχία, η δε σύζυγός του δουλεύει πλέον σε άλλη πόλη, ενώ στο πρακτορείο, έχουν προσληφθεί κι άλλοι ghost-writers που προσπαθούν να γράψουν στο δικό του ύφος. Ο Κόστα αισθάνεται αποξενωμένος, δεν μπορεί να δεχτεί ότι κάποιος άσχετος έκανε best-seller το δικό του βιβλίο, βγάζει στη φόρα ότι το έγραψε αυτός, μετά το μετανιώνει – ο γάμος του ουσιαστικά δεν υπάρχει πλέον, το μυαλό του είναι συνεχώς στη φυγή και έτσι αποφασίζει να φύγει για την Βουδαπέστη, μήπως βρει τον εαυτό του. Οι συνθήκες όμως που θα συναντήσει με την επιστροφή του, δεν είναι πλέον οι ίδιες και πρέπει να ξεκινήσει κυριολεκτικά την ζωή του από την αρχή.

"Για έναν μετανάστη, η προφορά μπορεί να είναι ένα είδος εκδίκησης, ένας τρόπος να κακομεταχειριστεί τη γλώσσα που τον καταπιέζει. Θα αναμασάει πάντα κάποιες λέξεις από αυτή τη γλώσσα που δεν εκτιμά, αυτές που του είναι απαραίτητες για τη δουλειά του και για την καθημερινότητά του, ούτε μία παραπάνω. Και ακόμη κι αυτές, θα τις ξεχάσει στο τέλος της ζωής του για να επιστρέψει στο λεξιλόγιο της παιδικής του ηλικίας. Όπως ξεχνάει κανείς τα ονόματα των κοντινών του προσώπων, όταν η μνήμη αρχίζει να χάνει νερά, σαν πισίνα που αδειάζει σιγά σιγά, όπως ξεχνάει κανείς τη χτεσινή μέρα και μένουν οι αναμνήσεις οι πιο βαθιές. Αλλά για όποιον υιοθέτησε μια καινούρια γλώσσα, σαν να επέλεξε μια μητέρα, για όποιον αναζήτησε και αγάπησε όλες τις λέξεις, η επιμονή της ξενικής προφοράς είναι μια άδικη τιμωρία."



Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, με αρκετά μοντερνιστικά στοιχεία, υπαινικτικότητα, θαυμαστή οικονομία λόγου και πολύ χιούμορ (οι Ούγγροι συγγραφείς έχουν ονόματα παλιών ποδοσφαιρικών θρύλων της χώρας), χαρακτηρίζουν το ύφος του βιβλίου. Ο Μπουάρκε γράφει ανάλαφρα και απλά, αλλά πολύ ουσιαστικά, σαγηνεύοντας με αυτόν τον τρόπο τον αναγνώστη, που παρασύρεται από τον ωραίο ρυθμό του μυθιστορήματος και εισέρχεται σιγά σιγά στην ιστορία, μαγνητισμένος.

Υπαρξιακό και κάποιες στιγμές εφιαλτικό μέσα στις κωμικοτραγικές στιγμές του, το βιβλίο του Μπουάρκε, μετατρέπεται από λυρικό σε ρεαλιστικό και ισορροπεί μεταξύ προσωπικής απόγνωσης και  καθημερινής απελπισίας, στην μαγεία των αισθήσεων και στους λογοτεχνικούς προβληματισμούς για το ποιος γράφει και τι…Μπορχεσικοί λαβύρινθοι του μυαλού, σωσίες και καταστάσεις που μπορεί να υπάρχουν στο μυαλό του ήρωα, νοητικοί καθρέφτες και κάτοπτρα, κατακλύζουν την ιστορία.

Πάνω απ’ όλα όμως, είναι το ζήτημα της ταυτότητας και της επιλογής, της γλώσσας και της οικειοποίησής της, που αποτελούν τα κεντρικά θέματα της νουβέλας του Μπουάρκε. Η επιλογή των Ουγγρικών μιας γλώσσας στριφνής και δύσκολης δεν είναι τυχαία, ο αφηγητής δεν βρίσκει συνώνυμα στη μητρική του γλώσσα ενώ κάποια στιγμή θεωρεί ότι αν μιλάει συνεχώς Ουγγρικά θα αντικαταστήσει στο μυαλό του, τους ήχους της γλώσσας του και τις αναμνήσεις που του φέρνουν στο μυαλό. Συνεχή ερωτήματα για την γλώσσα και την σχετικότητά της κατακλύζουν αυτό το θαυμάσιο και εθιστικό μυθιστόρημα, που το μετέφερε άψογα, η πάντα εξαίρετη Μαρία Παπαδήμα.

Βαθμολογία 84 / 100



 
Τετάρτη, Ιουλίου 03, 2019
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουλίου 03, 2019 | Permalink
Θραύσματα μιας ζωής ("Οδηγίες για οικιακές βοηθούς")

Θραύσματα μιας ζωής, θραύσματα αυτοβιογραφίας, διατρέχουν την ραχοκοκαλιά του τόμου με τα 43 διηγήματα της Αμερικανίδας συγγραφέως Lucia Berlin (Αλάσκα 1936 - Καλιφόρνια 2004), μια εκπληκτική συλλογή που κυκλοφορεί με τίτλο "ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΟΙΚΙΑΚΕΣ ΒΟΗΘΟΥΣ" (“A Manual for Cleaning Women”) - (εκδ. Στερέωμα, μετάφρ. Κατ. Σχινά, σελ. 572) και συγκεντρώνει τα περισσότερα διηγήματα που είχε γράψει η συγγραφέας, κατά τη διάρκεια της ζωής της, τα οποία είχαν δημοσιευτεί σε επαρχιακά λογοτεχνικά περιοδικά και είχαν εκδοθεί από μικρούς εκδοτικούς οίκους της περιφέρειας.

"Όλοι κουβαλάμε στο νου μας κάποιο λεύκωμα· πόζες· φωτογραφικά στιγμιότυπα ανθρώπων που αγαπήσαμε σε διαφορετικές εποχές."


Η μέχρι πρόσφατα παντελώς άγνωστη Lucia Berlin, έζησε μια μυθιστορηματική ζωή, πλούσια σε εμπειρίες και συγκινήσεις (οι περισσότερες άσχημες και τραυματικές). Κακοποιημένη σεξουαλικά από τον παππού της μικρή, και υποφέροντας από σκολίωση σε όλη της τη ζωή, έζησε σε διάφορα μέρη, λόγω της δουλειάς του πατέρα της (ήταν μηχανικός ορυχείων). Αλάσκα, Ελ Πάσο, Σαντιάγκο Χιλής σε μια περίοδο που χαρακτηρίστηκε από οικονομική άνεση και πρωτόγνωρη (για την οικογένεια) χλιδή, ενώ μετά την απόφασή της να σπουδάσει στις ΗΠΑ, αρχίζει η περίοδος της μεγάλης περιπλάνησής της, όχι μόνο γεωγραφικά αλλά και ψυχολογικά. Τρεις γάμοι, διαζύγια, τέσσερα παιδιά, ερωτικές σχέσεις, μετακομίσεις σε Μεξικό, Αριζόνα, Αλμπουκέρκη (Νιού Μέξικο), Νέα Υόρκη, Κολοράντο, Λος Άντζελες, οικονομικά προβλήματα και επαγγέλματα όπως: καθαρίστρια σε σπίτια, νοσοκόμος, διοικητική υπάλληλος και τηλεφωνήτρια σε νοσοκομείο, καθηγήτρια. Όλα αυτά υπό το μόνιμο θέμα με τον αλκοολισμό της, που προέκυψε από τα νεανικά της χρόνια, ζώντας σε μια οικογένεια με χρόνια παρόμοια προβλήματα (ο παππούς και η μητέρα της ήταν αλκοολικοί).

"Δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα με τον θάνατό σου, Τερ. Αλλά το ξέρεις.
Είναι όπως εκείνη τη φορά στο αεροδρόμιο, όταν ήσουν έτοιμος να μπεις στη φυσούνα που οδηγούσε στο αεροπλάνο για την Αλμπουκέρκη.
"Ω, σκατά. Δεν γίνεται να φύγω. Δεν θα βρεις ποτέ το αυτοκίνητο".
"Τι θα κάνεις άμα φύγω, Μάγκι;" με ρωτούσες ξανά και ξανά, την άλλη φορά, όταν θα πήγαινες στο Λονδίνο.
"Θα φτιάχνω μακραμέ, αλητάκο μου".
"Τι θα κάνεις άμα φύγω, Μάγκι;"
"Πραγματικά πιστεύεις ότι σε χρειάζομαι τόσο πολύ;"
"Ναι" είπες. Μια απλή δήλωση, τυπική της Νεμπράσκας.
Οι φίλοι μου λένε ότι κυλιέμαι στην αυτολύπηση και τις τύψεις. Λένε πως δεν βλέπω κανέναν τους πια. Όταν χαμογελάω, το χέρι μου πηγαίνει άθελά μου στο στόμα μου να το κρύψει.
Συλλέγω υπνωτικά χάπια. Κάποτε κάναμε μια συμφωνία...αν τα πράγματα δεν βελτιώνονταν ως το 1976, θα πηγαίναμε να αυτοκτονήσουμε με όπλο στην άκρη της μαρίνας. Δεν με εμπιστευόσουν, είπες ότι θα σε πυροβολούσα πρώτο και θα το έσκαγα, ή θα πυροβολούσα πρώτα τον εαυτό μου, κάτι απ' τα δύο. Με κούρασαν τα παζαρέματα, Τερ."


Στα διηγήματά της, η Μπερλίν μεταφέρει αυτές τις εμπειρίες της, περιγράφοντας τις ζωές ανθρώπων που συνήθως δεν προσέχουμε, ανθρώπων που περπατάνε δίπλα μας, περνώντας απαρατήρητοι, μπαίνουν στα σπίτια μας, συναλλάσσονται μαζί μας για διάφορα θέματα, μας εξυπηρετούν ή μας εκνευρίζουν στην καθημερινότητά μας. Πόσα βιβλία ή ιστορίες γνωρίζουμε με ήρωες, μια καθαρίστρια, μια τηλεφωνήτρια, μια κουρασμένη γυναίκα που περιμένει να πλυθούν τα ρούχα της στα πλυντήρια;

Στις ιστορίες με τις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις (μόνο σε μια βρίσκουμε δύο αφηγητές), υπάρχουν επαναλαμβανόμενα μοτίβα, σκηνές ακινησίας που ξαφνικά παίρνουν ζωή. Επεισόδια από την περίοδο του καθολικού οικοτροφείου, από την περίοδο της ζωής στη Χιλή, από την εφηβεία και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, από την περιπλάνηση σε διάφορα μέρη με τους εκάστοτε συντρόφους της, από το Μεξικό και την ασθένεια της αδερφής της, από το νοσοκομείο, από τα σπίτια που καθάριζε. Το ύφος είναι τόσο άμεσο και εκπέμπεται τέτοια οικειότητα από τα κείμενα, που, πολλές φορές νιώθεις σαν να σου μιλάει ένας φίλος, και να σου εξομολογείται στιγμές της ζωής του. Οι ιστορίες της Μπερλίν έχουν κίνηση και αμεσότητα, ξεκινάνε ήρεμα και απλά και προς το τέλος εκρήγνυνται, είτε με κάτι που συμβαίνει, είτε με κάποιο σχόλιο.

"Οι άνθρωποι στα αυτοκίνητα γύρω μας έτρωγαν πράγματα που πιτσιλάνε. Καρπούζια, ρόδια, λιωμένες μπανάνες. Μπίρα εκτινασσόταν από μπουκάλια σε οροφές, σόδες χύνονταν σαν καταρράκτες στα πλάγια των αυτοκινήτων...Πεινάω, κλαψούρισα. Η κυρία Σνόουντεν το είχε προβλέψει. Το γαντοφορεμένο χέρι της μου έδωσε ένα μπισκότο με σύκο τυλιγμένο σ' ένα χαρτομάντιλο που μύριζε πούδρα. Το μπισκότο ξεδιπλώθηκε στο στόμα μου σαν γιαπωνέζικο λουλούδι."

Η γοητεία της καθημερινότητας κυριαρχεί στα διηγήματα. Χαρακτήρες που κοιτούν από τα παράθυρα του σπιτιού τους, που ρεμβάζουν ακίνητοι, που καπνίζουν ατελείωτα, που πηγαίνουν στα καθαριστήρια και πιάνουν κουβέντα με πλάνητες και τυχαίους, που καθαρίζουν σπίτια για να ζήσουν «εισβάλλοντας» στη ζωή των άλλων, που πίνουν σαν να μην υπάρχει αύριο, αυτοκαταστροφικοί τύποι αλλά και συμβιβασμένοι, που μισούν τη μονοτονία και ακολουθούν πάντα τον “δύσκολο δρόμο”. Η ζωή σε βαρετές επαρχιακές πόλεις, αλλά και στην χαλαρότητα του Σαντιάγκο, στη Νέα Υόρκη αλλά και στην βαβούρα του Μεξικού, όπου δεν μπορείς ούτε στιγμή να μείνεις μόνος σου, περνάνε μέσα από το δηλητηριώδες και οξύ χιούμορ της Μπερλίν, με ζωντανές σκηνές που διαγράφονται στη μνήμη και μένουν αξέχαστες στον αναγνώστη μέσα από την γλαφυρότητα των εικόνων και τη σημασία της κάθε λεπτομέρειας, που περιγράφει με το μοναδικό της ύφος η συγγραφέας.


"Αγαπημένη μου Κόντσι,
Έγραψα ένα διήγημα, τα "Μήλα". Είναι για έναν γέρο που μαζεύει μήλα. Ο Μπομπ Ντας κοκκίνισε με το στιλό του καμιά δεκαριά επίθετα και είπε ότι ήταν "μια καλογραμμένη, αποδεκτή ιστοριούλα". Ο Τζο είπε ότι ήταν εξεζητημένη και επίπλαστη. Ότι θα έπρεπε να γράφω μόνο γι' αυτά που αισθάνομαι, όχι να επινοώ κάτι για έναν γέρο που ποτέ δεν γνώρισα. Δεν με πείραξαν ιδιαίτερα όσα είπαν. Διάβασα το διήγημά μου ξανά και ξανά.
Ασφαλώς και με πείραξαν.
Η Έλλα, η συγκάτοικός μου, είπε ότι θα προτιμούσε να μην το διαβάσει. Μακάρι να τα πηγαίναμε καλύτερα. Κάθε μήνα, η μητέρα της, τής ταχυδρομεί τις σερβιέτες της από την Οκλαχόμα. Σπουδάζει θέατρο. Θεέ μου, πως θα καταφέρει μια μέρα να παίξει τη λαίδη Μάκβεθ, αν παθαίνει σύγκρυο με λίγο αιματάκι;"

Η συλλογή «Οδηγίες για οικιακές βοηθούς», μπορεί να διαβαστεί και ως μυθιστόρημα, καθώς οι ιστορίες έχουν συνοχή και σύνδεση μεταξύ τους. Τα ονόματα των ηρωίδων αλλάζουν – κάποια παραμένουν τα ίδια σε αρκετά διηγήματα, ενώ δεν ακολουθείται κάποια χρονική σειρά, με κάποιες από τις αφηγήσεις να συνεχίζονται σε δύο ή τρία διηγήματα, ελαφρώς παραλλαγμένες σε κάποια κοινά σημεία. Αυτοαναφορικός λόγος με στοιχεία auto-fiction (αυτομυθοπλασίας), που ξεφεύγει από την αυτοβιογραφία, καθώς παρουσιάζεται έντονα λογοτεχνικός και με στοιχεία υπερβολής. Η Μπερλίν, με σαρκασμό και δηλητηριώδες χιούμορ, ισορροπεί μεταξύ δράματος και κωμικοτραγικών στοιχείων ακόμα και στις πιο φορτισμένες συναισθηματικά σκηνές, με χαρακτηριστικότερη αυτή στο Μεξικό, όταν η ηρωίδα έχει πάει να φροντίσει την μικρότερη αδελφή της που πεθαίνει από καρκίνο, η οποία παραπονιέται ότι όταν πεθάνει “δεν θα ξαναδεί ποτέ της γαϊδουράκια”!

Οι επιρροές στο ύφος της Μπερλίν πολλές, καθώς βλέπεις να περνάει από τα κείμενά της, ολόκληρη η μεσοπολεμική Αμερικανική πεζογραφία, με κυριότερες επιδράσεις ή συγγένειες να διακρίνονται με τα έργα των Κάρβερ και Κέρουακ (κυρίως). Το ύφος της Μπερλίν χαρακτηρίζεται από τους Αμερικανούς κριτικούς, ως “dirty realism” (“βρώμικος ρεαλισμός”), όρος ευφυής και απολύτως ταιριαστός, ενώ δεν υπάρχει καθόλου διδακτισμός ή κοινωνιολογικές και ψυχολογικές παρατηρήσεις – τα πράγματα “απλώς συμβαίνουν” και οι καταστάσεις παίρνουν τον δρόμο τους.

"Άραγε τι είναι ακριβώς ο γάμος; Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω. Και τώρα αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι ο θάνατος."

Αποτελεί αξέχαστη εμπειρία, η ανάγνωση των ιστοριών της Μπερλίν, που αποδεικνύεται μια τεράστια διηγηματογράφος, ισάξια των Τσέχοφ, Μανρό, Κάρβερ, Τσίβερ. Ευτύχησε να εκδοθεί στη χώρα μας, σε έναν υπέροχο τόμο από τις (εξαίρετες) εκδόσεις Στερέωμα, με έναν θαυμάσιο και κατατοπιστικότατο πρόλογο της σπουδαίας Lydia Davis (συγγενούς στο ύφος με την Μπερλίν), και ωραία μετάφραση της Κατερίνας Σχινά. Ένα βιβλίο που θα είναι σίγουρα στην καλύτερη δεκάδα αυτών που διάβασα το 2019.

Βαθμολογία 86 / 100




 
Πέμπτη, Ιουνίου 27, 2019
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιουνίου 27, 2019 | Permalink
"Δάσος σκοτεινό"

Απαιτητικό και ξεχωριστό βιβλίο, το μυθιστόρημα της εξαίρετης Αμερικανoεβραίας συγγραφέως, Nicole Krauss (Νέα Υόρκη, 1974), με τίτλο "ΔΑΣΟΣ ΣΚΟΤΕΙΝΟ" ("Forest Dark") - (εκδ. Μεταίχμιο, (ωραία) μετάφρ. Ι. Ηλιάδη, σελ. 349). Είναι ένα ωραίο αλλά ίσως αδιέξοδο λογοτεχνικό έργο, που σε βάζει σε πολλές σκέψεις γύρω από την ταυτότητα, την ύπαρξη αλλά και σε ένα άλλο επίπεδο, για τα όρια της γραφής και της λογοτεχνίας.


"Σε μια ιστορία καθένας χρειάζεται πάντοτε έναν λόγο για τα πράγματα που κάνει. Ακόμα κι όταν φαίνεται να μην υπάρχει κίνητρο, αργότερα η λανθάνουσα αρχιτεκτονική της πλοκής και των συσχετισμών πάντοτε αποκαλύπτει ότι υπάρχει. Η αφήγηση δεν μπορεί να συντηρήσει την απουσία μορφής περισσότερο απ' όσο το φως μπορεί να συντηρήσει το σκοτάδι - είναι το αντίθετό της, συνεπώς ποτέ δεν μπορεί αληθινά να τη μεταδώσει. Το χάος είναι η μόνη αλήθεια την οποία η αφήγηση πρέπει πάντοτε να απεμπολεί, γιατί στη δημιουργία των λεπτών δομών της που αποκαλύπτουν αλήθειες για τη ζωή το ποσοστό της αλήθειας που έχει να κάνει με την έλλειψη συνάφειας και τάξης πρέπει να συσκοτίζεται."

Ο τίτλος του βιβλίου προέρχεται από έναν στίχο της "Κόλασης" του Δάντη ("Στου δρόμου της ζωής τη μέση / σε σκοτεινό βρέθηκα δάσος / γιατί το μονοπάτι είχε μπλέξει"), και περιγράφει απολύτως την κατάσταση, στην οποία βρίσκονται οι δύο ήρωες του μυθιστορήματος της Κράους. Όλο το βιβλίο περιστρέφεται γύρω από αυτούς τους δύο ήρωες, τους δύο πόλους, των οποίων οι ιστορίες κινούνται παράλληλα με κεντρικό άξονα, το εμβληματικό (λόγω της θέσης και της ιστορίας του) ξενοδοχείο Χίλτον του Τελ Αβίβ, που αντιπροσωπεύει διαφορετικά (για τον καθένα) πράγματα στις ζωές τους.

Ο πρώτος κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου, είναι ο ηλικιωμένος Τζούλιους Έπστιν, που (λες και βγήκε από τις σελίδες του Φίλιπ Ροθ), βρίσκεται αντιμέτωπος με την μεγαλύτερη υπαρξιακή κρίση της πλούσιας μέχρι τώρα ζωής του. Επιτυχημένος δικηγόρος, δυναμικός και επιδραστικός στην Εβραϊκή κοινότητα της Ν.Υόρκης, πάμπλουτος με φιλανθρωπική δράση, αλλάζει μετά τον θάνατο των γονιών του. Αποφασίζοντας να κάνει μια στροφή 180 μοιρών στη ζωή του, χωρίζει την επί μια 35ατία σύζυγό του και αρχίζει να ξεφορτώνεται περιουσιακά του στοιχεία μεγάλης αξίας (πίνακες διάσημων ζωγράφων, ρολόγια) με την ίδια ορμή και πάθος που τον χαρακτήριζε σε όλη του τη ζωή.
Αποφασίζει να πάει στο Τελ Αβίβ, την γη των προγόνων του, καταλύοντας αρχικά στο ξενοδοχείο Χίλτον. Αποξενωμένος απ' όλους και απ' όλα, ψάχνει απαντήσεις σε ερωτήματα που δεν τολμάει να θέσει ούτε στον εαυτό του, κινούμενος σε ένα limbo, μια παραζάλη, όπως γράφει η συγγραφέας σε μια από τις ωραιότερες προτάσεις του βιβλίου (και είναι γεγονός ότι υπάρχουν πολλές σε αυτό): "Ο Έπστιν μπήκε στο σπίτι. Μπήκε με ένα τραγούδι στο μυαλό του. Μπήκε με τον τρόπο που ένας άντρας μπαίνει στην ίδια του τη μοναξιά, χωρίς ελπίδα να τη γεμίσει".

Ο δεύτερος κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου, είναι η επιτυχημένη σαραντάρα συγγραφέας Νικόλ, που περνάει μια περίοδο συγγραφικού μπλοκαρίσματος, αλλά και κρίσης στον γάμο της. Γενικώς επαναξιολογεί τη ζωή της: "Τα πράγματα στα οποία είχα επιτρέψει στον εαυτό μου να πιστέψει - το άτρωτο της αγάπης, τη δύναμη της αφήγησης (...), την ουσιαστική υγεία της οικογενειακής ζωής - δεν τα πίστευα πια", και αποφασίζει να πάει για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα στο Ισραήλ, αφήνοντας τον σύζυγό της και τα δύο τους παιδιά και ξεκινώντας από το μέρος που θεωρεί ότι οι δύο γονείς της, την συνέλαβαν, το Χίλτον του Τελ Αβίβ και έχοντας στο μυαλό της μια ασαφή πληροφορία για την αυτοκτονία ενός ανθρώπου στο ξενοδοχείο.
Γρήγορα όμως το ενδιαφέρον της γι' αυτό το γεγονός (δεν μπορεί να βρει περισσότερα στοιχεία καθώς τα στόματα είναι κλειστά), εξαντλείται, καθώς την προσεγγίζει ένας μυστηριώδης τύπος, συνταξιούχος καθηγητής λογοτεχνίας που ενδέχεται να ήταν πράκτορας της Μοσάντ, ο οποίος της λέει ότι γνωρίζει την πραγματική ιστορία του Φραντς Κάφκα, ο οποίος - όπως ισχυρίζεται - δεν πέθανε από φυματίωση στην Πράγα, αλλά έζησε στην Παλαιστίνη για δεκαετίες μέχρι τον θάνατό του. Όσο κουλό κι αν ακούγεται αυτό, η επιμονή του καθηγητή πείθει την Νικόλ (που θεωρεί ότι ως συγγραφέας επηρεάστηκε από τον Κάφκα), να ασχοληθεί με το θέμα, οδηγώντας την σε μια περιπέτεια που κάποιες στιγμές μοιάζει με εφιάλτη.


"Δένουμε και δενόμαστε επειδή τα δεσμά μάς δένουν μ' εκείνους που ήταν δεμένοι πριν από εμάς, και με τους δεμένους πριν από εκείνους, και ούτω καθεξής, με μια αλυσίδα από σκοινιά και κόμπους που πάει τρεις χιλιάδες χρόνια πίσω, γιατί από τότε ονειρευόμαστε να κόψουμε τα δεσμά και να ελευθερωθούμε, να βγούμε απ' αυτόν τον κόσμο και να βρεθούμε σε έναν άλλον όπου δεν θα είμαστε μισεροί και παραμορφωμένοι ώστε να χωράμε στο παρελθόν, αλλά θα αφεθούμε να αναπτυχθούμε ασυγκράτητα προς το μέλλον."

Οι δύο πρωταγωνιστές του βιβλίου, ψάχνουν για μια αλλαγή στη ζωή τους. Αυτό φαίνεται εντονότερα στην ιστορία της Νικόλ, μια ιστορία που περιέχει αυτοαναφορικότητα και στοιχεία αυτομυθοπλασίας (autofiction) από την Κράους. Η ιστορία του Έπστιν, ενός ανθρώπου που πλησιάζει στο τέλος της ζωής του, διαβάζεται ευκολότερα - η ιστορία της Νικόλ είναι πιο εσωτερική, περιέχει εκπληκτικές παραγράφους για τα αδιέξοδα στη ζωή όπως και για την λογοτεχνία, που δίνουν βάθος στο στοχαστικό ύφος της αφήγησης. Έχουμε λοιπόν στο βιβλίο, ένα λογοτεχνικό ταξίδι επιρροών, που ξεκινάνε από τον Ροθ, συνεχίζουν στους Γκρόσμαν και Οζ για να καταλήξουν, μέσα από την φωνή της Νικόλ στον Ζέμπαλντ και στον Κνάουσγκορντ.

Το βιβλίο της Κράους, με τις δύο παράλληλες ιστορίες των κεντρικών του χαρακτήρων να το διατρέχουν και να μη συναντιούνται ποτέ, φτάνει σε ένα σημείο αδιέξοδο, με το αμήχανο φινάλε του. Ουσιαστικά είναι δύο νουβέλες αυτόνομες με αρκετά κοινά στοιχεία και κάποιες γέφυρες (οι εικόνες του Ισραήλ, το Χίλτον και ο ρόλος του στις ζωές τους, οι διαλυμένες οικογένειες), που συνθέτουν ένα μυθιστόρημα. Τα περισσότερα ερωτήματα που τίθενται στην αρχή των ιστοριών των δύο ηρώων, μένουν αναπάντητα. Τι συνέβη τελικά στον Έπστιν; Άλλαξε η ζωή της Νικόλ;

Το «Δάσος σκοτεινό», είναι ένα όμορφο και πολύ ιδιόρρυθμο μυθιστόρημα με έξοχη ατμόσφαιρα, ωραίο ύφος και συνεχείς αυξομειώσεις ρυθμού. Μακροπερίοδος λόγος που (κυρίως στην ιστορία της Νικόλ) έχει έντονο φιλοσοφικό βάρος, στοχασμός πάνω στην αναζήτηση ταυτότητας, στην αυτοπραγμάτωση, στην ανθρώπινη κατάσταση, στην μοναξιά, στην αποξένωση, στις οικογενειακές σχέσεις αλλά και πάνω στην λογοτεχνία και στα όριά της, στο λογοτεχνικό ύφος και στην φόρμα. Ψυχολογία, Θεολογία, Φιλοσοφία, Ιστορία, Μεταφυσική, Πολιτική, εμπλέκονται στο αφηγηματικό ύφος της Κράους, που απαιτεί την συγκέντρωση (και την συνεχή αφοσίωση) του αναγνώστη – θα τον αφήσει μετέωρο και μπερδεμένο στο τέλος, αλλά θα του δώσει πολλή τροφή για σκέψη.

Βαθμολογία 81 / 100



 
Τρίτη, Ιουνίου 18, 2019
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιουνίου 18, 2019 | Permalink
Δύο εξαίρετα ελληνικά βιβλία ("Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά" και "Η ιδιωτική μου αντωνυμία")

Τα δύο λογοτεχνικά έργα της εγχώριας παραγωγής που παρουσιάζονται σήμερα στο blog, δεν έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους, εκτός ίσως της ωραίας γλώσσας των συγγραφέων, κάτι άλλωστε που δεν αποτελεί έκπληξη, αφού, έχουμε να κάνουμε με δύο έμπειρους και δοκιμασμένους συγγραφείς. Παρουσιάζονται εδώ μαζί, καθαρά λόγω οικονομίας χρόνου, καθώς η ανανέωση του blog, δεν αποτελεί καθημερινή υπόθεση και τα ωραία βιβλία για τα οποία θέλω να γράψω στοιβάζονται, περιμένοντας υπομονετικά.

Ας μιλήσουμε λοιπόν, για ένα πολύ καλό μυθιστόρημα, που προκάλεσε αίσθηση και συζητήσεις, από την πρώτη ημέρα κυκλοφορίας του, το «ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΜΕΣΑ ΧΑΛΚΙΝΗ ΚΑΡΔΙΑ» του Κώστα Β. Κατσουλάρη, και την θαυμάσια συλλογή μικρών πεζών του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, με τίτλο «Η ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΜΟΥ ΑΝΤΩΝΥΜΙΑ», δύο βιβλία που κυκλοφόρησαν προς το τέλος του 2018. Δύο συγγραφείς, σχεδόν συνομήλικοι, που βρίσκονται στην καλύτερή τους περίοδο, της συγγραφικής ωριμότητας, παραδίδοντάς μας, τα καλύτερα βιβλία της μέχρι τώρα πορείας τους στον λογοτεχνικό στίβο.


Στο μυθιστόρημά του «ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΜΕΣΑ ΧΑΛΚΙΝΗ ΚΑΡΔΙΑ» (εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 269), ο Κώστας Κατσουλάρης (Άρτα, 1968), δεν φοβάται να αναμετρηθεί με ευαίσθητα θέματα της πολιτικής και κοινωνικής επικαιρότητας, διαμορφώνοντας μια συγκροτημένη ιστορία αναζήτησης του άλλου, αλλά (κυρίως) και του εαυτού – μια ιστορία που συνομιλεί ευθέως με την Ιλιάδα του Ομήρου, σε ένα τολμηρό βιβλίο, που παρά τις κάποιες ανισότητές του, αποτελεί μια ωραία αναγνωστική εμπειρία.

«…τα πράγματα (…), είτε το θέλουμε είτε όχι, συμβαίνουν. Κι αφού συμβούν, δεν μπορούμε πλέον να κάνουμε τίποτε για να αλλάξουμε. Στέκονται εκεί, μπροστά μας, πίσω μας, σε ό,τι ήδη αποκαλούμε παρελθόν, και μας κοιτάζουν βουβά και λυπημένα. Ακλόνητα κι αμετάκλητα.»



Ο Αργύρης Σταυρινός, έμπειρος φιλόλογος με χρόνια στην εκπαίδευση, είναι ένας άνθρωπος μισός και αποξενωμένος από όλους, που κουβαλάει τις βαθιές πληγές του στην καθημερινότητά του. Ζει μόνος του, με τις ενοχές του παρελθόντος, και τον πόνο από ένα γεγονός που συνέβη στη ζωή του και δεν μπορεί να το ξεχάσει. Βρισκόμαστε, στα τέλη του 2013, στην Αθήνα της κρίσης και των συγκρούσεων κάθε είδους. Έχουν προηγηθεί η δολοφονία του Φύσσα από στελέχη της Χρυσής Αυγής στο Κερατσίνι, όπως και η μυστηριώδης και εν πολλοίς ανεξιχνίαστη δολοφονία δύο μελών της Χρυσής Αυγής στο Νέο Ηράκλειο της Αττικής.
Ο Σταυρινός διδάσκει την Ιλιάδα στο γυμνάσιο που εργάζεται και στο πρόσωπο του 15άχρονου Νάσου, ενός έφηβου Αλβανικής καταγωγής, βρίσκει έναν χαρισματικό μαθητή, έναν από αυτούς που σπάνια συναντάς. Μέσα από την διδασκαλία, αλλά και με mails, η επικοινωνία τους γίνεται σχεδόν καθημερινή και η ανταλλαγή απόψεων όχι μόνο γύρω από το Ομηρικό έπος, αλλά και για τον Ρίτσο και τον Χειμωνά είναι γόνιμη και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

Ο Νάσος όμως μετά το καλοκαίρι αποφοίτησής του από το Γυμνάσιο, αποφασίζει να μη γραφτεί στο Λύκειο, επιλέγοντας (;) να εξαφανιστεί. Ο Σταυρινός νιώθει, ότι δεν μπορεί να το αφήσει έτσι, και επιδίδεται σε έναν απελπισμένο αγώνα, να βρει τι συνέβη στον Νάσο, που έχει χαθεί. Κινεί γη και ουρανό, ρωτώντας δεξιά κι αριστερά, ενώ την ίδια ώρα ασκείται πειθαρχικός έλεγχος εναντίον του, μετά την καταγγελία της μητέρας του Νάσου ότι την απείλησε, όταν εκείνη του ανακοίνωσε να μη τους ενοχλεί. Ο καθηγητής πρέπει να απολογηθεί για το είδος της σχέσης του με τον μαθητή – καθώς όλων το μυαλό πάει στο πονηρό -, η θέση του στην εκπαίδευση κινδυνεύει κι εκείνος αδιαφορεί γι’ αυτό, ενώ συνεχίζει το ψάξιμο στην περιοχή που διαμένει η οικογένεια του Νάσου, στον Κολωνό, μια περιοχή που βρίσκεται στο επίκεντρο των συγκρούσεων μεταξύ «αντιφασιστικών» ομάδων και χρυσαυγιτών ή ναζιστών κάθε είδους.

Ο Σταυρινός ευρίσκεται ενώπιον πολλαπλών αδιεξόδων, προσωπικών και επαγγελματικών. Δεν υπερασπίζεται τον εαυτό του στους συναδέλφους του, επιδιώκοντας έμμεσα μια τιμωρία, ενώ μετά από την πίεση και την προτροπή, της μοναδικής φίλης που του έχει μείνει να ενταχθεί σε μια ομάδα ψυχοθεραπείας, ενώ συνεχίζει όλο και πιο έντονα την αναζήτηση του Νάσου, μη διστάζοντας να θέσει τον εαυτό του σε κίνδυνο καθώς χώνεται όλο και περισσότερο σε «απαγορευμένες ζώνες». Είναι μια καταβύθιση στην «καρδιά του σκοταδιού» για τον απογοητευμένο από τη ζωή καθηγητή απ’ όπου κανείς δεν θα βγει αλώβητος και χωρίς αμυχές.

Παρακολουθούμε τα γεγονότα μέσα από την αναζήτηση του Σταυρινού για τον εξαφανισμένο μαθητή του, μια αναζήτηση που γίνεται εμμονή και αποτελεί μια προσωπική, ιερή αποστολή. Είναι όμως ουσιαστικά αυτό, η αφορμή και για μια αναζήτηση εαυτού, μια καταβύθιση στα βαθύτερα σημεία της ύπαρξης για αυτόν τον πληγωμένο άνθρωπο. Μέσα από τον εποικοδομητικό και ενδελεχή διάλογο για την Ιλιάδα με τον μαθητή του, θα βρει ένα νόημα στη ζωή του, ενώ μέσα από την ομάδα ψυχοθεραπείας, θα ξεμπλοκάρει τον εαυτό του, θα αντικρύσει κατάφατσα τα ελλείμματά του.

Ωραία δομή και ατμόσφαιρα σασπένς, καλοκουρδισμένος ρυθμός και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ιστορία που δεν εκτρέπεται σε συναισθηματισμούς και ευκολίες, χαρακτηρίζουν το μυθιστόρημα του Κατσουλάρη, που είναι το καλύτερο, τής μέχρι τώρα αξιοσημείωτης παρουσίας του στην εγχώρια λογοτεχνική σκηνή. Το εύρημα της Ιλιάδας, δεν είναι τυχαίο (εξάλλου τίποτα δεν είναι τυχαίο σε αυτό το καλοχτισμένο βιβλίο), καθώς το Ομηρικό έπος συνομιλεί με την ιστορία της αναζήτησης του Νάσου - με το συνολικό κείμενο του βιβλίου, ενώ προκαλούν σε γόνιμους προβληματισμούς οι συνομιλίες μεταξύ του καθηγητή και του μαθητή, για τις ραψωδίες του έπους, οι ενστάσεις αλλά και οι παρερμηνείες από την πλευρά του Νάσου, οι προσπάθειες του καθηγητή να επικεντρωθούν στην ουσία των πραγμάτων.



Το μυθιστόρημα όμως έχει και πολιτικοκοινωνικό ενδιαφέρον, καθώς αναπαριστώνται με ρεαλισμό και ψυχραιμία, οι συγκρούσεις στην περιοχή του Κολωνού – μια περιοχή που δεν επιλέχθηκε τυχαία από τον συγγραφέα, καθώς τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής ήταν πάντοτε πολύ υψηλότερα από τον εκλογικό της μέσο όρο εκεί -, με τις συμπλοκές να αποτελούν στοιχείο της καθημερινότητας των κατοίκων, και τους νέους να εμπλέκονται λιγότερο ή περισσότερο σε αυτές. Ο συγγραφέας δεν καταδικάζει, παραθέτει τα γεγονότα χωρίς να προσπαθεί να περάσει μηνύματα, αποφεύγει την παγίδα του διδακτισμού, και με ψυχραιμία αφήνει τον αναγνώστη να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Το μυθιστόρημα είναι πολυπρισματικό και πολυεπίπεδο, με την δράση του να κλιμακώνεται, καθώς προχωράμε προς το τέλος. Είναι όμως πολύ «φορτωμένο» θεματικά, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει σε πλατειασμούς, όπως εντόπισα στις σελίδες που αφορούν τις συνεδρίες της ομαδικής ψυχοθεραπείας που ναι μεν βοηθάνε τον Σταυρινό στο προσωπικό του πρόβλημα, και στην συγκλονιστική αφήγηση γύρω από αυτό, από την άλλη όμως φαντάζουν περιττές και κάπου κουραστικές μέχρι την αποκάλυψή του.

Στιβαρό και σύγχρονο μυθιστόρημα, το «Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά», που μιλάει για μια κοινωνία αποπροσανατολισμένη και βαθύτατα διχασμένη, για την αναζήτηση εαυτού και ταυτότητας, για την αίσθηση του ανήκειν, για την αίσθηση της απώλειας, αλλά και της αποτυχίας και της ματαιότητας, για την αδυναμία επικοινωνίας και κατανόησης, για τις δεύτερες και τρίτες ευκαιρίες σε αυτή τη ζωή. Είναι ένα θαυμάσιο βιβλίο που μπορείς να μιλάς ώρες γι’ αυτό και εκεί (πάνω απ’ όλα) έγκειται η αξία του.

_______________________________________________________________________________

Στο βιβλίο του, με τίτλο «Η ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΜΟΥ ΑΝΤΩΝΥΜΙΑ» (εκδ. Κίχλη, σελ. 170), ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης (Γιαννιτσά, 1970), συνθέτει μια ωραιότατη συλλογή μικρών πεζών, που χαρακτηρίζονται από έντονη αυτοβιογραφικότητα, αλλά κυρίως από την λυρικότητά τους και τις ωραίες εικόνες που ο συγγραφέας μεταφέρει.



Ο Χατζημωυσιάδης  με 145 μικρά πεζά, που κατανέμονται σε εννέα ενότητες, όσα και τα είδη των αντωνυμιών και τα οποία διαχωρίζονται σε κεφάλαια ανάλογα το είδος (οριστική, κτητική, δεικτική, προσωπική, αλληλοπαθής, ερωτηματική, αόριστη, αναφορική, αυτοπαθής), και που τα περισσότερα δεν καταλαμβάνουν ούτε ολόκληρη τη σελίδα αυτής της εξαίρετης έκδοσης, ισορροπεί μεταξύ πεζογραφίας και ποίησης, με υπέροχο λυρισμό και ωραία γλώσσα. Κείμενα που προκαλούν τον αναγνώστη να γίνει συνένοχος σε αυτό το ταξίδι στο παρελθόν, σε περιοχές της μνήμης από ένα κόσμο διαφορετικό αλλά και ταυτόχρονα οικείο.

«Το βοριαδάκι του Γενάρη

Νυχτώνει πολύ νωρίς τούτο το χειμώνα. Ειδικά όταν περπατάω μονάχος μου στους άδειους δρόμους. Δίπλα από τους χαλασμένους φανοστάτες, τις σκιές από τα γυμνά δέντρα, τα κλειστά καφενεία και τα μακρινά γαβγίσματα των σκύλων. Ο θάνατος, σκέφτομαι, δεν είναι μόνο ή τόσο ένα συμβάν. Είναι πρωτίστως μια εξελισσόμενη κατάσταση. Και δεν αφορά μόνο τους ανθρώπους, αλλά και τα σπίτια, τα σχολεία, τις πλατείες, τον τόπο εντέλει που αγάπησες. Αν ήμουν δε ζωγράφος, θα τον παρίστανα σε ένα χωριό της Μακεδονίας με τη μορφή μιας μαυροντυμένης γριάς μπροστά στην αναμμένη τηλεόραση, τη στιγμή ακριβώς που σκέφτεται ότι δεν θα’ ρθει ούτε αύριο ο αγροτικός γιατρός.»

Η παιδική ηλικία σε ένα χωριό της Μακεδονίας, η αγροτική ζωή, ένας κόσμος που έχει χαθεί οριστικά μαζί με τα παλιά σπίτια, μαζί με την ισοπεδωτική ανοικοδόμηση. Εικόνες από τη ζωή στο χωριό, στο σχολείο, στην καθημερινότητα. Το καφενείο του χωριού, οι αγροτικές εργασίες, το μάζεμα του καπνού, το όργωμα, η ζέστη του καλοκαιριού, το κρύο του χειμώνα, η φύση, η σημασία των απλών πραγμάτων.

«Ζητούνται επειγόντως αναμνήσεις.
Κατά προτίμηση ανώδυνες.
Προς ποιητική, υπαρξιακή και ασφαλώς πολιτική χρήση.»

Θραύσματα της μνήμης που ακολουθεί τα δικά της μονοπάτια, άναρχα και χωρίς σχέδιο. Πως είναι να μεγαλώνεις σε ένα χωριό τις δεκαετίες 70 και 80; Εποχές πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών, και μια Ελλάδα που αλλάζει, μια επαρχία που αλλάζει. Η σκιά του Εμφυλίου ακόμα βαριά, η πολιτική διαρκώς παρούσα και όλα να λύνονται (;) με ένα ποτήρι τσίπουρο στο καφενείο και πανσέτα στα κάρβουνα.
Η παιδική ματιά που είναι αθώα και που αλλάζει καθώς το παιδί μεγαλώνει και συνειδητοποιεί τι γίνεται γύρω του, ο μεσήλικας πλέον που κοιτάζει πίσω του με νοσταλγία για μια εποχή που χάθηκε, για έναν άνθρωπο που έγινε άλλος.

«Σβουνιά

Ογδόντα πέντε χρονών η μάνα του. Τα’ χε φάει τα ψωμιά της. Πήρε το πινέλο και έγραψε «ΔΙΔΕΤΑΙ ΠΡΟΣ ΑΝΤΙΠΑΡΟΧΗ». Σαν το’ μαθε η γρια, βρήκε φρέσκια κοπριά αγελάδας και σοβάτισε το πωλητήριο του γιου της. Έκανε πίσω αυτός, μην τη στενοχωρήσει κι άλλο. Κι ας τον πίεζε η γυναίκα του να φύγει το παλιόσπιτο από πάνω τους.
Στα σαράντα της μάνας του πήρε αμέσως λάστιχο και σκούπα. Και όσο έτριβε την κολλημένη κοπριά από τον τοίχο ένιωθε τα τρίμματα να πέφτουν πάνω στα μαλλιά του. Καλοκαίρι καιρός, ένα σύγκρυο τον διαπέρασε.
Τελικά το’ δωσε αντιπαροχή. Έξι πατώματα σηκώθηκαν στη θέση τους. Έχει τώρα ολόκληρο όροφο. Είναι ευχαριστημένη κι η γυναίκα του. Κάθονται τα βράδια και βλέπουν τηλεόραση μαζί ή είναι ο καθένας κολλημένος στον υπολογιστή του. Κάποιες φορές τους πιάνει βέβαια η νοσταλγία για τα παλιά, τότε που ήταν όλα τόσο ωραία, τόσο απλά. Σ’ αυτό συμφωνούν κι οι δυο τους.»



Χιούμορ και ρεαλισμός, υπαινικτικότητα και οικονομία λόγου, συγκίνηση και γοητεία, χαρακτηρίζουν τα αυτοβιογραφικά (όσο κι αν ο συγγραφέας αρνείται τον όρο) πεζά του Χατζημωυσιάδη, σε ένα βιβλίο – καθρέφτη, που παρά το αποσπασματικό του ύφος, παρασύρει τον αναγνώστη σε αυτό το προσωπικό αλλά και ταυτόχρονα οικουμενικό οδοιπορικό.

«Το δικό του ποίημα

Τίποτες δεν ήταν όπως πριν. Κι ούτε θα μπορούσε να είναι. Τουλάχιστον όχι όπως το θυμόταν, ιδωμένο μέσα από τα νεανικά του μάτια, όπου όλα ακτινοβολούσαν κι έλαμπαν, ακόμα και οι πιο φριχτές του αυταπάτες, τότε που αποχαιρετούσε τη μάνα του με την υπόσχεση ότι ώσπου να κιτρινίσουν τα σπαρτά θα’ χε ξαναγυρίσει στην πατρίδα, για να πάρει πίσω το αίμα του αδελφού και του πατέρα του και να βγάλει για βοσκή τα γελάδια τους, να πήξει κατσικίσιο τυρί και να κατεβάσει ξύλα απ’ το βουνό. Σαράντα πέντε φορές πρασίνισαν και κιτρίνισαν από τότες τα σπαρτά. Η μάνα του πέθανε στο μεταξύ. Άδειασε το μαντρί τους. Ερήμωσε το σπίτι τους. Γαϊδουράγκαθα και ακακίες, κισσοί και αγριοτριανταφυλλιές έπνιξαν την αυλή τους. Τώρα στέκεται απ’ έξω και θωρεί χωρίς να του απομένει ούτε μια εκδίκηση. Έτσι σαν δικαιολογία ή σαν εξήγηση για τη ζωή του τη χαμένη. Τι είναι η πατρίδα; Σπρώχνει τη σκουριασμένη εξώπορτα. Ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο πεισμώνει στο κρύο του Νοέμβρη. Είναι βεβαίως η πατρίδα κι αυτά κι εκείνα. Τα πέταλα του λουλουδιού διαλύονται στο πρώτο άγγιγμα. Αλλά, πάνω απ’ όλα , είναι η πατρίδα ένας ωραίος τόπος για να πεθαίνεις.»

Βαθμολογία (και των δύο βιβλίων): 80 / 100






 
Τετάρτη, Ιουνίου 12, 2019
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουνίου 12, 2019 | Permalink
Η λήθη και η αγάπη για τη ζωή ("Γενική θεωρία της λήθης")

Διαβάζοντας τον περίεργο τίτλο της εκπληκτικής και μελαγχολικής νουβέλας “Η ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ” (“Teoria geral de esquecimento”), του Ανγκολέζου συγγραφέα (Πορτογαλικής καταγωγής) Jose Eduardo Agualusa (1960, Ουάμπο, Ανγκόλα) – (εκδ. Opera, μετάφρ. Μ. Μπεζαντάκου, σελ. 188), πιστεύεις ότι πρόκειται για ένα δοκίμιο ή μια επιστημονική εργασία, αμέσως όμως με τις πρώτες σελίδες, αντιλαμβάνεσαι ότι έχεις μπροστά σου, ένα στιβαρό και πολυεπίπεδο, λογοτεχνικό έργο, που δεν πρόκειται να το αφήσεις από τα χέρια σου εύκολα.


Η ιστορία του βιβλίου εκτυλίσσεται στην Ανγκόλα από το 1975 και μετά. Ο αγώνας των Ανγκολέζων για ανεξαρτησία, που διήρκεσε πάνω από μια δεκαετία, δείχνει να δικαιώνεται μετά την φυγή των Πορτογάλων από τη χώρα μετά την πτώση της δικτατορίας του Σαλαζάρ στην μητέρα πατρίδα. Η Ανγκόλα πρώην πλέον Πορτογαλική αποικία, δεν χαίρεται για πολύ την ανεξαρτησία της, καθώς ξεσπάει ένας ιδιαίτερα αιματηρός εμφύλιος πόλεμος που θα κρατήσει σχεδόν 30 χρόνια. Όσο σχεδόν, θα κρατήσει ο εγκλεισμός της Λουντοβίκα.

"Τα λάθη μας, μάς διορθώνουν. Ίσως χρειάζεται να ξεχάσουμε. Θα έπρεπε να κάνουμε πράξη τη λήθη...Λήθη, σημαίνει θάνατος, λέει. Η λήθη είναι μια παραίτηση."

Η Λουντοβίκα είναι ήδη μια γυναίκα μέσης ηλικίας, όταν φθάνει στην Λουάντα, την πρωτεύουσα της Ανγκόλας. Από μικρή ζούσε υπό την προστασία κάποιου. Μια οδυνηρή εμπειρία, την σημάδεψε όταν ήταν μικρό παιδί και από τότε έγινε αγοραφοβική και παράξενη. Όταν πέθαναν οι γονείς της, πήγε να ζήσει με την μικρότερή της αδερφή την Οντέτε. Κάποια στιγμή όμως η Οντέτε γνωρίζει τον Ορλάντο, έναν Ανγκολέζο που είχε πάει στην Πορτογαλία για δουλειά. Σύντομα το ζευγάρι παντρεύεται και πάνε να ζήσουν στην Λουάντα, την πρωτεύουσα της Ανγκόλας. Μαζί τους θα πάρουν την Λουντοβίκα που αναλαμβάνει την διαχείριση του νοικοκυριού.

Ο Ορλάντο δουλεύει σε μια εταιρεία διαμαντιών και το σπίτι που αγοράζει, είναι ένα μεγάλο διαμέρισμα σε μια πολυτελή πολυκατοικία της πόλης. Ζούν πλουσιοπάροχα, αλλά σύντομα, ξεσπάει ο εμφύλιος. Πυροβολισμοί στους δρόμους, νεκροί παντού, ο Ορλάντο αργεί, αλλά μια ημέρα τους ανακοινώνει ότι όλα είναι έτοιμα για την αναχώρησή τους από τη χώρα για την Λισαβόνα. Εξάλλου όλοι οι γνωστοί τους έχουν φύγει για Πορτογαλία ή Βραζιλία. Λίγες ημέρες πριν την αναχώρησή τους όμως, το ζευγάρι δεν επιστρέφει σπίτι μετά από ένα από τα πολλά αποχαιρετιστήρια δείπνα σε ένα φιλικό σπίτι. Η Λουντοβίκα μένει μόνη της στο τεράστιο διαμέρισμα με μόνη της συντροφιά τον σκύλο του σπιτιού, που τον φωνάζει "Φάντασμα". Μετά από μια ημέρα, και κάποια περίεργα τηλεφωνήματα, η Λουντοβίκα έχει πανικοβληθεί, σε ένα συρτάρι βρίσκει ένα όπλο, σε ένα άλλο δεσμίδες χαρτονομισμάτων. Μετά από λίγες ώρες, δυο τύποι εμφανίζονται απαιτώντας χρήματα και διαμάντια, μπουκάρουν στο σπίτι και η Λουντοβίκα πυροβολεί τραυματίζοντας θανάσιμα τον έναν. Το επόμενο βήμα είναι να πάρει τα υλικά οικοδομής από την πισίνα που κατασκεύαζε ο γαμπρός της στην ταράτσα. Με αυτά χτίζει έναν τοίχο, έξω από την εξώπορτα, απομονώνοντας τελείως το διαμέρισμα από την υπόλοιπη πολυκατοικία.

"Πολλές φορές, βλέποντας τα πλήθη να λυσσομανούν μπρος στην πολυκατοικία, ακούγοντας τον ατέλειωτο σαματά απ' τις κόρνες και τις σφυρίχτρες, τις φωνές, τις ικεσίες και τις κατάρες, ένιωθε ένα βαθύ τρόμο, ένα αίσθημα πολιορκίας και απειλής. Κάθε φορά που επιθυμούσε να ξεφύγει από εκεί, έψαχνε κάποιο βιβλίο στη βιβλιοθήκη. Καθώς έκαιγε τα βιβλία, αφού είχε ήδη ρίξει στη φωτιά όλα τα έπιπλα, τις πόρτες και τις σανίδες του πατώματος, ένιωθε ότι έχανε ελευθερία. Ήταν σαν να έβαζε φωτιά στον πλανήτη. Καίγοντας τον Ζόρζε Αμάντο έχανε την ευκαιρία να επιστρέψει στο Ιλιέους και στο Σάο Σαλβαντόρ. Καίγοντας τον Οδυσσέα του Τζόις έχανε το Δουβλίνο. Καταστρέφοντας το Τρεις Ταλαίπωροι Τίγρεις έβλεπε την παλιά Αβάνα να φλέγεται. Έμεναν λιγότερα από εκατό βιβλία. Τα κρατούσε πιο πολύ από πείσμα παρά για να τα διαβάσει. Έβλεπε τόσο αμυδρά, που ακόμα και με τη βοήθεια ενός τεράστιου φακού, ακόμα κι αν άνοιγε το βιβλίο κάτω απ' τον ήλιο με τον ιδρώτα να στάζει όπως στη σάουνα, της έπαιρνε ένα ολόκληρο απόγευμα για ν' αποκρυπτογραφήσει μια σελίδα. Τους τελευταίους μήνες είχε αρχίσει να γράφει με τεράστια γράμματα τις αγαπημένες της φράσεις απ' όσα βιβλία της έμεναν, σε όσους άδειους τοίχους είχε ακόμα το διαμέρισμα. Λίγος καιρός ακόμα, σκέφτηκε, και θα είμαι πραγματικά φυλακισμένη. Δεν θέλω να ζήσω σε μια φυλακή. Αποκοιμήθηκε."

Η Λουντοβίκα από το διαμέρισμά της, θα παρακολουθήσει τις αλλαγές στη ζωή της πόλης, από την πλήρη ερήμωση και τους νεκρούς, στην κοσμοσυρροή που θα επακολουθήσει, καθώς άνθρωποι από την επαρχία θα ζωντανέψουν ξανά την πόλη, αλλά και τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας. Εκείνη, περίκλειστη, θα βρει τρόπους να επιβιώσει στο κάστρο της, με τις μεγάλες βιβλιοθήκες που καίγονται υπέροχα, χωρίς ρεύμα και μόνο με το βρόχινο νερό. Παράλληλα με την ιστορία της Λουντοβίκα, και τα λυρικά κομμάτια του ημερολογίου της (πραγματικά διαμάντια), ο συγγραφέας μας δίνει μια πανοραμική εικόνα της κατάστασης στην σπαρασσόμενη χώρα, μέσα από δυνατούς χαρακτήρες, όπως του δημοσιογράφου Μπενσιμόλ που ασχολείται με τις ιστορίες εξαφανίσεων που συμβαίνουν στην Ανγκόλα, του πρώην άστεγου με το ψευδώνυμο “Μικρός Σομπά”, που θα πιάσει την καλή με μια (κυριολεκτικά) βοήθεια εξ ουρανού, του πρώην ασφαλίτη και νυν ντετέκτιβ Μόντε, των δυο μικρών παιδιών, Σαμπαλού και Μπαγιακού, που μεγαλώνουν μέσα στους δρόμους, ωριμάζοντας γρήγορα και τέλος του Ζερεμίας Καράσκο, του μισθοφόρου που θα πεθάνει πολλές φορές μέχρι να βρει τα διαμάντια που ψάχνει.


Ο Αγκουαλούζα, με οικονομία λόγου και εξαιρετική δομή, συνθέτει μια νουβέλα, που παρά το μικρό της μέγεθος, προσφέρει αφθονία χαρακτήρων, ιστοριών που κινούνται παράλληλα με την κεντρική ιστορία εγκλεισμού της ηρωίδας, μέχρι τις τελευταίες σελίδες που θα ενωθούν οι τροχιές των δευτερευόντων χαρακτήρων σε ένα φινάλε που θα ξεκαθαρίσει καταστάσεις και παλιούς λογαριασμούς.

"Κινούμαι σαν μέδουσα μέσα σ'αυτή τη φωτεινή ομίχλη.
Βουλιάζω στα ίδια μου τα όνειρα. Ίσως αυτό μπορεί να ονομαστεί θάνατος.

Υπήρξα ευτυχισμένη σ'αυτό το σπίτι, κάποια απογεύματα που ο ήλιος μ'έβρισκε στην κουζίνα. Καθόμουν στο τραπέζι. Το φάντασμα ερχόταν και ακουμπούσε το κεφάλι του στην ποδιά μου.

Αν είχα ακόμα χώρο, κάρβουνο και ακάλυπτους τοίχους, θα μπορούσα να γράψω μια γενική θεωρία της λήθης.

Συνειδητοποιώ ότι έχω μεταμορφώσει το διαμέρισμα ολόκληρο σ' ένα απέραντο βιβλίο. Αφού κάψω τη βιβλιοθήκη, αφού πεθάνω κι εγώ, θα μείνει μόνο η φωνή μου.

Σ' αυτό το σπίτι όλοι οι τοίχοι έχουν το στόμα μου."

Η ηρωίδα του βιβλίου, επιλέγει την απομόνωση, μέσα από αυτή την διαδικασία, ξαναγεννιέται, μαθαίνει τον εαυτό της, να ζει χωρίς την βοήθεια των άλλων, να επιβιώνει και τελικά βρίσκει τη δύναμη να ζήσει, νικώντας την λήθη. Η μια ιστορία, φέρνει την άλλη, στο βιβλίο του Αγκουαλούζα, που λειτουργεί και ως μπάμπουσκα, καθώς αποκαλύπτονται συνεχώς ιστορίες για ανθρώπους, μέσα από εικόνες έντονες και ολοζώντανες, που θυμίζουν παραμύθια και μαγικό ρεαλισμό (ένας ιπποπόταμος σε ένα μπαλκόνι, ένα περιστέρι που έχει στην κοιλιά του διαμάντια, χωριά που εξαφανίζονται, και άλλα πολλά.

Η γενική θεωρία της λήθης”, είναι ένα σαγηνευτικό και υπέροχο μυθιστόρημα-έκπληξη, για την επιβίωση σε σκοτεινούς καιρούς, για τον θάνατο και τη μνήμη, για την ιστορία μιας χώρας. Μιλάει για την λήθη, αλλά και για την αγάπη για τη ζωή, την αγάπη για την λογοτεχνία. Μέσα στην διάχυτη μελαγχολία του βιβλίου, περιέχεται βία και θλίψη, αλλά και πολύ χιούμορ και στυλ. Με ανάλαφρο στοχασμό που δεν κουράζει ούτε στιγμή τον μαγεμένο αναγνώστη, η πολυβραβευμένη νουβέλα (International Dublin Literary Award 2017, Short listed Man Booker 2016, βραβείο Fernando Namora 2013), του Αγκουαλούζα συνδυάζει φιλοσοφία με λογοτεχνία, ιστορία με την χαρά της αφήγησης. Πιάνεις τον εαυτό σου, να επαναλαμβάνει σελίδες και να απολαμβάνει μέχρι κεραίας αυτό το έξοχο βιβλίο.

Βαθμολογία 85 / 100