Τετάρτη, Μαρτίου 20, 2019
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαρτίου 20, 2019 | Permalink
"Η Λεωφόρος"

Ένα από τα ωραιότερα συναισθήματα που μπορεί να νιώσει ο βιβλιόφιλος αναγνώστης, είναι όταν ανακαλύπτει καλούς (ή και εξαίρετους) συγγραφείς για τους οποίους δεν είχε ακούσει ποτέ τίποτα, δεν είχε δει καμία αναφορά στο όνομά τους. Διαβάζοντας αυτούς τους "άγνωστους" (για σένα) συγγραφείς, είναι σαν να ανακαλύπτεις ένα νέο κόσμο, κάτι πολύτιμο και θέλεις να μάθεις όσο γίνεται περισσότερα γι' αυτόν. Η περίπτωση του Trevanian, είναι μια από αυτές τις "αποκαλύψεις". Ο Αμερικανός συγγραφέας που έγινε γνωστός με αυτό το ψευδώνυμο, ήταν ο πανεπιστημιακός, Rodney William Whitaker (Νέα Υόρκη 1931 - Δυτική Αγγλία 2005), ο οποίος εξέδωσε 8 μυθιστορήματα ως Τρεβάνιαν με τεράστια εμπορική επιτυχία καθώς τα περισσότερα από αυτά πούλησαν εκατομμύρια αντίτυπα (θεωρούμενα ως "βιβλία-αεροδρομίου"), ενώ χρησιμοποίησε και άλλα ψευδώνυμα σε βιβλία του χωρίς όμως την ίδια επιτυχία. Το πρώτο βιβλίο του Τρεβάνιαν που εκδόθηκε στα ελληνικά είναι "Η ΛΕΩΦΟΡΟΣ" ("The Main") - (εκδ. Πόλις, μετάφρ. Κλ. Παπαμιχαήλ, επιμ. Λ. Καλοσπύρος, σελ. 437), ένα ελεγειακό νουάρ μυθιστόρημα με έξοχη ατμόσφαιρα και έναν ακαταμάχητο λογοτεχνικό ήρωα.


"Η λέξη Λεωφόρος αναφέρεται σ' ένα δρόμο και ταυτόχρονα μια ολόκληρη περιοχή. Με την πιο στενή της έννοια, η Λεωφόρος είναι το Μπουλβάρ Σαιν Λωράν, κάποτε η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο γαλλικό και το αγγλικό Μοντρεάλ, ενώ ο ίδιος ο δρόμος είναι, στην ουσία του και στον τρόπο που αρθρώνεται , γαλλικός. Ένας δρόμος εξαθλιωμένος και θορυβώδης, με μικρομάγαζα και χαμηλά ενοίκια, ήταν φυσικό να αποτελέσει την πρώτη στάση για τα κύματα των μεταναστών που εισέρεαν στον Καναδά, και με την άφιξή τους η "Λεωφόρος" διεύρυνε την έννοιά της ώστε να συμπεριλάβει αλληλοεξαρτώμενα δίκτυα από σοκάκια προς τα δυτικά και τα ανατολικά της ραχοκοκαλιάς του Σαιν Λωράν. Κάθε νέα εθνότητα έμπαινε στη Λεωφόρο σαστισμένη, φοβισμένη, γεμάτη ελπίδα. Κάθε νέα ομάδα σχημάτιζε ένα σφιχτό κλοιό για να προστατευτεί απ' την καχυποψία και την προκατάληψη και συγκεντρωνόταν σε πολιτισμικά γκέτο των οποίων η έκταση περιοριζόταν σε κάποια οικοδομικά τετράγωνα.
Βρήκαν δουλειές, άνοιξαν μαγαζιά, απέκτησαν παιδιά· άλλοι πέτυχαν κι άλλοι απέτυχαν· και, με τη σειρά τους, αντιμετώπιζαν το επόμενο κύμα μεταναστών με καχυποψία και προκατάληψη.
Τα όρια ανάμεσα στο γαλλικό και στο αγγλικό Μόντρεαλ απλώθηκαν σε μια ουδέτερη ζώνη, όπου καμιά γλώσσα δεν υπερτερούσε, και με τον καιρό η Λεωφόρος έγινε ένα τρίτο νήμα στον ιστό της πόλης, μια ξεχωριστή ζώνη από ανάμικτους πολιτισμούς που ωστόσο δεν συγχωνεύονταν. Οι μετανάστες που πρόκοψαν, καθώς και τα περισσότερα παιδιά, μετακόμισαν στο αγγλόφωνο δυτικό Μόντρεαλ. Μα οι γέροι έμειναν, εκείνο που είχαν ξοδέψει τον κόπο και τα χρήματά τους για τη μόρφωση των παιδιών που τώρα ντρέπονται λίγο γι' αυτούς. Οι γέροι έμειναν· κι οι αποτυχημένοι· κι οι χαμένοι."

Η ιστορία εκτυλίσσεται στις αρχές της δεκαετίας του '70 και η Λεωφόρος είναι, ένας πολυπολιτισμικός δρόμος στην καρδιά του Μόντρεαλ. Μαγαζάκια με μικροεμπόρους, πόρνες που κάνουν πιάτσα, τσοντάδικα και κέντρα διασκέδασης, αυτοκίνητα που κορνάρουν και τουρίστες που περιδιαβαίνουν και πέφτουν θύματα πορτοφολάδων. Ο βετεράνος αστυνόμος Λαπουάντ, ένας χήρος πενηντάρης, είναι ο "πατριάρχης" της λεωφόρου, καθώς όλη τη μέρα πηγαίνει πάνω κάτω, μιλώντας με τους μαγαζάτορες και τις πόρνες, προλαβαίνοντας μικροκλοπές και μη διστάζοντας να χειροδικήσει με τον "παλιό, καλό τρόπο" ενός μπάτσου που δεν καταλαβαίνει από κοινωνικές ευαισθησίες και δημοκρατικές συμπεριφορές. Ζει ολομόναχος, μετά τον θάνατο της αγαπημένης του συζύγου, χωρίς να αλλάξει τίποτα στο σπίτι - σε ένα σπίτι που γυρίζει μόνο για να κοιμηθεί. Στην φαντασία του, ζει ακόμα με την γυναίκα του κι έχουν παιδιά (δύο κόρες), παρότι ποτέ τους δεν κατάφεραν να τεκνοποιήσουν, ενώ δυο βράδια τη βδομάδα τα περνάει παίζοντας χαρτιά εδώ και χρόνια με φίλους του μαγαζάτορες της περιοχής.

Όταν ένας νεαρός βρίσκεται νεκρός σε έναν παράδρομο της λεωφόρου, γνωρίζουν από το εγκληματολογικό ότι ο Λαπουάντ θα ασχοληθεί θέλουν δεν θέλουν με την υπόθεση. Μαζί του θα είναι κι ένας νεαρός εκπαιδευόμενος αστυνομικός, ο Γκούτμαν που στην αρχή φρικάρει με τις μεθόδους του έμπειρου Λαπουάντ, που δεν διστάζει να μπουκάρει σε σπίτια χωρίς ένταλμα ή να ξεφτιλίζει τους νταβατζήδες της περιοχής όταν κάνουν μαγκιές, έλα όμως που αυτές οι ενέργειες λειτουργούν προς κατάπληξη του Γκούτμαν.

"...Του Γκούτμαν του φαίνεται περίεργο που ο Λαπουάντ γνωρίζει τόσα πολλά για τις ανθρώπινες αντιδράσεις και την ανθρώπινη κατάσταση και την ίδια στιγμή είναι τόσο αμόρφωτος. Αμφιβάλλει αν ο υπαστυνόμος μπορεί να εξηγήσει όρους όπως το "Εκείνο" του Φρόιντ ή η "ψυχογενής φυγή". Κατά πάσα πιθανότητα, αναγνωρίζει τη λειτουργία αυτών των δυνάμεων και των μηχανισμών, χωρίς να ξέρει να τις ονοματίσει."

Ο Λαπουάντ έχει όμως τα δικά του προβλήματα να διευθετήσει εκτός από τον φόνο. Τα παράπονα στον αστυνομικό διευθυντή της περιοχής για τις μεθόδους του, αυξάνονται κι εκείνος του ζητάει να παραιτηθεί σύντομα με τιμητική σύνταξη, ενώ γνωρίζει και μια νεαρή κουτσή πόρνη που την λυπάται και την φιλοξενεί σπίτι του για ένα βράδυ στην αρχή, που μετά γίνονται περισσότερα, φέρνοντας μια (ευχάριστη στην αρχή) αναστάτωση στην ρουτίνα του. Από την άλλη, προσπαθεί με τον συνεργάτη του να εξιχνιάσουν την δολοφονία που δείχνει να μην είναι τόσο τυχαία όσο έδειχνε στην αρχή, καθώς τα νέα στοιχεία που προστίθενται δείχνουν μια ιστορία αρκετά πολύπλοκη που συνδέεται με παλιότερες δολοφονίες που έγιναν στην περιοχή που ελέγχει ο Λαπουάντ.


Μυθιστόρημα που είναι επικεντρωμένο στον κεντρικό του ήρωα, τον Λαπουάντ, είναι “Η Λεωφόρος”. Ένας άνθρωπος που αντιπροσωπεύει μια παλαιότερη εποχή η οποία φτάνει στο τέλος της και αδυνατεί να προσαρμοστεί στις σύγχρονες μεθόδους, ο αστυνόμος, γνωρίζει ότι δεν έχει μέλλον σε αυτή τη δουλειά, είναι ένας μοναχικός καουμπόι, ένας ήρωας ελεγειακός που βαδίζει προς το τέλος των δοξασμένων του ημερών, που ζει μέσα στη μοναξιά και παρέα με τις αναμνήσεις του. Δίπλα του, στην όλο ζωντάνια αφήγηση του Τρεβάνιαν, ωραία σκιαγραφημένοι χαρακτήρες της ζωής της λεωφόρου, οι πόρνες, οι μαγαζάτορες, τα κλεφτρόνια, αλλά και ο νεαρός εκπαιδευόμενος Γκούτμαν με τις δικές του αγωνίες και άγχη.

Η Λεωφόρος” δεν βασίζεται στην αστυνομική πλοκή, η οποία παρουσιάζει μεν ενδιαφέρον, αλλά δεν είναι κάτι πρωτότυπο, στερώντας από αυτό το ωραίο νουάρ, την απογείωσή του. Είναι ένα βιβλίο που δίνει το βάρος του, στην ατμόσφαιρα του κεντρικού δρόμου, την λεπτομέρεια στις περιγραφές, στις σχέσεις που αναπτύσσονται εκεί, στην ανθρωπογεωγραφία της περιοχής σε συνδυασμό με το εμφανές κοινωνικό σχόλιο για τις αλλαγές με εταιρείες που χτίζουν γραφεία και σπίτια, για μια πόλη που αλλάζει με ταχύτατους ρυθμούς.

Χρησιμοποιώντας πολλά στοιχεία από τον κινηματογράφο (οι περιγραφές της λεωφόρου θυμίζουν πανοραμικά πλάνα και εικόνες από ταινίες του Σκορτσέζε ή το (έξοχο) τηλεοπτικό «The Deuce»), με ωραίους διαλόγους και έναν ήρωα που χαράσσεται στη μνήμη σου, “Η Λεωφόρος”, είναι ένα θαυμάσιο page-turner βιβλίο που το απολαμβάνεις και περνάς υπέροχα μαζί του. Το κυριότερο όμως είναι ότι με αυτό το μυθιστόρημα γνωρίζουμε έναν σημαντικό συγγραφέα, ανυπομονώντας για το γνωστότερο βιβλίο του, το “Shibumi” που θα μεταφραστεί κι αυτό στη γλώσσα μας.

Βαθμολογία 79 / 100



 
Τετάρτη, Μαρτίου 13, 2019
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαρτίου 13, 2019 | Permalink
Κόμπρα

Μια συναρπαστική ιστορία που εκτυλίσσεται στη Νότια Αφρική του σήμερα, στην «μετά-απαρτχάιντ» εποχή, είναι το αστυνομικό μυθιστόρημα του Νοτιοααφρικανού συγγραφέα Deon Meyer (Paarl, 1958), με τίτλο «ΚΟΜΠΡΑ» («Kobra») – (εκδ. Στερέωμα, μετάφρ. (από τα Αγγλικά) Α.Αποστολίδης, σελ.456). Μυστικές υπηρεσίες, βίαια εγκλήματα, πολιτικά παιχνίδια ανακατεύονται σε ένα βιβλίο με ξέφρενο ρυθμό, που ο αναγνώστης δεν παίρνει ανάσα από την έντονη δράση και την αγωνία.


Ο αστυνόμος Μπένι Γκρίσελ, που προσπαθεί να θεραπευτεί από το πρόβλημα αλκοολισμού του, βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα σκηνικό αίματος σε μια απόμερη βίλα έξω από το Κέιπ Τάουν. Αρκετοί νεκροί συνθέτουν ένα παζλ ερωτηματικών που ο Γκρίσελ με την επίλεκτη ομάδα της αστυνομίας του Κέιπ Τάουν, που αποκαλείται «Γεράκια» καλούνται να επιλύσουν.
Οι φόνοι ήταν όλοι εκτελεσμένοι με ακρίβεια που έδειχνε επαγγελματίες, ενώ οι νεκροί ήταν ντυμένοι με καινούργια κοστούμια και ήταν σωματώδεις. Η έπαυλη είχε νοικιαστεί σε κάποιον Βρετανό μέσω ηλεκτρονικής συναλλαγής και αλληλογραφίας από μια εταιρεία ασφαλείας που ειδικεύεται σε αυτού του είδους τις δουλειές με πανάκριβο αντίτιμο. Τα στοιχεία όμως δεν οδηγούν πουθενά καθώς ο ενοικιαστής είχε δώσει ψεύτικο όνομα. Μετά από μια επίσκεψη στην Βρετανική Πρεσβεία και ένα ανώνυμο τηλεφώνημα, ο Γκρίσελ ανακαλύπτει ότι στην βίλα φιλοξενείτο ένας διάσημος Άγγλος μαθηματικός που είχε εξελίξει μια φόρμουλα ανεύρεσης των μεθόδων διακίνησης μαύρου χρήματος σε παγκόσμιο επίπεδο, και ο οποίος είχε απαχθεί από τους εκτελεστές για τους οποίους δεν μπορούσε να βρεθεί κανένα στοιχείο, παρά μόνο ότι στην εσωτερική πλευρά κάθε κάλυκα που βρέθηκε στον τόπο των εγκλημάτων, ήταν χαραγμένη μια Κόμπρα.   

Στην υπόθεση μπλέκεται τελείως τυχαία και ένα νεαρό κλεφτρόνι, ο Τάιρον που επιδίδεται με μεγάλη ικανότητα σε μικροκλοπές από μικρό παιδί. Τον τελευταίο καιρό έχει γίνει πιο ριψοκίνδυνος, διότι πρέπει να καλύψει τις σπουδές της αδελφής του στην Ιατρική. Δεν διστάζει λοιπόν, να βουτήξει την τσάντα μιας καλλίγραμμης τουρίστριας έξω από ένα εμπορικό κέντρο. Η τσάντα όμως περιέχει μια κάρτα μνήμης που θέλει πολύ ο εκτελεστής με τον κωδικό όνομα Κόμπρα, ο οποίος παρακολουθεί την σκηνή της κλοπής και κυνηγάει τον νεαρό πορτοφολά σκορπίζοντας νεκρούς στην προσπάθειά του να τον πετύχει.
Στην ιστορία εμπλέκονται οι μυστικές υπηρεσίες των Βρετανών αλλά και η Εθνική Υπηρεσία Ασφαλείας της Ν.Αφρικής, που τυπικά αναλαμβάνουν τις έρευνες. Ο Γκρίσελ και η ομάδα του, τα Γεράκια, βρίσκονται στη μέση, μεταξύ της απαγόρευσης από τους ανώτερούς τους να ασχολούνται άλλο με την υπόθεση, αλλά και των συνεχιζόμενων φόνων από τη μια άκρη του Κέιπ Τάουν στην άλλη, καθώς το κυνηγητό του Τάιρον φέρνει κι άλλους νεκρούς σε μια ιστορία βίας και συνεχούς αγωνίας.

«Που πήγε η εποχή όπου αυτή η χώρα ήταν το σκουπίδι του κόσμου και κανείς δεν ερχόταν; Όταν ήξερες τουλάχιστον πως ο ύποπτος ήταν κάποιο εδώδιμο κάθαρμα;»

Η δράση εκτυλίσσεται στην ευρύτερη περιοχή του Κέιπ Τάουν και μέσα στην πόλη, η ομορφιά του τοπίου έρχεται σε αντίθεση με την βία και την σκληρότητα, τους ρυθμούς της μοντέρνας πόλης που αναπτύσσεται. Ο Μέγιερ δεν περιγράφει (με εξαιρετικό τρόπο) μια απλή ιστορία κατασκοπίας, καταδίωξης και αγωνίας, αλλά μέσα από την ξέφρενη πλοκή, ασκεί κοινωνική και πολιτική κριτική στο σύστημα και στην σύγχρονη πολιτική κατάσταση της χώρας του, με την διαφθορά σε όλα τα επίπεδα, τον ρατσισμό και τις ανισότητες να είναι ακόμα έντονες και τα πολιτικοοικονομικά παιχνίδια να βρίσκονται σε πρώτο πλάνο.

Ο συγγραφέας δίνει έμφαση στους χαρακτήρες, κυρίως στους δύο ήρωές του, τον κουρασμένο αλλά ικανότατο αστυνομικό Γκρίσελ, που δίνει τον προσωπικό του αγώνα να καταπολεμήσει τον αλκοολισμό και μια ελαφρά κατάθλιψη που του έχει επιφέρει η ερωτική του σχέση με μια επιτυχημένη τραγουδίστρια και στον νεαρό πορτοφολά Τάιρον, που μια ζωή προσπαθούσε να επιβιώσει στους δρόμους της πόλης και τώρα τρέχει να γλυτώσει από μια απειλή που φαίνεται ανίκητη ενώ και οι υπόλοιποι δευτεραγωνιστές της ιστορίας δεν μένουν πίσω σε ενδιαφέρον. Η τεχνολογία διαδραματίζει πολύ ουσιαστικό ρόλο στην πλοκή του βιβλίου. Τα κινητά τηλέφωνα, οι σύγχρονες τεχνικές παρακολούθησης αντικαθιστούν τα παραδοσιακά μέσα κάνοντας την εξέλιξη της ιστορίας ιλιγγιώδη και εφιαλτική.

Ο Μέγιερ ειδικεύεται σε αυτό το στυλ ιστοριών, αστυνομικές με κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις στη σύγχρονη Νότια Αφρική. Γράφει στα Αφρικάανς και θεωρείται από τους σημαντικότερους συγγραφείς της χώρας του με πολλές διεθνείς διακρίσεις. Στο πρώτο του βιβλίο που μεταφράζεται στα ελληνικά, μας εκπλήσσει με την δύναμη και την ζωντάνια της γραφής του. Η «Κόμπρα» είναι ένα εκπληκτικό page-turner, μια ιστορία που από κάποια στιγμή και μετά δεν σε ενδιαφέρει αν είναι αληθοφανή όσα διαβάζεις (που μάλλον είναι αλλά who cares), καθώς παρασύρεσαι από την ροή και τον ρυθμό της καταιγιστικής δράσης, σε ένα βιβλίο που σίγουρα θα σε κάνει να περάσεις υπέροχα διαβάζοντάς το.

Βαθμολογία 80 / 100



 
Παρασκευή, Μαρτίου 08, 2019
posted by Librofilo at Παρασκευή, Μαρτίου 08, 2019 | Permalink
Ένα ταξίδι στα βιβλιοπωλεία του κόσμου ("Βιβλιοπωλεία" του Jorge Carrion)
«Περί των βιβλίων ως αντικειμένων, ως πραγμάτων, περί των βιβλιοπωλείων ως αρχαιολογικών χώρων ή παλιατζίδικων ή αρχείων που προβάλλουν αντίσταση στο να μας αποκαλύψουν τη γνώση που κατέχουν, που αρνούνται από τη φύση τους να καταλάβουν τον χώρο στην ιστορία του πολιτισμού που τους αναλογεί, περί της στάσης τους να πηγαίνουν, πολλές φορές, κόντρα σε χωρικούς διαχωρισμούς, να εναντιώνονται σε μια πολιτική διαχείριση του χώρου υπό όρους εθνικούς και κρατικούς, περί της σπουδαιότητας της κληρονομιάς, περί της διάβρωσης του παρελθόντος, περί της μνήμης και των βιβλίων, περί της άυλης κληρονομιάς και της αποτύπωσής της σε υλικά που τείνουν στην αποσύνθεση, περί του Βιβλιοπωλείου και της Βιβλιοθήκης ως διπρόσωπου Ιανού ή ως δίδυμων αδελφών ψυχών, περί της (πάντα αστυνομικής) λογοκρισίας, περί των χώρων που δεν έχουν πατρίδα, περί του βιβλιοπωλείου ως καφέ και ως σπιτικού πέρα και πάνω από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, την Ανατολή και την Δύση, τον δυτικό και τον ανατολικό πολιτισμό, περί του βίου και του έργου των βιβλιοπωλών, με μόνιμη στέγη ή περιπλανώμενων, απομονωμένων ή μελών μιας κοινής παράδοσης, περί της έντασης που αναπτύσσεται ανάμεσα στο χειροτέχνημα και τη μαζική παραγωγή, περί της δύναμης που έχει η συνάντηση σε ένα βιβλιόφιλο περιβάλλον, και του ερωτισμού της (λανθάνον σεξ), περί της ανάγνωσης ως έμμονης ιδέας και ως παραφοράς αλλά και ως ασυνείδητης παρόρμησης ή επιχειρηματικού σχεδίου, με τα ανάλογα προβλήματα διαχείρισης και την εργασιακή εκμετάλλευση, περί των τόσων κέντρων και των αναρίθμητων περιφερειών, περί του κόσμου ως βιβλιοπωλείου και του βιβλιοπωλείου ως κόσμου, περί της ειρωνείας και της σοβαρότητας, περί της ιστορίας όλων των βιβλίων και περί συγκεκριμένων βιβλίων, με ονοματεπώνυμο στα εξώφυλλα, από χαρτί ή πίξελ, περί των βιβλιοπωλείων όλου του κόσμου και περί των δικών μου βιβλιοπωλείων, περί όλων αυτών θα μιλήσει αυτό το βιβλίο, που μέχρι πριν από λίγο βρισκόταν σε ένα βιβλιοπωλείο ή σε μια βιβλιοθήκη ή στο σπίτι κάποιου φίλου και το οποίο τώρα ανήκει έστω και προσωρινά, αναγνώστη, στη δική σου βιβλιοθήκη.»

Ένα βιβλίο για τα βιβλιοπωλεία του κόσμου, για την αγάπη των βιβλίων, για το βιβλίο ως ανάγκη, προτεραιότητα, πολύτιμο αγαθό, είναι το σαγηνευτικό «ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ, ο χάρτης του κόσμου από έναν αναγνώστη» («Librerias»), του Ισπανού καθηγητή δημιουργικής γραφής και δημοσιογράφου, Jorge Carrion (Ταραγόνα, 1976) - (εκδ. Ποταμός, (έξοχη) μετάφρ. Κων/νος Παλαιολόγος, σελ.418). Ένα βιβλίο που είναι ένα ταξίδι μύησης στον παγκόσμιο λογοτεχνικό χάρτη, ανά τους αιώνες και ανά τις ηπείρους. Ένα ταξίδι όχι μόνο για το εμπόριο και το αλισβερίσι γύρω από τα βιβλία αλλά και για την βιβλιοφιλία, το παρόν και το μέλλον των βιβλιοπωλείων όχι μόνο ως επιχειρήσεις αλλά και ως χώρων που προάγουν την ανάγνωση.


«Κάθε βιβλιοπωλείο συμπυκνώνει τον κόσμο.»

Χωρισμένο σε 15 ενότητες (την πολυσέλιδη εισαγωγή και 14 τμήματα), το βιβλίο του Καριόν, ξεκινώντας με τις (απαραίτητες) αναφορές στο εμβληματικό "Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ" του Στ. Τσβάιχ, και μέσω αυτού στον μοναδικό "Φούνες ο μνήμων" του Μπόρχες και στην "Εγκυκλοπαίδεια των νεκρών" του Ντανίλο Κις, ταξιδεύει σε βιβλιοπωλεία που ειδικεύονται στην ταξιδιωτική λογοτεχνία, σε αλυσίδες καταστημάτων, και από την αρχαία στην σύγχρονη Ελλάδα, περνάει στην ιστορία της εμπορίας βιβλίων, στα παλαιότερα βιβλιοπωλεία της Ευρώπης και του κόσμου. Ένα τμήμα του βιβλίου αφιερώνεται στο τουριστικότερο βιβλιοπωλείο της Ευρώπης, το Shakespeare and Company και τις διαφορετικές ζωές του όπως και στο "αδελφάκι" του, το περίφημο "City lights" το βιβλιοπωλείο του Λώρενς Φερλινγκέτι στο Σαν Φρανσίσκο. Το ταξίδι του Καριόν συνεχίζεται στην κεντρική Ευρώπη με αναφορές στον Στάλιν, τον Χίτλερ, την λογοκρισία, την Ιερά Εξέταση για να περάσει στην Κούβα του Φ.Κάστρο και από εκεί στα βιβλιοπωλεία της Ανατολής, τους δρόμους που άνοιξε στους Ευρωπαίους βιβλιόφιλους ο Πωλ Μπόουλς, στα παζάρια για βιβλία και άλλα αντικείμενα στην Τουρκία και στην Κίνα.

«Τα βιβλία γράφονται, μόνο και μόνο προκειμένου να συνδεθούν οι άνθρωποι, ξεπερνώντας την πεπερασμένη ύπαρξή του, ώστε να αμυνθούμε απέναντι στους αμείλικτους αντιπάλους της ζωής μας: την παροδικότητα και τη λησμονιά»

Δύο τμήματα του βιβλίου αφιερώνονται στην Βόρεια και τη Νότια Αμερική, στις Η.Π.Α. από την ανατολική στη δυτική ακτή, σε βιβλιοπωλεία-ορόσημα, γνωστά και άγνωστα, μικρά και μεγάλα (μερικά πραγματικά τεράστια σαν καζίνα) και στην Λατινική Αμερική ακολουθώντας τα βήματα του Ρ.Μπολάνιο στη Χιλή και στο Μεξικό, του Κορτάσαρ και του Μπόρχες στην Αργεντινή, για να επανέλθει στο Παρίσι και στα μεγάλα βιβλιοπωλεία του, και να συνεχίσει με τις μεγάλες αλυσίδες, πως αναπτύχθηκαν αυτές και την κρίση που πέρασαν και το μέλλον τους, για να μεταφερθεί σε μακρινούς τόπους, στην Αυστραλία, στη Νότια Αφρική, στην Παταγονία. Βαδίζοντας προς το τέλος, ο Καριόν γράφει για τα βιβλιοπωλεία του 21ου αιώνα, τα βιβλιοπωλεία-καφέ, τα βιβλιοπωλεία-γκαλερί, τα βιβλιοπωλεία-πολυχώρους για να νοσταλγήσει τα "καθημερινά βιβλιοπωλεία", αυτά της γειτονιάς, όπως τα έζησε στα παιδικά του χρόνια στην Βαρκελώνη και να μιλήσει για τα βιβλιοπωλεία της πόλης που μεγάλωσε. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με το "εικονικό βιβλιοπωλείο" που έχει επικρατήσει παγκοσμίως και τις σκέψεις για το μέλλον του συγγραφέα.

«Το να συσσωρεύεις ερωτικές εμπειρίες είναι όπως το να συσσωρεύεις διαβάσματα: το ίχνος τους είναι εικονικό, μνήμη και τίποτε άλλο. Το να κλέβεις ή να αγοράζεις βιβλία ή να σ’ τα χαρίζουν σημαίνει ότι τα κατέχεις: για ένα συστηματικό αναγνώστη η διαμόρφωση της βιβλιοθήκης δύναται να διαβαστεί, αν όχι ως το αφήγημα ολόκληρης της ζωής του, τουλάχιστον ως μια παρομοίωση της διάπλασής του ως ατόμου στη διάρκεια των νεανικών του χρόνων, όταν η εν λόγω κατοχή είναι αποφασιστική.»


Τα «Βιβλιοπωλεία» μοιάζουν ως προς το ύφος με την έξοχη «Ιστορία της ανάγνωσης» του Alberto Manguel, ένα βιβλίο που μάλλον χρησίμευσε ως οδηγός στον Καριόν. Με συντροφιά υπέροχα επιγράμματα που συνοδεύουν κάθε κεφάλαιο του Ντιντερό, του Κορτάσαρ, του Πεσσόα, του Κανέτι, ο συγγραφέας περιγράφει βιβλιοπωλεία τόπους συνάντησης, βιβλιοπωλεία που είναι πλέον τουριστικές ατραξιόν, θρηνεί για το μεγαλύτερο βιβλιοπωλείο της Βαρκελώνης που μετατράπηκε σε ΜακΝτόναλντς, επισημαίνει την τάση που έγινε μόδα και ίσως ανάγκη, προς ένα πιο σύνθετο βιβλιοπωλείο που έχει και άλλες χρήσεις, εξετάζει το φαινόμενο Amazon και των δρόμων που άνοιξε αυτό.

«Όλα τα βιβλιοπωλεία είναι πυξίδες: αν τα μελετήσεις, σου προσφέρουν ερμηνείες του σύγχρονου κόσμου πολύ πιο καίριες από εκείνες που προσφέρουν άλλες αντιπροσωπευτικές εικόνες ή άλλοι χώροι.»

Τα «Βιβλιοπωλεία» δεν είναι ένας τουριστικός οδηγός για βιβλιόφιλους ταξιδιώτες, ούτε ένα προϊόν μάρκετινγκ αλλά ένα βιβλίο με φιλοσοφική διάθεση, ένα ανάγνωσμα που πίσω του έχει πολλή έρευνα και κυρίως, την παθιασμένη περιπλάνηση ενός ανθρώπου που λατρεύει το βιβλίο, με στιβαρές λογοτεχνικές γνώσεις. Είμαστε έτη φωτός μακριά από γλυκανάλατες σάλτσες για βιβλιοπωλεία που χάθηκαν, ή, για ρομαντικά «παραμυθένια» βιβλιοπωλεία που έχουν γοητευτικές κυρίες που ερωτεύονται ωραίους κυρίους. Ο Καριόν δεν γράφει μια «νεκρολογία», ούτε θρηνεί για την παρακμή των παραδοσιακών βιβλιοπωλείων, δεν είναι πεσιμιστής για το μέλλον τους, ούτε μπαίνει στα χωράφια των οικονομικών μοντέλων, του τρόπου διανομής, την σχέση εκδότη-βιβλιοπώλη. Τον συγγραφέα ενδιαφέρουν οι ιστορίες πίσω από τα εμβληματικά ή όχι βιβλιοπωλεία, τους ανθρώπους που πραγματοποίησαν τα όνειρά τους.

«Η λογοτεχνία είναι μαγεία και ανταλλαγή, και επί αιώνες μοιραζόταν με τα χαρτονομίσματα το γεγονός ότι τυπωνόταν σε χαρτί, γι’ αυτό έχει πέσει θύμα τόσων πυρκαγιών. Τα βιβλιοπωλεία είναι επιχειρήσεις σε διπλό επίπεδο, ταυτόχρονα και κατά τρόπο αδιαχώριστο: οικονομικό και συμβολικό, πώληση αντιτύπων και δημιουργία και καταβαράθρωση μύθων, επαναβεβαίωση της κυρίαρχης αισθητικής ή εφεύρεση μιας καινούργιας, καταθέσεις και χρέη. Τα βιβλιοπωλεία ανέκαθεν, υπήρξαν τόποι σύν(τ)αξης του λογοτεχνικού κανόνα και, συνεπώς, σημεία στρατηγικής σημασίας για τη γεωπολιτική του πολιτισμού. Το μέρος όπου η λογοτεχνία αποκτά φυσική υπόσταση και, ως εκ τούτου, γίνεται πιο διαχειρίσιμη.»

Το βιβλίο είναι ένα προσωπικό ταξίδι που γίνεται όμως γενικό και αφορά όλους τους αναγνώστες που αγαπάνε τα βιβλία και ενδιαφέρονται για την ιστορία τους, από μια πλευρά που συνήθως αποσιωπάται. Από την πλευρά του εμπορίου, για τους ανθρώπους που βρίσκονται στη μέση, μεταξύ του παραγωγού (συγγραφέας, επιμελητής, εκδότης) και του καταναλωτή (αναγνώστης), γι’ αυτούς που πρέπει να ισορροπήσουν σε δύο βάρκες – από τη μια να διατηρούν μια επιχείρηση βιώσιμη, από την άλλη να ενημερώνονται συνεχώς, να διαβάζουν και να συνεχίσουν να υπηρετούν το όραμά τους. Και όπως έγραφε ο Έκτορ Γιάνοβερ στο βιβλίο του «Memorias de un librero» : «Ένας βιβλιοπώλης είναι ένας άνθρωπος που όταν ξεκουράζεται διαβάζει▪ όταν διαβάζει, διαβάζει καταλόγους βιβλίων▪ όταν κάνει βόλτα, κοντοστέκεται στις βιτρίνες άλλων βιβλιοπωλείων▪ όταν πάει σε άλλη πόλη, σε άλλη χώρα, επισκέπτεται βιβλιοπώλες και εκδότες. Τότε μια μέρα, αυτός ο άνθρωπος αποφασίζει να γράψει ένα βιβλίο για το επάγγελμά του. Ένα βιβλίο μέσα σε ένα άλλο βιβλίο που θα πάει να βρει τα υπόλοιπα στις βιτρίνες ή τα ράφια των βιβλιοπωλείων. Άλλο ένα βιβλίο για να το τοποθετήσει, να του βάλει τιμή, να το καθαρίσει, να το παραγγείλει ξανά, να το αποκλείσει οριστικά. Ο βιβλιοπώλης είναι το άτομο εκείνο που έχει μεγαλύτερη συνείδηση από όλους της μηδαμινότητας του βιβλίου, της σπουδαιότητάς του. Γι’ αυτό είναι ένας άνθρωπος διχασμένος▪ το βιβλίο είναι ένα εμπόρευμα που αγοράζεις και πουλάς, και αυτός συγκροτεί αυτό το εμπόρευμα. Αγοράζει και πουλάει τον εαυτό του.»

Με ωραίο στυλ και θαυμάσιο ρυθμό, το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί και ως ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, ένα νοσταλγικό memoir, ένα ταξίδι στον χρόνο ενός ταξιδιώτη διαφορετικού από τους συνηθισμένους. Τα «Βιβλιοπωλεία» είναι ένα βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί από τους βιβλιόφιλους αναγνώστες, από αυτούς που αγαπάνε τα λογοτεχνικά ταξίδια, αλλά και από τους επαγγελματίες του χώρου ή τουλάχιστον από όσους αγαπάνε πραγματικά αυτό που κάνουν. Είναι ένα βιβλίο πολύτιμο και ταυτόχρονα απολαυστικό, τολμηρό και γεμάτο ωραίες σελίδες, ένα υπέροχο ανάγνωσμα.

«Ο διάλογος μεταξύ ιδιωτικών και δημόσιων συλλογών, μεταξύ Βιβλιοπωλείου και Βιβλιοθήκης, είναι (...) τόσο παλιός όσο πολιτισμός▪ αλλά η ζυγαριά της Ιστορίας πάντα κλίνει προς τη δεύτερη. Το βιβλιοπωλείο είναι ελαφρύ, η Βιβλιοθήκη βαριά. Η ελαφρότητα του διαρκούς παρόντος σε αντίθεση με το βάρος της παράδοσης. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ξένο στην ιδέα του βιβλιοπωλείου από την έννοια της αποθησαύρισης. Την ώρα που ο βιβλιοθηκάριος συγκεντρώνει, αποθησαυρίζει, και το πολύ πολύ δανείζει για λίγο το εμπόρευμα - που πλέον δεν είναι τέτοιο και η αξία του παγώνει -, ο βιβλιοπώλης αποκτά για να ξεφορτωθεί ό,τι έχει αποκτήσει, πουλάει και αγοράζει, θέτει σε κυκλοφορία. Η δουλειά του είναι η διακίνηση, η μεταβίβαση. Η Βιβλιοθήκη βρίσκεται πάντα ένα βήμα πίσω: κοιτάζει προς το παρελθόν. Το Βιβλιοπωλείο, αντιθέτως, είναι δεμένο στην ένταση του παρόντος, υποφέρει μαζί του, αλλά ταυτόχρονα διεγείρεται από τη ροπή του στις αλλαγές. Αν η Ιστορία εξασφαλίζει την ύπαρξή στο διηνεκές της Βιβλιοθήκης, το Μέλλον απειλεί διαρκώς την ύπαρξη του Βιβλιοπωλείου. Η Βιβλιοθήκη είναι στέρεη, μνημειώδης, είναι στενά συνδεδεμένη με την εξουσία, τους τοπικούς κυβερνώντες, τα κράτη και τους στρατούς τους (...). Το Βιβλιοπωλείο αντιθέτως είναι ρευστό, εφήμερο, διαρκεί όσο διαρκεί η ικανότητά του να διατηρεί με ελάχιστες αλλαγές μια ιδέα των καιρών του ή του καιρού του. Η Βιβλιοθήκη είναι σταθερότητα. Το Βιβλιοπωλείο διανέμει, η Βιβλιοθήκη συντηρεί. »




 
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 28, 2019
posted by Librofilo at Πέμπτη, Φεβρουαρίου 28, 2019 | Permalink
"Υπόγειος σιδηρόδρομος"

"Η εξέγερση του ενός. Χαμογέλασε για μια στιγμή, πριν επαναβεβαιωθούν τα δεδομένα του τωρινού της κελιού. Γύρω γύρω στους τοίχους σαν αρουραίος. Στα χωράφια, κάτω από τη γη ή σε μια ψευδοροφή σοφίτας, η Αμερική παρέμενε ο δεσμοφύλακάς της."

Για ένα βιβλίο που κερδίζει το βραβείο Πούλιτζερ, το βραβείο US National Book award, είναι πρώτο για καιρό, στη λίστα των best-sellers των N.Y.Times, το συστήνει με τα καλύτερα λόγια ο Μπαράκ Ομπάμα, και αποθεώνεται από την διεθνή κριτική, οι απαιτήσεις είναι πολλές, αλλά οι αναγνωστικές προσδοκίες συνήθως διαψεύδονται (υπό την έννοια "όπου ακούς για πολλά κεράσια...). Ευτυχώς αυτό, δεν συνέβη στην περίπτωση του συγκλονιστικού μυθιστορήματος, του Αφροαμερικανού Colson Whitehead (Νέα Υόρκη,1969), με τίτλο "ΥΠΟΓΕΙΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΣ" ("The Underground railroad") - (εκδ. Ψυχογιός, μετάφρ. Γ. Μπλάνας, σελ.417), ενός βιβλίου που κυριολεκτικά δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου.


Ο μύθος του "υπόγειου σιδηρόδρομου" είναι ένας λαϊκός θρύλος, που κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα στην Αμερική της δουλοπαροικίας τον 18ο και τον 19ο αιώνα. Υπόγειος σιδηρόδρομος βέβαια δεν υπήρξε ποτέ, αλλά υπήρχε ένα αρκετά εκτεταμένο δίκτυο συνεργατών που φυγάδευαν σκλάβους από τις Νότιες πολιτείες, προς τον Βορρά. Στο δίκτυο αυτό συμμετείχαν "ελεύθεροι" μαύροι, αλλά οι περισσότεροι ήταν ευαισθητοποιημένοι λευκοί που βοηθούσαν όπως μπορούσαν, παρέχοντας καταφύγιο στους διωκόμενους φυγάδες σκλάβους που απελπισμένοι αναζητούσαν μια καλύτερη μοίρα. Νοικοκυριά, εκκλησίες, στοές, και ότι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς, χρησιμοποιούντο σε αυτή την υπέροχη, εθελοντική συνεργασία που είχε πολλά θύματα, αλλά μπόρεσε και έσωσε πολλούς ανθρώπους.

Ο Γουάιχεντ παίρνει αυτή την μεταφορά, τον θρύλο του "υπόγειου σιδηροδρόμου" και ευφυώς τον χρησιμοποιεί στην ιστορία που αφηγείται ως κανονικό μέσο διαφυγής, με ατμομηχανές και σταθμάρχες, με οδηγούς και βαγόνια, με κρυμμένες εισόδους κι εξόδους. Το χρονικό πλαίσιο του μυθιστορήματος, είναι τα μέσα του 19ου αιώνα, λίγο πριν ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος. Κεντρικός χαρακτήρας της ιστορίας, είναι μια νεαρή σκλάβα, η Κόρα που ζει σε μια φυτεία της Τζόρτζια («Τζόρτζα» την θέλει ο μεταφραστής, για περίεργο λόγο – προφοράς των σκλάβων ίσως;), από μικρή μόνη της γιατί η μητέρα της, η Μέιμπελ κατάφερε να αποδράσει χωρίς να την βρουν ποτέ, κάτι πρωτόγνωρο (και θεωρούμενο ως κατόρθωμα) καθώς το 99% των δραπετών συλλαμβάνονταν μετά από μια δυο μέρες. Η Κόρα δέχεται την πρόταση του Σίζαρ να αποδράσουν από την φυτεία καθώς η κατάσταση εκεί όσο πάει και γίνεται πιο αφόρητη, με αναίτια μαστιγώματα και τιμωρίες, ενώ και η ίδια αισθάνεται εδώ και χρόνια (από την απόδραση της μητέρας της) εκτός κλίματος, μη μπορώντας να συμβιώσει με τους υπόλοιπους σκλάβους του κτήματος.

"Ο υπόγειος σιδηρόδρομος είναι μεγαλύτερος από τους ανθρώπους που τον διευθύνουν - είναι κι όλοι εσείς. Τα μικρά παρακλάδια, οι μεγάλες υπεραστικές γραμμές. Έχουμε τις πιο καινούργιες ατμομηχανές και τις πιο απαρχαιωμένες κι έχουμε χειράμαξα σαν εκείνο. Πηγαίνει παντού, σε μέρη που ξέρουμε και σε μέρη που δεν ξέρουμε. Έχουμε αυτήν εδώ την σήραγγα, που περνάει από κάτω μας και κανένας δεν ξέρει που οδηγεί. Αν κρατάμε τον σιδηρόδρομο σε λειτουργία και κανένας μας δεν μπορεί να ξέρει που τελειώνει, ίσως μπορέσεις εσύ."

Η Κόρα (που έχει πάντα στο μυαλό της να βρει την μητέρα της μετά από χρόνια όπου κι αν έχει πάει), και ο Σίζαρ δραπετεύουν και πάνω στην προσπάθεια διαφυγής τους, σε μια συμπλοκή με κάποιους αγρότες που τους κυνηγούν, η Κόρα σκοτώνει έναν νεαρό. Πλέον εκτός από φυγάδες θεωρούνται και «φονιάδες», κάτι που οξύνει την κατάσταση. Βρίσκουν καταφύγιο στο σπίτι ενός λευκού γηραιού μάστορα, φίλου του Σίζαρ που γνωρίζει έναν από τους σταθμούς του υπόγειου σιδηρόδρομου και έτσι επιβιβάζονται σ’ αυτόν φεύγοντας από την πολιτεία. Ο σταθμός που θα αποβιβαστούν βρίσκεται σε μια πόλη της Νότιας Καρολίνας, όπου θα αλλάξουν ονόματα και θα βρουν εργασία. Η ζωή τους φαίνεται να ομαλοποιείται, αλλά από τη μια οι νόμοι που η πολιτεία προσπαθεί να εφαρμόσει στους μαύρους, με υποχρεωτική στείρωση κλπ, και από την άλλη η καταδίωξή τους από τον Ρίτζγουεϊ, έναν διαβόητο για την σκληρότητά του (αλλά και τις ικανότητές του) κυνηγό σκλάβων, τους υποχρεώνει να προσπαθήσουν να διαφύγουν ξανά. Η Κόρα το καταφέρνει, αλλά ο Σίζαρ δεν θα σταθεί τυχερός, κι έτσι μένει μόνη της, ξανά στον υπόγειο σιδηρόδρομο, πηγαίνοντας βόρεια και προσπαθώντας να βρει όχι μόνο προσωρινό καταφύγιο αλλά και την οριστική λύτρωση από τα δεσμά της. Ο Ρίτζγουεϊ όμως το έχει πάρει προσωπικά, όχι μόνο για την μεγάλη αμοιβή αλλά καθώς δεν αντέχει δεύτερη αποτυχία αφού η Κόρα είναι κόρη της μοναδικής σκλάβου που του είχε διαφύγει τόσα χρόνια που κάνει αυτή τη δουλειά. Το κυνηγητό γίνεται ακόμα πιο αγωνιώδες και γεμάτο ανατροπές που κρατάνε τον αναγνώστη καθηλωμένο.


"Οι λευκοί σε κατασπάραζαν, αλλά μερικές φορές σε κατασπάραζαν και οι έγχρωμοι επίσης."

Λεπτομέρειες από την εποχή της δουλείας, εικόνες ασύλληπτης φρίκης, περιγραφές που σοκάρουν. Ο Γουάιτχεντ παραθέτει ιστορικά στοιχεία, προσωπικές μαρτυρίες και συνθέτει ένα επικό μυθιστόρημα που συγκλονίζει με την δύναμή του και τον ρυθμό του. Περιγράφει έναν κόσμο βίαιο και απάνθρωπο, όπου η ζωή του μαύρου αξίζει λιγότερο από ένα ζώο, λιγότερο από ένα απαραίτητο οικιακό σκεύος. Περιγράφει τον διχασμό της μαύρης κοινότητας με ανθρώπους να προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την εκάστοτε πολιτική κατάσταση,  μια κοινωνία ρατσιστική όχι μόνο με τους μαύρους, που είναι το εύκολο θύμα, αλλά και με άλλους μετανάστες, όπου οι πολιτοφύλακες και οι κυνηγοί κεφαλών μπορούσαν να κάνουν ότι ήθελαν και όπως το ήθελαν. Η Κόρα, η ηρωίδα του μυθιστορήματος, έξοχος λογοτεχνικός χαρακτήρας, θα κάνει την επανάστασή της και θα βιώσει όλη την βία και τον ρατσισμό σε μια μεταβατική εποχή όπου η κάθε πολιτεία εφαρμόζει διαφορετικούς νόμους, αλλά ακόμα κι εκεί που νομίζεις ότι «εδώ είναι καλύτερα τα πράγματα», έρχονται οι περιστάσεις και σε διαψεύδουν.

Ξεφεύγοντας μερικές φορές προς τον διδακτισμό, ο Γουάιτχεντ έγραψε ένα συναρπαστικό βιβλίο, όπου το άκρατο μίσος συναντάει την αδελφικότητα και την συμπόνια, η βία την τρυφερότητα. Με σκηνές που θυμίζουν τις καλύτερες σελίδες των μυθιστορημάτων του Κόρμακ Μακάρθι, διαβάζουμε για μια από τις σκοτεινότερες περιόδους της Αμερικανικής ιστορίας. Ευτυχώς ο συγγραφέας δεν ολισθαίνει προς τον εύκολο συναισθηματισμό αλλά ελέγχοντας απόλυτα το υλικό του, μας μεταφέρει σε μια ατμόσφαιρα ασφυξίας και απόγνωσης, αδιεξόδου και ελπίδας, με ένα από τα πιο υπέροχα page-turner μυθιστορήματα που το απολαμβάνεις και ταυτόχρονα σε προκαλεί να σκεφτείς κάποια πράγματα που σήμερα θεωρούνται δεδομένα, αλλά δεν ήταν καθόλου έτσι.

Βαθμολογία 86 / 100




 
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 21, 2019
posted by Librofilo at Πέμπτη, Φεβρουαρίου 21, 2019 | Permalink
"Καινούργια μέρα"

"Ένα σώμα που φλέγεται είναι μια οδυνηρή αποκάλυψη  και καμιά σχέση δεν έχει με τη φράση "ένα σώμα που φλέγεται". Ο καιόμενος είναι αδύνατον να αποδοθεί στο χαρτί."

Με ένα πολύ ενδιαφέρον, ογκώδες μυθιστόρημα, επανέρχεται σχεδόν 10 χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου του βιβλίου, ο συγγραφέας και παλαιοβιβλιοπώλης (oldbooks.gr), Νίκος Χρυσός (Αθήνα, 1972). Ο (μάλλον αισιόδοξος) τίτλος του βιβλίου, "ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΜΕΡΑ" (εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 681), δεν προδιαθέτει γι' αυτό που θα ακολουθήσει την ανάγνωσή του, καθώς, αυτό το πολυφωνικό και πολυεπίπεδο μυθιστόρημα είναι μια κάθοδος στην κόλαση, σε έναν κόσμο σκοτεινό κι ανεξερεύνητο, απωθητικό και απελπισμένο.


Ο χρόνος και ο τόπος είναι ασαφή στο βιβλίο του Χρυσού. Μπορεί η δράση να εξελίσσεται σήμερα, μπορεί σε λίγα χρόνια από τώρα. Ο τόπος είναι μια πόλη με μεγάλο λιμάνι κάπου στην Μεσόγειο. Στοιχεία από Αθήνα και Πειραιά είναι διάσπαρτα στην αφήγηση, χωρίς όμως να παίζουν κάποιο ρόλο στην πλοκή ενώ το Λιμάνι χωρίζεται σε ζώνες που είναι τα 24 γράμματα του αλφαβήτου. Σε μια αποθήκη / παλιό αμαξοστάσιο του λιμανιού, όπου τα βράδια καταφεύγουν για να προστατευθούν από το κρύο και για να κοιμηθούν, άστεγοι και παρίες, πουτάνες και πλάσματα της νύχτας, τρεις νεαροί κάνουν μια επιδρομή θανάτου με θύμα, έναν άστεγο, τον Σεβαστιανό, ο οποίος πυρπολείται από τους νεαρούς. Μέλος αυτής της ομάδας, είναι ο Παύλος που είναι και ο νεότερος. Ο Παύλος συγκλονίζεται από την αγριότητα και την κατάληξη της σκηνής που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια του. Γυρίζοντας σπίτι του, αποφασίζει να ξεκόψει από την παρέα του και να ψάξει στοιχεία για τον άνθρωπο που κάηκε.

"Δεν έπρεπε να συμβεί, δεν έπρεπε να' μουν εκεί, δεν έπρεπε να συμβεί, δεν έπρεπε να' μουν εκεί, δεν έπρεπε να συμβεί, δεν έπρεπε να' μουν εκεί, δεν έπρεπε να συμβεί, δεν έχει συμβεί, δεν ήμουν εκεί. Στο λευκό περιθώριο της σελίδας εμφανίζεται ένα μάτι γαλάζιο, το χαρτί αρπάζει φωτιά, πιέζω το μολύβι και μουντζουρώνω το φλεγόμενο μάτι, το φύλο τρυπά μα εγώ συνεχίζω να μουντζουρώνω και να σκίζω τα επόμενα φύλλα το ένα μετά το άλλο ώσπου στη θέση του ματιού υπάρχει μια μαύρη τρύπα."

Ο Παύλος, προσπαθώντας να μάθει περισσότερα για τον Σεβαστιανό και την ιστορία του, εντοπίζει μερικούς από τους πιο βασικούς (και κοντινούς) συντρόφους του, τον Τέως που ήταν έμπορος, ο οποίος καταστράφηκε, του Μαρκόνη που ήταν ασυρματιστής σε καράβια, του ναρκομανή Γιάννη που ήταν φοιτητής και του αεικίνητου Λάκυ που έχει έρθει από την Ρουμανία. Οι άνθρωποι αυτοί αφηγούνται ο καθένας από την πλευρά του, τα έργα και τις ημέρες του Σεβαστιανού, αυτού του αινιγματικού παραμυθά, που έχει πάντα έτοιμη, μια ιστορία να αφηγηθεί, καθηλώνοντας όσους ήταν κοντά του.

Ποιός ήταν όμως ο Σεβαστιανός; Ο αφανής κι όμως διαρκώς παρών κεντρικός χαρακτήρας της ιστορίας; Ο άνθρωπος που γοητεύει και μαγεύει τους πάντες, κλοσάρ και καταστηματάρχες, αστυνόμους και πόρνες, περαστικούς και μόνιμους ακροατές των ιστοριών του; Είναι μήπως ο Ιησούς και γύρω του είναι οι μαθητές του, που θα κηρύξουν τον Λόγο του; Είναι οι αφηγητές της ιστορίας του, ο καθένας από υποκειμενική πλευρά, οι Ευαγγελιστές που θα διαδώσουν τον λόγο του; Ο σκελετός του βιβλίου ακολουθεί αυτή τη δομή, χωρίς όμως να γίνεται άμεσα εμφανές στον αναγνώστη, χωρίς να τον βαραίνει με συμβολισμούς και αναφορές.

"Ξεκαθαρίζω εδώ πως δεν θέλησα ποτέ να υποδυθώ τον ξεπεσμένο ευγενή, δεν διεκδίκησα τον τίτλο του στοιχειωμένου πρίγκιπα που ανακάλυψε μια νέα λυτρωτική αλήθεια. Δεν ήμουν ο παλαβός Βύρων, δεν ήμουν ο τεμπέλης του Λαφάργκ, ήμουν ένα από τα σκουλήκια της πόλης, δεν το ξεχνούσα, το ήξερα, δεν μ' άφηνε κανείς εκεί έξω να το λησμονήσω, κι εξάλλου καμιά χαλαρότητα, καμιά παιδιάστικη ξενοιασιά δεν υπάρχει στον δρόμο. Δεν είναι παρά μια συνεχής πτώση, ένας διαρκής ίλιγγος, ένα άλμα στο χάος κι ας με ξεγελούν καμιά φορά τα παραμύθια του Σεβαστιανού· δεν τον κατηγορώ. Ίσως το μόνο το οποίο θα μπορούσα να του προσάψω είναι πως δεν αντιλαμβανόταν ότι οι ιστορίες του ήταν για εμάς καινούργια σώματα που τα ενδυόμασταν με πρωτοφανή προθυμία και τα απολαμβάναμε, έτσι άφθαρτα και σφριγηλά όπως μας φαίνονταν, χωρίς να καταλαβαίνουμε πως δεν μας ανήκαν, δεν μας ταίριαζαν, δεν μας χωρούσαν καλά καλά, μόνο αποκοίμιζαν για λίγο την πείνα, μας αποσπούσαν για λίγο από τον φόβο της νύχτας, και ίσως αυτό το "για λίγο" ήταν η πιο σπουδαία παρακαταθήκη που μας κληροδότησε ο πολύτιμος φίλος."

Ο Παύλος αλλάζει κατά την διάρκεια των αφηγήσεων, μεταβάλλεται. Ουσιαστικά παγιδεύεται μέσα σε αυτόν τον αλλόκοτο κόσμο, με αφηγήσεις που ενώ περιγράφουν το ίδιο περιστατικό, συνεχώς αλλάζουν και περιπλέκονται, παρασύροντάς τον (όπως και τον αναγνώστη του μυθιστορήματος) σε ένα ταξίδι διαφορετικό. Κι εδώ παρατηρούμε ότι ο συγγραφέας ακολουθεί την ιστορία της Καινής Διαθήκης, με τον Παύλο να γίνεται ο κήρυκας των λόγων του Σεβαστιανού, ενώ οι τελευταίες εκατό σελίδες του βιβλίου με τις "καταγραφές" του Παύλου, είναι μακράν το πιο ενδιαφέρον κομμάτι ενός μυθιστορήματος που παρά τον όγκο του κρατάει τον αναγνώστη μέχρι το τέλος.

Η έρευνα που έκανε ο συγγραφέας είναι εμφανής και εντυπωσιάζει. Ο κόσμος των κλοσάρ είναι ζωντανός και οι περιγραφές της πείνας ως μόνιμης κατάστασης, και ως ενός ατελείωτου εφιάλτη είναι εξαιρετικές, ενώ, το διαρκές άγχος της ζωής στον δρόμο και της αναζήτησης καταλύματος καθώς και η συνεχής κούραση κατακλύζουν τις αφηγήσεις των αστέγων φέρνοντας μια Ντοστογιεφσκική αύρα σε ένα βιβλίο που θέτει ερωτήματα για τη ζωή και τον θάνατο, το έγκλημα και την τιμωρία, την ανθρωπιά και το μίσος, την συμπόνια και την εγκατάλειψη, την απώλεια και την ανάγκη τρυφερότητας.


"Καθώς έκλεισε το βιβλίο, βρέθηκα ασφυκτικά στριμωγμένος ανάμεσα στις σελίδες κι ας ήλπιζα ο αδαής ότι θα με σκέπαζαν τρυφερά σαν πουπουλένιο πάπλωμα χήνας. Ο γηραιός βιβλιοθηκονόμος, κατάκοπος και σιωπηλός, το ακούμπησε στο καροτσάκι, διέσχισε τους χιονισμένους διαδρόμους και με τη βοήθεια μιας σκάλας το τοποθέτησε - με μένα μέσα - σε όρθια στάση στο πιο ψηλό ράφι της ακριανής βιβλιοθήκης. "Καλοδιάβαστος", μ' αποχαιρέτισε."

Αποφεύγοντας τις μελοδραματικές καταστάσεις και τον διδακτισμό, το μυθιστόρημα του Νίκου Χρυσού έχει έντονο και σαφές κοινωνικό σχόλιο για τον ρατσισμό και τον καθημερινό φασισμό, την αποξένωση και την απομόνωση. Μπορεί να πλατειάζει σε ορισμένα σημεία του και η ιστορία να απλώνεται με τις πολλές αφηγηματικές φωνές που ίσως αποβαίνει εις βάρος της πυκνότητας και της οικονομίας του κειμένου, αλλά το βιβλίο όπως αναφέρω παραπάνω, παρουσιάζει πολλές αρετές που στο τέλος κερδίζουν τον αναγνώστη.

Κοντολογίς η «Καινούργια μέρα» είναι ένα ωραίο μυθιστόρημα, γραμμένο με πληθωρικό ύφος, προσεγμένη γλώσσα, καλό αφηγηματικό ρυθμό – δεν χάνεται ο έλεγχος ποτέ -, που όσο προχωράει το κείμενο λειτουργεί πολύ καλά. Ο Νίκος Χρυσός δείχνει το αξιόλογο ταλέντο του, και κυρίως δεν φοβάται την «μεγάλη αφήγηση», στοιχείο που δεν συναντάμε συχνά, στην ελληνική λογοτεχνία του καιρού μας. Ένα βιβλίο που αξίζει να προσεχτεί ιδιαίτερα και να διαβαστεί από ένα ευρύτερο κοινό αναγνωστών.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ : 77 / 100










 
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 14, 2019
posted by Librofilo at Πέμπτη, Φεβρουαρίου 14, 2019 | Permalink
"Ο συνοδοιπόρος"
«Είμαι κατάσκοπος, κοιμώμενος, διπρόσωπος. Δεν εκπλήσσει ίσως το ότι είμαι και δίβουλος. Δεν είμαι κάποιος μεταλλαγμένος απ’ αυτούς στα κόμικς ή στις ταινίες τρόμου, καίτοι μου έχουν φερθεί σαν να είμαι. Απλώς, είμαι ικανός να δω κάθε θέμα από δύο μεριές. Καμιά φορά, κολακεύομαι να πιστεύω ότι αυτό είναι ταλέντο, και μολονότι είναι, ήσσονος φύσεως βέβαια, πιθανόν να είναι και το μοναδικό που διαθέτω. Άλλοτε πάλι, όταν σκέφτομαι ότι δεν μπορώ παρά μόνον έτσι να παρατηρώ τον κόσμο, αναρωτιέμαι αν θα μπορούσε να θεωρηθεί ταλέντο αυτό που διαθέτω. Άλλωστε, ταλέντο σημαίνει κάτι που χρησιμοποιείς, κι όχι κάτι που σε χρησιμοποιεί. Το ταλέντο που δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις, το ταλέντο που σε κατέχει – είναι κάτι επικίνδυνο, οφείλω να πω. Αλλά τον μήνα που αρχίζει αυτή εδώ η εξομολόγηση, ο τρόπος μου να βλέπω τα πράγματα έμοιαζε να είναι μάλλον αρετή παρά ελάττωμα, κι έτσι εμφανίζονται για πρώτη φορά ορισμένοι κίνδυνοι.»

Αυτή είναι η εισαγωγική παράγραφος, του συγκλονιστικού μυθιστορήματος «Ο ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΣ» («The Sympathizer»), εντυπωσιακό λογοτεχνικό ντεμπούτο του Αμερικανοβιετναμέζου συγγραφέα Viet Thanh Nguyen (Βιετνάμ, 1971) – (εκδόσεις Utopia, μετάφρ. και ωραίο επίμετρο Γ.Ι.Μπαμπασάκης, σελ. 650), ένα βιβλίο που σε καθηλώνει από την αρχή! Η αφήγηση ενός Βιετναμέζου σε πρώτο πρόσωπο, ενός ανθρώπου που δεν κατονομάζεται παρά μόνο με τον βαθμό του, «Λοχαγός» - ενός διχασμένου κατασκόπου, είναι το κεντρικό θέμα του βιβλίου αλλά, αυτό είναι μόνο η επιφάνεια.


Ο Λοχαγός έχει συλληφθεί και ανακρίνεται. Η εξομολόγησή του που γράφει ως κομμάτι της ανάκρισής του, είναι η ιστορία του βιβλίου. Μια ιστορία που ξεκινάει με την πτώση της Σαϊγκόν και την μαζική φυγή των Αμερικανών και των Βιετναμέζων υψηλόβαθμων αξιωματικών με τις οικογένειές τους από την πόλη. Ο αφηγητής, ένας άνθρωπος χωρίς οικογένεια και συγγενείς, είναι το δεξί χέρι ενός Στρατηγού και φροντίζει για την διαφυγή της οικογένειας αυτού, ενώ από την άλλη ενημερώνει με όποιον τρόπο μπορεί τους Βιετκόνγκ που έχουν ήδη εισβάλλει στην πόλη, βομβαρδίζοντας και καταλαμβάνοντας το μεγαλύτερο μέρος της για τα τεκταινόμενα. Γιατί ο Λοχαγός, μπορεί να είναι βαθιά χωμένος στην στρατιωτική ιεραρχία, να έχει εκπαιδευτεί σε ρόλο ανακριτή (και πολύ καλού μάλιστα) από τους Αμερικανούς, αλλά ουσιαστικά υπηρετεί τους Κομμουνιστές του Βόρειου Βιετνάμ που τελικά θα κερδίσουν τον πόλεμο.

Ο Στρατηγός και διάφοροι άλλοι αξιωματούχοι, φτάνουν στις ΗΠΑ σώοι και ασφαλείς, μαζί τους κι ο Λοχαγός που έχει καταφέρει να διασώσει τον καλύτερό του φίλο, τον Μπον που η οικογένειά του ξεκληρίστηκε κατά την επιχείρηση διάσωσης. Αυτός, ο Μπον και ο τρίτος της σχολικής παρέας, ο Μαν είναι οι κολλητοί φίλοι από τα σχολικά χρόνια, που η ζωή και οι καταστάσεις τους χώρισαν. Ο αφηγητής και ο Μπον υπηρετούν τον στρατό του Νότιου Βιετνάμ, ο Μαν ο πιο ιδεολόγος και πιο χαρισματικός είναι υψηλόβαθμο στέλεχος του Βορειοβιετναμέζικου στρατού. Σ’ εκείνον παρέχει τις πληροφορίες ο Λοχαγός μέσω κρυπτογραφημένων μηνυμάτων που στέλνονται με το ταχυδρομείο στο Παρίσι.

«Πρόσφυγας, εξόριστος, μετανάστης – όποιο είδος εκτοπισμένου κι αν ήμαστε, δεν ζούσαμε απλώς σε δύο πολιτισμούς, σε δύο κουλτούρες, όπως φαντάζονταν οι εγκωμιαστές του μεγάλου αμερικανικού χωνευτηρίου. Οι εκτοπισμένοι ζούσαν συνάμα σε δύο ζώνες χρόνου, ζουν στο εδώ και στο εκεί, στο παρόν και στο παρελθόν, είναι διστακτικοί ταξιδιώτες του χρόνου. Αλλά ενώ η επιστημονική φαντασία φαντάστηκε τους χρονοταξιδιώτες που πηγαίνουν μπροστά ή πίσω στον χρόνο, αυτό εδώ το ρολόι στον τοίχο παρουσίαζε μια αλλιώτικη χρονομέτρηση. Το ανοιχτό μυστικό του ρολογιού αυτού, ένα μυστικό σε κοινή θέα, ήταν ότι εμείς άλλο δεν κάναμε από το να κινούμαστε σε κύκλους.»

Στο Λος Άντζελες (όπου θα διαμείνουν), η ζωή για τους πρόσφυγες είναι δύσκολη και επίπονη. Υπάρχει η βοήθεια του Αμερικανικού κράτους, όπως και κάποιες χορηγίες από τα διάφορα λόμπι, αλλά τα πράγματα αποδεικνύονται πολύ δύσκολα στην καθημερινότητά τους με την συνειδητοποίηση ότι μάλλον έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί τα παλιά μεγαλεία, ενώ η νοσταλγία για την Σαϊγκόν κυριαρχεί στις σκέψεις του Λοχαγού που πνίγει την μελαγχολία του στο ποτό και στις καλά καλυπτόμενες επιστολές προς τον Μαν.
Ο Στρατηγός θα ανοίξει μια κάβα και αργότερα ένα εστιατόριο, αλλά αυτά είναι βιτρίνες για να οργανώσει την εκστρατεία διείσδυσης στο Βιετνάμ, και ανακατάληψης της χώρας, ένα σχέδιο που θολώνει όσο περνάνε οι μήνες και τις συνεχείς απογοητεύσεις από την αδιαφορία της αμερικανικής κυβέρνησης να ξεχαστεί όσο γίνεται γρηγορότερα αυτή η πανωλεθρία. Δεξί χέρι του Στρατηγού και εκτελεστικός του βραχίονας, παραμένει ο Λοχαγός. Μαζί με τον Μπον θα εκτελέσουν έναν συνάδελφό τους αξιωματικό εν ψυχρώ, θα εκπαιδευτούν στον ανταρτοπόλεμο, θα παραμείνουν έστω επιφανειακά (για τον Λοχαγό) στην εξουσία του Στρατηγού. Ο Λοχαγός θα εργαστεί σε μια χαμηλόμισθη βοηθητική θέση σε ένα κολλέγιο, θα κατασκοπεύει τους άλλους πρόσφυγες, θα σχετιστεί με μια καθηγήτρια, θα δείχνει το πρόσωπο ενός «πιστού σκυλιού» του Στρατηγού, ενώ θα εργαστεί και ως σύμβουλος στα γυρίσματα μιας αμερικάνικης ταινίας που γυρίζεται στις Φιλιππίνες με θέμα τον πόλεμο του Βιετνάμ σε μερικές από τις πιο σπαρταριστές (αλλά και θαυμάσιες) σελίδες του βιβλίου. Μετά την εκτέλεση ενός δημοσιογράφου και αντεραστή του  ως «φιλοκομμουνιστή», ο Λοχαγός βλέπει την ζωή του να έχει πάρει μια καθοδική πορεία, και να κινδυνεύει να αποκαλυφθεί η διπλή του ταυτότητα. Η ενεργός συμμετοχή του, στην (καταδικασμένη ουσιαστικά) επιχείρηση αυτοκτονίας στο Βιετνάμ είναι μονόδρομος…


Πρωτοπρόσωπη αφήγηση με πολύ ρεαλισμό στις περιγραφές, και χιούμορ που σπάει κόκκαλα! Ο Nguyen με ζωντάνια και καλοκουρδισμένο ρυθμό, αφηγείται μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία μνήμης. Επηρεασμένος από την αληθινή ιστορία ενός διπλού πράκτορα που ζούσε στην Καλιφόρνια με την οικογένειά του, ο συγγραφέας θίγει ένα πολύ ευαίσθητο θέμα για τους Αμερικανούς που ξυπνάει φρικιαστικές αναμνήσεις στους περισσότερους κατοίκους της χώρας.

Ο κεντρικός χαρακτήρας είναι ένας αφερέγγυος αφηγητής, και το ξεκαθαρίζει από την αρχή στην ιστορία που περιγράφει, η οποία δίνεται από την δική του υποκειμενική σκοπιά. Ο ίδιος είναι διαρκώς αντιφατικός και πολυσύνθετος, μπορεί με την ίδια άνεση που θα πολιτικολογήσει, να κλάψει με ένα ρομαντικό τραγούδι, να δολοφονήσει έναν συνάδελφό του, να ερωτευθεί την λάθος γυναίκα. Απόλυτα μοναχικός και ονειροπόλος, ταλαιπωρημένος από τα φαντάσματα της παιδικής του ηλικίας, νόθος γιος ενός Γάλλου καθολικού ιερέα και μια αγρότισσας σε ένα απομακρυσμένο χωριό του Βιετνάμ (που είναι και ο τόπος καταγωγής του συγγραφέα), νιώθει αποσυνάγωγος και αποδιωγμένος από την κάθε κοινότητα στην οποία εντάσσεται. Η σχέση του με τον Στρατηγό, σχέση αφοσίωσης και μίσους, καθώς το αφεντικό του υποκαθιστά τον πατέρα που ποτέ δεν είχε, μεταφέρεται εκπληκτικά από τον συγγραφέα.

«Μια ζωή, από την αρχή, ήμουν διχασμένος, αν και αυτό μονάχα εν μέρει ήταν δικό μου λάθος. Ναι, εγώ είχα επιλέξει να ζω δύο ζωές και να είμαι άνθρωπος με δύο μυαλά, αλλά ήταν δύσκολο να μην το κάνω, αφού ανέκαθεν οι άλλοι με φώναζαν μπάσταρδο. Η ίδια μας η χώρα ήταν καταραμένη, μπασταρδεμένη, χωρισμένη σε Βορρά και Νότο, κι αν μπόρεσαν να πουν για μας ότι εμείς επιλέξαμε τον διχασμό και τον θάνατο στον μη εμφύλιο πόλεμό μας, ήταν και αυτό μονάχα εν μέρει αληθές. Δεν είχαμε επιλέξει εμείς να μας εξευτελίσουν οι Γάλλοι, να διαιρεθούμε απ' αυτούς σε μια ανόσια και διόλου αγία τριάδα Βορρά, Κέντρου και Νότου, να εκχωρηθούμε στις μεγάλες δυνάμεις του καπιταλισμού και του κομμουνισμού για περαιτέρω διχοτόμηση, και μετά να μας δοθούν ρόλοι συγκρουόμενων στρατιών στο σκάκι του Ψυχρού Πολέμου, που παίζουν σε κλιματιζόμενες αίθουσες άντρες λευκοί με κοστούμια και ψέμματα. Όχι, όπως η κακοποιημένη γενιά μου ήταν διχασμένη πριν από τη γέννησή της, έτσι κι εγώ ήμουν διχασμένος εκ γενετής, φερμένος σ' έναν επιλόχειο κόσμο, όπου σχεδόν κανείς δεν με δεχόταν γι' αυτό που ήμουν, αλλά πάντα με πίεζαν βάναυσα να επιλέξω τη μία ή την άλλη πλευρά μου. »

Αίσθηση από Γκράχαμ Γκρην και Λε Καρέ, ατμόσφαιρα από Κάφκα στις τελευταίες σελίδες του εγκλεισμού και τη ανάκρισης, και έξοχες σελίδες ανθολογίας, στην εγκατάλειψη της Σαϊγκόν από τους πανικοβλημένους αξιωματικούς και τις οικογένειές τους· στα γυρίσματα της ταινίας τύπου "Αποκάλυψη τώρα" στις Φιλιππίνες με τον αυταρχικό και απόλυτο σκηνοθέτη (μια καρικατούρα του Φ.Φ.Κόπολα) να αντιπαθεί σφόδρα τον αφηγητή· στην γκροτέσκα προσπάθεια εισόδου στο Βιετνάμ από την ομάδα Αμερικανών πρώην στρατιωτικών και Βιετναμέζων προσφύγων. Το βιβλίο που όσο φτάνει προς το τέλος του, γίνεται παράλογο και σκοτεινό, αγχώδες και αγωνιώδες είναι σαγηνευτικό και εντυπωσιακό στην εξέλιξή του.

Η απώλεια, ο νόστος, η μνήμη, τα διλήμματα και οι αγωνίες του να ισορροπείς μεταξύ αντιθέτων δυνάμεων, οι επιλογές που σε καθόρισαν, η αποξένωση αλλά και η δύναμη της φιλίας καθορίζουν αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα, που είναι κάτι μεταξύ κατασκοπευτικού θρίλερ, οξείας κοινωνικής και πολιτικής σάτιρας, πολεμικού μυθιστορήματος αλλά και ιστορία μοναξιάς και εγκλεισμού με μια καθηλωτική αφήγηση που δείχνει αρετές μεγάλου συγγραφέα. Το βιβλίο απέσπασε πολλές σημαντικές διακρίσεις, μεταξύ αυτών, το βραβείο Πούλιτζερ για μυθοπλασία το 2016.

«Το Μπανγκ Μπανγκ ήταν ο ήχος του πιστολιού της μνήμης μες στα κεφάλια μας, γιατί δεν μπορούσαμε να λησμονήσουμε τον έρωτα, δεν μπορούσαμε να λησμονήσουμε τον πόλεμο, δεν μπορούσαμε να λησμονήσουμε τους εραστές και τις ερωμένες, δεν μπορούσαμε να λησμονήσουμε τους εχθρούς, δεν μπορούσαμε να λησμονήσουμε την πατρίδα, και δεν μπορούσαμε να λησμονήσουμε τη Σαϊγκόν. »

Βαθμολογία 84 / 100














 
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 08, 2019
posted by Librofilo at Παρασκευή, Φεβρουαρίου 08, 2019 | Permalink
"Η Χαμένη Αναγνώστρια"

Εκφράζοντας το όνειρο πολλών βιβλιόφιλων συγγραφέων (κι όμως υπάρχουν, και ζουν ανάμεσά μας), ο Ιταλός συγγραφέας (και υπεύθυνος σε λογοτεχνικό οίκο της Ιταλίας), Fabio Stassi (Ρώμη,1962) έγραψε ένα άκρως βιβλιοφιλικό μυθιστόρημα με στοιχεία νουάρ, με τίτλο «Η ΧΑΜΕΝΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΡΙΑ» («La lettrice scomparsa ») – (εκδ. Ίκαρος, μετάφρ. Δ. Δότση, σελ.270). Ένα ευφυέστατο βιβλίο που ξεκινάει νωχελικά σαν διανοουμενίστικο παιχνίδι, για να βρει τον ρυθμό του μετά τις πρώτες εκατό σελίδες, και να παρασύρει τον αναγνώστη σε ένα υπέροχο λογοτεχνικό ταξίδι.


Ο Βίντσε Κόρσο (αναφορά στον ήρωα του μυθιστορήματος «Η Λέσχη Δουμάς ή Η σκιά τουΡισελιέ» του Αρτ. Πέρεθ Ρεβέρτε) είναι ένας γοητευτικός (όλοι του λένε ότι μοιάζει με τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ), ιδιαίτερα ρομαντικός και συναισθηματικός, άνεργος καθηγητής φιλολογίας, που αποφασίζει να ανοίξει ένα γραφείο «Συμβουλευτικής Βιβλιοθεραπείας», έχοντας την πεποίθηση ότι για όλες τα ψυχολογικά προβλήματα υπάρχει η λύση ενός σωστού βιβλίου που θα σε βοηθήσει. Το εγχείρημα πρωτοποριακό αλλά οικονομικά τελείως αβέβαιο και όπως αποδεικνύεται μάλλον αδιέξοδο. Ο Κόρσο, που δεν γνώρισε ποτέ του τον πατέρα του, γεννημένος μετά από μια σχέση μιας νύχτας που είχε η ρεσεψιονίστ (τότε) μητέρα του με έναν επισκέπτη του ξενοδοχείου της Κυανής Ακτής, είναι ένας άνθρωπος που λατρεύει την λογοτεχνία, ζει κι αναπνέει γι’ αυτήν, όλα στη ζωή του συνδέονται με τα βιβλία και τους συγγραφείς, ενώ στέλνει κάθε μέρα μια ανεπίδοτη καρτ-ποστάλ χωρίς διεύθυνση, στον πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ.

"Κάθε καρτ ποστάλ ενέχει κάτι το θρασύ και το παράτολμο μα και συγκινητικό, διότι δεν υπάρχει πιο τρωτό μέρος από έναν τόσο περιορισμένο χώρο. Ούτε και πιο λογοτεχνικό. Πρέπει όμως να είναι απελπισμένος κάποιος για να παραδίδει ανοχύρωτη τη φωνή του σε ένα ταχυδρομικό κουτί κι ύστερα σε μια ατέρμονη αλυσίδα αφίξεων και αναχωρήσεων, από την ταξινόμηση μέχρι το τέλος του ταξιδιού, αναμένοντας πότε θα φτάσουν οι λέξεις του στην ακριβή διεύθυνση. Αν υπάρχει ακριβώς διεύθυνση. Και αν πράγματι υπάρχει αποστολέας και παραλήπτης, και δεν καταλήγουμε εντέλει να γράφουμε πάντα στον εαυτό μας. Κάθε καρτ ποστάλ συνοψίζει όλα τα αφηγήματα και όλα τα μυθιστορήματα του κόσμου, την πλοκή τους, το πεπρωμένο τους. Εμείς πρέπει απλώς να την αποκωδικοποιήσουμε. Το μυστικό της βρίσκεται εκεί, μπροστά στα μάτια μας, για όποιον θέλει να το διαβάσει."

Ο Κόρσο νοικιάζει ένα στούντιο σε μια πολυκατοικία της Ρώμης και ξεκινάει ένα μάλλον σοβαρό εγχείρημα, παρότι οι ανασφάλειές του (για το αν θα τα καταφέρει και πως ακριβώς θα το κάνει) είναι πολύ ισχυρές. Αρχίζει να δέχεται κόσμο, λιγοστό βέβαια και μόνο γυναίκες με μικρότερα ή μεγαλύτερα προβλήματα, στις οποίες συστήνει πάντα ένα μυθιστόρημα. Οι συναντήσεις δεν έχουν πάντα επιτυχία, δεν βλέπει πως θα μπορέσει να συνεχίσει αυτή τη δουλειά, ώσπου ενημερώνεται από έναν φίλο του βιβλιοπώλη που έχει το μαγαζί του στην περιοχή, ότι μια γηραιά κυρία που μένει στην ίδια πολυκατοικία μ' αυτόν, εξαφανίζεται. Η κυρία Παρόντι (αναφορά στον "Δον Ισίδρο Παρόντι" των Μπόρχες-Μπιόι Κασάρες) έχει δολοφονηθεί ή μήπως έχει εκούσια εξαφανισθεί; Ο σύζυγός της συλλαμβάνεται ως κύριος ύποπτος, η γειτονιά κουτσομπολεύει αλλά είναι εμφανές ότι τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται. Ο Κόρσο χώνεται όλο και περισσότερο στην ιστορία όταν βλέπει την λίστα των μυθιστορημάτων που είχε δανειστεί η γηραιά κυρία από τον ευγενή βιβλιοπώλη, μια λίστα από σπουδαίους ως επί το πλείστον τίτλους που ο Κόρσο υποψιάζεται ότι μπορεί να περιέχουν κάποιο μήνυμα:

" "Η νύχτα των χρησμών" του Πολ Όστερ
"Η βουή και η μανία" του Γουίλιαμ Φώκνερ
"Ο μεγάλος αποχαιρετισμός" του Ρέιμοντ Τσάντλερ
"Χέρια" του Σέργουντ Άντερσον
"Σε τόπο εχθρικό" του Φ.Κ.Ντικ
"Άνθρωπος στο σκοτάδι" του Πολ Όστερ
"Τρέχα λαγέ" του Τζον Απντάικ
"Ταχυδρομείο" του Τσαρλς Μπουκόφσκι
"Δυτικά της Ρώμης" του Τζον Φάντε
"Ρώτα τη σκόνη" του Τζον Φάντε
"Ουέικφιλντ" του Ναθάνιελ Χώθορν
"Ένα θεωρητικά αστείο πράγμα που δεν θα ξανακάνω ποτέ" του Ντ. Φ. Γουάλας
"Η πιστή σύζυγος" του Μόρλεϊ Κάλαγκαν"

Ο συνεπής βιβλιόφιλος μόλις δει τον τίτλο "Ουέκφηλντ" (ένα από τα ωραιότερα διηγήματα που έχουν γραφτεί) θα αρχίσει να υποψιάζεται την συνέχεια του βιβλίου, που χωρίς να αποκτάει την μορφή θρίλερ, έχει περισσότερο ενδιαφέρον που αυξάνεται όσο προχωράει προς το εξαιρετικό φινάλε.
Έτσι κι αλλιώς, δεν νομίζω ότι το βιβλίο προσφέρεται για ανάγνωση σε οποιονδήποτε άλλον αναγνώστη εκτός του βιβλιόφιλου - μόνο εκείνος θα απολαύσει τα συνεχή κλεισίματα του ματιού, τις διαρκείς αναφορές σε βιβλία και συγγραφείς, το ακατάσχετο name-dropping τίτλων και παραπομπών. Είναι ανεξάντλητη η λίστα των συγγραφέων που παρατίθενται στο μυθιστόρημα του Στάσι και σίγουρα μπορούν να αποτελέσουν την αφορμή για όποιον ενδιαφέρεται να ασχοληθεί λίγο παραπάνω με την λογοτεχνία – ιδίως δε αν ακολουθήσει την λίστα με «τις συμβουλές ανάγνωσης» στο παράρτημα του βιβλίου.

" "Επομένως τα βιβλία είναι κατά κάποιον τρόπο ένα οπτικό λάθος;"
"Ναι, ακριβώς".
Η γυναίκα αυτή είχε μπει, με λίγες κουβέντες, στην καρδιά του προβλήματος. Θυμήθηκα ένα παράδειγμα που μπορεί να άρμοζε στην περίσταση.
"Σε μια επιστολή του ο Σελίν γράφει πως, αν βουτήξουμε ένα ξύλο σε μια λίμνη, για να το δούμε ολόκληρο θα πρέπει να το σπάσουμε. Τα μυθιστορήματα", είπα, "είναι σαν αυτή τη λίμνη, μια ανακλώμενη επιφάνει. Για να αναπληρώσουν όμως την ακεραιότητα ή την αλήθεια αυτού που θέλουμε να δείξουμε, πρέπει να τσακίσουν την πραγματικότητα, να τη διαστρεβλώσουν, να την ανατρέψουν. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τα όνειρα. Ανακατεύουμε δηλαδή την τράπουλα."
"Δεν έχετε την εντύπωση ότι ζούμε ήδη σ' έναν ψεύτικο κόσμο;"
"Αν τα μυθιστορήματα καταργούν την πραγματικότητα, το κάνουν για να την εκθέσουν, για να καταλάβουμε το πραγματικό πρόσωπο των πραγμάτων"."

Επηρεασμένος από το βιβλίο των Elderkin και Berthoud "The novel cure", ο Στάσι έγραψε ένα ευφυές ωραίο βιβλίο, που διαβάζεται ευχάριστα και γρήγορα αλλά δυστυχώς ξεχνιέται εύκολα...Η Ρώμη και οι συνοικίες της, οι μουσικές που είναι γεμάτο το μυθιστόρημα με αποσπάσματα από το τραγούδι του Ζακ Μπρελ "La chanson de vieux amants" αλλά και στίχους από άλλα γαλλικά μελωδικά τραγούδια, οι συζητήσεις κυρίως του Κόρσο με τον απογοητευμένο βιβλιοπώλη φίλο του, η συνεχής αναφορά σε συγγραφείς και βιβλία κάνουν τη γοητεία του μυθιστορήματος πραγματικά ακαταμάχητη, σε σημείο να ξεχνάς κάποια μειονεκτήματά του. Θεωρώ δε ότι το μάλλον προβλέψιμο αστυνομικό στοιχείο της ιστορίας, ίσως χρειαζόταν περισσότερο ανάπτυξη (και μάλλον περισσότερες σελίδες) καθώς θίγει τα θέματα της σχετικότητας της αλήθειας, της ταυτότητας, των ονομάτων που μας δίνουν ή οικειοποιούμαστε, της διπλής και της διχασμένης προσωπικότητας.

"Ο καθένας μας θα' πρεπε να γίνει ντετέκτιβ μονάχα της δικής του δυστυχίας."

"Η χαμένη αναγνώστρια" βεβαίως και πάνω απ' όλα, είναι ένα μυθιστόρημα για την αγάπη της λογοτεχνίας, και δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορο κανέναν πραγματικό βιβλιόφιλο. Γραμμένο με χιούμορ και ωραίο στυλ, αφήνει μια γλυκιά αίσθηση στον αναγνώστη. Σε αυτό βοήθησε βέβαια η εξαιρετική έκδοση με το υπέροχο εξώφυλλο, όπως και η πάντα καλή δουλειά της ικανότατης μεταφράστριας Δ. Δότση.

Βαθμολογία 80 / 100