Τρίτη, Αυγούστου 11, 2020
posted by Librofilo at Τρίτη, Αυγούστου 11, 2020 | Permalink
"Το κουαρτέτο του Χάρλεμ"

Τα μεγάλα βιβλία, τα αντιλαμβάνεσαι από τις πρώτες τους σελίδες. Κι αυτό συμβαίνει με το τελευταίο (χρονολογικά) μυθιστόρημα, που έγραψε (και εξέδωσε το 1979), ο σπουδαίος  και εμβληματικός Αφροαμερικανός συγγραφέας James Baldwin (Νέα Υόρκη, 1924 – Σαίν Πωλ ντε Βανς, Γαλλία 1987), με τον (ατυχή στην ελληνική του απόδοση) τίτλο «ΤΟ ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ ΤΟΥ ΧΑΡΛΕΜ» («Just above my head») – (εκδ. Πόλις, μετάφρ. Χρ. Οικονόμου, σελ. 761), ένα πολυεπίπεδο, συναρπαστικό και απόλυτα ελεγειακό βιβλίο, γεμάτο μουσική και πάθος, που (δυστυχώς) δεν είναι από τα πιο γνωστά του συγγραφέα.


Ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ’80, όταν νεαροί βιβλιόφιλοι μυηθήκαμε στο απαράμιλλο αφηγηματικό ύφος του Baldwin με τα δύο διασημότερα μυθιστορήματά του, που κυκλοφόρησαν στα ελληνικά από τις θρυλικές εκδόσεις Οδυσσέας, «Το δωμάτιο του Τζοβάνι» (μετάφρ. Κ. Οικονόμου) και του αριστουργηματικού «Μια άλλη χώρα» (μετάφρ. Έ. Φρυδά) – έκτοτε τα δύο αυτά βιβλία μαζί με κάποια άλλα επανεκδόθηκαν σε άλλους εκδοτικούς οίκους και με άλλους μεταφραστές, αλλά εγώ μιλάω για την προσωπική μου εμπειρία. Βιβλία μαχητικά που μας γνώρισαν μια πρωτότυπη φωνή της Αμερικανικής λογοτεχνίας, έναν συγγραφέα αποσυνάγωγο που αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στο Παρίσι μόλις σε ηλικία 24 ετών, για να αναγνωρισθεί. Το να είσαι μαύρος διανοούμενος στην απόλυτα ρατσιστική Αμερική του ’50, δεν ήταν και το πιο εύκολο πράγμα, αν είσαι και ομοφυλόφιλος (και γράφεις γι’ αυτό) οι συνθήκες γίνονται ακόμα δυσκολότερες. Μόνο όταν καταξιώθηκε στην προοδευτική (για τα δεδομένα της εποχής) Γαλλία, έγινε γνωστός στην πατρίδα του, για να αποθεωθεί από κριτική και κοινό,  με το τρίτο του (και ίσως καλύτερο του) βιβλίο «Μια άλλη χώρα».


Στο «Κουαρτέτο του Χάρλεμ», ο Baldwin περιγράφει με το μοναδικό του ύφος, την ιστορία δύο αδελφών, που ο ένας θα γίνει διάσημος τραγουδιστής των γκόσπελ – είδους μελοδραματικής και ιδιαίτερα εκφραστικής μουσικής που αναπτύχθηκε από τους μαύρους και ουσιαστικά είναι λατρευτικοί ύμνοι προς τον Θεό, μέσω της ρυθμικής μουσικής που συνδυάζει τα σπιρίτσουαλς και τη μουσική μπλουζ. Η αφήγηση της ιστορίας, γίνεται από τον Χαλ Μοντάνα, τον μεγαλύτερο αδελφό που από μια περίοδο της ζωής του και μετά, θα γίνει ο μάνατζερ του ταλαντούχου Άρθουρ Μοντάνα. Το βιβλίο ξεκινάει δύο χρόνια μετά  τον θάνατο του ομοφυλόφιλου Άρθουρ, ο οποίος θα βρεθεί νεκρός στις τουαλέτες μιας παμπ στο Λονδίνο, στα πλαίσια μιας περιοδείας του. Ο Χαλ για δύο χρόνια δεν μπορεί ακόμα να ξεπεράσει το σοκ του τηλεφωνήματος που του ανήγγειλε την είδηση της δολοφονίας του αδελφού του. Μια Κυριακή όμως κι αφού έχει περάσει τόσο διάστημα, με αφορμή ένα γεύμα που διοργανώνεται στο σπίτι της Τζούλια, της γυναίκας που ως μικρό κορίτσι σημάδεψε την εφηβεία των δύο αδελφών, ο Χαλ θα θελήσει να αφηγηθεί, να μιλήσει για την ιστορία όχι μόνο του Άρθουρ αλλά και του ίδιου, για να μπορέσει να ξεπεράσει την συντριβή, το σκοτάδι που έχει βυθιστεί δύο χρόνια τώρα, πηγαίνοντας την μνήμη του σχεδόν 30 χρόνια πίσω.


«Όλοι ξέρουν πόσο επικίνδυνα παιχνίδια παίζει η μνήμη, πόσο ύπουλος είναι ο ρόλος της στη ζωή ενός ανθρώπου. Η μνήμη είναι χρόνος, κι ο χρόνος είναι θάνατος. Και το τριπλό αυτό βάρος – της μνήμης, του χρόνου, του θανάτου – κρέμεται αμείλικτα πάνω από τα κεφάλια μας και θολώνει το βλέμμα μας: τίποτα απ’ όσα βλέπουμε δεν είναι αυτό που φαίνεται, η λέξη «γεγονός» δεν έχει κανένα νόημα παρά μόνο με την τελετουργική έννοια: με την έννοια, δηλαδή, του όρκου υποταγής, της ευφρόσυνης της γονυκλισίας ανάμεσα στη γη του μέλλοντος και στον ουρανό του παρελθόντος. Κοιτάζοντας πίσω, δεν βλέπεις τίποτα – σκοτάδι παντού. Και το τραγούδι λέει μονάχα, με συγκλονιστική ευθύτητα, «Μπροστά μου υπάρχει ένα φως. Είμαι καθ’ οδόν».»


Ο Χαλ ξετυλίγει αργά τις ιστορίες του παρελθόντος, για τα παιδικά χρόνια των δύο αδελφών, το μοναδικό ταλέντο του Άρθουρ στο τραγούδι, το κήρυγμα της Τζούλια στην εκκλησία της περιοχής που μάζευε πολύ κόσμο, καθώς ήταν μια μοναδική περίπτωση παιδιού-ιεροκήρυκα, που θεωρείτο ότι είχε οράματα και μιλούσε με τη φωνή του Θεού. Η Τζούλια ήταν εννέα ετών, ο Άρθουρ ήταν έντεκα και ο Χαλ 18 όταν ξεκίνησαν όλα αυτά και μέσα από την συναρπαστική και ιδιαίτερα αναλυτική αφήγηση του τελευταίου, παρακολουθούμε το οδοιπορικό κυρίως των δύο αδελφών, αλλά και της Τζούλια (μαζί με τον Άρθουρ, ίσως ο πιο ενδιαφέρων λογοτεχνικός χαρακτήρας του βιβλίου) όπως και του μικρότερου αδελφού της Τζίμι, που ήταν για μεγάλη χρονική περίοδο εραστής του διάσημου τραγουδιστή.


Ο Άρθουρ τραγουδώντας στις εκκλησίες, με το κουαρτέτο του, που αποτελείτο από παιδικούς του φίλους, που ένωσε σε μπάντα, ο πιανίστας πατέρας του, μεγάλωσε τη φήμη του, και μετά την εφηβεία του, άρχισαν τις περιοδείες προσκεκλημένοι από τοπικούς παράγοντες πόλεων στον Αμερικάνικο Νότο. Τις περισσότερες φορές, τα κονσέρτα του κουαρτέτου, χρησιμεύουν ως υπόβαθρο, σε πολιτικές συγκεντρώσεις που γίνονται σε αγροτικές εκκλησίες, με την αστυνομία να καραδοκεί και τις ταραχές να ξεσπάνε χωρίς να το καταλάβεις. Είναι η ταραγμένη εποχή των ‘50s, με το κίνημα των Μαύρων να αναπτύσσεται δυναμικά αλλά και τον ρατσισμό σε κάποια μέρη, να αποτελεί μια θλιβερή καθημερινότητα. Ο Άρθουρ όμως μέσα σ’ αυτή την παραζάλη θα ερωτευτεί με μεγάλο πάθος, τον Τραγανό, τον παλιό του φίλο και μέλος του κουαρτέτου. Οι ερωτικές σκηνές μεταξύ των δύο αγοριών θα είναι έντονα σκιαγραφημένες στις σελίδες του βιβλίου.


«Νομίζω πως όλοι μας φανταζόμαστε ότι, μόλις φύγουμε από κάπου, αφήνουμε πίσω μας ένα κενό, όχι μόνο στον χώρο αλλά και στη ζωή μερικών ανθρώπων – κάτι σαν αόρατη πληγή. Η αλήθεια, όμως, είναι πως ο χώρος από τον οποίο φεύγουμε δίνει τόση σημασία στην αποχώρησή μας, όση σημασία δίνει η θάλασσα στους νεκρούς. Τίποτα δεν αλλάζει, η μουσική εξακολουθεί να παίζει, κανείς δεν φαίνεται να έχει προσέξει την παραμικρή αλλαγή. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να κάνουν παιδιά με αδιάκοπο ρυθμό, τα παιδιά συνεχίζουν να έρχονται στον κόσμο με ανελέητο τρόπο▪ κι είναι εκεί όταν επιστρέφεις, κοιτάζοντάς σε με βλέμμα άγρυπνο, με μάτια που βλέπουν τα πάντα – γιατί στην πραγματικότητα δεν έχεις επιστρέψει: παρόλο που εκείνα έχουν έρθει τώρα δα στον κόσμο, στην πραγματικότητα ο νεοφερμένος είσαι εσύ.»


Την ίδια εποχή, η ζωή της Τζούλια θα αλλάξει. Μετά τον θάνατο της μητέρας της, έχει αποφασίσει να σταματήσει τα κηρύγματα στις εκκλησίες. Για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά της, θα δουλέψει ως καθαρίστρια και θα βιαστεί από τον μέθυσο και αδίστακτο πατέρα της, ενώ ο Τζίμι, ο μικρός της αδελφός θα σταλεί στη θεία της στην Νέα Ορλεάνη.  Η Τζούλια είναι μόλις 14 ετών αλλά έχει την ωριμότητα μεγάλης γυναίκας και όταν το κουαρτέτο επιστρέφει στη Νέα Υόρκη θα έχει μια ερωτική σχέση με τον Τραγανό, μένοντας έγκυος στο παιδί του. Ο Τραγανός όμως πρέπει να φύγει για την Κορέα και η Τζούλια θα χτυπηθεί άσχημα από το πατέρα της, χάνοντας το μωρό. Θα την βοηθήσουν ο Άρθουρ και η οικογένειά του, προσφέροντάς της καταφύγιο.


Το κουαρτέτο έχει ήδη διαλυθεί, άλλος πήγε στην Κορέα, άλλος εξαφανίστηκε, άλλος έμπλεξε με τα ναρκωτικά. Ο Άρθουρ θα κάνει σόλο εμφανίσεις με τεράστια επιτυχία και καλεί τον Χαλ να γίνει ο ατζέντης του. Η καριέρα του θα απογειωθεί όταν συμπράξει με τον μικρό Τζίμι που επιστρέφει από τη Νέα Ορλεάνη και είναι πιανίστας. Μαζί θα πορευτούν επαγγελματικά αλλά και ερωτικά, αλλά ο Άρθουρ δεν θα είναι ποτέ ευτυχισμένος, έχει ενοχές για την ομοφυλοφιλία του, είναι ανασφαλής και δεν θέλει να κάνει το επόμενο βήμα στην καριέρα του, αρχίζει και πίνει πολύ ακολουθώντας μια προσωπική πορεία που θα τον οδηγήσει στον θάνατο σε νεαρή ηλικία.


Ο Baldwin ακολουθεί την μορφή της μουσικής σύνθεσης στο μυθιστόρημά του, τονίζοντας έτσι, την θέση του, ότι η μουσική έχει διαδραματίσει έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην επιβίωση της Αφροαμερικάνικης  κοινότητας σε αυτό το ρατσιστικό και εχθρικό περιβάλλον. Το βιβλίο είναι γεμάτο από μουσικές γκόσπελ, αλλά και από αποσπάσματα της Βίβλου όπως κι αναλυτικές σκηνές των κηρυγμάτων μέσα στις εκκλησίες – εδώ μπαίνει η παιδική εμπειρία του συγγραφέα που ήταν κι αυτός «παιδί-ιεροκήρυκας» από τα 14 έως τα 17 του -, σκηνές όπου τονίζεται η ενότητα των μαύρων μέσα από το είδος αυτής της μουσικής και της συμμετοχής στο εκκλησίασμα.


Το «Κουαρτέτο του Χάρλεμ» είναι ένα μυθιστόρημα ωριμότητας ενός μεγάλου συγγραφέα, όπου συμπυκνώνονται όλα τα θέματα που τον έχουν απασχολήσει στα προηγούμενα έργα του, η ομοφυλοφιλία, ο έρωτας, το πολιτικοκοινωνικό περιβάλλον, η μουσική, το Χάρλεμ, οι εκκλησίες, το να είσαι και να νιώθεις ξένος. Θα μπορούσε να το δει κάποιος και ως «μυθιστόρημα μαθητείας» αλλά είναι κάτι πολύ παραπάνω από αυτό.

Δεν είναι απλά η ιστορία ενός επιτυχημένου μουσικού και της μπάντας του, αλλά ένα πολυδιάστατο βιβλίο που μιλάει για την ελπίδα και την διάψευσή της, για τον συνεχή φόβο μήπως καταλήξεις στη φυλακή ή νεκρός, για την σχετικότητα της μνήμης, για την αδελφική αγάπη, για την αδικία και την δικαιοσύνη, τον χρόνο, για τα ερωτικά αδιέξοδα, για τη μοναξιά, για την κακοποίηση και την συγκάλυψη από την κοινότητα, για ανθρώπους που ψάχνουν να πιαστούν από κάτι ή από κάποιον.


«Καθώς περνάει ο καιρός, αναρωτιέμαι ολοένα και περισσότερο τι είναι αυτό που λέμε μνήμη. Το χρέος – ο ρόλος – της μνήμης είναι να αποσαφηνίζει το γεγονός, να το καθιστά χρήσιμο ή και υποφερτό ακόμα. Η μνήμη, ωστόσο, είναι και ο τρόπος με τον οποίο έχει συλλάβει η φαντασία το γεγονός, όπερ σημαίνει πως,  όσο πιο οδυνηρό είναι το γεγονός, τόσο πιθανότερο είναι ότι η μνήμη θα το διαστρεβλώσει ή θα το διαγράψει. Συνεπώς, είναι πολύ πιθανό – ή , μάλλον, είναι σύνηθες – να αντιδρά κανείς στις πραγματικές συνέπειες του γεγονότος, τη ίδια στιγμή που η μνήμη κατασκευάζει ένα εντελώς διαφορετικό γεγονός, το οποίο δεν έχει καμία σχέση με τις ορατές και ανεξέλεγκτες επιπτώσεις στη ζωή του. Ίσως είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο φαίνεται να μη μαθαίνουμε τίποτα από τις εμπειρίες μας, με άλλα λόγια, η αιτία του παραλογισμού μας: η μνήμη δεν απαιτεί να ανασυνθέσουμε το γεγονός, αλλά να το δικαιολογήσουμε.»


Με ολοζώντανους χαρακτήρες, οι οποίοι σε όλο το βιβλίο προσπαθούν να βρουν την αυτογνωσία – να καταλάβουν ποιοι είναι και ποιος είναι ο ρόλος τους στην κοινωνία -, και διατηρούνται χαραγμένοι για καιρό στη μνήμη του αναγνώστη, το πολυσέλιδο και παθιασμένο μυθιστόρημα του Baldwin, δεν αφηγείται απλώς μια πολύ ενδιαφέρουσα (έτσι κι αλλιώς) ιστορία αλλά, δονείται από δυναμισμό και συναισθήματα, απαιτεί την συμμετοχή του αναγνώστη σε ένα ταξίδι ιστορίας και πολιτικής που όμως προσφέρει εξίσου μεγάλη λογοτεχνική απόλαυση. Είναι ένα μελαγχολικό και θλιμμένο βιβλίο, που είναι όμως απαραίτητο ανάγνωσμα, για όποιον αγαπάει την καλή λογοτεχνία.


Βαθμολογία 86 / 100


 

 
Τετάρτη, Αυγούστου 05, 2020
posted by Librofilo at Τετάρτη, Αυγούστου 05, 2020 | Permalink
Η "γριά αλεπού" ξέρει καλά τα κόλπα ("Ένας έντιμος άνθρωπος")

Ο σπουδαίος Άγγλος συγγραφέας John Le Carre (ψευδώνυμο του D.J.M. Cornwell), κοντεύει τα 90 του χρόνια (Dorset, 1931) και ακόμα γράφει βιβλία που, ακόμα και στις πιο μέτριες τους στιγμές, ποιοτικά είναι πολύ πάνω από τον μέσο όρο. Πατριάρχης του είδους, του κατασκοπικού θρίλερ με αριστουργήματα στο ενεργητικό του, δείχνει ότι δεν στερεύει από ιδέες. Με το τελευταίο του μυθιστόρημα, που κυκλοφόρησε το 2019 παγκοσμίως, κι έχει ως τίτλο «ΕΝΑΣ ΕΝΤΙΜΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ» («Agent  Running in the Field») - (εκδ.  Bell, μετάφρ. Μ. Παπανδρέου, σελ.355), ότι χάνει σε πλοκή, το κερδίζει σε ευφυέστατο σχολιασμό της Βρετανίας του Brexit, της Ρωσίας του Πούτιν και της παγκόσμιας κατάστασης γενικότερα.


Ο Νατ παλιός και έμπειρος πράκτορας Βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, δεν περνάει τις καλύτερες μέρες του. Ήδη εικοσιπέντε χρόνια στην υπηρεσία, επαναπατρίζεται στο Λονδίνο, και νιώθει περιττός, παρότι δεν τον έχουν πάρει τα χρόνια, δεν είναι ούτε καν 50, βλέπει την συνταξιοδότησή του να πλησιάζει. Είναι παντρεμένος με την Προύντενς, η οποία είναι δικηγόρος - συνέταιρος σε δικηγορική εταιρεία του Λονδίνου -, που διαχειρίζεται θέματα ανθρωπιστικού χαρακτήρα και έχουν μαζί μια κόρη που δεν έχει ιδέα για το τι ακριβώς επαγγέλλεται ο πατέρας της, νομίζοντας ότι είναι Διπλωματικός ακόλουθος.

Παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις του για το μέλλον, τού ανατίθεται η διεύθυνση ενός παροπλισμένου υποσταθμού - με το κωδικό όνομα «Καταφύγιο» - κάπου στο Λονδίνο, που ασχολείται με τις Ρωσικές εξωτερικές υποθέσεις. Βλέποντας η Υπηρεσία, με ανησυχία ότι, οι Ρώσοι πράκτορες όλο και πληθαίνουν στην Βρετανική πρωτεύουσα, θέλει να δραστηριοποιήσει περισσότερο τον εξωτερικό αυτό σταθμό που από τους περισσότερους θεωρείται μια «χωματερή» στελεχών, αναθέτοντάς τον σε έναν ικανό, έμπειρο και έμπιστο άνθρωπό της.

 «Για περισσότερες από δυο δεκαετίες (...), υπηρέτησα τη Βασίλισσά μου με διπλωματική ή προξενική κάλυψη στη Μόσχα, την Πράγα, το Βουκουρέστι, τη Βουδαπέστη, την Τιφλίδα, την Τεργέστη, το Ελσίνκι και πιο πρόσφατα το Ταλίν, στρατολογώντας και κατευθύνοντας μυστικούς πράκτορες κάθε είδους. Δε με κάλεσαν ποτέ εκεί που παίρνονται οι σημαντικές αποφάσεις και χαίρομαι γι' αυτό. Ο καλός χειριστής είναι ανεξάρτητος. Μπορεί να παίρνει εντολές από το Λονδίνο, αλλά στο πεδίο είναι ο κυρίαρχος της μοίρας του και της μοίρας των πρακτόρων του. Κι όταν συμπληρωθούν τα ενεργά του χρόνια, δε θα υπάρχουν και πολλές προοπτικές για ένα μεροκαματιάρη κατάσκοπο λίγο πριν τα πενήντα που απεχθάνεται τη δουλειά γραφείου και έχει το βιογραφικό ενός μέτριου διπλωμάτη που δε διακρίθηκε ποτέ.»

 Ο Νατ, είναι ένας ήσυχος άνθρωπος με ένα μεγάλο πάθος, το μπάντμιντον. Στην μικρή λέσχη που συχνάζει είναι ο μόνιμος πρωταθλητής των τουρνουά που διοργανώνονται και κανείς δεν μπορεί να τον κοντράρει. Ένα απόγευμα εμφανίζεται από το πουθενά, ένας 25άρης νεαρός, ο Εντ που θέλει να παίξει ένα παιχνίδι μπάντμιντον μαζί του, έχοντας ακούσει ότι ο Νατ είναι ο πρωταθλητής της περιοχής - εκείνος δέχεται, παίζουν μαζί, το παιχνίδι είναι ντέρμπι, αλλά ο Νατ κερδίζει. Συμφωνούν να συναντιούνται κάθε εβδομάδα και έτσι γίνεται, και μετά ο χαμένος κερνάει τα ποτά στο μπαρ της λέσχης ή σε διπλανή παμπ. Ο Νατ αρχίζει να συμπαθεί πολύ τον Εντ και παρά την διαφορά της ηλικίας να απολαμβάνει τις συζητήσεις τους. Ο Εντ δεν θα αργήσει να ανοιχτεί και με κάθε ευκαιρία να βρίζει τον Τραμπ, τον Πούτιν, το Brexit και γενικότερα την κατάσταση της χώρας, ο Νατ δεν διαφωνεί επί της ουσίας αλλά δύσκολα παίρνει θέση απέναντι στον ντροπαλό αλλά θυμωμένο νέο που δείχνει να μην έχει κανέναν φίλο ή άνθρωπο που να μιλάει μαζί του.

 Στο «Καταφύγιο», ο Νατ προσπαθεί να οργανώσει την κατάσταση και σύντομα, μια νεαρή μαθητευόμενη, η Φλόρενς φαίνεται ότι «πιάνει λαβράκι», παρακολουθώντας τις τηλεφωνικές συνομιλίες ενός εγκατεστημένου στο Λονδίνο, Ουκρανού ολιγάρχη ο οποίος έχει στενούς δεσμούς με το Κρεμλίνο. Η άδεια για εντονότερη παρακολούθηση, κολλάει στη γραφειοκρατία της υπηρεσίας και στις δαιδαλώδεις διαδικασίες, ακυρώνοντας την επιχείρηση, κάτι που απογοητεύει την Φλόρενς, η οποία παραιτείται από την υπηρεσία, αφήνοντας τον Νατ να παλεύει για πληροφορίες σχετικά με την δράση ενός δικτύου κατασκόπων (χρησιμοποιώντας έναν παλιό, πρώην Σοβιετικό κατάσκοπο και πληροφοριοδιότη του, που έχει πλέον αποσυρθεί), ενάντια στην διστακτικότητα και τον δημοσιοϋπαλληλισμό των ανωτέρων του. Η κατάσταση δεν θα αργήσει να μπλέξει, όταν αποδειχθεί ότι ο Εντ «ψάχνεται» για δράση εναντίον της "φασιστικής" (όπως λέει) παγκόσμιας διακυβέρνησης, ανακατεύοντας Ρώσους, Γερμανούς αλλά και την ανήσυχη Φλόρενς.

 «Δεν έχουν γραφτεί πολλά, και ελπίζω να μη γραφτούν ποτέ για τους πράκτορες που αφιερώνουν τα καλύτερά τους χρόνια στο να κατασκοπεύουν για μάς, που παίρνουν τους μισθούς τους, τα μπόνους τους και τα εφάπαξ τους, και χωρίς πολλή φασαρία, χωρίς να προδοθούν η να αποστατήσουν, βγαίνουν στη σύνταξη και ζουν μια ήσυχη ζωή στη χώρα που τόσο πιστά πρόδωσαν, ή σε κάποιο εξίσου ευνοϊκό περιβάλλον.»

 Ελάχιστη δράση – σε αντίθεση με τα άλλα μυθιστορήματα του Λε Καρέ, πολύς και ευφυής διάλογος, εξαιρετικός αφηγηματικός ρυθμός και ως συνήθως στο έργο αυτού του κλασσικού πλέον συγγραφέα κατασκοπικών θρίλερ, μοναδικοί και ολοζώντανοι χαρακτήρες. Η μελαγχολική ματιά του Λε Καρέ, κατακλύζει κάθε σελίδα του βιβλίου, μαζί με πολύ χιούμορ (άλλο γνώριμο στοιχείο του έργου του). Ο Νατ είναι ένας «Έντιμος άνθρωπος» αλλά πολύ θυμωμένος κι αυτός με την υπηρεσία του και την κυβέρνησή του - δεν το δείχνει, είναι συγκρατημένος, ξέρει ότι τα όρια μεταξύ του «Καλού» και του «Κακού» είναι ασαφή και σχετικά, κι ότι ο «εχθρός» δεν είναι μόνο εξωτερικός αλλά και εσωτερικός. Θα δει στους δύο νεότερους, τον Εντ και την Φλόρενς, την ορμή και τον ρομαντισμό που σ’ εκείνον λείπουν, οπότε αποφασίζει να τους βοηθήσει κόντρα σε όλους και όλα.

 Η παρακμή της χώρας περιγράφεται σαρκαστικά και με οξύ τρόπο από τον Λε Καρέ. Ο Τζόνσον ως «κλόουν» Υπουργός των Εξωτερικών (που μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, θα γίνει Πρωθυπουργός όπως όλοι γνωρίζουμε), ο Τραμπ και ο Πούτιν εξίσου επικίνδυνοι και οι δύο για την ανθρωπότητα, η οικονομική κρίση που σε συνδυασμό με την γραφειοκρατία παραλύουν τη χώρα (σε μια σκηνή του βιβλίου, ο Νατ «τα ακούει» από τον προϊστάμενό του γιατί χρησιμοποίησε ταξί για να κάνει μια διαδρομή αντί να χρησιμοποιήσει το λεωφορείο σε μια αποστολή, ενώ το εμφιαλωμένο νερό θεωρείται περιττό έξοδο). Η Μεγάλη Βρετανία στο βιβλίο του Λε Καρέ είναι μια χώρα δυσλειτουργική και σε αδιέξοδο.

 Εκτός από χρονικογράφος του «Ψυχρού πολέμου», ο Λε Καρέ αποδεικνύει και με αυτό του το βιβλίο (που εύχομαι να μην είναι το τελευταίο του), ότι προσαρμόζει το αιχμηρό του βλέμμα και στα ταραγμένα χρόνια του 21ου αιώνα που διανύουμε. Στο «Ένας έντιμος άνθρωπος» (βιβλίο ιδανικό – και αυτό – για τηλεοπτική ή κινηματογραφική μεταφορά), με άνεση και εξαιρετικό στυλ, περιγράφει την διεθνή εγκληματικότητα, την άνοδο του νεοφασισμού και την έξαρση της διαφθοράς σε όλα τα επίπεδα, με τρόπο που θα ζήλευε κάθε νέος ή και ώριμος συγγραφέας, παραδίδοντας μαθήματα. Η «γριά αλεπού» της κατασκοπικής λογοτεχνίας, είναι ένας κλασσικός συγγραφέας που δεν παύει να μας εκπλήσσει.

 Βαθμολογία 82 / 100

 

 

 

 


 
Παρασκευή, Ιουλίου 31, 2020
posted by Librofilo at Παρασκευή, Ιουλίου 31, 2020 | Permalink
"Το αρχείο των χαμένων παιδιών"

"Η παραμεθόριος είναι ένα ασαφές και αόριστο μέρος
Φτιαγμένο απ’ τα συναισθηματικά απομεινάρια ενός αφύσικου ορίου.
Βρίσκεται διαρκώς σε μια μεταβατική κατάσταση.
Κατοικείται από το ανεπίτρεπτο και το απαγορευμένο"

Gloria Anzaldua “Borderlands/La Frontera: The New Mestiza

Το 1957, ο Τζακ Κέρουακ εξέδωσε ένα μυθιστόρημα δρόμου, το εμβληματικό "Στο Δρόμο", που έμελλε να γίνει κλασσικό, αντανακλώντας μια ολόκληρη εποχή, και να διαβάζεται από γενιές αναγνωστών. Πάνω από 60 χρόνια αργότερα, έρχεται η Μεξικάνα (που ζει στη Νέα Υόρκη και γράφει στα Αγγλικά) συγγραφέας Valeria Luiselli (Πόλη του Μεξικού, 1983), να ανανεώσει το είδος και να γράψει ένα συγκλονιστικό βιβλίο, με τίτλο "ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ" ("Lost Children Archive") - (εκδ. Μεταίχμιο, μετάφρ. Βασιλ. Κνήτου, σελ. 500). Ένα πολυεπίπεδο βιβλίο, που ουσιαστικά είναι ένα μυθιστόρημα δρόμου ("road novel"), το οποίο ισορροπεί με ιδανικό τρόπο μεταξύ δοκιμίου, μυθοπλασίας, αυτο-μυθοπλασίας ("auto-fiction") γραμμένο με πρωτοτυπία και συγγραφική μαεστρία που εκπλήσσει.


Ένα ζευγάρι με τα δύο τους παιδιά ξεκινάνε ένα ταξίδι προς τα νοτιοδυτικά. Δεν είναι μια συνηθισμένη οικογένεια και αυτό το ταξίδι πρόκειται να είναι το τελευταίο που θα κάνουν όλοι μαζί γιατί ο χωρισμός του ζευγαριού αποτελεί μονόδρομο μετά το αδιέξοδο της σχέσης τους. Ο πατέρας σκοπεύει να μείνει με τον γιό του για καιρό στην Αριζόνα, η μητέρα δεν έχει αυτή την πρόθεση, εξάλλου δεν ρωτήθηκε ποτέ, ήταν μια απόφαση ζωής του συζύγου που πάρθηκε μονομερώς. Ασχολούνται και οι δύο με την καταγραφή ήχων ("Oral Historians" αυτοαποκαλούνται) - έτσι γνωρίστηκαν άλλωστε δουλεύοντας σε ένα πρότζεκτ στη Νέα Υόρκη, εκείνος έχει ένα γιο δέκα χρονών, από τον προηγούμενο του γάμο, εκείνη μια κόρη πέντε ετών από τον προηγούμενό της γάμο. Η αφήγηση γίνεται από την πλευρά της μητέρας κατά το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου και κατά ένα μέρος από τον γιο. Όλοι είναι ανώνυμοι (“μαμά”, “μπαμπάς”, “αγόρι”, “κορίτσι”) στην πλοκή του βιβλίου.

"Κανένας δεν βλέπει τα παιδιά που φτάνουν τώρα εδώ ως πρόσφυγες ενός πολέμου ανάμεσα σε δύο ημισφαίρια, ενός πολέμου που απλώνεται τουλάχιστον από τούτα τα βουνά μπροστά μας μέχρι κάτω, στα νότια των ΗΠΑ και στις βόρειες μεξικανικές ερήμους, σαρώνοντας τις μεξικανικές οροσειρές, τα δάση και τις ζούγκλες, φτάνοντας στη Γουατεμάλα, στο Ελ Σαλβαδόρ και στα βουνά Κελάκε στην Ονδούρα. Κανένας δεν βλέπει αυτά τα παιδιά ως συνέπειες ενός ιστορικού πολέμου που έχει ξεκινήσει εδώ και κάμποσες δεκαετίες. Όλοι ρωτούν διαρκώς: "Ποιου πολέμου, που; Γιατί είναι εδώ; Γιατί ήρθαν στις ΗΠΑ; Τι θα τα κάνουμε;" Κανένας δεν ρωτάει: "Γιατί έφυγαν από τις πατρίδες τους; "

Ο σκοπός του ταξιδιού, είναι ότι ο μπαμπάς θέλει να κάνει μια ενδελεχή έρευνα για τους Απάτσι της Αριζόνα, σε μια απομακρυσμένη περιοχή της πολιτείας αυτής. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού με το αυτοκίνητο, εκείνος θα μαζεύει ήχους από τον δρόμο - τον ήχο του ανέμου, τον ήχο του χεριού ενός ανθρώπου που ψαχουλεύει τις τσέπες του, τον ήχο που κάνουν τα δόντια μασώντας φαγητό. Εκείνη – η μαμά -, θα επικεντρωθεί σε συνεντεύξεις με ανθρώπους των περιοχών που διασχίζουν, θα καταγράφει αποσπάσματα συζητήσεων σε ντάινερς ή από εκπομπές στο ραδιόφωνο. Στη Νέα Υόρκη την περιμένει ένα μεγαλύτερο και απαιτητικότερο πρότζεκτ που έχει βάλει ήδη στα σκαριά, μια έρευνα για τα παιδιά - μετανάστες που διασχίζουν τα σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού ασυνόδευτα και χωρίς χαρτιά. Την αφορμή για την έρευνα αυτή, την έδωσε η γνωριμία της με μια Μεξικάνα μετανάστρια που περιμένει τα δύο της μικρά κορίτσια να έρθουν από το Μεξικό και συνελήφθησαν στα σύνορα. Από τότε αγνοείται η τύχη τους καθώς βρίσκονται σε ένα κέντρο κράτησης περιμένοντας να απελαθούν πάλι προς τα πίσω.

Το μυθιστόρημα είναι δομημένο σε τέσσερις ενότητες ("Οικογενειακό ηχητικό τοπίο", "Αναπαράσταση", "Απατσερία", "Το Αρχείο των Χαμένων Παιδιών") και περιγράφει αυτό το ταξίδι για μια "no man's land" μέσα από τα μάτια της μητέρας, η οποία διαβάζει ένα βιβλίο με τίτλο "Ελεγείες για χαμένα παιδιά" μιας Ιταλίδας συγγραφέως που ονομάζεται Έλα Καμποσάντο, που με αφορμή την Σταυροφορία των Παιδιών το 1212, αφηγείται ελεγειακές ιστορίες για επτά παιδιά που ταξιδεύουν από διαφορετικά μέρη με βάρκες, πάνω σε βαγόνια τρένων κλπ. Αποσπάσματα του (επινοημένου αυτού) βιβλίου εισέρχονται στην αφήγηση, λειτουργώντας ώς ένα εγκιβωτισμένο βιβλίο μέσα στο μυθιστόρημα της Λουιζέλι.

Από την αρχή γίνεται σαφές ότι αυτό δεν είναι ένα ταξίδι αναψυχής. Το αυτοκίνητο διασχίζει μια χώρα γεμάτη από εγκαταλειμμένα βενζινάδικα, ερημωμένα μοτέλ, κατεστραμμένα εργοστάσια, ρημαγμένες εκκλησίες. Μέσα από ατελείωτες σιωπές μεταξύ του ζευγαριού και διάφορες ερωτήσεις από τα δυο παιδιά, σταματάνε σε πόλεις που τους κοιτάνε περίεργα, εχθρικές απέναντι στους ξένους - το μεξικάνικο look της μητέρας και της κόρης, κεντρίζει το ενδιαφέρον, σε κάποιους λένε ότι είναι Γάλλοι, σε άλλους ότι παίρνουνε πλάνα για ένα "σπαγγέτι-γουέστερν"! Κατά την διάρκεια των διαδρομών, ακούνε μουσική και τραγουδάνε, ακούνε ηχητικά βιβλία με τον προγραμματισμό της συσκευής να ξεκινάει πάντα με την εισαγωγή του "Δρόμου" του Κόρμακ Μακάρθι, τρομάζοντάς τους. Η μητέρα πληροφορείται από τα δελτία ειδήσεων, τι γίνεται με τους μετανάστες στα σύνορα με το Μεξικό, ενώ παρακολουθεί κι ένα ρεπορτάζ για τα κέντρα κράτησης των παιδιών, βυθιζόμενη όλο και περισσότερο σε αυτή την ιστορία που μονοπωλεί πλέον τη σκέψη της.

"Η γενναιοδωρία στον γάμο, η πραγματική και συνεχής γενναιοδωρία, είναι δύσκολη. Αν σημαίνει ότι αποδεχόμαστε πως ο σύντροφός μας πρέπει να προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα από μάς ή ίσως ακόμα και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά μας, είναι σχεδόν αδύνατη. Ξέρω ότι δεν ήμουν γενναιόδωρη όσον αφορά τα μελλοντικά επαγγελματικά σχέδια του άντρα μου - μ' αυτή του την ιδέα περί καταγραφής απόηχων. Όλο αυτό τον καιρό προσπαθώ πράγματι να τον εκδικηθώ γι' αυτό. Το πρόβλημα- το δικό μου πρόβλημα - είναι ότι μάλλον είμαι ακόμα ερωτευμένη μαζί του ή τουλάχιστον δεν μπορών να φανταστώ τη ζωή του χωρίς την καθημερινή χορογραφία της παρουσίας του: τον αφηρημένο, απόμακρο, κάποιες φορές ριψοκίνδυνο τρόπο με τον οποίο κινείται σ' έναν χώρο όταν συλλέγει ήχους και τη σοβαρή έκφραση στο πρόσωπό του όταν ξανακούει το υλικό που έχει καταγράψει· τα όμορφα, μελαχρινά, οστεώδη μακριά του πόδια και την ελαφριά καμπύλη της πλάτης του· τα κοντά σγουρά μαλλιά στον αυχένα του· και τη διαδικασία, τη σχολαστική και ενστικτώδη συγχρόνως, που ακολουθεί για να φτιάξει καφέ το πρωί, για να φτιάξει ηχητικά κομμάτια ή κάποιες φορές για να μου κάνει έρωτα."

Ο γιος προσπαθεί να μάθει τον χειρισμό μιας πολαρόιντ τραβώντας συνέχεια φωτογραφίες, το κορίτσι κάνει ερωτήσεις - και τα δύο παιδιά έχουν επίγνωση ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά με τους δυο γονείς κι ότι η οικογένεια βρίσκεται σε μια παραζάλη. Η στενοχώρια και η αγωνία για την τύχη των χαμένων παιδιών της Μεξικάνας, που ζήτησε την βοήθεια της μητέρας, δημιουργούν ένα κλίμα δυσθυμίας. Συνειδητοποιούν ότι είναι κι εκείνοι εξόριστοι στην αχανή τους χώρα με τα φαράγγια και τις δασώδεις εκτάσεις, εξόριστοι όπως οι Απάτσι κάποτε που χάσανε τη γη τους, με εμβληματική φιγούρα ανάμεσά τους τον Τζερόνιμο – γι’ αυτό είναι θεμελιώδες για τον μπαμπά να τους πάει στο μέρος όπου ο Ινδιάνος αρχηγός παραδόθηκε -, όπως οι Μεξικάνοι πρόσφυγες που προσπαθούν να βρουν μια καλύτερη ζωή σε μια περιοχή που κάποτε τους ανήκε.

Μετά τη μέση του βιβλίου, η Λουιζέλι μετατοπίζει με έξοχη λογοτεχνική ικανότητα, το βάρος της ιστορίας, χρησιμοποιώντας ως αφηγητή το αγόρι, που βλέποντας την στασιμότητα και την αδυναμία των γονιών του, να φτάσουν στον προορισμό τους οδηγεί την κατάσταση στα άκρα "δραπετεύοντας" από το σπίτι που έχουν νοικιάσει. Δείχνοντας μια εκπληκτική ενσυναίσθηση και ωριμότητα, οδηγεί την μικρή του αδελφή, στο δικό τους ταξίδι προς το άγνωστο και τα ασαφή πλαίσια που έχουν τεθεί από τους γονείς τους. Η αγωνία διαδέχεται την αναμονή και το βιβλίο αποκτάει έναν ρυθμό διαφορετικό.

"Η δυστυχία μεγαλώνει σιγά σιγά. Φωλιάζει μέσα σου σιωπηρά, λαθραία. Τη θρέφεις, ταΐζοντάς την κομμάτια του εαυτού σου καθημερινά - είναι το σκυλί που κρατάς κλειδωμένο στην πίσω αυλή και που, αν το αφήσεις, θα σου δαγκώσει το χέρι. Η δυστυχία παίρνει χρόνο, αλλά τελικά σε καταλαμβάνει ολοκληρωτικά."

Κινούμενο σε τρεις άξονες, το εκπληκτικό βιβλίο της Λουιζέλι (που πρέπει να κρατήσουμε το όνομά της), θίγει το προσφυγικό πρόβλημα, τις οικογενειακές σχέσεις, την κρίση της χώρας. Η συγγραφέας “πατάει” πάνω στις αρχετυπικές ιστορίες κατάκτησης της Δύσης – κάποτε πήγαιναν να αποικίσουν με κάρα (“wagons”), η μοντέρνα οικογένεια του 21ου αιώνα (παιδιά από διαφορετικούς γάμους, σύζυγοι ανεξάρτητοι οικονομικά ο ένας από τον άλλον) πάει με ένα “station-wagon” αυτοκίνητο, τότε οι κίνδυνοι ήταν πολλοί – τώρα μάλλον κινδυνεύεις από τους μπουρτζόβλαχους και τους σαλεμένους.

Η ιστορία του βιβλίου, ξεκινάει από ένα άλλο βιβλίο που είχε δημοσιεύσει η Λουιζέλι το 2017, είναι το Tell me how it ends: An essay in forty questions, μια έρευνα πάνω στα παιδιά από το Μεξικό που φτάνουν στα σύνορα με τις ΗΠΑ ζητώντας άσυλο. Η Λουιζέλι πρόσφερε εθελοντικά τις υπηρεσίες της, ως μεταφράστρια/διερμηνέας στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Νέας Υόρκης, βοηθώντας τα παιδιά να συμπληρώσουν το φυλλάδιο με τις 40 ερωτήσεις. Η εμπειρία της αυτή, συγκλόνισε την συγγραφέα, που με το “Αρχείο των Χαμένων Παιδιών”, προσπαθεί (και το καταφέρνει ιδανικά) να συνταιριάξει την μυθοπλασία με το δοκίμιο (το “fiction” με το “non-fiction”), γράφοντας δύο διαφορετικά βιβλία χρησιμοποιώντας το ίδιο πρωτογενές υλικό.

"Το μόνο που βλέπω εκ των υστέρων είναι το χάος της ιστορίας που επαναλαμβάνεται, ξανά και ξανά, παίζεται από την αρχή, ερμηνεύεται ξανά, και ο κόσμος, με την τσακισμένη του καρδιά να πάλλεται κάτω απ' τα πόδια μας, να καταρρέει, να τα ρημάζει όλα ξανά και ξανά καθώς ακολουθεί τον δρόμο του γύρω από τον ήλιο. Και στη μέση όλων αυτών φυλές, οικογένειες, άνθρωποι, όλα τα όμορφα πράγματα να συντρίβονται, χαλάσματα, σκόνη, εξάλειψη."

Το μυθιστόρημα είναι γεμάτο από λογοτεχνικές και μουσικές αναφορές. Βιβλία που έχουν μπει σε κούτες και συνοδεύουν την οικογένεια στο ταξίδι της, ενδεικτικά της προσωπικότητας του καθενός, Σούζαν Σόνταγκ, Αν Κάρσον, Κόρμακ Μακάρθι, Μπολάνιο, “Ο Άρχοντας των μυγών” του W.Golding, τα “Κάντος” του Έζρα Πάουντ, η “Έρημη Χώρα” του Τ.Σ. Έλιοτ, το (απαραίτητο ευαγγέλιο) “Πέδρο Πάραμο” του Χουάν Ρούλφο, οι “Ελεγείες από το Ντουίνο” του Ρίλκε, η “Καρδιά του Σκοταδιού” του Κόνραντ, ενώ κατά τη διάρκεια του ταξιδιού “ακούγονται” τραγούδια του Bowie, μουσικές του Philip Glass. Η Λουιζέλι καταφέρνει οι διακειμενικές αναφορές να μη “βαραίνουν” το βιβλίο της, τις χρησιμοποιεί διακριτικά ενσωματώνοντας βιβλία και μουσική στην ροή της ιστορίας που αφηγείται, όπως άλλωστε και τις φωτογραφίες με πολαρόιντ, τους χάρτες και τις ανακοινώσεις.

Η Βαλέρια Λουιζέλι με το “Αρχείο των Χαμένων Παιδιών” ανανεώνει το είδος του μυθιστορήματος δρόμου, γράφοντας ένα υβριδικό βιβλίο που παίρνει μαζί του τον αναγνώστη σε αυτό το ατελείωτο ταξίδι, σε αυτή την αναζήτηση όχι μόνο των “χαμένων παιδιών”, αλλά και του εαυτού. Η σκιαγράφηση της ψυχολογίας των παιδιών – του αγοριού και του κοριτσιού είναι έξοχη και από τις πιο καίριες που μπορεί να συναντήσει κανείς σε ένα μυθιστόρημα. Η μελαγχολία και το αίσθημα της αποξένωσης που διαπερνάει την οικογένεια, μεταφέρεται στον αναγνώστη, ενώ η απόγνωση που αισθάνεται η ηρωίδα του βιβλίου, βλέποντας τις αδιέξοδες προσπάθειές της να βρει και να μάθει νέα για τα χαμένα παιδιά της Μεξικάνας φίλης της, είναι διαπεραστική και ταυτόχρονα τρομακτική.

"Όλη αυτή η χώρα, είπε ο Μπαμπάς, είναι ένα τεράστιο νεκροταφείο, αλλά κάποιοι μόνο άνθρωποι αποκτούν κανονικούς τάφους, γιατί οι περισσότερες ζωές δεν έχουν καμία αξία. Οι περισσότερες ζωές σβήνονται, χάνονται ρουφηγμένες απ' τον σκουπιδοφάγο που αποκαλούμε ιστορία, είπε."

Η συγγραφέας θέτει συνεχώς ερωτήματα, για την Αμερικάνικη πολιτική στο προσφυγικό, για τα σύνορα και την ρευστότητά τους μέσα στον ιστορικό χρόνο, για την μετακίνηση πληθυσμών, για τις γενοκτονίες που άλλοτε θεωρούνται ανδραγαθήματα και γιορτάζονται με μεγαλοπρέπεια και άλλοτε εγκλήματα, για το ποιος θεωρείται “πρόσφυγας”, τι υπάρχει κάτω από την επιφάνεια των ιστοριών για τον εξοστρακισμό ολόκληρων πληθυσμών από την Αμερικάνικη ήπειρο.

Βαθιά πολιτικό βιβλίο, αλλά και ταυτόχρονα πολύ προσωπικό, το “Αρχείο των Χαμένων Παιδιών” είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, που θίγει συνεχώς καταστάσεις και προβληματισμούς. Οι έννοιες του “εξόριστου” και του “διαφορετικού/άλλου”, της οικογένειας και της σύνδεσης των μελών που την απαρτίζουν, της αγάπης και της απομάκρυνσης. Είναι ένα βιβλίο που δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορο κανέναν και ένα μελλοντικό κλασσικό έργο αναφοράς.

Βαθμολογία 87 / 100


 
Δευτέρα, Ιουλίου 27, 2020
posted by Librofilo at Δευτέρα, Ιουλίου 27, 2020 | Permalink
"Ταξιδεύοντας σε ξένη γη"

Ένας πατέρας τριών πολύ διαφορετικών μεταξύ τους παιδιών, οδηγεί επί ώρες σε ένα χιονισμένο τοπίο, για να φέρει σπίτι τον γιό του που σπουδάζει σε μια μακρινή πόλη, και είναι αποκλεισμένος, καθώς οι εναέριες συγκοινωνίες έχουν διακοπεί λόγω κακοκαιρίας. Στην διάρκεια του ταξιδιού του, θα είναι μόνος με τις σκέψεις και τις αναμνήσεις του. Αυτό είναι το περίγραμμα της ιστορίας που αφηγείται ο Βορειοϊρλανδός συγγραφέας David Park (Belfast, 1953), στο μυθιστόρημά του «ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΕ ΞΕΝΗ ΓΗ» («Travelling in a strange land») – (εκδ. Gutenberg, μετάφρ. (και ωραία εισαγωγή) Ν.Μάντης, σελ. 233).


Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ένα θέμα που ίσως θα ταίριαζε περισσότερο σε ένα μεγάλο διήγημα. Με οδηγό όμως τον συναισθηματισμό και χρησιμοποιώντα πρωτοπρόσωπο αφηγηματικό ύφος, επιτυγχάνει να γράψει ένα θαυμάσιο μυθιστόρημα για την απώλεια και την λύτρωση, για το τι σημαίνει να είσαι γονιός και για τα μυστικά που θάβουμε βαθιά μέσα μας, μαζί με τις ενοχές μας.

Λίγο πριν τα Χριστούγεννα, η Μεγάλη Βρετανία αντιμετωπίζει μια από τις χειρότερες κακοκαιρίες των τελευταίων ετών. Ο Λιουκ σπουδάζει στο Σάντερλαντ και δεν μπορεί να βρει μεταφορικό μέσο για να επιστρέψει στο Μπέλφαστ, να περάσει τις γιορτές με την οικογένειά του. Ο πατέρας του, ο Τομ υπό την ισχυρή πίεση της συζύγου του Λόρνα, αποφασίζει να περάσει με το αυτοκίνητό του με φέρι-μποτ, από την Βόρεια Ιρλανδία μέσω Σκωτίας να μεταφέρει τον γιο του, ο οποίος τις τελευταίες ημέρες υπέφερε από υψηλό πυρετό. Συντροφιά στο μακρύ ταξίδι των χιονισμένων περιοχών της Σκωτίας και της βόρειας Αγγλίας, έχει μόνο τη φωνή του GPS του, τις μουσικές που ακούει, και τις αναμνήσεις του.

«Ξέρω ότι πρέπει να κρατήσω δική μου την ιστορία του Ντάνιελ, να μην αφήσω κανέναν να επινοήσει μιαν άλλη αφήγηση, να επιβάλλει μια διαφορετική ανάγνωση, γιατί εγώ είμαι που πρέπει να βγάλω νόημα απ’ αυτή. Παλεύω κάθε μέρα, κάθε καινούργια μέρα, για να κάνω τούτο το πράγμα, και ίσως με τον καιρό, παρόλο που δεν μπορώ να το φανταστώ εύκολα, ίσως να καταφέρει να γίνει μια ιστορία που να μπορώ να μοιραστώ με τους άλλους, γιατί δεν έχω ανάγκη κανέναν τρελογιατρό για να μου πει ότι η τόσο στενή επαφή μαζί της είναι διαβρωτική και μ’ εμποδίζει να είμαι πλήρως εκείνο που μπορώ και οφείλω να είμαι για τα παιδιά μου. Αυτά είναι πράγματα που τα γνωρίζω μέσα στο κεφάλι μου, αλλά δεν τα έχω νιώσει ακόμη στην καρδιά μου, ή είναι στο είναι μου, ή σε οτιδήποτε είναι απαραίτητο για να μπορέσεις να νιώσεις κάτι πραγματικά.»

Στην αρχή ο Τομ αναπολεί την σύζυγό του και την μικρότερη κόρη, την 10χρονη Λίλι, σκέπτεται την επαγγελματική του καριέρα – είναι φωτογράφος κυρίως γαμήλιων τελετών, την γνωριμία του με την Λόρνα και την επεισοδιακή έναρξη της σχέσης τους. Ο αναγνώστης δεν θα αργήσει να αντιληφθεί ότι ο αφηγητής της ιστορίας είναι ένας καλός και στοργικός άνθρωπος, που νοιάζεται για τον πλησίον του, δεν θα διστάσει να σταματήσει το όχημά του, καθυστερώντας το ταξίδι του για να βοηθήσει μια γυναίκα που γλίστρησε το αυτοκίνητό της από το οδόστρωμα και να καλέσει για βοήθεια, παρηγορώντας την μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο και η αστυνομία.

Χωρίς όμως να το αντιληφθεί ο Τομ, υποσυνείδητα, εισέρχονται και οι βαθύτερες και πιο οδυνηρές σκέψεις. Η σκέψη του Ντάνιελ, του μεγαλύτερου γιού του, που στην αρχή απλώς αναφέρεται, έρχεται διαρκώς στο προσκήνιο, κυριαρχώντας στην ιστορία, και όπως αργόσυρτα και υπομονετικά κυλάει η αφήγηση, μαθαίνουμε τον λόγο. Ένα παιδί με πολλά προσόντα, ατίθασο και ασυμβίβαστο, που μεγαλώνοντας έγινε ένας προβληματικός και παραβατικός έφηβος, μπλεγμένος με ναρκωτικά και ποτό. Ο Τομ σκέπτεται πότε έγινε ο γιος του ένας ξένος, που χάθηκε η επικοινωνία, τι λάθη έκανε – μετανιώνει για τις αντιδράσεις του, όταν ο Ντάνιελ έκλεψε τον επαγγελματικό του εξοπλισμό, διώχνοντας τον από το σπίτι και χάνοντάς τον ίσως οριστικά. Ο Τομ διασχίζει το χιονισμένο τοπίο, αποφασίζοντας να ξεκλειδώσει το «δωμάτιο στο σπίτι της λίμνης» που στοιχειώνει τους εφιάλτες του, και το βιβλίο οδηγείται προς το σπαρακτικό του φινάλε.

«Τι να σκεφτόσουν καθώς κοίταζες τη θάλασσα; Πες μου τώρα Ντάνιελ. Ή μήπως δεν υπήρχε τίποτα πέρα από το κρύο που πότιζε το δέρμα σου; Με πονάει η σκέψη αυτή, γιατί δεν μπορώ να την κάνω δίχως να σε δω περικυκλωμένο από εκείνο που έδειχνε σαν μια μοναξιά που δεν κατάφερνα να διαπεράσω. Και τώρα στα όνειρά μου, όταν φωνάζω το όνομά σου ξανά και ξανά, η φωνή μου πνίγεται απ’ τον αέρα και το αδιάκοπο παράπονο της ανήσυχης θάλασσας. Μετά δεν έρχεσια σπίτι αλλά μου ζητάς να σε αφήσω κάπου κοντά στο πανεπιστήμιο επιστρέφοντας στην πόλη κι εγώ δεν φεύγω παρά μόνο όταν έχεις εξαφανιστεί τελείως.»

Ο Τομ είναι ένας άνθρωπος που παλεύει με τις ενοχές του, και προσπαθεί να κατανοήσει τη ζωή του και την θέση του ως πατέρας και σύζυγος. Το ταξίδι του σε αυτή την «ξένη γη» (ο συγγραφέας «παίζει» με την αμφίσημη λέξη «Strange», που σημαίνει «ξένος/η» αλλά και «άγνωστος», όπως και «παράξενος»), είναι ουσιαστικά μια πορεία προς τον βαθύτερο εαυτό του, η συνειδητοποίηση κι ο απολογισμός τής μέχρι τώρα ζωής του, για τα λάθη του και τα προβλήματά του, είναι όμως και ένας δρόμος προς την λύτρωση, την ειρήνη με τον εαυτό του.

Ισορροπώντας έξοχα μεταξύ συναισθήματος και μελοδραματισμού, το βιβλίο στοχεύει κατευθείαν στην καρδιά του αναγνώστη, συγκινώντας όχι μόνο τους πατέρες αλλά και όσους είναι γονείς. Η απουσία πλοκής σε ένα τόσο βαθύ μυθιστόρημα έρχεται να τονίσει εμφαντικά το γεγονός, ότι δεν χρειάζεται δράση και περιπεπλεγμένες ιστορίες για να σαγηνεύσουν τον αναγνώστη, αλλά ο στοχασμός και η αφηγηματική ικανότητα στην σκιαγράφηση των χαρακτήρων μπορούν μια χαρά να κάνουν τη δουλειά.

Όπως και στους αριστουργηματικούς «Νεκρούς» του Τζόις, έτσι κι εδώ το χιόνι με την σιωπή του και την λευκότητά του, φωτίζει την καρδιά και τα συναισθήματα των ανθρώπων, και έρχεται να συμπληρώσει με τον καλύτερο τρόπο την θλίψη και την συντριβή του Τομ, σε αυτό το στιβαρό και υπέροχο μυθιστόρημα, που συγκινεί ακόμα και τον πιο αποστασιοποιημένο αναγνώστη. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στον καθοριστικό ρόλο της μουσικής στο βιβλίο (όπως και σε κάθε Ιρλανδικό μυθιστόρημα ή ταινία), το οποίο είναι γεμάτο από αναφορές σε (έξοχα) τραγούδια και ερμηνευτές – υπάρχει και σχετική λίστα στο Spotify .

Το βραβευμένο «Ταξιδεύοντας σε ξένη γη», αυτό το ταξίδι από το Μπέλφαστ στο Σάντερλαντ, είναι ένα βιβλίο, που η κάθε παράγραφος μετράει, δεν έχει τίποτα το περιττό. Είναι ένα βιβλίο που περισσότερο το νιώθεις, παρά το περιγράφεις – ένας προσωπικός και πολύ συγκινητικός απολογισμός, ένα ταξίδι προς την συγχώρεση και την συμφιλίωση με τον εαυτό σου.

Βαθμολογία 82 / 100




 
Τρίτη, Ιουλίου 21, 2020
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιουλίου 21, 2020 | Permalink
Δύο πολύ αξιόλογα ελληνικά μυθιστορήματα ("ΘΕΑ ΑΚΡΟΠΟΛΗ" και "ΚΑΠΟΙΟΙ ΑΛΛΟΙ"

Δύο ωραία και ιδιαίτερα ενδιαφέροντα πρόσφατα ελληνικά μυθιστορήματα, παρουσιάζουμε σήμερα με το κείμενο αυτό. Πρόκειται για το μυθιστόρημα της Λουκίας Δέρβη «ΘΕΑ ΑΚΡΟΠΟΛΗ», το πέμπτο βιβλίο (τρίτο μυθιστόρημα), της συγγραφέως με το οποίο παρουσιάζει ευχάριστη εξέλιξη, και το βραβευμένο (βραβείο του ηλεκτρονικού περιοδικού «Αναγνώστης», ως καλύτερο μυθιστόρημα του 2019), μυθιστόρημα του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, με τίτλο «ΚΑΠΟΙΟΙ ΑΛΛΟΙ», που εισέρχεται με ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο, στον κόσμο του μυθιστορήματος μετά από δύο συλλογές διηγημάτων. 
Ας μιλήσουμε όμως για τα βιβλία πιο αναλυτικά.


Στα πολυτελή ξενοδοχεία των Αθηνών, με την πλεονεκτική θέση να «βλέπουν» την Ακρόπολη, τα καλά και ακριβά δωμάτια έχουν πάντα «θέα Ακρόπολη». Ο όρος είναι κάτι σαν συνθηματικό για τους υπαλλήλους των ξενοδοχείων αυτών αλλά και για τους τουριστικούς πράκτορες ή τους συχνούς πελάτες τους. Οι (πολλοί) χαρακτήρες του μυθιστορήματος της Λουκίας Δέρβη (Αθήνα,1972) με τίτλο «ΘΕΑ ΑΚΡΟΠΟΛΗ» (εκδ. Μεταίχμιο, σελ.212), είναι οι άνθρωποι που εργάζονται και περνάνε πολλές ώρες της ημέρας τους (και της ζωής τους) σε ένα τέτοιο πολυτελές ξενοδοχείο της πλατείας Συντάγματος, το Athens Excelsior.

Η ιστορία που αφηγείται η συγγραφέας, εκτυλίσσεται το 1992 λίγους μήνες μετά την δολοφονία του Αξαρλιάν. Κεντρικός ήρωας (και εξόχως ενδιαφέρων λογοτεχνικός χαρακτήρας, που ενδεχομένως θα του άξιζε περισσότερη εμβάθυνση), είναι ο σαραντάρης ρεσεψιονίστ Μάκης Ιγγλέσης, που το χαρακτηριστικό στοιχείο της εξωτερικής του εμφάνισης είναι το πρόβλημα που έχει το πόδι του, με αποτέλεσμα να το σέρνει - κάτι που προσέχει ο σχετικά άγνωστος τότε, πολύ παρατηρητικός Κέβιν Σπέισι, όταν διαμένει ως πελάτης στο ξενοδοχείο, με αποτέλεσμα να το μιμηθεί και να αποσπάσει το πρώτο του Όσκαρ στους «Συνήθεις Ύποπτους» του 1995 - ένα από τα αρκετά «κλεισίματα του ματιού» της συγγραφέως προς τον αναγνώστη.


Ο Ιγγλέσης, έχασε πρόσφατα την μητέρα του, κάτι που τον έχει συνταράξει και βρίσκεται προ μεγάλων αλλαγών και αποφάσεων στη ζωή του. Ο δεύτερος κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου είναι η όμορφη Θέκλα, που εργάζεται ως καμαριέρα στο executive floor του ξενοδοχείου, εξυπηρετώντας τα προνομιούχα δωμάτια που προσφέρουν τη θέα στον «ιερό βράχο». Η Θέκλα, έχει ένα παιδί και είναι χωρισμένη και πολύ κακοποιημένη από τον γάμο της με τον Παρμενίωνα, που είχε διατελέσει συνάδελφός της στο ξενοδοχείο και πλέον, μετά τον χωρισμό του με την Θέκλα δούλευε ως σεκιουριτάς σε νυχτερινό κέντρο. Ο Ιγγλέσης, ξεχώρισε την Θέκλα από τότε που είχε πρωτοέρθει εκείνη στο ξενοδοχείο, πληγώθηκε όταν επίλεξε τον Παρμενίωνα, με τον οποίο ήταν φίλοι, αλλά πλέον κάνει όνειρα ότι μπορεί η χυμώδης καμαριέρα να τον κοιτάξει ερωτικά. Η ευκαιρία να έρθουν πιο κοντά, θα προκύψει μετά την παράκληση της Θέκλας, που μετά δυσκολίας τα φέρνει βόλτα, να της δανείσει ένα σεβαστό χρηματικό ποσό, που ο Ιγγλέσης το κάνει με προθυμία.

«Πάνω στην ώρα χτύπησε το μπίπερ της για να την ειδοποιήσουν από κάτω ότι τη ζητούσε η κυρία Ανδρόνικου. Ήθελε πάλι, όπως σε κάθε διαμονή της στο Athens Excelsior, να της βάλει η Θέκλα μια λεκάνη με κρύο και μια με ζεστό νερό για να κάνει ποδόλουτρο και μετά να της τρίψει τις πατούσες για πέντε λεπτά, μαλακά, λίγο πιο έντονα από χάδι. Ειδική απαίτηση, παρατυπία, που δεν περιλαμβανόταν ούτε κατά διάνοια στα καθήκοντά της, αλλά είχε συμφωνήσει γιατί γι' αυτή την υπηρεσία η κυρία Ανδρόνικου της έδινε πέντε χιλιάδες δραχμές τη φορά. Και ήταν κανόνας απαράβατος να μένει η Θέκλα αμίλητη, μετά τον χαιρετισμό τίποτα, ούτε κιχ.(...) Κατά βάθος, πίσω από τα ψεύτικα χαμόγελα και την επιτηδευμένη ευγένεια, την όλο σεβασμό σιωπή της, η Θέκλα την περιφρονούσε. Ένιωθε να τη χωρίζει μια άβυσσος από τους πελάτες του Athens Excelsior, των οποίων τον απόπατο ήταν αναγκασμένη να καθαρίζει. Όλοι αυτοί ήταν απλώς τυχεροί επειδή είχαν λεφτά. »

Γύρω τους περιστρέφονται, αρκετοί υπάλληλοι του ξενοδοχείου - χαζοχαρούμενες νεαρές ρεσεψιονίστ, μπελ μπόις, εκπαιδευόμενες που θέλουν να κάνουν καριέρα, καμαριέρες, στελέχη της Διεύθυνσης, πελάτες και άλλοι. Ένας κόσμος που η Δέρβη, με εντυπωσιακά συγκροτημένο ύφος, απεικονίζει ως θεατρικό σκηνικό, όπου η κίνηση είναι συνεχής και η ατμόσφαιρα ιδιαίτερα ζωντανή. Το ξενοδοχείο παρουσιάζεται στην καθημερινότητά του, πίσω από την λαμπερή βιτρίνα, με τους (πάντα κι αναγκαστικά χαμογελαστούς) ανθρώπους που εργάζονται σε αυτό, να αγωνίζονται για την επιβίωσή τους, με τα άγχη και τις αγωνίες τους, με τους έρωτες, τη μοναξιά και τα πάθη τους.

Σε αυτό, το καλύτερο έως τώρα μυθιστόρημά της, η Λουκία Δέρβη, παρουσιάζει εντυπωσιακή βελτίωση. Με απλό και συγκροτημένο ύφος και έντονη θεατρικότητα στους διαλόγους και στην ατμόσφαιρα, περιγράφει τις αντιθέσεις μεταξύ των δύο κόσμων - των εύπορων πελατών και των βιοπαλαιστών υπαλλήλων. Μπορεί να λείπει η ένταση και κάποια από τα θέματα που θίγονται να μένουν ημιτελή ως προς την πλοκή, αλλά το «Θέα Ακρόπολη" (δυστυχώς με ένα εξώφυλλο που το αδικεί), με τον ωραίο του ρυθμό και τους ενδιαφέροντες χαρακτήρες, είναι ένα πολύ αξιόλογο μυθιστόρημα, με μια δημιουργό που βαδίζει με σταθερά βήματα προς την ωριμότητα.

Πολύ πιο περιπεπλεγμένα παρουσιάζονται τα πράγματα για τον Βαγγέλη, τον ήρωα του πολύ καλού μυθιστορήματος «ΚΑΠΟΙΟΙ ΑΛΛΟΙ» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη (Ηράκλειο Κρήτης, 1983) - (εκδ. Πατάκης, σελ.340), ενός πολυεπίπεδου και ιδιαίτερα φιλόδοξου βιβλίου, με το οποίο ο ικανότατος συγγραφέας, που γνωρίσαμε από τις συλλογές διηγημάτων του, κάνει την πρώτη (αρκετά επιτυχημένη) προσπάθειά του στο μυθιστόρημα.

Το «Κάποιοι άλλοι» είναι ένα πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, που εκτυλίσσεται μεταξύ Αθηνών, Γκανσκ της Πολωνίας, Τρικάλων και Αγίου Νικολάου Κρήτης σε μια πλοκή που δείχνει χαοτική (και σε κάποια σημεία είναι) και αδιέξοδη, για να ισορροπήσει προς το τέλος του βιβλίου. Ο Βαγγέλης και η Μάρω, ένα νιόπαντρο ζευγάρι νέων ανθρώπων που ξενιτεύονται λόγω της οικονομικής κρίσης, είναι οι κεντρικοί χαρακτήρες του μυθιστορήματος. Ο Βαγγέλης, είχε μια αξιόλογη καριέρα ως δημοσιογράφος, ώσπου η κρίση χτυπάει το επάγγελμα του, απολύεται και το μέλλον στην Αθήνα δείχνει ζοφερό. Η Μάρω είναι γιατρός, έχει σπουδάσει στην  Πολωνία, οπότε δεν είναι δύσκολο για εκείνη να βρει δουλειά σε νοσοκομείο του Γκντασκ. Η Μάρω δουλεύει ατελείωτες ώρες, ο Βαγγέλης προσπαθεί να ξεπεράσει τον θυμό του, το σοκ της απόλυσης και να ξαναβρεί τον εαυτό του.


«Γνώρισα την Μάρω όπως πρέπει να γνωρίζονται τα ζευγάρια: στο Facebook. Δεν υπήρξαν ψευτορομαντικές αηδίες με κεραυνοβόλους έρωτες στο τρένο, ούτε κοινοί γνωστοί που μας προξένεψαν, δεν ήμασταν παιδικοί φίλοι που ανακάλυψαν στα τριάντα το καταπιεσμένο τους πάθος. Έγραφα για θέματα πολιτισμού σε μια μεγάλη εφημερίδα. Της άρεσαν αυτά που έγραφα, μου έστειλε αίτημα φιλίας. Μου άρεσαν οι φωτογραφίες της στο χιονισμένο Γκντασκ, της έστειλα μήνυμα. Μιλήσαμε για μουσική, σινεμά, πολιτική και για οτιδήποτε άλλο μιλάνε δυο άνθρωποι που αποφεύγουν να πουν αυτό που σκέφτονται. »

Ένα βράδυ τρεις άνθρωποι πέφτουν από ένα αεροπλάνο, που πραγματοποιούσε την πτήση Κωνσταντινούπολη-Παρίσι, τα δύο πτώματα έχουν πέσει στο Γκντασκ – το ένα μάλιστα στην ταράτσα του σπιτιού του ζεύγους -, το τρίτο στα περίχωρα του Παρισιού, αν όμως για τους δύο δεν υπάρχει κανένα στοιχείο, ο τρίτος που είχε πέσει σε μια λεωφόρο του Γκντασκ είναι ένας διάσημος μεσήλικας φωτογράφος, που κανείς δεν έχει καταλάβει πως βρέθηκε νεκρός εκεί. Το δημοσιογραφικό ένστικτο του Βαγγέλη αφυπνίζεται και προσπαθεί να σκαλίσει την υπόθεση, να μάθει πράγματα για τη ζωή του Ρέι Πάρκερ, του φωτογράφου αθλητικών εκδηλώσεων και μόδας, που βρήκε τραγικό θάνατο πέφτοντας από τον ουρανό.

Η έρευνα θα τον οδηγήσει σε ένα χάος πληροφοριών, που σχετίζονται με έναν μέτριο Κροάτη τερματοφύλακα που έχει γίνει μεγαλοπαράγων του διεθνούς ποδοσφαίρου, σε μια υπόθεση τόσο μπλεγμένη που χρειάζονται πόροι και πολλά στοιχεία για να την βγάλει εις πέρας. Ο Βαγγέλης επικοινωνεί με τους συγγενείς του Πάρκερ στην Αμερική, με φίλους του και συνεχώς πέφτει σε αντικρουόμενες πληροφορίες. Το ίδιο διάστημα, έχοντας ουσιαστικά ολόκληρη τη μέρα στη διάθεσή του, νιώθει ιδιαίτερη έλξη για μια νεαρή Πολωνέζα με την οποία αθλείται, πέφτει πάνω σε έναν παλιό του φίλο, μεσίτη που είχε καταχραστεί κάποιες χιλιάδες ευρώ από το ζευγάρι, θυμάται τις προβληματικές του σχέσεις με την οικογένεια της Μάρως και τον δεσποτικό εύπορο επαρχιώτη πατέρα της. Η σχέση του με την Μάρω περνάει κρίση και καθώς εκείνος βυθίζεται όλο και περισσότερο στην έρευνα για τον θάνατο του Ρέι Πάρκερ, τα προσωπικά και οικογενειακά αδιέξοδα πυκνώνουν και η κατάσταση γίνεται όλο και πιο αδιέξοδη.


Ιστορία ενός λούζερ, σύγχρονο μυθιστόρημα των προσωπικών αδιεξόδων, αλλά και μια ιστορία με στοιχεία νουάρ, το «Κάποιοι άλλοι», απλώνεται σε πολλά πεδία – κάπου είναι «whodunit» αστυνομική έρευνα, σε πολλά σημεία είναι ένα βιβλίο για το αδιέξοδο μιας σχέσης χωρίς πολλή αγάπη, με πολλή αφόρητη ελληνική επαρχία και σκηνές μαγκιάς για να καταλήξει (ίσως αυτό που ήταν από την αρχή) μια υπαρξιακή ιστορία μοναξιάς, χαμένων ευκαιριών, ήττας και διαψευσμένων ελπίδων.

Θα μπορούσε να είναι εξαιρετικό, αν δεν ήταν τόσο μπερδεμένο και υπερφιλόδοξο (που παλεύει να καλύψει πολλά θέματα με τη μία), και αν του έλειπαν περίπου 100 σελίδες. Δεν πρέπει όμως να αδικούμε την προσπάθεια του Ανυφαντάκη σε αυτό το πολύ ενδιαφέρον ρεαλιστικό μυθιστόρημα, που δεν φοβάται να αναμίξει λογοτεχνικά είδη μέσα στο ίδιο βιβλίο, να οικοδομήσει και να οργανώσει σε σημείο την πλοκή δείχνοντας ότι δεν χάνει τον έλεγχο ούτε στιγμή. Η τελική εντύπωση είναι ότι το «Κάποιοι άλλοι», είναι ένα ωραίο μυθιστόρημα που αφήνει πολλές υποσχέσεις, για την εξέλιξη του συγγραφέα.

Βαθμολογία (και για τα δύο βιβλία): 79 / 100