Πέμπτη, Ιανουαρίου 17, 2019
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιανουαρίου 17, 2019 | Permalink
"Οι εξομολογήσεις ενός δικαιωμένου αμαρτωλού"

Το μυθιστόρημα του Σκώτου συγγραφέα James Hogg (Ettrick 1770 – 1835), με τίτλο «ΟΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΔΙΚΑΙΩΜΕΝΟΥ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ» («The Private Memoirs and Confessions of a Justified Sinner»), είναι ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της αγγλοσαξωνικής πεζογραφίας, του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, το οποίο δεν είχε εκδοθεί ποτέ στη χώρα μας. Επιτέλους, αυτό το κενό καλύφθηκε, καθώς το έξοχο (και άκρως επιδραστικό στην παγκόσμια λογοτεχνία) αυτό μυθιστόρημα, εκδόθηκε από τις εκδόσεις Εξάντας (σελ. 409), στην «Λευκή σειρά», σε εξαιρετική μετάφραση (και εισαγωγή) της Ιωάννας Ηλιάδη.


Το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε ανώνυμα το 1824, στην εποχή του πούλησε ελάχιστα, εκδόθηκε ξανά πετσοκομμένο το 1837, και τράβηξε την προσοχή αρκετά χρόνια αργότερα, το 1895 που επανεκδόθηκε στην αρχική του μορφή. Ο περίφημος Γάλλος συγγραφέας Αντρέ Ζιντ ήταν εκείνος που με την εισαγωγή του στην επανέκδοση του 1947 έστρεψε πάνω του, την προσοχή κοινού και κριτικών αποδίδοντας στο βιβλίο την αδιαμφισβήτητη αξία του και την δεδομένη επιρροή του σε κορυφαία μυθιστορήματα μεταγενέστερων συγγραφέων (πολύ γνωστά στη χώρα μας), όπως τα φημισμένα «Δρ Τζέκιλ και Κος Χάιντ» και «Ο αφέντης του Μπαλαντρέ» του R.L.Stevenson, ή και το πιο σύγχρονο, «Η διαθήκη του Γεδεών Μακ» του James Robertson.

Το βιβλίο, χωρίζεται σε τρία μέρη και η ιστορία περιγράφεται από δύο πλευρές. Στο πρώτο μέρος, την ιστορία αφηγείται ο εκδότης του βιβλίου, στο δεύτερο μέρος ο ήρωας του βιβλίου Ρόμπερτ Ρίνγκιμ δίνει την δική του εκδοχή στα γεγονότα και στο τρίτο μέρος ο εκδότης επανέρχεται ολοκληρώνοντας την ιστορία αποκαλύπτοντας πως βρέθηκαν τα «απομνημονεύματα» του Αμαρτωλού στον τάφο του.

Η ιστορία που έχει έντονο το μεταφυσικό στοιχείο, είναι σχετικά απλή. Ο πλούσιος γαιοκτήμονας Τζορτζ Κόλγουαν, λόρδος του Νταλκάσλ παντρεύεται την Ρεϊμπίνα, η οποία αποδεικνύεται βαθιά θρησκευάμενη Καλβινίστρια που αρνείται μαζί του την οποιαδήποτε σωματική επαφή. Ο Κόλγουαν άνθρωπος αψύς και βίαιος, την στέλνει πακέτο στον πατέρα της στην Γλασκόβη. Μετά από κάμποσο διάστημα, η λαίδη Νταλκάσλ πείθεται να επιστρέψει στον πύργο των Κόλγουαν καθοδηγούμενη από τις προσταγές και την κατήχηση του πάστορα Ρίνγκιμ που την επηρεάζει όλο και περισσότερο.
Δύο αγόρια γεννιούνται στον πύργο με διαφορά ενός έτους. Το πρώτο παιδί, ο μικρός Τζορτζ αναγνωρίζεται από τον Τζορτζ Κόλγουαν ως νόμιμος διάδοχός του και φέρει το ονοματεπώνυμό του, ο δεύτερος γιός όμως, ο Ρόμπερτ, δεν αναγνωρίζεται από τον δύστροπο λόρδο ως παιδί του και θα μεγαλώσει στο σπίτι του πάστορα Ρίνγκιμ παίρνοντας το όνομά του – χωρίς να κατονομάζεται αφήνεται να εννοηθεί ότι είναι νόθος γιος του ιερέα. Ο Τζορτζ θα μεγαλώσει μέσα στα πλούτη και την χαλαρότητα ενώ ο Ρόμπερτ με αυστηρή Καλβινιστική παιδεία και καθοδήγηση του πάστορα. Τα δύο αδέλφια θα συναντηθούν στο Εδιμβούργο αργότερα και ο Ρόμπερτ αρχίζει να παρενοχλεί τον νεαρό Τζορτζ σε σημείο υπερβολής ευρισκόμενος συνεχώς κοντά του. Όταν ο Τζορτζ θα βρεθεί μαχαιρωμένος στο πίσω μέρος μιας ταβέρνας, ο κύριος ύποπτος θα θεωρηθεί ένας ευγενής με τον οποίο είχε λογομαχήσει νωρίτερα, αλλά δύο μάρτυρες που βρισκόντουσαν κοντά θα βεβαιώσουν ότι ο δολοφόνος ήταν κάποιος που έμοιαζε με τον Ρόμπερτ.
Η ιστορία θα αποσαφηνιστεί στο δεύτερο μέρος, με τα ημερολόγια του Ρόμπερτ Ρίνγκιμ, όπου εκείνος εξιστορεί τα παιδικά του χρόνια, την έντονη παρουσία του πάστορα Ρίνγκιμ στη ζωή του, την επιρροή του και την θρησκευτική του παιδεία στο Καλβινιστικό δόγμα του Προκαθορισμού, ενώ αργότερα περιγράφει την συνεχή παρουσία δίπλα του ενός σωσία, ενός ανθρώπου που τον προτρέπει σε εγκληματικές ενέργειες, καθώς σύμφωνα με το δόγμα αυτός είναι ένας από τους Εκλεκτούς που προορίζονται για την αιώνια Σωτηρία και δεν υπόκεινται στους ανθρώπινους νόμους.

«"Η αποστολή μου έχει σφραγιστεί από ψηλά" απάντησα, "κι αυτό θα φροντίσω να το μάθεις κι εσύ κι όλοι οι αμαρτωλοί. Έχω αφιερωθεί σ' αυτήν με τους πιο ιερούς όρκους, με τις πιο βαριές δεσμεύσεις. Είμαι το ξίφος του του Κυρίου, η Πείνα κι ο Λοιμός είναι αδέρφια μου. Αλίμονο στους αμαρτωλούς τούτης της χώρας, διότι πρέπει να πέσουν όλοι νεκροί, ώστε να καθαριστεί η εκκλησία!"»


Το μυθιστόρημα του Χογκ διαβάζεται απνευστί και είναι συγκλονιστικό. Είναι μια οξεία σάτιρα της θρησκευτικής μανίας και του παραλογισμού που μπορεί να προκύψει από τις διδαχές του δόγματος του Προκαθορισμού, του βασικού στοιχείου της Καλβινιστικής εκκλησίας που είχε μεγάλο ρεύμα στην Σκωτία. Σύμφωνα με αυτό, όλοι οι άνθρωποι είναι αμαρτωλοί και ανεπίδεκτοι προόδου, όμως ο Θεός επιλέγει μερικούς από αυτούς οι οποίοι είναι οι Εκλεκτοί του, και θα σωθούν. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι κάτι ξεχωριστό αλλά είναι επιλεγμένοι από τις ανεξερεύνητες βουλές του Κυρίου. Ο Χογκ με μυθιστορηματική υπερβολή και ανελέητο χιούμορ περιγράφει έναν άνθρωπο ολοφάνερα διαταραγμένο, υπό το κράτος των μεταφυσικών προσλήψεων, που είναι γαλουχημένος με αυτές τις αρχές θεωρώντας ότι είναι ένας από τους Εκλεκτούς και οι συνέπειες είναι ανυπολόγιστες.

Στο βιβλίο παρατηρούμε και την εισαγωγή στην αφήγηση ενός σωσία, ενός «doppelganger», στοιχείο πρωτοποριακό για την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο, που δίνει την έντονη ψυχολογική διάσταση στην ιστορία. Ο ήρωας συνομιλεί με αυτόν τον χαρακτήρα που πλάθει η φαντασία του, τον έχει συνεχώς δίπλα του και καθιστά εκείνον υπεύθυνο για τις πράξεις του. Ο Ρόμπερτ είναι σύμφωνα με μια σύγχρονη ανάγνωση ένας σίριαλ κίλερ, ένας κατά συρροή δολοφόνος, στο θολωμένο και φανατισμένο μυαλό του όλα είναι «δικαιωμένα», ανθρώπινα αλλά συγχρόνως και τρομακτικά.

«Αμέσως μετά τα γεγονότα αυτά, με κυρίευσε μια παράξενη ασθένεια, ακατανόητη τόσο για τους φίλους όσο και για τους γιατρούς μου, η οποία με περιόρισε στην κάμαρά μου επί αρκετές μέρες· εγώ ο ίδιος, όμως, ήξερα ότι μου είχαν κάνει μάγια, και υποψιαζόμουν την περιβόητη παλακίδα του πατέρα μου. Εξέφρασα τους φόβους μου στον σεβαστό μου προστάτη, και τους αντιμετώπισε με επιφυλακτικότητα, αλλά κατάλαβα από τα λόγια και την έκφρασή του ότι αντιλαμβανόταν πως είχα δίκιο. Εν γένει φανταζόμουν τον εαυτό μου ως δυο ανθρώπους. Όταν ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι θεωρούσα ότι υπήρχε κι άλλος ένας εκεί· όταν σηκωνόμουν, πάντοτε έβλεπα ένα άλλο άτομο, και πάντα στην ίδια θέση από το σημείο όπου καθόμουν ή στεκόμουν, περίπου τρία βήματα στ’ αριστερά μου. Δεν είχε σημασία πόσο πολλοί ή πόσο λίγοι ήταν παρόντες: τούτος ο δεύτερος εαυτός μου φρόντιζε να βρίσκεται πάντα στη θέση του· και αυτό επέφερε μια σύγχυση, σε ό,τι έλεγα και σκεφτόμουν, που κατέπληττε βαθιά τους φίλους μου, κάνοντάς τους όλους να δηλώνουν ότι όχι μόνο δεν ήμουν πνευματικά διαταραγμένος, αλλά ότι και ποτέ άλλοτε δεν είχα εκφραστεί στις συζητήσεις μου με τόση ενεργητικότητα ή με τόσο μεγαλειώδεις ιδέες· όμως παρ’ όλα αυτά, οι νοητικές μου ικανότητες και η λογική μου ήταν ανήμπορες μπροστά στη μοναδική αυτή ψευδαίσθηση ότι ήμουν δύο άνθρωποι. Το πιο διεστραμμένο κομμάτι της ήταν ότι σπανίως αντιλαμβανόμουν τον εαυτό μου ως ένα από τα δύο αυτά άτομα. Μάλλον πίστευα ότι το ένα ήταν ο σύντροφός μου και το άλλο ο αδερφός μου, και διαπίστωσα ότι το να μιλώ και ν’ απαντώ, υιοθετώντας τον χαρακτήρα ενός άλλου ανθρώπου ήταν, μακροπρόθεσμα, αυτό που μου προκαλούσε τη μεγαλύτερη ανησυχία.»

Το μυθιστόρημα του Χογκ είναι μια μεταφυσική γοτθική σάτιρα με έντονα ψυχολογικά στοιχεία και αστυνομική πλοκή, αγγίζοντας πολλά λογοτεχνικά είδη και όπως γίνεται εύκολα κατανοητό επηρεάζοντας μεταγενέστερα διάσημα λογοτεχνικά έργα. Πολυπρισματικό και πολυεπίπεδο, είναι ένα μυθιστόρημα πολύ μπροστά από την εποχή του, ξενίζοντας τους πάντες, που στάθηκαν αμήχανα απέναντί του αδυνατώντας να κατανοήσουν την πολυπλοκότητα και την αμφισημία του. Ο Χογκ δεν έβαλε όρια ανάμεσα στα είδη, αναμιγνύοντας αριστουργηματικά την παράδοση και τις θρησκευτικές συζητήσεις με μια ιστορία εκδίκησης και βίαιων φόνων.

Ο Αντρέ Ζιντ χαρακτήρισε το βιβλίο «Δέντρο της γνώσης» αδυνατώντας ή μη θέλοντας να το κατατάξει σε κάποιο είδος, δίνοντάς του όμως την ώθηση για την εισαγωγή του στα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το μυθιστόρημα γνώρισε πολλές θεατρικές διασκευές ενώ εκκρεμεί και η κινηματογραφική του μεταφορά.
Μπορεί να δείχνει παλαιικό, αλλά η ανάγνωσή του ρέει και είναι συναρπαστικό όπως και απολαυστικό ταυτόχρονα. Στην απόλαυση αυτού του έξοχου μυθιστορήματος συμβάλλει με την εξαίρετη μετάφραση και την ωραία εισαγωγή της (που δίνει στοιχεία για τον συγγραφέα και το έργο του), η (πάντα καλή) Ι. Ηλιάδη που έκανε μια θαυμάσια δουλειά συστήνοντάς μας έναν συγγραφέα και ένα βιβλίο που πρέπει να βρει τη θέση του σε κάθε απαιτητική βιβλιοθήκη.

Βαθμολογία 87 / 100




 
Τετάρτη, Ιανουαρίου 09, 2019
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιανουαρίου 09, 2019 | Permalink
Σοφία Μπραϊμάκου και Μαριαλένα Σεμιτέκολου - δύο νέες πολύ αξιόλογες συγγραφείς

Δύο πρωτοεμφανιζόμενες συγγραφείς οι οποίες εξέδωσαν εντός του 2018 τα βιβλία τους, η Σοφία Μπραϊμάκου και η Μαριαλένα Σεμιτέκολου, με μια συλλογή διηγημάτων η πρώτη, και, μια νουβέλα η δεύτερη, ξεχώρισαν μέσα από την τεράστια (για τα δεδομένα) εγχώρια παραγωγή. Δύο βιβλία που δεν έχουν κάτι κοινό μεταξύ τους, πέραν του ευδιάκριτου ύφους, του ωραίου χειρισμού της γλώσσας και της ενδιαφέρουσας θεματικής. Δύο φωνές που δείχνουν να κατέχουν με επάρκεια τις απαιτήσεις της γραφής και να καταθέτουν το δικό τους προσωπικό στυλ σε μια χειμαζόμενη ελληνική πεζογραφία. Ας τα δούμε ένα-ένα.


Η Σοφία Μπραϊμάκου, κειμενογράφος με εμπειρία στον περιοδικό τύπο, με το βιβλίο της «ΜΑΤΑΜΠΡΕ, ιστορίες που σκοτώνουν την πείνα» (εκδ. Νεφέλη, σελ.158), έγραψε μια συλλογή 16 έξυπνων και ευφάνταστων ιστοριών, έκτασης περίπου 10 σελίδων η καθεμία, οι οποίες έχουν ως νήμα που τις ενώνει, το φαγητό. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί το φαγητό σε κάθε ιστορία ως μέσο, ως όχημα, για να μιλήσει για καταστάσεις παλαιικές, καθημερινές.

«Την τελευταία μέρα του κόσμου λέω να φτιάξω μια απλή κοτόσουπα αυγολέμονο χωρίς πολλά πολλά. Μόνο κοτόπουλο και ρύζι. Άντε και λίγη πατάτα. Καρότο με τίποτα. Οι αμυγδαλές μου θα είναι πρησμένες από τις πρώτες ιώσεις του φθινοπώρου, τα παράθυρα ανοιχτά για να αεριστεί καλά ο χώρος από τα μικρόβια και θα σε περιμένω να γυρίσεις από τη δουλειά.»

Το φαγητό δεν πρωταγωνιστεί, δεν διαβάζουμε αφηγήσεις και περιγραφές γύρω από τα διάφορα πιάτα που υπάρχουν στις ιστορίες, ούτε συνταγές όπως ενδέχεται να πιστέψουν κάποιοι από τον υπότιτλο του βιβλίου («ιστορίες που σκοτώνουν την πείνα»). Οι 16 ιστορίες του βιβλίου μιλάνε για πάθη, ερωτικές και οικογενειακές σχέσεις, για το παρελθόν, για τη μοναξιά, για την αίσθηση της απώλειας και της θλίψης, του θυμού έχοντας μια αίσθηση τέλους, τέλους δραματικού και ολοκληρωτικού.

Ένας μοναχικός διορθωτής κειμένων, ένα ζευγάρι που περιμένει το τέλος του κόσμου, οι γίγαντες που ξυπνάνε οδυνηρές μνήμες σε έναν ξενιτεμένο, έρωτες που τσακίζονται και μελοδράματα που παραμονεύουν σε κάθε γωνία, ζευγάρια που χωρίζουν, άνθρωποι μοναχικοί, υπαρξιακά άγχη, οικογενειακή βία, άνδρες ως επί το πλείστον ανασφαλείς, γυναίκες (οι περισσότερες) δυναμικές και πάντα πληγωμένες. Γενικότερα στις ιστορίες της Μπραϊμάκου, υπάρχει πολύ συναίσθημα και στις περισσότερες από αυτές ισορροπία μεταξύ μελοδράματος και ρεαλισμού, κάτι που θυμίζει έντονα τον εμπειρότερο (αλλά σχετικά νέο) συγγραφέα Βαγγέλη Προβιά.

«Ξαφνικά το σπίτι είναι γεμάτο κόσμο. Κι εγώ δεν χρειάζεται να σε αντιμετωπίσω άλλο. Θα φάω το σκατοκοκκινιστό και θα κλειστώ στο δωμάτιό μου ξανά, να ζήσω το κρεσέντο της παρατεταμένης μου εφηβείας. Θα ξανακαυγαδίσουμε πολλές φορές ως το τέλος της ημέρας. Μέχρι που πολλές Κυριακές μετά θα ξυπνάω χωρίς απόψυξη, με ζεστό γαλλικό καφέ, καναπέ και φιλιά και ζεστά μάφινς. Αυτές τις ανέλπιστα όμορφες Κυριακές που έρχονται σε πλήρη αντιδιαστολή με τις δικές σου, τις σχεδίαζα κρυφά μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια κάτω από το πάπλωμά μου, όσο εσύ λιβάνιζες και έκανες απόψυξη. Κι όταν έρχεται το μεσημέρι, στρώνω τραπέζι με κραυγαλέα χρωματιστά φλοράλ τραπεζομάντιλα. Και το κοκκινιστό είναι μπουργκινιόν, γκουρμεδίλα που θα τη ζήλευε κι η Τζούλια Τσάιλντ. Και είναι ό,τι καλύτερο έχω γευτεί ποτέ.
Μα μου λείπει το δικό σου.»

Με γλώσσα άμεση και οικεία, ο αναγνώστης νιώθει ότι παρευρίσκεται σε μια φιλική συζήτηση, σε ένα οικογενειακό τραπέζι όπου θίγονται καταστάσεις γνώριμες ενώ το χιούμορ διεισδύει ακόμα και στις τραγικότερες σελίδες κλείνοντας το μάτι και τονίζοντας το κωμικοτραγικό στοιχείο της ζωής. Ο απόλυτος έλεγχος στον ρυθμό των ιστοριών, όπου υπάρχει εναλλαγή σε συναισθήματα και εντάσεις, αλλά και χαμηλότονα διαστήματα, η παλαιική ατμόσφαιρα και κάποιοι διάλογοι που φέρνουν στο νου, σκηνές από βιβλία του Κώστα Ταχτσή, δημιουργούν μια αίσθηση αναμονής για ένα μυθιστόρημα εν γενέσει, ένα μεγαλύτερο κείμενο που θα δώσει στην ικανότατη συγγραφέα (που μόνο άπειρη και πρωτοεμφανιζόμενη δεν θυμίζει) περισσότερο εύρος που κάποιες από τις ιστορίες της φαίνεται να το είχαν ανάγκη. Είμαστε σε αναμονή λοιπόν για το επόμενο βήμα μιας συγγραφέως που υπόσχεται πολλά.

Σε άλλες λογοτεχνικές σφαίρες κινείται η ωραία νουβέλα «ΟΙ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ» της Ψυχολόγου Μαριαλένας Σεμιτέκολου (Πειραιάς, 1973) – (εκδ. Ίκαρος, σελ.94), ένα υπαρξιακό βιβλίο, υπαινικτικό και καίριο που η υποδόρια επίδρασή του στον αναγνώστη, έρχεται σε πλήρη αντίθεση από τον χρόνο ανάγνωσής του που δεν υπερβαίνει τις δύο (ή ακόμα και λιγότερο) ώρες.

Με το 24ωρο στη ζωή μιας γυναίκας, έχει ασχοληθεί με μεγάλη επάρκεια, η σπουδαία Βιρτζίνια Γουλφ στην «Κυρία Νταλογουέι», μόνο που εδώ στις «Κυριακές το καλοκαίρι», η Σεμιτέκολου, εκκινεί από το ίδιο πλαίσιο αλλά το απλώνει διαφορετικά. Η νουβέλα της περιγράφει περίπου ένα 24ωρο από την ζωή μιας σχετικά νέας γυναίκας, της Μαρίνας. Είναι μια ζεστή Κυριακή του Αυγούστου (όλα έχουν σημασία στο βιβλίο, η συγκεκριμένη μέρα, (ίσως) το όνομα της ηρωίδας, ο συγκεκριμένος μήνας – διακοπών, αλλά και απολογισμού), όπου η ηρωίδα αποφασίζει να μείνει μέσα στο διαμέρισμά της. Είναι μια γυναίκα μόνη που αποφασίζει να μη κάνει απολύτως τίποτα παρά μόνο τις άκρως απαραίτητες κινήσεις. Κάθεται για ώρες στον καναπέ, ανοίγει το ψυγείο, την τηλεόραση χωρίς ήχο, τα ραδιόφωνο, τον ανεμιστήρα, κάνει μπάνιο, εξετάζει προσεκτικά το σώμα που παρακμάζει. Οι μόνες της ενέργειες είναι να ποτίσει τα φυτά ενός γειτονικού διαμερίσματος και να πάει σε ένα περίπτερο (διαφορετικό από το σύνηθες γιατί είναι Αύγουστος και όλα είναι κλειστά) να αγοράσει τσιγάρα. Σε πρώτη ανάγνωση όλα φαίνονται βαρετά και ακίνητα, πληκτικά και χωρίς νόημα.

«Μένει για λίγα λεπτά μετέωρη στο σκοτάδι, περιμένοντας λέξεις για να ντύσουν τους τόπους που μόλις επισκέφτηκε, τα πρόσωπα που συνάντησε, τις κουβέντες που αντάλλαξαν μεταξύ τους ή εν πάσει περιπτώσει τις καταστάσεις που έληξαν και μπορούν να αποτελέσουν περίφημες ευκαιρίες αφήγησης. Είναι σχεδόν πάντοτε ανώφελο▪ κείται άφωνη σ’αυτό το οικειοθελές σκοτάδι με την προσδοκία της προηγούμενης ασύνειδης ευγλωττίας, αλλά τίποτα. Οι ιστορίες παραμένουν πεισματικά άηχες, τα πρόσωπα βουβά και οι τόποι τόσο σιωπηλοί που στο τέλος γίνονται κατάλευκοι σαν απάτητο χιόνι. Μόνο μια κίνηση αισθάνεται – όλα μαζί, πρόσωπα, τόποι και ιστορίες τρέχουν βιαστικά κι αθόρυβα προς ένα ποτάμι εικόνων που κυλά λίγο πιο πάνω από το στομάχι της. Γυρίζει πλευρό και αυτόματα, με τα μάτια κλειστά, βγάζει λακωνικά και ασαφή ανακοινωθέντα για τον ασφαλή ή όχι απόπλου της ημέρας. Το εύθραυστο λεκτικό τους περίβλημα σπάει σε δευτερόλεπτα, είτε λόγω της επίμονης πίεσης στην κύστη που τη σπρώχνει στην τουαλέτα, είτε λόγω ασήμαντων αφορμών: τον ήχο, λόγου χάρη, του τηλεφώνου, την αγενή έφοδο μιας επίκαιρης λίστας πραγμάτων που πρέπει να γίνουν ή τη συνήθη εσωτερική οδηγία του τύπου άντε, σήκω να φτιάξεις καφέ.»

Η Μαρίνα είναι υπάλληλος σε φωτοτυπείο (όχι η συναρπαστικότερη δουλειά), πρόσφατα χωρισμένη μετά από μακροχρόνια σχέση, είναι άκεφη, δεν βρίσκει νόημα στις άσκοπες συζητήσεις, στις παρέες που έκανε τόσα χρόνια, στις ίδιες κινήσεις που επαναλαμβάνονται κάθε καλοκαιρινό σαββατοκύριακο.
Η ακινησία της, την ωθεί σε σκέψεις, αναμνήσεις, στιγμιότυπα από τη ζωή της. Μια σεξουαλική παρενόχληση από ένα θείο, την πάντα ατσαλάκωτη μητέρα της να κλαίει, την αδιέξοδη σχέση της με τον Μιχάλη, την κολλητή της φίλη που έκανε καριέρα. Νιώθει τελματωμένη, κουρασμένη, στα όρια μιας ελαφριάς κατάθλιψης, στα όριά της γενικώς.

«Οι Κυριακές το καλοκαίρι» είναι μια ευφυέστατη νουβέλα, μια θαυμάσια περιγραφή της ακινησίας. Βαθιά εσωτερική ψυχογραφία, λεπτοδουλεμένη και με προσοχή στις λεπτομέρειες, έχει μουσική χωρίς να ακούγεται τίποτα, έχει δράση παρά την εξωτερική αδράνεια, έχει κίνηση παρά την ατμόσφαιρα της «θερινής ραστώνης». Τα «λησμονημένα που ανέρχονται συγκεχυμένα» στο μυαλό της Μαρίνας δεν θα φέρουν αλλαγές στη ζωή της, η Δευτέρα δεν θα φέρει κάτι νέο, αλλά θα είναι μια αρχή.

«Οι πολυκατοικίες είναι κτήρια αλλόκοτα. Τα καλοκαίρια με τις μεγάλες ζέστες ανεβάζουν πυρετό και νοσούν. Οι ένοικοι κλείνουν τα παντζούρια τους και τις εγκαταλείπουν σε ένα άηχο, εμπύρετο παραλήρημα. Άλλοι πάλι παραμένουν με τις μπαλκονόπορτες κλειστές και τον κλιματισμό αναμμένο. Και τα κτήρια φυσάνε και ξεφυσάνε, μουγκρίζοντας και ξερνώντας καυτό αέρα στους δρόμους, και στάζουν κάτι αναιμικές ψιχάλες σε ανυποψίαστους περαστικούς που ενοχλημένοι σηκώνουν για λίγο το κεφάλι τους προς τα πάνω. «Ο χώρος κλιματίζεται», διαβάζεις στις επιγραφές των κτηρίων και είναι σα να σου ανακοινώνουν ότι ο χώρος νοσηλεύεται μέχρι νεωτέρας ή ότι μπήκε σε γύψο και θα του πάρει μήνες να αποκαταστήσει την κινητικότητά του. Προς το παρόν θέλει ησυχία και ξεκούραση. Έτσι νομίζουν όλοι, παραλείπουν τη διάγνωση της αφυδάτωσης και τα παρατάνε απότιστα.»

Η Σεμιτέκολου που δείχνει να έχει στέρεες λογοτεχνικές βάσεις, γράφει με σιγουριά και απόλυτο έλεγχο στον ρυθμό της αφήγησής της. Ούτε στιγμή δεν σου περνάει από το μυαλό (όπως ανέφερα παραπάνω για την Μπραϊμάκου), ότι διαβάζεις έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα. Επηρεασμένη από την Βιρτζίνια Γουλφ και τον Αλμπέρ Καμύ, δημιουργεί μια μοντέρνα νουβέλα με μια ηρωίδα μελαγχολική με τον τρόπο των αγγλικών μυθιστορημάτων του 19ου αιώνα, μια ηρωίδα που δεν την ξεχνάς εύκολα. Σίγουρα μια συγγραφέας που θα ξαναδιαβάσουμε.

Βαθμολογία (και των δύο βιβλίων) 79 / 100




 
Πέμπτη, Ιανουαρίου 03, 2019
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιανουαρίου 03, 2019 | Permalink
"Το τέλος της ιστορίας"
Ένα μυθιστόρημα για το τέλος μιας ερωτικής σχέσης, ουσιαστικά όμως, ένα βιβλίο για την συγγραφική τέχνη και για το πώς να γράψεις ένα μυθιστόρημα με ελάχιστα υλικά. Αυτό είναι το τόσο ιδιόμορφα υπέροχο «ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ» («The end of the story») – (εκδ. Παπαδόπουλος, μετάφρ. Ρ.Κολαΐτη, σελ. 265), μοναδικό μυθιστόρημα που έγραψε η διηγηματογράφος και μεταφράστρια Lydia Davis (Μασσαχουσέτη, 1947), βραβευμένη με Man Booker το 2013 και περισσότερο γνωστή για τα μικροδιηγήματά της, όπως και για τις μεταφράσεις της από τα Γαλλικά (Προυστ, Φλωμπέρ,Μπλανσό,Σιμενόν, Π.Ζ.Ζουβ και άλλους) αλλά και για τον γάμο της με τον Paul Auster (πρώτη του σύζυγος).

«Αν ρωτήσει κάποιος τι πραγματεύεται το μυθιστόρημα, απαντώ ότι πρόκειται για έναν άντρα που χάθηκε, γιατί δεν ξέρω τι να πω. Είναι, όμως, αλήθεια, ότι εδώ και καιρό δεν ξέρω πια που βρίσκεται, από τότε που το έμαθα και το ξέμαθα, το ξανάμαθα κι ύστερα πια τον έχασα και πάλι.»


Η ανώνυμη αφηγήτρια περιγράφει την ερωτική της ιστορία με έναν αρκετά νεότερο άνδρα, στην πανεπιστημιούπολη όπου δίδασκε. Περιγράφει την σχέση με λεπτομέρειες ξεκινώντας από το τέλος. Αναλύει τα συναισθήματα, τις μικρές στιγμές, τους τσακωμούς, τις ατελείωτες βόλτες και συζητήσεις. Ζώντας πλέον αρκετά μακριά από αυτή την πόλη και με έναν άλλον άνδρα, προσπαθεί να βρει τον παλιό της εραστή, για να βρει υλικό για το μυθιστόρημα το οποίο γράφει, που είναι η ιστορία μιας σχέσης που στην αρχή φαινόταν επιπόλαιη (και ίσως ήταν) αλλά καταγράφηκε βαθιά στην συνείδησή της.

Η αφήγηση χωρίζεται σε τέσσερα στάδια, τέσσερις αφηγηματικούς τρόπους. Στην αρχή η Ντέιβις παραθέτει τα γεγονότα της σχέσης, αρχή, μέση, τέλος· μετά παραθέτει την προσωπική της εμπειρία γύρω από το διάστημα της σχέσης· στη συνέχεια αφήνει τις αναμνήσεις να μιλήσουν, στιγμές που επανέρχονται, λόγια που στην αρχή φάνηκαν αδιάφορα, και δεν έφυγαν από τη μνήμη, κινήσεις που θυμάται· τέλος είναι η προσπάθεια συγγραφής και οργάνωσης του υλικού που συνεχώς διαφεύγει και η ανασφάλεια του συγγραφέα που συνεχώς επανέρχεται βασανιστικά.

«Αντιλαμβάνομαι ότι απομακρύνομαι κάπως από την αλήθεια, σε κάποια σημεία εντελώς τυχαία, σε άλλα σκοπίμως. Ανακατατάσσω αυτό που πραγματικά συνέβη έτσι ώστε να είναι όχι μόνον λιγότερο συγκεχυμένο και πιο πιστευτό, αλλά και πιο αποδεκτό ή ευπρόσδεκτο. Καθώς σκέφτομαι τώρα ότι δεν έπρεπε να με κυριέψει ένα συγκεκριμένο συναίσθημα τόσο νωρίς στη σχέση, το μεταθέτω σε μεταγενέστερο χρόνο. Καθώς σκέφτομαι πως ασφαλώς και δεν έπρεπε να με κυριεύσει, το σβήνω. Αν έκανα κάτι πολύ φρικτό για να ειπωθεί, είτε το αποσιωπώ είτε το περιγράφω ως φρικτό χωρίς πολλές λεπτομέρειες. Αν έκανα κάτι υπερβολικά άσχημο, το περιγράφω με πιο ήπιες λέξεις, ή δεν το αναφέρω καθόλου.»

Η σχέση των δύο αυτών ανθρώπων, περιγράφεται αποστασιοποιημένα, ψυχρά, η αφηγήτρια δεν αφήνει τα συναισθήματά της να ξεχυθούν στο κείμενο, ούτε αφήνει τον αναγνώστη να ταυτιστεί με κάποιον από τους ήρωές της. Από τη μια αναπολεί τη σχέση με τρυφερότητα, από την άλλη παραδέχεται ότι από την αρχή εμπεριείχε ημερομηνία λήξης, καθώς ήταν εμφανής η διαφορά σε όλα τα επίπεδα. Μέσα της όμως αισθάνεται ότι το τέλος ήταν βεβιασμένο, η ιστορία συνεχίζει να την ταλαιπωρεί νοητικά και προσπαθεί να βρει μια άκρη μέσα από τις αναμνήσεις, τα λάθη, τις ανοχές, πράγματα που δεν τελειώνουν ποτέ σε μια ενδοσκόπηση.

Μοντέρνα γραφή, συνεχής χρήση εσωτερικού μονολόγου, ενδοσκόπηση και η συνεχής βάσανος της συγγραφής, καθορίζουν το ύφος του μυθιστορήματος. Είναι ένα βιβλίο που λειτουργεί ως αυτοκάθαρση και ως ψυχανάλυση για την συγγραφέα, καθαρά επηρεασμένο από το ευρωπαϊκό ύφος αφήγησης. Είναι ένα μυθιστόρημα περίκλειστο και πολύ εσωτερικό που παίρνει μια ιστορία που θα μπορούσε να αποτελέσει υλικό για ένα διήγημα (ακόμα και δέκα σελίδων) και φτιάχνει ένα μυθιστόρημα κοντά 300 σελίδων.


«Ίσως έπρεπε να το αποδεχτώ. Αν η γραφή είχε γίνει ο μόνος τρόπος να τον κατέχω, τότε έκανα ότι μπορούσα. Και, προσωρινά, αυτό όντως με ικανοποιούσε, λες και όλος αυτός ο πόνος δεν ήταν μάταιος, λες και τον ανάγκαζα τελικά να μου δώσει κάτι, λες και ασκούσα κάποια εξουσία πάνω του, η διαφύλαττα κάτι που άλλως θα χανόταν. Στην πραγματικότητα, δεν τον εξανάγκαζα να μου δώσει κάτι, εγώ το έπαιρνα από μόνη μου. Δεν είχα εκείνον, αλλά είχα τις λέξεις μου, κι αυτές δεν μπορούσε να μου τις πάρει.
Προσπαθούσα να φανταστώ ότι αυτό που συνέβαινε τώρα, συνέβαινε και στο παρελθόν. Και, εφόσον το παρόν θα γινόταν σύντομα παρελθόν, μπορούσα να φανταστώ ότι το αναπολούσα από το μέλλον την ίδια στιγμή που βρισκόμουν μέσα σ’ αυτό. Έτσι το απομάκρυνα κάπως από μένα και ένιωθα καλύτερα.»

Παρά τους εσωτερικούς μονολόγους και την συνεχή επανάληψη σκηνών και συναισθημάτων, όπως και την απουσία διαλόγου, το μυθιστόρημα διαβάζεται εύκολα και ρέει ανεμπόδιστα. Ο εξαιρετικός του ρυθμός και το υπέροχο ύφος της Ντέιβις αφοπλίζουν τον αναγνώστη, σχεδόν τον μαγνητίζουν καθώς παρακολουθεί τις σκέψεις και τα επαναλαμβανόμενα γεγονότα, απολαμβάνοντας και τις προσπάθειες ενός συγγραφέα να διαχειριστεί το υλικό του.

Το «Τέλος της ιστορίας» είναι ένα σαγηνευτικό και βαθύ μυθιστόρημα που δεν προσφέρεται για τους λάτρεις της συναρπαστικής πλοκής ή των ιστοριών που περιέχουν ανατροπές και συγκινήσεις. Αποστασιοποιημένο και λιτό, γεμάτο χιούμορ και αυτοσαρκασμό, σε κάποιες στιγμές διασκεδαστικό, σε πολλές σπαρακτικό, είναι ένα βιβλίο που μας συστήνει μια έξοχη συγγραφέα. Μακάρι να εκδοθεί κάποια συλλογή διηγημάτων της για να μπορέσουμε να την απολαύσουμε στο είδος που έχει διακριθεί και βραβευτεί.

Βαθμολογία 82 / 100



 
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 28, 2018
posted by Librofilo at Παρασκευή, Δεκεμβρίου 28, 2018 | Permalink
"Οι Καλοί"

Μετά το πολύ εντυπωσιακό ντεμπούτο της, με το έξοχο «Έθιμα ταφής», οι απαιτήσεις (των αναγνωστών που αγάπησαν το βιβλίο), ήταν πολύ μεγάλες για την Hanna Kent καθώς οι περισσότεροι θεωρούσαν ότι είναι πολύ δύσκολο να επαναλάβει το πρώτο της εγχείρημα. Η Αυστραλέζα συγγραφέας (Αδελαΐδα, 1985) όμως φρόντισε να διαψεύσει τα προγνωστικά (ή να επιβεβαιώσει τους πιο διορατικούς), διότι το δεύτερό της μυθιστόρημα, με τίτλο «ΟΙ ΚΑΛΟΙ» («The Good People») – (εκδ. Ίκαρος, (έξοχη) μετάφρ. Μ. Αγγελίδου, σελ. 486), είναι εξίσου εντυπωσιακό και συναρπαστικό με το πρώτο της, συγγενεύει αλλά είναι και διαφορετικό, καταδεικνύοντας ότι έχουμε μπροστά μας, μια εξαιρετική συγγραφέα που θα μας απασχολεί για πολλά χρόνια.

Όπως και με τα «Έθιμα ταφής», η Κεντ ασχολείται με ένα αληθινό περιστατικό καταγεγραμμένο στα δικαστικά χρονικά, που συνέβη στην Ιρλανδία και πιο συγκεκριμένα στην κομητεία του Κέρι, το 1826. Όπως αναφέρει η συγγραφέας υπάρχει πλήθος μαρτυριών για τις προσπάθειες στον 19ο αιώνα (υποθέτω και στους προηγούμενους αιώνες), των ανθρώπων να ξορκίσουν τελώνια και να επαναφέρουν στη ζωή, νεκρούς αγαπημένους τους που θεωρούσαν ότι τους είχαν αρπάζει τα ξωτικά και οι νεράιδες. Στο μυθιστόρημά της «Οι Καλοί», η Κεντ περιγράφει ένα από αυτά.



1825, Ιρλανδία, σε ένα χωριό όπου τα σπίτια είναι απομακρυσμένα το ένα από το άλλο και οι συνθήκες ζωής είναι πολύ φτωχικές, η Νόρα Λίχι, μένει χήρα μετά τον αιφνίδιο θάνατο του συζύγου της, Μάρτιν. Ήδη πριν από λίγους μήνες είχε χάσει και την κόρη της Τζοάνα, που ζούσε μακριά και ο γαμπρός της, ο Τάιγκ, της έφερε στο σπίτι τον εγγονό της τον Μίχολ γιατί δεν μπορούσε να τον μεγαλώσει μόνος. Ο Μίχολ όμως παρότι τεσσάρων ετών, δεν μιλούσε, ούτε περπατούσε και ούρλιαζε συνεχώς και χωρίς λόγο. Ο γιατρός που είχε έρθει από την κοντινότερη πόλη, είχε σηκώσει τα χέρια, θεωρούσε ότι δεν μπορούσε να κάνει κάτι να τον βοηθήσει – τους είπε ότι το παιδί είναι καθυστερημένο και έφυγε. Στο χωριό είχαν αρχίσει να μιλάνε, καθώς η Νόρα έκρυβε τον μικρό από τα μάτια του κόσμου και μόνο δυο τρεις γυναίκες τον είχαν δει, αλλά όλοι άκουγαν τα ουρλιαχτά του. Θεωρούσαν ότι είχε φέρει κακοτυχία στον τόπο, συνδυάζοντάς το με το γεγονός του ξαφνικού θανάτου του Μάρτιν Λίχι. Η Νόρα απελπισμένη, προσλαμβάνει μια νεαρή κοπέλα από άλλη επαρχία, την Μαίρη για να φροντίζει τον μικρό και να την βοηθάει με το σπίτι. Η Μαίρη που στην αρχή σοκάρεται με το θέαμα του παιδιού, καταφέρνει και τον ηρεμεί κάποιες στιγμές, ενώ κοιμάται κοντά του τα βράδια. Οι συγγενείς και γειτόνισσες της Νόρας, την συμβούλευαν συνεχώς να ζητήσει την βοήθεια της γριάς Νανς, της γυναίκας που ασχολείτο με βότανα και μαντζούνια, ξεγεννούσε και θεράπευε μικροτραυματισμούς και επιφανειακές δερματικές ασθένειες, ζώντας απομονωμένη μέσα στο δάσος.

«Η μοιρολογίστρα. Η μαμή. Η μοιράρισσα. Η Νανς άνοιγε το στόμα της και οι άνθρωποι σκέφτονταν το πώς γύριζε η ζωή, πως στράβωναν τα πράγματα και γίνονταν άλλα. Κοίταζαν τ’ άσπρα της μαλλιά κι έβλεπαν το περίεργο φως, ανάμεσα στη νύχτα και στη μέρα. Ήταν η γυναίκα που έφερνε τα παιδιά στο σίγουρο λιμάνι του κόσμου. Και ήταν η σειρήνα που ξέκοβε τα πλεούμενα από τις άγκυρες της ζωής και τα βούλιαζε στα σκοτάδια.
Η Νανς ήξερε πως αν την άφηναν να μένει σ’ αυτή την υγρή καλύβα, τη σφηνωμένη ανάμεσα στο βουνό και στο δάσος και στο ποτάμι είκοσι τόσα χρόνια τώρα, το’ καναν μόνο και μόνο επειδή έβλεπαν σ’ αυτήν το ακατανόητο, αυτό που ούτε καταλάβαιναν ούτε μπορούσαν να καταλάβουν. Η Νανς έστεκε φρουρός στην πύλη ανάμεσα σε τούτον τον κόσμο και τον άλλον. Το τελευταίο ανθρώπινο τραγούδι, πριν όλα χαθούν στο φύσημα του αγέρα και στις σκιές και στους αλλόκοτους τριγμούς των άστρων. Η Νανς ήταν ο ψαλμός, ο παλιός, ο ψαλμός ο ειδωλολάτρης.
Οι άνθρωποι πάντα φοβούνται αυτό που δεν ξέρουν, σκέφτηκε.»

Η Νανς ήταν μια γυναίκα που την περιφρονούσαν, την φοβόνταν, αλλά και προσέτρεχαν σ’ αυτήν στις δυσκολίες τους. Την θεωρούσαν μάγισσα, θεραπεύτρια και ότι κατείχε υπερφυσικές δυνάμεις. Ο νέος παπάς του χωριού, σε αντίθεση με τον προηγούμενο, προσπαθεί να την εκδιώξει, διαδίδοντας ότι τα βότανα και οι αλειφές της είναι επικίνδυνες για την υγεία των κατοίκων. Οι άνθρωποι που ζουν όμως στο χωριό και στις γειτονικές περιοχές, πιστεύουν στα ξωτικά και στις νεράιδες – από τη μια φοβούνται την δύναμη της εκκλησίας και τις προσταγές του ιερέα, από την άλλη σε κάθε πρόβλημα προστρέχουν στην γριά-Νανς για βοήθεια.

Όταν η Νανς προσφέρεται να βοηθήσει την απελπισμένη Νόρα, για να «θεραπεύσει» τον Μίχολ, εκείνη ανακουφίζεται, βλέπει την γριά σαν την μοναδική της ευκαιρία για σωτηρία του μικρού, και υπακούει σε κάθε εντολή της. Η Νόρα είναι μια θλιμμένη γυναίκα που την έχει κυριεύσει η απελπισία, δεν μπορεί να δει τη ζωή της δίπλα σε ένα παιδί τόσο προβληματικό, προτιμάει να το δει νεκρό παρά να συνεχίζει έτσι τη ζωή του. Οπότε, δέχεται κάθε ακραίο μέσο που η θεραπεία της Νανς απαιτεί, διότι οι πρώτες προσπάθειες αποτυγχάνουν οικτρά, ο Νίχολ κυριολεκτικά βασανίζεται αλλά οι δύο γυναίκες είναι πεπεισμένες ότι θα τον θεραπεύσουν πιστεύοντας ότι δεν είναι ο Μίχολ αυτός που υποφέρει, αλλά ένα σώμα όπου μέσα του κατοικούν ξωτικά, προσπαθούν λοιπόν με κάθε τρόπο να σκοτώσουν τα ξωτικά φέρνοντας πίσω τον μικρό!

«Πόσο κρυμμένη είναι η καρδιά, σκέφτηκε η Νανς. Πόσο φοβόμαστε μη μας δει κανείς όπως είμαστε▪ και πόσο απελπισμένα το ποθούμε.»

Από την αρχή του μυθιστορήματος, γίνεται σαφές ότι έχουμε την σύγκρουση δύο κόσμων, της παραδοσιακής Ιρλανδίας των θρύλων και των παραδόσεων και της νέας κατάστασης, μιας χώρας που προσπαθεί να «εκπολιτισθεί» με την πανίσχυρη εκκλησία να θέτει τους κανόνες του παιχνιδιού.
Η συγγραφέας με μοναδική ικανότητα, θέτει τον αναγνώστη μπροστά σε διλήμματα και ηθικούς προβληματισμούς, πρωτίστως με την ιστορία της Νανς, όπου εκείνη παρουσιάζεται ως η γυναίκα που γνωρίζοντας κάποιες τεχνικές και ξεχωρίζοντας από τις υπόλοιπες, είναι η «μάγισσα», η χρήσιμη αλλά επικίνδυνη επιλογή – σκιαγραφείται δε, ως ένας άνθρωπος που δεν θέλει να κάνει κακό, ούτε να καταραστεί αυτούς που την πολεμάνε, θέλει να θεραπεύει με τους αρχαίους τρόπους που γνωρίζει, ο δε ιερέας παρουσιάζεται ως ένας αντιπαθής λογοτεχνικός ήρωας, που όμως ουσιαστικά έχει δίκιο να είναι επιφυλακτικός και τελείως αντίθετος στα μαντζούνια και στις δεισιδαιμονίες.
Κατά δεύτερο λόγο δε, με την ιστορία της Νόρας όπου ναι μεν είναι η γυναίκα που έχει χτυπηθεί από την μοίρα βλέποντας την κόρη της αρχικά και μετά τον σύζυγό της να πεθαίνουν, από την άλλη είναι φανερή η πρόθεσή της να φτάσει την θεραπεία του εγγονού της μέχρι τα άκρα διακινδυνεύοντας τον θάνατό του. Ο αναγνώστης παρακολουθεί τις προσπάθειες των γυναικών και βρίσκεται συνεχώς μπροστά στο ερώτημα, μεταξύ καλού και κακού σε όλη αυτή την ιστορία.



Όπως και στα «Έθιμα ταφής», η Κεντ ασχολείται και εδώ με μια αγροτική κοινωνία και τα έθιμά της, τις συνήθειές της. Σε αντίθεση με την βαριά και καταθλιπτική (σκοτεινή) ατμόσφαιρα της Ισλανδίας, στο «Οι καλοί» έχουμε μια πιο «φωτεινή» κοινωνία, περισσότερο εξωστρεφή όπου τα παραμύθια και τα στοιχεία της φύσης παίζουν μεγάλο ρόλο. Τα ξωτικά και οι νεράιδες, τα δάση και τα ποτάμια, είναι στην καθημερινότητα της μικρής κοινότητας που περιγράφεται στο βιβλίο. Και οι δύο ιστορίες έχουν πολλή βία, η συγγραφέας εκμεταλλεύεται περιστατικά από δίκες που είχαν απασχολήσει την κοινωνία της εποχής και το κάνει εξαιρετικά.

Η Χάνα Κεντ με το ευφυές λογοπαίγνιο που κάνει με τον τίτλο του βιβλίου («Οι Καλοί» είναι τα ξωτικά που υποτίθεται έχουν αρπάξει τον μικρό Μόχολ, αλλά είναι και «οι καλοί άνθρωποι» με ότι και αν σημαίνει αυτό της μικρής κοινότητας), ασχολείται με την ανάμιξη του παλιού με τον σύγχρονο κόσμο, την εισβολή του «πολιτισμού» σε μια κοινωνία που δεν ήταν έτοιμη να δεχτεί τις αλλαγές, τα παγανιστικά έθιμα που κυριαρχούσαν στην Ιρλανδία (και είμαι σίγουρος σε κάποιες περιοχές της είναι ακόμα ζωντανά). Δημιουργεί στέρεους λογοτεχνικούς χαρακτήρες και στέκεται με τρυφερότητα στους χαρακτήρες των τριών ηρωίδων του βιβλίου της (η νεαρή Μαίρη, η βοηθός της Νόρας δεν έχει μικρότερο ρόλο στο κείμενο, ενώ θα καθορίσει ουσιαστικά τις εξελίξεις στην δίκη που κλείνει το βιβλίο), μεταφέρει στον αναγνώστη ολοζώντανες τις αγωνίες και τα άγχη τους.

«Οι Καλοί» είναι ένα έξοχο «page-turner» μυθιστόρημα, με υπέροχη ατμόσφαιρα, συναρπαστική εξέλιξη, εξαιρετική απεικόνιση της εποχής, ζωντανούς χαρακτήρες και ωραίο ρυθμό. Η Χάνα Κεντ έχει μεγάλη ικανότητα στην αφήγηση, είναι (σίγουρα) ένα μεγάλο συγγραφικό ταλέντο και η ικανότητά της σε αυτό το είδος, του «γοτθικού» μυθιστορήματος με κοινωνικές και αστυνομικές προεκτάσεις είναι ήδη δεδομένη, δεν ξέρω αν μπορεί να τα καταφέρει εξίσου καλά σε μια πιο σύγχρονη μυθοπλασία, αυτό είναι κάτι που θα το δούμε τα προσεχή χρόνια. Και αυτό το βιβλίο (όπως και τα «Έθιμα ταφής») είναι μάλλον προορισμένο για κινηματογραφική ή τηλεοπτική μεταφορά καθώς προσφέρεται από όποια πλευρά κι να το δει κανείς – αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, είναι μια σύγχρονη πραγματικότητα με μεγάλα οικονομικά οφέλη, ενδέχεται όμως να επηρεάσει κάποιες μελλοντικές συγγραφικές αποφάσεις. Καλό είναι βέβαια να μη προτρέχουμε σε αυτές τις σκέψεις και να απολαύσουμε αυτή την ωραία ιστορία.

Βαθμολογία 83 / 100




 
Τρίτη, Δεκεμβρίου 18, 2018
posted by Librofilo at Τρίτη, Δεκεμβρίου 18, 2018 | Permalink
M Train της Πάτι Σμιθ

«Δεν είναι τόσο εύκολο να γράφεις για το τίποτα.»

Μελαγχολία και νοσταλγία, ονειροπόληση και περιπλάνηση του μυαλού και του σώματος. Αυτά είναι τα βασικά στοιχεία του σαγηνευτικού και (τόσο) υπέροχου «M Train», του memoir της πάντα νέας τραγουδίστριας, ποιήτριας και δημιουργού, εικαστικού και συγγραφέως Patti Smith (30/12/1946, Σικάγο, ΗΠΑ) – (εκδόσεις Κέδρος, μετάφρ. Αλ. Καλοφωλιάς, σελ.267). Το «M Train» είναι ένα ιδιόρρυθμο βιβλίο μια ασυνήθιστης γυναίκας, που παρά τα χρόνια της παραμένει νέα και ζωντανή, δημιουργική και με τις κεραίες της ανοιχτές. Οι αναμνήσεις μπορεί να βρίσκονται παντού σε κάθε της κίνηση, αλλά και η όρεξή της για ζωή, η περιέργεια για καινούργια πράγματα δεν σταματά ποτέ.

Με την συνοδεία ατελείωτων φλυτζανιών καφέ, καθώς το άρωμά του κυριεύει τα γραπτά της, η Πάτι Σμιθ έγραψε μια αυτοβιογραφική μαρτυρία στο ύφος του αγαπημένου της Β.Γκ.Ζέμπαλντ, μια περιπλάνηση στις αναμνήσεις και την ατμόσφαιρα στιγμών και διαδρομών, που βέβαια δεν ακολουθούν την αυστηρή δομή των ιστοριών του μεγάλου Αυστριακού συγγραφέα, ακολουθώντας περισσότερο μια ονειρική και αποσπασματική διαδοχή σκηνών, αλλά η Σμιθ επισκέπτεται μέρη και περιγράφει τα τοπία στο ταξίδι της, εισάγει φωτογραφίες και βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για πράγματα που δεν περιμένεις – ακριβώς όπως ο Ζέμπαλντ. Στο προηγούμενο βιβλίο της (που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος), το «Πάτι και Ρόμπερτ», η Πάτι Σμιθ περιγράφει την ιστορία της σχέσης της με τον πρωτοποριακό φωτογράφο Ρόμπερτ Μέιπλθορπ, όπου περιγράφεται η καλλιτεχνική άνοδος της, εδώ στο «M Train», η Σμιθ είναι μια γυναίκα μόνη, που το μεγαλύτερο μέρος των σκέψεών της αποτελούν οι αναμνήσεις της.

«Άρχισα να περνάω περισσότερο χρόνο στο Dante, αλλά σε αστείες ώρες. Τα πρωινά απλώς έπαιρνα καφέ από το μπακάλικο και καθόμουν στο κεφαλόσκαλο της εισόδου μου. Σκεφτόμουν ότι πρωινά μου στο καφέ Ino όχι μόνο παρέτειναν την αδιαθεσία μου, αλλά της εξασφάλιζαν μια μικρή δόση μεγαλείου. Σε ευχαριστώ, είπα. Έχω ζήσει μέσα στο δικό μου βιβλίο. Ένα βιβλίο που ποτέ δεν σχεδίαζα να γράψω, καταγράφοντας τον χρόνο προς τα πίσω αλλά και προς τα εμπρός. Έχω δει το χιόνι να πέφτει στη θάλασσα και έχω αναζητήσει τα βήματα ενός ταξιδευτή χαμένου από καιρό. Έχω ξαναζήσει στιγμές που ήταν τέλειες μέσα στη σιγουριά τους. Τον Φρεντ ενώ κούμπωνε το χακί πουκάμισο που φορούσε στις εκπαιδευτικές πτήσεις. Περιστέρια που επέστρεφαν για να φωλιάσουν στο μπαλκόνι μας. Την κόρη μας, την Τζέσε, ενώ στεκόταν μπροστά μου με απλωμένα χέρια.
-Ω, μαμά, μερικές φορές νιώθω σαν καινούργιο δέντρο.
Θέλουμε πράγματα που δεν μπορούμε να έχουμε. Προσπαθούμε να ανακτήσουμε μια συγκεκριμένη στιγμή, έναν συγκεκριμένο ήχο, μια συγκεκριμένη αίσθηση. Θέλω να ακούσω τη φωνή της μητέρας μου. Θέλω να δω τα παιδιά μου όπως ήταν παιδιά. Με μικρά χέρια και σβέλτα πόδια. Όλα αλλάζουν. Το αγόρι μεγάλωσε, ο πατέρας έχει πεθάνει, η κόρη είναι πιο ψηλή από μένα, κλαίει καθώς ξυπνάει από ένα κακό όνειρο. Σας παρακαλώ, μείνετε για πάντα, λέω στα πράγματα που γνωρίζω. Μη φεύγετε. Μη μεγαλώνετε.»


Το βιβλίο που ξεκινάει με την ανάμνηση ενός ταξιδιού που έκανε η Σμιθ με τον σύζυγό της Φρεντ Σόνικ Σμιθ, τον πρώτο χρόνο του γάμου της στην Γαλλική Γουιάνα στο άκρο της Νότιας Αμερικής, εκεί στο Σεν Λοράν ντε Μαρονί που υπήρχαν τα ερείπια της σωφρονιστικής αποικίας που έστελναν τους σκληροπυρηνικούς εγκληματίες πριν τους μεταφέρουν στο Νησί του Διαβόλου. Καθόλου συνηθισμένη επιλογή για ρομαντικό ταξίδι και οι περιπέτειες που συναντούν δεν είναι λίγες, οι περιγραφές των ανθρώπων και του τοπίου είναι εκπληκτικές. Η περιπλάνηση σε άλλους τόπους θα συνεχιστεί με την ομιλία της συγγραφέως σε μια περίεργη και (τελείως μυθιστορηματική) Λέσχη στην οποία ανήκει. Πρόκειται για το Ινστιτούτο Έρευνας Θαλάσσιων και Πολικών ερευνών Άλφρεντ Βέγκενερ με έδρα το Μπρεμερχάφεν της Γερμανίας που έχει μόνο εικοσιεφτά μέλη που τιμούν τη μνήμη του εξερευνητή Άλφρεντ Βέγκενερ. Η ομιλία θα δοθεί στο Βερολίνο και το ταξίδι αυτό θα δώσει την ευκαιρία στην Σμιθ να θυμηθεί μέρη της πόλης που είχε επισκεφθεί στο παρελθόν. Ταξίδια στο Λονδίνο, στο Μαρόκο, στο Τόκιο που θα επισκεφτεί τον τάφο του αγαπημένου της σκηνοθέτη, Ακίρα Κουροσάουα, στο Μεξικό για να επισκεφτεί το σπίτι της Φρίντα Κάλο, θα αποτελέσουν αφορμές για αναμνήσεις και επισκέψεις σε μέρη που πάντα ήθελε να δει και να φωτογραφίσει.

Ενδιάμεσα η Σμιθ, θα αφιερώσει κεφάλαια του βιβλίου σε αναμνήσεις από την οικογένειά της, την μάνα και τον πατέρα της, στον από καιρό πεθαμένο σύζυγό της Φρεντ και στα δύο της παιδιά που είναι ουσιαστικά απόντα από το βιβλίο, καθώς έχουν τραβήξει διαφορετικούς δρόμους. Η Σμιθ θα περιδιαβαίνει στους δρόμους της Νέας Υόρκης, του Ντιτρόιτ και του Λος Άντζελες, θα πίνει εκατομμύρια καφέδες όπου σταθεί κι όπου βρεθεί, θα περνάει ατελείωτες ώρες σε δωμάτια ξενοδοχείων αλλά και σπίτι της βλέποντας αστυνομικές σειρές, ανυπομονώντας για το πρώτο επεισόδιο του τελευταίου κύκλου του «The Killing» (της αμερικάνικης βερσιόν), της αγαπημένης της τηλεοπτικής σειράς στην οποία αφιερώνει όχι μόνο σελίδες αλλά και ένα κεφάλαιο του βιβλίου.

«Άραγε τα χαμένα μας αντικείμενα, θρηνούν για μας; Άραγε το ηλεκτρικό πρόβατο ονειρεύεται τον Ρόι Μπάτι; Άραγε το παλιό παλτό μου, γεμάτο τρύπες, θυμάται τις πλούσιες ώρες της συντροφιάς μας; Τις ώρες που πέρασα ξάγρυπνη στο λεωφορείο από την Βιέννη στην Πράγα, τις νύχτες στην όπερα, τους περιπάτους στην ακροθαλασσιά, τον τάφο του Σουίντμπερν στη Νήσο Γουάιτ,τα ις αψιδωτές στοές του Παρισιού, τα σπήλαια του Λουρέ, τα καφέ του Μπουένος Άιρες. Η ανθρώπινη εμπειρία διατρέχει τους κόμπους της ύφανσής του. Πόσα ποιήματα αιμορραγούν από τα κουρελιασμένα μανίκια του. Απέστρεψα το βλέμμα μου μόνο για μια στιγμή, δίνοντας προσοχή σε ένα άλλο παλτό, που ήταν πιο ζεστό και μαλακό, αλλά δεν το αγάπησα. Γιατί χάνουμε τα πράγματα που αγαπάμε και τα αδιάφορα πράγματα προσκολλώνται επάνω μας και γίνονται το μέτρο της αξίας μας όταν φεύγουμε;»

Έχοντας πραγματική εμμονή με το καφέ, και μαθαίνοντας ότι το αγαπημένο της καφέ, το «Ino», ένα μικρό μαγαζί κοντά στο σπίτι της στη Νέα Υόρκη, όπου είχε το δικό της τραπεζάκι (το εξώφυλλο του βιβλίου αναπαριστά αυτή ακριβώς τη σκηνή, η Σμιθ να κάθεται στο τραπεζάκι της στο Ino), επρόκειτο να κλείσει και ο ιδιοκτήτης να ανοίξει μια καντίνα στο Rockaway beach της Νέας Υόρκης, η Σμιθ δεν θα διστάσει, θα αποκτήσει μερίδιο στην επιχείρηση για να τον βοηθήσει και σε άλλη μια στιγμή υπέροχης παρόρμησης, θα αγοράσει κι ένα ετοιμόρροπο σπίτι στην παραλία αυτή. Το βιβλίο είναι γεμάτο από παρορμητικές ενέργειες, συναισθήματα που κατακλύζουν την συγγραφέα, ατελείωτες βόλτες (και συνεχείς αναφορές στην απόλαυση του καφέ), την συνεχή παρουσία γατιών, αλλά και απέραντη μοναξιά καθώς η Σμιθ είναι ένας άνθρωπος πολύ μοναχικός, που ονειροπολεί συνεχώς, γράφει σε ένα μικρό σημειωματάριο που κουβαλάει μαζί της και φωτογραφίζει.


Μπορεί στο βιβλίο να επικρατεί η ατμόσφαιρα της μελαγχολίας, λόγω των πολλών σελίδων που είναι αφιερωμένες στην σχέση της με τον Φρεντ και τον γάμο τους (οι δύο μουσικοί παντρεύτηκαν το 1976, έκαναν δύο παιδιά και ζήσανε μαζί μέχρι τον θάνατο του Φρεντ, το 1994), την «αδερφή ψυχή» της όπως γράφει, να θυμάται τις στιγμές τους, τις κουβέντες τους, αλλά η Σμιθ είναι ένας αισιόδοξος άνθρωπος που έχει επιλέξει να ζει μοναχικά παρά τις απίστευτες γνωριμίες της και τις πόρτες που είναι πάντα έτοιμες να ανοίξουν γι’ αυτήν όπου και να πάει.

«Είδα το ύφασμα της φόρμας μου να τεντώνεται πάνω στα πεταχτά μου γόνατα. Είμαι ακόμα το ίδιο άτομο, σκέφτηκα, με όλα τα ελαττώματά μου ανέπαφα, με τα ίδια γέρικα κοκαλιάρικα γόνατα, δόξα τω Θεώ. Με ένα ρίγος σηκώθηκα όρθια· ήταν ώρα να πέσω για ύπνο. Το τηλέφωνό μου χτυπούσε, μια ευχή γενεθλίων από έναν παλιό φίλο, που έφτανε από πολύ μακριά. Καθώς έλεγα αντίο συνειδητοποίησα ότι μου έλειπε η συγκεκριμένη εκδοχή του εαυτού μου, η πυρετώδης βέβηλη Πάτι. Είχε πετάξει μακριά, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Προτού πέσω, τράβηξα μια κάρτα από την τράπουλα ταρό μου· Άσος σπαθί - πνευματική δύναμη και ψυχικό σθένος. Ωραία. Δεν την έβαλα πάλι στην τράπουλα, αλλά την άφησα πάνω στον πάγκο μου για να τη δω το πρωί όταν ξυπνούσα.»

Το «M Train» είναι ένα εντυπωσιακό δείγμα καλής λογοτεχνίας, που χτυπάει κατευθείαν στο συναίσθημα. Δεν είναι μια απλή αυτοβιογραφική μαρτυρία μιας πολύ γνωστής προσωπικότητας των τεχνών, αλλά είναι το βιβλίο μιας προικισμένης συγγραφέως. Μπορεί να φαίνεται αποσπασματικό και με χαλαρή δομή, αλλά ο αναγνώστης δεν μπορεί να το αφήσει από τα χέρια του, γιατί το στυλ και ο ρυθμός του είναι εξαιρετικός. Οι αναφορές σε συγγραφείς (ο τρόπος που μαγεύεται από το «Κουρδιστό πουλί» του Μουρακάμι είναι αφοπλιστικός), βιβλία, καλλιτέχνες είναι συνεχείς και δείχνουν έναν άνθρωπο που αναζητάει συνεχώς το νέο και το συναρπαστικό στον λόγο και την τέχνη.

Η αιώνια έφηβη (χαρακτηρισμός κλισέ, που ταιριάζει απόλυτα στην προσωπικότητά της) Πάτι Σμιθ, είναι μια στιβαρή συγγραφέας (να μη ξεχνάμε ότι είναι και εξαιρετική ποιήτρια-ορισμένα δε τραγούδια της είναι ποιήματα "ντυμένα" μουσικά) και το «M Train» είναι ένα εκπληκτικό βιβλίο,  μια έξοχη αυτοβιογραφική μαρτυρία που εκτείνεται πολύ πέρα από το είδος.

Βαθμολογία: 83 / 100


 
Τρίτη, Δεκεμβρίου 11, 2018
posted by Librofilo at Τρίτη, Δεκεμβρίου 11, 2018 | Permalink
"Διασταύρωση Μάγκμπι" και "Ο Σηματωρός"
Το μεσημέρι της 9ης Ιουνίου, του 1865, ο μεγάλος Βρετανός συγγραφέας Κάρολος Ντίκενς (1812-1870), μαζί με την ερωμένη του Έλεν (Νέλλυ) Τέρναν (1839-1914), και την μητέρα της επέστρεφαν από την Γαλλία. Γύρω στις 3, το τρένο που τους μετέφερε εκτροχιάστηκε στο Στέηπλχερστ του Κεντ, πιο συγκεκριμένα στη γέφυρα πάνω από τον παραπόταμο Μπελτ, καθώς λόγω εργασιών συντήρησης στη γραμμή, οι ράγες είχαν αποσυρθεί. Μια ασυνεννοησία του επιστάτη του έργου και των μηχανοδηγών που δεν είχαν προειδοποιηθεί για τις εργασίες, οδήγησε σε μια πραγματική καταστροφή, καθώς το τρένο πέρασε με ταχύτητα πάνω από το σημείο και έφυγε από την πορεία του πέφτοντας στον ποταμό. Έξι από τα επτά βαγόνια της πρώτης θέσης καρφώθηκαν στον ποταμό οδηγώντας στον θάνατο δέκα άτομα και στον τραυματισμό περίπου σαράντα, ενώ το έβδομο αιωρείτο στο χείλος του κενού. Σε αυτό το βαγόνι επέβαινε ο Ντίκενς με την συντροφιά του. Μόλις κατάφερε να απεγκλωβιστεί και διαπιστώνοντας ότι οι δύο κυρίες ήταν ανέπαφες, ο Ντίκενς με ένα μπουκάλι ρούμι στο χέρι, προσπάθησε να βοηθήσει τους επιβάτες. Κάποιοι άφησαν στα χέρια του την τελευταία τους πνοή. Το γεγονός αυτό επέδρασε δραματικά στην ψυχολογία του μεγάλου συγγραφέα, καθώς όπως μαρτυρούν αφηγήσεις των στενών του συγγενών, δεν συνήλθε ποτέ, μέχρι τον θάνατό του, το 1870 πέντε χρόνια αργότερα από αυτό το συμβάν.

Δεκαοχτώ μήνες αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1866 στο χριστουγεννιάτικο τεύχος του περιοδικού «All the Year Round» που εξέδιδε ο Κάρολος Ντίκενς, δημοσιεύτηκε μια συλλογή διηγημάτων. Η συλλογή αυτή περιείχε οκτώ διηγήματα με ιστορίες γύρω από το ταξίδι με τρένο, τα τέσσερα είναι του ίδιου του Ντίκενς και τα υπόλοιπα τέσσερα τα έγραψαν συνεργάτες του περιοδικού και γνωστοί συγγραφείς της εποχής, οι Άντριου Χάλιντεϊ, Τσάρλς Κόλινς (αδερφός του περίφημου Γουίλκι Κόλινς), Ίσμπα Στρέτον και Αμέλια Έντουαρντς. Τα διηγήματα αυτού του τεύχους απαρτίζουν, την συλλογή που έγινε γνωστή αργότερα ως «ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ ΜΑΓΚΜΠΙ» («Mugby Junction»)που στην χώρα μας πρωτοκυκλοφόρησε το 2006 σε δύο τόμους από τις εκδόσεις «Ποντίκι» και εκδόθηκε ξανά με την ίδια μετάφραση, του Γ. Μπαρουξή, πριν από μερικούς μήνες από τις εκδόσεις «Ποικίλη Στοά» (σελ. 269). Πριν από δυο περίπου μήνες εκδόθηκε αυτόνομο, το πιο διάσημο από τα διηγήματα της συλλογής, με τίτλο «Ο ΣΗΜΑΤΩΡΟΣ» («The Signalman»), από τις εκδόσεις Άγρα, σε μετάφραση της Μ. Ζαχαριάδου (σελ.53).


Δεν είναι περίεργο που το «The Signalman» (το αφήνω για την ώρα αμετάφραστο, διότι υπάρχουν δύο διαφορετικές – μπορεί και περισσότερες – εκδοχές του τίτλου στα ελληνικά όπως θα δούμε παρακάτω), γνώρισε τέτοια αποδοχή. Η συλλογή «Διασταύρωση Μάγκμπι» είναι ένα θαυμάσιο βιβλίο από όλες τις πλευρές. Διηγήματα όμορφα, καλογραμμένα, με ωραίο ρυθμό, αν και είναι εμφανής η διαφορά μεταξύ των τεσσάρων που έγραψε ο Ντίκενς με τα υπόλοιπα, όμως το «The Signalman» ξεχωρίζει, διότι είναι μια εκπληκτική αλλόκοτη ιστορία, που στέκεται αυτόνομα και είναι πραγματικά κρίμα που περιορίζεται σε τόσο λίγες σελίδες. Είναι όμως σίγουρο, ότι απολαμβάνεις περισσότερο αυτό το διήγημα, διαβάζοντας τα προηγούμενα τρία του Ντίκενς – αυτό είναι το τέταρτο στη σειρά και μπαίνοντας περισσότερο στην ατμόσφαιρα της συλλογής.

 Τα τρία πρώτα διηγήματα της «Διασταύρωσης Μάγκμπι», έχουν ως ήρωα, έναν ανώνυμο ταξιδιώτη, ο οποίος στις «3 η ώρα μιας βροχερής νύχτας» αποβιβάζεται χωρίς λόγο στον μικρό και δευτερεύοντα σταθμό που ονομάζεται «Διασταύρωση Μάγκμπι». Στις αποσκευές που κουβαλάει υπάρχει το λογότυπο της εταιρίας «Μπάρμποξ Μπράδερς», οπότε ο συγγραφέας χάριν ευκολίας αποκαλεί έτσι τον ήρωά του που αργότερα μαθαίνουμε ότι ονομάζεται Τζάκσον. Ο ταξιδιώτης βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι της ζωής του, ήταν χρηματιστής που παράτησε την πληκτική και μονότονη δουλειά του στο Λονδίνο, προδόθηκε από την γυναίκα που αγαπούσε και τον καλύτερό του φίλο και μπήκε απλά σε ένα τρένο χωρίς προορισμό. Ο σταθμάρχης θα του συστήσει μια πανσιόν να μείνει έστω τη νύχτα, αλλά εκείνος μετά την γνωριμία του το επόμενο πρωί με μια γυναίκα που αγαπάει τη μουσική αλλά δεν έχει όργανο να παίξει, αποφασίζει να μείνει εκεί για περισσότερο διάστημα. Στα επόμενα δύο διηγήματα παρακολουθούμε τον «Μπάρμποξ Μπράδερς» να διασώζει ένα μικρό κοριτσάκι που χάθηκε (ή μήπως όχι;) και να παρακολουθεί μια ξεκαρδιστική συζήτηση σε ένα αναψυκτήριο. Στο επόμενο διήγημα όμως, η έκπληξη περιμένει τον ανυποψίαστο αναγνώστη…

Στον αριστουργηματικό «Σηματωρό» (εκδόσεις Άγρα) ή «Σηματοδότη» (όπως μεταφράζεται στην «Διασταύρωση Μάγκμπι» (εκδόσεις Ποικίλη Στοά») το διήγημα «The Signalman», έχουμε μια ιστορία που βασίζεται στο υπερφυσικό, μια κλασσική ιστορία φαντασμάτων δηλαδή. Τα θέματα της παράνοιας, του ψυχολογικού φόβου και της απομόνωσης θίγονται σε αυτό το μικρό διήγημα των 26-27 σελίδων που έμεινε κλασσικό και είναι ουσιαστικά ένα από τα αρτιότερα δείγματα του είδους, όπως και μία από τις καλύτερες ιστορίες του Ντίκενς.

Ο αφηγητής είναι κι εδώ ανώνυμος, όπως και στα τρία πρώτα διηγήματα της συλλογής αλλά είναι σίγουρο ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, μόνο που εδώ η αφήγηση αλλάζει και γίνεται πρωτοπρόσωπη. Ο συγγραφέας δεν δίνει όνομα ούτε στον Σηματωρό, ο οποίος βρίσκεται συνεχώς μόνος σε έναν απόμερο σταθμό και βασανίζεται από τις συνεχείς εμφανίσεις μιας απόκοσμης μορφής που τον προειδοποιεί μέσω των δονήσεων ενός κουδουνιού που μόνο εκείνος μπορεί να ακούσει, για κάποιο μοιραίο συμβάν που πρόκειται να γίνει σύντομα. Ο αφηγητής παραξενεύεται από την ένταση και τις ανησυχίες του Σηματωρού, αλλά από την άλλη δυσπιστεί με τα λεγόμενά του που θεωρεί ότι προκαλούνται από την πολύωρη καθημερινή απομόνωσή του σε αυτόν τον απομακρυσμένο σταθμό και από την γενικότερη μίζερη αντιμετώπισή του στη ζωή, καθώς στάθηκε άτυχος σε όλο τον επαγγελματικό του βίο μέχρι στιγμής. Ο αφηγητής θέλει να βοηθήσει αλλά δεν μπορεί, όπως ανήμπορος φαίνεται κι ο Σηματωρός μπροστά στην καταστροφή που βλέπει να πλησιάζει αλλά δεν ξέρει που πρόκειται να συμβεί, κι αν τον επηρεάσει άμεσα. Η σκοτεινή και παράλογη ατμόσφαιρα κατακλύζει τον αναγνώστη που μέσα σε λίγες σελίδες καταδύεται σε ένα τούνελ αβεβαιότητας και ανησυχίας.

«Η οδύνη του νού του ήταν ένα θέαμα πραγματικά οικτρό. Επρόκειτο για το ψυχικό μαρτύριο ενός ευσυνείδητου ανθρώπου, πιεσμένου πέραν των ορίων της αντοχής του από μια ακατανόητη ευθύνη στην οποία εμπλέκονταν ζωές.
«Την πρώτη φορά που στάθηκε κάτω από το φανάρι κινδύνου», συνέχισε, σπρώχνοντας πίσω τα μαύρα του μαλλιά και περνώντας τα χέρια ξανά και ξανά από τους κροτάφους του με υπέρτατη πυρετική αγωνία, «γιατί δεν μου είπε που ήταν να συμβεί το δυστύχημα – αφού έπρεπε οπωσδήποτε να συμβεί; Και τώρα πάλι, γιατί δεν μου λέει πως θα μπορούσε να αποτραπεί – εάν αυτό είναι δυνατόν; Τη δεύτερη φορά, γιατί δεν μου είπε: «θα πεθάνει. Ας την κρατήσουν σπίτι», αντί να κρύβει το πρόσωπό του; Εάν, και στις δύο αυτές περιστάσεις, ήρθε μόνο και μόνο για να μου δείξει ότι προειδοποιήσεις του είναι αληθείς ώστε να με προετοιμάσει για την τρίτη, γιατί τώρα δεν με προειδοποιεί ανοιχτά. Κι εγώ, ο Θεός να με βοηθήσει! Ένας απλός σηματωρός είμαι σ’ ετούτον τον απόμερο σταθμό! Γιατί δεν πάει σε κάποιον με κύρος ώστε να γίνει πιστευτός και με δύναμη ώστε να κάνει κάτι;» »

Τα υπόλοιπα τέσσερα διηγήματα της συλλογής, είναι γραμμένα από τους συνεργάτες του Ντίκενς στο περιοδικό «All the Year Round». Το πρώτο διήγημα «Ο μηχανοδηγός», του Άντριου Χολιντέι, αφορά την αφήγηση ενός μηχανοδηγού για τις δυσκολίες του επαγγέλματός του, τις ευαισθησίες του, τα ατυχήματα που συμβαίνουν κατά την ώρα υπηρεσίας του. Στο πολύ καλό δεύτερο διήγημα «Σπίτι χωρίς καθρέφτες» του Τσαρλς Κόλινς, ένας βαριά άρρωστος άνθρωπος ζει σε ένα σπίτι (που βρίσκεται στην Διασταύρωση Μάγκμπι) χωρίς καθρέφτες. Ο γιατρός που θα ασχοληθεί με την περίπτωσή του θα βρεθεί μπροστά σε μια δραματική ιστορία, ενώ το τρίτο διήγημα με τίτλο «Το περιοδεύον ταχυδρομείο» της Ίσμπα Στρέτον (ψευδώνυμο της Σάρα Σμιθ), είναι από τα καλύτερα της συλλογής, έχοντας ως βάση μια ιστορία κατασκοπίας που θα μπορούσε να έχει γράψει ο Τζ.Κόνραντ, καθώς ένα επίσημο έγγραφο από το γραφείο του πρωθυπουργού χάνεται μέσα στο τρένο κατά τη μεταφορά του από έναν ταχυδρομικό υπάλληλο. Βασική ύποπτος είναι μια γυναίκα που ο υπάλληλος που παρουσιάστηκε με άλλη ταυτότητα και μετά εξαφανίστηκε. Μυστήριο και αγωνία συνθέτουν μια ωραία και πολύ περιεκτική περιπέτεια. Το τέταρτο διήγημα με τίτλο «Ο μηχανικός» της (Αιγυπτιολόγου) Αμέλια Έντουαρντς είναι η ιστορία μιας αντρικής φιλίας που θα χαλάσει εξαιτίας μιας γυναίκας.


Τα επτά διηγήματα (βγάζουμε έξω το «The Signalman», ως κάτι τελείως αυτόνομο που ξεχωρίζει) της συλλογής, μπορεί να είναι πολύ καλά χωρίς όμως να είναι πολύ πρωτότυπα, ενώ και τα τρία πρώτα που είναι γραμμένα από τον Ντίκενς, σίγουρα δεν ξεχωρίζουν μέσα από το τεράστιο σε έκταση και σε ποιότητα έργο του. Δεν μπορεί όμως κανείς να παραβλέψει την δεδομένη αξία τους, καθώς είναι πολύ ενδιαφέρουσες ιστορίες, με ωραίο στυλ και φινέτσα. Ιδιαίτερα τα δύο πρώτα με τον «Μπάρμποξ Μπράδερς», έχουν μια αλλόκοτη ατμόσφαιρα που τα περιβάλλει και ένα εξαιρετικό ψυχολογικό υπόβαθρο για έναν άντρα αποξενωμένο που ξαναβρίσκει την πίστη στη ζωή.

Οι δύο εκδόσεις, της συλλογής από την Ποικίλη Στοά και της Άγρας (για τον «Σηματωρό») είναι πολύ καλές, κυρίως η εισαγωγή (του Simon Bradley), στην έκδοση της Άγρας είναι εξαιρετική, ενώ και η εισαγωγή (υποθέτω του μεταφραστή Γ.Μπαρουξή) στην συλλογή «Διασταύρωση Μάγκμπι» είναι ιδιαίτερα κατατοπιστική. Ότι και να επιλέξει ο αναγνώστης – εγώ θα πρότεινα και τα δύο -, δεν θα βγει χαμένος, στο δε «Signalman» θα κάνει και μια ενδιαφέρουσα σύγκριση στην προσέγγιση από τους δύο εξαίρετους μεταφραστές, ενώ η ανάγνωση της συλλογής διηγημάτων θα του δώσει μια σφαιρική άποψη για το νήμα που συνδέει τις ιστορίες του τόμου, και θα του προσφέρει ένα ωραίο αναγνωστικό ταξίδι με τρένο στην Αγγλική επαρχία.

Βαθμολογίες: «ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ ΜΑΓΚΜΠΙ» 80 / 100
                      «Ο ΣΗΜΑΤΩΡΟΣ» 88 /100