Τετάρτη, Οκτωβρίου 21, 2020
posted by Librofilo at Τετάρτη, Οκτωβρίου 21, 2020 | Permalink
Μυθομανίες

 

«Αυτά που δεν βλέπουμε, συχνά είναι πιο σημαντικά από αυτά που βλέπουμε.»
 
Αν ως αναγνώστης θεωρείς ότι «πίσω από μια ιστορία κρύβεται μια άλλη ιστορία» όπως γράφει κάπου η Χίλαρι Μαντέλ ή ότι ο συγγραφέας «οφείλει» να «επινοεί μικροασάφειες» όπως συχνά-πυκνά αναφέρει ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, τότε στο (κάτι σαν) μυθιστόρημα του Στράτου Μυρογιάννη, με τίτλο «ΜΥΘΟΜΑΝΙΕΣ» (Εκδ. Gutenberg, σειρά Aldina, σελ. 198), θα βρεις αυτό που ψάχνεις από ένα λογοτεχνικό έργο. Τυπικά οι «Μυθομανίες» έχουν τη μορφή συλλογής διηγημάτων – αυτόνομων παράξενων ιστοριών σαν λογοτεχνικό παιχνίδι που «απαιτεί» την συμμετοχή του αναγνώστη στους γρίφους που παραθέτει. Οι συνδέσεις των ιστοριών όμως είναι τέτοιες και η κοινή τους ατμόσφαιρα, μπορούν άνετα να το κατατάξουν (αν και γενικώς ως βιβλίο, είναι «ακατάταχτο) ως μυθιστόρημα υβριδικό.
 


Ο Στράτος Μυρογιάννης, είναι ένας συγγραφέας που ασχολείται με το αστυνομικό μυθιστόρημα, όπως και με την ιστορική έρευνα, εξάλλου έχει σπουδάσει Μεσαιωνικές και Σύγχρονες Γλώσσες στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ (όπου έχει διδάξει εκεί, Νεοελληνική Λογοτεχνία), είναι συγγραφέας μιας μελέτης για το ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα, έχει συμμετοχή σε συλλογικά έργα για το αστυνομικό μυθιστόρημα αλλά και για τον νεοελληνικό διαφωτισμό, έχει μεταφράσει δύο Αγγλικά αστυνομικά μυθιστορήματα, είναι εκδότης του περιοδικού Polar που ασχολείται με το αστυνομικό αυτό υποείδος. Είναι λοιπόν ένας άνθρωπος που ακροβατεί μεταξύ Ιστορίας και Αστυνομικού μυθιστορήματος, οπότε η πρώτη του λογοτεχνική απόπειρα, δεν θα μπορούσε να παρεκκλίνει από τα ενδιαφέροντά του αυτά. Εκείνο που «εισάγει» στις μέχρι τώρα δημοσιεύσεις του, είναι το στοιχείο του λογοτεχνικού παιχνιδιού, που όμως καθιστά το εγχείρημα του ακαταμάχητο.
 
«Η αδυναμία του ήταν η ποίηση και αγαπούσε τα μυστικά. Και τα μυστήρια των ανθρώπων. Όχι επειδή είχαν ενδιαφέρον. Στα μάτια του η έννοια της μυστικότητας (αν υπάρχει κάτι τέτοιο) ήταν μια τέχνη αλλά και μια επιστήμη. Αυτός ήταν και ο λόγος που την είχε αναγάγει σε βασικό συστατικό της ζωής του. Συνήθιζε να λέει πως η ποίηση είναι η πιο κρυπτογραφική τέχνη.»
 
Επτά αυτόνομες αλλά εμφανώς συνδεδεμένες μεταξύ τους ιστορίες, συνθέτουν τις «Μυθομανίες». Από τις αρχές της Αναγέννησης μέχρι τον 19ο αιώνα, πρόσωπα κατασκευασμένα από την πένα του ευφυέστατου συγγραφέα, πρόσωπα ιστορικά – περισσότερο ή λιγότερο γνωστά, διαπλέκονται και αλληλοεπιδρούν, ανταγωνίζονται ή συναγωνίζονται κυρίως με τις εμμονές τους και τα πάθη τους. Αναζήτηση του νοήματος της ζωής, των σπάνιων ή ακόμα και ανύπαρκτων βιβλίων, ελιξηρίων και βιβλιοθηκών χαμένων στα βάθη της ιστορίας. Τύποι με περίεργα ονόματα και ομιχλώδη καταγωγή, τύποι σαλοί και ιδιόρρυθμοι, τύποι που δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν κάθε μέθοδο για να φτάσουν στον σκοπό τους.
 
«Η ανάγνωση και η γραφή ήταν ύποπτες και επικίνδυνες συνήθειες και μπορούσαν να οδηγήσουν στην τρέλα.»
 
Τι συνδέει λοιπόν, τον ακάματο (και αδίστακτο) βιβλιοσυλλέκτη Ιάσονα Μαυροκορδάτο-Bodin («Η βιβλιοθήκη του Ιάσονα Μαυροκορδάτου-Bodin») που «έστειλε αδιάβαστο» τον Σουλτάνο της Αλάμπρας, με τον Έλενο Παλαιολόγο («Κορνήλιος Κράνμπερης ο Τραυλός»), περισσότερο γνωστό ως Κορνήλιο Κράνμπερη τον Τραυλό που από την Μεγάλη Βρετανία βρέθηκε στον Χάνδακα στα μέσα του 17ου αιώνα, με τον homo-universalis Bartolo Simoni («Οι αναρίθμητες ιδιορρυθμίες του Bartolo Simoni») που έπασχε από μια ανίατη ασθένεια και αναζητούσε το νόημα της ζωής στην παραίσθηση του φωτός;
Τι συνδέει τον αλχημιστή Nicholas FlamelHommage a deux alchimistes: Nicholas Flamel et Sir Isaac Newton»), που κάηκε στην πυρά και που οι φίλοι αποκαλούσαν «αυτοκράτορα», με τον Νεύτωνα και γιατί ο δεύτερος αποκάλεσε «απατεώνα» τον πρώτο; Ποια η σχέση του λιπόσαρκου μοναχού Νικόδημου Μεταξά – Malherbe («Shakespeare and Metaxas-Malherbe: The First Folio») που εμφανίστηκε από το πουθενά στο Λονδίνο του 17ου αιώνα, με τον Κορνήλιο Κράνμπερη και πως έφτασε το χαμένο χειρόγραφο με έργα του Σέξπιρ στην Κωνσταντινούπολη;
Ποια διάσημη γυναίκα συγγραφέα (και όχι μόνο), έχει ερωτευτεί ο Αδαμάντιος Κοραής («Adamante Coray in love»); Τι γνωρίζει ο Ιωάννης Καρτάζηλος για την δολοφονία του Πάπα Ουρβανού Ζ’ το 1590 («Ο Ιωάννης Καρτάζηλος και ο Πάπας Ουρβανός Ζ’»),  τι ανακάλυψε ο Johannes Argentis-Mosimoff και πως συνδέεται το δερματόδετο σημειωματάριο με τις ιστορίες με τον τίτλο «Μυθομανίες» με τον φόνο μιας νεαρής γυναίκας στη Νέα Υόρκη;
 


Επτά άκρως γοητευτικές ιστορίες, όπου ο αναγνώστης βρίσκεται παγιδευμένος στους λογοτεχνικούς γρίφους που θέτει διαρκώς ο συγγραφέας, ενώ κατά την διάρκεια της ανάγνωσης δεν σταματάει να «γκουγκλάρει», προσπαθώντας να ανακαλύψει πόσα από τα πρόσωπα που αναφέρονται είναι μυθοπλαστικά δημιουργήματα και ποια είναι τα αληθινά. Είναι αλήθεια ότι η μπάλα χάνεται κάποια στιγμή και παρατάς την προσπάθεια, υποκύπτοντας στην αφηγηματική δεινότητα του Μυρογιάννη που σε παρασέρνει σε αυτό το Μπορχεσικό αινιγματικό ταξίδι, μπερδεμένος μέσα σ’ αυτή την ατελείωτη παράθεση ονομάτων, ατέρμονων κύκλων και διαρκών αναζητήσεων κάποιου χαμένου δισκοπότηρου.
 
«Είναι πιο εύκολο για κάποιον να κάψει το σπίτι του παρά να δεχτεί την αλήθεια.»
 
Απόηχοι από Μπόρχες, Έκο, Καλβίνο, Περέκ αλλά και υποδόρια συγγένεια με το βιβλίο-έκπληξη «Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ» του Buchmann (κι αυτό από την σειρά Aldina των εκδόσεων Gutenberg), χαρακτηρίζουν την συγγραφική προσπάθεια του Μυρογιάννη. Πέρα όμως από τις εμφανείς αναφορές και δάνεια, που στο κάτω-κάτω ενδιαφέρουν μόνο λίγους, το βιβλίο είναι απολαυστικό στην ανάγνωσή του και στο παιχνίδι που παίζει με τον αναγνώστη του, στην εγρήγορση που «απαιτεί» από αυτόν. Το έξοχο επίμετρο του τέλους γραμμένο από τον Φιλήμονα Έρουλο (μη γκουγκλάρεις!) που συμπυκνώνει κατά κάποιο τρόπο τις ιστορίες και τους πρωταγωνιστές τους αναφέρει ότι «οι χαρακτήρες τις διασχίζουν (τις ιστορίες) με τον ίδιο τρόπο που οι ταξιδιώτες διασχίζουν τη Salle de pas perdus στους σταθμούς των τρένων», αφήνοντας τα πάντα ανοιχτά και στον αναγνώστη να βρει τη δική του αλήθεια μέσα από αυτές.
 
Που ανήκουν οι «Μυθομανίες» ως λογοτεχνικό είδος; Δύσκολη η απάντηση και ίσως περιττή. Εδώ δεν έχω καταλήξει αν πρέπει να τις συμπεριλάβω στην ελληνική πεζογραφία, καθώς τίποτα δεν θυμίζει εγχώριο λογοτεχνικό έργο – ίσως στο ύφος λίγο τον Γονατά ή τον Καχτίτση. Ο Κώστας Καλφόπουλος στο κείμενό του, που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου («λογοτεχνική κριτική» ενσωματωμένη στο ίδιο το βιβλίο, wtf?), χρησιμοποιεί τον όρο που αρμόζει στο βιβλίο: «Ο Στράτος Μυρογιάννης, με τις Μυθομανίες και τους παράδοξους ήρωές του, επιχειρεί κάτι σαν ένα «πειρατικό ρεσάλτο» στα ελληνικά χωρικά ύδατα της μυθοπλασίας.» Ας μείνει έτσι λοιπόν…
 
Βαθμολογία 82 / 100


 
Τετάρτη, Οκτωβρίου 14, 2020
posted by Librofilo at Τετάρτη, Οκτωβρίου 14, 2020 | Permalink
"Η Χορτοφάγος"
«Η ΧΟΡΤΟΦΑΓΟΣ» («채식주의자»), το βραβευμένο (Man Booker international, 2016) μυθιστόρημα της Νοτιοκορεάτισας Han Kang (1970, ΓκουάνγκΤζου) – (εκδ. Καστανιώτη, μετάφρ. από Κορεατικά Αμ. Τζιώτη, σελ.195), είναι ένα βιβλίο που έχει ήδη διαγράψει στους λίγους μήνες κυκλοφορίας του στα ελληνικά, μια αξιοπρόσεκτη εμπορική πορεία, ενώ συζητήθηκε έντονα καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού στη χώρα μας, καθώς προκάλεσε με τη θεματική του, αντικρουόμενα συναισθήματα και απόψεις. Είναι δύσκολο να προβλέψεις ποιο βιβλίο θα δημιουργήσει αίσθηση σε μια περίεργη αγορά όπως η ελληνική και η «Χορτοφάγος» είναι ένα ισχυρό παράδειγμα, ενός βιβλίου (ευκολοδιάβαστου μεν, που δημιουργεί όμως δυσφορία στον αναγνώστη του), που παρά την ιδιάζουσα θεματική του «άγγιξε» τον μέσο Έλληνα αναγνώστη.

 


«Η Χορτοφάγος», είναι ένα μυθιστόρημα που περιέχει τρεις αυτόνομες ιστορίες γύρω από το ίδιο θέμα, και το οποίο κυκλοφόρησε στην Νότια Κορέα το 2007 αρχικά σε μορφή τριών ξεχωριστών νουβελών. Η ηρωίδα είναι βέβαια κοινή και στις τρεις ιστορίες και παρότι αυτές διατηρούν την αυτονομία τους, δημιουργούν ένα ενιαίο σύνολο, το οποίο μάλιστα γίνεται περισσότερο κατανοητό και είναι ιδιαίτερα συμπαγές – παρά την «χαλαρότητα» που προϋποθέτουν οι τρεις ξεχωριστές ιστορίες – με την μορφή του μυθιστορήματος. 

 
«Πριν η γυναίκα μου γίνει χορτοφάγος, ποτέ μου δεν είχα σκεφτεί ότι ήταν ένα άτομο ξεχωριστό. Για να είμαι ειλικρινής, όταν την πρωτοσυνάντησα, δεν μου τράβηξε καν την προσοχή. Μέτριο ανάστημα, τα μαλλιά της ούτε μακριά ούτε κοντά, το δέρμα της τραχύ, ωχρό, πεσμένα βλέφαρα, διογκωμένα ζυγωματικά, άχρωμα ρούχα, τίποτα που να φανερώνει κάτι από την προσωπικότητά της. Φορώντας ένα ζευγάρι απλές μαύρες γόβες, πλησίασε στο τραπέζι όπου περίμενα. Το βάδισμά της δεν ήταν ούτε γρήγορο, ούτε αργό, ούτε δυναμικό αλλά ούτε και νωθρό.
Το γεγονός ότι την παντρεύτηκα οφείλεται ακριβώς στο ότι δεν υπήρχε κάποια ιδιαίτερη γοητεία πάνω της, ούτε και κάποιο συγκεκριμένο μειονέκτημα. Ο βολικός χαρακτήρας της, στον οποίο δεν υπήρχε ίχνος λάμψης, εξυπνάδας ή έστω κάποια εκλεπτυσμένη πτυχή, με έκανε να αισθάνομαι άνετα.»
 
Η ΓιόνγκΧιε είναι το κεντρικό πρόσωπο και των τριών ιστοριών που απαρτίζουν την «Χορτοφάγο».
Στην πρώτη ιστορία, που δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο («Η χορτοφάγος»), η αφήγηση γίνεται από την μεριά του συζύγου της ηρωίδας, ο οποίος ζει μια συμβατική και ήρεμη ζωή μαζί της μέχρι το μοιραίο πρωινό. Η ΓιόνγκΧιε μια μέρα ξυπνώντας και μετά από ένα όνειρο που έχει δει, αποφασίζει να σταματήσει να τρώει κρέας. Στην αρχή ο σύζυγός της, το δέχεται σαν ένα καπρίτσιο αλλά στην πορεία, τα πράγματα σοβαρεύουν, καθώς όχι μόνο το καθημερινό διατροφολόγιο του ζευγαριού αλλάζει αλλά και εκείνος που είναι στέλεχος σε μια εταιρεία έρχεται σε δύσκολη θέση κατά την διάρκεια ενός εταιρικού δείπνου. Το να είσαι χορτοφάγος σε μια κοινωνία που έχει ως βάση στην καθημερινή της διατροφή το κρέας, είναι κάτι περίεργο, αλλά η επιμονή της ΓιόνγκΧιε και η γενικότερη αλλαγή στη συμπεριφορά της, όπως και η παθητική της αντίσταση σε ότι της λένε, είναι που προκαλούν εντύπωση. Η κατάσταση θα πάρει δραματικές προεκτάσεις, όταν σε ένα οικογενειακό δείπνο, ο πατέρας της ΓιόνγκΧιε – ένας βίαιος άνθρωπος που υπηρέτησε στο Βιετνάμ – την υποχρεώνει δια της βίας να φάει κρέας και την χαστουκίζει. Εκείνη θα πάρει ένα μαχαίρι και θα κόψει τις φλέβες της, με την πανικόβλητη οικογένεια να την τρέχει στο νοσοκομείο.
 
Η δεύτερη ιστορία (και ίσως το καλύτερο κομμάτι του βιβλίου), έχει ως τίτλο «Η μογγολική κηλίδα» και σε αυτήν, ο κουνιάδος της ΓεόνγκΧιε που είναι (ένας όχι τόσο επιτυχημένος) καλλιτέχνης που ζωγραφίζει ή φτιάχνει καλλιτεχνικά βίντεο, μαθαίνει πως η κουνιάδα του, έχει εκ γενετής μια κηλίδα στα οπίσθιά της και επιθυμεί καθώς το θέμα της κηλίδας του γίνεται εμμονή, να φτιάξει ένα σεξουαλικό περφόρμανς με την κουνιάδα του και έναν παρτενέρ. Η ΓεόνγκΧιε έχει χωρίσει από τον άντρα της και δέχεται να ποζάρει γυμνή στο στούντιο του συζύγου της αδερφής της, χωρίς να γνωρίζει ότι εκείνος ήδη την φαντασιώνεται σε διάφορες στάσεις. Η ιστορία θα πάρει διαστάσεις καθώς η φαντασίωση θα πάρει σάρκα και οστά, οδηγώντας την αδερφή της ΓεόνγκΧιε σε καταγγελία, και τον εγκλεισμό της χορτοφάγου γυναίκας σε ψυχιατρικό ίδρυμα
 
Στην τρίτη ιστορία με τίτλο «Δέντρα στις φλόγες», που εκτυλίσσεται τρία χρόνια αργότερα, η ΊνΧιε, η αδερφή της ΓεόνγκΧιε, την επισκέπτεται τακτικά στην κλινική που νοσηλεύεται. Είναι το μόνο μέλος της οικογένειας που διατηρεί επαφή με την ΓεόνγκΧιε μετά την ψυχολογική και σωματική της κατάρρευση ▪ η χορτοφάγος γυναίκα πλέον προσπαθεί να μετατραπεί σε φυτό και σε δέντρο. Έχει κάνει απόπειρες διαφυγής από το νοσοκομείο, οι γιατροί σηκώνουν τα χέρια ψηλά και η ΊνΧιε (που έχει πάρει διαζύγιο από τον καλλιτέχνη σύζυγό της μετά τα γεγονότα με το περφόρμανς που είχε στήσει με πρωταγωνίστρια την αδερφή της), προσπαθεί να κατανοήσει και να φροντίσει χωρίς επιτυχία την αδερφή της που έχει διανοητικά πλέον φύγει μακριά από αυτόν τον κόσμο.
 


«Πότε ξεκίνησε όλο αυτό; Αναρωτιέται καμιά φορά σε τέτοιες στιγμές. Πότε άρχισαν όλα να γκρεμίζονται;
Η παράδοξη συμπεριφορά της ΓιόνγκΧιε είχε αρχίσει να γίνεται αισθητή πριν τρία περίπου χρόνια, όταν ξαφνικά αποφάσισε να γίνει χορτοφάγος. Υπάρχουν πολλοί χορτοφάγοι αυτόν τον καιρό, αλλά η περίπτωση της ΓιόνγκΧιε ήταν ιδιαίτερη γιατί το κίνητρό της δεν ήταν ξεκάθαρο. Έχασε τόσο πολύ βάρος, που ήταν σοκαριστικό να τη βλέπει κανείς, κι επίσης σταμάτησε να κοιμάται. Ναι, ήταν πάντα λιγομίλητη, αλλά εκείνον τον καιρό μιλούσε τόσο λίγο, που κάθε είδους επικοινωνία μαζί της ήταν αδύνατη. Όλη η οικογένεια ανησυχούσε, συμπεριλαμβανομένου και του συζύγου της. Όλα αυτά είχαν συμβεί λίγο καιρό αφότου η ΊνΧιε και ο άντρας της είχαν μετακομίσει με τον ΤζίΟυ στο καινούργιο διαμέρισμα. Στη γιορτή για τα καλορίζικα, όταν είχε συγκεντρωθεί ολόκληρη η οικογένεια, ο πατέρας τους χτύπησε την ΓιόνγκΧιε στο πρόσωπο, της κράτησε το στόμα ανοιχτό και με τη βία την τάισε ένα κομμάτι κρέας. Το σώμα της ΊνΧιε τινάχτηκε απότομα, σαν να είχε χτυπήσει την ίδια. Στεκόταν και κοίταζε, άκαμπτη σαν βέργα, ενώ η ΓιόνγκΧιε, έφτυσε το κρέας, μετά άρπαξε το μαχαίρι του φρούτου και έκοψε τις φλέβες της.»
 
Η φωνή της ΓεόνγκΧιε δεν «ακούγεται» καθόλου στο βιβλίο. Είναι μια γυναίκα που μιλούν άλλοι γι’ αυτήν, παρ’ όλα αυτά, η αίσθηση που αποκομίζει ο αναγνώστης, είναι ότι βρίσκεται διαρκώς στο κάδρο, σε πρώτο πλάνο όπως θα λέγαμε εάν το βιβλίο ήταν σενάριο ταινίας παραλλάσσοντας ίσως τον τίτλο της ταινίας του Γκοντάρ «Δυο, τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτήν»!
Η ΓεόνγκΧιε υφίσταται την βία, την σεξουαλική εκμετάλλευση, την πατρική και συζυγική κυριαρχία, την καχυποψία, τα στερεότυπα, τους κανόνες μιας (ξεκάθαρα) πατριαρχικής κοινωνίας, που αρνείται να δει το διαφορετικό και να το αποδεχτεί. Είναι μια γυναίκα εγκλωβισμένη σε ρόλους, της υπάκουης και ταπεινής συζύγου που δεν έχει ζωή, παρά μόνο για να περιποιηθεί τον άντρα της, ο οποίος την διάλεξε ακριβώς γι’ αυτό, και αμήχανος παρακολουθεί την μετάλλαξή της, στον ρόλο της καλής κόρης που υπακούει στις προσταγές του πατέρα της, στον ρόλο της γυναίκας – αντικείμενο που πρέπει – ως single πλέον χωρίς σύζυγο, άρα «εύκολα διαχειρίσιμη», να υποταχθεί στον κουνιάδο της για χάρη των σεξουαλικών του ονειρώξεων καλυμμένων με την μορφή της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας, στον ρόλο της ως ασθενής με ψυχική διαταραχή που αρνείται να υπακούσει στις κατεστημένες μεθόδους.
 
Το ήρεμο και χαμηλότονο – σχεδόν υπνωτιστικό – ύφος της Χαν Κανγκ, εισάγει τον αναγνώστη σε μια ατμόσφαιρα αλλόκοτη με υπερρεαλιστικές σκηνές, κάποιες φορές εφιαλτικές που επιτείνουν την απόγνωση και την δυσφορία που αισθάνεσαι διατρέχοντας τις σελίδες του βιβλίου. Οι αλλαγές του ρυθμού στις τρεις ιστορίες και του αφηγηματικού ύφους, ανάλογα με τον πρωταγωνιστή που συνοδεύει την ηρωίδα στη διαδρομή της, εντυπωσιάζουν καθώς ακολουθούν την μετάλλαξη της ΓεόνγκΧιε από υπάκουη και άχρωμη νοικοκυρά σε σκληροπυρηνική χορτοφάγο στην προσπάθειά της να φτάσει στο απόλυτο όριο – του να επιβιώσει όπως τα φυτά. Η εθελούσια πορεία της ΓεόνγκΧιε προς την πτώση σε συνδυασμό με την διάχυτη ατμόσφαιρας απόγνωσης και θλίψης, μετά τις δύο πρώτες αυτόνομες ιστορίες, οδηγούν τον αναγνώστη στην αφόρητη δυσφορία που τον καταλαμβάνει στην τρίτη ιστορία, όταν επιτέλους ένας άνθρωπος (η αδερφή της ΓεόνγκΧιε) δείχνει να αντιλαμβάνεται το μέγεθος του προβλήματος και να συναισθάνεται μαζί με την ηρωίδα.
 
Το βιβλίο της Χαν Κανγκ αποτελεί επίσης και ένα εύστοχο σχόλιο της κοινωνίας της Νότιας Κορέας, μιας ταχύτατα αναπτυσσόμενης και δυτικοποιούμενης χώρας, με ισχυρή κουλτούρα και καλλιτέχνες που γνωρίζουν μεγάλη δημοτικότητα, από την νεανική μουσική σκηνή, στον κινηματογράφο (εδώ και αρκετά χρόνια) έως στην λογοτεχνία. Ιδιαίτερα βίαιο με μια βία υποδόρια και διαπεραστική, είναι ένα μυθιστόρημα που μιλάει για την αποξένωση και την οικογενειοκρατία, την καταπίεση και την εξουσία κάθε είδους, την εκμετάλλευση και τις επιφανειακές σχέσεις, την διαφορετικότητα και την σεξουαλική επιθυμία, γραμμένο με πολύ στυλ, που κάπου θυμίζει τις ιστορίες της εξαίρετης Γυόκο Ογκάουα.
 
Μπορεί να μην είναι το είδος της λογοτεχνίας που αγαπάω να διαβάζω, αλλά ομολογώ ότι «Η Χορτοφάγος», είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και επιδραστικά βιβλία της χρονιάς. Το ιδιόρρυθμο μυθιστόρημα της Χαν Κανγκ σε ξεβολεύει και σε κρατάει αγκυλωμένο μέσα του, σαν να τυλίγεσαι γύρω από τον αφηγηματικό ρυθμό του. Και θεωρώ ότι αυτό είναι το μεγαλύτερο προσόν του.
 
Βαθμολογία 83 / 100



 
Πέμπτη, Οκτωβρίου 08, 2020
posted by Librofilo at Πέμπτη, Οκτωβρίου 08, 2020 | Permalink
"Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος"
«Όλες οι ιστορίες είναι επινοημένες. Ακόμα και όσες συνέβησαν.»
 
Ένα ζευγάρι μέσα σε ένα αυτοκίνητο, μια χειμωνιάτικη ημέρα. Είναι δύο νεαροί άνθρωποι, ο Τζέικ και η φίλη του. Πηγαίνουν να επισκεφτούν τους γονείς του Τζέικ, που ζουν σε μια απομονωμένη αγροικία. Η κοπέλα όμως από την αρχή του ταξιδιού, σκέφτεται μόνο ένα πράγμα: πως θα βάλει ένα τέλος στη σχέση τους που δεν κρατάει περισσότερο από έξι εβδομάδες. Η επίσκεψή τους στο αγρόκτημα, θα εξελιχθεί λίγο περίεργα, ενώ και το ταξίδι της επιστροφής θα φέρει μια απρόσμενη ανατροπή στην ιστορία. Αυτό είναι το περίγραμμα του εκπληκτικού μυθιστορήματος «ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΝΑ ΒΑΛΩ ΕΝΑ ΤΕΛΟΣ» («Im thinking of ending things») του Καναδού συγγραφέα Iain Reid (1981, Ontario), που κυκλοφόρησε στις αρχές του καλοκαιριού από τις εκδόσεις Πατάκη (μετάφρ. Α.Καλοκύρης, σελ.253) και συζητιέται έντονα τον τελευταίο καιρό μετά την προβολή της ομώνυμης ταινίας του Charlie Kaufman από την συνδρομητική πλατφόρμα του Netflix.
 


Η ανώνυμη αφηγήτρια του μυθιστορήματος του Iain Reid, ξεκινάει άνορεχτα το ταξίδι με το αυτοκίνητο του Τζέικ για το σπίτι των δικών του. Είναι λίγες οι εβδομάδες γνωριμίας τους, μια σχέση που ξεκίνησε με ευφυολογήματα και απόπειρες εντυπωσιασμού από τη μεριά του Τζέικ, ενός πολύ ενδιαφέροντος τύπου που θεωρείται διάνοια από τους γύρω του και εργάζεται σε ένα εργαστήριο και σύντομα θα γίνει καθηγητής στο πανεπιστήμιο. Για εκείνη λίγα πράγματα γνωρίζουμε, παρά μόνο για την εμμονή της, να βάλει ένα τέλος στη σχέση τους. Μια σκέψη που την απασχολεί συνεχώς εδώ και λίγες ημέρες, παρ’ όλα αυτά δέχτηκε – από ευγένεια - να πάει αυτή την επίσκεψη στους γονείς του. Αυτό όμως δεν είναι το μόνο που την απασχολεί, εδώ και καιρό λαμβάνει ανώνυμα τηλεφωνήματα με μια φράση να κυριαρχεί σε αυτά: «Υπάρχει μόνο ένα ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί…». Το πιο περίεργο όμως με αυτά τα τηλεφωνήματα που γίνονται κυρίως βράδυ, είναι ότι το νούμερο που καλεί το κινητό της, είναι το δικό της νούμερο!
 
«Η ανάμνηση αλλάζει κάθε φορά που την ανακαλείς. Δεν είναι απόλυτη. Συχνά, οι ιστορίες που βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα έχουν περισσότερα κοινά με τη μυθοπλασία παρά με την πραγματικότητα. Ανακαλούμε και εξιστορούμε τόσο τις μυθοπλασίες όσο και τις αναμνήσεις. Και οι δύο αποτελούν είδη ιστοριών. Από τις ιστορίες μαθαίνουμε. Από τις ιστορίες καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον. Όμως η πραγματικότητα συμβαίνει μόνο μία φορά.»
 
Η συζήτηση καθώς το αυτοκίνητο διασχίζει τους χιονισμένους αγροτικούς δρόμους, περνώντας από ερημιές που φαντάζουν απόκοσμες, με σπίτια και εργοστάσια παρατημένα, είναι φιλοσοφική και στοχαστικά αφηρημένη, ενώ την πορεία του ζευγαριού, την διακόπτουν σελίδες σαν ιντερλούδια, με το σκηνικό και τις λεπτομέρειες ενός άγριου φόνου ή αυτοκτονίας που έχει διαπραχθεί και κάποιοι ηλικιωμένοι (μάλλον) συζητάνε για τις λεπτομέρειές του.
Η αφηγήτρια προσέχει λεπτομέρειες στη συμπεριφορά του Τζέικ, παρασύρεται από τις δικές της σκέψεις, ο καιρός όσο προχωρούνε για τον προορισμό τους χειροτερεύει, και μ’ αυτό τον τρόπο φτάνουν στο σπίτι των γονιών του, όπου από την αρχή παρατηρούνται περίεργες συμπεριφορές από την πλευρά τους, ενώ σε κάθε δωμάτιο ή στο υπόγειο του περίεργου και μεγάλου σπιτιού, δείχνει να κρύβεται κάποια αποκάλυψη. Φωτογραφίες με κάποιο κορίτσι που της λένε ότι είναι ο Τζέικ μικρός, αλλά μοιάζει με την ίδια όταν ήταν νεότερη, η μύτη της να ανοίγει συνέχεια, παλιομοδίτικη ατμόσφαιρα στην διακόσμηση λες και μεταφέρθηκαν κάπου στο παρελθόν, κουβέντες χωρίς σκοπό και κάτι το περίεργο να πλανάται στον αέρα κατά τη διάρκεια του γεύματος, ενώ η αφηγήτρια ακούει άθελα της, πίσω από τους τοίχους, μια συνομιλία μεταξύ των γονιών του Τζέικ, που αποκαλύπτει ότι εκείνος παραιτήθηκε από τη δουλειά του στο εργαστήριο, κάτι που εκείνη αγνοούσε.
 
Στην επιστροφή, τα πράγματα εξελίσσονται ακόμα πιο αμήχανα μεταξύ του ζευγαριού, που αφού σταματάνε σε ένα μαγαζί μιας αλυσίδας γαλακτοκομικών προϊόντων στο δρόμο – παρότι εκείνη δεν τρώει γαλακτοκομικά, και η κουβέντα μιας εκ των υπαλλήλων που την εξυπηρετεί, της παγώνει το αίμα -, συνεχίζουν το δρόμο τους και ο Τζέικ αποφασίζει να κάνει μια παράκαμψη για άσχετο λόγο και βρίσκονται στο πάρκινγκ ενός έρημου σχολείου. Τότε είναι, που ο εφιάλτης παίρνει σάρκα και οστά και η αφηγήτρια διαπιστώνει ότι βρίσκεται μέσα του, χωρίς δυνατότητα διαφυγής.
 
«…Τα μικροπράγματα είναι εκείνα που μας ενώνουν. Δημιουργούν την αίσθηση ότι είναι το παν. Πολλά εξαρτώνται από αυτά. Δεν διαφέρουν και τόσο από τη θρησκεία και τον Θεό. Πιστεύουμε σε συγκεκριμένες δομές, που μας βοηθούν να κατανοούμε, αλλά λειτουργούν παρηγορητικά. Η σκέψη ότι είναι προτιμότερο να περνάμε τη ζωή μας με έναν άνθρωπο δεν αποτελεί μια έμφυτη αλήθεια της ύπαρξης. Πρόκειται για πεποίθηση που θέλουμε να αληθεύει.
Η στέρηση της μοναξιάς, της ανεξαρτησίας, αποτελεί πολύ μεγαλύτερη θυσία απ’ όσο συνειδητοποιούμε. Το να μοιραζόμαστε μια κατοικία, μια ζωή, είναι σίγουρα δυσκολότερο απ’ το να είμαστε μόνοι. Στην πραγματικότητα, η σταθερή σχέση μοιάζει κυριολεκτικά αδύνατη, έτσι δεν είναι; Να βρεις έναν άλλον άνθρωπο για να περάσεις μαζί του όλη σου τη ζωή; Να γερνάτε μαζί και να αλλάζετε μαζί; Να τον βλέπεις καθημερινά και να ανταποκρίνεσαι στις διαθέσεις και τις ανάγκες του;»

 


Το βιβλίο του Ριντ, που ξεκινάει σαν «μυθιστόρημα-δρόμου» με φιλοσοφικές προεκτάσεις, εξελίσσεται από τη μέση και μετά, σε ψυχολογικό θρίλερ, που γιγαντώνεται προς το τέλος με ένα φινάλε που αφήνει τον αναγνώστη με ανοιχτό στόμα, ωθώντας τον να ξαναδιαβάσει τις τελευταίες 30-40 σελίδες για να κατανοήσει τι ακριβώς έχει γίνει – έτσι κι αλλιώς είναι όλα ανοιχτά σε ερμηνείες, οπότε ασφαλή συμπεράσματα δεν μπορούν να βγουν.
 
Θα μπορούσε να είναι ένα «dream within a dream», αν το πάρουμε ως μια προέκταση των ιστοριών του Ε.Α.Πόε, καθώς η αφηγήτρια αρχίζει να χάνει την ταυτότητά της όσο εξελίσσεται το βιβλίο, και ο αναγνώστης αρχίζει να νιώθει ρεύματα ψυχρού αέρα να τον ανατριχιάζουν με το γύρισμα της κάθε σελίδας. Παιδικές φοβίες που αποκτούν οντότητα – έρημα σπίτια μες στην παγωμένη νύχτα, τηλέφωνα να χτυπάνε σε άδεια δωμάτια, κουβέντες του αέρα που μπορεί να σημαίνουν κάτι φρικιαστικό και μυστηριώδες που κρύβεται στο παρελθόν, συμπεριφορές παράξενες, η μονότονη φωνή του Τζέικ να αφηγείται και να σχολιάζει τα πιο αντιφατικά μεταξύ τους πράγματα, ένα τραγούδι κάντρι – αγαπημένο των παιδικών χρόνων του Τζέικ – να παίζει σε όποιο σταθμό και να βάλουν στο ράδιο, το χιονισμένο και έρημο τοπίο του Οντάριο – όλα αυτά δημιουργούν μια ψυχολογική πίεση στον αναγνώστη και έντονα κλειστοφοβικά συναισθήματα από τα οποία δύσκολα μπορεί να βγει.
 
«Δεν μπορούμε να ξέρουμε και δεν ξέρουμε τι σκέφτονται οι άλλοι. Δεν μπορούμε να ξέρουμε και δεν ξέρουμε τα κίνητρα των άλλων για τις ενέργειές τους. Ποτέ. Όχι ακριβώς. Αυτή ήταν η τρομακτική, νεανική επιφοίτησή μου. Ουσιαστικά δε γνωρίζουμε ποτέ πραγματικά κάποιον άλλον. Εγώ πάντως όχι. Ούτε κι εσείς.
Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι οι σχέσεις δημιουργούνται και διαρκούν ενώ δεν γνωρίζεις ποτέ απόλυτα τον άλλον. Ενώ δεν είσαι ποτέ σίγουρος ποιος είναι ο άλλος. Δεν μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Πρέπει να ενεργούμε με συγκεκριμένους τρόπους. Πρέπει να λέμε συγκεκριμένα πράγματα.
Όμως μπορούμε να σκεφτόμαστε ό,τι θέλουμε.
Ο καθένας μπορεί να σκέφτεται το οτιδήποτε. Οι σκέψεις είναι η μόνη πραγματικότητα. Αλήθεια. Τώρα πια είμαι σίγουρη. Δεν μπορείς να πλαστογραφήσεις ή να προσποιηθείς μια σκέψη. Αυτή η απλή συνειδητοποίηση με συνοδεύει διαρκώς. Με απασχολούσε για πολλά χρόνια. Και εξακολουθεί.
«Είσαι καλή ή κακιά;»
Εκείνο που με τρομάζει περισσότερο πια είναι ότι δεν ξέρω την απάντηση.»

 


Λίγα λόγια για την ταινία «Im thinking of ending things», η οποία βασίστηκε στο ομώνυμο βιβλίο. Θεωρώ ότι ο David Lynch θα ήταν ο ιδανικότερος σκηνοθέτης για να μεταφέρει το βιβλίο στην οθόνη, καθώς η ατμόσφαιρά του, είναι ίδια με αυτή των ταινιών του σπουδαίου σκηνοθέτη με το weird feeling να επικρατεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης. Ο Charlie Kaufman, ένας πρωτότυπος και με ισχυρή ιδιοσυγκρασία και όραμα σκηνοθέτης, δεν στάθηκε τόσο πολύ στην ουσία του μυθιστορήματος, απλά το χρησιμοποίησε ως καμβά, ως αφορμή για να οικοδομήσει ένα διαφορετικό έργο που ενσαρκώνει απόλυτα το «based on» που μπαίνει στις κινηματογραφικές αναφορές. Η ταινία, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη, έχει ελάχιστη σχέση με το βιβλίο, παρά μόνο στο αρχικό της στάδιο – δηλαδή στο ταξίδι με το αυτοκίνητο προς το αγρόκτημα. Κάποιες παρεμβάσεις του Κάουφμαν, τις βρίσκω δημιουργικές (οι γονείς να αλλάζουν ηλικίες κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, οι ματιές που ρίχνει η πρωταγωνίστρια που αλλάζει διαρκώς ονόματα στο έργο στον Τζέικ κατά τη διάρκεια της οδήγησης, το μαγαζί που πουλάει γαλακτοκομικά προϊόντα στη μέση του πουθενά όπου οι υπάλληλοι είναι όλες παλιές φίλες του Τζέικ, ένα υπέροχο ποίημα που οικειοποιείται ως δικό της η πρωταγωνίστρια, το σκηνικό του έρημου σχολείου, ο ρόλος του επιστάτη και άλλα), κάποιες εντελώς ανούσιες όσον αφορά την ιστορία, αλλά ευχάριστες κινηματογραφικά (οι συνεχείς αναφορές στο μιούζικαλ «Οκλαχόμα», ο μονόλογος (7 λεπτών)για την ταινία «Μια γυναίκα εξομολογείται» του Τζ. Κασαβέτη, όπου η πρωταγωνίστρια μιμείται την φωνή της κριτικού Pauline Kael). Πιστεύω ότι καλύτερα να δει πρώτα κάποιος την ταινία και μετά πρέπει να διαβάσει το βιβλίο, παρότι θα χάσει το σασπένς (ή ίσως θα μπερδευτεί ακόμα περισσότερο, δεν ξέρω). Τα συναισθήματά μου για την ταινία είναι ανάμικτα – όπως είναι άλλωστε για τις περισσότερες ταινίες του πολύ ενδιαφέροντος σκηνοθέτη, τις βρίσκω επιτηδευμένα δυσνόητες, ενώ το βιβλίο πραγματικά το αγάπησα.
 
Επανέρχομαι στο μυθιστόρημα του Ριντ, που είναι μια πραγματικά έξοχο και εντυπωσιακό σε ένα είδος που ταλαιπωρείται από ευκολίες και φθηνά τρικ. Ο αναγνώστης δύσκολα θα αντισταθεί στον πειρασμό να το ξαναπιάσει από την αρχή, αφού το ολοκληρώσει – έτσι κι αλλιώς, μέσα σε 2-3 ώρες, το έχεις διαβάσει αφού από την αγωνία, από ένα σημείο και μετά, δεν θέλεις να το αφήσεις από τα χέρια σου. Με μαεστρική αφήγηση και κινηματογραφικό ρυθμό, με διαλόγους που κεντάνε και χαρακτήρες ολοζώντανους και μοναδικούς είναι ένα εξαιρετικό ψυχολογικό θρίλερ που σε απασχολεί για εβδομάδες, και το οποίο αποτελεί ύψιστη λογοτεχνική απόλαυση.
 
Βαθμολογία 85 / 100


 
Δευτέρα, Οκτωβρίου 05, 2020
posted by Librofilo at Δευτέρα, Οκτωβρίου 05, 2020 | Permalink
"Η χίμαιρα του ανθρώπου-τανκ"
Μια από τις διασημότερες (και ίσως εμβληματικότερες) φωτογραφίες του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, είναι η απεικόνιση ενός ανθρώπου, που μάλλον ήταν φοιτητής, να στέκεται μπροστά από ένα τανκ στην πλατεία Τιεν-Αν-Μεν του Πεκίνου, τον Ιούνιο του 1989. Ένας άνθρωπος με σακούλες στο χέρι (που δεν τις παρατάει ούτε στιγμή), σταματάει την πομπή των τανκ, πηγαίνοντας να σταθεί μπροστά στο πρώτο από αυτά. Έχει προηγηθεί η εκκένωση της πλατείας, που ήταν γεμάτη από εξεγερμένους φοιτητές, από τα τανκ και τον στρατό, μια εκκένωση που έγινε γνωστή ως «η σφαγή της πλατείας Τιεν-Αν-Μεν» αφού ήταν ιδιαίτερα αιματηρή. Κανείς ποτέ δεν έμαθε ποιος ήταν ο νεαρός (;) που στήθηκε μπροστά στο τανκ, καθώς μετά το περιστατικό που δεν κράτησε και πολύ, αυτός εξαφανίστηκε από προσώπου γης εκμεταλλευόμενος την γενική αμηχανία που επικράτησε. Στα γύρω κτίρια βρισκόντουσαν τηλεοπτικά συνεργεία από όλο τον κόσμο, τα οποία αποθανάτισαν την σκηνή που έγινε διάσημη για τον συμβολισμό της. Την αντίδραση του ατόμου απέναντι στην εξουσία, στο αυταρχικό καθεστώς, την «κραυγή» τού: «δεν πάει άλλο» απέναντι στον απολυταρχισμό και την βία.
 
Αυτό το γεγονός δίνει την αφορμή στον Ισπανό συγγραφέα (και υπάλληλο του ΟΗΕ), Victor Sombra Maccaron (Salamanca, 1969), να γράψει ένα πολύ ιδιόμορφο και σαγηνευτικό πολιτικό θρίλερ που υπερβαίνει το είδος, με τίτλο «Η ΧΙΜΑΙΡΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ-ΤΑΝΚ» («La Quimera del Hombre Tanque») – (εκδ. Carnivora, μετάφρ. Ασπ. Καμπύλη, (ωραίος) πρόλογος Ν. Πρατσίνης, σελ. 264). Είναι ένα βιβλίο διαφορετικό, από την πληθώρα της σύγχρονης βιβλιοπαραγωγής, το οποίο διαρκώς σε εκπλήσσει με τις ανατροπές του και με το «απογειωμένο» του χιούμορ.

 
Ο συγγραφέας στην ιστορία του, που εκτυλίσσεται το 2014, δεν στέκεται καθόλου στην αναζήτηση του «ανθρώπου-τανκ», μας τον παραδίδει κατευθείαν στην πόρτα μας! Είναι ένας παχουλός κύριος, που τα τελευταία 25 χρόνια, διαμένει στο Μπακού του Αζερμπαϊτζάν, εργαζόμενος ως επιστάτης σε μια πετρελαϊκή πλατφόρμα για πολλά χρόνια και πλέον ως διευθυντής σε ένα καμπαρέ! Τρέφει (με πολύ καμάρι) ένα Μεξικάνικου στυλ μουστάκι και φοράει διαρκώς μπότες και έχει ως σήμα κατατεθέν, ένα σομπρέρο που έχει κάνει ειδική παραγγελία από το Μεξικό. Κυκλοφορεί παριστάνοντας τον Κινεζομεξικάνο και βρίσκεται υπό την προστασία ενός ανθρώπου του καθεστώτος που διοικεί τη χώρα και είναι εκείνος που τον φυγάδευσε από την Κίνα το 1989 μαζί με την κοπέλα που επρόκειτο να γίνει γυναίκα του.
 
«…σκεφτόταν ότι η ακινησία ήταν που έκανε ανίκητο τον Άνθρωπο-Τανκ. Ο διαβάτης, καρφωμένος πάντα μπροστά στο αναθεματισμένο τανκ, ακίνητος μπροστά στις ατσάλινες ερπύστριες, φάνταζε τόσο εύθραυστος, ώστε μπορούσες σχεδόν ν’ ακούσεις τα κόκαλά του να συνθλίβονται, αλλά εκείνος έμενε ασάλευτος, ώσπου το τανκ άλλαζε πορεία πάλι και πάλι, ξανά και ξανά, μέχρι που άρχιζες ν’ αναρωτιέσαι ποιος ήταν, στην πραγματικότητα, ο πιο εύθραυστος. Με τέτοιο υλικό δεν είχε αποδειχτεί καθόλου δύσκολο να πλαστεί ένα έπος για την ελευθερία ενάντια στην τυραννία, για τον Δαβίδ ενάντια στον Γολιάθ, για το άτομο ενάντια στον Μεγάλο Αδελφό, ακόμα και για τον άνθρωπο ενάντια στη μηχανή, σαν μια Οδύσσεια του Διαστήματος γυρισμένη πάνω στο επίπεδο στερέωμα της ασφάλτου.»
 


Οι Κινεζικές αρχές για πρώτη φορά είναι σίγουρες, ότι έχουν ανακαλύψει τον άνθρωπο που αναστάτωσε μια ολόκληρη χώρα το 1989 καθιστώντας την σύμβολο της καταπίεσης και της ανελευθερίας. Δεν θέλουν όμως να τον σκοτώσουν – το αντίθετο. Επιθυμούν να διοργανώσουν μια ιστορική συνάντηση μεταξύ του «Ανθρώπου-Τανκ», να δείξουν για πρώτη φορά το πρόσωπό του και την ταυτότητά του, και του τότε Υπολοχαγού που ήταν επικεφαλής στο πρώτο τανκ της φάλαγγας και ο οποίος έχει μόλις συνταξιοδοτηθεί. Θέλουν στην επέτειο των 25 χρόνων από την εκκένωση της πλατείας Τιεν-Αν-Μεν, οι δύο άντρες να αγκαλιαστούν μπροστά σε μια κάμερα ενός κινητού τηλεφώνου που θα βιντεοσκοπεί το γεγονός ως ένδειξη ότι η Κίνα γυρίζει σελίδα, βάζοντας τέλος στη λογοκρισία χρόνων. Για τον σκοπό τους αυτό, οι Κινέζοι χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες ενός έμπειρου πράκτορά τους, ο οποίος δρα στο εξωτερικό, του Ντάρι, ο οποίος βρίσκεται σε δυσμένεια από την υπηρεσία του και ψάχνει να βρει έναν τρόπο να απεμπλακεί από αυτό που κάνει με επιτυχία για χρόνια.
 
Η κατάσταση μπερδεύεται σύντομα, καθώς οι μυστικές υπηρεσίες της Κίνας δεν είναι πολύ θερμές με την συνάντηση αυτή, και στέλνουν μια γοητευτική νεαρή και ικανότατη πράκτορα να προσέχει τον Ντάρι. Μπορεί όμως να ξαναγραφτεί η ιστορία; Και πόσο «ηθικό» είναι αυτό; Στο Μπακού η συνάντηση μεταξύ του Υπολοχαγού και του «Ανθρώπου-Τανκ» δεν εκτυλίσσεται σύμφωνα με το σχέδιο και οι ανατροπές διαδέχονται η μία την άλλη σε μια ιστορία που όσο εξελίσσεται το μυθιστόρημα γίνεται όλο και καλύτερη, για να οδηγηθεί σε ένα θεαματικό και έξοχο φινάλε.
 
Μπορεί τυπικά να ακολουθεί τον ρυθμό και τις συνιστώσες ενός πολιτικού θρίλερ, το πυκνογραμμένο μυθιστόρημα όμως του ευφυέστατου Sombra, χρησιμοποιεί την μεταμφίεση του Κινεζομεξικάνου ήρωά του για να καλύψει τα πολλά επίπεδα που υπάρχουν κάτω από την τυπική επιφάνεια μιας αστυνομικοπολιτικής ιστορίας. Σαν το μουστάκι του «Βάτραχου» (αυτό είναι το ψευδώνυμο του «Ανθρώπου-Τανκ» στο πανεπιστήμιο του Πεκίνου), όλα χρησιμεύουν ως μια κάλυψη, μια μεταμφίεση για ανθρώπους που είναι στην πραγματικότητα, κάτι άλλο από αυτό που παρουσιάζονται. Ο Ντάρι είναι ένας Κομμουνιστής πράκτορας, ψυχρός εκτελεστής – είναι όμως έτσι; Ή είναι ένας κουρασμένος και απογοητευμένος άνθρωπος που παραπέμπει στους αρχετυπικούς ήρωες του Λε Καρέ ή των Αμερικάνικων νουάρ; Ποιος είναι ο «Βάτραχος» και είναι αυτός που όλοι (ή τουλάχιστον αυτοί που θυμούνται) νομίζουν ότι είναι; Πόσο ειλικρινής είναι η προσπάθεια των Κινέζων να διοργανώσουν ένα show αντάξιο των καλύτερων τηλεοπτικών στιγμών που θα τους δικαιώσει στα μάτια του πλανήτη; Γιατί ο Υπολοχαγός που βρισκόταν στο μοιραίο τανκ, δεν είναι τόσο σίγουρος για την συνάντηση; Τι κρύβεται πίσω από την διάσημη φωτογραφία που συγκλόνισε τον κόσμο το 1989 – χρονιά τεράστιων πολιτικοκοινωνικών αλλαγών σε παγκόσμιο επίπεδο;

 
Αν δεν είχε διαστήματα (σελίδες) ακατάσχετης φλυαρίας που στριφογυρίζει διαρκώς γύρω από το ίδιο θέμα, το βιβλίο θα ήταν εκπληκτικό! Τίποτα δεν επιλέγεται τυχαία στην πολυδιάστατη ιστορία που αφηγείται ο Sombra και αιωρείται διαρκώς η αίσθηση ότι τα φαινόμενα απατούν και όλα είναι σχετικά σε αυτή την ιστορία. Το Μπακού τόπος σύγχρονου πλουτισμού και ανεξέλεγκτης μαφίας, τα παιχνίδια με τους Τζιχαντιστές και η δεδομένη αφέλειά τους που οδηγεί την κατάσταση σε μακελειό, η Κίνα με τα μυστικά της που δύσκολα ξεκλειδώνονται, το κίνητρο του κέρδους και της εξουσίας που αποδεικνύονται ισχυρότερα απ’ όλα είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία αυτού του αφοπλιστικού μυθιστορήματος με το οποίο όχι μόνο μαθαίνεις πολλά για την Κίνα και την πολιτική της, θυμάσαι πράγματα που ίσως έχεις ξεχάσεις (ή δεν είχες παρατηρήσει) και το κυριότερο περνάς καλά – απαραίτητη προϋπόθεση για αναγνωστική απόλαυση.
 
Βαθμολογία 82 / 100


 
 
 
 
 
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 29, 2020
posted by Librofilo at Τρίτη, Σεπτεμβρίου 29, 2020 | Permalink
Σώσα
 Όταν μιλάμε για μεγάλα βιβλία, αναγκαστικά θα προσφύγουμε σε κοινοτοπίες, θα χρησιμοποιήσουμε τετριμμένες εκφράσεις. Πως όμως μπορείς να δώσεις στον ενδιαφερόμενο αναγνώστη, να αντιληφθεί την σπουδαιότητα του βιβλίου που διάβασες; Πως μπορείς να συγκρατήσεις τον ενθουσιασμό σου, ακόμα κι όταν έχει περάσει κάποιο (αναγκαίο) διάστημα από την ανάγνωση του συγκεκριμένου βιβλίου; Θα μιλήσω για το «ΣΩΣΑ» («Shosha»), αυτό το εξαιρετικό μυθιστόρημα του σπουδαίου και πολύ σημαντικού Αμερικανοεβραίου συγγραφέα Isaac Bashevis Singer (Πολωνία, 1902 ή 1904 – Η.Π.Α. 1991), που πήρε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1978, ο οποίος έγραφε στα Yiddish, την γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι Εσκενάζι Εβραίοι στην Κεντρική Ευρώπη και ήταν η πιο δημοφιλής γλώσσα στις χώρες που κατοικούσαν Εβραίοι πριν το Ολοκαύτωμα. Πλέον ομιλείται από ελάχιστους (δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα 2 εκατομμύρια σε όλο τον κόσμο) σε σχέση με το παρελθόν, και θεωρείται ουσιαστικά «νεκρή».

 
Η «Σώσα», που επιτέλους μπορούμε να διαβάσουμε στα ελληνικά σε μια έκδοση-κόσμημα από τις εκδ. Κίχλη (μετάφρ. από τα Αγγλικά Μ.Πάγκαλος, επίμετρα του μεταφραστή και του Στ. Ζουμπουλάκη, σελ.468), είναι το ίσως το πιο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Σίνγκερ και αποτελεί, μια ελεγεία για ένα κόσμο που έχει πια χαθεί. Έργο ωριμότητας του συγγραφέα, εκδόθηκε στις Η.Π.Α., τη χρονιά που του απονεμήθηκε το Νόμπελ, στην όγδοη δεκαετία της ζωής του και είναι ένα αινιγματικό, αλληγορικό και ιδιαίτερα πολυεπίπεδο βιβλίο που θέτει συνεχώς ερωτήματα στον αναγνώστη του.
 
«Ποιος λέει ότι τα πάντα στη φύση ή στην ανθρώπινη υπόσταση μπορούν να εξηγηθούν με κίνητρα και με λέξεις; Έχω συνειδητοποιήσει εδώ και καιρό ότι η λογοτεχνία μπορεί μόνο να περιγράφει γεγονότα ή να αφήνει τους χαρακτήρες να επινοούν δικαιολογίες για τις πράξεις τους. Στη μυθοπλασία όλα τα κίνητρα είναι είτε προφανή είτε εσφαλμένα.»
 
Κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος, είναι ο Άαρον (ή Άρελε) Γκρέιντιγκερ, απόγονος μιας οικογένειας ραββίνων. Ο πατέρας του ήταν ο ραββίνος μιας μικρής κοινότητας σε μια γειτονιά Εβραίων Χασιδιστών της Βαρσοβίας και ως ιδιαίτερα αυστηρός άνθρωπος, είχε επιβάλλει στην οικογένειά του να ζει σύμφωνα με τους θρησκευτικούς νόμους, σε ένα σπίτι με ζοφερή ατμόσφαιρα. Η Σώσα ήταν ένα κορίτσι που ζούσε απέναντι από τους Γκρέιντιγκερ, σε μια φτωχή εργατική οικογένεια που όμως στο σπίτι τους επικρατούσε μια αλέγκρα ατμόσφαιρα εντελώς διαφορετική από αυτή της οικογένειας του ραββίνου. Τα δύο παιδιά που είχαν ένα χρόνο διαφορά, ο Άαρον και η Σώσα, έπαιζαν μαζί, ο Άαρον θεωρείτο παιδί-θαύμα στην περιοχή, η Σώσα ήταν λίγο αργή, αρκετά αφελής, την κορόιδευαν στο σχολείο, ο μόνος που της φερόταν ανθρώπινα και νοιαζόταν γι’αυτήν ήταν ο Άαρον που της μιλούσε για τα όνειρά του και της διάβαζε αυτά που έγραφε και της είχε υποσχεθεί ότι κάποια μέρα θα την παντρευτεί. Σύντομα όμως η οικογένεια της Σώσα μετακόμισε λίγα σπίτια παρακάτω στον δρόμο, γεγονός που ήταν αρκετό να απομακρύνει τα δύο παιδιά καθώς και η αυστηρή οικογένεια του ραββίνου εναντιωνόταν σε αυτή τη φιλία. Ξέσπασε ο Α παγκόσμιος πόλεμος, στη Βαρσοβία πεινούσαν και η οικογένεια του Άαρον έφυγε για την επαρχία. Τα ίχνη της οικογένειας της Σώσα χάθηκαν, έγινε η Ρώσικη επανάσταση, ο πόλεμος τελείωσε, ο κόσμος άλλαζε.
 
Στα μέσα της δεκαετίας του ’30, ο Άαρον ζει στην Βαρσοβία και έχει ξεφύγει από τα στενά πλαίσια του Χασιδισμού. Ζει σαν ένας «αμαρτωλός», προσπαθώντας να γίνει συγγραφέας, βιοποριζόμενος ως μεταφραστής ή από κείμενα που γράφει σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες, ενώ γράφει και ιστορίες που δημοσιεύονται αραιά σε έντυπα της εποχής. Κάνει πολλή παρέα με έναν ιδιόρρυθμο διανοούμενο, τον Μόρρις Φάιτελτσον, ο οποίος διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με την εβραϊκή κοινότητα των Η.Π.Α. και μοιράζονται την ίδια ερωμένη, μια μεγαλοαστή εβραία, την Τσέλια που είχε πάθος με την Λογοτεχνία και απόκτησε αδυναμία στον «απροστάτευτο» Άαρον, ο οποίος τριγύριζε από την μια αγκαλιά στην άλλη, με την ίδια ευκολία με την οποία έγραφε κείμενα.
 
Όμως ο αεριτζής Φάιτελτσον, μια μέρα τον φέρνει σε επαφή, με μια πραγματικά καλή ευκαιρία να βελτιώσει πολύ τα οικονομικά του. Ένας γηραιός Αμερικανοεβραίος επιχειρηματίας, θέλει να χρηματοδοτήσει μια παράσταση στα Yiddish, με πρωταγωνίστρια την ερωμένη του, γνωστή ηθοποιό στις Η.Π.Α., Μπέτυ Σλόνιμ, την οποία (παράσταση) σχεδιάζει να ανεβάσει σε κάποιο θέατρο της Βαρσοβίας. Ο Άαρον είχε γράψει την πρώτη σκηνή από ένα έργο και ο επιχειρηματίας, ενδιαφέρεται, του δίνει μια γενναία προκαταβολή και του αναθέτει να γράψει την συνέχεια. Ο Άαρον αναπνέει οικονομικά νοικιάζοντας ένα ωραίο διαμέρισμα, αλλά η «εβραϊκή» του ψυχή χάνεται σιγά-σιγά, καθώς δεν θα αργήσει να συνάψει σχέση με την αρκετά μεγαλύτερή του Μπέτυ, ενώ θα απολαμβάνει τις κάθε είδους υπηρεσίες της τροφαντής οικονόμου του σπιτιού του. Το κλίμα όμως έξω είναι ήδη βαρύ, ο Χίτλερ καταργεί όλο και περισσότερα δημοκρατικά δικαιώματα, οι διακρίσεις και το κυνηγητό κατά των Εβραίων έχει ξεκινήσει, ενώ και στους δρόμους της Βαρσοβίας, η ατμόσφαιρα είναι βαριά.
 
Μια μέρα, ο δρόμος του θα τον φέρει από την παλιά του γειτονιά, μπροστά στο σπίτι που είχαν μετακομίσει η Σώσα με την οικογένειά της. Σχεδόν ενστικτωδώς ανεβαίνει τις σκάλες και διαπιστώνει ότι μένουν ακόμα εκεί. Βασικά, μένει η Σώσα με την μητέρα της που έχει χωρίσει με τον σύζυγό της. Προς ακόμα μεγαλύτερή του έκπληξη, η Σώσα δεν έχει αλλάξει σχεδόν καθόλου, 20 χρόνια μετά την τελευταία τους συνάντηση, είναι ακόμα ένα παιδί, μόνο τρεις-τέσσερις πόντους ψηλότερη και μια «ανεπαίσθητη αλλαγή στο πρόσωπό της (…), στα μάτια της ζωγραφιζόταν ό ίδιος παιδιάστικος ενθουσιασμός που θυμόμουν από την εποχή που συνήθιζα να της διηγούμαι ιστορίες.»
 
Ο Άαρον είναι ένας άνθρωπος που έχει δει την τύχη του να μεταβάλλεται! Μια σειρά από ευτυχείς συγκυρίες, τον έχουν μετατρέψει σε ένα συγγραφέα με μεγάλη προοπτική και με ενδεχόμενη μετανάστευση στις Η.Π.Α., ως αποτέλεσμα της φήμης που θα αποκομίσει αν παιχτεί το θεατρικό του έργο. Τα αφήνει όμως όλα πίσω, μόλις ξαναβρίσκει την Σώσα – μια γυναίκα που είναι ουσιαστικά παιδί, που λες κι ο χρόνος την έχει «παγώσει» στην παιδική της ηλικία, αναιμική και άρρωστη, που μετά δυσκολίας διαβάζει, που κάνει αφελείς ή ίσως ανόητες ερωτήσεις, που όλοι την θεωρούν διανοητικά καθυστερημένη, η οποία όμως έχει τον Άαρον ως Θεό της. Η ηθοποιός Μπέτυ, του λέει να επιστρέψει μαζί της στις Η.Π.Α. γλυτώνοντάς τον από τον (αναπόφευκτο) πόλεμο και την άνοδο του Ναζισμού, εκείνος αρνείται, μένοντας προσκολλημένος στην Σώσα και περνώντας τις ώρες του, στο παλιομοδίτικο διαμέρισμά της και στο παιδικό της δωμάτιο με τις κούκλες, ξαναβρίσκοντας τον εαυτό του, όπως υποστηρίζει. Επιλέγει να την παντρευτεί και να μείνει μαζί της στο γκέτο, στην παλιά του συνοικία, διακινδυνεύοντας τα πάντα σε αυτή την επιστροφή στις ρίζες του, καθώς ο Πολωνικός εθνικισμός φουντώνει και τα σύννεφα του πολέμου πυκνώνουν.
 
«Από τη μέρα που είχα εγκαταλείψει το πατρικό μου σπίτι βρισκόμουν σε μια κατάσταση διαρκούς απελπισίας. Μερικές φορές σκεφτόμουν την περίπτωση της μετάνοιας, της επιστροφής στην αληθινή εβραϊκότητα. Αλλά ήταν δυνατόν να ζήσω όπως ο πατέρας, οι παππούδες και οι προπαππούδες μου χωρίς να διαθέτω την πίστη τους; Κάθε φορά που έμπαινα σε μια βιβλιοθήκη ξυπνούσε μέσα μου η ελπίδα ότι σε κάποιο από τα βιβλία που υπήρχαν εκεί μπορεί να έβρισκα μια ένδειξη για το πώς ένας άνθρωπος της δικής μου ιδιοσυγκρασίας και κοσμοθεωρίας θα μπορούσε να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του. Ωστόσο δεν κατάφερνα να τη βρω ούτε στον Τολστόι ή στον Κροπότκιν, ούτε στον Σπινόζα ή στον Ουίλιαμ Τζαίημς, ούτε στον Σοπενχάουερ, ούτε στη Βίβλο. Βέβαια, οι προφήτες κήρυτταν μιαν ανώτερη ηθική, αλλά οι επαγγελίες τοοους για πλούσιες σοδειές, για καρπερούς ελαιώνες και αμπελώνες και για προστασία από τους εχθρούς δεν με έπειθαν πια. Ήξερα ότι ο κόσμος υπήρξε πάντα και θα παρέμενε για πάντα όπως ήταν σήμερα. Αυτό που οι ηθικολόγοι αποκαλούσαν «κακό» συνιστούσε στην πραγματικότητα τον κανόνα της ζωής.»
 
Ο ήρωας του βιβλίου του Σίνγκερ, ο διχασμένος Άαρον, είναι ένας χαρακτήρας – παραλλαγή του συγγραφέα, ο οποίος έφυγε έγκαιρα για τις Η.Π.Α., το 1935.  Όπως κι ο ήρωάς του, ο Σίνγκερ θα «δραπετεύσει» από την οικογενειακή θρησκευτική παράδοση, θα περιπλανηθεί στους διανοουμενίστικους κύκλους της Βαρσοβίας, όπου θα γράψει το πρώτο του βιβλίο «Ο Σατανάς στο Γκοράυ» πριν ξενιτευτεί. Ο Άαρον στη «Σώσα», θα αργήσει περισσότερο, θα υποστεί αυτός κι η Σώσα τις συνέπειες της Ναζιστικής ανόδου – τουλάχιστον εκείνος θα γλυτώσει για να αφηγηθεί την ιστορία, σε ένα φινάλε του βιβλίου, γλυκόπικρο αλλά μάλλον απογοητευτικό σε σχέση με το υπόλοιπο εκπληκτικό (και πλήρες λεπτομερειών) μυθιστόρημα, που αφήνει τον αναγνώστη ελαφρώς μετέωρο.

 
Φιλοσοφικό μυθιστόρημα μαθητείας, το «Σώσα», με πολλές αναφορές σε Σπινόζα, Καντ, Σοπενάουερ, Δαρβίνο, στην Καμπάλα αλλά και στην ορθόδοξη χασιδική εβραϊκή παράδοση. Διανθισμένο με αλησμόνητους χαρακτήρες, που αρκετοί από αυτούς, όπως ο ιδιόρρυθμος και μυστηριώδης Φάιτελτσον αλλά και η διανοούμενη Τσέλια, είναι διαρκώς διχασμένοι και πατάνε από τη μια στην εβραϊκή παράδοση και από την άλλη στην ευρωπαϊκή κοσμικότητα. Το βιβλίο είναι γεμάτο υπέροχους και μεστούς διαλόγους, ενώ η αγωνία για το μέλλον των ηρώων του, επικρέμαται σε κάθε σελίδα, σε κάθε αναφορά στην κατάσταση. Η Τσέλια που αρνείται να φύγει από την Βαρσοβία, παρότι δεν της λείπει το χρήμα και οι διασυνδέσεις, εξηγεί στον εμβρόντητο Άαρον, την «δύναμη της αδράνειας» που καθήλωσε εκατομμύρια συμπατριώτες της – και όχι μόνο - στο έδαφος, υπνωτισμένους, να περιμένουν το μοιραίο που έβλεπαν να έρχεται, ενώ και ο βαθύτερος διχασμός στην ψυχοσύνθεση των εβραίων, αποτυπώνεται στην φράση του Φάιτελτσον: «Οι σημερινοί Εβραίοι αγαπούν τρία πράγματα: το σεξ, την Τορά και την επανάσταση, όλα μαζί. Δώσ΄τους τα, και θα σε αποθεώσουν.»
 
Ο αινιγματικός χαρακτήρας όμως του μυθιστορήματος, είναι η Σώσα. Μια ηρωίδα αλληγορική, που συμβολίζει την αθωότητα και την αγνότητα, την παιδική ηλικία και την αφέλεια, θυμίζοντας τον μικρό ήρωα του «Τενεκεδένιου ταμπούρλου» του Γκ. Γκρας, ο οποίος αρνείτο να μεγαλώσει. Η Σώσα είναι ένα «αερικό», ένα πλάσμα εκτός τόπου και χρόνου, είναι μια ανιδιοτελής και ήρεμη γυναίκα-παιδί, που δίνεται ολόψυχα στον Άαρον που θαυμάζει και περιμένει τόσα χρόνια, που ανέχεται τις παρασπονδίες του, αναζητώντας στα λόγια του την αλήθεια και την αγάπη, την προστασία και την ελευθερία. Ο Άαρον επιλέγει να μείνει μαζί της, με αυτή την αφελή κοπέλα, που περιμένει τον Μεσσία να έρθει. Επιλέγει την αθωότητα ως όπλο απέναντι στην κόλαση που καταφθάνει με γρήγορο ρυθμό.
 
Το «Σώσα» είναι ένα σπουδαίο, κλασσικό μυθιστόρημα για το οποίο μπορείς να συζητάς και να προβληματίζεσαι επί μακρόν με τα ερωτήματα για την θυσία, την αγάπη, την ελευθερία, τον Θεό, την κοινωνία της Πολωνίας, την παθητικότητα των εβραίων που τίθενται κατά την διάρκειά του. Είναι ένα βιβλίο το οποίο, δείχνει ενοχικό και απολογητικό, που τα ιστορικά γεγονότα διαδραματίζουν μεγάλο ρόλο στην εξέλιξή του. Ο Έλληνας αναγνώστης, έχοντας δει προ μηνών στο Netflix, το (ωραίο αλλά γεμάτο ευκολίες) «Unorthodox», είναι πλέον εξοικειωμένος με τις Χασιδικές ιδιοτροπίες και συνήθειες, οπότε τού είναι πολύ εύκολο να κατανοήσει τους κεντρικούς χαρακτήρες της ιστορίας που αφηγείται ο Σίνγκερ, σε ένα μεστό και στιβαρό μυθιστόρημα, που ρέει με εξαιρετικό ρυθμό και προσφέρει απόλυτη λογοτεχνική απόλαυση.
 
Βαθμολογία 86 / 100


 
 
 
 
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 22, 2020
posted by Librofilo at Τρίτη, Σεπτεμβρίου 22, 2020 | Permalink
Δύο υπέροχα νουάρ μυθιστορήματα ("Χαμένο προφίλ" + "Από μακριά μοιάζουν με μύγες")
 Με δύο εκπληκτικά νουάρ μυθιστορήματα θα ασχοληθώ σήμερα.Είναι το βίαιο αλλά και ταυτόχρονα ιδιαίτερα συναισθηματικό μυθιστόρημα του Γάλλοαλγερινού συγγραφέα (και πρώην αστυνομικού) Hugues Pagan (1947 Orleansville Αλγερία), με τίτλο «ΧΑΜΕΝΟ ΠΡΟΦΙΛ» («Profil perdu») – (εκδ. Πόλις, μετάφρ. Γ. Καυκιάς, σελ.570), και η νουβέλα του Αργεντίνου συγγραφέα (και υπαλλήλου του μετρό με την ιδιότητα του «καθαριστή σταθμών»(!)) Kike (Enrique) Ferrari (1972, Buenos Aires, Argentina), με τον «Μπορχεσικό» τίτλο «ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ ΜΟΙΑΖΟΥΝ ΜΕ ΜΥΓΕΣ» («Que de lejos parecen moscas») – (εκδ. Καστανιώτη, (εξαιρετική ως συνήθως) μετάφρ. Ά. Βερροιοπούλου, σελ. 190). Δύο βιβλία, πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, που μόνο το στοιχείο νουάρ είναι αυτό που τα ενώνει και που συνιστούν μεγάλες λογοτεχνικές απολαύσεις, έξοχα δείγματα ενός λογοτεχνικού είδους που βελτιώνεται συνεχώς, χαρίζοντάς μας μοναδικές στιγμές. Ας τα δούμε αναλυτικότερα:

 


Το υπέροχο νουάρ του Hugues Pagan «Χαμένο προφίλ», αποπνέει κάτι το παλαιικό (το vintage), με μια αίσθηση ταινίας του Μελβίλ της δεκαετίας του 70. Τα στερεότυπα είναι όλα απλωμένα μπροστά στον αναγνώστη. Ο σκληρός αλλά έντιμος μπάτσος με το σκοτεινό παρελθόν, και γύρω απ’ αυτόν, συνάδελφοί του διεφθαρμένοι, κακοί, μοχθηροί, καλοί, αφελείς, τελείως χύμα. Απατεώνες και τοπικές μαφίες, επιχειρηματίες με σκοτεινές προθέσεις, μπαρ που συχνάζουν αστυνομικοί και πουτάνες και που  μαθαίνεις τα πάντα σε λίγα λεπτά, και βεβαίως και πάνω απ’ όλα, μια μοιραία γυναίκα που θα αλλάξει τη ζωή του σκληρού και λιγομίλητου ήρωα.

 

Ο Παγκάν όμως κάνει κάτι πολύ απλό και ταυτόχρονα μαγικό. Με σκληρό ρεαλισμό και χωρίς να αφήσει κενά στην γεμάτη κίνηση αφήγησή του, μετατρέπει ένα αρχετυπικό αστυνομικό θρίλερ, σε ένα στιβαρό λογοτεχνικό έργο που σε καθηλώνει μέχρι το τέλος, χωρίς να έχει κάποια πρωτότυπη ιστορία να αφηγηθεί ή κάποια τρομερή ανατροπή - σχεδόν από τα μισά ο καθένας έχει αντιληφθεί την πορεία της ιστορίας. Είναι όμως οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες του μυθιστορήματος, ο σκληρός Σνεντέρ και η πανέμορφη και μοιραία γυναίκα που την αποκαλούν «Τσερόκι» και η ερωτική τους σχέση που δίνει την αύρα στο βιβλίο και ταυτόχρονα το καθιστά τόσο σαγηνευτικό.

 


Η ιστορία απλή και χωρίς ιδιαίτερες πρωτοτυπίες. Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1980, σε μια επαρχιακή πόλη της βόρειας Γαλλίας, ένας μάλλον αδιάφορος και έντιμος υπαστυνόμος του τμήματος δίωξης ναρκωτικών, δολοφονείται καθώς πηγαίνει άοπλος να συναντήσει ένα άγνωστο άτομο σε ένα βενζινάδικο της εθνικής οδού. Ήταν παντρεμένος με μια δικαστή και είχαν μόλις γεννήσει ένα μωρό. Προσπαθούσε να επιλύσει μια υπόθεση ναρκωτικών – είχε συλλάβει ένα βαποράκι, του είχε δείξει τις φωτογραφίες μιας άγνωστης γυναίκας, τον είχε αφήσει ελεύθερο χωρίς να τον ψάξει. Λίγες ώρες μετά ένας μοτοσικλετιστής τον δολοφονεί εν ψυχρώ. Ο υπάλληλος του βενζινάδικου είναι μάρτυρας της δολοφονίας και βάσει της κατάθεσής του, το βαποράκι θεωρείται ο επικρατέστερος ύποπτος.

 

«Τα περισσότερα αιματηρά εγκλήματα δεν είναι παρά σκέτες παραδρομές και το Πεπρωμένο συνήθως εμφανίζεται με το σκοτεινό ειρωνικό πρόσωπο της βλακείας.»

 

Την υπόθεση αναλαμβάνει το τμήμα δίωξης εγκλήματος, που προΐσταται ο Σνεντέρ, ένας ψυχρός και απόμακρος αστυνομικός που είχε τη φήμη ότι δεν κοιμόταν ποτέ, ήταν άνθρωπος του καθήκοντος και είχε διατελέσει υπολοχαγός στον πόλεμο της Αλγερίας, και είχε εγκαταλείψει τον στρατό πάνω στην άνοδό του για προαγωγή. Ο Σνεντέρ όμως, δεν θα είναι ο ίδιος άνθρωπος που ήταν πριν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Στο πάρτι του μεσιέ Τομ, του μεγαλοεπιχειρηματία και αρχιλαμόγιου της περιοχής θα γνωρίσει την γυναίκα που όλοι αποκαλούν «Τσερόκι» και θα την ερωτευτεί κεραυνοβόλα. Το ίδιο θα πάθει κι αυτή, με συναισθήματα τόσο έντονα που και οι δύο δεν είχαν ξανανιώσει.

 

«Η δυστυχία πάει στη δυστυχία, όπως κάθε ποτάμι πάει στη θάλασσα.»

 

Ο Σνεντέρ πάντα αντισυμβατικός θα συγκρουστεί με τους ανωτέρους του για την επίλυση της υπόθεσης. Σύντομα θα διαπιστώσει ότι ο βασικός ύποπτος δεν είναι ο συλληφθείς και βαρέως τραυματισμένος από τα χτυπήματα των συναδέλφων του, τους οποίους δεν θα διστάσει να καταγγείλει ενδοϋπηρεσιακά προκαλώντας έρευνα από το τμήμα εσωτερικών υποθέσεων και συνεχώς δημιουργώντας εχθρούς μέσα από το ίδιο του το τμήμα. Αντιλαμβάνεται γρήγορα ότι ο δολοφόνος καλύπτεται από το περιβάλλον των στεγανών που έχουν δημιουργηθεί στην πόλη. Προσπαθώντας να λύσει την υπόθεση που έχει παρακλάδια, θα είναι αντιμέτωπος με τους δαίμονές του, την συνεχόμενη αϋπνία του που προκαλείται από τα χάπια που καταναλώνει αλλά και την υπερβολική διαφθορά που έχει κυριεύσει την πόλη που εργάζεται. Σύμμαχός του και πάντα δίπλα η εκρηκτική «Τσερόκι» με την οποία ζει έναν έρωτα δίχως αύριο, βγαλμένο από τις πιο ρομαντικές ταινίες.



«Καταλάβαινε σιγά σιγά πως, όπου κι αν πας και ό,τι κι αν κάνεις, δεν παύεις ποτέ να πληρώνεις ορισμένους λογαριασμούς.»

 

Μυθιστόρημα που ισορροπεί μεταξύ hard-boiled νουάρ, απόλυτου και κλασσικού πολάρ και γοητευτικής ερωτικής ιστορίας, το «Χαμένο Προφίλ», είναι ελεγειακό και συναρπαστικό, ουσιώδες και ακριβές χωρίς τίποτα το περιττό.

Με χαρακτήρες που τους συνοδεύει μια σκιά σε όλη τη διάρκεια του βιβλίου, ο αναγνώστης αιωρείται μεταξύ κυνικότητας και υπέρμετρης βίας και λυρισμού των ερωτικών σκηνών μεταξύ των δύο ηρώων του μυθιστορήματος, με το βεβαρυμένο παρελθόν, το μεθυστικό (μέσα στον έρωτά τους) παρόν και το αβέβαιο μέλλον. Η σκοτεινή ατμόσφαιρα και η διάχυτη μελαγχολία που συνοδεύουν την ιστορία, «αιχμαλωτίζουν» τον αναγνώστη σε αυτό το εκπληκτικό βιβλίο που δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου.


Βαθμολογία 84 / 100

 

Η νουβέλα του Kike Ferrari «Από μακριά μοιάζουν με μύγες», είναι ένα τελείως διαφορετικό βιβλίο από αυτό του Pagan, αλλά είναι κι αυτό εξίσου σαγηνευτικό και θαυμάσιο, ενώ θα μπορούσε κάποιος να το θεωρήσει «μη κατατάξιμο» σε είδος, αφού υπερβαίνει τα όρια του νουάρ, ομοιάζοντας περισσότερο με «υπαρξιακό θρίλερ», έχοντας κι αυτό πολλά κινηματογραφικά στοιχεία στη δομή της ιστορίας που περιγράφει.

 


Ο κύριος Μάτσι, είναι πολύ υπερήφανος και ικανοποιημένος με τον εαυτό του. Αδίστακτος επιχειρηματίας που κερδίζει συνεχώς χρήματα με κάθε μέθοδο, είναι κάτοχος μιας μεγάλης περιουσίας που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια της Χούντας και με μεθόδους, που καλό θα ήταν να ξεχαστούν γρήγορα, μπήκε στην μεγαλοαστική τάξη με έναν καλά υπολογισμένο γάμο μιας πάμπλουτης κόρης ενός γαιοκτήμονα (στην Αργεντινή, ο μεγάλος γαιοκτήμονας, μπορεί να έχει εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα γης στην κατοχή του), κινεί τα νήματα στο παρασκήνιο με πολιτικές διασυνδέσεις σε κάθε «δημοκρατική κυβέρνηση» που διαδέχτηκε τους στρατηγούς της Χούντας, ενώ οι μπίζνες με τους πολιτικούς του αποφέρουν εκατομμύρια. Καμαρώνει την πολυτελή Μπε-Εμ-Βε του, κι ότι μπορεί να έχει όποια γυναίκα θέλει στο κρεβάτι του και είναι μονίμως «φτιαγμένος» με κοκαΐνη. Περιφρονεί ανοιχτά τη σύζυγό του και τα δύο του παιδιά, τα οποία τον έχουν «απογοητεύσει» με τις επιλογές του και «ηδονίζεται» αγγίζοντας την συλλογή των πανάκριβων γραβατών του και τσεκάροντας τα εκατομμύρια που έχει στον τραπεζικό του λογαριασμό.

 

Ο Λουίς Μάτσι ένας άνθρωπος που θα μπορούσε με τα χρήματά του να αγοράσει ότι και όποιον γουστάρει, θα βρεθεί μπροστά στην μεγαλύτερη έκπληξη της ζωής του. Φεύγοντας από το γραφείο του και οδηγώντας με αυταρέσκεια την αμαξάρα του στον αυτοκινητόδρομο, ένα λάστιχο του αυτοκινήτου σκάει. Τσεκάροντας τη ρόδα, βλέπει ότι προεξέχουν τρία ακτινωτά καρφιά. Η οδική βοήθεια θα αργήσει, κι αυτός ανοίγει το πορτ-μπαγκάζ και μένει ξερός! Εκεί υπάρχει το πτώμα ενός άνδρα σε εμβρυϊκή στάση με κατεστραμμένο πρόσωπο. Αφού θα ξεπεράσει το αρχικό σοκ, ακυρώνει την οδική βοήθεια και θα βγάλει τη ρεζέρβα, αλλάζοντας το λάστιχο υπό τα κοροϊδευτικά βλέμματα των περαστικών οδηγών. Θα φύγει από εκεί, καλώντας στο τηλέφωνο, τον «Βόθρο», τον υπεύθυνο προσωπικής του ασφαλείας, έναν θηριώδη ακροδεξιό μπράβο που έχει προσλάβει για τις βρωμοδουλειές του. Αυτός όμως δεν απαντάει. Ο Μάτσι τον υποπτεύεται ως τον μόνο πιθανό ένοχο.

 

«Πόση ώρα να’ναι νεκρός;

Και προπαντός, τι κάνει αυτό το πτώμα μέσα στη δικιά μου την Μπε-Εμ-Βε των διακοσίων χιλιάδων δολαρίων; Πως βρέθηκε εδώ;»

 

Προσπαθεί να βρει ένα μέρος, να ξεφορτωθεί το πτώμα. Διασχίζει ερημικές και φτωχικές περιοχές, τον σταματάνε αστυνομικοί – προσπαθεί να μη δούνε το ματωμένο του πουκάμισο από την προσπάθεια να μετακινήσει το πτώμα για να βγάλει τη ρεζέρβα -, θα τους δωροδοκήσει και θα φύγουν. Κάποια στιγμή βρίσκει ένα μέρος που θεωρεί ασφαλές, ανοίγει το πορτ-μπαγκάζ και τότε διαπιστώνει ότι το πτώμα του άνδρα, είναι δεμένο με τις ροζ χειροπέδες που εκείνος χρησιμοποιεί στις προσωπικές του στιγμές με τις κατά καιρούς ερωμένες του. Καινούργιο σοκ – πρέπει να βρει ένα πριόνι -, αλλά και νέες σκέψεις, ποιος το έκανε αυτό; Μήπως είναι η σύζυγός του υπεύθυνη ή ο γιος του; Μήπως είναι ο σύζυγος κάποιας από τις αναρίθμητες ερωμένες του ή κάποιος απολυμένος υπάλληλος; Ο Μάτσι βρίσκεται σε απόγνωση κι ακόμα δεν έχει δει τίποτα…

 


Ο Φεράρι στο ολιγοσέλιδο μυθιστόρημά του, κατορθώνει να αναπτύξει την ιστορία του, χωρίς φλυαρίες και περιττά στοιχεία. Είναι άλλωστε μια ιστορία που εκτυλίσσεται μέσα σε μερικές ώρες. Ο ήρωάς του, είναι ένας αντιπαθής (μέχρι εκεί που δεν πάει άλλο) άνθρωπος, που ζει έναν εφιάλτη, μια νέμεση για τις πράξεις του, χαρακτηριστικό δείγμα αδίστακτου και απάνθρωπου επιχειρηματία από τους πολλούς που υπάρχουν σε κάθε χώρα, που δεν διστάζει να πατήσει επί πτωμάτων για να πετύχει τον σκοπό του, που διαθέτει ένα ρεστωράν - στρατηγείο με το (καθόλου τυχαίο) όνομα «Αυτοκρατορία», απ’ όπου περνάνε οι πάντες για να υποβάλλουν τα σέβη τους. Ποια είναι η «τιμωρία» που αξίζει σε ένα τέτοιον άνθρωπο;

 

Η νουβέλα του Φεράρι, σπιντάτη και με ξέφρενο κινηματογραφικό ρυθμό, ισορροπεί μεταξύ pulp Αμερικάνικου μυθιστορήματος και των αυθεντικών νουάρ του μεσοπολέμου, ενώ δομημένη σε επτά ενότητες, που (όπως σημειώνει η μεταφράστρια) «είναι δανεισμένοι από μια φανταστική ταξινόμηση των ζώων που προτείνει ο Μπόρχες στο δοκίμιό του «Η αναλυτική γλώσσα του Τζον Ουίλκινς». Σύμφωνα με αυτήν, "τα ζώα διαιρούνται σε: αυτά που ανήκουν στον αυτοκράτορα, τα βαλσαμωμένα, τα δαμασμένα, αυτά που από μακριά μοιάζουν με μύγες κτλ. Με αυτή την εναλλακτική, αλλόκοτη ταξινόμηση ο Μπόρχες επισημαίνει τον αυθαίρετο τρόπο με τον οποίο κατηγοριοποιούμε και αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Στο παρόν βιβλίο οι τίτλοι αναφέρονται στις κατηγορίες των ανθρώπων που συνθέτουν τον κόσμο του κεντρικού ήρωα."


Εμφανείς επιρροές από το Λατινοαμερικάνικο νουάρ των εξαίρετων Τάιμπο ΙΙ και  Ρικάρντο Πίλια στον αφηγηματικό ρυθμό του Αργεντίνου συγγραφέα, ενώ παρατηρούμε και το κοινωνικό σχόλιο που είναι πλέον απαραίτητο στοιχείο σε κάθε πολιτιστικό προϊόν που εξάγεται από την γοητευτική χώρα, είτε μιλάμε για κινηματογράφο, είτε για λογοτεχνία. 

Το χιούμορ είναι διάχυτο και ο «βρώμικος» ρεαλισμός της ιστορίας, δεν αφήνει περιθώρια για διδακτισμούς και πολιτικολογίες. Ο ευφυέστατος Φεράρι θα μπορούσε αν ήταν σκηνοθέτης να κινηματογραφεί τον ήρωα του με συνεχή γκρο πλάν, καθώς μέσα από το μυαλό του και την απόγνωσή του περνάει ολόκληρη η ιστορία. Εξαιρετικό νουάρ, που πολλά υπαρξιακά στοιχεία και το οποίο διαγράφεται έντονα στην αναγνωστική μνήμη.

 

Βαθμολογία 82 / 100