Παρασκευή, Ιανουαρίου 15, 2021
posted by Librofilo at Παρασκευή, Ιανουαρίου 15, 2021 | Permalink
Ellroy ανεξέλεγκτος ("Θύελλα")

 «Η βροχή, ο χρυσός, η φωτιά. Είναι μία ιστορία όλα, βλέπεις.»

 Υπάρχουν βιβλία που σε κρατάνε καθηλωμένο από την πρώτη τους σελίδα, υπάρχουν βιβλία που σε κάνουν να βαριέσαι από την πρώτη τους παράγραφο, υπάρχουν βιβλία που ξεκινάνε ήρεμα και «απογειώνονται» μετά από λίγες δεκάδες σελίδες, υπάρχουν βιβλία που φαίνονται μέτρια από την πρώτη τους σελίδα. Τα μυθιστορήματα του τεράστιου Αμερικανού συγγραφέα, James Ellroy (Los Angeles, 1948), δεν θα τα βρεις σε καμιά από τις περιγραφές που ανέφερα παραπάνω – ίσως κάποια στην πρώτη. Τα βιβλία του Ellroy, απλά είναι αδύνατον να περιγραφούν, όπως ίσως και να τα ξεπετάξει κάποιος, με μια φράση «μου άρεσε» ή «δεν μου άρεσε». Τα βιβλία του Ellroy, προκαλούν αναγνωστική αμηχανία (τουλάχιστον σε μένα) γιατί την ίδια στιγμή που σε κάποια από αυτά, λέω enough is enough, αρκετά, «μπούχτισα», κάτι με κάνει και γυρίζω τη σελίδα σαν υπνωτισμένος.
 

Η μακρά εισαγωγή, δεν είναι για να περιγράψω ή να μεταφέρω τα συναισθήματα που ένιωσα, διαβάζοντας την ογκώδη «ΘΥΕΛΛΑ» («This Storm») – (εκδ. Κλειδάριθμος, μετάφρ. Μ.Μακρόπουλος, σελ. 893), αυτό το χαοτικό και πληθωρικό έπος, που είναι το δεύτερο μέρος της Δεύτερης Τετραλογίας του Λος Άντζελες και αποτελεί συνέχεια του «Perfidia» (πρώτου μέρους της τετραλογίας), ενός βιβλίου που καλό θα είναι να το έχει διαβάσει ο αναγνώστης (παραπάνω από 1000 σελίδες κι αυτό) για να μπορέσει να κατανοήσει του τι συμβαίνει στην «Θύελλα». Βέβαια μπορεί να διαβάσει το κείμενο που είχα γράψει γι’ αυτό – δεν χρειάζεται κάτι περισσότερο για να αντιληφθεί το κλίμα και την ατμόσφαιρα που πλάθει ο χαρισματικός συγγραφέας.
 
«…Ο πόλεμος
Η βροχή.
Ο χρυσός.
Λος Άντζελες και Μεξικό, η Πέμπτη Φάλαγγα.
Δεν θα πεθάνω όσο ζω τούτη την ιστορία.»
 
Η «Θύελλα» ξεκινάει από εκεί που σταματάει το «Perfidia», δηλαδή από την περίοδο των εορτών του μοιραίου Δεκεμβρίου του 1941 και εκτυλίσσεται μεταξύ 30/12/41 και 8/5/42. Οι βασικοί χαρακτήρες του πρώτου βιβλίου είναι εκεί και προσπαθούν να προσαρμοστούν στη νέα πολεμική πραγματικότητα, όλοι στα όριά τους, πνευματικά και σωματικά, όλοι με τα καλά και τα πολλά κακά τους, ημιπαράφρονες και κινούμενοι μονίμως στα όρια της νομιμότητας – για την Ηθική δεν το συζητάμε, αυτή η λέξη απλά δεν υπάρχει, ενώ οι φόνοι γίνονται για ψύλλου πήδημα.
 
Η δράση του βιβλίου, κινείται μεταξύ Μεξικού και Καλιφόρνιας και ξαναβρίσκουμε τον αλκοολικό φιλόδοξο αστυνόμο Ουίλ Πάρκερ, τον Γιαπωνεζοαμερικανό Χιντέο Ασίντα, αυτήν την εγκληματολογική διάνοια που κυνηγάει τον χρυσό όπου τον βρει και πλέον φανερώνει ανοιχτά τον έρωτά του για τον Ντάντλεϊ Σμιθ, τον φασίστα Ιρλανδό σκληρό αστυνομικό που στοχεύει για την αρχηγία της Αστυνομίας, μόνιμα ανταγωνιζόμενος τον Ουίλ Πάρκερ, αλλά και την Κέι Λέικ, την ευφυέστατη ηρωίδα του «Perfidia» που μετά τη μέση της «Θύελλας» κινεί τα νήματα κι εδώ.
 
«Το Δημαρχείο ήταν παγιδευμένο όλο με κοριούς, από πάνω μέχρι κάτω. Αντίπαλες αστυνομικές φατρίες αλληλοκατασκοπεύονταν. Μπάτσοι απατεώνες, μπάτσοι μπλεγμένοι με συμμορίες, μπάτσοι απεργοσπάστες. Οι ομοσπονδιακοί το πήραν χαμπάρι και ξεκίνησαν έρευνα.
Μπάτσοι τσιφλικάδες. Μπάτσοι κλέφτες. Μπάτσοι στην Αργυρή Λεγεώνα και τον Γερμανοαμερικανικό Σύνδεσμο Μπουντ. Κλήσεις στο Γραφείο του Περιφερειακού Εισαγγελέα. Κλήσεις στον δήμαρχο Φλετς Μπόουρον. Μπάτσοι του Γραφείου των Ντετέκτιβ, να φοβάαααστε.»
 
Σε εξίσου σημαντικούς χαρακτήρες της πλοκής, προβάλλουν ο αστυνομικός Έλμερ Τζάκσον που διακινεί κι ένα κύκλωμα πορνείας, απόλυτα διεφθαρμένος αλλά απίστευτα ικανός και η πρώην υποπλοίαρχος του Ναυτικού, η κοκκινομάλλα εντυπωσιακή Τζόαν Κόνβιλ που μεθυσμένη προκαλεί ένα πολύνεκρο δυστύχημα, αλλά ο ερωτύλος Ουίλ Πάρκερ την διασώζει προτείνοντάς της θέση στο Εγκληματολογικό τμήμα, όπου θα διαπρέψει.
 
Μια καταιγίδα γίνεται η αφορμή να ξεθαφτεί ένα πτώμα σε ένα πάρκο, μια φονική πυρκαγιά την δεκαετία του 30 στην Καλιφόρνια, μια ληστεία τρένου που κουβαλούσε τόνους χρυσού και οι πραγματικοί ένοχοι δεν βρέθηκαν ποτέ, το άγριο φονικό δύο αστυνομικών σε ένα στέκι ναρκωτικών και πορνείας.
Σε αυτές τις υποθέσεις επικεντρώνονται οι έρευνες των κεντρικών χαρακτήρων του βιβλίου, υποθέσεις που λιγότερο ή περισσότερο παρουσιάζουν κοινά στοιχεία μεταξύ των εμπλεκομένων. Γύρω τους, κινούνται Κινέζοι μαφιόζοι, τρελαμένοι Αμερικάνοι και Μεξικανοί Ναζί, ακροδεξιές ομάδες, επαναστάτες Κομμουνιστές, ενώ οι Αμερικανογιαπωνέζοι κλείνονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.
 
Η Πέμπτη φάλαγγα που δρα υπογείως, δηλητηριάζει την ατμόσφαιρα με σκηνές σφαγής, στο Μεξικό υπάρχει έντονη φιλοναζιστική δραστηριότητα και όλοι (μα όλοι) προσπαθούν να βρουν μια άκρη για γρήγορο και εύκολο πλουτισμό. Η αντι-Γιαπωνέζικη μανία κυριαρχεί, όπως και ο αντι-Σημιτισμός άλλωστε, ενώ, τα παιχνίδια εξουσίας μέσα στην Αστυνομία είναι συνεχή, και τα οργιώδη πάρτι των ισχυρών ανδρών του Χόλιγουντ δεν σταματάνε ποτέ. Από τους ντοπαρισμένους ψυχάκηδες στους Μεξικανούς πιστολέρο που παριστάνουν τους αστυνομικούς κι από τους εξόριστους Ούγγρους φυγάδες μουσικούς από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Χίτλερ (που είναι όλοι σεξομανείς, ύποπτοι, κομμουνιστές και ότι άλλο θες), στους τρελαμένους ιερείς που κήρυκες του μίσους, στις πόρνες που είναι καρφιά της αστυνομίας, στις πανσεξουαλικές μοιραίες γυναίκες. Ο Ellroy δημιουργεί μια τοιχογραφία, έναν μαξιμαλιστικό πίνακα όπου βρίσκεις τα πάντα για άπαντες.
 
«Θα αρπάξω το πεπρωμένο απ’ τον λαιμό. (…) Η τύχη και το πεπρωμένο γεννούν ευκαιρίες. Και οι ευκαιρίες έχουν ένα τίμημα.»
 

Ο Ellroy, με συνεχείς εναλλαγές ύφους μέσα στο ίδιο το βιβλίο, από τριτοπρόσωπη αφήγηση σε πρωτοπρόσωπη, από εσωτερικό μονόλογο σε στιγμές απόλυτης δράσης, και με μικρές, κοφτές προτάσεις και συνεχείς επαναλήψεις φράσεων και των γεγονότων, παίρνει μαζί του τον αναγνώστη σε έναν ιλιγγιώδη χορό, ένα γαϊτανάκι φρίκης και απέχθειας, ζόφου και αίματος. Περιγράφει την διεφθαρμένη πλευρά της κοινωνίας χωρίς έλεος, και εισβάλλει σαν σίφουνας στα πιο σκοτεινά σημεία της ανθρώπινης ψυχής. Υπερβολικός και είρων, ασεβής και κυνικός, δεν χαρίζεται σε κανέναν και προβάλλει ανοιχτά τις εμμονές του – ηθοποιοί χωρίς φραγμούς, σκηνοθέτες κομμουνιστές, συγγραφείς που έχουν πουλήσει τη ψυχή τους στο διάβολο. Ο Όρσον Ουέλς (που είναι εμφανής η αντιπάθεια του συγγραφέα στο πρόσωπό του), είναι ένα χοντρό αγόρι γεμάτο σεξουαλικά προβλήματα, που γίνεται χαφιές της Αστυνομίας για να μη ξεσκεπαστούν τα όργιά του, οι περισσότερες σταρ είναι λεσβίες και βιζιτούδες, το Λος Άντζελες είναι ένα μεγάλο κρεβάτι, όπου κρατικά μυστικά εναλλάσσονται με ναρκωτικά και όλοι παρακολουθούν και παρακολουθούνται.
 
Αληθινά κωμικοτραγικά επεισόδια όπως η «μάχη του Λος Άντζελες» όπου η αεροπορία ξεσηκώθηκε για έναν υποτιθέμενο βομβαρδισμό – μετά είπαν ότι τους επιτέθηκαν U.F.O. (lol), σε πραγματικές σφαγές Ιαπώνων που υποτίθεται ότι έκαναν απόβαση σε ακτές, το όλο σκηνικό είναι παρανοϊκό. Σε αυτό το μπαρόκ και γκροτέσκο μυθιστόρημα, που μοιάζει με ξεσαλωμένη διασκευή πολύωρης όπερας του Βάγκνερ, ξεδιπλώνεται όλη η συγγραφική μεγαλοφυία (ή τρέλα) του Ellroy. Οι ξένοι κριτικοί το χαρακτηρίζουν ως «αριστούργημα», αλλά πόσοι πραγματικά μπορούν να τα βγάλουν πέρα μαζί του; Πόσοι μπορούν να διαθέσουν 15 – 20 ώρες ανάγνωσης και καταβύθισης σε αυτόν τον άγριο και βίαιο κόσμο, όπου ο καλύτερος χαρακτήρας έχει σκοτώσει τη μάνα του (τουλάχιστον…);
 
«Αυτή η θύελλα, αυτή η θηριώδης καταστροφή. Η καταστροφή είναι η Ιστορία και η κλίκα φτιάχτηκε ως μέσο επιβίωσης απ’ αυτήν.»
 
Περισσότεροι από 90 χαρακτήρες (μάλιστα στο τέλος, υπάρχει και ευρετήριο), παρελαύνουν από τις σελίδες του χαοτικού αυτού μυθιστορήματος, αληθινοί και μυθιστορηματικοί πρωταγωνιστές, άλλοι που έχουν εμφανιστεί σε προηγούμενα βιβλία του συγγραφέα, άλλοι που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο και εξαφανίζονται γρήγορα. Είναι ένα βιβλίο αφόρητο και ταυτόχρονα σαγηνευτικό, ανοικονόμητο και χαώδες και ταυτόχρονα υπνωτιστικό και θελκτικό, εκνευριστικό και προκλητικό στο έπακρο, εμμονικό με άφθονο όμως χιούμορ και με εξάρσεις τρυφερότητας (που εκπλήσσουν), που μπορεί να διαβαστεί μόνο από τους λάτρεις του ύφους του συγγραφέα, οι υπόλοιποι καλό θα ήταν να απομακρυνθούν γρήγορα.
 
Βαθμολογία 80 / 100


 
 
 
 
Σάββατο, Ιανουαρίου 09, 2021
posted by Librofilo at Σάββατο, Ιανουαρίου 09, 2021 | Permalink
Ένα μυθιστόρημα για την Παρισινή Κομμούνα ("Στον ίσκιο της πυρκαγιάς")
«Ξέρει (…), ότι κάποιες μελλοντικές γενιές θα μάθουν ίσως ότι υπήρξε για δύο μήνες στο Παρίσι, την άνοιξη του 1871, μια ελπίδα τόσο ωραία, που κάποιοι άνθρωποι ήταν έτοιμοι να πεθάνουν για να την υπερασπιστούν.»
 
Περισσότερο ιστορικό μυθιστόρημα με στοιχεία νουάρ, παρά το αντίθετο, είναι το τελευταίο βιβλίο του εξαίρετου Γάλλου συγγραφέα Herve Le Corre (1955, Bordeaux), με τίτλο «ΣΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΤΗΣ ΠΥΡΚΑΓΙΑΣ» («Dans lombre du brasier») – (Εκδόσεις του 21ου, μετάφρ. Γ. Καυκιάς, σελ. 517). Ένα μυθιστόρημα που αντίθετα από τα προηγούμενά του, που εκτυλίσσονται στην περιοχή του Μπορντώ, (γενέθλιας πόλης του συγγραφέα) και έχουν αστυνομική υφή με έντονο κοινωνικό σχόλιο, το συγκεκριμένο εστιάζει στις ημέρες της Κομμούνας του Παρισιού, δίνοντας έμφαση στους αγώνες των Κομμουνάρων, χρησιμοποιώντας την αστυνομική ιστορία που συνοδεύει την δράση, περισσότερο ως πρόσχημα, παρά ως επίκεντρο της μυθοπλασίας.
 

Ένα βιβλίο που εκτυλίσσεται στην (και για την) Παρισινή Κομμούνα λοιπόν. Πόσα όμως γνωρίζουμε γι’ αυτό το σημαντικό γεγονός, εκτός από κάποια γενικά στοιχεία; Διαβάζοντας το βιβλίο, και παρά τις καλές ιστορικές μου γνώσεις, έπιασα τον εαυτό μου «αδιάβαστο» σε πολλά σημεία – ένα παράδειγμα είναι, ότι πίστευα πώς, διήρκεσε περισσότερο καιρό κι όχι μόνο 72 ημέρες! Η ιστορία της Κομμούνας έχει σχεδόν λησμονηθεί πλέον, μια ιστορία δραματική όσο και υπέροχη, που άφησε δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και εκατοντάδες ή και χιλιάδες εκτοπισμένους στις εξορίες, και που η επίδρασή της στο πολιτικό γίγνεσθαι ήταν τεράστια.
 
Προτού αναλύσουμε το βιβλίο του Le Corre, είναι απαραίτητη μια συνοπτική περιγραφή των γεγονότων, όχι μόνο γι’ αυτούς που αγνοούν την ιστορία, αλλά κυρίως γι’ αυτούς που έχουν μια πολύ γενική γνώση αυτής.

 
Η Κομμούνα του Παρισιού, ήταν η επαναστατική κυβέρνηση, που εγκαθιδρύθηκε στο Παρίσι, μετά την εξέγερση της εθνοφρουράς και διήρκεσε για λίγο παραπάνω από δύο μήνες, από το τέλος Μαρτίου 1871 έως το τέλος Μαΐου της ίδιας χρονιάς. Μετά την ήττα της Γαλλίας στον Γαλλο-Πρωσικό πόλεμο (1870-1871 όπου η Γαλλία συνετρίβη), το Παρίσι βρισκόταν ουσιαστικά υπό Πρωσική (Γερμανική) κατοχή, κάτι που δεν μπορούσαν να δεχτούν οι κάτοικοι της πόλης (που ήταν ήδη πάνω από τους μισούς βιομηχανικοί εργάτες), οι οποίοι είχαν αντέξει την πολιορκία της πόλης για έξι μήνες. Ο εκλεγμένος Πρόεδρος Τιέρ (Θιέρσιος) είχε διατάξει την Εθνοφρουρά να παραδώσει τα όπλα, φοβούμενος μια εργατική εξέγερση. Διέταξε τον στρατό να εισβάλλει στην πόλη και να αφοπλίσει την Εθνοφρουρά, οι διοικητές της όμως αρνήθηκαν και ο στρατός υποχώρησε στις Βερσαλλίες. Η νέα δημοτική αρχή του Παρισιού με πρόεδρο τον Ογκίστ Μπλανκί (που ήταν φυλακισμένος από την κυβέρνηση), στο τέλος Μαρτίου, ανακήρυξε την Παρισινή Κομμούνα, αντικαθιστώντας την Εθνοφυλακή με την Πολιτοφυλακή, αποτελούμενη από τους Πολίτες που μπορούσαν να πολεμήσουν.
Από τις 2 Απριλίου, το (ουσιαστικά αυτόνομο) Παρίσι βομβαρδιζόταν ανελέητα από τις κυβερνητικές δυνάμεις με την υποστήριξη των Πρώσων, ενώ όποιος συλλαμβάνονταν εκτελείτο χωρίς δίκη. Ο στρατός εισέβαλλε στην πόλη, παραβιάζοντας το τείχος στις 21 Μαΐου, αλλά οι ανατολικές εργατικές συνοικίες του Παρισιού, αντιστέκονταν ακόμα και ακολούθησε μια πραγματική σφαγή, που έμεινε στην ιστορία ως η «ματωμένη εβδομάδα» («La semaine sanglante») με τις απώλειες να ανέρχονται στον αριθμό των 30.000 ανθρώπων (αντίστοιχα οι κυβερνητικοί που πέθαναν ήταν περίπου 1.000).
Η Κομμούνα στο βραχύ διάστημα που κυβέρνησε, προχώρησε στον χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας, καθιέρωσε την δωρεάν Παιδεία, εξίσωσε τους μισθούς και πάγωσε τα ενοίκια. Το Παρίσι γνώρισε μεγάλες καταστροφές λόγω των συνεχόμενων βομβαρδισμών και βίωσε έναν πραγματικό Εμφύλιο πόλεμο με ανυπολόγιστες συνέπειες.
 
«Ξέρει ότι ανήκει σε άλλο είδος, και ίσως σε άλλη εποχή. Έχει μερικές φορές την εντύπωση ότι ανήκει σ’ ένα μέλλον που το φαντάζεται χλιδάτο και βάρβαρο, γεμάτο μοντέρνες βαρβαρότητες και απάνθρωπες προόδους. Όλα θ’ αλλάξουν, εκτός από τον άνθρωπο που θα παραμείνει δουλικός, χυδαίος, υποταγμένος, γεμάτος μίσος, έτοιμος για ομαδικό κυνήγι ή για αγελαία φυγή. Που θα του αξίζει μόνο η περιφρόνηση κι η τιμωρία. Το αίμα και τα δάκρυα.»
 

Ο Le Corre εστιάζει την δράση του μυθιστορήματός του, στις 10 τελευταίες ημέρες της Κομμούνας. Με τις βόμβες να πέφτουν στα τυφλά, και τους πολιτοφύλακες να βρίσκονται διαρκώς στα χαρακώματα, ή, σε μάχες εκ του συστάδην με τους στρατιώτες των Βερσαλιών, η κατάσταση στο Παρίσι είναι χαώδης και ασφυκτική.
Τρεις άνθρωποι που αγωνίζονται για την Κομμούνα αλλά και για την επιβίωσή τους, είναι οι ήρωες του μυθιστορήματος. Ο Αντουάν Ροκ, ένας βιβλιοδέτης, που του έχει ανατεθεί το πόστο του Επιτρόπου για την Ασφάλεια, ως ο «πιο συνετός και γνωστικός» - μια ειρωνεία της τύχης γι’ αυτόν που ανέκαθεν σιχαινόταν τις αστυνομικές μεθόδους. Τώρα βέβαια, η αποστολή του είναι κυρίως να εντοπίζει κατασκόπους και πεμπτοφαλαγγίτες των Βερσαλιών που κινούνται μέσα στον όχλο. Και δεν είναι λίγοι αυτοί, καθώς αρκετοί υποστηρικτές του παλιού καθεστώτος και της Μοναρχίας, βρίσκονται εγκλωβισμένοι στο κέντρο του Παρισιού, ανυπομονώντας να λήξει αυτή η περίοδος της «αναρχίας» (όπως την αποκαλούν). Ο Αντουάν Ροκ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια περίεργη ιστορία εξαφάνισης νεαρών γυναικών, που απάγονται καθημερινά από τους δρόμους της πόλης, από κάποιους που επιβαίνουν σε μια άμαξα που εμφανίζεται και εξαφανίζεται γρήγορα στα γεμάτα με κόσμο στενά.
 
Μια υπόθεση «τράφικινγκ» λοιπόν, όπως είναι ο σύγχρονος όρος. Από την αρχή του βιβλίου παρακολουθούμε, ποιοι είναι οι πρωτεργάτες αυτής της ιστορίας. Ένας φωτογράφος πορνογραφικών ενσταντανέ και ο συνεργός του, αλλά και ο οδηγός της άμαξας (ένας πολύ ενδιαφέρων μυθιστορηματικός χαρακτήρας). Παρασύρουν νεαρά κορίτσια με κάποιο αντίτιμο ή απλά τα απάγουν, τις ποτίζουν με λάβδανο και τις απεικονίζουν σε πρόστυχες πόζες (που προορίζονται για μελλοντική χρήση, «όταν ανοίξει η αγορά») και αργότερα πουλάνε τα ναρκωμένα κορίτσια, σε προαγωγούς με τους οποίους συνεργάζονται και βρίσκονται έξω από τα τείχη της πόλης.
 
Στην ιστορία εμπλέκονται άθελά τους και οι άλλοι δύο πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος. Η νοσοκόμα Καρολίν, που νυχθημερόν φροντίζει τους τραυματίες των μαχών στο νοσοκομείο, είναι μια από τις κοπέλες που για κακή της τύχη, θα αρπάξει η φονική άμαξα, μέρα μεσημέρι από τον δρόμο και θα την φυλακίσουν για «μελλοντική χρήση». Την Καρολίν αναζητάει ο αρραβωνιαστικός της, Νικολά Μπελέκ, ένας από τους πιο συνεπείς και μαχητικούς αγωνιστές, που ηγείται μιας μικρής ομάδας Κομμουνάρων, και μέσα από συμπλοκές και την προσπάθεια να συμβάλλει στην άμυνα της πόλης, διαπιστώνει την εξαφάνισή της και ο αγώνας του αποκτάει πιο προσωπική χροιά.
 
Γύρω τους, μια πινακοθήκη χαρακτήρων, από τους απλούς και ρομαντικούς αγωνιστές που μάχονται στα χαρακώματα, άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο αφοσιωμένοι στην ιδέα της Κομμούνας αλλά όλοι έτοιμοι να θυσιαστούν, μέχρι τους εγκληματίες που για διαφορετικούς λόγους ο καθένας προβαίνουν σε φρικιαστικές πράξεις. Ο Le Corre περιγράφει με έντονα χρώματα και δίνοντας έμφαση στη λεπτομέρεια, τα γεγονότα, καθηλώνοντας τον αναγνώστη με την δύναμη του λόγου του.
 
«Ξέρει πως η εξέγερση θα ηττηθεί, πως αυτή η ανέλπιστη παρένθεση θα κλείσει σε λίγο. Δεν έχει σημασία. Αυτή η πόλη έχει το μοναδικό χάρισμα της εξέγερσης και της επανάστασης. Την καταδίκασαν στην πείνα, τη βομβάρδισαν, την ταπείνωσαν, κι όταν οι σπουδαίοι την πίστευαν πεθαμένη, ορθώθηκε, αντάρτισσα, γενναιόδωρη, προκαλώντας τον παλιό κόσμο και κηρύσσοντας, περ’ από τα πολιορκημένα τείχη της,   την κοινή σωτηρία και την οικουμενική δημοκρατία. Ο Ροκ αφήνει να γυρίζουν στη σκέψη του τα μεγάλα λόγια, οι μεγάλες ιδέες, κι αυτό το καρουζέλ, γρήγορο, νεανικό, του κάνει καλό. Αποκλείεται ν’ αφήσει αυτή την πόλη που κουβαλάει μέσα της όλο αυτό το αύριο, ειδικά αυτή τη στιγμή. Αν το έκανε, θα έμοιαζε μ’ αυτά τα καθάρματα που παρατούν τις γυναίκες τους όταν είναι γκαστρωμένες ή ετοιμόγεννες. Δεν ξέρει τι θα γεννήσει η Κομμούνα. Δεν ξέρει ποια τέκνα θ’ αφήσει στην Ιστορία όταν συντριβεί. Όμως αυτός οφείλει να είν’ εκεί. Με το Παρίσι. Ίσως επειδή μόνο αυτή η πόλη μπορεί να επιτελέσει ένα τέτοιο θαύμα: να δείξει στον εργαζόμενο κόσμο των ταπεινών και των καταπιεσμένων που πρέπει ν’ ακολουθήσουν. Ν’ αφήσει ίσως πίσω της κόκκινα τέκνα που θα κάνουν αυτή την κληρονομιά να καρποφορήσει.»

 
Εστιάζοντας στην ατμόσφαιρα των ημερών, ο Le Corre, έγραψε ένα ρέκβιεμ για τις τελευταίες ημέρες της Κομμούνας. Το βιβλίο λειτουργεί ως ένας πίνακας που θυμίζει ζωγράφους της εποχής, όπου αναπαρίστανται σε διαφορετικά σημεία του, μάχες, χαρακώματα, άνθρωποι να στήνονται σε έναν τοίχο και να εκτελούνται, μάχες σώμα με σώμα, νεαροί γαβριάδες να περιφέρονται πετώντας πέτρες ή ότι βρουν, άνθρωποι να κατακλύζουν τους δρόμους. Το χάος που επικρατούσε στους δρόμους του Παρισιού περιγράφεται τόσο ζωντανά, που ο αναγνώστης νιώθει ότι βρίσκεται εντός του, ότι συμμετέχει στις μάχες, ιδρώνει και ματώνει με τους χαρακτήρες του μυθιστορήματος. Μυρίζουμε το μπαρούτι, νιώθουμε το αίμα στα χέρια μας, πονάμε με τους πληγωμένους, ζαλιζόμαστε από την ένταση της ιστορίας. Θίγει την επαναστατική ορμή κάποιων, τον καιροσκοπισμό αρκετών, την αφέλεια των περισσότερων.
 
Έξοχο ως ιστορικό μυθιστόρημα, μέτριο ως αστυνομικό όμως. Εξαρτάται από την διάθεση του αναγνώστη, πως θα εκτιμήσει αυτό το σαγηνευτικό αλλά ακαθόριστο βιβλίο. Αν τον ενδιαφέρουν τα ιστορικά γεγονότα, θα «μπει μέσα του», εάν όχι, μάλλον θα το βρει φλύαρο και χαοτικό. Ο Le Corre, αποδίδει φόρο τιμής στους ανώνυμους ανθρώπους που πολέμησαν για αξίες όπως «ισότητα» και «αδελφοσύνη», στους αφελείς ρομαντικούς της Ιστορίας, σε ένα ζοφερό και πολύ σκοτεινό βιβλίο που βαδίζει στα αχνάρια των «Αθλίων» του Ουγκό (χωρίς να φτάνει στο ύψος του), συγκινεί και συναρπάζει αν και δεν βρίσκεται στα επίπεδα των άλλων μυθιστορημάτων του πολύ καλού Γάλλου συγγραφέα.
 
Βαθμολογία 80 / 100
 
Υ.Γ. Ωραία και περιεκτικά κείμενα για την Κομμούνα του Παρισιού, μπορείτε να διαβάσετε εδώ κι εδώ.



  
 
Δευτέρα, Ιανουαρίου 04, 2021
posted by Librofilo at Δευτέρα, Ιανουαρίου 04, 2021 | Permalink
Μια μοναδική "Γεροντοκόρη"
 Το 1924 σε μια εποχή πλήρους συγγραφικής ωριμότητας, η σπουδαία Αμερικανίδα συγγραφέας Edith Wharton (Νέα Υόρκη, 1862 – Γαλλία, 1937), εκδίδει τέσσερις νουβέλες σε ένα τόμο, με τον τίτλο «Old New York» («Η παλιά Νέα Υόρκη»). Η κάθε μια από τις νουβέλες περιγράφει μια ιστορία που εκτυλίσσεται σε διαφορετική δεκαετία του 19ου αιώνα. Οι νουβέλες αυτές είναι: «Ψεύτικη αυγή» («False Dawn») που αφορά την δεκαετία του 1840, «Η Γεροντοκόρη» («The Old Maid») που αφορά την δεκαετία του 1850, «Η Σπίθα» («The Spark») που αφορά την δεκαετία του 1860 και «Πρωτοχρονιά» («The New Years Day») που αφορά την δεκαετία του 1870.
Οι νουβέλες του τόμου, δεν είχαν εκδοθεί ποτέ στην ελληνική γλώσσα, και τώρα με το τέλος της χρονιάς, το νέο παιδί των εκδόσεων Ευρασία, με τον διακριτικό τίτλο «Ευρασία-Στιγμός», εξέδωσε στην σειρά «opusculum» μαζί με άλλα παρόμοιου σχήματος βιβλία, την νουβέλα «Η ΓΕΡΟΝΤΟΚΟΡΗ» («The Old Maid») - (σελ.172), σε μετάφραση της Χρ. Τσαλικίδου, με (ωραία και κατατοπιστική) εισαγωγή της συγγραφέως Roxana Robinson (που συστήνω να διαβαστεί μετά την ανάγνωση του βιβλίου), χαρίζοντας στους αναγνώστες ένα πολύτιμο δώρο με την έκδοση αυτής της εκπληκτικής ιστορίας.

 
«Η Γεροντοκόρη» κινείται στο γνωστό αφηγηματικό ύφος, της εξαίρετης συγγραφέως και παρουσιάζει πολλά κοινά στοιχεία με το αριστούργημά της «Τα χρόνια τηςαθωότητας» που γράφτηκε λίγα χρόνια πριν. Έχουμε κι εδώ, την απεικόνιση της μεγαλοαστικής / αριστοκρατικής τάξης της Νέας Υόρκης, τα μεγάλα σαλόνια με τα ακριβά σερβίτσια, τις υπέροχες επαύλεις, τα τέια και τις χοροεσπερίδες, τις εμφανίσεις που εντυπωσιάζουν με τα φορέματα της μόδας και τα εκθαμβωτικά κοσμήματα. Οι κυρίες οφείλουν να είναι όμορφες και καλοφτιαγμένες, οι κύριοι ατσαλάκωτοι και ευγενείς. Όλα αυτά στην απόλυτα λουστραρισμένη επιφάνεια, διότι υπογείως υπάρχει όλη η δράση, αλληλοσφαγές (με το γάντι) και μάχες εκ του συστάδην με θύματα που κουβαλούν τις πληγές για ολόκληρη τη ζωή τους.
 
«Ήταν πολύ κοντά στους Ράλστον για να μπορεί να τους δει αντικειμενικά όπως, για παράδειγμα, τον γιο που προαναφέραμε και όλα όσα μια μέρα αυτός θα εξουσίαζε. Συμμορφωνόταν με τους κανόνες τους χωρίς δεύτερη σκέψη όπως συμμορφώνεται κάποιος με τους νόμους της χώρας του. Κι ωστόσο εκείνο το τρέμουλο στα άηχα πλήκτρα της μοίρας, εκείνη η βουβή ερώτηση που κάποιες φορές τάραζε το μέσα της σαν φτερούγισμα, την απομάκρυνε τόσο απ’ αυτούς που για μια φευγαλέα στιγμή θα μπορούσε να τους δει καθαρά στη σχέση τους με άλλα πράγματα. Αυτή η στιγμή ήταν πάντα φευγαλέα: έκανε πίσω γρήγορα με κομμένη την ανάσα και λίγο χλωμή, επέστρεφε στα παιδιά, στο νοικοκυριό της, στα καινούργια φορέματα και στον καλό της Τζιμ.»
 
Ηρωίδες του βιβλίου, είναι δύο εξαδέλφες, η Ντίλια Λόβελ που έχει παντρευτεί τον πάμπλουτο αριστοκράτη Τζέιμς (Τζιμ) Ράλστον, σε ένα γάμο συμφέροντος και ισχυρής επιχειρηματικής ένωσης - έτσι κι αλλιώς οι Ράλστον δεν παντρευόντουσαν ότι κι ότι, έπρεπε οι νύφες να τηρούν συγκεκριμένες προδιαγραφές και προϋποθέσεις για να γίνουν αποδεκτές, εκτός της δεδομένης εξωτερικής εμφάνισης που ήταν εκ των ων ουκ άνευ. Η Ντίλια είχε περάσει ένα μεγάλο αλλά αδιέξοδο έρωτα με τον διστακτικό και συναισθηματικά ανώριμο Κλέμεντ Σπένσερ (ο οποίος κάποια χρόνια αργότερα έφυγε για να μείνει στη Ρώμη), πλέον είναι παντρεμένη με τον Τζιμ Ράλστον, έχουν δύο παιδιά, και έχει προσαρμοστεί πλήρως στις υποχρεώσεις που συνεπάγεται ο ρόλος της ως μέλος της πανίσχυρης οικογένειας.
 
Η έτερη ηρωίδα (και τραγικό πρόσωπο) του βιβλίου είναι η Σάρλοτ ή Σάτι Λόβελ, του λιγότερου εύπορου κλάδου των Λόβελς, η οποία είχε μια μεγάλη ατυχία όταν πραγματοποιούσε τα πρώτα της βήματα στην κοσμική ζωή, αφού αρρώστησε βαριά και αποσύρθηκε για πάνω από ένα χρόνο στην επαρχία. Γυρίζοντας αφοσιώθηκε στην φροντίδα άπορων ορφανών ιδρύοντας ένα ίδρυμα. Στο ίδρυμα αυτό, εμφανίστηκε μια μέρα, μια γυναίκα πλήρως καλυμμένη, που άφησε ένα κοριτσάκι βρέφος και μετά εξαφανίστηκε. Η Σάρλοτ όμως, που διατηρεί την ομορφιά της, παρά την ασθένεια και τα χρόνια που πέρασαν, είναι έτοιμη να παντρευτεί κι αυτή έναν Ράλστον, τον εξάδελφο του συζύγου της Ντίλιας, Τζο Ράλστον, ο οποίος είναι ερωτευμένος πολύ μαζί της.
 
«Οι Ράλστον δύσκολα αποχωρίζονταν τις παλιές τους συνήθειες, από τη στιγμή όμως που αποκτούσαν νέες, δυσκολεύονταν να καταλάβουν πώς ήταν δυνατόν να μην τις έχει υιοθετήσει και ο υπόλοιπος κόσμος.»
 
Η Σάρλοτ κουβαλάει ένα μεγάλο μυστικό, που λίγο πριν τον γάμο, εξομολογείται στην εμβρόντητη Ντίλια. Με αφορμή την άρνηση του Τζο Ράλστον, να την αφήσει να διευθύνει το Ίδρυμα που είχε, εκμυστηρεύεται στην ξαδέλφη της, ότι το έκθετο κοριτσάκι που είχε αφεθεί εκεί, είναι δικό της, καρπός του παράνομου έρωτά της, όχι με όποιον κι όποιον, αλλά με τον Κλέμεντ Σπένσερ, τον παλιό (και ουδέποτε λησμονημένο) έρωτα της Ντίλια.
Η Σάρλοτ (Σάτι), γνωρίζει ότι ενδεχόμενη αποκάλυψη του γεγονότος αυτού, θα χαλάσει τον επικείμενο γάμο, αλλά από την άλλη δεν θέλει να παρατήσει ούτε το Ίδρυμα στην τύχη του, κυρίως όμως ούτε την κόρη της. Η Ντίλια αφού ξεπεράσει το αρχικό σοκ, και την απέχθεια προς την ξαδέλφη της που παραβίασε τους άγραφους νόμους της Ηθικής, αλλά και που τόλμησε να νιώσει τις χαρές του έρωτα, παίρνει την κατάσταση στα χέρια της. Απαγορεύει στην Σάρλοτ να παντρευτεί τον Τζο Ράλστον – ουσιαστικά διαλύει τον γάμο της, λέγοντάς του ότι έχει επανέλθει η παλιά αρρώστια, ενώ φροντίζει να χρηματοδοτήσει την ανατροφή της Τίνας, της μικρής κόρης της Σάρλοτ, εξασφαλίζοντας το μέλλον της. Η τιμή των Ράλστον έχει διασωθεί και η Σάρλοτ απομακρύνεται.
 
Όμως μερικά χρόνια αργότερα, ο Τζέιμς Ράλστον πεθαίνει, αφήνοντας χήρα την Ντίλια, που καλεί την Σάρλοτ με την κόρη της να μείνουν μαζί της. Πλέον η πάμπλουτη Ντίλια, θα ζει μαζί με το παιδί της ξαδέλφης της και του παλιού αγαπημένου της. Η Τίνα θα μεγαλώσει σε ένα σπίτι που βλέποντας τα παιδιά της Ντίλια να την φωνάζουν «μαμά» θα την φωνάζει κι εκείνη έτσι, η Σάρλοτ θα είναι η γεροντοκόρη «θεία», που είναι πάντα αυστηρή και στεγνή, σε αυτή την ιδιόμορφη κατάσταση που δημιουργείται σε ένα φαινομενικά ειδυλλιακό περιβάλλον, με όλη την «ασφάλεια» και την οικονομική άνεση που εγγυάται. Το μέλλον, παρά την επιφανειακή ηρεμία που επικρατεί, δεν θα είναι ανέφελο για καμιά τους▪  ποια από τις δυο γυναίκες θα αναλάβει τον μητρικό ρόλο και πως θα διαχειριστούν την κατάσταση όσο η Τίνα μεγαλώνει και ετοιμάζεται να κάνει την εμφάνισή της στην κοινωνία;
 
«Ότι και να συνέβαινε, δεν μπορούσε ν’ αφήσει τη Σάρλοτ Λόβελ να παντρευτεί τον Τζο Ράλστον. Οι αρχές της εντιμότητας και της ακεραιότητας με τις οποίες την είχαν γαλουχήσει την εμπόδιζαν να συνεργήσει σε ένα τέτοιο σχέδιο. Μπορούσε να σκεφτεί – είχε ήδη σκεφτεί – έξυπνα επιχειρήματα, ευθείες και επιθετικές προκλήσεις ενάντια στην κοινωνική σκληρότητα με έξυπνες αναφορές σε ανάλογα περιστατικά. Αλλά δεν μπορούσε ποτέ να συμμετάσχει σ’ ένα ψέμα. Η ιδέα να παντρευτεί η Σάρλοτ τον Τζο Ράλστον – τον εξάδελφο του δικού της Τζιμ – χωρίς να του αποκαλύψει το παρελθόν της, φαινόταν στην Ντίλια τόσο επονείδιστο όσο θα φαινόταν σε οποιονδήποτε Ράλσον. Αν ο Τζο μάθαινε την αλήθεια, ο γάμος θα ακυρωνόταν ακαριαία ▪ αυτό το ήξερε ως και η Σάτι. Η κοινωνική ανοχή δεν βάραινε εξίσου άντρες και γυναίκες και ούτε η Ντίλια ούτε η Σάτι είχαν ποτέ αναρωτηθεί γιατί, όπως όλες οι κοπέλες της τάξης τους υποκλίνονταν απλώς στο αναπόφευκτο.»

 
Οι μυθιστορηματικοί ήρωες στα βιβλία της Wharton, είναι συνήθως γυναίκες που προσπαθούν να σπάσουν το κέλυφος της καλά οργανωμένης κοινωνίας, των καταπιεστικών θεσμών που τις περιβάλλουν, των καθορισμένων συμπεριφορών και άγραφων νόμων. Η Σάρλοτ δεν είναι καμιά επαναστάτρια, είναι απλά μια τραγική φιγούρα, που παραβίασε τους κανόνες, δεν είχε απλώς μια ερωτική σχέση εκτός γάμου, αλλά γέννησε και ένα εξώγαμο, που αντί να το στείλει κάπου μακριά, επίλεξε να το μεγαλώσει η ίδια. Γι’ αυτό πρέπει να τιμωρηθεί, πρέπει να εξοβελιστεί από τον κύκλο ή να μη μπορέσει καν να εισέλθει σε αυτόν. Επιλέγει χάριν της ευημερίας του παιδιού της, να απαρνηθεί τον ρόλο της μητέρας, να μείνει στο περιθώριο, βλέποντας την «ευεργέτιδα» εξαδέλφη της, να φέρεται και να υπολογίζεται ως μητέρα από την Τίνα χωρίς να βγάζει κουβέντα, ευνουχισμένη από τις κοινωνικές συνθήκες.
 
Το υπέροχο βιβλίο της Wharton, ακολουθεί όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που την επέβαλαν ως μεγάλη συγγραφέα. Η Νέα Υόρκη, αποτυπώνεται εκπληκτικά (και με κάποια νοσταλγία για τις καλές μέρες που πέρασαν), οι γυναίκες είναι όμορφες, θελκτικές αλλά απρόσιτες, τα σπίτια πολυτελέστατα. Η Wharton όμως κάνει κάτι μοναδικό, σε αφήνει να χαλαρώσεις και να απολαμβάνεις τις περιγραφές και τα small talks, το σκηνικό είτε εξωτερικό, είτε εσωτερικό, και αίφνης, αντιλαμβάνεσαι ότι βρίσκεσαι ως αναγνώστης στη μέση μιας υπόγειας διαμάχης, όπου το δηλητήριο εισέρχεται στις κουβέντες, κι όπου τηρώντας τους κανόνες της μάχης, οι νεκροί είναι ατελείωτοι.
 
Μπορεί ως αποκορύφωμα της έντασης και της δράσης του βιβλίου, να είναι η διεκδίκηση της κηδεμονίας της Τίνας, του «άτυχου-τυχερού» κοριτσιού, στο επίκεντρό του όμως είναι η ιστορία δύο γυναικών που η κάθε μια με τον τρόπο της προσπαθούν να επιβιώσουν σε μια κοινωνία με ισχυρές δομές που δεν σπάνε. Η άκαμπτη Ντίλια, που κατέπνιξε τα πάθη της και τις ορμές της, για ένα καλό γάμο και προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ της τήρησης των κανόνων και της σωτηρίας της εξαδέλφης της, και που βλέπει την Τίνα ως το παιδί που δεν κατάφερε να έχει από τον παλιό αγαπημένο της και η Σάρλοτ που παραβίασε τους κανόνες, που έζησε τον έρωτα και αναγκάστηκε να αποδεχτεί ένα ρόλο για να βρίσκεται κοντά στο παιδί της, που το βλέπει να ξεγλιστράει από τα χέρια της. Οι δύο γυναίκες, επιφανειακά συμφιλιωμένες, υποδόρια για πάντα εχθροί, θα τείνουν το χέρι η μία στην άλλη στις μοναδικές τελευταίες σελίδες του βιβλίου.
 
Κοινωνικό σχόλιο, εκπληκτική ατμόσφαιρα, διάλογοι μεστοί και με ουσία και δυο αλησμόνητοι χαρακτήρες, προσφέρουν μοναδική λογοτεχνική απόλαυση σε αυτή τη μικρή νουβέλα που όμως είναι τόσο περιεκτική και ουσιαστική που νιώθεις ότι διάβασες ένα ογκώδες βιβλίο.

Το βιβλίο διασκευάστηκε για το θέατρο και αυτή η version του επιλέχθηκε για μια επιτυχημένη εμπορικά μεταφορά του στον κινηματογράφο το 1939 (ίσως την πιο κερδοφόρα χρονιά του Χόλιγουντ), με πρωταγωνίστριες την Μπέτι Ντέιβις (στον ρόλο της Σάρλοτ) και την Μίριαμ Χόπκινς (στον ρόλο της Ντίλια). Το φιλμ μεταφέρει τη δράση στα χρόνια του Εμφυλίου και επικεντρώνεται στη διαμάχη των δύο γυναικών για την Τίνα, μη δίνοντας έμφαση στο κοινωνικό πλαίσιο του βιβλίου.
 
Βαθμολογία 86 / 100


 
 
 
 
 
 
Κυριακή, Δεκεμβρίου 27, 2020
posted by Librofilo at Κυριακή, Δεκεμβρίου 27, 2020 | Permalink
"Οι ακρωτηριασμένοι"

 

Ο Τσέχος Hermann Ungar (1893, Boscovice – 1929, Πράγα) είναι μια ιδιότυπη περίπτωση ελάσσονα συγγραφέα του Μεσοπολέμου, που στο όνομά του δεν πρόκειται να σταθεί ιδιαίτερα ο ιστορικός της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όπως ίσως κι ο υποτιμημένος Robert Walser (άλλος ένας σημαντικός συγγραφέας αυτής της περιόδου). Ο Ούνγκαρ ήταν εβραϊκής καταγωγής, από εύπορη οικογένεια που έγραφε στα γερμανικά και ο σύντομος θάνατός του σε ηλικία μόλις 36 ετών από περιτονίτιδα, στέρησε το λογοτεχνικό σύμπαν από έναν συγγραφέα που σίγουρα θα πρόσφερε πολλά. Έχοντας «πέσει πάνω» σε ιερά τέρατα της εποχής (Φραντς Κάφκα, Τόμας Μαν, Γιόζεφ Ροτ, Ρόμπερτ Μούζιλ και άλλους) ξεχάστηκε γρήγορα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε (και δεν είναι) ένας πολύ σημαντικός δημιουργός που προκάλεσε πολλές συζητήσεις την εποχή του για τα βιβλία του. Μόνο δύο μυθιστορήματα πρόλαβε να γράψει ο Ούνγκαρ, τους «ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΕΝΟΥΣ» το 1923 και την «ΤΑΞΗ» το 1927, ενώ είχε εμφανιστεί στη λογοτεχνική σκηνή με μια συλλογή διηγημάτων το 1920 και κάποια διηγήματά του εκδόθηκαν μετά θάνατο. Είχε γράψει επίσης και δύο θεατρικά έργα και ένα δοκίμιο.
 
Με το έργο του Ungar, είχα έρθει σε επαφή πριν από περίπου 30 χρόνια, όταν είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Νεφέλη «Η Τάξη» σε μετάφραση Μαρίας Αγγελίδου, ένα πολύ εντυπωσιακό μεταφορικό μυθιστόρημα για την εξουσία και την παράνοια, που είναι μάλλον εξαντλημένο. Την χρονιά που φεύγει, είχαμε την πολύ ωραία έκδοση από τις εκδόσεις Ροές, του πρώτου (χρονολογικά) μυθιστορήματος του Hermann Ungar, με τίτλο «ΟΙ ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΕΝΟΙ» («Die Verstummelten»), σε μετάφραση Βασίλη Πατέρα και (ωραίο) επίμετρο της Πελ. Τσινάρη (σελ. 255), ενός βιβλίου που γνώρισε στον περισσότερο κόσμο (και σε νέες γενιές αναγνωστών) τον συγγραφέα, προκαλώντας ενδιαφέρον και για την «Τάξη» (που είναι το πιο γνωστό βιβλίο του).
 


«Οι Ακρωτηριασμένοι», είναι ένα έξοχο και ιδιαίτερο μυθιστόρημα, που έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα. Ο ήρωας του βιβλίου είναι ο Φραντς Πόλτσερ, ένας άχρωμος και αδιάφορος υπάλληλος τραπέζης που περνάει απαρατήρητος και κανείς δεν αναρωτιέται ποτέ γι’ αυτόν. Ακολουθεί το ίδιο πρόγραμμα, τα δεκαεπτά χρόνια που δουλεύει στην τράπεζα, στο ίδιο πόστο, την ίδια διαδρομή, τις ίδιες ώρες ύπνου, τις ίδιες βόλτες τις Κυριακές που δεν εργάζεται.
 
Μεγαλωμένος σε μια καταπιεστική οικογένεια, με πολύ ξύλο από τον πατέρα του που μάλλον διατηρούσε ερωτική σχέση με την ίδια του την αδερφή, η οποία είχε έρθει να μείνει μαζί τους μετά τον θάνατο της μητέρας του Φραντς, ο ήρωας φοβάται τα πάντα, τον εξωτερικό κόσμο, τις γυναίκες, την οποιαδήποτε αλλαγή στη ρουτίνα του. Στο μυαλό του έχει μόνο πώς θα διατηρηθεί η τάξη των πάντων και πως θα αποφύγει τις ανατροπές στη ζωή του.
 
Ο μοναδικός του φίλος ήταν ο Εβραίος Καρλ Φάντα, γόνος πολύ πλούσιας οικογένειας, που ο πατέρας του είχε βοηθήσει τον Φραντς να βρει τη θέση στην τράπεζα που δούλευε. Ο Καρλ ήταν παντρεμένος και είχε έναν γιο, αλλά μια άγνωστη και οδυνηρή ασθένεια τον είχε καθηλώσει στην αναπηρική καρέκλα, ακρωτηριασμένο – από το σώμα του είχαν απομείνει μόνο ο κορμός και το ένα χέρι. Καθηλωμένος ο Καρλ ζηλεύει αφόρητα την σύζυγό του και ζει απομονωμένος με τους εφιάλτες του σε ένα δωμάτιο.
 
«Ο πατέρας του τον έδερνε συχνά, ενώ η θεία τον κρατούσε ακίνητο. Όποτε ο Πόλτσερ τύχαινε να τον ονειρευτεί τη νύχτα, ένιωθε απέραντο τρόμο στη θέα των λεκιασμένων ρούχων του και του κατακόκκινου, ανέκφραστου προσώπου του, πίσω από το οποίο έστεκε η θεία που τον παρακινούσε να τον χτυπήσει και να τον βασανίσει. Μα το επόμενο πρωί, όταν συναντούσε τον πατέρα του, ο Πόλτσερ ευχόταν κρυφά να τον ξαναχτυπήσει. Ήθελε να δει το όνειρό του να ζωντανεύει, και μαζί μ’ αυτό να ζωντανέψει και το μίσος για τον πατέρα, καθώς εκείνος θα ανεβοκατέβαζε τις δυνατές γροθιές στην πλάτη του γιου. Καταλάβαινε βέβαια την ίδια στιγμή ότι είχε πια μεγαλώσει, ωστόσο ήξερε πως ήταν πιο αδύναμος, πολύ πιο αδύναμος από τον πατέρα του.»
 


Ο Φραντς Πόλτσερ, νοικιάζει για χρόνια ένα δωμάτιο στο σπίτι μιας χήρας, της κυρίας Κλάρας Πόργκες. Κάποια στιγμή, θα υποκύψει στην πολιορκία αυτής της σεξουαλικά αχόρταγης γυναίκας, η οποία θα τον αναγκάσει να αλλάξει τους ρυθμούς του, να πηγαίνει μαζί του στο καφέ που σύχναζε για χρόνια μόνος παρατηρώντας τους άλλους, να τον συνοδεύει στους προγραμματισμένους περιπάτους του, να την συστήσει στον Καρλ και στην οικογένειά του. Ο Καρλ μπορεί να κυριεύεται από σεξουαλικές φαντασιώσεις και να κάνει σκηνές ζηλοτυπίας στη σύζυγό του, θα χρειαστεί όμως και νοσοκομειακή φροντίδα, την οποία θα του παρέχει, ένας σωματώδης τύπος, πρώην κρεοπώλης, τελείως ψυχάκιας με την θρησκεία, που κουβαλάει πάντα πάνω του ένα τεράστιο μαχαίρι με το οποίο έσφαζε τα κρέατα όταν δούλευε στο χασάπικό του, ενώ συνηθίζει να φοράει την αιματοβαμμένη ποδιά του, όταν επιδίδεται στις θρησκευτικές του συνήθειες.
 
Τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο, και ο παρανοϊκός πλέον Καρλ, μετακομίζει στη πανσιόν της Κλάρας Πόργκες νοικιάζοντας ένα δωμάτιο, όπου διαμένει με τον πάντα άυπνο και σε διαρκή εγρήγορση χασάπη/νοσοκόμο του, ενώ ο Φραντς Πόλτσερ που προσπαθεί να συμβιβάσει τα πράγματα μεταξύ του φίλου του και της συζύγου του που την υποψιάζεται για τα πάντα, βλέπει την ξεσαλωμένη χήρα να του κάνει τη ζωή κόλαση, απαιτώντας όλο και περισσότερο σεξ σε αντάλλαγμα για τη διαμονή του. Ο κλοιός στενεύει και γίνεται περισσότερο ασφυκτικός, ενώ η τάξη στη ζωή του ήρωα έχει διασαλευτεί τελείως με απρόβλεπτες συνέπειες.
 
«Η τάξη έχει διασαλευτεί, σκέφτηκε. Καθόταν στο παγκάκι και κοιτούσε το πλατύ ποτάμι. Πρέπει να αποκατασταθεί η τάξη για να μην γκρεμιστούν τα πάντα. Δεν είναι δεισιδαιμονία αυτό, όπως λέει ο Καρλ. Μπορεί όμως να είναι φόβος Θεού. Επειδή ο Θεός είναι γαλήνη, βεβαιότητα και τάξη.»
 
Γραμμένο με ψυχρό και αποστασιοποιημένο ύφος, το μυθιστόρημα του Ούνγκαρ, μεταφέρει την εφιαλτική και ζοφερή ατμόσφαιρα σήψης και παρακμής του ήρωά του, σε αυτήν την κάθοδο προς την κόλαση. Ο Φραντς Πόλτσερ είναι ένας ουσιαστικά ακρωτηριασμένος ως προς τα συναισθήματα και τον εσωτερικό του κόσμο άνθρωπος, που μέσα του κυριαρχεί ο Φόβος ενώ ο αδερφικός του φίλος, ο Καρλ Φάντα είναι ένας τυπικά και ουσιαστικά ακρωτηριασμένος άνθρωπος, που βυθίζεται στην παράνοια παρασύροντας όποιον έχει δίπλα του σε αυτήν. Γύρω και δίπλα σε αυτούς τους δύο ανθρώπους που είναι ουσιαστικά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, επικρατεί το πανηγύρι των τρελών, ένα «freak show», μια παράλογη κατάσταση, ανθρώπων αριβιστών και κομπιναδόρων, εκμεταλλευτών και μοχθηρών. Και όλα αυτά σε ένα ήρεμο σκηνικό μιας άχρωμης και απρόσωπης πόλης που οι μέρες διαδέχονται η μία την άλλη χωρίς αλλαγή.
 
Η βία μεταξύ των χαρακτήρων του μυθιστορήματος, είναι διάχυτη στο βιβλίο και κλιμακώνεται αργά αλλά σταθερά, για να φτάσουμε σε ένα διφορούμενο και συγκλονιστικό φινάλε που αφήνει τα πάντα ανοιχτά και τον αναγνώστη άφωνο. Ο συγγραφέας περιγράφει χωρίς συναισθηματισμό τις περιπέτειες του ήρωά του, την αυτοκαταστροφή του και τον ξεπεσμό του. Μεταπολεμικά τραύματα και μαύρα χρώματα κυριαρχούν στο μυθιστόρημα. Είναι πλεονασμός να περιγράψουμε την ατμόσφαιρα του βιβλίου ως «Καφκική» - αυτό φαίνεται ήδη από τις πρώτες σελίδες και ο ζόφος απλώνεται όσο προχωράμε στην ανάγνωση του.
 
Υπέροχο μυθιστόρημα, με μια ιδιαίτερη δύναμη το «Οι Ακρωτηριασμένοι», είναι ένα από τα πιο δυνατά βιβλία που διάβασα τη χρονιά που φεύγει. Είναι ένα βιβλίο που έλκει και απωθεί, γοητεύεσαι και αηδιάζεις ταυτόχρονα. Ίσως γι’ αυτό εκφράστηκαν τόσο βίαια απέναντί του, μεγάλοι συγγραφείς, όπως ο Τόμας Μαν «ένα φρικτό βιβλίο, μια σεξουαλική κόλαση γεμάτη βρομιά» κλπ και ο Στέφαν Τσβάιχ που έγραψε πως ο συγγραφέας έχει «μια φριχτή προτίμηση για τη δυσωδία, τα μιάσματα της ψυχής , για πνιγηρές λουσμένες στον ιδρώτα, βρόμικες καταστάσεις» κλπ. Ο χρόνος όμως είναι σύμμαχος αυτού του πολύτιμου βιβλίου που πρέπει να διαβαστεί από όποιον ενδιαφέρεται για την καλή λογοτεχνία.
 
Βαθμολογία 85 / 100


 
 
 
Κυριακή, Δεκεμβρίου 20, 2020
posted by Librofilo at Κυριακή, Δεκεμβρίου 20, 2020 | Permalink
Δύο δυστοπικές νουβέλες ("Θάλασσα" και "Γυμνός")
 Δύο έξοχες νουβέλες, δύο βιβλία από τα καλύτερα της εγχώριας παραγωγής παρουσιάζονται σήμερα στο blog. Δύο δυστοπίες διαφορετικού ύφους, από συγγραφείς που με κάθε καινούργια τους δουλειά έχουν να πουν πολλά και να μας προσφέρουν μοναδικές λογοτεχνικές στιγμές. «Η ΘΑΛΑΣΣΑ» του Μιχάλη Μακρόπουλου (Αθήνα, 1965) – (εκδ. Κίχλη, σελ.73), έρχεται να συμπληρώσει αριστοτεχνικά, το έξοχο περσινό του βιβλίο «ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΝΕΡΟ», και ο «ΓΥΜΝΟΣ» του Χρήστου Χρηστίδη (Αθήνα, 1953) – (εκδ. Εντευκτηρίου, σελ. 153), που κάνει νέα δυναμική εμφάνιση μετά το εντυπωσιακό «ΑΝΑΠΟΔΟΓΕΝΝΗΜΕΝΟΣ», με ένα τελείως διαφορετικό βιβλίο.
Ας τα δούμε αναλυτικότερα, τονίζοντας το ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο της εξαίρετης καλλιτεχνικής δουλειάς των δύο εκδοτικών οίκων (Κίχλη και Εντευκτήριο).
 


Στην υπέροχη «Θάλασσα» του Μιχάλη Μακρόπουλου, ο χρόνος είναι άχρονος. Η οικολογική καταστροφή έχει συντελεστεί. Οι πάγοι έχουν λιώσει και ένας αρχαίος μετεωρίτης έχει φανερωθεί, σκορπώντας έναν θανατηφόρο ιό στη γη. Τα πάντα έχουν ερημώσει και οι μόνοι επιζώντες είναι όσοι έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό, την μετάλλαξη μιας σειράς γονιδίων. Οι επιζώντες ζουν υπό την γη σε υπόγειες πόλεις και δεν βγαίνουν καθόλου στην επιφάνειά της.
 
«Μια σκηνή από μια ταινία που είδα μού θύμισε πάλι τον πατέρα μου. Αντίθετα από τη μητέρα μου, που στο μυαλό μου την είχα σαν κάτι στέρεο, με περίγραμμα τόσο καθαρό ώστε, εκτός από την ίδια, δύσκολα χωρούσε μέσα του η εικόνα άλλης γυναίκας, ο πατέρας μου μπορούσε να παίρνει στη μνήμη μου τη μορφή άλλων αντρών που του ‘μοιαζαν ή κάτι πάνω τους μού τον θύμιζε. Ο πατέρας είχε μεταμορφωθεί με τα χρόνια σε ιδέα, ενώ η μητέρα παρέμενε πρόσωπο.»

 
Η ηρωίδα του βιβλίου είναι μια κοπέλα που ζούσε με τους γονείς της σε ένα απομακρυσμένο χωριό και είναι «υποχρεωμένη» να τους εγκαταλείψει για να επιβιώσει. Εκείνοι είναι προορισμένοι να πεθάνουν, όπως και οι υπόλοιποι κάτοικοι του μικρού χωριού που ζουν. Όταν συμβαίνει αυτό, είναι δέκα χρονών, ακούει για την θάλασσα αλλά δεν την έχει δει ποτέ – παρά μόνο μια υπόσχεση του πατέρα, που έμεινε ανεκπλήρωτη. Είκοσι χρόνια μετά, οι μνήμες παραμένουν και επανέρχονται διαρκώς. Η ζωή στην υπόγεια πόλη κυλάει με ασφάλεια αλλά μονότονα, και η νοσταλγία για έναν κόσμο που χάθηκε, για μια οικογένεια που αναρωτιέται πως ήταν άραγε οι τελευταίες της στιγμές, επιμένει να βασανίζει το μυαλό της. Αποφασίζει με την βοήθεια μιας φίλης της να «ανέβουν» στην επιφάνεια της γης. Προορισμός: η θάλασσα που ποτέ δεν γνώρισε, και το χωριό που εγκατέλειψε.
 
Ο όρος «δυστοπία», ίσως είναι αδύνατο να περιγράψει τα συναισθήματα που καταλαμβάνουν τον αναγνώστη καθώς διατρέχει τις σελίδες, αυτής της λυρικής και ελεγειακής νουβέλας. Οι αβάσταχτες λεπτομέρειες της μνήμης, με πράγματα ή γεγονότα φαινομενικά ασήμαντα που παραμένουν ζωντανά στο μυαλό της ηρωίδας, η ενηλικίωση – διότι το βιβλίο είναι και ένα «μυθιστόρημα ενηλικίωσης» -η δύναμη για ζωή, η αναζήτηση του εαυτού πάνω απ’ όλα, η επιμονή, η απόλυτη καταστροφή αλλά και η (αναπόφευκτη – μετά από κάθε καταστροφή) αναγέννηση που έρχεται,  είναι τα στοιχεία που καθορίζουν αυτό το μικρό αλλά πολύτιμο βιβλίο.
 


«Εκείνες τις μέρες, που το νερό ανέβαινε ολοένα, καθόμασταν κάθε βράδυ και βλέπαμε τις εικόνες στην τηλεόραση. Ήταν λίγο ως πολύ ίδιες, καθώς η μονοτονία της θάλασσας σκέπαζε όλο και μεγαλύτερες περιοχές και χανόταν ό,τι ξεχώριζε για τους ανθρώπους το ένα σημείο της γης από τ’ άλλο. Κι άλλες εικόνες, πάλι, ήταν μαζί παράλογες και συγκινητικές. Σ’ ένα παραθαλάσσιο χωριό που είχε εγκαταλειφθεί, ένας γέρος αρνήθηκε ν’ αφήσει το σπίτι του κι ας είχε βυθιστεί το μισό. Τώρα, άμα άνοιγε το παράθυρό του στον πάνω όροφο, βρισκόταν τριάντα εκατοστά πάνω από το νερό▪ έτσι, έδενε μια μικρή βάρκα στο στήριγμα του παντζουριού. Για να προμηθεύεται τα χρειώδη, κατέβαινε απ’ το περβάζι στη βάρκα του και πήγαινε ως εκεί που ήταν τώρα ή ακροθαλασσιά.»
 
Όπως και στο εκπληκτικό «Μαύρο νερό», η ατμόσφαιρα από τις ταινίες του Ταρκόφσκι, κατακλύζει την «Θάλασσα» - μόνο που εδώ έχουμε το θηλυκό στοιχείο να πρωταγωνιστεί. Εικόνες έντονες και (με το χαρακτηριστικό ύφος του συγγραφέα) ολοζώντανες περνάνε από τα μάτια του αναγνώστη, σιωπές που υπονοούνται, λιτός και υπαινικτικός λόγος (εδώ, διαφαίνεται η επιρροή από τις μεταφράσεις των Αγγλοσαξώνων συγγραφέων, με τις οποίες ασχολείται με μεγάλη ικανότητα ο συγγραφέας), και τα σύμβολα που τοποθετούνται στο βιβλίο ως μέρη μιας τεράστιας ταπετσαρίας, συνθέτουν μια νουβέλα μεγάλης αξίας.
 
Δυστοπία έχουμε και στην θαυμάσια νουβέλα του Χρήστου Χρηστίδη «Γυμνός». Εδώ όμως μιλάμε για κάτι τελείως διαφορετικό, θεματικά αλλά και  υφολογικά. Δύο άνδρες, αναγκάζονται λόγω της υποχρεωτικής στάσης του αεροπλάνου που επέβαιναν, να αποβιβαστούν στο αεροδρόμιο μιας άγνωστης χώρας. Ο ένας – ο πρωταγωνιστής της ιστορίας - είναι μεσήλικας (;) που συνοδεύει τον άλλον, έναν ηλικιωμένο με εμφανή προβλήματα υγείας που αναγκάζεται να χρησιμοποιεί αναπηρικό καροτσάκι. Ποια είναι η σχέση των δύο ανθρώπων; Και σε τι χρησιμεύει το πιστόλι που υπάρχει στις αποσκευές του μεσήλικα, οι οποίες χάνονται μόλις αποβιβάζονται σε αυτή την παράξενη πόλη;
 


Οι δύο άνδρες σύντομα διαπιστώνουν, ότι όλα λειτουργούν διαφορετικά εδώ. Συνειδητοποιούν ότι βρίσκονται σε μια κατάσταση όπου το μυαλό τους και οι αισθήσεις τους δοκιμάζονται διαρκώς. Τα ξενοδοχεία δεν λειτουργούν, ούτε οι υπηρεσίες του αεροδρομίου ή της πόλης, ρολόγια δεν υπάρχουν, στα εστιατόρια είτε έχει τελειώσει το φαγητό, είτε δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν, ενώ αστυνομία δεν  υπάρχει και όποιος θέλει ενδύεται και παριστάνει το όργανο της τάξης. Αντικρουόμενες πληροφορίες, άνθρωποι περίεργοι που παραπέμπουν σε άλλους ανθρώπους για απαντήσεις (ακόμα και τις πιο απλές – που μπορούμε να μείνουμε; Πουθενά!, πότε μπορούμε να φύγουμε από εδώ; Ποτέ!), είναι εγκλωβισμένοι σε ένα τόπο και δεν μπορούν να καταλάβουν πώς. Στην αρχή του βιβλίου, στον αναγνώστη υπάρχει η αίσθηση από τον στίχο του τραγουδιού των Eagles, «Hotel California», «You can check out any time you like, but you can never leave»…
 
«Συνέχισε να περιπλανιέται σε μια πόλη που δεν ήξερε αν τον έδιωχνε μακριά της ή αν προσπαθούσε να τον κρατήσει για πάντα μέσα της.
Προχωρούσε και είχε την αίσθηση πως τα κτίρια έκλειναν γύρω του σαν τσιμεντένιες σαγόνες, την ώρα που στο μυαλό του στριμώχνονταν και πάλι άγριες εικόνες:
Βλέπει ότι βαδίζει αφηρημένος σε μια πολυσύχναστη λεωφόρο. Αίφνης, συνειδητοποιεί ότι όλοι όσοι διασταυρώνονται μαζί του στρέφουν το κεφάλι και τον κοιτάζουν με διάπλατα μάτια. Απορεί. Δεν θυμάται να είναι άρρωστος, να έχει κάποια παραμόρφωση. Κοντοστέκεται σε μια βιτρίνα. Κοιτάζει το τζάμι. Ανακαλύπτει ότι κυκλοφορεί ολόγυμνος στην πόλη…
Βλέπει ότι βγαίνει από το σπίτι. Πρωί χωρίς ήλιο, ούτε όμως και σύννεφα. Η πόλη είναι βουτηγμένη σε χλωμό φως. Μπαίνει σε ένα έρημο, αδιέξοδο στενό. Ξαφνικά, από τους τοίχους τριγύρω αρχίζουν να αποκολλώνται ανθρώπινες μορφές. Τον πλησιάζουν και έκπληκτος ανακαλύπτει ότι πρόκειται για σωσίες του. Ανοίγει το βήμα. Τον ακολουθούν κατά πόδας. Αρχίζει να τρέχει. Αισθάνεται τα χνότα τους στον σβέρκο του. Ο δρόμος τελειώνει…
Όλες αυτές οι εικόνες περιστρέφονται στο μυαλό του άναρχες, ασύνδετες, κοντινές και συγχρόνως απόμακρες, δημιουργώντας του το δίλημμα αν πρόκειται για δικούς του εφιάλτες ή μήπως είναι μνήμες σε ξένο σώμα.»
 
Η επικοινωνία μοιάζει αδύνατη σε αυτό το καθεστώς παραλόγου, των ασυνάρτητων απαντήσεων και των ιδιόρρυθμων ανθρώπων που συναντάει αυτό το αταίριαστο εκ πρώτης εμφάνισης δίδυμο. Σύντομα όμως, τα πράγματα παίρνουν άλλες διαστάσεις, καθώς ο γηραιός άρρωστος, ακούγοντας τις ιστορίες των κατοίκων τις συνδυάζει με δικές του μνήμες από το παρελθόν και καθώς το τέλος του έρχεται πιο κοντά, αυτές (οι μνήμες) γίνονται ακόμα εντονότερες.
 
Η ατμόσφαιρα στη πόλη είναι θολή, σαν ομίχλη και οι άνθρωποι κινούνται σαν σκιές. Στον δρόμο τους κάποια στιγμή συναντούν έναν σκηνοθέτη που τούς λέει ότι όλη η πόλη αποτελεί το σκηνικό μιας ταινίας εν εξελίξει, ενώ σε κάποια άλλη συνάντηση, ένας άνθρωπος τούς εξομολογείται ότι «είμαστε όλοι νεκροί». Ο χώρος και ο χρόνος ανατρέπεται διαρκώς, οι μνήμες επανέρχονται και ο αναγνώστης αναρωτιέται, ποια η σχέση μεταξύ των δύο αυτών ανθρώπων ή μήπως δεν είναι δύο, αλλά ουσιαστικά ένας…
 


Σαγηνευτική νουβέλα, που καλεί τον αναγνώστη να αφεθεί στην ροή, στον ρυθμό της. Μικρά κεφάλαια που λειτουργούν και ως ανεξάρτητα μεταξύ τους, παρότι είναι πολύ στενά συνδεδεμένα. Ο Χρηστίδης τολμάει κάτι πολύ διαφορετικό από το έξοχο προηγούμενό του βιβλίο «Ο αναποδογεννημένος» μερικά χρόνια πριν, με μια νουβέλα που κινείται μεταξύ σουρεαλισμού, παραλόγου και δυστοπίας, γεμάτης χιούμορ και φαντασίας, λυρικότητας και μελαγχολίας. Η δύσκολη ισορροπία επιτυγχάνεται με τέτοια απλότητα και καθαρότητα που ξαφνιάζουν, δείχνοντας την γερή σκευή του συγγραφέα, που δεν φοβάται να αναμετρηθεί με ένα είδος που σπανίζει στην εγχώρια λογοτεχνία.
 
«-Όταν ήσουν μικρός, τι ήθελες να γίνεις όταν μεγαλώσεις;
-Να ξεφύγω από τους εφιάλτες μου. Δεν με ενδιέφερε κανένα επάγγελμα, καμιά ασχολία.»
 
Ο θάνατος και η παρακμή, το αναπόφευκτο τέλος της ζωής κυριαρχούν ως έννοιες σε αυτή την υπέροχη νουβέλα. Επιρροές από το αριστουργηματικό «Πέδρο Πάραμο» του Χουάν Ρούλφο, από Καχτίτση και Γονατά, πολύς Μπέκετ around,  δεξιοτεχνία στη γλώσσα, προσοχή στις λεπτομέρειες, θεατρικότητα στην αφήγηση και οι Μπορχεσικοί καθρέφτες να πρωταγωνιστούν σε πολλές σκηνές (κάτι που γινόταν και στον «Αναποδογεννημένο»), είναι εμφανείς στον «Γυμνό», ένα βιβλίο που σίγουρα αξίζει να διαβαστεί δυο και τρεις φορές, για να μπεις στο κλίμα και στον ρυθμό του.
 
Βαθμολογία (και για τα δύο βιβλία) 83 /100