Τετάρτη, Ιουλίου 26, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουλίου 26, 2017 | Permalink
Η ώρα του Αστεριού
“Αυτή η ιστορία λαμβάνει χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και δημόσιας συμφοράς” γράφει η Βραζιλιάνα (Ουκρανικής καταγωγής) συγγραφέας Clarice Lispector (1920-1977), στην εισαγωγή της εξαιρετικής νουβέλας της, με τίτλο “Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΑΣΤΕΡΙΟΥ” (“A hora da Estrella”) - (εκδ. Αντίποδες, μετάφρ. Μ.Χατζηπροκοπίου, επίμετρο Έλεν Σιξού, σελ. 146). Μια νουβέλα που έμελλε να είναι η τελευταία που εξέδωσε εν ζωή, η σπουδαία αυτή συγγραφέας και θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα έργα της. Μια νουβέλα αυτοαναφορική και ιδιαίτερη που είτε τη λατρεύεις, είτε την απορρίπτεις· μέση οδός δεν υπάρχει.

Η “Ώρα του αστεριού” (λογοτεχνία με Λ κεφαλαίο), θα μπορούσε να έχει 13 τίτλους, τους παραθέτει όλους στην αρχή του βιβλίου η συγγραφέας – ανάμεσά τους και το ονοματεπώνυμό της, ως τίτλος, σαν σημάδι, σφραγίδα, όπως θέλεις πες το, και στην δεύτερη σελίδα της ιστορίας, η επισήμανση: ο συγγραφέας που θα είναι ο αφηγητής της νουβέλας, “θα έπρεπε να είναι άντρας γιατί γυναίκα συγγραφέας μπορεί να αρχίσει τις γλυκανάλατες κλάψες”.

Ο αναγνώστης αφήνεται να επιλέξει όποιον τίτλο θέλει: “Δικό μου το φταίξιμο – Η ώρα του αστεριού – Να τα βγάλει πέρα μόνη της – Το δικαίωμα στην κραυγή – Clarice Lispector - .Ως προς το μέλλον – Θρηνητικό μπλουζ – Αυτή δεν ξέρει να κραυγάζει – Μια αίσθηση απώλειας – Σφύριγμα στον σκοτεινό άνεμο – Δεν μπορώ να κάνω τίποτα – Καταγραφή προηγηθέντων γεγονότων – Δακρύβρεχτο μελό – Βγαίνοντας διακριτικά από την πίσω πόρτα”. Μοιάζουν με τίτλους ποιημάτων του Ν.Δ.Καρούζου που πολλές φορές αποτελούν ένα ποίημα από μόνοι τους και στο κάτω-κάτω, τι σημαίνει ένας τίτλος; Το ερώτημα τίθεται κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης του βιβλίου, από τον αφηγητή αλλά και από τον αναγνώστη.

Είναι μια ιστορία μπανάλ, κοινότοπη όσο δεν παίρνει. Η ζωή μιας ασήμαντης γυναίκας, μιας πάμπτωχης κοπέλας από την επαρχία που προσπαθεί να ζήσει αξιοπρεπώς στη μεγάλη πόλη (στην συγκεκριμένη περίπτωση, στο Ρίο ντε Τζανέιρο). Η Μακκαμπέα με “όνομα βαρύ σαν ιστορία”, δεν έχει μόρφωση, δεν έχει εμφάνιση, δεν έχει δυνατή προσωπικότητα. Είναι αφελής και αμόρφωτη, αλλά έχει δίψα για ζωή. Ζει με άλλες 4 κοπέλες σε ένα ταπεινό δωμάτιο και εργάζεται ως δακτυλογράφος σε μια επιχείρηση, χωρίς όμως να τα καταφέρνει καλά, γι' αυτό και πρόκειται να απολυθεί. Ακούει στον ελεύθερο χρόνο της το “Ράδιο ρολόι” που μεταδίδει διάφορες χρήσιμες ή παντελώς άχρηστες πληροφορίες εγκυκλοπαιδικού περιεχομένου. Ευαίσθητη και τρυφερή, με μια σεξουαλικότητα που εκδηλώνεται υποδόρια, προσπαθώντας να βρει διέξοδο. Αποπειράται να κάνει μια σχέση με έναν αλητάκο, αλλά ούτε κι εκεί τα καταφέρνει. Ονειρεύεται πως θα γίνει όμορφη και πλούσια αλλά δεν ξέρει τον τρόπο, δυστυχώς γι' αυτήν δεν θα τον μάθει ποτέ.

“Με την ιστορία αυτή θα ευαισθητοποιηθώ, και ξέρω καλά πως κάθε μέρα είναι μέρα κλεμμένη από το θάνατο. Δεν είμαι διανοούμενος, γράφω με το σώμα. Και αυτό που γράφω είναι υγρή ομίχλη. Οι λέξεις είναι ήχοι μεταγγισμένοι από σκιές που διασταυρώνονται ανόμοιες, σταλακτίτες, δαντέλα, μετουσιωμένη μουσική εκκλησιαστικού οργάνου. Σχεδόν δεν τολμώ να κραυγάσω λέξεις σ' αυτό το παλλόμενο πλούσιο δίχτυ, το νοσηρό και σκοτεινό που έχει για αντίστιξη το τραχύ μπάσο του πόνου. Allegro con brio. Θα προσπαθήσω να βγάλω από το κάρβουνο χρυσάφι. Ξέρω πως αναβάλλω την ιστορία και πως παίζω μπάλα δίχως μπάλα. Το γεγονός είναι πράξη; Ορκίζομαι πως αυτό το βιβλίο είναι φτιαγμένο δίχως λέξεις. Είναι βουβή φωτογραφία. Το βιβλίο αυτό είναι σιωπή. Το βιβλίο αυτό είναι ερώτημα.”

Ο έτερος πρωταγωνιστής της νουβέλας είναι ο Ροντρίγκο Σ.Μ., ο συγγραφέας, ο ανελέητος και πανίσχυρος αφηγητής. Από τη μια σίγουρος και αυτάρεσκος, με πλήρη αυτοπεποίθηση, από την άλλη ανασφαλής και φοβισμένος μπροστά στις λέξεις, στις προτάσεις, στην ιστορία που θέλει να αφηγηθεί και συνεχώς καθυστερεί, και συνεχώς κάνει κύκλους γύρω της. Ο αφηγητής περιγράφει την Μακκαμπέα και την άτυχή της ύπαρξη και ταυτόχρονα περιγράφει τον εαυτό του χωρίς όμως να ξενίζει ή να αποδιώχνει τον αναγνώστη αυτή η επιλογή. Αντίθετα εισβάλλει όλο και περισσότερο μέσα στη θαυμάσια νουβέλα, συμπάσχει και με τους δύο, γίνεται ένα με την ιστορία.

Διαβάζοντας αυτό το πολύτιμο βιβλίο, ο αναγνώστης αισθάνεται σαν να παρακολουθεί από ψηλά, όλη τη διαδικασία ενός κινηματογραφικού έργου. Από τη μια αυτό που θα δει ο θεατής στην οθόνη, από την άλλη, το συνεργείο με τα προβλήματά του. Τεχνική που έχει κινηματογραφηθεί σε πλείστες όσες ταινίες, όπως η “Αμερικάνικη νύχτα” του Τρυφό, το “Birdman” του Ιναρίτου και άλλες που δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να θυμηθώ.

“Ναι, είμαι ερωτευμένος με τη Μακκαμπέα, την αγαπημένη μου τη Μάκκα, ερωτευμένος με την ασχήμια της και την ολοκληρωτική της ανωνυμία, καθώς αυτή δεν είναι για κανέναν. Ερωτευμένος με τα εύθραυστα πνευμόνια της, την κοκαλιάρα. Πόσο θα' θελα να ανοίξει το στόμα της και να πει:
- Είμαι μόνη στον κόσμο και δεν πιστεύω κανέναν, όλοι λένε ψέματα, καμιά φορά μέχρι και τη στιγμή του έρωτα, δεν νομίζω πως ένα ον μιλάει με το άλλο, η αλήθεια με βρίσκει μονάχα όταν είμαι μόνη.
Η Μάκκα όμως ποτέ δεν είπε φράσεις, κατ' αρχήν επειδή ήταν λιγομίλητη. Και είναι αλήθεια πως δεν είχε συνείδηση του εαυτού της και παράπονο κανένα, μέχρι που πίστευε πως ήταν ευτυχισμένη. Ανόητη δεν ήταν μα είχε την καθαρή ευτυχία των ανόητων. Και επίσης δεν έδινε προσοχή στον εαυτό της: δεν ήξερε.
(Βλέωπ ότι προσπάθησα να προσδώσω στη Μάκκα μια δική μου κατάσταση: χρειάζομαι μερικές ώρες μοναξιάς τη μέρα, ειδάλλως “me muero”.)
Όσο για μένα, είμαι αληθινός μονάχα όταν είμαι μόνος. Μικρός σκεφτόμουν πως από τη μια στιγμή στην άλλη θα έπεφτα έξω από τον κόσμο. Γιατί τα σύννεφα δεν πέφτουν, αφού όλα πέφτουν; Γιατί η βαρύτητα είναι μικρότερη από την πίεση του αέρα που τα ανυψώνει. Έξυπνο ε; Ναι, όμως πέφτουν μια μέρα σε βροχή. Είναι η δική μου εκδίκηση.”



Το χιούμορ αλλά και η σκληρότητα, η ειρωνεία και τα απότομα διαλείμματα στον αφηγηματικό ρυθμό θυμίζουν τον τρόπο του Μπέκετ και άλλων μεταμοντέρνων συγγραφέων αλλά εδώ υπάρχει ένα ιδιαίτερο "άγγιγμα", μια φωνή αυτόνομη και εξόχως λογοτεχνική. Το σίγουρο είναι ότι η Λισπέκτορ είναι μια κατηγορία από μόνη της, δύσκολα μπορεί να την κατατάξεις σε κάποιο πλαίσιο. Η “Ωρα του αστεριού” θεωρείται ένα από τα καλύτερα της έργα, και η επιτυχημένη διαδρομή του στη χώρα μας, σίγουρα θα φέρει και άλλες μεταφράσεις βιβλίων της. Το επίμετρο της δοκιμιογράφου Έλεν Σιξού είναι έξοχο και κατατοπιστικότατο, σ' αυτή την υπέροχη έκδοση των “Αντιπόδων”.


 
Πέμπτη, Ιουλίου 20, 2017
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιουλίου 20, 2017 | Permalink
Κι όμως γίνονται...
Ένα βιβλίο που ξεκινάει σαν σατυρικό μυθιστόρημα και ολοκληρώνεται ως δραματική περιπέτεια, είναι η εκπληκτική πολιτική δυστοπία του μεγάλου Αμερικανού (βραβευμένου με Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1930) συγγραφέα Sinclair Lewis (1885 – 1951), “ΔΕΝ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΑΥΤΑ ΕΔΩ” (“It can't happen here”) - (εκδ. Καστανιώτη, μετάφρ. Ν.Μάντη, σελ. 513). Χρησιμοποιώντας γραμμική αφήγηση, ο (σχεδόν άγνωστος στη χώρα μας) συγγραφέας, παρακολουθεί την πορεία ενός ισχυρού και μεγάλου κράτους προς τον μιλιταρισμό και τον φασισμό, καταδεικνύοντας ότι “κι όμως όλα μπορούν να γίνουν εδώ” αρκεί να υπάρξει το κατάλληλο πολιτικοοικονομικό κλίμα.

Η ιστορία που περιγράφει ο Σίνκλερ Λιούις εκτυλίσσεται ουσιαστικά από το 1936 έως το 1938 και έχει ως ήρωα έναν βετεράνο δημοσιογράφο, τον Ντορέμους Τζέσαπ που ζει με την οικογένειά του σε μια μικρή πόλη του Βερμόντ, όπου διατηρεί και μια εφημερίδα. Ο Ντορέμους 60άρης πλέον και βαθιά φιλελεύθερος  ήταν ανέκαθεν ένας δημοσιογράφος που δεν μασούσε τα λόγια του, δεν δίσταζε να πάει κόντρα στους οικονομικούς παράγοντες του τόπου όταν έβλεπε το δίκιο σε οποιαδήποτε πλευρά. Διαβλέπει γρήγορα την ανοδική δημοτικότητα ενός επαρχιώτη γερουσιαστή, του δημαγωγού Μπαζ Γουίντριπ ο οποίος με την βοήθεια του Λη Σάρασον, του υποχθόνιου γραμματέα του, έχτιζε σιγά σιγά την καριέρα του προς την κορυφή.

Οι ενδείξεις είναι ανησυχητικές στην κοινωνία. Ο κόσμος είναι απογοητευμένος από το “νιού ντιλ”, την οικονομική πολιτική του Φραγκλίνου Ρούσβελτ και η ανεργία έχει ανέβει θεαματικά όπως άλλωστε και τα τεράστια οικονομικά προβλήματα ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Οι αυξανόμενες απεργίες, η μακροχρόνια οικονομική αστάθεια, έχουν δημιουργήσει δυσαρέσκεια και στους ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες της χώρας. Από την άλλη, η άνοδος των πανίσχυρων δικτατόρων σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες, με κυριότερο εκφραστή τους τον Χίτλερ και το πολυδιαφημισμένο “Γερμανικό θαύμα” αποτελεί μπούσουλα για ενδεχόμενες εξελίξεις ακόμα στην δημοκρατικότερη (όπως θέλει να αποκαλείται) χώρα με το ισχυρότερο σύνταγμα.

Ο Μπαζ Γουίντριπ δεν δυσκολεύεται να πάρει το χρίσμα των Δημοκρατικών. Ήδη έχει πίσω του, διάφορους τύπους που επηρεάζουν περισσότερο ή λιγότερο το κοινωνικό σύνολο. Έναν ιεροκήρυκα, ο οποίος έχει μια επιτυχημένη ραδιοφωνική εκπομπή, μια συντηρητική κυρία που ηγείται μιας ένωσης γυναικών, η οποία υποστηρίζει ότι η θέση των γυναικών είναι στο σπίτι, ενώ η βιογραφία που έχει γράψει με τίτλο “Ώρα μηδέν” αποτελεί την “Βίβλο” των οπαδών του. Στο μανιφέστο του ο Γουίντριπ ουσιαστικά προαναγγέλει την πολιτική του. Θα διαλύσει τα συνδικάτα (ως υποκινούμενα από τους κομμουνιστές) δημιουργώντας την “Λεγεώνα των Ξεχασμένων Ανθρώπων” στην οποία θα πρέπει να ενταχθούν όλοι οι εργαζόμενοι. Θα δώσει επίδομα 5.000 δολλαρίων σε κάθε Αμερικανό ως οικονομική βοήθεια, ενώ θα δημιουργήσει ένα σώμα Πολιτοφυλακής, τους “Minute Men” (τους ανθρώπους της “στιγμής”-που παραπέμπει σε ένα αντίστοιχο σώμα που είχε δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια της Αμερικανικής επανάστασης). Οι μαύροι απαγορεύεται να ψηφίζουν, ενώ οι γυναίκες θα πρέπει να απολυθούν ή να διακόψουν οποιαδήποτε επαγγελματική απασχόλησή τους εκτός από ορισμένες για να αφοσιωθούν στις οικογένειές τους και στην ανατροφή των παιδιών τους.

Αντίπαλο δέος στις εθνικές εκλογές είναι ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος Γουώλτ Τράουμπριτζ, ένας ήπιος πολιτικός, ο οποίος μπροστά στον Γουίντριπ φαινόταν διανοούμενος, ενώ ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ μη δεχόμενος ότι ο υποψήφιος των Δημοκρατικών θα ήταν τέτοιου επιπέδου, δημιούργησε το Τζεφερσονιανό κόμμα  που περισσότερο μπέρδεψε παρά βοήθησε τον αγώνα κατά του Γουίντριπ.

Ο Ντορέμους Τζέσαπ, τόσο αφανής ως παρατηρητής, παρακολουθώντας τον γερουσιαστή Γουίντριπ από την ταπεινή του Βοιωτία, δεν μπορούσε να εξηγήσει την ικανότητά του να μαγεύει πολυπληθή ακροατήρια. Ο γερουσιαστής ήταν χυδαίος, σχεδόν αναλφάβητος, ένας δημόσιος τσαρλατάνος που εύκολα θα μπορούσε να ξεσκεπαστεί, και οι “ιδέες” του ηλίθιες, ενώ η εγνωσμένη σεμνότητά του αντιστοιχούσε σ' εκείνη ενός περιοδεύοντος πωλητή εκκλησιαστικών αντικειμένων, και το ακόμα πιο διάσημο χιούμορ του στον ύπουλο κυνισμό ενός επαρχιώτικου μικρομάγαζου.
Σίγουρα δεν υπήρχε τίποτα το συναρπαστικό στα λόγια των ομιλιών του ούτε κάτι πειστικό στη φιλοσοφία του. Οι πολιτικές του αξιώσεις δεν ήταν παρά τα φτερά ενός ανεμόμυλου. Εφτά χρόνια πριν από το σημερινό του Πιστεύω – αντλημένο από τον Λη Σάρασον, τον Χίτλερ, τον Γκότφριντ Φέντερ, τον Ρόκο, και πιθανότατα την επιθεώρηση Για σένα τραγουδώ – ο μικρός Μπαζ, πίσω στην πατρίδα, δεν είχε εισηγηθεί τίποτα πιο επαναστατικό απ' τη βελτίωση του στιφάδου στα πτωχοκομεία της περιφέρειας και αρκετά λαδώματα για τους έμπιστους τοπικούς κομματάρχες, δουλειές για τους γαμπρούς τους, τους ανιψιούς τους, τους συνεταίρους τους και τους πιστωτές τους.
....
Υπήρχαν δύο πράγματα, έλεγαν στον Ντορέμους, που αναδείκνυαν τούτο τον Δημοσθένη των αγρών. Ήταν ιδιοφυής ηθοποιός. Δεν υπήρχε πιο χειμαρρώδης θεατρίνος στη σκηνή, στις κινηματογραφικές ταινίες ούτε καν στον άμβωνα. Κουνούσε τα χέρια, χτυπούσε τραπέζια, στύλωνε τα μάτια με τρελό βλέμμα, ξερνούσε βιβλική οργή από το ορθάνοιχτο στόμα του· παρ' όλα αυτά μπορούσε να κανακέψει σαν στοργική μητέρα, να ικετέψει σαν πονεμένος εραστής, και ανάμεσα στα κόλπα του, μπορούσε να καρφώσει ψυχρά και σχεδόν περιφρονητικά το κοινό του με ενέσεις αριθμών και στοιχείων – αριθμούς και στοιχεία που ήταν αναπόφευκτα ακόμα κι αν, όπως συνέβαινε συχνά, ήταν απολύτως εσφαλμένα.”

Ο Ντορέμους δεν αργεί να ταχθεί υπέρ του Ρεπουμπλικανικού κόμματος για πρώτη φορά στη ζωή του, βλέποντας το αδιέξοδο που δημιουργείτο, και την προέλαση του Γουίντριπ προς την εξουσία. Ο αγώνας του όμως είναι μάταιος, ακόμα και άνθρωποι κοντινοί του, όπως ο μεγαλύτερος γιος του που είναι δικηγόρος, έλκονται από την πυγμή και την “αποφασιστικότητα” του δημαγωγού πολιτικού. Ελάχιστοι είναι δίπλα του, όπως η Λορίντα Πάικ, μια αρκετά νεότερή του ιδιοκτήτρια ταβέρνας με την οποία εκτός από φιλική έχει και ερωτική σχέση, η μικρή του κόρη του Σίς, ή δυο-τρεις άνθρωποι που ήταν κοντά του απ' όταν ήταν παιδιά.

Ο Γουίντριπ θα νικήσει στις εκλογές και πολύ σύντομα θα εφαρμόσει την πολιτική του, επιβάλλοντας σχεδόν αμέσως στρατιωτικό νόμο στη χώρα, καταδιώκοντας και συλλαμβάνοντας οποιονδήποτε δεν συμφωνούσε με τις ενέργειές του. Πολιτικοί αντίπαλοι, μαύροι, κομμουνιστές ενώ το κόμμα μετονομάζεται σε “Κορπορατικό” και η περίφημη “Λεγεώνα των Ξεχασμένων ανθρώπων” σε “κόρπο” - ένα σώμα που είναι υπεράνω νόμου και ασκεί εξουσία χωρίς όρια.
Ο Ντορέμους θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να μην εμπλακεί αλλά αυτό είναι αδύνατο. Οι πολιτικοί αντίπαλοι του Γουίντριπ – όσοι πρόλαβαν τουλάχιστον – έχουν καταφύγει στον Καναδά, αλλά τα περάσματα σιγά σιγά κλείνουν. Ο Ντορέμους βρίσκεται σε δίλημμα, είναι ένας επαρχιώτης διανοούμενος που επηρεάζει κάποιους ανθρώπους. Να προσπαθήσει κι αυτός να διαφύγει στον Καναδά; Τι θα κάνει; Τι μπορεί να προσφέρει σε έναν αγώνα που δείχνει μάταιος; Η αφύπνιση θα φέρει την αντίσταση και από εκεί την σύλληψη και τα βασανιστήρια, αλλά μια ελπίδα αρχίζει να αχνοφαίνεται στον ορίζοντα.

Όμως τι θα μπορούσε να περιμένει ένας καθημερινός εφημεριδάς, ειδικά εφόσον ήταν άνω των σαράντα πέντε, από μια ξένη χώρα – και πιο συγκεκριμένα αν είχε μια γυναίκα που την έλεγαν Έμα (ή Καρολίνα ή Νάνσι ή Γκριζέλντα ή οτιδήποτε άλλο), η οποία δεν θα ενθουσιαζόταν καθόλου με την ιδέα να μετακομίσει σε μια καλύβα, εις το όνομα της ελευθερίας και της τιμιότητας.
Έτσι επιχειρηματολογούσε ο Ντορέμους, όπως και μερικές ακόμα εκατοντάδες χιλιάδες επαγγελματίες, δάσκαλοι, δικηγόροι, και τα λοιπά, σε μερικές δεκάδες χώρες υπό δικτατορία, άνθρωποι που είχαν αρκετή συνείδηση για να αντιτίθενται στο καθεστώς και αξιοπρέπεια ώστε να μην εξαγοράζονται, αλλά χωρίς να είναι τόσο υπερφυσικά θαρραλέοι, ώστε να εξοριστούν με τη θέλησή τους ή να μπουν στο μπουντρούμι ή και στο ίδιο το σφαγείο εντέλει – ιδίως αν είχαν “συζύγους και οικογένειες να θρέψουν”.”

Το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Σίνκλερ Λιούις, είναι μια κλασσική πολιτική δυστοπία, στο είδος του “what if” βιβλίου, προπομπός του εκπληκτικού βιβλίου του σπουδαίου Φίλιπ Ροθ “Η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ”, όπου (σε μια ακόμα εφιαλτική υπόθεση, ενός συναρπαστικού "what if", ο Τσαρλς Λίντμπεργκ κερδίζει τις εκλογές του 1940 στρέφοντας τη χώρα προς τον ναζισμό). Ο συγγραφέας με καταιγιστικό τρόπο αφηγείται πως μπορεί ένας ολόκληρος λαός να παρασυρθεί χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία από κάποιους δημαγωγούς οι οποίοι εκμεταλλεύονται μια κοινωνικοπολιτική συγκυρία για να υλοποιήσουν τους στόχους τους. Είναι ανατριχιαστικές (αλλά και τόσο ρεαλιστικές) οι περιγραφές των συζητήσεων, όταν ακόμα και φιλελεύθεροι άνθρωποι βρίσκουν γοητεία στις υποσχέσεις και στις λαϊκιστικές διακηρύξεις του Γουίντριπ.

Μόνιμα χαραγμένη η φράση στα χείλη των ανυποψίαστων δημοκρατικών πολιτών, που πιστεύουν στις κλασσικές Αμερικανικές αρχές, της Δημοκρατίας και της πίστης στο Σύνταγμα: “Δεν γίνονται αυτά εδώ” - “εδώ είναι Αμερική” κλπ. Πόσο εύκολα όμως μπορούν όλες οι βεβαιότητες να καταρριφθούν και πόσο εύκολα να βρεθείς κάτω από ένα ασφυκτικό καθεστώς που σε καταπιέζει όλο και περισσότερο, σε σημείο να λες ότι “είμαι τυχερός που την βγάζω ακόμα καθαρή” ή ότι “μπήκε λίγη τάξη επιτέλους”.

Κάθε κεφάλαιο, κάθε σελίδα του βιβλίου ωθεί τον αναγνώστη σε πολιτικό προβληματισμό. Το σάστισμα του Ντορέμους μπροστά στις εξελίξεις, η πίστη του στην Δημοκρατία και στη φιλοσοφία όταν το μοναδικό βιβλίο που επιλέγει να τον συντροφεύει είναι “Η παρακμή της Δύσηςτου Σπένγκλερ, η συμμαχία του με τους Κομμουνιστές για να έρθει η αλλαγή, ξέροντας όμως ότι εάν εκείνοι αναλάβουν την εξουσία μπορεί να κάνουν και χειρότερα, η στάση της οικογένειάς του, η σταδιακή απομόνωσή του, το κάψιμο των βιβλίων της βιβλιοθήκης του, όταν ακόμα και ο Κάρολος Ντίκενς μπορεί να είναι επικίνδυνος για το καθεστώς.

Σίγουρα το μυθιστόρημα του Σινκλέρ Λιούις είναι επίκαιρο, λόγω της ανόδου του Ντ. Τραμπ στην εξουσία με τις θολές και αρκετά επικίνδυνες διακηρύξεις του, λόγω της ανόδου σε παγκόσμιο επίπεδο του εθνολαϊκισμού, και της δημαγωγίας. Αναρωτιέμαι όμως και πότε δεν ήταν επίκαιρο ένα τέτοιο βιβλίο, που γράφτηκε κατά την περίοδο της γοητείας που ασκούσαν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ο Λιούις στήριξε την μυθοπλασία του σε συγκεκριμένους πολιτικούς χαρακτήρες της εποχής, διότι την δεκαετία του '30, οι ολοκληρωτικές ιδέες ήταν πολύ δημοφιλείς στις Η.Π.Α. όπως και παντού, το μυθιστόρημά του όμως δείχνει περίτρανα ότι, η λογοτεχνία μπορεί να είναι η διορατικότερη και η πιο επαναστατική μορφή τέχνης και έκφρασης απέναντι σε κάθε σχέδιο γι' αυτό και ένα από τα πρώτα πράγματα που κάνει κάθε δικτατορικό καθεστώς είναι να κάψει βιβλία. Το “Δεν γίνονται αυτά εδώ” εκτός από ένα σχεδόν αριστουργηματικό μυθιστόρημα με ιδιαίτερο στυλ και χιούμορ, είναι ένα βιβλίο που μπορεί να είναι χρήσιμο σε όλους ως "τροφή για σκέψη" και ευρύτερο προβληματισμό, στο πόσο σχετικές είναι όλες οι έννοιες (πολιτικές και φιλοσοφικές), και στο πως πανεύκολα "γίνονται όλα εδώ, όπως κι αλλού".


 
Πέμπτη, Ιουλίου 13, 2017
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιουλίου 13, 2017 | Permalink
Το νησί του σημείου Νέμο
Ακαταμάχητο page-turner, παιγνιώδες και εξόχως συναρπαστικό, το νέο βιβλίο του πανέξυπνου, Γαλλοαλγερίνου συγγραφέα Jean-Marie Blas de Robles (Αλγερία,1954) με τίτλο "ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΣΗΜΕΙΟΥ ΝΕΜΟ" ("L'ile de Point Nemo"), (Εκδ. Πόλις, (ωραία) μετάφρ. Δ.Δημακόπουλος, σελ.444), είναι ουσιαστικά, ένα βιβλιοφιλικό παραλήρημα, φόρος τιμής στα περιπετειώδη αναγνώσματα της εφηβείας μας, τα οποία μας έκαναν να αγαπήσουμε τη λογοτεχνία.

"Τι μένει στη μνήμη μας, εκτός από μια αμυδρή και σκονισμένη περίληψη, από τα βιβλία που έχουν συνταράξει την ύπαρξή μας;"

Το "Νησί του σημείου Νέμο" είναι ένα μυθιστόρημα ύμνος στην μυθοπλασία και την αφήγηση. Στα 62 κεφάλαιά του, παρακολουθούμε διάφορες ιστορίες που δεν συνδέονται απαραίτητα μεταξύ τους. Υπάρχει μια κεντρική ιστορία, ξέφρενης και ιδιαίτερα γκροτέσκας περιπέτειας που δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο, με δεκάδες χαρακτήρες που κινούνται σε ένα ευρύτατο γεωγραφικό πλαίσιο από την Γαλλία μέχρι τα βάθη των ωκεανών, ενώ γύρω της εμπλέκονται και μερικές άλλες ιστορίες, οι οποίες, παρουσιάζουν ίσως μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την κεντρική.

"Αν το σκεφτείτε λίγο, κάθε βιβλίο είναι ο αναγραμματισμός ενός άλλου."

Ένα διαμάντι αμύθητης αξίας με το όνομα "Ananke" ("Ανάγκη"), χάνεται με μυστηριώδη τρόπο από το χρηματοκιβώτιο ενός κάστρου στα Χάιλαντς της Σκωτίας. Το διαμάντι ανήκε στην χήρα λαίδη Μακ Ρέι, η οποία ήταν περισσότερο γνωστή στα νιάτα της ως Κλώντια Σωσά (!!), ηρωίδα του περίφημου "Μαγικού βουνού" του Τόμας Μαν. Την επίλυση του μυστηρίου αναλαμβάνουν, ο ευφυέστατος αριστοκράτης Καντερέλ, μαζί με τον δεινό πότη των malts, Σάιλοκ Χολμς (απόγονο του γνωστού Σέρλοκ Χολμς) με τον ικανότατο και μυστηριώδη έγχρωμο μπάτλερ του Γκιγιόμ ενώ την "ομάδα" κλείνει η δαιμόνια γραμματέας του Καντερέλ, μις Σέριγκτον ικανή για τα πάντα. Το κυνήγι του χαμένου διαμαντιού τους οδηγεί από το Λονδίνο και ένα βαριετέ τσίρκου με μια στυγερή δολοφονία εκτός προγράμματος, στον Υπερσιβηρικό όπου στη διαδρομή συμβαίνουν διάφορες εξωφρενικές περιπέτειες ενώ η συντροφιά μεγαλώνει με έναν γιατρό και άλλους. Από το Πεκίνο μεταβαίνουν με αερόστατο στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας και από εκεί προσπαθούν να φτάσουν στο "νησί του σημείου Νέμο" όπου θεωρούν ότι βρίσκεται το κλειδί της ιστορίας η οποία μπερδεύεται όλο και περισσότερο. Τι είναι όμως το περίφημο αυτό νησί;

"...είναι το χαριτωμένο παρατσούκλι που έδωσαν οι επιστήμονες στον "απρόσιτο θαλάσσιο πόλο", το σημείο του ωκεανού που απέχει περισσότερο από κάθε στεριά. Μια αναφορά στον πλοίαρχο Νέμο, στην ακραία και γοητευτική μισανθρωπία του."

Όταν φθάσουν μετά από διάφορα εξωφρενικά συμβάντα, θα διαπιστώσουν ότι βρίσκονται σε ένα διαφορετικό "νησί" δημιουργημένο από απόβλητα όλων των ειδών, πλαστικά, γκουανό κλπ. Εκεί η περιπέτεια θα αποκτήσει ένα ξέφρενο και αλλόκοτο ρυθμό μέχρι την τελική λύση.

Οι υπόλοιπες ιστορίες που εμπλουτίζουν και δίνουν ένα διαφορετικό ύφος στο βιβλίο, είναι ποικίλες και ιδιαίτερα ευρηματικές οι περισσότερες.
Είναι η περιπέτεια του Αρνώ, ενός ονειροπόλου επιχειρηματία κατασκευής κουβανέζικων πούρων στη Γαλλία, με δημόσιους αναγνώστες, όπως στις παλιές και ξακουστές βιοτεχνίες της Καραϊβικής, κι όπου εκεί γνωρίζει και ερωτεύεται την μετέπειτα σύζυγό του Ντυλσί, μια γυναίκα που του μεταφέρει το μεγάλο πάθος της για τη λογοτεχνία. Η προσπάθεια όμως του Αρνώ συντρίβεται παταγωδώς και εκείνος προσλαμβάνεται ως αναγνώστης μυθιστορημάτων και ειδήσεων, στη Κινέζικη εταιρία του κου Γουόνγκ που αγόρασε τον χώρο που είχε φτιαχτεί για την κατασκευή πούρων. Η εταιρία του βιτσιόζου Γουόνγκ κατασκευάζει ηλεκτρονικές συσκευές ανάγνωσης, αλλά, ο Κινέζος επιχειρηματίας λίγη σχέση έχει με τη λογοτεχνία ή την ανάγνωση, και το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι, να παρακολουθεί τις εργάτριες του καθώς αλλάζουν στα αποδυτήρια με κρυφές κάμερες και να εκπαιδεύει ταχυδρομικά περιστέρια.
Είναι επίσης η περιπέτεια ενός χάκερ που τον έχει εγκαταλείψει η μητέρα του από μικρό, και καθώς είναι ερωτευμένος με μια υπάλληλο του κου Γουόνγκ, η οποία πέφτει θύμα των ορέξεων του εργοδότη της, θα πυροδοτήσει μια καταστροφική κυβερνοεπίθεση στην επιχείρηση του αδίστακτου επιχειρηματία.
Είναι και η - φαινομενικά άσχετη με τα υπόλοιπα - ιστορία του τρομερού ζεύγους των Μπονασιέ, όπου η στυτική δυσλειτουργία του κυρίου έχει φέρει σε απόγνωση την "αισθησιακή" (στα όρια του γελοίου), σύζυγό του Κάρμεν, η οποία δοκιμάζει διάφορες ανατριχιαστικές μεθόδους στο πέος, του μάλλον βλάκα συζύγου της.

"Κάθε  πραγματικότητα έχει τις ρίζες της σε κάποια προϋπάρχουσα μυθοπλασία."


Το βιβλίο είναι γεμάτο από διακειμενικές αναφορές σε άλλα βιβλία - κυρίως περιπετειώδη του 19ου αιώνα. Ουσιαστικά είναι ένα μπαρόκ pastiche, χορταστικό και γκροτέσκο. Η έντονη βιβλιοφιλία του συγκινεί, και σε μεταφέρει στα παιδικά σου χρόνια, καθώς από τις σελίδες του παρελαύνουν, τα μυθιστορήματα του Ιούλιου Βερν, οι εξαιρετικές περιπέτειες που σκαρφίστηκε ο μέγας Robert Luis Stevenson, ο Κόμης Μοντεχρήστος (ως το απόλυτο μυθιστόρημα αφύπνισης και επαναστατικότητας), τα λαϊκά μυθιστορήματα του Ευγένιου Σύη, οι γρίφοι του Κόναν Ντόιλ, οι ιστορίες του Βίκτορα Ουγκό ενώ δεν λείπουν, άλλοτε οι ευθείες αναφορές σε συγγραφείς όπως ο Τόμας Μαν ή ο Μέλβιλ, άλλοτε το κλείσιμο του ματιού σε Μπόρχες και άλλους.

Η δράση τοποθετείται σε ένα χωρόχρονο που ποικίλλει από το 1930 έως το κοντινό μέλλον. Ο αναγνώστης στην αρχή μπερδεύεται, καθώς προσπαθεί να εντοπίσει το χρονικό πλαίσιο, αργότερα, αφήνεται στον ιλιγγιώδη ρυθμό, στον καταιγισμό εικόνων και σκηνών, πλείστες δε φορές, πιάνει τον εαυτό του να παρασύρεται με ένα συνεχές χαμόγελο στην ακατάπαυστη δράση που δεν τον αφήνει να πάρει ανάσα - ενώ τα ευφυέστατα ιντερλούδια που έχουν ως τίτλο "τελευταία νυχτερινά τηλεγραφήματα", δίνουν ανάσα στην κεντρική περιπέτεια που ενίοτε γίνεται εντελώς αλλόκοτη.

"Κάθε γραπτή φράση είναι οιωνός. Αν τα γεγονότα είναι επαναλήψεις, ανασυνθέσεις, περισσότερο ή λιγότερο πιστές, ιστοριών που οι άλλοι έχουν ονειρευτεί πριν από εμάς, τότε ποιο είναι το ξεχασμένο βιβλίο, ο πάπυρος, η πήλινη πινακίδα που ξεπατικώνουν οι ζωές μας μορφάζοντας απειλητικά;"

Οι αναρίθμητες ανατροπές στην ιστορία της εξαφάνισης του διαμαντιού, όπως και οι συνεχείς αλλαγές ύφους και ρυθμού στο βιβλίο, προσδίδουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αλλά κάποιες φορές, ο αναγνώστης κουράζεται από το παιχνίδι γρίφων, εξηγήσεων που δείχνει μια επίδειξη ευφυίας από τη μεριά του συγγραφέα.


Το χιούμορ και η ειρωνεία που διαπερνούν τις σελίδες του, χαρίζουν στιγμές μεγάλης απόλαυσης, αλλά στο σύνολό του, το βιβλίο του Blas de Robles, είναι εμφανώς κατώτερο από το προηγούμενο μυθιστόρημα του, το εκπληκτικό "Εκεί που ζουν οι τίγρεις". Αν δεν υπήρχαν οι (υπερβολικές ίσως, τ'ομολογώ γιατί είναι άδικο) προσδοκίες και απαιτήσεις, μετά την ανάγνωση εκείνου του βιβλίου, ίσως αξιολογούσαμε διαφορετικά το "Νησί του σημείου Νέμο", το οποίο είναι πάνω απ' όλα ένα εντυπωσιακότατο τεχνικά page-turner μυθιστόρημα, το οποίο - κυρίως αν ξαναγίνεις παιδί - σε συναρπάζει και σου χαρίζει εξαιρετικές στιγμές. 



1
 
Τετάρτη, Ιουλίου 05, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουλίου 05, 2017 | Permalink
Η αφοπλιστική γοητεία του Henry James
Η υπέροχη συλλογή διηγημάτων του σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα Henry James (1843-1916), με τίτλο “ΕΝΤΕΚΑ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ”, (εκδ. Μεταίχμιο, μετάφρ. Κατερ. Σχινά, σελ.468), δεν είναι απλά, ακόμα ένα βιβλίο με διηγήματα του μεγάλου συγγραφέα που ευτυχώς έχει πολυμεταφραστεί στη χώρα μας. Είναι μια εξαιρετική και ουσιαστικά πλήρης, συλλογή διηγημάτων, η οποία, αντικατοπτρίζει πανοραμικά, την πορεία του προς την ωριμότητα, από τα πρώτα νεανικά του διηγήματα, μέχρι, το τελευταίο του αφήγημα που εκδόθηκε λίγα χρόνια πριν τον θάνατό του.

Ο Χένρι Τζέιμς, ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της παγκόσμιας λογοτεχνίας, με αρκετά πολυσέλιδα μυθιστορήματα, που μερικά από αυτά θεωρούνται (και είναι) αριστουργηματικά, ήταν ένας σπουδαίος στυλίστας, ένας οξυδερκής και βαθιά ατμοσφαιρικός δημιουργός, ο οποίος ξεκίνησε ως ρεαλιστής για να ωριμάσει και να εξελιχθεί σε έναν συγγραφέα υπαινικτικό που δίνει έμφαση στη λεπτομέρεια ανατέμνοντας τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής.

Το έργο του Τζέιμς χαρακτηρίστηκε από τον έντονο κοσμοπολιτισμό του, την λατρεία του προς την Ευρώπη και ειδικότερα την Βρετανία. Οι οξυδερκείς περιγραφές των Αμερικανών στην Ευρώπη, των αστικών σαλονιών, των αφελών συμπατριωτών του μπροστά στους “πιο προηγμένους” πνευματικά Ευρωπαίους, οι διαφορές των δύο ηπείρων – η αποξένωση των ανθρώπων, τα βάσανα των ανεξάρτητων γυναικών, ο γάμος και οι επιπτώσεις του, η καλυμμένη ομοφυλοφιλία, οι Βικτωριανοί κώδικες, η υποκρισία της αστικής τάξης, κυριαρχούν στα έργα του που σε συνδυασμό με την λεπτότητα και το απαράμιλλο ύφος του λόγου του, τα καθιστούν ακαταμάχητα.

Όπως έγραψε ο T.S.Eliot, “Το επίκεντρο στα έργα του Τζέιμς, δεν είναι κάποιος χαρακτήρας ή έστω μια ομάδα χαρακτήρων μέσα σε μια πλοκή (...). Είναι πάντα μια κατάσταση, μια σχέση, μια ατμόσφαιρα, στην οποία συνεισφέρουν τα πρόσωπα μόνο όσο τους επιτρέπει ο συγγραφέας.”


Πάμε λοιπόν να δούμε τα διηγήματα αναλυτικά:

Στο πρώτο διήγημα με τίτλο “Τραγικό λάθος” μια κυρία κάτοικος παραθαλάσσιας πόλης της Γαλλίας, πληροφορείται ότι ο σύζυγός της επιστρέφει στο σπίτι, μετά από πολυετή απουσία στο εξωτερικό. Προκειμένου να μην αποκαλυφθεί ο ερωτικός της δεσμός με έναν κύριο, σχέση για την οποία μιλάει όλη η πόλη, σχεδιάζει τον φόνο του συζύγου της, μόλις εκείνος αποβιβαστεί από το πλοίο που τον μεταφέρει. Ένα τραγικό λάθος όμως διαπράττεται και το αποτέλεσμα είναι τελείως διαφορετικό. Νεανικό διήγημα του Τζέιμς, που γράφτηκε όταν ο συγγραφέας ήταν μόλις 21 ετών. Διακρίνονται τα πρώτα δείγματα του ύφους που τον καθιέρωσε, οι λεπτές αποχρώσεις των συναισθημάτων, η ψυχολογική παρατήρηση των χαρακτήρων.

Στο εξαιρετικό “Τέσσερις συναντήσεις” που είναι το δεύτερο διήγημα της συλλογής, και ένα από τα διασημότερα του συγγραφέα, είναι ευδιάκριτα τα στοιχεία της υψηλής ποιότητας του Τζέιμς. Μια αφελής Αμερικανίδα επαρχιώτισσα δασκάλα μαζεύει χρήματα για να πραγματοποιήσει το όνειρό της – ένα ταξίδι στην Ευρώπη. Μετά από προσπάθειες πολλών ετών, το επιτυγχάνει, αλλά μόλις αποβιβάζεται στη Χάβρη, ένας ξάδερφός της, της αποσπάει όλα της τα χρήματα, με την υπόσχεση, ότι θα της τα επιστρέψει. Εκείνη κρατάει μόνο τα χρήματα για το εισιτήριο της επιστροφής, που πραγματοποιεί την επόμενη ημέρα. Το ταξίδι στην Ευρώπη θα είναι ένα άπιαστο όνειρο ζωής καθώς τα βάσανά της με τον ξάδερφο της δεν έχουν τελειωμό. Η αμερικάνικη αφέλεια, η υποκρισία, ο θαυμασμός προς οτιδήποτε ευρωπαϊκό, τα καταπιεσμένα συναισθήματα χαρακτηρίζουν αυτό το θαυμάσιο κείμενο.

Η τρίτη ιστορία με τίτλο “Μια δέσμη επιστολών” είναι ένα σατυρικό “επιστολικό” διήγημα, πολύ διαυγές και διεισδυτικό όσον αφορά τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων που περιγράφει. Μια πανσιόν στο Παρίσι, όπου παρέχεται η ευχέρεια εκμάθησης της γλώσσας, δια του διαλόγου με πραγματικούς Γάλλους, κι ένα γαϊτανάκι διαφορετικών ανθρώπων που περιγράφονται μέσα από τις επιστολές τους. Αμερικανίδες που η μια σνομπάρει την άλλη, κι ένας Βοστονέζος που νομίζει ότι είναι ευφυής - αλλά οι υπόλοιποι τον θεωρούν ελαφρώς βλάκα, ένας υπερεθνικιστής Γερμανός, Άγγλοι που είναι τόσο σνομπ ώστε να μη καταλαβαίνουν τους συγκατοίκους τους κι ένας Γάλλος δάσκαλος που χρησιμοποιεί τα μαθήματα για να αποπλανεί όμορφες αλλοδαπές.

Στο τέταρτο διήγημα, το αριστουργηματικό (και ένα από τα αγαπημένα μου της συλλογής), με τίτλο “Μπρούκσμιθ”, ένας μπάτλερ συνειδητοποιεί ότι δεν έχει επαγγελματικό μέλλον μετά την βαριά ασθένεια και τον θάνατο του διανοούμενου αριστοκράτη κυρίου του. Ο Μπρούκσμιθ, ο μπάτλερ του διηγήματος αποτελούσε τον οργανωτή και τον ιθύνοντα νου πίσω από τις λογοτεχνικές και καλλιτεχνικές βραδιές που διοργανώνονταν στην οικία που υπηρετούσε. Θεωρεί λοιπόν ότι δεν θα δυσκολευτεί να να βρει μια δουλειά “αντάξια” των υπηρεσιών του. Συνειδητοποιεί όμως ότι αποτελούσε μέρος της διακόσμησης για τους καλεσμένους, λόγω της κοινωνικής του θέσης. Έτσι λοιπόν η πτώση θα είναι απότομη. Υποδόριο κοινωνικό σχόλιο για την βικτοριανή Αγγλία αλλά και εξαιρετικό ψυχογράφημα, όπου το λεπτό ύφος του Τζέιμς βρίσκεται στα καλύτερά του.

Θυμάμαι ολοζώντανα κάθε χαρακτηριστικό εκείνου του σπιτιού: από το έντονα λονδρέζικο ύφος των γκρίζων κτιρίων στην απέναντι πλευρά του δρόμου, που οι προσόψεις τους αποκαλύπτονταν μέσα από το χώρισμα των λευκών παραπετασμάτων στα ψηλά του παράθυρα, ως και το ακριβές σημείο όπου, κάποιο απομεσήμερο, άφησα το φλιτζάνι του τσαγιού στον Μπρούκσμιθ, που χασομερούσε εκεί γύρω, κι εκείνος το μάζεψε σαν να έκοβε λουλούδι. Το καθιστικό του κυρίου Όφορντ ήταν πράγματι ο κήπος του Μπρούκσμιθ, το περιποιημένο και καλοκλαδεμένο του ανθρώπινο παρτέρι, και αν όλοι μας ανθίζαμε εκεί και ωριμάζαμε στις θέσεις μας, αυτό, σε μεγάλο βαθμό, οφειλόταν στην επίβλεψή του.”

Η πέμπτη ιστορία με τίτλο “Ιδιωτική ζωή” είναι ένα μοντερνιστικό αφήγημα (σχεδόν νουβέλα), όπου ο Τζέιμς τονίζει την διάκριση ανάμεσα στον ιδιωτικό εαυτό και στην δημόσια εικόνα, χρησιμοποιώντας στοιχεία από τη λογοτεχνία του φανταστικού ή και την ψυχανάλυση, καθώς ο ένας από τους ήρωες, ο διάσημος συγγραφέας Κλέρ Βόντρεϊ έχει έναν έτερο εαυτό ως σωσία (doppelganger), ο οποίος παράγει το έργο κλεισμένος σε ένα δωμάτιο, ενώ ο συγγραφέας που όλοι βλέπουν δεν είναι παρά μια κοσμοπολίτικη φιγούρα ειδικός στις δημόσιες σχέσεις. Ο Τζέιμς χρησιμοποιεί ακόμα και ένα άλλο τρικ, παρουσιάζοντας έναν λόρδο να είναι αόρατος στις προσωπικές του στιγμές, να μην υφίσταται ουσιαστικά, ενώ “ζωντανεύει” και κυριαρχεί στην κουβέντα όταν βρίσκεται με κόσμο. Μια ιδιοφυής σύνθεση με φόντο τις χιονισμένες Άλπεις.

Για το επόμενο διήγημα, το εκπληκτικό “Η μέση ηλικία” δεν θα γράψω πολλά, μιας και το είχα παρουσιάσει πριν από περίπου 3 χρόνια, όταν είχε εκδοθεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μελάνι. Είναι μια μοναδικά γραμμένη ιστορία, για τον χρόνο, τη δημιουργία, την αρρώστια, το γήρας και τις χαμένες ευκαιρίες.

Στο συγκλονιστικό “Τροχό του χρόνου”, το πολυσέλιδο (62 σελίδες) διήγημα του Τζέιμς, βρίσκουμε τον συγγραφέα στα καλύτερά του, σε ένα θέμα που το χειρίζεται τόσο ιδανικά όσο κανείς. Η φθορά του χρόνου, η υποκειμενικότητα της ομορφιάς, η εκδίκηση της μοίρας αναπαριστώνται στην ιστορία τεσσάρων ανθρώπων. Στο Λονδίνο του τέλους του 19ου αιώνα, η Φάνι με την άχαρη και μέτρια εμφάνιση αλλά με την μεγάλη προίκα λίγο πριν την πολυαναμενόμενη πρόταση γάμου εγκαταλείπεται από τον πανέμορφο Μόρις, ο οποίος φεύγει στην Ευρώπη για να μη την παντρευτεί αδυνατώντας να αντέξει την εμφάνισή της. Αρκετά χρόνια μετά, ο Μόρις επιστρέφει στην Αγγλία με την άχρωμη, κοντή και ασχημούλα κόρη του, η οποία έλκεται από ένα πολύ ωραίο νεαρό που τυχαίνει να είναι γιός της Φάνι (κας Τρέτζεντ πλέον) – η οποία στη μέση ηλικία έχει βελτιώσει θεαματικά την εμφάνισή της.

“ Η μακρά εποχή του πάθους είχε περάσει, όμως μπροστά τους ανοιγόταν μια μακρά εποχή αφοσίωσης. Όταν όλα αυτά άστραψαν ολοζώντανα μπροστά του, ο Μόρις ένιωσε ότι τα λόγια δεν αρκούσαν για να εκφράσει πόσο εκτιμούσε, ή , για την ακρίβεια, ότι η εκτίμηση του μπορούσε να εκφραστεί μόνο με τη σιωπή, ή έμμεσα. Ήταν αδύνατον να της πει, έστω και αστειευόμενος: “ Είναι μεγάλη καλοσύνη σου που είσαι ερωτευμένη μ' έναν γάιδαρο”, ότι είχε δικαιώματα πάνω της – κάτι που του απαγόρευε ρητά η αναγεννημένη του λεπτότητα. Έσκυβε το κεφάλι μπροστά σε μια τέτοια ευλογία και φαινόταν να αντιλαμβάνεται ότι η επιθυμία της κυρίας Τρέτζεντ να συμφιλιωθεί μαζί του ήταν ένα αίσθημα ανεξάρτητο από οποιαδήποτε προοπτική οφέλους και αδιάφορο για οποιαδήποτε πιθανότητα ανταμοιβής. Η αγοραία γλώσσα θα περιέγραφε το συναίσθημα αυτό, μετά από τόσα συμβάντα που είχαν έλθει και παρέλθει, ως “έρωτα” - ως μια κατάσταση, δηλαδή, ενστικτώδη και απλή, που και οι δύο είχαν αφήσει πολύ πίσω τους· κι έτσι, εγκαταστάθηκε μεταξύ τους ένα είδος αμοιβαιότητας που θα μπορούσε να θεωρηθεί σχεδόν ύβρις.”

Παιχνίδι με τα λογοτεχνικά όρια και τη μυθοπλασία εν γένει, στο επόμενο διήγημα της συλλογής “Η ιστορία μέσα του”, όπου η ειρωνεία είναι διάχυτη και οι διάλογοι σπινθηροβόλοι. Δύο γυναίκες και ένας άντρας σε ένα σαλόνι συζητούν για τη λογοτεχνία και την ανάγνωση σε μια ιστορία που αφορά όσους έχουν προβληματισθεί για το αν το διάβασμα επηρεάζει τη ζωή τους, αν διαβάζοντας “αποσυρόμαστε από τη ζωή”, εάν μια αφήγηση μπορεί να γίνει πιο δυνατή όταν ο δημιουργός της έχει ζήσει τα περιστατικά που αφηγείται.

 Σύντομη και η ιστορία που ακολουθεί, με τίτλο, “Η χροιά του χρόνου”, αλλά από τις πιο δυνατές της συλλογής. Μια ζωγράφος αναλαμβάνει να ζωγραφίσει το πορτρέτο ενός άνδρα χωρίς να έχει ούτε μια φωτογραφία του, ούτε μια περιγραφή του, η μοναδική απαίτηση της μυστηριώδους κυρίας που το παραγγέλνει, είναι να δείχνει γοητευτικός και πάνω του να φαίνεται, “η χροιά του χρόνου”. Η ζωγράφος καταφέρνει να φέρει εις πέρας την αποστολή και να δημιουργήσει ένα πίνακα εξαίσιο, μόνο που τελικά το πορτρέτο αναπαριστά έναν άντρα όχι τόσο άγνωστο, όπως αποδεικνύεται, στην δημιουργό και στην κυρία που το παράγγειλε.

Στο εξαιρετικό “Τζούλια Μπράιντ”, που είναι ουσιαστικά νουβέλα αφού εκτείνεται σε 52 σελίδες, η ομώνυμη ηρωίδα, ατακτούλα (για την εποχή) νεαρά, ετοιμάζεται να παντρευτεί έναν γόνο αριστοκρατικής και πάμπλουτης οικογένειας, ο οποίος όμως την υποπτεύεται για αμαρτωλό παρελθόν. Η Τζούλια αποδύεται σε εκστρατεία εξυγίανσης της κακής της φήμης που δημιουργήθηκε μέσα από τα κουτσομπολιά μιας υποκριτικής κοινωνίας. Σάτιρα αλλά και ψυχογράφημα της υποκρισίας της ανώτερης αστικής τάξης των Η.Π.Α. και ταυτόχρονα σύγκριση με την ελεύθερη σκέψη της Ευρώπης σε ένα από τα καλύτερα διηγήματα της συλλογής.

 Το τελευταίο (11ο) διήγημα που περιλαμβάνεται στο βιβλίο είναι ένα από τα καλύτερα του μεγάλου συγγραφέα και δείγμα της απόλυτης ωριμότητάς του. Έχει τίτλο “Ένας γύρος επισκέψεων” και πρόκειται για την τελευταία ιστορία που έγραψε ο James. Ο Μαρκ Μάντιθ φτάνει στη Ν.Υόρκη κατεστραμμένος οικονομικά μετά την κλοπή που διέπραξε ο – κάτι περισσότερο από – φίλος και διαχειριστής της περιουσίας του. Χάλια ψυχολογικά, προσπαθεί μέσα από ένα κύκλο επισκέψεων σε γνωστούς να ξεπεράσει το πρόβλημά του αλλά και να βρει τον υπεύθυνο της ζημιάς. Η αναπάντεχη όμως συνάντηση με έναν παλιό του συμφοιτητή θα του καταδείξει τα μυστικά της ανθρώπινης ψυχής και την υποκρισία που κρύβεται στους επιχειρηματικούς και οικονομικούς κύκλους της Ν.Υόρκης. Κοινωνικό σχόλιο και ταυτόχρονα ψυχολογική προσέγγιση της ανώτερης αστικής τάξης.

Το βιβλίο κλείνει με τις ακροτελεύτιες σημειώσεις του Henry James, μετά την εγκεφαλική αιμορραγία που υπέστη τον Δεκέμβριο του 1915, ασθένεια η οποία οδήγησε στον θάνατό του. Παραληρηματικά μικρά κείμενα, όπου ο μεγάλος συγγραφέας ευρισκόμενος σε σύγχυση οραματίζεται ότι είναι ο Ναπολέων Βοναπάρτης διατηρώντας όμως την κομψότητα και την υπαινικτικότητα στη γραφή του.

Η γοητεία που αποπνέουν οι ιστορίες του Τζέιμς είναι αφοπλιστική και η αναγνωστική απόλαυση εγγυημένη. Είναι θαυμαστή η δουλειά της (πάντα εξαίρετης) μεταφράστριας Κατερίνας Σχινά στην καταπληκτική επιλογή των ιστοριών, στην υπέροχη εισαγωγή της (από την οποία δανείστηκα πολλά κομμάτια της αρχής), όπως και στην εισαγωγή της κάθε ιστορίας με διευκρινίσεις γύρω από το ύφος και την χρονολογία που δημοσιεύτηκε. Μια πλήρης εργασία που δεν υποστηρίζεται επαρκώς από το τελείως αποτυχημένο εξώφυλλο της έκδοσης που θυμίζει βιβλίο Χημείας της Β' λυκείου, αδικώντας το εσωτερικό του όπως και την αξία του μεγάλου συγγραφέα.







 
Τετάρτη, Ιουνίου 28, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουνίου 28, 2017 | Permalink
Τα Κορίτσια
Ήμουν μικρό παιδί το καλοκαίρι του '69, όταν σοκαρισμένος (όπως όλη η υφήλιος) παρακολουθούσα στις εφημερίδες της εποχής (ναι, τα μικρά παιδιά διάβαζαν εφημερίδες τότε), ή στα τηλεοπτικά δελτία της κρατικής τηλεόρασης, τα γεγονότα της στυγερής δολοφονίας της Σάρον Τέιτ (συζύγου του Ρομάν Πολάνσκι) και μερικών φίλων τους που έτυχε να βρίσκονται στο σπίτι, από την σέκτα του Τσαρλς Μάνσον. Οι περιγραφές ήταν φρικιαστικές, η βία ήταν ασύλληπτη, το ίδιο το γεγονός χαράχτηκε βαθιά στη μνήμη μου και αργότερα, μεγαλύτερος πλέον, διάβασα πολλά άρθρα, είδα ντοκιμαντέρ γύρω από αυτό. Η νεότατη Αμερικανίδα συγγραφέας Emma Cline (Καλιφόρνια,1989), εμπνέεται από την ιστορία της ομάδας του Τσαρλς Μάνσον, και πραγματοποιεί ένα θεαματικό και ιδιαίτερα επιτυχημένο ντεμπούτο στη λογοτεχνική σκηνή, με το θαυμάσιο μυθιστόρημά της, "ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ" ("The Girls"), (Εκδόσεις Ψυχογιός, (ωραία) μετάφρ. Ε.Τσιρώνη, σελ. 389).


"Κακόμοιρα κορίτσια. Ο κόσμος τα τρέφει με την υπόσχεση της αγάπης. Πόσο πολύ τη θέλουν, και πόσο λίγη θα πάρουν στη ζωή τους τα περισσότερα. Τα μελιστάλαχτα ποπ τραγούδια, τα φορέματα που περιγράφονται στους καταλόγους με λέξεις όπως "ηλιοβασίλεμα" και "Παρίσι". Και μετά τους αποστερούν τα όνειρα ξεριζώνοντάς τα με εκπληκτική βιαιότητα· το χέρι που ξηλώνει τα κουμπιά του μπλου τζιν, οι επιβάτες του λεωφορείου που αποστρέφουν το βλέμμα από τον άντρα που ωρύεται στη φιλενάδα του."

Το βιβλίο κορυφώνεται με μια βίαιη και παράλογη πράξη καθώς το αίμα τρέχει στο γρασίδι και στη πισίνα της πολυτελούς βίλας του Χόλιγουντ. Δύο γυναίκες σφαγμένες, ένα μικρό παιδί μαχαιρωμένο, ένας νεαρός άντρας νεκρός. Η Ίβι Μπόιντ θυμάται το γεγονός που σημάδεψε την εφηβεία της, τη ζωή της. Είναι μια μεσήλικας που ζει λάθρα, πηγαίνοντας από δω κι από κεί. Σχεδόν αόρατη. Οι μέρες της περνούν μοναχικά, φιλοξενούμενη στο σπίτι ενός πρώην κολλητού της. Η επίσκεψη του χαμένου στα ναρκωτικά γιού του και της φίλης του θα της θυμίσει τα δικά της νιάτα και θα κάνει μια αναδρομή στο παρελθόν και σε αυτό το καλοκαίρι που καθόρισε τη ζωή της.

"Οι έφηβοι κατοικούν σ' έναν κρυμμένο κόσμο και αναδύονται απ' αυτόν σπάνια, μόνο όταν αναγκάζονται, εκπαιδεύοντας έτσι τους γονείς τους στην απουσία τους."

Η Ίβι Μπόιντ ήταν 14 χρονών, το καλοκαίρι του '69. Μια ευαίσθητη και μοναχική έφηβη που βαριόταν τις μακρόσυρτες και ζεστές ημέρες στην Καλιφόρνια. Οι γονείς της είχαν χωρίσει, εκείνη έμενε με τη μάνα της που είχε αρχίσει να βγαίνει τα βράδια προσπαθώντας να ξεπεράσει το σοκ, της απιστίας του άντρα της (και πατέρα της Ίβι) και του έρωτά του για την νεαρά γραμματέα του. Η Ίβι είναι αδιάφορη για το τι συμβαίνει γύρω της, οι πρώτες σεξουαλικές ανησυχίες χτυπάνε τη πόρτα, και τα τρία περίεργα κορίτσια που βλέπει στο πάρκο να "γλιστράνε σαν αερικά" ανάμεσα στις παχουλές οικογένειες την έλκουν με ένα τρόπο μαγικό. Μια τυχαία στιγμή σε ένα σούπερ μάρκετ και η γνωριμία γίνεται με την Σούζαν, το μεγαλύτερο κορίτσι που είναι 19 χρονών. Τα υπόλοιπα είναι μια απλή διαδικασία, η Ίβι θα πάει στο ράντσο που μένουν και εκεί θα γνωρίσει σε "μια τελετή μύησης" τον αρχηγό και δημιουργό της σέκτας, τον Ράσελ Χάντρικ, έναν wannabe μουσικό, ο οποίος έχει την ικανότητα να γοητεύει όποιον συναναστρέφεται, με ειδίκευση στα νεαρά αποπροσανατολισμένα κορίτσια που ψάχνουν για τρυφερότητα και αγάπη.

Ο Ράσελ εναλλάσσει τις παρτενέρ του καθημερινά, γρατζουνάει την κιθάρα του και θεωρεί τον εαυτό του ένα μουσικό ταλέντο που προορίζεται να "λάμψει στη μουσική βιομηχανία", πιέζει δε τον Μιτς, έναν επιτυχημένο μουσικό παραγωγό να τον βάλει στο στούντιο ηχογράφησης, προσφέροντάς του τα κορίτσια του, μήπως μπορέσει να τον πείσει. Η Ίβι ακολουθεί χαλαρά τη ζωή στο ράντσο, μένοντας μερικές ημέρες εκεί, φεύγοντας και πηγαίνοντας στο σπίτι της τις υπόλοιπες. Καθώς είναι η μικρότερη δεν της δίνουν πολλή σημασία, ενώ εκείνη, γοητευμένη και σχεδόν ερωτευμένη με την Σούζαν, παρακολουθεί προσεκτικά κάθε κίνησή της, κάθε άγγιγμά της, αποτελεί ένα πρότυπο που θαυμάζει, χωρίς να φαντάζεται για αυτό που θα ακολουθήσει.

"Ήμουν δεκατεσσάρων εκείνο το καλοκαίρι. Η Σούζαν δεκαεννιά. Υπήρχε ένα θυμίαμα που έκαιγε καμιά φορά η ομάδα μας έκανε νυσταλέες και ενδοτικές. Η Σούζαν να διαβάζει φωναχτά από ένα παλιό τεύχος του Playboy. Οι αισχρές και φωτοβόλες πολαρόιντ που κρύβαμμε και ανταλλάσσαμε σαν κάρτες του μπέιζμπολ.
Ήξερα πόσο εύκολα θα μπορούσε να συμβεί το παρελθόν ανά χείρας, όπως το αθέλητο νοητικό ολίσθημα μιας οπτικής ψευδαίσθησης. Ο τόνος μιας μέρας συσχετισμένος με κάποιο συγκεκριμένο αντικείμενο: Το σιφόν φουλάρι της μητέρας μου, την υγρασία μιας κομμένης κολοκύθας. Ορισμένα σχήματα που έφτιαχνε η σκιά. Ακόμα και η λάμψη του ήλιου στην οροφή ενός άσπρου αυτοκινήτου μπορούσε να σηκώσει μέσα μου ένα στιγμιαίο, θνησιγενές κύμα, επιτρέποντας μια φλούδα επιστροφής. Είχα δει παλιά περλέ κραγιόν της Yardley - τώρα τίποτα παραπάνω από κηρώδη θρύμματα - να πουλιούνται για εκατό δολάρια στο internet. Έτσι ώστε οι γυναίκες που είχαν μεγαλώσει να μπορέσουν να οσμιστούν ξανά εκείνη τη χημική λουλουδάτη πνιγηρότητα. Τόσο πολύ το ήθελαν οι άνθρωποι - να ξέρουν ότι η ζωή τους είχε συμβεί, ότι το άτομο που ήταν κάποτε εξακολουθούσε να υπάρχει μέσα τους."


Στο ύφος της πρωτοεμφανιζόμενης Κλάιν, σε κερδίζει η αμεσότητα και η σχεδόν εξομολογητική αναπαράσταση των γεγονότων. Η Ίβι θυμάται χωρίς να μετανιώνει, αποστασιοποιημένη πλέον, είναι μια άλλη. Εκείνο που απασχολεί την συγγραφέα είναι η εφηβεία, το γιατί αυτά τα κορίτσια γοητεύονταν από "απατεώνες" σαν τον Ράσελ, πως φτάνουν σε φρικαλέες ενέργειες χωρίς να κουνήσουν ούτε το βλέφαρό τους, χωρίς να διστάσουν ούτε στιγμή. Τι είναι εκείνο που ψάχνουν...

Το βιβλίο δεν αναπαριστά τη σφαγή της Σάρον Τέιτ, εμπνέεται από αυτούς τους φόνους και ουσιαστικά μιλάει για το πριν, για τη διαδικασία μύησης και εθελούσιας τύφλωσης και υπακοής. Ο χαρακτήρας της Σούζαν, μιας εξαιρετικής μυθιστορηματικής προσωπικότητας προβάλλει στο προσκήνιο της αφήγησης της συγγραφέως, ερωτική και αινιγματική, βίαιη και τρυφερή, μπερδεμένη και ταυτόχρονα αποφασιστική είναι η ηρωίδα του βιβλίου· δολοφόνος και ερωμένη, σφαγέας και σωτήρας.

Μπορεί να λείπει η ένταση από το μυθιστόρημα της Κλάιν, αλλά η συγγραφέας επιτυγχάνει απόλυτα τη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας και είναι εντυπωσιακή η κατασκευή της ιστορίας η οποία ξεκινάει χαλαρά και κορυφώνεται με τις δραματικές στιγμές του φινάλε. Δουλεμένη γραφή που δείχνει ένα μεγάλο συγγραφικό ταλέντο και ένα βιβλίο που κυριολεκτικά δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου.


 
Παρασκευή, Ιουνίου 23, 2017
posted by Librofilo at Παρασκευή, Ιουνίου 23, 2017 | Permalink
Ο Τσάρος της Αγάπης και της Τέκνο
“...δεν μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη σε ανθρώπους που διαβάζουν τόσο πολύ.”

Με μια σύνθετη και ιδιαίτερα φιλόδοξη τοιχογραφία, επανέρχεται ο εξαιρετικός νέος Αμερικανός συγγραφέας, Anthony Marra (1984, Washington D.C.) στο δεύτερο βιβλίο του, που έχει τον περίεργο τίτλο “Ο ΤΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΚΝΟ” (“The Tsar of Love and Techno”), (Εκδ. Ίκαρος, μετάφρ. Αχ. Κυριακίδη, σελ. 368). Σπονδυλωτό μυθιστόρημα ή συλλογή διηγημάτων; Το ερώτημα είναι καθαρά επουσιώδες και ρητορικό, καθώς οι εννέα ιστορίες-διηγήματα του βιβλίου, σχηματίζουν κάτι σαν μυθιστόρημα, εισερχόμενες η μία μέσα στην άλλη, συνδεδεμένες η μια με την άλλη.


Όπως και στο πρώτο μυθιστόρημα του Marra, το έξοχο Αστερισμός Ζωτικών Φαινομένων”, το λογοτεχνικό σύμπαν δεν αλλάζει ιδιαίτερα. Υπάρχει και εδώ η Τσετσενία, οι πολλοί χαρακτήρες, η ανθρωπιά που ξεχειλίζει από τις σελίδες του βιβλίου, τα ιστορικά γεγονότα που εκτυλίσσονται και καθορίζουν τις μοίρες των ανυποψίαστων ανθρώπων που γεννήθηκαν σε λάθος τόπο την λάθος στιγμή. Εάν ο “Αστερισμός” όμως, εκτυλίσσονταν σε 5 ημέρες, ο “Τσάρος” ακολουθεί μια διαδρομή 70 χρόνων, από το Σταλινικό καθεστώς της προπολεμικής Σοβιετικής Ένωσης, μέχρι τη Ρωσία του 21ου αιώνα∙ μπορεί να είναι τυπικά μερικές δεκάδες χρόνια, αλλά ουσιαστικά φαίνονται σαν να περνάνε αιώνες.

“Ερ.: Γιατί ήθελες να ναρκοθετήσεις το τρανό σοσιαλιστικό μέλλον;
 Απ.: Γιατί το μέλλον είναι το ψέμα με το οποίο δικαιώνουμε την κτηνωδία του παρόντος.”

Τις ιστορίες διατρέχουν αντικείμενα, και κάποια πρόσωπα σε μια αλληλοδιαδοχή μαγευτικών εικόνων, εξαίσιων δημιουργικών στιγμών, αλησμόνητων χαρακτήρων που διαγράφονται στη μνήμη του αναγνώστη.

Ένας βουκολικός πίνακας του 1843 του Τσετσένου ζωγράφου του 19ου αιώνα Πιοτρ Ζαχάροφ-Τσετσένιετς, στον οποίο απεικονίζεται ένα λιβάδι με ένα λοφάκι και ένα μαντρότοιχο πίσω από ένα σπίτι, ένα πηγάδι κι ένα βοτανόκηπος, θα είναι ένας από τους συνεκτικούς κρίκους των ιστοριών που πλάθει ο Μάρα. Ο άνδρας, ο Ρομάν Μάρκιν, που θα τον αλλοιώσει οριστικά είναι ένας “διορθωτής” στην εποχή του Στάλιν, ο οποίος θα “εκδικηθεί” το καθεστώς για τον θάνατο του αδερφού του, βάζοντας τη μορφή του νεκρού, σε κάθε φωτογραφία, σε κάθε πίνακα που “πειράζει” σβήνοντας και εισάγοντας μορφές.
Μια κασέτα που δίνεται στον Κόλια όταν αυτός φεύγει από το σπίτι, από τον αδερφό του Αλεξέι, κι εκείνος θα την κουβαλάει μαζί του μέχρι τη τελευταία του στιγμή, μια κασέτα που θα προσδώσει τη δομή στο βιβλίο, χωρίζοντας το σε δύο μέρη, με ένα διάλειμμα ενδιάμεσα.
Ο Αλεξέι που δεν ξέρει τι θέλει να κάνει στη ζωή του, συνεχώς να τριγυρίζει, να μπερδεύει, να μπερδεύεται – κάτι που δεν θα κάνει η Γκαλίνα εγγονή μιας διάσημης μπαλαρίνας που είχε εξορισθεί σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης κάπου στη Σιβηρία.
Η μπαλαρίνα άθελά της θα γίνει η αφορμή για να συλληφθεί ο “διορθωτής” Ρομάν Μάρκιν της πρώτης ιστορίας, και η εγγονή της η Γκαλίνα σε ένα ευφυέστατο ειρωνικό εύρημα του συγγραφέα, θα στεφτεί “Βασίλισσα της ομορφιάς” στη Σιβηρία, θα παντρευτεί τον Κόλια και θα τον ξεχάσει πολύ γρήγορα, υποκύπτοντας στη πολιορκία ενός μαφιόζου της περιοχής, που, θα ανέβει γρήγορα στην οικονομική ελίτ η οποία, καθορίζει τις τύχες της χώρας, η δε Γκαλίνα θα λησμονήσει την κακομοιριά του χωριού της, γνωρίζοντας κάποια επιτυχία ως ηθοποιός σε ταινίες πληρωμένες από τον καλό της, για να επιστρέψει σ' αυτό μόλις αρχίζει να γίνεται δυσάρεστη στον ολιγάρχη.
Ο Κόλια που δεν θα ξεχάσει ποτέ τη Γκαλίνα, δουλεύοντας για μαφιόζους, σκοτώνοντας χωρίς δισταγμό, θα πέσει θύμα της μοίρας χωρίς να ακούσει ποτέ τη κασέτα, ενώ η Βέρα που κάρφωσε τη μάνα της στις Σοβιετικές αρχές ως “εχθρό του λαού” θα βιώσει την τραγωδία στα στερνά της, καθώς η κόρη της Λύντια γυρίζοντας από τις Η.Π.Α. όπου είχε πάει να παντρευτεί, θα εκτελεσθεί εν ψυχρώ από τους μαφιόζους που εξυπηρετούσε η μάνα της προσφέροντας το φτωχικό της διαμέρισμα για κάλυψη, ώστε να μπορέσει να τα βγάλει πέρα.

Οι ήρωες του βιβλίου εμφανίζονται, χάνονται, επανεμφανίζονται σε διαφορετικές στιγμές της ζωής τους μέσα από τις ιστορίες. Ο συγγραφέας λειτουργεί ως χορογράφος σ' αυτόν το χορό, σ' αυτό το μπαλέτο ιστοριών και προσώπων που λειτουργούν ως χορευτές πάνω στη σκηνή. Οι εννέα ιστορίες μπορούν να διαβαστούν αυτόνομα, αλλά έτσι θα χάσουν τη συνοχή τους, την γοητεία τους.

“ “Τι ζητάς;”
“Τι ερώτηση είναι αυτή;”
“Μιλάω σοβαρά, Αλεξέι. Το προσδόκιμο ζωής ενός άνδρα από το Κίροφσκ είναι πόσο; Σαράντα; Πενήντα χρόνια; Έχεις ήδη κάψει τα μισά. Τι ζητάς απ' τα υπόλοιπα;”
“Να μνημονεύουν τ' αποφθέγματά μου.”
“Τι;”
Τα μάγουλά μου είχαν πυρώσει τόσο πολύ, που θα μπορούσα να λιώσω το ακουστικό. “Σπουδάζω φιλολογία και δεν μ' αρέσει καν να διαβάζω. Ή, εν πάση περιπτώσει, όχι βιβλία. Θέλω να πω...γιατί να διαβάσεις ένα βιβλίο όταν μπορείς να συμπυκνώσεις το νόημα σε μια ζουμερή γραμμούλα; Μ' αρέσουν οι παροιμίες, τα κουλουράκια της τύχης, τα μικρά αποστάγματα σοφίας. Αλλά πρέπει να' σαι διάσημος ή να' χεις ανέβει στο Έβερεστ ή κι εγώ δεν ξέρω τι για να πάρουν σοβαρά τους αφορισμούς σου.”
“Θέλεις να γίνεις επαγγελματίας αφορισματογράφος;”
“Ναι.”
“Σύνελθε Αλεξέι. Πάντα ήσουν τόσο πολύ γλυκό παιδί, αλλά δεν είσαι πια παιδί. Πήγαινε στην Τσετσενία. Πήγαινε κάπου. Κάνε κάτι.”
Η μετατροπή του θα μπορούσα να κάνω με το έκανα είναι η γραμματική της ενηλικίωσης.”

Ο Διονύσης Μαρίνος στην κριτική του, χαρακτηρίζει το βιβλίο “συναισθηματικό roller-coaster, ο Νίκος Δαββέτας στο δικό του κείμενο, ως “γαϊτανάκι τραγικών προσώπων”. Θα μπορούσε να υπάρχει σύγχυση στον αναγνώστη από τα πολλά πρόσωπα, τους πολλούς χαρακτήρες – ο Marra όμως ευφυώς ανακατεύει συνεχώς την τράπουλα μοιράζοντας τους ρόλους, καθορίζοντας τον συγκινησιακό ρυθμό, τη φόρτιση των συναισθημάτων, εναλλάσσοντας το δράμα με την ειρωνεία, εισχωρώντας το χιούμορ ακόμα και στις πιο ακραίες καταστάσεις, προσθέτοντας πινελιές σουρεαλισμού μέσα σε άκρως ρεαλιστικά στιγμιότυπα.

Οι εικόνες που περιγράφονται στο “μυθιστόρημα” αυτό, είναι ολοζώντανες και η ατμόσφαιρα άλλοτε πνιγηρή (όπως στην πρώτη ιστορία), άλλοτε γκροτέσκα, άλλοτε πολύ κυνική και ρεαλιστική, είναι αφοπλιστική και συμβάλλει στην απόλαυση της ανάγνωσης αυτού του υπέροχου βιβλίου.

Σχεδόν ισάξιο του “Αστερισμού...”, χωρίς να το ξεπερνάει, ο “Τσάρος...” είναι μια συλλογή ιστοριών – μια εντυπωσιακή τοιχογραφία, που σε κερδίζει με την ανθρωπιά, τη συμπόνια, το ιδιοφυές παιχνίδι του πλαστού με το αυθεντικό, την ρευστότητα της συλλογικής μνήμης, την εξουσία που απλά αλλάζει χρώματα και προσωπεία, το μαύρο χιούμορ, τη λογοτεχνική μαγεία που αποπνέει. Ο Marra, ξεπερνώντας τον ύφαλο του δεύτερου βιβλίου με απόλυτη επιτυχία, επιβεβαιώνει το ταλέντο του, και υπόσχεται μεγάλα πράγματα για το μέλλον.

“Χρειάζεται όλη η κρατική εξουσία για να διαγράψει ένα πρόσωπο, αλλά μόνο το σφάλμα ενός ατόμου – αν έτσι λένε τώρα τη μνήμη – για να το διασώσει.”