Τετάρτη, Δεκεμβρίου 08, 2021
posted by Librofilo at Τετάρτη, Δεκεμβρίου 08, 2021 | Permalink
"Οι εμπρηστές"

 

Δεν ξέρω αν η Αμερικανοκορεάτισα συγγραφέας R.O.Kwon (που γεννήθηκε στη Σεούλ της Ν.Κορέας και στην ηλικία των 3, η οικογένειά της μετανάστευσε στις ΗΠΑ), έχει ως πρότυπό της την Βραζιλιάνα Κλαρίσε Λισπέκτορ, που αμφίσημο απόφθεγμά της («Στον πάτο κάθε πράγματος υπάρχει το αλληλούια»), προτάσσει στην εισαγωγή του πρώτου μυθιστορήματός της, με (τον επίσης αμφίσημο) τίτλο «ΟΙ ΕΜΠΡΗΣΤΕΣ» («The Incendiaries»), λέξη που (στα Αγγλικά) σημαίνει όχι μόνο εκείνους που προκαλούν έναν εμπρησμό, αλλά και τους αγκιτάτορες (τους καθοδηγητές). Η αμφισημία διαπερνάει το έργο της Λισπέκτορ, κάτι το ομιχλώδες και ακαθόριστο χαρακτηρίζει και το βιβλίο της Kwon (και κάθε ομοιότητα προσώρας σταματάει εκεί), που η διαφήμιση το θέλει να γράφεται για δέκα χρόνια, και μετά την πολυαναμενόμενη έκδοσή του το 2018 να μπαίνει σε διάφορες λίστες μεγάλων βραβείων. «Οι εμπρηστές» (σελ.233), εκδόθηκαν στα ελληνικά στα μέσα της χρονιάς από τις εκδόσεις Δώμα, σε (υπέροχη ως συνήθως) μετάφραση της Παλμύρας Ισμυρίδου.


 
Με ένα «εκρηκτικό» (στην κυριολεξία) θέμα ασχολείται η Kwon στους «Εμπρηστές». Ένα ακριβό Αμερικανικό κολέγιο, μια αδιέξοδη ερωτική ιστορία, ένας ημιπαράφρων καθοδηγητής, μια θρησκευτική σέκτα, τρομοκρατικές ενέργειες και ένας αφηγητής που προσπαθεί να καταλάβει τι και πως έμπλεξε σε όλα αυτά. Όσοι όμως νομίζουν από τα παραπάνω, ότι θα διαβάσουν μια νουβέλα ανατομίας του φανατισμού, με πάθη και εντάσεις, «πλανώνται πλάνην οικτράν», διότι την Αμερικανοκορεάτισα συγγραφέα δεν την ενδιαφέρει τόσο πολύ η ένταση και η πλοκή, αλλά το στυλ και ο ρυθμός της αφήγησης.
 
«Κτήρια γκρεμίστηκαν. Άνθρωποι πέθαναν.» λέει στην αρχή του βιβλίου της, η συγγραφέας. Οι πολύ νεαροί ήρωές της, πληρώνουν τις συνέπειες των μπερδεμένων εφηβικών τους χρόνων, τις μετέπειτα επιλογές τους, με γεγονότα που οδηγούν σε τραγωδίες. Και αυτή είναι η ιστορία ανθρώπων φανατισμένων και χαμένων μέσα στις προσωπικές τους τραγωδίες.
 
Τρεις άνθρωποι, τρεις μυθιστορηματικοί ήρωες. Ο αφηγητής Γουίλ, η Φοίβη που βρίσκεται στο κέντρο της ιστορίας, φωτίζοντας ή σκοτεινιάζοντάς την, και ο «καθοδηγητής» Τζων Λιλ. Αυτά είναι τα κεντρικά πρόσωπα του βιβλίου.
Ο Γουίλ, είναι το κλασσικό «καλό παιδί», που πηγαίνει στο κολέγιο των ονείρων του, στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης, προερχόμενος από μια μικρή επαρχιακή πόλη της Καλιφόρνια, και που προσπαθεί να τα φέρει βόλτα με δυσκολία, σπουδάζοντας και δουλεύοντας τα βράδια σε ένα ρεστοράν. Βοηθάει την ανήμπορη μητέρα του, στέλνοντας της χρήματα, κι από την άλλη προσπαθεί να συγχρωτιστεί με τους ευκατάστατους συμφοιτητές του, καλύπτοντας με μυστήριο την οικονομική του ανέχεια. Το μεγαλύτερο όμως μυστικό το κρατάει κρυφό απ’ όλους και αφορά το παρελθόν του σε μια θρησκευτική σέχτα Ευαγγελιστών, την οποία παράτησε καθώς δεν βρήκε τις απαντήσεις που γύρευε.
 
Η Φοίβη Λιν, είναι το πρόσωπο που γύρω του περιστρέφονται όλοι κι όλα. Θελκτική και διψασμένη για ζωή, η Κορεατικής καταγωγής νεαρή φοιτήτρια, κουβαλάει τις δικές της πληγές. Η μητέρα της σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα όπου οδηγός του οχήματος ήταν η κόρη της και αυτό η Φοίβη δεν μπορεί να το ξεπεράσει. Προσπαθεί να λησμονήσει το πιανιστικό της ταλέντο, πηγαίνοντας από πάρτι σε πάρτι, και κάπου σε ένα από αυτά, γνωρίζει τον δειλό και άπειρο Γουίλ, ο οποίος την ερωτεύεται τρελά με το που την αντικρύζει. Οι δυο τους θα ζήσουν έντονες ερωτικές στιγμές, οι πληγές όμως που κουβαλάνε είναι πολλές και τα μυστικά της ζωής τους που ξεδιπλώνονται αργά, θα δυσκολέψουν την κατάσταση.
 
Το τρίτο και καθοριστικό πρόσωπο για τη σχέση των δύο νέων, είναι ο μυστηριώδης Τζων Λιλ, πρώην φοιτητής στο ίδιο κολέγιο και αργότερα επιδόθηκε σε ακτιβισμό στην Ασία, (υποτίθεται δε, ότι) πιάστηκε αιχμάλωτος στην Βόρεια Κορέα και φυλακίστηκε σε γκουλάγκ εκεί, γυρίζοντας στην πατρίδα του, ενώ περιφέρεται πάντα ξυπόλητος, και μιλάει με γρίφους ως σύγχρονος Προφήτης και αναγεννημένος Χριστιανός. Ο Τζων Λιλ έχει δημιουργήσει την «Τζεϊτζά» (που στα Κορεατικά σημαίνει «Υποταγή») και έχει βάλει ως στόχο τις αμβλώσεις, σχεδιάζοντας να οδηγήσει τους οπαδούς του σε τρομοκρατικές ενέργειες στις κλινικές που γίνονται τέτοιες επεμβάσεις.
 
Η Φοίβη δεν θ’ αργήσει να προσηλυτισθεί από τον Τζων Λιλ, που αρνείται να δεχθεί μετά τις πρώτες συναντήσεις τον Γουίλ στον κλειστό κύκλο της σέχτας του, οδηγώντας την σχέση μεταξύ των δύο ερωτευμένων νέων σε ρήξη. Ο Γουίλ θα προσπαθήσει να καταλάβει τι συμβαίνει, αδυνατώντας να κατανοήσει την αλλαγή της Φοίβης. Η τραγική κατάληξη της ιστορίας δεν θα δώσει απαντήσεις – έτσι κι αλλιώς γνωρίζουμε από την αρχή του μυθιστορήματος του τι θα συμβεί.


 
«Είχε ξαπλώσει με τους οπαδούς του στο ξέφωτο. Τα πουλιά πετούσαν μια αριστερά, μια δεξιά, σαν να μαντάριζαν τρύπα. Το γαλάζιο στερέωμα θα μπορούσε να είναι ένα τεράστιο σκίσιμο στο προπέτασμα που χώριζε την ομάδα από το σχέδιο Του. Μακάρι, συλλογίστηκε, μακάρι ο Θεός να ήταν τόσο ορατός, μακάρι οι σκοποί του να ήταν τόσο σαφείς. Όμως, ακόμα και μ’ εκείνον, ο Θεός σιωπούσε, και ο Τζων Λιλ αναγκάστηκε να καλύψει την απουσία: να τους μιλάει αντ’ Αυτού.
Ξέρω, είπε, ότι θέλετε να σας πως ποιο είναι το επόμενο βήμα. Ξέρω ότι ίσως νιώθετε μπερδεμένοι, ίσως και φοβισμένοι. Η αλήθεια είναι… Σώπασε. Ανακάθισε και κοίταξε τα ταραγμένα πρόσωπα. Η αλήθεια. Όλοι τους είχαν προσφύγει σ’ αυτόν, τσακισμένοι, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να γιατρέψουν τις πληγές τους. Κι επειδή ο πόνος παίρνει διάφορες μορφές, εκείνος προσπάθησε να γίνει αυτό που χρειάζονταν οι ακόλουθοί του. Με άλλα λόγια, μεταμορφώθηκε σε αυτό που έβλεπαν σ’ εκείνον οι οπαδοί του. Μάζεψε μια χούφτα χώμα. Λεπτό μαλακό χώμα, ποτισμένο με το αίμα του Χριστού. Έστρεψε το βλέμμα στον ουρανό, που τώρα ήταν έρημος. Ξεφύσηξε και άφησε το χώμα να πέσει. Η τρύπα δεν έκλεισε. Η αλήθεια είναι…»
 
Ο Γουίλ σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του βιβλίου, προσπαθεί να κατανοήσει τις ενέργειες της Φοίβης, προσπαθεί να καταπολεμήσει την απελπισία του. Αναπολώντας την κοινή τους ζωή, τις συνομιλίες τους, κάποιες κινήσεις, κάποιες λεπτομέρειες που τού είχε αφηγηθεί για το παρελθόν της, κάνοντας επίσης έναν απολογισμό για τα δικά του λάθη, τα μυστικά που έκρυβε για καιρό και δεν της έλεγε, την γνωριμία τους με τον Τζων Λιλ και πόσο τον υποτίμησε στην αρχή, θεωρώντας ότι το ενδιαφέρον του για την Φοίβη ήταν μόνο ερωτικό, ουσιαστικά θρηνεί και παραδέχεται την αδυναμία του να καθορίσει τα γεγονότα. Είναι σαφές από την αρχή της ιστορίας, ότι ο ίδιος είναι ένας αναξιόπιστος αφηγητής, χαμένος μέσα στα όνειρα και την φαντασία του, τους δογματισμούς και την αφέλειά του. Αυτό όμως αποτελεί και μια από τις αδυναμίες της νουβέλας της Kwon, ότι ο λιγότερο ενδιαφέρων χαρακτήρας μεταξύ των τριών, είναι κι ο αφηγητής που αδυνατεί να εισχωρήσει στα βαθύτερα ένστικτα και πράξεις των δύο άλλων ηρώων, της Φοίβης και (κυρίως) του Τζων Λιλ – που θα πίστευε κανείς ότι πάνω του θα στηριζόταν το βιβλίο. Ίσως η συγγραφέας προσπάθησε να εφαρμόσει το τρικ του Φ.Σ.Φιτζέραλντ με τον «Μεγάλο Γκάτσμπυ» με τον αφηγητή Νικ Κάραγουέι να περιγράφει τις ζωές άλλων και κυρίως του Γκάτσμπυ, όμως η Kwon απέχει (πολύ ακόμα) από το να είναι Φιτζέραλντ.
 
Η ουσία όμως του μυθιστορήματος της Kwon, είναι η ανάμιξη πολιτικής και πίστης. Ο φανατισμός, η ψυχολογική βία που ασκείται στους αποσυντονισμένους νέους, το διάχυτο μίσος για τα πάντα, περιγράφονται στο βιβλίο με οξύνοια και γλαφυρότητα, χωρίς όμως η συγγραφέας να επεκταθεί περισσότερο, αρνούμενη (από επιλογή) να δώσει άλλη διάσταση στο βιβλίο της, που στερείται πλοκής και «απογείωσης», σαν κάτι να το συγκρατεί.
 
«Οι εμπρηστές» είναι ένα αξιοπρόσεκτο λογοτεχνικό έργο στο οποίο παρουσιάζονται μερικά εξαιρετικά χαρακτηριστικά. Στυλάτη αφήγηση, ωραίες εικόνες της πανεπιστημιακής ζωής, ωραίος ρυθμός και δομή, ενώ το βιβλίο προσφέρει πολλή τροφή για σκέψη για ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο και καίριο πρόβλημα, αυτό του θρησκευτικού φανατισμού που (κυρίως στις Η.Π.Α.) γνωρίζει άνθηση σε ταραγμένους καιρούς και ιδιαίτερα τώρα με την εξάπλωση των κοινωνικών δικτύων. Το μυθιστόρημα έχει ουσία, πυκνότητα και οικονομία λόγου, αλλά αφήνει τον αναγνώστη σε αμηχανία, καθώς η δομή υπερτερεί της ουσίας, η προσπάθεια άψογης κατασκευής βαραίνει πάνω στην ζωντάνια που θα απαιτούσε ένα τόσο ενδιαφέρον θέμα. Πάντως η R.O.Kwon δείχνει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση που θα μας απασχολήσει στο μέλλον.
 
Βαθμολογία 78 / 100


 
Σάββατο, Δεκεμβρίου 04, 2021
posted by Librofilo at Σάββατο, Δεκεμβρίου 04, 2021 | Permalink
Η ιστορία σαν πίνακας κυβισμού ("Σπασμένος Καθρέφτης" της Μερσέ Ροδορέδα)
Ένα λογοτεχνικό έργο για άτυχους έρωτες και μοιραία πάθη, ,με ταυτόχρονη εξιστόρηση της ακμής και παρακμής μιας οικογένειας δεν το λες και ιδιαίτερα πρωτότυπο. Είναι όμως από αυτή την κοινοτοπία μιας οικογενειακής ιστορίας που προβάλλει ο δυναμισμός και η γοητεία, του υπέροχου μυθιστορήματος της Καταλανής εμβληματικής συγγραφέως, Merce Rodoreda i Gurgui (1908, Βαρκελώνη – 1983, Ζιρόνα), με τον τίτλο «ΣΠΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ» («Mirall Trencat») – (εκδόσεις Καστανιώτη, μετάφραση Ευριβιάδης Σοφός, σελ.373), που έρχεται μετά το δημοφιλέστερο βιβλίο της, το αριστουργηματικό «Πλατεία Διαμαντιού», που κυκλοφόρησε πριν λίγα χρόνια στα ελληνικά, να δείξει με εμφαντικό τρόπο, το πόσο μεγάλη συγγραφέας ήταν.


 
Η «saga» της Ροδορέδα, καλύπτει χρονολογικά, μια μεγάλη περίοδο, από τα τέλη του 19ου αιώνα έως το τέλος του Εμφυλίου πολέμου και έχει ως κεντρική ηρωίδα, μια γυναίκα, την Τερέζα Γκοντάι, η οποία εκμεταλλεύθηκε τα φυσικά της χαρίσματα για να πραγματοποιήσει δυο εξαιρετικά επιτυχημένους οικονομικά γάμους, να αποκτήσει παιδιά κι εγγόνια, να κατοικήσει σε έναν επιβλητικό γοτθικό πύργο και να ηγηθεί μιας οικογένειας από την οποία στο τέλος του βιβλίου, δεν έχει μείνει σχεδόν κανείς.
 
Τρεις γενιές της οικογένειας των Βαλντάουρα περνάνε από την αφήγηση της Ροδορέδα. Αν πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, ορισμένα τυχαία γεγονότα συντελούν σε αυτή την κατάσταση. Η Τερέζα Γκοντάι, κόρη ιχθυοπώλισσας, ερωτεύτηκε έναν όμορφο φανοκόρο, με τον οποίον κάνει ένα παιδί. Εκείνος όμως ήταν παντρεμένος και τα πράγματα δεν φαίνονται καλά για την πτωχή πλην τίμια κοπέλα. Όμως ο γηραιός τραπεζίτης Νικολάου Ροβίρα, την ερωτεύεται κεραυνοβόλα και την ζητάει σε γάμο – το μόνο που μπορεί να της προσφέρει είναι η αμύθητη περιουσία του. Η Τερέζα βλέπει την τύχη να της χαμογελάει, ενώ στο μεταξύ, πείθει τον πρώην εραστή της να αναγνωρίσει το παιδί κι εκείνη να γίνει η νονά του. Ο μικρός Ζεζούς δεν θα μάθει ποτέ ποια ήταν η πραγματική του μητέρα, αλλά η Τερέζα θα παρακολουθεί διακριτικά την ανάπτυξή του και θα βοηθάει οικονομικά την οικογένεια του πατέρα του. Ο Νικολάου Ροβίρα μετά από λίγο χρονικό διάστημα θα μας αφήσει χρόνους και η νεαρή χήρα θα είναι μια μοιραία και πολύφερνη νύφη πλέον, αλλά με ένα μυστικό να την κατατρέχει σε όλη της τη ζωή.
 
Ο διπλωμάτης Σαλβαδόρ Βαλντάουρα, έχει κι αυτός ένα μυστικό – δηλαδή, όχι και τόσο «μυστικό» αφού όλη η καλή κοινωνία της Βαρκελώνης, γνωρίζει ότι η νεαρή Αυστριακή μουσικός που είχε ερωτευθεί στη διάρκεια της θητείας του στην Βιέννη, είχε αυτοκτονήσει χωρίς σοβαρή αιτία. Τώρα, πίσω στη Βαρκελώνη, ο Σαλβαδόρ βλέπει στην Τερέζα μια ευκαιρία να ξεπεράσει τη μελαγχολία που τον κυρίευε μετά τον θάνατο της μουσικού, εκείνη έλκεται από την αριστοκρατική του εμφάνιση και την φινέτσα του. Θα παντρευτούν και ο Σαλβαδόρ θα αγοράσει έναν επιβλητικό πύργο σε ένα αριστοκρατικό προάστιο της Βαρκελώνης, που παίρνει κοψοχρονιά από έναν χρεοκοπημένο Μαρκήσιο, κατόπιν προτροπής του κομψού συμβολαιογράφου Αμαντέου Ριέρα που θα αποτελέσει τον μεγάλο και κρυφό έρωτα της Τερέζα, η οποία βλέπει τον σύζυγό της να χάνεται μέσα στις αναμνήσεις του και να απομακρύνεται διαρκώς από κοντά της. Ο πύργος όμως αυτός, άλλοτε χαρωπός και γεμάτος ανθισμένα λουλούδια, άλλοτε σκοτεινός και «βαρύς», θα αποτελέσει το σκηνικό για τις μοιραίες και τραγικές εξελίξεις που θα καθορίσουν την πορεία της οικογένειας Βαλντάουρα
 
Στον επιβλητικό πύργο, έχει έρθει ως οικονόμος η Αρμάντα. Θα μεγαλώσει ουσιαστικά μαζί με το απέραντο σπίτι και θα παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τα τεκταινόμενα. Η Τερέζα με τον Σαλβαδόρ, θα κάνουν μια κόρη, την Σοφία, η οποία μεγαλώνει ως ένα απόμακρο παιδί που θα γίνει μια ψυχρή και αυστηρή γυναίκα, με μανία για το χρήμα και τα πλούτη, χωρίς ιδιαίτερα συναισθήματα, την οποία οι υπηρέτες του σπιτιού κυριολεκτικά απεχθάνονται. Η Σοφία μεγαλώνοντας θα επιλέξει να παντρευτεί τον Ελλάδι Φαριόλς που ήταν γόνος υφασματεμπόρων και καταστηματαρχών. Ο γάμος θα καθυστερήσει λόγω του αιφνίδιου θανάτου του Σαλβαδόρ Βαλντάουρα, στο ενδιάμεσο, ο αδιόρθωτος γυναικάς (όπως διαφαίνεται) Ελλάδι, θα ερωτευτεί μια διάσημη χορεύτρια του καμπαρέ – που κάνει καριέρα τραγουδώντας γυμνή – και μαζί της θα κάνει μια κόρη. Όταν παντρεύονται με την Σοφία, τής εξομολογείται το μυστικό του κι εκείνη αποφασίζει να πάρει το μικρό κορίτσι σπίτι τους, υιοθετώντας το, και διαδίδοντας ότι είναι κόρη νεκρού συγγενή τους.
 
«Το βράδυ ονειρεύτηκε ότι ήταν ήδη πλούσια ▪ φορούσε ένα κεντημένο σάλι με πέτρες και μαύρο καλσόν ψαροκόκαλο. Ίσως γι’ αυτό όταν πήγε με τη μητέρα της στο σπίτι του συμβολαιογράφου για να τους διαβάσει τη διαθήκη, η καρδιά της αναπήδησε όταν άκουσε ότι ο πύργος έμενε στη μητέρα της. Δάγκωσε τα χείλη της και χρειάστηκε να βάλει τη μαντίλα μπροστά γιατί είχε ματώσει λίγο. Καθώς περπατούσαν κάτω από τις καστανιές και οι δυο με τα αυστηρά πένθιμα ρούχα τους και τις μαντίλες που τα’ παιρνε ο αέρας πίσω από την πλάτη τους, συνειδητοποίησε ότι η μητέρα της έμπαινε στον πύργο με διαφορετικό τρόπο: κοίταζε τα δέντρα, τα λουλούδια, τις ροζ μαρμάρινες στήλες που στήριζαν την εξέδρα, τα οικόσημα, και τα αλάβαστρα του χολ ικανοποιημένη. «Η Τερέζα Γκοντάι, χήρα Βαλντάουρα», σκέφτηκε η Σοφία, «σήμερα μπαίνει στο σπίτι της». Μέχρι το χάραμα, εκείνη που είχε γίνει μια από τις πιο πλούσιες κοπέλες της Βαρκελώνης, έκλαιγε από οργή και ντροπή γιατί ο πατέρας της την είχε εξαπατήσει.»
 
Την ίδια περίοδο όμως, είναι έγκυος και η Σοφία και γεννάει ένα αγοράκι, τον Ραμόν. Τα δύο παιδιά, η Μαρία και ο Ραμόν, φαίνεται ότι έχουν κάτι το διαβολικό μέσα τους. Σκληρά και αντιπαθητικά, ζωηρά και μοχθηρά, ταλαιπωρούν τους πάντες. Η γέννηση του Ζάουμε από τη Σοφία, ενός παιδιού πρόωρου και φιλάσθενου, θα στρέψει το ενδιαφέρον τους προς τα εκεί, που θα ψάχνουν ευκαιρία να το βασανίσουν και τελικά να το οδηγήσουν προς τον θάνατο, πράξη που πολλοί μέσα στο σπίτι υποψιάζονται, αλλά ουδείς μιλάει.
 
Η πορεία της οικογένειας, μετά από αυτή την τραγωδία θα συνεχιστεί και ο Ζάουμε, γρήγορα θα ξεχαστεί. Η Τερέζα είναι πλέον κατάκοιτη στο κρεβάτι, ο Ελλάδι συνεχίζει τις περιπλανήσεις του σε διάφορα κρεβάτια, αφού πρώτα δοκιμάσει τα θέλγητρα των πιο ελκυστικών υπηρετριών του πύργου, η Αρμάντα (που έχει πέσει θύμα της γοητείας του και πάντα θα του έχει αδυναμία) θα παρατηρεί και θα σχολιάζει τα πάντα, η Μαρία και ο Ραμόν θα συνεχίσουν να βασανίζουν όποιον βρίσκουν μπροστά τους μέχρι την τραγική εφηβεία τους ▪ τα χρόνια θα περάσουν και οι κοινωνικές εξελίξεις θα είναι καταλυτικές για όλους.
 
«…στο βάθος της συνείδησής του, ο καθένας είναι μόνος με τον εαυτό του.»


 
Το μυθιστόρημα της Ροδορέδα, χωρίζεται σε τρία μέρη με τριτοπρόσωπη αφήγηση, που αλλάζει κέντρο σε κάθε κεφάλαιο, ανάλογα με τον χαρακτήρα που ακολουθεί. Η κινηματογραφική αυτή τεχνική – που συναντάμε βέβαια σε συγγραφείς του 19ου αιώνα αλλά και στα βιβλία της Β. Γουλφ -, προσδίδει ένταση στα γεγονότα που περιγράφονται. Γράφοντας το βιβλίο σε τρίτο πρόσωπο, η συγγραφέας απεικονίζει με κάθε λεπτομέρεια τους διαφορετικούς χαρακτήρες, δίχως όμως να βαρυφορτώνει την ιστορία της με άχρηστες πληροφορίες ή αφηγηματικά χάσματα. Η παρουσία του παρελθόντος που γίνεται εντονότερη όσο προοδεύει το βιβλίο τονίζει το γεγονός ότι τα πράγματα αλλάζουν, αλλά ουσιαστικά παραμένουν τα ίδια.
 
Το πολυφωνικό αυτό μυθιστόρημα, λειτουργεί όπως γράφει η συγγραφέας στον μακρύ πρόλογό της, ως «ιστός αράχνης» όπου όλοι οι διαφορετικοί μεταξύ τους χαρακτήρες, βρίσκονται μπλεγμένοι.  Ο αναγνώστης γρήγορα θα συμπαθήσει περισσότερο κάποιους, και θα αντιπαθήσει σφόδρα κάποιους άλλους. Μπορεί η Τερέζα να δεσπόζει και η Σοφία να τρομοκρατεί με το ψυχρό της βλέμμα, αλλά είναι ο χαρακτήρας της πιστής υπηρέτριας της Αρμάντα, που βρίσκει χαρές και στα πιο μικρά πράγματα, που αποτελεί τον συνδετικό κρίκο μέσα στο σπίτι, σε ένα σπίτι που έχει τη δικιά του προσωπικότητα, αναδεικνυόμενο ως έτερο δυναμικό πόλο, και για το οποίο εκείνη η ταπεινή γυναίκα θα σταθεί ως φύλακας και προστάτης. Οι σκηνές που εισβάλλουν, οι για ένα μικρό διάστημα νικητές, και διαλύουν τα πάντα με κάποιες πολύ γνωστές φάτσες ανάμεσά τους, είναι συγκλονιστικές.
 
Το γράφει η ίδια η Ροδορέδα: «ένα μυθιστόρημα είναι ένας καθρέφτης». Αυτός ο καθρέφτης, στοιχείο φετίχ στο έργο πολλών συγγραφέων – μη ξεχνάμε την εμμονή του Μπόρχες μ’ αυτό -, απεικονίζει την αλήθεια των γεγονότων, κάποιες φορές όμως τα παραμορφώνει, ανάλογα την οπτική γωνία του καθενός. Πόσο αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας μπροστά σε έναν καθρέφτη; Πόσες φορές δεν μας έχει έρθει η επιθυμία να τον θρυμματίσουμε; Η Ροδορέδα αντικατοπτρίζει θραύσματα ζωής, σαν κομμάτια ενός σπασμένου καθρέφτη και αυτή η τεχνική της επιτρέπει μια καλειδοσκοπική αφήγηση, όπου οι φαινομενικά δευτερεύοντες χαρακτήρες μπορεί να αποδειχθούν περισσότερο σημαντικοί από αυτούς που προβάλλονται περισσότερο στην ιστορία που περιγράφει. Τα δύο δαιμονικά αλλά και μοιραία παιδιά, η Μαρία και ο Ραμόν συγκλονίζουν με την ιστορία τους ακόμα και τον πιο αδιάφορο αναγνώστη – και μόνο κλείνοντας το βιβλίο, το συνειδητοποιείς αυτό -, ενώ ο θάνατος του μικρού Ζάουμε, η δολοφονία ουσιαστικά, αποτελεί ένα από τα καίρια σημεία που καθορίζουν την πορεία των πραγμάτων.
 
«…Από το χολ του πρώτου ορόφου κατέβηκε τη σκάλα με τον καθρέφτη να κοιτάζει προς τα πίσω, έβλεπε τμήματα από το ταβάνι, από το κιγκλίδωμα, σχέδια και γιρλάντες του χαλιού που κάλυπτε τα σκαλοπάτια, όλα ζωντανά και μπερδεμένα, μέχρι που φτάνοντας στο τελευταίο σκαλοπάτι έπεσε έτσι όπως ήταν τυλιγμένη μες στις βιολετί πτυχώσεις. Ο καθρέφτης είχε σπάσει. Τα κομμάτια εξακολουθούσαν να είναι μέσα στην κορνίζα, αλλά μερικά είχαν πέσει. Τα μάζευε και τα έβαζε στα κενά που της φαινόταν ότι ταίριαζαν. Μήπως τα ανομοιόμορφα κομμάτια του καθρέφτη αντικατόπτριζαν τα πράγματα όπως ήταν; Ξαφνικά σε κάθε κομμάτι του καθρέφτη είδε χρόνια της ζωής που έζησε σ’ εκείνο το σπίτι. Συνεπαρμένη, σκυφτή στο πάτωμα, δεν το καταλάβαινε. Όλα περνούσαν, σταματούσαν, χάνονταν. Ο κόσμος της έπαιρνε ζωή εκεί μέσα, με όλα τα χρώματα και με όλη τη δύναμή του. Το σπίτι, το πάρκο, τα δωμάτια, ο κόσμος ▪ στη νεότητα, στην ωριμότητα, με την παρουσία της, η φλόγα των κεριών, τα παιδιά. Τα φορέματα, τα ντεκολτέ, με τα πρόσωπα να είναι γελαστά ή θλιμμένα, οι κολλαριστοί γιακάδες, οι γραβάτες με τους τέλειους κόμπους, τα φρεσκολουστραρισμένα παπούτσια που περπατούσαν πάνω σα χαλιά ή στο χώμα του κήπου. Ένα όργιο παρελθόντος, μακρινού, μακρινού… τι μακρινά που ήταν όλα.»

Ιδιαίτερη έμφαση, δίδεται και στα αντικείμενα που κατακλύζουν τον Πύργο των Βαλντάουρα. Τα κοσμήματα (και η μανία της Τερέζας γι’ αυτά που φαίνεται από τις πρώτες ακόμα σελίδες του βιβλίου), το κλουβί για τα πουλιά, οι ντουλάπες, τα πιάτα, τα ποτήρια, οι κουρτίνες, τα κρεβάτια, οι σκάλες, η κουζίνα, τα δέντρα, τα φύλλα της δάφνης, οι τάφοι μέσα στο κτήμα, τα φορέματα, τα παπούτσια, όλα αυτά και πολλά άλλα, τονίζονται και έχουν τη σημασία τους μέσα στην αφήγηση.
 
Άφθονη πλοκή, πληθωρική αφήγηση, πλήθος χαρακτήρων, σε ένα μυθιστόρημα που λειτουργεί σαν καλοκουρδισμένο ρολόι. Τίποτα δεν ξεφεύγει, κενό δεν υπάρχει σε αυτή την οικογενειακή
saga. Η συγγραφέας «κεντάει» αλλάζοντας ύφος από το δήθεν ανάλαφρο και χαρωπό της Τερέζας στο ανέκφραστο και αγέλαστο και ενίοτε θυμωμένο ύφος της μεριάς του υπηρετικού προσωπικού, ενώ η σκιά του παρελθόντος πέφτει βαριά πάνω σε όλους, θυμίζοντας διαρκώς την ματαιότητα κάποιων πραγμάτων που σε στιγμές της ζωής μας θεωρούμε σημαντικά.
 
Οι γυναίκες και πάλι βρίσκονται σε πρώτο πλάνο από την Καταλανή συγγραφέα. Όπως με την αλησμόνητη Κολομέτα της «Πλατείας Διαμαντιού», έτσι κι εδώ στον «Σπασμένο Καθρέφτη», είναι όχι μόνο η Τερέζα, αλλά και η Σοφία και η Αρμάντα που προβάλλονται ως βασικές πρωταγωνίστριες. Το κοινωνικοπολιτικό σχόλιο στο μυθιστόρημα, μπορεί να μην προβάλλεται αλλά είναι ιδιαίτερα υπαινικτικό. Η περίοδος που περιγράφει η Ροδορέδα, είναι ένα μεγάλο χρονικό διάστημα αλλαγών στην Ισπανική (και Καταλανική) κοινωνία, σε ένα κράτος όπου όλα θα ανατραπούν με έναν από τους βιαιότερους Εμφύλιους στην ανθρώπινη ιστορία. Η σοφή (όσο και ξαφνική) επιλογή του αρουραίου ως μοναδικού κατοίκου και πρωταγωνιστή στο τέλος του βιβλίου, που περιφέρεται μέσα στον ερειπωμένο και προς κατεδάφιση Πύργο, έρχεται να υπερτονίσει την αντίθεση μεταξύ παρελθόντος και παρόντος.
 
Μπορεί να μη φτάνει στο ύψος της «Πλατείας Διαμαντιού», αυτού του ανυπέρβλητου αριστουργήματός της, αλλά ο «Σπασμένος Καθρέφτης» αποτελεί μια μεγάλη λογοτεχνική στιγμή στη πορεία της έξοχης Καταλανής συγγραφέως. Με θαυμαστή μαεστρία ισορροπεί μεταξύ γοτθικού στοιχείου, ρομαντικής αφήγησης, επικού ύφους, λυρικότητας και ρεαλισμού για να παραδώσει ένα συγκλονιστικό και απολαυστικό μυθιστόρημα, που είμαστε τυχεροί να το διαβάζουμε στην υπέροχη μετάφραση του Ευρυβιάδη Σοφού.

Υ.Γ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Νέα του Σ/Κ στις 4/12/21.
Υ.Γ.2 Το βιβλίο μεταφέρθηκε στην τηλεόραση με την μορφή τηλεοπτικής σειράς 13 επεισοδίων, το 2002.

Βαθμολογία 86 / 100


 
 
Τρίτη, Νοεμβρίου 23, 2021
posted by Librofilo at Τρίτη, Νοεμβρίου 23, 2021 | Permalink
Ένα διαφορετικό "τέρας" ("Το τέρας των Χόκλαϊν")
 Το τι ακριβώς είναι, «ΤΟ ΤΕΡΑΣ ΤΩΝ ΧΟΚΛΑΪΝ» («The Hawkline monster») – (σελ. 188), περιγράφεται ακριβώς στον υπότιτλο της Αμερικάνικης έκδοσης: «A Gothic Western» και όχι όπως το θέλει ο Έλληνας εκδότης στον υπότιτλο της ελληνικής έκδοσης: «Ένα γουέστερν τρόμου και αγωνίας» - διότι μάλλον «φοβήθηκε» τον χαρακτηρισμό «Gothic», που όμως αποδίδει με σαφήνεια το είδος του βιβλίου. Η νέα ωραία μετάφραση στα ελληνικά (μετά από δεκαετίες, από την πρώτη έκδοση από τα «Γράμματα»), από τον Αλέξη Καλοφωλιά, του εμβληματικού για την δεκαετία του 70, μυθιστορήματος του Αμερικανού ιδιόρρυθμου συγγραφέα (και ενός εκ των τελευταίων «μπίτνικ») Richard Brautigan (1935 Tacoma, Washington – 1984 Bolinas, California), από τις καινούριες εκδόσεις «Κυψέλη», έρχεται ως επακόλουθο των δημοσιευμάτων πριν λίγα χρόνια για την επιθυμία του σκηνοθέτη Γιώργου Λάνθιμου να μεταφέρει αυτό το τελείως ξεχασμένο μυθιστόρημα στη μεγάλη οθόνη – project που μάλλον έχει ναυαγήσει, όπως και οι απόπειρες των Hal Ashby και Tim Burton παλαιότερα.


Είναι άδικο βέβαια, να περνάει στη λήθη του χρόνου, ένα βιβλίο σαν το «Το τέρας των Χόκλαϊν», όχι τόσο για την λογοτεχνική του αξία, όσο για τη μοναδικότητά του. Το αντισυμβατικό, κάτι σαν γουέστερν μυθιστόρημα του Μπρότιγκαν – ιδανικό, εδώ που τα λέμε, για κινηματογραφική μεταφορά, είναι ένα βιβλίο που δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί, διότι «παίζει» με διάφορα είδη.
 
Το χρονικό πλαίσιο της ιστορίας είναι οι αρχές του 20ου αιώνα, στην Άγρια Δύση, όταν δύο επαγγελματίες πιστολάδες, ο Κάμερον και ο Γκριρ, λίγο ελεεινοί, λίγο αισθηματίες, αρκετά ιδιόρρυθμοι και όχι και τόσο ψυχροί δολοφόνοι, προσλαμβάνονται από μια όμορφη νεαρά που είναι ντυμένη ως Ινδιάνα, η οποία, τους συστήνεται ως το «Μαγικό Παιδί» και τους προσφέρει ένα μεγάλο ποσό για να την ακολουθήσουν ως τα βάθη του Όρεγκον, να εκτελέσουν ένα συμβόλαιο. Λεπτομέρειες θα μάθουν κατά την άφιξή τους από την δεσποινίδα Χόκλαϊν που τους περιμένει στον μοναχικό κι επιβλητικό πύργο της.
 
«Η δεσποινίς Χόκλαϊν σκεφτόταν τον Γκριρ και τον Κάμερον, αν και δεν τους είχε γνωρίσει, ούτε ακουστά δεν τους είχε. Όμως τους περίμενε από πάντα να έρθουν, όπως κι εκείνο ήταν από πάντα γραφτό να πάνε, γιατί η δεσποινίς Χόκλαϊν αποτελούσε κομμάτι του μυστηριώδους πεπρωμένου τους.»
 
Φτάνοντας στο αρχοντικό, οι δύο άνδρες, βρίσκονται προ της πρώτης εκπλήξεως, η δεσποινίς Χόκλαϊν είναι η δίδυμη αδερφή του «Μαγικού παιδιού», που δεν είναι πλέον ντυμένη ως Ινδιάνα, αλλά με ρούχα της εποχής, ίδια με της αδερφής της. Το τοπίο γύρω από το σπίτι δεν είναι ίδιο με της υπόλοιπης περιοχής. Είναι Ιούλιος και ενώ γενικότερα επικρατεί πολλή ζέστη, γύρω από το σπίτι η θερμοκρασία είναι παγωμένη σαν να είναι βαρύς χειμώνας. Οι δύο δίδυμες (που ζουν με τον γηραιό υπηρέτη τους), ζητάνε από τους πιστολάδες, να εξολοθρεύσουν ένα τέρας που βρίσκεται στα υπόγεια του σπιτιού, και που εξαφάνισε τον πατέρα τους, όταν εκείνος χρησιμοποιούσε το υπόγειο για τα χημικά του πειράματα, ενώ τώρα απειλεί να καταβροχθίσει κι εκείνες. Στο υπόγειο υπάρχουν παγοσπηλιές και ένα εργαστήριο απ’ όπου ακούγονται ουρλιαχτά και θόρυβοι.
 
«…«Έχετε ένα τέρας στο υπόγειο. Σωστά; Και πρέπει να πεθάνει».
«Όχι στο υπόγειο», είπε η δεσποινίς Χόκλαϊν. «Στις παγοσπηλιές».
«Αυτό είναι το υπόγειο», είπε ο Κάμερον. «Πείτε μας κι άλλα γι’ αυτό το καταραμένο πλάσμα. Έπειτα θα πάμε κάτω και θα του τινάξουμε τα γαμημένα τα μυαλά στον αέρα».»
 
Υπάρχει όμως το Τέρας ή είναι κάτι άυλο που εισβάλλει στο μυαλό των ενοίκων του Πύργου; Τι είναι αυτοί οι θόρυβοι και γιατί ο γιγαντόσωμος υπηρέτης, αίφνης συρρικνώνεται; Έχει μεταμορφωθεί ο πατέρας των δίδυμων δεσποινίδων σε αντικείμενο;
Με το που ενημερώνονται οι δύο άνδρες για το τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στο σπίτι, τα περίεργα ξεκινούν. Οι δύο γυναίκες τους παρασύρουν στις κρεβατοκάμαρές τους για σεξουαλικές απολαύσεις που δεν είχαν νιώσει ποτέ, ενώ γίνεται γρήγορα αντιληπτό, ότι το Τέρας δεν είναι παρά ένα πνεύμα που ίσως να έχει μια διπλή προσωπικότητα που συνοδεύεται από μια μοχθηρή σκιά παίρνοντας διάφορες μορφές, απειλώντας να εξολοθρεύσει τους πάντες.
 
«Το τέρας των Χόκλαϊν είχε επιστρέψει στη γυάλα του με τα χημικά που υπήρχε στο εργαστήριο. Ξάπλωσε να ξεκουραστεί… παράξενα υποσύνολα φωτός που έμεναν ασάλευτα. Αυτά τα χημικά, το μακροχρόνιο και κοπιαστικό έργο του καθηγητή Χόκλαϊν, ήταν η πηγή απ’ την οποία το τέρας των Χόκλαϊν αντλούσε ενέργεια και αναζωογονούνταν, και ταυτόχρονα ήταν ο χώρος όπου κοιμόταν όταν ήταν κουρασμένο ▪ όσο το τέρας κοιμόταν, τα Χημικά του ξανάδιναν τις δυνάμεις του.
Η σκιά του τέρατος του Χόκλαϊν κοιμόταν εκεί κοντά. Η σκιά ονειρευόταν. Ονειρευόταν ότι ήταν το τέρας και ότι το τέρας ήταν εκείνη. Ήταν ένα πολύ ευχάριστο όνειρο για τη σκιά.»
 
Ο σουρεαλισμός και η αίσθηση του παραλόγου, κυριαρχούν στο μυθιστόρημα του Μπρότιγκαν. Σίγουρα, η ιδέα δεν είναι πρωτότυπη, θα μπορούσε να πει κάποιος, ότι το βασικό θέμα του βιβλίου, εμπνέεται από την «Τρικυμία» του Σαίξπηρ ή/και τον «Φράνκεστάιν» της Σέλλεϋ, αλλά ο ιδιοφυής συγγραφέας, χρησιμοποιεί ως βάση αυτά τα δύο εμβληματικά λογοτεχνικά έργα για να συνθέσει μια υπέροχη γκροτέσκα αλληγορία, η οποία ισορροπεί μεταξύ κωμωδίας και θρίλερ. Το βιβλίο βέβαια έχει τη δομή ενός gothic μυθιστορήματος, του μέσου του 19ου αιώνα, αλλά με τα απαραίτητα twists (και σίγουρα το πολύ σεξ) που το διαφοροποιούν, του δίνουν άλλον αέρα και αυτή την συνεχή αίσθηση του αναπάντεχου που το διαπερνάει σε όλο του το σώμα.


Ο (αυτόχειρας μετά από λίγα χρόνια) Μπρότιγκαν χρησιμοποιεί την «απογειωμένη» ιστορία του, για να δώσει έμφαση στα θέματα, της αλόγιστης ανάπτυξης της επιστήμης, για την παρέμβαση στη φύση, για την κλιματική αλλαγή, για την γενοκτονία των Ινδιάνων (τι άλλο είναι η ενδυματική επιλογή της μιας αδερφής, να παρουσιαστεί ως Ινδιάνα;). Κυκλοφορώντας σε μια εποχή (στις αρχές της δεκαετίας του ’70) επαναστατική, το μυθιστόρημα έχει την ανατρεπτική χροιά διακωμώδησης και αποδόμησης ειδών και θεωριών, μεταφέρει το αναρχικό πνεύμα που ισοπεδώνει τα πάντα.
 
Γραμμένο με ωραίο στυλ, σε μικρά κεφάλαια, με δυναμισμό και πολύ χιούμορ, το «Τέρας των Χόκλαϊν», ζητάει από τον αναγνώστη του, να μη πάρει πολύ στα σοβαρά τις λεπτομέρειες της εξωφρενικής ιστορίας που είναι γεμάτη απιθανότητες και περίεργες καταστάσεις. Όλα τα είδη και οι συμβάσεις απομυθοποιούνται, το γέλιο εναλλάσσεται με τον τρόμο, και η διαρκής αλληγορία της ιστορίας ωθεί σε προβληματισμούς και ερωτήματα. Είναι ένα βιβλίο ασεβές και ανατρεπτικό, που χρησιμοποιεί τα λογοτεχνικά είδη για να ισορροπήσει με επιτυχία ανάμεσά τους, αλλά κυρίως είναι ένα μυθιστόρημα με το οποίο ο υποψιασμένος (και όχι αυτός που περιμένει ένα τυπικό γουέστερν) αναγνώστης, θα περάσει καλά, και αυτό δεν είναι καθόλου αμελητέο.
 
Βαθμολογία 83 / 100


 
Σάββατο, Νοεμβρίου 13, 2021
posted by Librofilo at Σάββατο, Νοεμβρίου 13, 2021 | Permalink
Η Αν πέρα από τον Σαίξπηρ ("Άμνετ")

 

Ας ξεκινήσουμε με τα γεγονότα. Ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ στα 18 του, παντρεύτηκε την μεγαλύτερη του Αν Χαθαγουέι (που ήταν τότε περίπου 25 ετών), γόνο εύπορης αγροτικής οικογένειας. Όταν παντρεύτηκαν, εκείνος ήταν καθηγητής Λατινικών και βοηθούσε τον πατέρα του, που έφτιαχνε γάντια, εκείνη ασχολείτο με τις αγροτικές εργασίες. Εκείνη έμεινε έγκυος πριν τον γάμο και μετά από έξι μήνες γέννησε την πρώτη κόρη της, την Σουζάνα. Μετά από μια διετία, γεννήθηκαν τα δίδυμα, ο Άμνετ και η Τζούντιθ. Ο Άμνετ όμως πέθανε το 1596, στην ηλικία των 11 ετών από άγνωστο λόγο.
 
Παίρνοντας αφορμή από τον θάνατο του μοναδικού γιου του Σαίξπηρ, η πολύ καλή Βορειοιρλανδή συγγραφέας Maggie OFarell (1972,Coleraine Northern Ireland), εμπνεύσθηκε από το γεγονός αυτό, για να γράψει το «ΑΜΝΕΤ» («Hamnet»), ένα έξοχο μυθιστόρημα 382 σελίδων, που βραβεύτηκε την προηγούμενη χρονιά με το Womens Prize for Fiction και κυκλοφόρησε στη χώρα μας από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε ρέουσα μετάφραση του Αύγουστου Κορτώ.


Το όνομα «Άμνετ» που ο Σαίξπηρ και η σύζυγός του βάφτισαν τον γιο τους, όπως και της δίδυμης αδελφής του Τζούντιθ, δόθηκαν προς τιμή των δυο φίλων του ζευγαριού, του Άμνετ και της Τζούντιθ Σάντλερ. Μετά από τρία χρόνια από τον θάνατο του γιου του, ο Σαίξπηρ έγραψε μια από τις πιο φημισμένες τραγωδίες του, την οποία ονόμασε «Άμλετ», έργο που τον καθιέρωσε οριστικά. Το όνομα «Άμνετ», όπως αναφέρει ο μελετητής του μεγάλου δραματουργού και σπουδαίος δοκιμιογράφος Stephen Greenblatt, στο άρθρο του «The death of Hamnet and the Making of Hamlet», και το όνομα «Άμλετ», είναι μορφές του ίδιου ονόματος όπως αναφέρουν τα ληξιαρχικά έγγραφα του Στράτφορντ της εποχής. Το ερώτημα λοιπόν είναι, γιατί ο Σαίξπηρ έδωσε το όνομα του γιου του σε ένα θεατρικό έργο, που εμπνεύστηκε από έναν αρχαίο Σαξωνικό μύθο;
 
Μπορεί ο τίτλος του βιβλίου να είναι το όνομα του πρόωρα χαμένου παιδιού, μπορεί επίσης ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ να είναι το κύριο πρόσωπο ενδιαφέροντος στην ιστορία, αλλά η ευφυής συγγραφέας στέκεται στον χαρακτήρα και την προσωπικότητα της γυναίκας που είναι γνωστή ως Αν Χαθαγουέι αλλά σε έγγραφα της εποχής (όπως στην διαθήκη του πατέρα της) ονομάζεται Άγκνες – κι εδώ όπως στην περίπτωση του Άμνετ/Άμλετ, έχουμε μια παραφθορά του ίδιου ονόματος Αν/Άγκνες. Η Άγκνες λοιπόν, είναι ουσιαστικά η ηρωίδα του μυθιστορήματος, αποτελεί τον κεντρικό χαρακτήρα γύρω από τον οποίον περιστρέφεται η πλοκή του βιβλίου.
 
«Στα μέρη τούτα έλεγαν παλιά μια ιστορία για μια κοπέλα που ζούσε στις παρυφές ενός δάσους.
Οι άνθρωποι αντάλλασσαν τα λόγια αυτά αναμεταξύ τους: «Έχεις ακουστά την κοπέλα που ζούσε στην άκρη του δάσους;» όπως κάθονταν τη νύχτα γύρω απ’ τη φωτιά, την ώρα που ζύμωναν, ή έξαιναν μαλλί για κλώσιμο. Τέτοιες ιστορίες, βέβαια, κάνουν τη νύχτα να κυλάει πιο εύκολα, πραΰνουν ένα δύστροπο παιδί, σε κάνουν να ξεχνάς τις έγνοιες σου.
Στην άκρη του δάσους, μια κοπέλα.»
 
Η σκιά του θανάτου του Άμνετ, ακολουθεί τον αναγνώστη σε όλο το μυθιστόρημα, που ξεκινάει με τον μικρό να φροντίζει την άρρωστη δίδυμη αδελφή του, που παρουσιάζει συμπτώματα πανώλης, και πανικόβλητος να διασχίζει το Στράτφορντ αναζητώντας πρώτα την μητέρα του και μετά έναν γιατρό.
Η Ο’Φάρελ μετατοπίζει το βάρος της ιστορίας όμως αργά, πιάνοντας το νήμα από την αρχή. Την γνωριμία της Άγκνες με τον Σαίξπηρ (που ποτέ δεν κατονομάζεται στο βιβλίο, απλά αναφέρεται ως «ο καθηγητής των Λατινικών», ο «σύζυγος», ο «πατέρας»), πόσο εντυπωσιάζεται εκείνος από αυτή την αγρότισσα με την τρομερή φήμη στη πόλη, ότι είναι ατίθαση, ότι είναι περίεργη, και στην οποία τρέχουν οι κάτοικοι των γύρω περιοχών για να γιατρευτούν από τα μαντζούνια της. Μεταξύ τους υπάρχει μια ακαταμάχητη έλξη, στην οποία δεν μπορούν να αντισταθούν, η εκκεντρικότητα και η άγρια ομορφιά της, αιχμαλωτίζουν τον ρομαντικό Σαίξπηρ. Σύντομα η Άγκνες, διαπιστώνοντας ότι η μητέρα της δεν επιθυμεί αυτή την ένωση (ο πατέρας του σπουδαίου βάρδου, είχε χρεοκοπήσει και της χρωστούσε χρήματα) θα πάρει την κατάσταση στα χέρια της, και θα μείνει έγκυος, φέρνοντας τις δύο οικογένειες προ τετελεσμένου γεγονότος.
 
Η Άγκνες, δεν θα αργήσει να διαπιστώσει ότι ο γάμος με τον Σαίξπηρ, δεν πρόκειται να ευδοκιμήσει όσο εκείνος, είναι εγκλωβισμένος στο επαρχιακό και στενό περιβάλλον της μικρής πόλης, και όσο ζουν σε ένα μικρό σπίτι δίπλα στους γονείς του. Πείθει τον σύζυγό της να πάει στο Λονδίνο, ως αντιπρόσωπος της βιοτεχνίας γαντιών του πατέρα του, αλλά ουσιαστικά γνωρίζοντας ότι εκείνος, που γράφει συνεχώς στο δωμάτιό του, χωρίς κανένας να γνωρίζει τι ακριβώς, θα ακολουθήσει τα όνειρά του. Ο Σαίξπηρ από την ώρα που φεύγει από το σπίτι του Στράτφορντ, θα είναι απών. Η Άγκνες θα γεννήσει τα δίδυμα ουσιαστικά μόνη, θα βιώσει το δράμα του χαμού του Άμνετ, όπου ο Σαίξπηρ δεν θα προλάβει ούτε να της παρασταθεί. Ο γάμος τους, παρά την οικονομική άνθηση, που γνωρίζει η οικογένεια, καθώς ο Σαίξπηρ έχει ήδη γίνει διάσημος και πλούσιος, θα δοκιμαστεί.


« «Πως λέγεται», ρωτάει η Τζούντιθ τη μητέρα της, «αυτός που ήταν δίδυμος αλλά δεν είναι πια;»
Η μάνα της που βυθίζει ένα λυγισμένο, διπλό φιτίλι σε ζεσταμένο στέαρ, μένει ακίνητη μα δε γυρίζει το κεφάλι.
«Αν είσαι γυναίκα», εξακολουθεί η Τζούντιθ, «και πεθαίνει ο άντρας σου, λέγεσαι «χήρα». Κι αν πεθάνουν οι γονείς του, το παιδί γίνεται «ορφανό». Αλλά πως λέγεται αυτό που είμαι εγώ;»
«Δεν ξέρω» λέει η μητέρα της.
Η Τζούντιθ παρατηρεί το υγρό που στάζει απ’ τις άκρες των φιτιλιών, και πέφτει στη γαβάθα.
«Μπορεί να μην υπάρχει λέξη», λέει διστακτικά.
«Μπορεί να μην υπάρχει», λέει η μητέρα της.»
 
Η Ο’Φάρελ, έχοντας την Άγκνες στο κέντρο της ιστορίας, απογειώνει το μυθιστόρημά της. Η σύζυγος του Σαίξπηρ περιγράφεται ως μια γυναίκα δυναμική και στιβαρή, σοφή και ταυτόχρονα αφελής, με άπειρες ιατρικές γνώσεις γύρω από τα βότανα που της μετέφερε η πρόωρα χαμένη μητέρα της, με γνώσεις για το δάσος, για τα ζώα, τα έντομα. Η συγγραφέας τής δίνει μια σύγχρονη διάσταση, ως μια γυναίκα που πρέπει να φροντίσει για όλους και για όλα, με τον σύζυγο διαρκώς απόντα, να ανέρχεται επαγγελματικά και να «φέρνει χρήματα» στο σπίτι. Η Άγκνες δεν έχει ιδέα για το πόσο σπουδαίος θεωρείται ο Σαίξπηρ, εκείνη βλέπει, έναν άνθρωπο που αποξενώνεται σιγά-σιγά από το οικογενειακό περιβάλλον και από εκείνη και που κουβαλάει έντονα τις ενοχές του, έναν σύζυγο που ήταν απών από το νεκροκρέβατο του γιου του. Οι εκπληκτικές τελευταίες σελίδες του βιβλίου, που η Άγκνες θα ταξιδέψει στο Λονδίνο και θα δει το «Άμλετ», επιτέλους κατανοώντας το βαθύτερο είναι του συζύγου της, θα μετατρέψουν την κατάσταση εντός της.


Είναι εξαιρετικό το όγδοο μυθιστόρημα της πολυβραβευμένης Ό’Φάρελ. Ο σπαραγμός, η θλίψη, η οδύνη μεταφέρονται με τόση ζωντάνια, που διαπερνούν τον αναγνώστη. Η συγγραφέας πήρε ένα γνωστό ιστορικό γεγονός και το μετέτρεψε σε ένα μοντέρνο και γεμάτο δυναμισμό μυθιστόρημα, πήρε μια γυναίκα που βρίσκεται στο περιθώριο και στη σκιά του διάσημου συζύγου της και την μετέτρεψε σε ηρωίδα ολκής. Το μεγάλο όμως πλεονέκτημα του βιβλίου, πέραν της ηρωίδας, είναι η ατμόσφαιρα που δημιουργεί η συγγραφέας. Ο κόσμος του τέλους του 16 αιώνα, περιγράφεται τόσο έντονα και τόσο ζωντανά, που νομίζεις ότι βλέπεις έναν ωραίο πίνακα, ενώ το κεφάλαιο με την μεταφορά της πανώλης από λιμάνι σε λιμάνι, είναι τόσο ευφυές που ξαφνιάζει.
 
Το «Άμνετ», είναι ένα υπέροχο μυθιστόρημα, για τον ρόλο της γυναίκας την εποχή εκείνη, για την απώλεια και τον θάνατο, το πένθος και τον σπαραγμό, την δημιουργία και την έμπνευση, τον έρωτα και τις σχέσεις. Το βιβλίο που ξεκίνησε να γράφει η Ο’Φάρελ πριν από τριάντα χρόνια, το παράτησε και ευτυχώς το ξεκίνησε ξανά, για να το διαβάσουμε την εποχή του κορονοϊού, που άνθρωποι πεθαίνουν αβοήθητοι δίπλα μας, καθιστώντας το, εξαιρετικά επίκαιρο και στις μέρες μας. Θέλει μεγάλη συγγραφική αυτοπεποίθηση να γράψεις ένα βιβλίο, όπου ένας από τους ήρωες είναι ο αν όχι ο μεγαλύτερος, ένας από τους επιδραστικότερους συγγραφείς όλων των εποχών και να μη τον βάλεις στο κέντρο του, αλλά η Ιρλανδή συγγραφέας το κατάφερε και μάλιστα ιδανικά!

Υ.Γ. Το κείμενο δημοσιεύεται και στο Βιβλιοδρόμιο των Νέων, της 13/11/21
 
Βαθμολογία 84 / 100


 
Σάββατο, Νοεμβρίου 06, 2021
posted by Librofilo at Σάββατο, Νοεμβρίου 06, 2021 | Permalink
Αναζήτηση εαυτού ("Μόνιμοι κάτοικοι" + "Τα δύο δώρα")
Τον Γιώργο Μητά και την Σοφία Μπραϊμάκου, τους χωρίζει ηλικιακά μια δεκαετία, αλλά τα λογοτεχνικά τους χαρακτηριστικά είναι αρκετά όμοια. Και οι δύο είναι ολιγογράφοι (τρία βιβλία από το 2011 που πρωτοεμφανίστηκε ο πρώτος, δύο βιβλία από το 2018 που πρωτοεμφανίστηκε η δεύτερη), ξεκίνησαν την πορεία τους, με συλλογές διηγημάτων που όμως είχαν ένα κέντρο στην αφήγησή τους (την πόλη του Χαλ ο Μητάς στις «Ιστορίες του Χαλ», το φαγητό η Μπραϊμάκου στο «Ματάμπρε»), δεν ήταν δηλαδή, απλώς συλλογές ιστοριών από διάφορες δημοσιεύσεις. Και οι δύο «βασανίζουν» την κάθε πρόταση, την γλώσσα για να επιτύχουν το αποτέλεσμα που θέλουν, και οι δύο προτάσσουν το ύφος έναντι της πλοκής – χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν τους ενδιαφέρει η τελευταία.
 
Οι δύο (ιδιαίτερα διακριτικοί ως άνθρωποι) συγγραφείς, εξέδωσαν μέσα στη χρονιά που φεύγει νουβέλες που εντυπωσιάζουν για την ατμόσφαιρά τους (αυτό είναι και το μεγάλο προσόν των βιβλίων τους) και το ύφος τους. Με το «ΜΟΝΙΜΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ» - (εκδ. Νεφέλη, σελ.137), η Σοφία Μπραϊμάκου (1976, Αθήνα), περιγράφει μια ιστορία γεμάτη ρευστότητα και εσωτερικότητα, που εντυπωσιάζει με την δύναμή της, ενώ ο Γιώργος Μητάς (1966, Λιβαδειά) με το «ΤΑ ΔΥΟ ΔΩΡΑ» - (εκδ. Στερέωμα, σελ. 116), με υπαινικτικό και ιδιαίτερα φροντισμένο ύφος, περιγράφει μια ιστορία για τις πληγές του έρωτα και την αναζήτηση ταυτότητας.


 
Το «ΜΟΝΙΜΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ» εκτυλίσσεται στην σημερινή Αθήνα. Ένα νέο ζευγάρι κληρονομεί μια παλιά μονοκατοικία στο Μετς και αποφασίζει να μετακομίσει εκεί. Το σπίτι όμως ήταν ακατοίκητο για χρόνια και χρειάζεται πολλές επισκευές, χωρίς να εγγυάται κανείς ότι ακόμα και μετά την ανακαίνιση θα είναι πλήρως κατοικήσιμο. Παρακολουθούμε την ιστορία από την πλευρά της ηρωίδας της Ζωής, που από την αρχή κάτι δεν της κάθεται καλά σχετικά με το σπίτι, το οποίο, δείχνει να αντιστέκεται στις προσπάθειες των νέων ενοίκων του, δείχνει να έχει μια «προσωπικότητα» που δεν επιθυμεί την διατάραξη της «ησυχίας του» τόσα χρόνια.
 
«Καλά καλά δεν έχουμε συνηθίσει ακόμα τα βράδια στο νέο μας σπίτι, αν και εδώ ο όρος «νέο» χρησιμοποιείται μάλλον καταχρηστικά. Πόσο νέο θα μπορούσε, άραγε, να είναι ένα σπίτι που λιάστηκε κάτω απ’ τον ήλιο των παλιών ανθρώπων; Πόσο φρέσκος θεωρείται ένας τοίχος που για να βάψεις πάνω του πρέπει να ξύσεις μέχρι τον πρώτο ασβέστη; Πόσο καινούργιο είναι ένα παρκέ που πατήθηκε από τις σόλες αμέτρητων περαστικών;»


 
Μετά τις πρώτες σελίδες, διαπιστώνουμε ότι η ψυχοσύνθεση της ηρωίδας μεταβάλλεται. Δεν είναι ήρεμη, ανασυνθέτει μέσα από αναμνήσεις το παρελθόν, δεν κοιμάται, απομακρύνεται από τον σύντροφό της. Μια ατυχής εγκυμοσύνη του πρόσφατου παρελθόντος, και τα ψυχολογικά προβλήματα που της προκάλεσε, δείχνουν να επανέρχονται. Τα γεγονότα που αφηγείται, δεν γνωρίζουμε αν όντως συνέβησαν ή είναι όλα μπερδεμένα μέσα στο ταραγμένο μυαλό της. Η μοιραία μετακόμιση, την υποχρεώνει να κοιτάξει βαθιά μέσα της, με ότι αυτό συνεπάγεται.
 
Όλα κινούνται μέσα σε μια ρευστότητα, που η ζωντανή γραφή της Μπραϊμάκου, μεταφέρει στον αναγνώστη, θέτοντάς τον διαρκώς μπροστά στο ερώτημα αν η κατάσταση (που μοιάζει εφιαλτική), θα εξελιχθεί σε θρίλερ (κάτι σαν «Το μωρό της Ρόζμαρι»), ή βρισκόμαστε μέσα σε ένα όνειρο που αφηγείται η Ζωή (μήπως «a dream within a dream» του Πόε;). Δίνοντας έμφαση στην ατμόσφαιρα, η συγγραφέας βγάζει τον αναγνώστη από την «άνεση» και την «ασφάλειά του», προβληματίζοντάς τον για την ανεύρεση του κλειδιού αυτού της (φαινομενικά απλής) νουβέλας με την βαθιά εσωτερικότητα. Είναι ένα βιβλίο που χρειάζεται να αποκρυπτογραφηθεί από τον αναγνώστη που «κινδυνεύει» μετά από κάθε σελίδα, να βρεθεί εκτός κλίματος (γι’ αυτό προτείνεται η non-stop ανάγνωσή του, άλλωστε είναι μικρό σε έκταση).


 
«Από τη μικρή χαραμάδα της ανοιχτής πόρτας της ντουλάπας κρυφοκοιτάζω τη μητέρα να μπαίνει στο δωμάτιο, ανήσυχη, κάθιδρη, σαν να κρύβεται κι εκείνη, σαν να προσπαθεί να ξεφύγει από κάτι, κι αναρωτιέμαι μήπως φταίω εγώ, μήπως δεν έφαγα όλο το φαΐ μου, μήπως δεν έκανα σωστά τις αναπνοές μου για τον βήχα, μήπως δεν την άκουσα όταν μου έλεγε, «πλύσου, ντύσου, χτενίσου, πιες το γάλα σου να πας στο σχολείο», και ύστερα τον πατέρα να μπαίνει κι αυτός κλείνοντας αποφασιστικά την πόρτα του δωματίου και να την πλησιάζει αργά από πίσω, να τη γραπώνει και να της ασφαλίζει το στόμα, όπως γραπώνει ο κακός λύκος το μικρό, άτακτο γουρουνάκι που ήθελε, ναι, στ’ αλήθεια, ήθελε να συμμορφωθεί, μα όσο και να προσπάθησε, δεν κατάφερε να αλλάξει.»
 
Το «Μόνιμοι κάτοικοι», αποτελεί ένα σημαντικό βήμα για την ικανότατη συγγραφέα και μια ωραία «είσοδο» στη μεγαλύτερη φόρμα που φαίνεται ότι την κατέχει με άνεση. Ωραίο ύφος, δυναμισμός στη γραφή, έμφαση στη γλώσσα, πυκνότητα και ρυθμός, σε ένα βιβλίο αναζήτησης εαυτού, που διαφέρει πολύ από το ιδιαίτερα αξιόλογο «Ματάμπρε» και υπόσχεται πολλά για τη συνέχεια.
 
Η αναζήτηση εαυτού, βρίσκεται και στην βάση του σαγηνευτικού μυθιστορήματος, «ΤΑ ΔΥΟ ΔΩΡΑ». Ο ήρωας, στην τριτοπρόσωπη αφήγηση του Μητά, είναι ο Αντρέας, ένας νεαρός βιολόγος με ειδικότητα στην έρευνα της Αλιείας, που συμμετέχει σε ένα συνέδριο που γίνεται στην Μπανγκόκ της Ταϊλάνδης. Ο μυθιστορηματικός χρόνος είναι οι αρχές του 21ου αιώνα, και ο Αντρέας είναι ένας επιτυχημένος στον τομέα του νέος επιστήμων, μονήρης και εσωστρεφής, με ιδιαίτερη αγάπη στη λογοτεχνία.
 
Η τυχαία συνάντησή του με την Μύρρα, μια συνάδελφό του από άλλο τμήμα του Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών στο οποίο εργάζεται, που συμμετείχε κι εκείνη στο συνέδριο, τον αποσυντονίζει τελείως – το μυαλό του πλέον δεν βρίσκεται στις εισηγήσεις και στα τεκταινόμενα του συνεδρίου, αλλά στην Μύρρα η οποία τον είχε συγκινήσει με την ομορφιά της από την πρώτη στιγμή που την είδε.
 
Ο συγγραφέας με άλλη μια βουτιά στον χρόνο, περιγράφει τον Αντρέα και τις καταστάσεις που οδήγησαν στην μοναχικότητα που τον χαρακτηρίζει, και στον ρομαντισμό που τον διακρίνει. Με ασθενικό σώμα από μικρός ο Αντρέας και μια σοβαρή ασθένεια που τον κράτησε στο σπίτι στην εφηβεία του, ο ήρωας του βιβλίου, μεγαλώνει μέσα στα βιβλία ως πρωταγωνιστής μυθιστορήματος του 19ου αιώνα. Μόνο όταν μπήκε στο πανεπιστήμιο για σπουδές, άρχισε η «κοινωνικοποίησή» του, και οι γνωριμίες με το αντίθετο φύλο, οι συνήθως αδιέξοδοι έρωτες και οι παρέες.
 
Στο υγρό και ρευστό περιβάλλον της Μπανγκόκ (που αναδεικνύεται μέσα από την ωραία γλώσσα του Μητά ως άλλη πρωταγωνίστρια του βιβλίου), ο Αντρέας, αιώνιος εραστής της ομορφιάς και του ωραίου, ερωτεύεται την Μύρρα («ο εχθρός εντός των τειχών» όπως αναφέρεται στη νουβέλα), που κινείται ως αερικό μεταξύ των ανδρών που γνωρίζει στα μπαρ και στις αίθουσες του ξενοδοχείου, επιβάλλοντας την παρουσία τους στον Αντρέα που ακολουθεί, εκπλησσόμενος με τα συναισθήματά του και υποψιασμένος γι’ αυτό που θα ακολουθήσει.
 

«Η Μύρρα, ακαταπόνητη κι ενθουσιώδης, έμοιαζε ανεπηρέαστη από την αποπνικτική ατμόσφαιρα και τη φρικτή ζέστη: μιλούσε, φωτογράφιζε, γελούσε, πόζαρε στον φακό του Αντρέα ενώ μια έκφραση ευαρέσκειας έκανε ακόμα ομορφότερο το πρόσωπό της. Κάποια στιγμή, κι ενώ πλησίαζε η ώρα που έπρεπε να γυρίσουν, χάθηκε πίσω από μια στήλη φτιαγμένη λες από ατόφιο χρυσάφι. Για λίγο επικράτησε απόλυτη ησυχία, καθώς οι άλλοι επισκέπτες είχαν ξεμακρύνει. Τότε ο ήλιος πρόβαλε για πρώτη φορά πίσω από τα σύννεφα ▪ ένα αεράκι πέρασε σαν κύμα κι άπλωσε παντού τη δροσιά και τη φρεσκάδα του. Στη στιγμή, τα καμπανάκια της τύχης που κρέμονταν από τα γείσα των μνημείων ζωντάνεψαν: οι χρυσές γλώσσες τους αστραποβόλησαν στο φως, το αργυρόηχο καμπάνισμά τους γέμισε τον χώρο μ’ έναν ευοίωνο ψίθυρο. Στο κέντρο της σκηνής, περιτριγυρισμένος από την ξαφνική καλοσύνη, ο Αντρέας έκλεισε τα μάτια. Δάκρυα μούσκεψαν τα βλέφαρά του. Για πρώτη φορά στη ζωή του, όλα όσα επιθυμούσε έμοιαζαν εφικτά ▪ οι πιο μύχιοι πόθοι του θα μπορούσαν, εδώ, στην άλλη άκρη του κόσμου, να ζωντανέψουν.»
 
Η κοινοτοπία της ιστορίας που αφηγείται ο Μητάς, ισορροπεί με το σαγηνευτικό του ύφος, που «αιχμαλωτίζει» τον αναγνώστη και τον καθιστά μέρος του βιβλίου. Με την ατμόσφαιρα της Ασιατικής πόλης, τους ναούς και τις μυρωδιές, την βροχή και την υγρασία να περιγράφονται ολοζώντανα νιώθεις να εισέρχεσαι εντός της και να βαδίζεις με τους ήρωες στους δρόμους της. Τα συναισθήματα του ήρωα ακολουθούν τις γρήγορες μεταβολές του καιρού, όπου την δυνατή βροχή, διαδέχεται μετά από λίγο η ζέστη και η υγρασία. Ο Αντρέας δέχεται τα δώρα του έρωτα και της έμπνευσης στη δημιουργία λογοτεχνικού έργου, μέσα από τον πόνο των συναισθημάτων και την ένταση που τα ζει.
 

Υπάρχουν αρκετές εκφραστικές υπερβολές, αλλά η αναζήτηση της ομορφιάς σε συνδυασμό με την σωματική αδυναμία, το ανέφικτο του έρωτα σε συνδυασμό με την κυνικότητα και τον ρεαλισμό της καθημερινότητας, περιγράφονται θαυμάσια στα «Δύο δώρα», ένα βιβλίο που σε μαγεύει με το στυλ, και την έμφαση στη λεπτομέρεια της κάθε έκφρασης, της κάθε λέξης, που δίνει ο επίμονος συγγραφέας – χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των βιβλίων του. Ωραία υπαινικτική και χαμηλότονη νουβέλα που συγκινεί χωρίς να το απαιτεί, δίνει τροφή για σκέψη χωρίς να κραυγάζει, θέτει ερωτήματα που ωθούν σε προβληματισμούς. Ο Γιώργος Μητάς, στυλίστας από άλλους καιρούς, συνεχίζει τον μοναχικό του αγώνα με συνέπεια και υπομονή.
 
Βαθμολογία (και για τα δύο βιβλία) 80 / 100

 
 
Παρασκευή, Οκτωβρίου 29, 2021
posted by Librofilo at Παρασκευή, Οκτωβρίου 29, 2021 | Permalink
Η δύναμη της Λογοτεχνίας ("Όσα κρατήσαμε κρυφά")

 

Είναι δύσκολο για κάποιον που αγαπάει τη λογοτεχνία, να αντισταθεί στη γοητεία των μικρών ή και μεγάλων παρελκόμενων γύρω από την ιστορία της έκδοσης του «Δόκτωρ Ζιβάγκο», ενός εκ των μεγάλων μυθιστορημάτων του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα. Το σπουδαίο μυθιστόρημα του Μπόρις Πάστερνακ, που είχε γίνει διάσημο αρκετά πριν την έκδοσή του, πέρασε μεγάλες περιπέτειες για να εκδοθεί πρώτα στον Δυτικό κόσμο και πολύ αργότερα στην πατρίδα του. Η μετάφραση και έκδοση του «Δόκτωρ Ζιβάγκο» στις Αγγλοσαξωνικές χώρες είχε καταστεί επείγουσα προτεραιότητα για τις Αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες στον ανελέητο ψυχρό πόλεμο της εποχής.
 
Έχοντας αυτό ως κεντρικό στοιχείο, το πρωτόλειο μυθιστόρημα της Αμερικανίδας Lara Prescott (1982, Austin Texas), «ΟΣΑ ΚΡΑΤΗΣΑΜΕ ΚΡΥΦΑ» («The Secrets we Kept») – (εκδ. Μεταίχμιο, μετάφρ. Γ. Μπαρουξής, σελ.492), δεν περιγράφει μόνο την προσπάθεια απόκτησης του πολύτιμου χειρογράφου του μυθιστορήματος, από την πλευρά των Αμερικανών χρησιμοποιώντας γυναίκες που τυπικά είχαν την δουλειά των δακτυλογράφων στην υπηρεσία, αλλά και την ιστορία ενός μεγάλου έρωτα, του συγγραφέα με την γυναίκα που ενέπνευσε τον χαρακτήρα της μοιραίας Λάρας στο βιβλίο.
 

«Είχα κάνει αίτηση για δακτυλογράφος, αλλά μου έδωσαν άλλη δουλειά. Είδαν πάνω μου κάτι που δεν είχα δει ποτέ η ίδια; Ή μπορεί να κοίταξαν το παρελθόν μου, τον θάνατο του πατέρα μου, και να κατάλαβαν πως θα έκανα ό,τι μου ζητούσαν. Αργότερα μου είπαν ότι ο τόσο βαθύς θυμός διασφαλίζει έναν βαθμό αφοσίωσης στην Υπηρεσία που ο πατριωτισμός δεν δημιουργεί ποτέ.»
 
Η Prescott χρησιμοποιεί δύο παράλληλες αφηγήσεις στο μυθιστόρημά της. Από τη μια έχουμε τον κόσμο των γυναικών που προσλαμβάνονταν μετά τον Β παγκόσμιο πόλεμο από τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ ως δακτυλογράφοι, αλλά αρκετές από αυτές, χρησιμοποιούντο και ως πράκτορες σε απλές ή σύνθετες αποστολές. Μία από αυτές είναι η Ιρίνα, γεννημένη στη Ρωσία αλλά μεγαλωμένη στις ΗΠΑ, που από την αρχή της πρόσληψής της, εκπαιδεύεται υπό συνθήκες άκρας μυστικότητας (ακόμα και από τις τυπικά συναδέλφους της δακτυλογράφους) για να αποκτήσει ικανότητες κατασκόπου. Η υπηρεσία είχε στελεχωθεί κυρίως με γυναίκες που είχαν αποκτήσει κάποια πείρα ή είχαν διακριθεί στον Β παγκόσμιο πόλεμο, αλλά η άβγαλτη και δειλή Ιρίνα αποτέλεσε μια έκπληξη για την ικανότητά της να περνάει απαρατήρητη. Η Ιρίνα εκπαιδεύεται σχεδόν από την αρχή για την «επιχείρηση Ζιβάγκο», την απόκτηση με κάθε τρόπο του χειρογράφου του μυθιστορήματος του Πάστερνακ, την έκδοση του στις ΗΠΑ, αλλά και την μετάφρασή του στα Ρωσικά, ώστε να διοχετευθεί με κάποιο τρόπο στην ίδια του την πατρίδα, όπου είχε ήδη (από το χειρόγραφο) απαγορευτεί.

Παράλληλα, η συγγραφέας αφηγείται, την σχέση ζωής του Μπόρις Πάστερνακ με την ερωμένη και μούσα του, Όλγα Βσεβολόντοβνα Ιβίνσκαγια, από το πώς γνωρίστηκαν έως τον θάνατό του. Περιγράφει τις περιπέτειες της Όλγας στην εξορία και στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, αποτέλεσμα της σχέσης της με τον ανέγγιχτο (είτε από τον Στάλιν, είτε από τους διαδόχους του) συγγραφέα, που το καθεστώς φοβούμενο τις αντιδράσεις, άφηνε σε σχετική ελευθερία. Η Όλγα ήταν εκείνη που ενέπνευσε τον χαρακτήρα της Λάρας στο «Δόκτωρ Ζιβάγκο», η Όλγα ήταν εκείνη που έτρεχε σε εκδότες και Αρχές για να μπορέσει να εκδοθεί το μυθιστόρημα, και που αφιέρωσε τη ζωή της, στην στήριξη του σπουδαίου συγγραφέα. Η Prescott αφήνει τον Πάστερνακ σε δεύτερο φόντο, για να επικεντρωθεί στην προσωπικότητα αυτής της γυναίκας, που βασανίστηκε και ταλαιπωρήθηκε, που παρότι ερωτευμένη, έβλεπε με αντικειμενικότητα και ψυχραιμία τις ανθρώπινες αδυναμίες του συγγραφέα, ενώ οι σελίδες του τρόμου που νιώθουν εκείνη και τα παιδιά της, ακούγοντας τα μαύρα αυτοκίνητα της Ασφάλειας να έρχονται στο σπίτι τους, είναι ίσως οι πιο δυνατές του βιβλίου.
 
«Αυτοί είχαν τους δορυφόρους τους κι εμείς είχαμε τα βιβλία τους. Εκείνη την εποχή, πιστεύαμε ότι τα βιβλία μπορούν να γίνουν όπλα, ότι η λογοτεχνία μπορεί να αλλάξει την πορεία της ιστορίας. Η Υπηρεσία ήξερε ότι θα χρειαζόταν χρόνος για να αλλάξει η καρδιά και η σκέψη των ανθρώπων, αλλά έτσι κι αλλιώς έπαιζαν μακροπρόθεσμο παιχνίδι. Από την εποχή του OSS ακόμη, κάναμε εντατικό πόλεμο μαλακής προπαγάνδας – χρησιμοποιούσαμε την τέχνη, τη μουσική και τη λογοτεχνία για να προωθήσουμε τους στόχους μας. Ο σκοπός ήταν να τονίσουμε ότι το σοβιετικό σύστημα δεν επέτρεπε την ελεύθερη σκέψη, ότι το Κόκκινο καθεστώς παρεμπόδιζε, λογόκρινε και δίωκε ακόμα και τους καλύτερους καλλιτέχνες και συγγραφείς του. Και η τακτική που ακολουθούσαμε ήταν να φροντίζουμε να φτάνει με κάθε τρόπο στα χέρια των πολιτών της Σοβιετικής Ένωσης πολιτισμικό υλικό.»
 
Πέραν όμως από τις ιστορίες των κεντρικών χαρακτήρων του βιβλίου, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του, είναι η περιγραφή του ακήρυχτου πολέμου που διεξάγεται από, τις μυστικές υπηρεσίες Αμερικανών και Σοβιετικών. Με τους Σοβιετικούς να έχουν προηγηθεί και αιφνιδιάσει στον πόλεμο του Διαστήματος, σπέρνοντας τον τρόμο στους αντιπάλους τους, ένα από τα όπλα που αντιπαραθέτουν οι Αμερικανοί σε αυτόν τον υπόγειο αλλά ανελέητο πόλεμο, είναι η προπαγάνδα μέσα από την τέχνη και κυρίως την λογοτεχνία. Η απαγόρευση έκδοσης του «Δόκτωρ Ζιβάγκο», ενός μυθιστορήματος που έχει αντι-Σοβιετικά χαρακτηριστικά, αλλά είναι και ένα βιβλίο μεγάλης λογοτεχνικής ποιότητας, ήταν «βούτυρο στο ψωμί» της Δύσης. Το κυνήγι της απόκτησης του χειρογράφου, όπου ο Ιταλός βαθύπλουτος νεοπαγής τότε εκδότης Φελτρινέλι, κατάφερε να αποκτήσει πρώτος, η απόκτησή του από τους Αμερικανούς και η προσπάθεια διοχέτευσής του μέσω Ρώσων αντιπροσώπων στην Expo του 1958, περιγράφονται με ένταση και εξαιρετικό αφηγηματικό ρυθμό στο μυθιστόρημα της Prescott.
 
«Η Υπηρεσία ήθελε να γεμίσει τις τάξεις της με διανοούμενους, με εκείνους που πίστευαν στο μακροπρόθεσμο παιχνίδι της αλλαγής της ιδεολογίας των ανθρώπων με το πέρασμα του χρόνου. Και πίστευαν ότι αυτό μπορεί να γίνει με τα βιβλία. Το ίδιο πίστευα κι εγώ. Και αυτή ήταν η δουλειά μου: να βρίσκω βιβλία προς εκμετάλλευση και να βοηθάω στη συγκαλυμμένη διάδοσή τους. Ο στόχος ήταν να εντοπίζω βιβλία που έδιναν κακή εικόνα για τους Σοβιετικούς: βιβλία που είχαν απαγορευτεί, βιβλία που κατέκριναν το σύστημα, βιβλία που παρουσίαζαν τις Ηνωμένες Πολιτείες ως έναν φωτεινό φάρο. Ήθελα να τους κάνω να κοιτάξουν με ειλικρίνεια ένα σύστημα που είχε επιτρέψει στο Κράτος να σκοτώσει έστω και έναν συγγραφέα, έστω και έναν διανοούμενο – ή ακόμη και έναν μετεωρολόγο – επειδή διαφωνούσαν μαζί του.»
 
Ο κινηματογραφικός ρυθμός στην αφήγηση είναι το μεγάλο πλεονέκτημα, του βιβλίου. Εναλλάσσοντας τα κεφάλαια, μεταξύ κεντρικών γραφείων της CIA και Σοβιετικής Ένωσης, η Prescott χειρίζεται με άνεση τις παράλληλες ιστορίες της, ενώ αποτυπώνεται η ενδελεχής έρευνα που έχει πραγματοποιήσει σε αρχεία και εφημερίδες της εποχής. Είναι όμως τόσο δυνατή η ιστορία του Πάστερνακ και της Όλγας που κάνει το μυθιστόρημα να μην έχει ισορροπία και τον αναγνώστη να ανυπομονεί για τα κεφάλαια που αφορούν τις καταστάσεις στη Σοβιετική Ένωση.
 
Το μυθιστόρημα της Prescott διαβάζεται με μεγάλο ενδιαφέρον, υπάρχει αγωνία και η συγγραφέας δείχνει ότι έχει αφηγηματικό χάρισμα. Όμως οι περισσότεροι χαρακτήρες είναι «χάρτινοι», δεν υπάρχει εμβάθυνση, παρά μόνο η επιφάνεια των γεγονότων, γι’ αυτό ακριβώς προβάλλει ως κεντρικό σημείο γοητείας της ιστορίας, η περιγραφή της Όλγας Βσεβολόντοβνα Ιβίνσκαγια, που αναπλάθεται με στιβαρότητα και συναίσθημα, ως μια γυναίκα που ακολούθησε μέχρι τέλους τις επιλογές της, πληρώνοντας ακριβά γι’ αυτό.

 
Η Lara Prescott, πήρε το όνομά της από την ομώνυμη ηρωίδα του «Δόκτωρ Ζιβάγκο», λόγω της λατρείας που είχαν οι γονείς της προς το μυθιστόρημα του Πάστερνακ αλλά και την κλασσική Ρωσική λογοτεχνία εν γένει. Ευτύχησε η πρώην πολιτική σύμβουλος να γίνει γνωστή, με το πρώτο της κιόλας βιβλίο – το οποίο ως χειρόγραφο έγινε αντικείμενο δημοπρασίας από τον ατζέντη της και πουλήθηκε στον εκδότη για 2 εκατομμύρια δολάρια.
 
Το «ΟΣΑ ΚΡΑΤΗΣΑΜΕ ΚΡΥΦΑ», παρά το ότι παραμένει ουσιαστικά ένα κατασκοπικό μυθιστόρημα (spy novel), μιλάει για τη δύναμη της αγάπης και της αφοσίωσης, για την αυτογνωσία και την θυσία. Είναι ένα ωραίο page-turner μυθιστόρημα, σφιχτοδεμένο και γοητευτικό, που καθηλώνει σε πολλές στιγμές τον αναγνώστη του και το οποίο, είναι μάλλον σίγουρο ότι θα μεταφερθεί στην μεγάλη ή στην μικρή οθόνη (υπό μορφή τηλεοπτικής σειράς). Δεν έχει ιδιαίτερες λογοτεχνικές αξιώσεις αλλά, μπορεί να οδηγήσει τους νεότερους αναγνώστες να ανακαλύψουν τη μαγεία του μοναδικού αριστουργήματος του Πάστερνακ, το «Δόκτωρ Ζιβάγκο», ή να δουν την έξοχη ομώνυμη ταινία του David Lean.
 
Βαθμολογία 78 / 100