Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 21, 2018
posted by Librofilo at Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 21, 2018 | Permalink
"Η μορφή των λειψάνων"

«Δεν ξέρω πότε άρχισα ν' αντιλαμβάνομαι ότι το παρελθόν της χώρας μου μού φαίνεται ακατανόητο και σκοτεινό, μια πραγματική δυστοπία, ούτε εγώ μπορώ να θυμηθώ την ακριβή στιγμή κατά την οποία όλα αυτά που εγώ τα θεωρούσα τόσο αξιόπιστα και προβλέψιμα - το μέρος όπου μεγάλωσα, το μέρος που μιλάω τη γλώσσα του και γνωρίζω τις συνήθειές του, το μέρος που το παρελθόν του μού το δίδαξαν στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο, το μέρος που το παρόν του έχω συνηθίσει να το ερμηνεύω και να υποκρίνομαι ότι το καταλαβαίνω - άρχισαν να μετατρέπονται σ' ένα κράτος ζόφου απ' το οποίο ξεπηδούσαν αποτρόπαια πλάσματα μόλις χαλαρώναμε την επαγρύπνηση. Με τον καιρό κατέληξα στη σκέψη ότι αυτή είναι και η αληθινή αιτία για την οποία οι συγγραφείς γράφουν για τους τόπους της παιδικής τους ηλικίας, της εφηβείας τους, ακόμα και της πρώτης νιότης τους· δε γράφει κανείς για όσα γνωρίζει και καταλαβαίνει, δε γράφει ούτε επειδή γνωρίζει και καταλαβαίνει, αλλά ακριβώς επειδή συνειδητοποιεί ότι όλες του οι γνώσεις και η κατανόηση είναι κίβδηλες, μια οφθαλμαπάτη, μια ψευδαίσθηση, οπότε τα βιβλία του δεν είναι, δε θα μπορούσε ποτέ να μην είναι παρά καλοεπεξεργασμένα δείγματα αποπροσανατολισμού, εκτενείς και πολύμορφες ομολογίες σύγχυσης.»

Ο Κολομβιανός συγγραφέας, Juan Gabriel Vasquez (Μπογκοτά, 1973) ήδη με τα δύο βιβλία του, που κυκλοφορούν στη χώρα μας,  τους "Πληροφοριοδότες" και το "Ό ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν", μας έχει δείξει την αδιαμφισβήτητη αξία του. Οι ιστορίες του εκτυλίσσονται στην Κολομβία και είτε στο υπόβαθρο βρίσκονται ταραγμένες εποχές πρόσφατες ή παρελθούσες, ή, σε πρώτο πλάνο βρίσκονται προσωπικές ιστορίες που επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από την βία που κυριαρχεί στη χώρα, η ιστορία της χώρας βρίσκεται πάντα τον απασχολεί, σαν ένα βασικό μοτίβο των κειμένων του. Με το πιο πρόσφατα μεταφρασμένο στα ελληνικά, πολυσέλιδο μυθιστόρημα του "Η ΜΟΡΦΗ ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ" ("La forma de las ruinas") - (εκδ. Ίκαρος, μετάφρ. Αχ. Κυριακίδης, σελ. 676) δεν ξεφεύγει ιδιαίτερα από την συνήθη προβληματική του, σε ένα πολύ ενδιαφέρον και σαγηνευτικό (όπως όλα άλλωστε) βιβλίο, το οποίο όμως πλατειάζει επικίνδυνα σε πολλά σημεία της αφήγησης.



Στα βιβλία του Βάσκεζ, το παρελθόν δεν πεθαίνει ποτέ, είναι διαρκώς παρόν. Σε μια χώρα όπως η Κολομβία όπου η βία στην πολιτική, (όπως και σε άλλους τομείς του δημόσιου βίου) είναι συνεχής, οι φήμες, οι διαδόσεις, τα εύκολα συμπεράσματα και η μίξη φαντασίας και πραγματικότητας αποτελούν μια καθημερινότητα και οι θεωρίες συνωμοσίας βρίσκουν το κατάλληλο έδαφος για να αναπτυχθούν. Ο αφηγητής και κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι ο ίδιος ο συγγραφέας, που τοποθετεί τον εαυτό του μέσα στην πλοκή του βιβλίου. Ευρισκόμενος σε μια ευαίσθητη ψυχολογικά κατάσταση καθώς η σύζυγος του έχει φέρει πρόωρα στον κόσμο δύο δίδυμα κοριτσάκια, γνωρίζει έναν ολοφάνερα διαταραγμένο άνθρωπο, τον Κάρλος Καρβάγιο, ο οποίος θα είναι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου.

«...Η ζήλια και ο φθόνος κινούν τον κόσμο. Οι μισές αποφάσεις παίρνονται εξαιτίας συναισθημάτων τόσο απλών όσο η ζήλια και ο φθόνος, το αίσθημα ταπείνωσης, η πικρία, το σεξουαλικό ανικανοποίητο, το σύμπλεγμα κατωτερότητας: αυτοί είναι οι κινητήρες της Ιστορίας, αγαπητέ μου ασθενή. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, κάποιος παίρνει μια απόφαση που επηρεάζει και σένα και μένα, και την παίρνει για λόγους σαν κι αυτούς: για να κάνει κακό σε κάποιο εχθρό, για να ξεπλύνει μια προσβολή, για να εντυπωσιάσει μια γυναίκα και να κοιμηθεί μαζί της. Έτσι λειτουργεί ο κόσμος. Η πολιτική είναι η μετουσίωση των συμπλεγμάτων.»

Ο Καρβάγιο είναι ένας άνθρωπος που έχει βάλει ως σκοπό της ζωής του να αποδείξει (και να ανακαλύψει αν μπορεί) ποιοι ήταν οι πραγματικοί δολοφόνοι του Χόρχε Ελιέσερ Γκαϊτάν, του ηγέτη των Φιλελευθέρων, που δολοφονήθηκε καθώς έβγαινε από τα γραφεία του κόμματος, ένα πρωινό του 1948. Μια δολοφονία που συντάραξε την ζωή της χώρας, καθώς το θύμα ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές (έχοντας δε αντιγράψει προσεκτικά τις κινήσεις και τις χειρονομίες του Μουσολίνι, γνώριζε καλά πως να μαγνητίσει τα πλήθη). Ο δολοφόνος λυντσαρίστηκε από το πλήθος αλλά τα κίνητρά του παρέμειναν άγνωστα και οι μαρτυρίες για έναν άνθρωπο με γκρι κοστούμι που κατηύθυνε τον όχλο (γεγονός που αναφέρει κι ο Γκ.Γκ.Μάρκες στο περίφημο «Ζω για να τη διηγούμαι» αυτοβιογραφικό βιβλίο του) είναι πολλές. Η δολοφονία του Γκαϊτάν προκάλεσε διαδηλώσεις που καταπνίγηκαν στο αίμα και η ατμόσφαιρα των ημερών απέκτησε όνομα: «bogotazo», που υποδηλώνει εκείνες τις ταραγμένες μέρες που άλλαξαν την πολιτική σκηνή της χώρας για πάντα, προκαλώντας έναν εμφύλιο πόλεμο που κράτησε περίπου 10 χρόνια, η δε περίοδος αυτή είναι γνωστή ως «Βία» («Violencia»). Ο Καρβάγιο που έχασε τον πατέρα του, την ημέρα της πρώτης διαδήλωσης, καθώς εκείνος (φανατικός οπαδός του Γκαϊτάν) έπεσε νεκρός από τις σφαίρες της εθνοφρουράς, προσπαθεί να πείσει τον Βάσκεζ να γράψει ένα βιβλίο γύρω από τα αίτια της δολοφονίας και το μυστήριο που την καλύπτει, συγκρίνοντάς την με την δολοφονία του Τζ. Κένεντι στο Ντάλας του Τέξας μερικά χρόνια αργότερα.

Για να τραβήξει περισσότερο το ενδιαφέρον του συγγραφέα, του παραδίδει στοιχεία για άλλη μια πολιτική δολοφονία που συνέβη αρκετά χρόνια πριν, το 1914, ενός άλλου Φιλελεύθερου ηγέτη, του Ραφαέλ Ουρίμπε Ουρίμπε, εν μέση οδώ κι αυτό, από δύο μαραγκούς. Ούτε όμως και τότε αποκαλύφθηκε η αλήθεια, για το ποιοι όπλισαν τα χέρια των δύο φονιάδων που φερόντουσαν προκλητικά τυγχάνοντας υψηλής προστασίας μέσα από το κελί της φυλακής. Ο Καρβάλιο ταυτίστηκε με έναν δικηγόρο της εποχής, τον Μάρκο Τούλιο Ανσόλα, που η επίλυση της υπόθεσης τότε, έγινε σκοπός της ζωής του, γράφοντας κι ένα βιβλίο που δεν διάβασε κανείς. Ο Καρβάλιο προσπαθεί να πείσει τον δύσπιστο στην αρχή Βάσκεζ, που όμως επηρεάζεται όλο και περισσότερο από αυτόν, ότι υπάρχει ένα κοινό νήμα που συνδέει όχι μόνο τις δολοφονίες αλλά την εξουσία που από τότε κυριαρχεί στην χώρα και είναι υπεύθυνη για όλα τα δεινά της.

Τι κοινό όμως μπορεί να υπάρχει μεταξύ ενός ανθρώπου εθισμένου στις θεωρίες συνωμοσίας (και ο οποίος, μέσα από την παράνοια και την μονομανία του, παραθέτει και γεγονότα που σε προβληματίζουν) , και του Βάσκεζ ή του οποιουδήποτε νοήμονος ανθρώπου, που είναι πάντα δύσπιστος απέναντι σε τέτοιου είδους θεωρίες; Η απάντηση είναι μονολεκτική: Η Κολομβία, η χώρα με το βίαιο παρελθόν και το ακόμα πιο βίαιο παρόν, η χώρα που δεν αλλάζει ποτέ, εκεί όπου οι νεκροί αποτελούν μέρος του σκηνικού, του τοπίου. Στο βιβλίο σε μερικές σελίδες άξιες ανθολογίας, ο Βάσκεζ περιγράφει τα συναισθήματά του, καθώς περπατάει στο κέντρο της Μπογκοτά, στους ίδιους δρόμους από τους οποίους απέδρασε ο Σιμόν Μπολίβαρ το 1828 για να μη πέσει θύμα δολοφονίας, που αυτοκτόνησε ο ποιητής Χοσέ Ασουνσιόν Σίλβα το 1896, που δολοφονήθηκαν δύο άνθρωποι ο Ουρίμπε και ο Γκαϊτάν που ίσως και να άλλαζαν την μοίρα της χώρας.

«Όχι δεν ξεφεύγεις από την βία της Κολομβίας, κι αυτό είναι κάτι που έπρεπε να το γνωρίζω. Κανείς δεν ξεφεύγει, πόσο μάλλον οι άνθρωποι της γενιάς μου, αυτοί που γεννήθηκαν με το εμπόριο ναρκωτικών και ενηλικιώθηκαν όταν η χώρα πνιγόταν στο αίμα από τον πόλεμο που της είχε κηρύξει ο Πάμπλο Εσκομπάρ. Μπορεί κανείς να φύγει από τη χώρα όπως έφυγα εγώ το 1996 και να νομίζει πως έτσι την αφήνει πίσω, αλλά αυταπατάται. Όλοι αυταπατόμαστε.»



Το βιβλίο είναι γεμάτο από θεωρίες συνωμοσίας, υποθέσεις και σενάρια, όπου η πραγματικότητα συναντάει την φαντασία και ο Βάσκεζ είναι ένας χαρισματικός συγγραφέας, που η επιρροή του Τζ. Κόνραντ είναι εμφανής στα βιβλία του. Ξέρει πως να κρατάει τον αναγνώστη και να τον βυθίζει μέσα στις ιστορίες του, αλλά παρά την γοητεία και την έλξη του κειμένου, κάποια στιγμή "γονατίζεις", καθώς οι πλατειασμοί και τα διαστήματα που νιώθεις ότι είναι περιττά είναι πολλά, ίσως υπερβολικά πολλά.

Ωραίο μυθιστόρημα και πολύ ενδιαφέρον, αλλά εξαιρετικά άνισο "Η μορφή των λειψάνων", που έχει στο κέντρο της αφήγησης, την ιστορία της Κολομβίας, μια αιματηρή ιστορία βίας, φόνων και πολιτικών παιχνιδιών. Ο Βάσκεζ δεν ωραιοποιεί, ούτε επινοεί καταστάσεις, ευρισκόμενος σε αντίθεση με τον "μαγικό ρεαλισμό" του Γκ.Γκ.Μάρκες που έβαλε στον παγκόσμιο λογοτεχνικό χάρτη την χώρα - όπως όμως και άλλοι συμπατριώτες του συγγραφείς που έγιναν γνωστοί την τελευταία δεκαετία, προσπαθεί να αποτινάξει από πάνω του, αυτή την ταυτότητα. Το πέτυχε απόλυτα με τα δύο προηγούμενα βιβλία του, κάπου το έχασε με την "Μορφή..." αλλά δεν αλλάζει κάτι στην διαπίστωση ότι οι δυνατότητές του είναι μεγάλες και η αφηγηματική του δεινότητα ξεχειλίζει.

Βαθμολογία 80 / 100



 
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 14, 2018
posted by Librofilo at Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 14, 2018 | Permalink
"Πετρούπολη"

"Αν όμως η Πετρούπολη δεν είναι πρωτεύουσα, τότε δεν υπάρχει Πετρούπολη. Απλώς νομίζουμε ότι υπάρχει." (μετάφρ. Ε. Μπακοπούλου)

Το εκδοτικό γεγονός του καλοκαιριού του 2017 ήταν η σχεδόν ταυτόχρονη έκδοση του κλασσικού και κορυφαίου μυθιστορήματος του μοντερνισμού, «ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗ» ("Петербургъ")του Ρώσου συγγραφέα Αντρέι Μπιέλυ (ή Μπέλυ) (Μόσχα 1880 – 1934), από δύο ποιοτικούς εκδοτικούς οίκους, τις εκδόσεις Κίχλη (που προηγήθηκαν χρονικά κατά περίπου ένα μήνα), σε μετάφραση Στ. Αργυροπούλου, σελ. 749, όπου περιλαμβάνονται, ένα επίμετρο της Αλεξ. Ιωαννίδου, μια επιστολή του συγγραφέα στον Ι. Στάλιν και ένα κείμενο του σπουδαίου Γ. Ζαμιάτιν, και τις εκδόσεις Αντίποδες, σε μετάφραση της Ελένης Μπακοπούλου, σελ. 784 όπου περιλαμβάνεται ένα εκτενέστατο επίμετρο του Τζ. Ντ. Έλσγουορθ.


Το βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε το 1913 και δεν είχε μεταφραστεί ποτέ στα ελληνικά, υπάρχει μύθος γύρω από αυτό, καθώς διάσημοι και αγαπημένοι συγγραφείς είχαν εκφραστεί με πολύ κολακευτικά λόγια (Ναμπόκοφ, Ζαμιάτιν και άλλοι), οπότε η προσμονή του βιβλιόφιλου κοινού ήταν μεγάλη (καθώς τουλάχιστον οι εκδ. Κίχλη το είχαν προαναγγείλει αρκετό καιρό πριν) - το γεγονός των δύο εκδόσεων μπέρδεψε τα πράγματα, και σίγουρα δεν ωφέλησε εμπορικά κανένα από τους δύο, αλλά η ουσία είναι ότι καλύτερα να έχουμε δύο μεταφράσεις παρά καμία.

"Πετρούπολη, Πετρούπολη!
Πολιορκημένη από την καταχνιά, κι εμένα με καταδίωκες με ένα μάταιο παιχνίδι του μυαλού· εσύ, άκαρδε τύραννε, εσύ, φάντασμα ανειρήνευτο, χρόνια εσύ με κυνηγούσες. Έτρεχα στις φρικτές λεωφόρους σου και, με τη φόρα που έπαιρνα, έβγαινα σ' εκείνη τη σιδερένια γέφυρα που ξεκινούσε από την άκρη της γης και έβγαζε στην απεραντοσύνη του απείρου. Πέρα από τον Νέβα, μέσα στη θαμπή, πράσινη απεραντοσύνη υψώνονταν τα φαντάσματα των νησιών και των σπιτιών, πλανεύοντάς σε με τη μάταιη ελπίδα ότι η στεριά ετούτη είναι η πραγματικότητα και δεν είναι η απεραντοσύνη που ουρλιάζει, που κυνηγάει μέσα στους δρόμους της Πετρούπολης τον ωχρό καπνό των νεφών." (μετάφρ. Στ. Αργυροπούλου)

Η «Πετρούπολη» είναι ένα πολυεπίπεδο και πολύμορφο μυθιστόρημα, το οποίο διαδραματίζεται (που αλλού;) στην Πετρούπολη την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα. Η Ρωσία έχει ηττηθεί στον Ρωσο-Ιαπωνικό πόλεμο πριν από ένα χρόνο, η συνειδητοποίηση ότι η χώρα δεν είναι και καμιά στρατιωτική υπερδύναμη κλόνισε το ηθικό του κόσμου και η από χρόνια υποβόσκουσα αντίδραση του κόσμου ξεσπάει με την επανάσταση του 1905 που αποτέλεσε αιτία κοινωνικών αλλαγών και κάποιας φιλελευθεροποίησης του Τσαρικού καθεστώτος. Το ταραχώδες κλίμα των ημερών εκείνου του Οκτωβρίου, αποτελεί το σκηνικό στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία του βιβλίου.

Στο προσκήνιο οι δύο βασικοί ήρωες του μυθιστορήματος, ο γερουσιαστής Απόλλων Απολλώνοβιτς Αμπλεούχοφ, και ο γιος του Νικολάι Απολλώνοβιτς. Ζουν στο ίδιο σπίτι αλλά δεν συναντιούνται ποτέ μεταξύ τους από τότε που η Άννα Πετρόβνα η μητέρα του Νικολάι εγκατέλειψε το σπίτι, ακολουθώντας έναν παθιασμένο έρωτα στην Ισπανία. Ο συντηρητικός και τυπολάτρης Απόλλων, είναι βαθύτατα ενοχλημένος με την συμπεριφορά του γιου του, που τον βλέπει να κάνει περίεργες παρέες και να ξυπνάει αργά. Στο μεσημεριανό τραπέζι όμως κάθονται και τρώνε χωρίς να συμβαίνει τίποτα, χωρίς να δείχνει κάτι ο ένας στον άλλον. Ο Νικολάι περιφρονεί τον πατέρα του και περιφέρεται στους δρόμους, διαβάζει βιβλία και είναι ερωτευμένος με την Σοφία Πετρόβνα, την γυναίκα που πάντρεψε πριν λίγο καιρό με έναν καλό του φίλο. Είναι συμπαθών στο «κόμμα», έχει μπλέξει πριν από καιρό με μια μυστηριώδη οργάνωση και τώρα δέχεται την εντολή από αυτούς τους μυστηριώδεις ανθρώπους, να δολοφονήσει τον πατέρα του, ενεργοποιώντας μια βόμβα που υπάρχει σε ένα κονσερβοκούτι που έχει παραλάβει, τοποθετώντας την στο σπίτι ή στο γραφείο του.
Ο Απόλλων Απολλώνοβιτς τυπικός γραφειοκράτης, που συνεχώς εκδίδει εγκυκλίους, είναι το κατάλληλο θύμα για μια δυναμική αλλά και συμβολική τρομοκρατική κίνηση, και ο γιος του από τη μια στιγμή στην άλλη βρίσκεται μπροστά σε ένα τεράστιο δίλημμα καθώς ο μηχανισμός της ωρολογιακής βόμβας είναι προγραμματισμένος να εκραγεί εντός 24ώρου.
Ο Νικολάι είναι ένας αφάνταστα μπερδεμένος άνθρωπος, αποπροσανατολισμένος μέσα στο χάος των σκέψεών του που αντιδρά σπασμωδικά για όλα. Από τη μια προσπαθεί να βγάλει άκρη και να σταματήσει την βόμβα, από την άλλη ερωτευμένος γαρ, κάνει σαν παλαβός για την Σοφία Πετρόβνα, που είναι κι αυτή χαμένη μέσα στο χάος των συναισθημάτων της - "Εν ολίγοις, η Σοφία περιήλθε σε σύγχυση: όντας ερωτευμένη μισούσε, και μισώντας αγαπούσε." (μετάφρ. Στ. Αργυροπούλου) -, μισεί τον πατέρα του αλλά δεν θέλει να τον σκοτώσει, ψάχνει να βρει άκρη με τους ανθρώπους της οργάνωσης, καταλήγει σε αδιέξοδο. Το σασπένς κορυφώνεται όταν ο Απόλλων βρίσκει το κονσερβοκούτι που περιέχει την βόμβα, χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς είναι, το βάζει σε ένα συρτάρι και μετά το ξεχνάει, ενώ ο τρελαμένος Νικολάι ψάχνει εναγωνίως να το βρει και να το απομακρύνει…



"Οι δρόμοι της Πετρούπολης διαθέτουν μια αδιαμφισβήτητη ιδιότητα: μετατρέπουν τους διαβάτες σε σκιές· τις δε σκιές, οι δρόμοι της Πετρούπολης τις μετατρέπουν σε ανθρώπους." (μετάφρ. Ε. Μπακοπούλου)

Ο τρίτος και μεγάλος πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, είναι η Πετρούπολη, η αυτοκρατορική πόλη που είναι χτισμένη πάνω στους βάλτους, δεσπόζει και κυριαρχεί στην αφήγηση του Μπιέλυ, χαρίζοντάς μας υπέροχες σελίδες γεμάτες γοητεία και ζωντάνια. Η Πετρούπολη στο βιβλίο είναι μια πόλη όπου το κέντρο της είναι πανέμορφο γεμάτο εκπληκτικά κτίρια, αγάλματα, παλάτια, πολυτελή σπίτια όπου ζει η αριστοκρατία και γύρω της, τα μικρά νησιά με επίκεντρο το Βασιλιέφσκι όπου επικρατεί το χάος, η φτώχια, η φασαρία κι όπου η κατάσταση βράζει και μια εξέγερση ετοιμάζεται. Ο συγγραφέας παραθέτει ιστορικά στοιχεία για την πόλη, μαζί με γεωγραφικά στοιχεία, ενώ μέσα από το συνεχές βουητό των δρόμων, και την πολυφωνία του βιβλίου αναδεικνύεται μια πόλη ολοζώντανη και σε διαρκή αναβρασμό που δεν κοιμάται ποτέ - ακόμα και ένα από τα σύμβολα της πόλης, ο περίφημος "Μπρούτζινος καβαλλάρης" ζωντανεύει μέσα στην ροή του βιβλίου, και την ίδια στιγμή ετοιμοθάνατη και απειλητική. Φωνές "ακούγονται" όχι μόνο στο υπόβαθρο της ιστορίας, αλλά εισβάλλουν και στην ροή της αφήγησης με ένα μουσικό ρυθμό που ξαφνιάζει στην αρχή αλλά χάρις στην ιδιοφυή αφήγηση του Μπιέλυ λειτουργεί εξαιρετικά.

Το βιβλίο έχει κινηματογραφικό και μουσικό ρυθμό. Ο συγγραφέας επηρεασμένος από τον κινηματογράφο της εποχής, έγραψε ένα βιβλίο σε συνεχή κίνηση, ενώ η βαθύτερη επιθυμία του, να μεταφερθεί η ιστορία που περιγράφει σε μιούζικαλ διαφαίνεται από τους συνεχείς ήχους και την πολυφωνία που χαρακτηρίζει το είδος, ενώ κι η σκηνή του χορού - όπου εμφανίζεται ο Νικολάι φορώντας ένα κόκκινο κιμονό είναι απόλυτα κινηματογραφική αλλά και μαγευτική μέσα στην περιγραφή της καθώς η γραφίδα του Μπιέλυ θυμίζει έντονα κινηματογραφική μηχανή με την διαρκή της κυκλική κίνηση στον χώρο (είμαι δε σίγουρος ότι ο ντι Λαμπεντούζα επηρεάστηκε τα μάλα από αυτές τις σελίδες για την μεγαλειώδη περιγραφή του χορού στον "Γατόπαρδο").

"Άρχισε να χορεύει από παιδάκι. Ήδη χόρευε καλύτερα απ' όλους. Και τον καλούσαν στα διάφορα σπίτια ως έμπειρο χορευτή. Στο τέλος των γυμνασιακών του σπουδών, έκανε χορεύοντας πολλές γνωριμίες. Με την αποφοίτησή του από τη Νομική Σχολή, μέσα από ένα τεράστιο κύκλο γνωριμιών, χόρευε θαρρείς ένας κύκλος ισχυρών προστατών. Και ο Νικολάι Πετρόβιτς Τσουκάτοφ βάλθηκε να κάνει καριέρα στο δημόσιο χορεύοντας. Σ' αυτό το διάστημα έφαγε στους χορούς ένα ολόκληρο κτήμα. Κι αφού έφαγε το κτήμα, με αφέλεια και επιπολαιότητα το έριξε στις χοροεσπερίδες, και από τις χοροεσπερίδες, με αξιοσημείωτη άνεση, οδήγησε στο σπίτι του τη συμβία του, τη Λιουμπόφ Αλεξέγιεβνα. Εντελώς τυχαία, η εν λόγω συμβία βρέθηκε να διαθέτει τεράστια προίκα. Και, από τότε, ο Νικολάι Πετρόβιτς χόρευε στο δικό του σπίτι. Χορεύοντας απέκτησαν παιδιά, χορεύοντας στη συνέχεια ανάστησαν τα παιδιά· όλα αυτά χορεύοντας εύκολα, ανεπιτήδευτα, χαρούμενα. Και τώρα, εκείνος ολοκλήρωνε τον χορό του." (μετάφρ. Στ. Αργυροπούλου)



Γεμάτο συμβολισμούς το μυθιστόρημα, προσφέρεται για ψυχολογική μελέτη των πολλών χαρακτήρων που μπαινοβγαίνουν στην πλοκή του. Δεν είναι μόνο η έννοια της "πατροκτονίας" που κυριαρχεί στην επιφάνεια, αλλά και ο συμβολισμός της βόμβας που μεταφέρεται από χέρι σε χέρι, έτοιμη να εκραγεί αυξάνοντας την αγωνία του αναγνώστη, η εσωτερική πάλη του διχασμένου Νικολάι Απολλώνοβιτς, οι παλινωδίες και οι αντιφάσεις όλων των χαρακτήρων του βιβλίου. Ένα άλλο σημαντικό συστατικό του βιβλίου, είναι η βαθιά ειρωνεία και το χιούμορ που κατακλύζουν τις σελίδες του, με εικόνες (άλλη παραπομπή στον κινηματογράφο) που μένουν χαραγμένες στο μυαλό του αναγνώστη (όπως η γκροτέσκα απόπειρα αυτοκτονίας του Λιχούτιν, συζύγου της Σοφίας Πετρόβνα).

Το βιβλίο θεωρείται ότι παρουσιάζει ομοιότητες με τον "Οδυσσέα" του Τζόις και έχουν γραφτεί μελέτες γύρω από αυτό το θέμα. Δεν ξέρω αν αυτό του κάνει καλό ή κακό, νομίζω πάντως ότι διαστρέφει λίγο το νόημά του, καθώς το να προσπαθούμε να συγκρίνουμε ή να κάνουμε παραπομπές των δύο Αμπλεούχοφ, πατέρα και γιου με τον Λέοπολντ Μπλουμ και τον Στήβεν Δαίδαλο μας κάνει να χάσουμε την απόλαυση του κειμένου -  (πάντως η χρήση του εσωτερικού μονολόγου στην "Πετρούπολη" είναι διαφορετικής υφής από την χρήση του στον "Οδυσσέα" εάν αυτό λέει κάτι). Σίγουρα όμως μπορούμε να πούμε ότι είναι ένα εμφανέστατα Ρώσικο μυθιστόρημα, στην παράδοση των Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Γκόγκολ, Πούσκιν (οι αναφορές στην «Ντάμα Πίκα είναι πολλές), υπερβολικό και αμετροεπές, υστερικό πολλές φορές και με έναν φρενήρη ρυθμό που σε παρασέρνει μαζί του, στοχαστικό και φιλοσοφημένο που σε βυθίζει μέσα στις σελίδες του. 

"Πόσο φρικτή είναι η μοίρα ενός συνηθισμένου, απολύτως φυσιολογικού ανθρώπου: η ζωή του αποφασίζεται από ένα λεξιλόγιο κατανοητών λέξεων, από την καθημερινότητα εξαιρετικά ξεκάθαρων πράξεων· οι πράξεις αυτές τον τραβάνε προς έναν ορίζοντα χωρίς όρια, σαν καραβάκι φορτωμένο με λέξεις και με χειρονομίες, απολύτως εκφραστικές· αν το καραβάκι πέσει απρόσμενα πάνω στον ύφαλο της ακατανοησίας της καθημερινότητας, τότε το καραβάκι, πέφτοντας πάνω στον ύφαλο συντρίβεται και ο απλοϊκός ναυτικός πνίγεται...Ναι κύριοι, οι απλοί άνθρωποι χάνουν τα λογικά τους με το παραμικρό ταρακούνημα της ζωής· όχι, οι παράφρονες δεν υφίστανται τόσους κινδύνους διαταραχής του μυαλού: σίγουρα τα μυαλά τους έχουν υφανθεί από λεπτότατη αιθέρια ουσία. Για ένα απλοϊκό μυαλό είναι εντελώς δύσληπτα αυτά που γίνονται καταληπτά από τα εν λόγω μυαλά: το απλοϊκό μυαλό δεν μπορεί παρά να συντριβεί στον ύφαλο· και συντρίβεται." (μετάφρ. Ε. Μπακοπούλου)

Η «Πετρούπολη» είναι μια εξαιρετική λογοτεχνική δημιουργία ενός ιδιοφυούς συγγραφέα, η οποία εντυπωσιάζει για την γλώσσα, το ύφος και την δομή της, παρά για την πλοκή της. Ο Μπιέλυ επαναλαμβάνει προτάσεις, λέξεις, κάνει λογοπαίγνια, ο ρυθμός του (όπως έγραψα παραπάνω) έχει έντονη μουσικότητα, ενώ το ύφος είναι πολλές φορές ποιητικό και στοχαστικό, το δε κείμενο είναι γεμάτο εικόνες και χρώματα. Είναι ουσιαστικά ένα παζλ που θα πρέπει να συμπληρώσεις, πολλά αινίγματα που πρέπει να λύσεις, πολλές ερωτήσεις που οι περισσότερες θα μείνουν αναπάντητες, είναι ένα λογοτεχνικό παιχνίδι με γρίφους και σύμβολα.

 Η «Πετρούπολη» είναι ένα βιβλίο που το θαυμάζεις αλλά δύσκολα θα το αγαπήσεις, είναι ένα βιβλίο απαιτητικό που προϋποθέτει αναγνωστική συγκέντρωση και εμπειρία. Οι δύο εκδοτικοί οίκοι που πήραν το ρίσκο να εκδώσουν αυτό το πολύτιμο (για κάθε βιβλιοθήκη) λογοτεχνικό έργο, φρόντισαν να συμπεριλάβουν θαυμάσια επίμετρα (όποιος αγοράσει τη μία έκδοση, να φροντίσει να προμηθευτεί το επίμετρο της άλλης οπωσδήποτε) σε αυτές, αναλύσεις διεισδυτικές και επεξηγηματικές, που αποτελούν βιβλία από μόνα τους.
Πολλή κουβέντα έχει γίνει για τις δύο μεταφράσεις των εξαίρετων Στ. Αργυροπούλου και Ε. Μπακοπούλου. Η άποψή μου είναι ότι είναι και οι δύο εκπληκτικές (πραγματικός άθλος), και είναι καθαρά υποκειμενικά τα κριτήρια επιλογής της μιας από την άλλη – αντιλαμβάνομαι ότι ελάχιστοι μπορούν να αγοράσουν και τις δύο εκδόσεις, όποια όμως κι αν επιλέξουν δεν θα βγουν χαμένοι γιατί εδώ μιλάμε για ένα έργο πολύ σημαντικό που είναι κρίμα να μιλάμε για τα γύρω γύρω κι όχι για το βιβλίο ως δημουργία.

Βαθμολογία 83 / 100





 
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 08, 2018
posted by Librofilo at Σάββατο, Σεπτεμβρίου 08, 2018 | Permalink
Δύο εξαίρετα ελληνικά μυθιστορήματα ("Ελαφρά ελληνικά τραγούδια" και "Μυθιστόρημα")

Δύο εντυπωσιακά και ποιοτικά βιβλία της πρόσφατης εγχώριας παραγωγής παρουσιάζονται σήμερα στο blog. Είναι το «ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ» του σχετικά νέου συγγραφέα, εγκατεστημένου στο Παρίσι, Θωμά Συμεωνίδη (Θεσ/νίκη, 1977) και το καινούργιο μυθιστόρημα, με τίτλο «ΕΛΑΦΡΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ» του εκλεκτού (και εκ των καλυτέρων της μεταπολεμικής πεζογραφίας μας) συγγραφέα Αλέξη Πανσέληνου (Αθήνα, 1943). Δύο εξαιρετικά και εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους βιβλία που με εντυπωσίασαν, από δύο συγγραφείς διαφορετικής γενιάς που όμως τους ενώνει η φροντίδα για την γλώσσα, το ιδιαίτερο και ευδιάκριτο προσωπικό ύφος. Ας τα πάρουμε με τη σειρά:



Η νουβέλα με τον τίτλο «Μυθιστόρημα» του Θ.Συμεωνίδη (εκδ. Γαβριηλίδης, σελ.132), είναι το «μυθιστόρημα» μιας ζωής σε μια σειρά από μικρά κεφάλαια μιας έως πέντε σελίδων, εκτός από το κεφάλαιο 19 που είναι ουσιαστικά αυτόνομο και εκτείνεται σε περίπου 60 σελίδες αποτελώντας ένα εγκιβωτισμένο διήγημα μέσα στην νουβέλα.  

«Αυτός: Ποιος είναι;»

Ερωτήσεις αναπάντητες και μια περσόνα «Αυτός» που περιπλανιέται στην πόλη, πιο συγκεκριμένα το Παρίσι. Μια θεατρική παράσταση, ένα όνειρο που αναστατώνει, η ανασφάλεια του μετανάστη, η αβεβαιότητα για την δουλειά, το πρόβλημα με την γλώσσα που δεν την κατέχεις πλήρως, η γραφειοκρατία του Δημοσίου, μια ερωτική σχέση του παρελθόντος που ακόμα σε ταλανίζει. Σκηνές από την ζωή στην απρόσωπη (ή όχι και τόσο απρόσωπη) ξένη πόλη, το παρελθόν (ο στρατός, το σχολείο) σαν θραύσματα, σαν φλας που επανέρχονται στο μυαλό. Η δυσκολία προσαρμογής και η έλλειψη χρημάτων, ο ανταγωνισμός μέσα στην εταιρεία και τα προσωπικά προβλήματα που συνεχώς επανέρχονται.
Η ανάγνωση του βιβλίου απαιτεί συγκέντρωση και προσοχή, νιώθεις να ξεγλιστρά, να σου διαφεύγει κάποιο νόημα που στην τελική μπορεί και να μην υπάρχει, σαν παιχνίδι που παίζει ο (ικανότατος) συγγραφέας μαζί σου.

Στο κεφάλαιο 19 όλα αλλάζουν, καθώς παρακολουθούμε το μυθιστόρημα της οικογένειας του Εντουάρ, του ιδιοκτήτη της αρχιτεκτονικής εταιρίας που εργάζεται ο «ήρωας» («Αυτός»). Μια απολαυστική αφήγηση σε ένα τελείως διαφορετικό ύφος από το υπόλοιπο βιβλίο, που επανέρχεται στο γνώριμο ύφος των 60 πρώτων σελίδων με τα τελευταία κεφάλαια.
Ποιος είναι όμως «Αυτός»; Ο ήρωας, ο πρωταγωνιστής του μικρού βιβλίου; Αποστασιοποιημένος από τα δρώμενα, ένας «Ξένος», ένας άνθρωπος που είναι «ενταγμένος» αλλά αρνείται να το συνειδητοποιήσει, ένας άνθρωπος μοναχικός, «επαρχιώτης στην Ομόνοια» που η καθημερινότητά του είναι ένα βάσανο…

«Κανένας δεν σας ξέρει και τώρα συνειδητοποιείτε ότι και εσείς επίσης δεν γνωρίζετε τίποτα για τον εαυτό σας. Μεγαλώσατε σχηματίζοντας μια ολοκληρωμένη άποψη για την πραγματικότητα και τώρα συνειδητοποιείτε πως δεν μπορεί παρά να έχετε κάνει λάθος. Τι κάνατε, αλήθεια, τόσα χρόνια; Γιατί, ύστερα από τόσα και τόσα, αισθάνεστε τόσο έντονα μοναξιά και απομόνωση; Το τι σκέφτεστε, το τι νιώθετε, το τι θέλετε, το τι ονειρευτήκατε, συνειδητοποιείτε ότι ελάχιστα ενδιαφέρουν. Ποιον και γιατί, αλήθεια; Όλοι νιώθουν, όλοι θέλουν, όλοι ονειρεύονται, όλοι, όλα, όλοι, όλα, όλοι, όλα…»

Απόηχοι από Χειμωνά, Καχτίτση, Γονατά αλλά και πολύ από Μπέκετ, Ιονέσκο. Το «Μυθιστόρημα» κινείται σε ένα κλίμα παραλόγου, η αφήγηση διακοπτόμενη και ασθματική την ώρα που βάζει τον αναγνώστη μέσα στην ατμόσφαιρα του βιβλίου, τον πετάει έξω, και ξεκινάει να ξεδιπλώνει μια οικογενειακή σάγκα σε διαφορετικές ηπείρους με ένα διαφορετικό, ξέφρενο ύφος. Ο συγγραφέας μοιάζει να εξερευνά τους διαφορετικούς τρόπους που λες μια ιστορία, που φωτογραφίζεις κάτι, που σχεδιάζεις κάτι, τις διαφορετικές μορφές που μπορεί να πάρει η τέχνη.



Βαθιά υπαρξιακό και ιδιαίτερο βιβλίο, το «Μυθιστόρημα» είναι μια λογοτεχνική βόμβα βραδείας καύσεως, που χρειάζεται δεύτερη ανάγνωση, για να μπορέσεις να εισχωρήσεις στον κόσμο που περιγράφει ο συγγραφέας και με το οποίο σημειώνει αξιοσημείωτη πρόοδο σε σχέση με το προηγούμενο του (και με αρκετές αρετές) «Γίνε ο ήρωάς μου». Απαιτητικό και σαγηνευτικό είναι ένα βιβλίο που δεν υπακούει σε καλούπια, αποτελώντας μια από τις ευχάριστες αναγνωστικές εκπλήξεις της χρονιάς.

_________________________________________________________________

«Ήρθε επιτέλους ο καιρός για χαζοτράγουδα! Αρκετά με τα εμβατήρια, αρκετά με ύμνους, εθνικούς, θούριους αντάρτικους και το λουρί της μάνας. Αρκετά κλάψαμε (όσοι έκλαψαν), στενάξαμε (όσοι στέναξαν) και στραγγίσαμε από αίμα και θάνατο (όσοι σκοτωθήκαν κι όσοι φοβήθηκαν μη σκοτωθούν). Ο κόσμος έχει ανάγκη για χορό και κέφι, τα νιάτα για αισιοδοξία, γλέντι και ζωή, μεθύσι, εκδρομή, μπάνιο στη θάλασσα, τσάρκες με το αυτοκίνητο ως το Σούνιο, έρωτα και πάθος. Όλα τ' άλλα είναι τίποτα."

Το πανόραμα μια εποχής μέσα από μικρές καθημερινές ιστορίες που συνθέτουν ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα, είναι το υπέροχο και (κυρίως άκρως) απολαυστικό βιβλίο, «Ελαφρά ελληνικά τραγούδια», του εξαίρετου συγγραφέα Αλέξη Πανσέληνου (εκδ. Μεταίχμιο, σελ.322). Ένα βιβλίο που είναι κάτι παραπάνω από μια απλή τοιχογραφία καθώς αποτελεί ουσιαστικά, την μελέτη μέσω μυθοπλασίας μιας κοινωνίας που σχηματιζόταν μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο.

Αθήνα των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του 50 και μια χώρα που μόλις συνέρχεται από μια δεκαετία ταλαιπωρίας και ποταμών αίματος, με πόλεμο, κατοχή, εμφύλιους. Η "ανάπτυξη" έχει έρθει μέσω της Αμερικανικής βοήθειας και ο κόσμος διχασμένος, με κάποιους να προσαρμόζονται στη νέα κατάσταση πιο εύκολα, άλλους να κρύβονται και να προσπαθούν να μείνουν αόρατοι και την πλειοψηφία των κατοίκων της πόλης να προσπαθεί να βγάλει ένα μεροκάματο με κάθε τρόπο.

«Κοιταγμένα σήμερα τα πρόσωπα στις φωτογραφίες που δημοσίευαν οι εφημερίδες της εποχής, θυμίζουν τα πορτρέτα μιας πολυάνθρωπης οικογένειας. Αμέσως ανιχνεύεις αμέτρητα κοινά χαρακτηριστικά σε αυτούς τους εντελώς άσχετους μεταξύ τους ανθρώπους, σαν εκείνα που κληροδοτούν από τη μια γενιά στην άλλη άντρες και γυναίκες μιας οικογένειας στους απογόνους τους. Δεν είναι ότι μοιάζουν πραγματικά τα πρόσωπα, τα μάτια, οι μύτες, τα στόματα, τα μέτωπά τους. Μια άλλου είδους ομοιότητα τους κάνει να μοιάζουν τόσο: ίσως η πολυκαιρισμένη απόχρωση της παλιάς εφημερίδας, ίσως τα ασπρόμαυρα αρνητικά που αφαιρούν την χρωματική διαφοροποίηση, ίσως τελικά η σφραγίδα των καιρών επάνω τους· το γενικό ήθος της εποχής, τα γεγονότα της κοινής τους καθημερινότητας, η μόδα στα ρούχα, στα χτενίσματα, τα τραγούδια που ακούνε στο ραδιόφωνο, οι ήχοι των δρόμων, όλα όσα σφραγίζουν ένα κοινό υποσυνείδητο και σχηματίζουν μέσα μας το αποτύπωμα του κόσμου.»

Ένας δεξιός βιοτέχνης ιδιοκτήτης χαλβαδοποιίας ("βιομήχανος" σύμφωνα με τα ελληνικά στάνταρντς) και ο αριστερός συγγενής του που βγήκε βουλευτής με το κόμμα τού Αλ.Σβώλου, ο νεαρός ξάδελφος που προσπαθεί να αποφύγει την μετάθεση στην Κορέα και ένας γνωστός ζωγράφος που βιώνει έναν απαγορευμένο έρωτα και βλέπει την έκθεσή του να ακυρώνεται. Ένας "επιχειρηματίας" που κανείς δεν γνωρίζει τι επιχειρήσεις έχει, αλλά που το γραφείο του είναι τόπος περίεργων και καθοριστικών πολιτικά συναντήσεων, η γραμματέας του που θέλει να ανέλθει κοινωνικά χρησιμοποιώντας κάθε μέσο και κάθε πόντο του καλλίγραμμου σώματός της, ένας μαχαιροβγάλτης που εκτελεί υπηρεσίες ξεπλένοντας την δράση του στην ΟΠΛΑ και γύρω του διάφορες μούρες που για ένα μεροκάματο κάνουν τα πάντα. Ένας πρώην δωσίλογος της επαρχίας που έχει μεταναστεύσει στην Αφρική και προσπαθεί να επανέλθει με νέο όνομα και διαβατήριο για να αποφύγει τις όποιες συνέπειες και ένας πανίσχυρος μικρέμπορας της Καλλιθέας που ξέρει να επιβιώνει. Ένας ποιητής που δουλεύει ως λογιστής και παρατηρεί τον κόσμο, αντιφατικός και αινιγματικός, και ένας άνθρωπος με λάθος όνομα σε μια εποχή που όλοι είναι ύποπτοι.



Ιδιαίτερα πολυπρόσωπο το βιβλίο (που έχει θαυμάσιο εξώφυλλο), απεικονίζει εξαιρετικά μια εποχή τόσο διαφορετική αλλά και τόσο οικεία. Τα ελαφρά τραγουδάκια μιας εποχής που ο κόσμος αποζητάει με μανία να ξεσκάσει, δίνουν τον απαραίτητο τόνο σε κάθε κεφάλαιο λειτουργώντας αντιστικτικά με τα προσωπικά δράματα που εκτυλίσσονται στις σελίδες του. Ο Α.Πανσέληνος είναι έξοχος αφηγητής (ορισμένες σελίδες του βιβλίου είναι εκπληκτικές), και μεταφέρει την ατμόσφαιρα και το κλίμα της δεκαετίας, που έζησε ως παιδί μεταφέροντας τον αναγνώστη και βάζοντάς τον κυριολεκτικά μέσα στο μυθιστόρημά του (με χαρακτηριστικές περιγραφές του κέντρου της Αθήνας αλλά και των συνοικιών που εκτυλίσσονται οι ιστορίες των πρωταγωνιστών του),  καθιστώντας τον ενεργό συμμέτοχο της δράσης του βιβλίου, ενώ η ακρίβεια στις λεπτομέρειες της καθημερινότητας (οι υπηρέτριες με τις εξόδους τους, οι πάστες στα ζαχαροπλαστεία, το πείραγμα στον δρόμο, οι εκφράσεις) είναι αφοπλιστική και ξυπνάει μνήμες σε όσους γεννήθηκαν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘60.

Η απουσία κεντρικού ήρωα και το κατακερματισμένο της αφήγησης σε πολλές ιστορίες, μπορεί να λειτουργήσει αποθαρρυντικά για τον αναγνώστη που προτιμά να διαβάζει μια αφήγηση με αρχή-μέση-τέλος, το φινάλε όμως (με το κεφάλαιο «Μαριονέτες), είναι θαυμάσιο και μπορεί να σε συνοδεύει η απορία τι έγιναν όλοι αυτοί οι μικροί/μεγάλοι ήρωες αλλά αυτό δεν είναι το μείζον...Η γενικότερη αίσθηση που σου αφήνει το πολύ φρέσκο αυτό βιβλίο, είναι ιδιαίτερα γλυκιά και απολαυστική ενώ οι συγκρίσεις και οι παραπομπές στην σημερινή κατάσταση είναι αναπόφευκτες για μια κοινωνία που την ταλαιπωρούν τα ίδια πάνω-κάτω προβλήματα, και οι ίδιες αγωνίες.

Βαθμολογία (και των δύο βιβλίων) 81 / 100









 
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 03, 2018
posted by Librofilo at Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 03, 2018 | Permalink
Αύγουστος του John Williams

Τόσο διαφορετικό από το «Stoner», τόσο όμοιο, το ιστορικό μυθιστόρημα «ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ» του Αμερικανού συγγραφέα John Williams (Clarksville, Texas 1922- Fayetteville, Arkansas 1994) – (εκδ. Gutenberg, μετάφρ. Μ.Αγγελίδου, σελ. 523) έρχεται να εδραιώσει το μεγαλείο αυτού του συγγραφέα, που απαντάει στο ερώτημα αν μπορούσε να γράψει κάτι ισάξιο (ή ίσως και καλύτερο), από το εκπληκτικό «Stoner», με ένα αριστουργηματικό μυθιστόρημα που εκπλήσσει με την δομή του και εντυπωσιάζει ως εγχείρημα και καθηλώνει ως ανάγνωσμα. Όπως σε όλα τα μεγάλα βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας, στο κέντρο του, βρίσκεται η προσωπική περιπέτεια ενός ανθρώπου, η ζωή του και ο αγώνας του για ακεραιότητα και συνέπεια και ο Γουίλιαμς το κάνει με τέτοιο τρόπο που κυριολεκτικά σε αφοπλίζει.



«Αν και μάλλον δεν θα μπορούσα να το πω τότε με λόγια, ήξερα πως η μοίρα μου ήταν απλά ν’ αλλάξω τον κόσμο. Ο Ιούλιος Καίσαρας είχε κατακτήσει την εξουσία σ’ έναν κόσμο όπου η διαφθορά ξεπερνούσε κάθε φαντασία. Έξι οικογένειες όλες κι όλες κυβερνούσαν τον κόσμο όλο▪ χωριά, πόλεις, επαρχίες ολόκληρες υπό ρωμαϊκή κυριαρχία δεν ήταν παρά μέσα δωροδοκίας και ανταμοιβής▪ στο όνομα της Δημοκρατίας και με προκάλυμμα την παράδοση, φόνοι κι εμφύλιες συγκρούσεις και αλύπητη καταπίεση δεν ήταν παρά τα μέσα κατάκτησης της εξουσίας, του πλούτου και της δόξας. Οποιοσδήποτε είχε αρκετά χρήματα μπορούσε να μαζέψει στρατό και ν’ αποκτήσει περισσότερα χρήματα, με τα χρήματα περισσότερη δύναμη, και τη δύναμη δόξα.
(…) Δεν αποφάσισα, λοιπόν, ν’ αλλάξω τον κόσμο από τον εύκολο ιδεαλισμό και την αυτάρεσκη πίστη στη δικαιοσύνη, που είναι πάντα οι προάγγελοι της αποτυχίας▪ ούτε πήρα την απόφαση ν’ αλλάξω τον κόσμο για να αποκτήσω περισσότερα πλούτη ή περισσότερη δύναμη▪ ο πλούτος που ξεπερνάει την άνεση ήταν για μένα πάντα το πιο πληκτικό απόκτημα - και η δύναμη που ξεπερνάει τη χρησιμότητα το πιο αξιοκαταφρόνητο. »

Ο «Αύγουστος» έχει την μορφή του επιστολικού μυθιστορήματος και ξεκινάει με την δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα, το 44 π.Χ. και την είσοδο στην πολιτική σκηνή του ανηψιού του Γάιου Οκτάβιου τον οποίο είχε χρίσει διάδοχό του, ο πανίσχυρος αυτοκράτορας. Ο Οκτάβιος (63π.Χ. - 14μ.Χ.) ήταν τότε μόλις 18-19 χρονών, σχετικά ταπεινής καταγωγής αλλά τυπικά υιοθετημένος από τον Ιούλιο Καίσαρα - ένα «παιδί» όπως τον αποκαλούσαν όλοι που μόλις είχε αρχίσει η στρατιωτική του εκπαίδευση. Ο θάνατος του Ιούλιου Καίσαρα ξεκίνησε έναν μακρύ και αιματηρό ανταγωνισμό, ίντριγκες και πολιτικοστρατιωτικά παιχνίδια όπου η ζυγαριά έγερνε από τον έναν στον άλλον. Αρχικά ως μέλος της τριανδρίας με τους Μάρκο Αντώνιο και Λέπιδο, ο Οκτάβιος με επιδέξιους ελιγμούς και αποφασιστικότητα, κατάφερε να εξουδετερώσει τους αντιπάλους του και να βασιλεύσει μόνος του, απόλυτος κυρίαρχος και πανίσχυρος αυτοκράτορας της Ρωμης από το 27 π.Χ. έως τον θάνατό του το 14 μ.Χ.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη (μαζί με πρόλογο κι επίλογο). Το πρώτο μέρος ασχολείται με την ανάληψη της εξουσίας από τον Γάιο Οκτάβιο και παρακολουθούμε την δράση μέσα από επιστολές φίλων και συνεργατών του αλλά και αντιπάλων του. Στις περίπου 200 σελίδες αυτής της ενότητας, ο Γάιος Οκτάβιος δεν είναι στο προσκήνιο, παρ’ ότι όλοι μιλούν γι’ αυτόν και τα γεγονότα περιστρέφονται γύρω του. Η αφήγηση είναι αποστασιοποιημένη και ο χαρακτήρας του κεντρικού πρωταγωνιστή περιγράφεται μεν, αλλά δεν μας αφήνει πολλά περιθώρια για να τον γνωρίσουμε, εντυπωσιάζει η αγάπη και η αφοσίωση των καλών του φίλων της πρώτης αποστολής που ευφυώς τοποθέτησε δίπλα του ο Ιούλιος Καίσαρας και ίσως περισσότερο μας παρασέρνει η ροή των γεγονότων, των μαχών και της σκληρής διαμάχης που αφήνει πίσω της ποτάμια αίματος.

Στο δεύτερο μέρος, το κύριο μέρος της (επιστολικής πάντα) αφήγησης έχει ως επίκεντρο την σχέση μεταξύ του Γάιου Οκτάβιου και της κόρης του Ιουλίας η οποία από τον τόπο της εξορίας της (την Παντατερία, ένα νησάκι στην νότια Ιταλία) περιγράφει την ζωή της, τις περιπέτειές της, τους έρωτες και τους γάμους που της επέβαλλε ο πατέρας για «το καλό της Ρώμης», την άστατη και απείθαρχη φύση της που την οδήγησε σε αυτή την εξορία, με διάταγμα υπογεγραμμένο από τον ίδιο της τον πατέρα. Βλέπουμε μέσα από την αφήγηση της Ιουλίας, την αλλαγή στον Γάιο Οκτάβιο, την προσαρμογή του στις μηχανορραφίες της εξουσίας, την αυστηρότητα και την ευλυγισία του, το αίσθημα του δικαίου που τον διακατείχε, την αυστηρότητα και τις πολιτικές του ικανότητες.

Στο (συγκλονιστικό και ελεγειακό) τρίτο μέρος, γνωρίζουμε επιτέλους τον Γάιο Οκτάβιο, τον άνθρωπο που άλλαξε την μοίρα της Ρώμης, τερμάτισε τις εμφύλιες διαμάχες, έκανε πανίσχυρα τα σύνορα της Ρώμης, θέσπισε ένα κράτος Δικαίου, και λειτούργησε με τέτοιο τρόπο ώστε η Ρώμη απόλαυσε μια μακροχρόνια ειρήνη και ευημερία. Μέσα από την εξομολόγησή του στον Νικόλαο Δαμασκηνό, ο Αύγουστος αποκαλύπτεται στον αναγνώστη, ως ένας λογοτεχνικός ήρωας «larger than life», ένας άνθρωπος ήρεμος και αποφασισμένος, ήπιος και ταυτόχρονα δυναμικός, με προτερήματα και ελαττώματα, αντιφατικός όπως οι περισσότεροι μεγάλοι ηγέτες, που όλοι υποτίμησαν στην αρχή για να διαψευστούν παταγωδώς στην συνέχεια.

«Η απελπισία που άφησα να βγει από μέσα μου με τα όσα σού έγραψα μοιάζει τώρα αταίριαστη με τα όσα κατάφερα. Η Ρώμη δεν είναι αιώνια▪ δεν έχει σημασία. Η Ρώμη θα πέσει▪ δεν έχει σημασία. Οι βάρβαροι θά' ρθουν▪ δεν έχει σημασία. Η Ρώμη έζησε μια μεγάλη στιγμή, και η στιγμή αυτή δεν θα χαθεί τελείως▪ οι βάρβαροι θα κατακτήσουν τη Ρώμη, και θα γίνουν Ρωμαίοι▪ τα λατινικά θα λειάνουν την άγρια γλώσσα τους▪ το όραμα αυτών που θα καταστρέψουν θα μπει μέσα τους, θα κυλήσει στις φλέβες τους. Και μέσα στο χρόνο, που είναι απέραντος σαν ετούτη την αλμυρή θάλασσα πάνω στην οποία με ταξιδεύει - τόσο εύθραυστο - το μικρό μου πλεούμενο, το κόσμο είναι μηδέν. Λιγότερο κι από μηδέν.»



Το στιβαρό και πυκνογραμμένο μυθιστόρημα του Γουίλιαμς θέτει συνεχώς προβληματισμούς και διλήμματα στον αναγνώστη του, θίγοντας φιλοσοφικά και υπαρξιακά ερωτήματα (για τον εαυτό, την φιλία, την αφοσίωση, την συνέπεια, την εύθραυστη ισορροπία μεταξύ εξουσίας και ανθρώπου, την εμπιστοσύνη, την εξουσία εν γένει και τον χειρισμό της). Όπως έγραψα στην αρχή του κειμένου, είναι ένα βιβλίο εντελώς διαφορετικό από το "Στόουνερ" αλλά "ίδιο" με την έννοια ότι το βαθύτερο φιλοσοφικό ερώτημα που αιωρείται πάνω από το προηγούμενο, ενυπάρχει και στον "Αύγουστο", την σχέση του ατόμου με την εξουσία και πως διατηρεί ο άνθρωπος, την αξιοπρέπεια και την ακεραιότητά του. Μπορεί στην αρχαία Ρώμη οι συγκρούσεις να ήταν πιο αιματηρές και ακραίες, αλλά κάτω από το λουστράρισμα της πανεπιστημιακής κοινότητας (στον "Στόουνερ") η βία δεν πήγαινε πίσω.

Θα μπορούσε να είναι ένα μυθιστόρημα γεμάτο δράση και ατελείωτη εναλλαγή εικόνων, γεμάτων αίμα και συγκρούσεις, θα μπορούσε να είναι ένα μυθιστόρημα που βρίθει από ίντριγκες και δολοπλοκίες - δεν λείπουν άλλωστε οι μοιραίοι πρωταγωνιστές που οι μορφές τους κυριαρχούν στο συλλογικό υποσυνείδητο μέσω των Χολιγουντιανών εικόνων (Ο Ιούλιος Καίσαρ, η Κλεοπάτρα, ο Μάρκος Αντώνιος, ο Κικέρων ενώ και η σχέση πατέρα-κόρης είναι άκρως θεαματική). Είναι όμως ένα βαθιά φιλοσοφικό και υπαρξιακό μυθιστόρημα, με εξαιρετική ατμόσφαιρα, εκπληκτική δομή (είναι θαυμαστός ο τρόπος που ο συγγραφέας κλιμακώνει την ένταση και το ενδιαφέρον στο βιβλίο, σελίδα-σελίδα, για να φτάσει στην κορύφωση των τελευταίων 70 σελίδων) και απαράμιλλο ύφος.

«Πάντως, ήταν περισσότερο ένστικτο παρά γνώση αυτό που με βοήθησε να καταλάβω πως, αν είναι η μοίρα κάποιου ν' αλλάξει τον κόσμο, υποχρέωσή του είναι πρώτα ν' αλλάξει τον εαυτό του. Αν θέλει να υπακούσει στη μοίρα του, πρέπει πρώτα να βρει ή να επινοήσει μέσα του ένα σκληρό και κρυφό κομμάτι, που θ' αδιαφορεί για τον ίδιο, για τους άλλους, ακόμα και για τον κόσμο που προορίζεται να αλλάξει - όχι σύμφωνα με τις δικές του επιθυμίες, αλλά με τρόπο και μορφή που θα ανακαλύψει στην πορεία. »

Ο "Αύγουστος" υπήρξε το πιο επιτυχημένο μυθιστόρημα του John Williams, αποσπώντας το National Book Award των Η.Π.Α. το 1973 (μαζί με την εξαιρετική "Χίμαιρα" του John Barth). Ήταν το τελευταίο βιβλίο που έγραψε ο συγγραφέας.

Βαθμολογία 90 /100



 
Τρίτη, Αυγούστου 28, 2018
posted by Librofilo at Τρίτη, Αυγούστου 28, 2018 | Permalink
"Λετισιά ή το τέλος των ανδρών"

Η δεκαοχτάχρονη σερβιτόρα Λετισιά Περαί, εξαφανίστηκε μια νύχτα του Ιανουαρίου 2011 λίγο προτού φτάσει σπίτι της σε ένα προάστιο της Ναντ στον νομό Λουάρ-Ατλαντίκ της Γαλλίας. Πέρασαν αρκετές εβδομάδες μέχρι να βρεθεί η σορός της Λετισιά γιατί ο κύριος ύποπτος που είχε συλληφθεί δύο ημέρες μετά την εξαφάνισή της, αρνείτο τα πάντα – και κυρίως «έπαιζε» με τις Αρχές προσπαθώντας να παραπλανήσει τις έρευνες. Η είδηση αυτή μια από τις τόσες παρόμοιες που διαβάζουμε στα αστυνομικά δελτία όλων των χωρών, προκάλεσε τεράστιο θόρυβο και συγκίνησε την κοινή γνώμη, πρωτίστως λόγω. της χρονοβόρου αναζήτησης και της μεγάλης κινητοποίησης της Αστυνομίας αλλά και των ΜΜΕ, για να βρεθεί η σορός της άτυχης νέας, αλλά και μετά, την πρωτοφανή παρέμβαση του τότε προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας Νικολά Σαρκοζί, ο οποίος κατηγόρησε τους δικαστές για πλημμελή άσκηση των καθηκόντων τους, καθώς ο δολοφόνος της κοπέλας είχε αφεθεί ελεύθερος λίγους μήνες πριν και η επιτήρηση του θεωρήθηκε ελλιπής.



Αυτό το γεγονός εξετάζει ο Γάλλος συγγραφέας και ιστορικός Ivan Jablonka (Παρίσι, 1973) στο εξαιρετικό πολυφωνικό και πολυδιάστατο βιβλίο του, «ΛΕΤΙΣΙΑ ή το τέλος των ανδρών» («Laetitia ou la fin des homes») – (εκδ. Πόλις, μετάφρ. Χ.Σκιαδέλλη, σελ. 433), το οποίο κινείται σε έναν υβριδικό χώρο μεταξύ λογοτεχνίας και ντοκουμέντου, όπου βέβαια ο Τρούμαν Καπότε με το εμβληματικό του «Εν Ψυχρώ» ήταν πρωτοπόρος κοντά 60 χρόνια πριν. Το βιβλίο του Ζαμπλονκά είναι περισσότερο κοντά στο docudrama, είδος πολύ συγγενές με την σύγχρονη τάση στον χώρο των κινηματογραφικών ντοκιμαντέρ, ή τον ντοκιμενταρισμένων τηλεοπτικών σειρών.

«Στις μέρες μας, οι άνθρωποι πεθαίνουν στο νοσοκομείο▪ μερικές φορές, στο σπίτι τους, στο κρεβάτι τους. Είτε είναι μόνοι είτε με τους δικούς τους, ο θάνατος είναι ένα ιδιωτικό δράμα, μια συμφορά που αφορά αποκλειστικά την οικογενειακή ζωή. Η Λετισιά, από την πλευρά της, πέθανε δημόσια.
Ο θάνατός της έγινε είδηση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Οι γονείς της παρακολούθησαν την έρευνα από την τηλεόραση. Οι οικείοι της την έκλαψαν σε κοινή θεά, περιτριγυρισμένοι από δεκάδες γείτονες, χιλιάδες ανώνυμους και εκατομμύρια τηλεθεατές. Οι δημοσιογράφοι αυτοπροσκλήθηκαν στις πορείες διαμαρτυρίας και στην κηδεία. Τα κανάλια ανέλυσαν την προσωπικότητά της, σχολίασαν το τέλος της, με τόνο άλλοτε σοβαρό και θλιμμένο, άλλοτε ηδονοβλεπτικό και αγωνιώδη.»



Οι δίδυμες αδελφές Λετισιά και Τζεσικά Περαί, γεννήθηκαν από γονείς βίαιους και προβληματικούς. Όταν ο πατέρας τους μπήκε στην φυλακή και η μητέρα τους νοσηλεύτηκε σε νευρολογική κλινική, τα δύο κορίτσια σε ηλικία 8 ετών, μπήκαν σε ίδρυμα όπου θα μείνουν 5 χρόνια. Αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες αλλά ζουν αρμονικά με τα υπόλοιπα παιδιά και βρίσκουν την ηρεμία που δεν είχαν στο σπίτι τους με τα συχνά ξεσπάσματα βίας. Στην ηλικία των 13 ετών, επιλέγουν να πάνε σε μια ανάδοχη οικογένεια αντί να επιστρέψουν στο σπίτι του πατέρα τους που έχει αποφυλακιστεί. Η ανάδοχη οικογένεια που τα αναλαμβάνει είναι το ζεύγος Πατρόν (με το "άμεμπτο πρόσωπο" που όμως αποδεικνύεται μάλλον διαβολικό), σε ένα προάστιο της Ναντ, οι οποίοι έχουν ένα μεγάλο και άνετο σπίτι, και τα δύο κορίτσια εντάσσονται αμέσως σε ένα περιβάλλον οικογενειακό και φιλικό. Στο σχολείο κάνουν φίλους, βλέπουν τον πατέρα τους και τους συγγενείς τους σχετικά τακτικά, ζουν μια ζωή καθημερινότητας και ρουτίνας με μαθήματα, πάρτι και παρέες. Είναι δύο έφηβες με ιδιαιτερότητες βέβαια, που δεν διαφέρουν από εκατομμύρια συνομηλίκους τους.

Ο Ζαμπλονκά ανατέμνει με επιμονή, τη ζωή της Λετισιά, τα γεγονότα της ζωής της, και ξεκινάει από το γεγονός ότι σε κάθε δολοφονία, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στον δολοφόνο. Αυτός αναδεικνύεται σε σταρ, τυγχάνει προβολής, αρνητικός ήρωας που ψάχνουν όλοι να βρουν γιατί και πως, και όλοι ασχολούνται με αυτόν.
Ο συγγραφέας σε μια έρευνα δύο ετών, συναντήθηκε με όσους σχετίζονταν περισσότερο ή λιγότερο με την άτυχη κοπέλα, τους γονείς, την αδελφή της, την ανάδοχη οικογένεια, εξετάζει τις κατηγορίες κατά του Πατρόν για σεξουαλική κακοποίηση, τους συμμαθητές, τους φίλους, τους καθηγητές της, τους εργοδότες της, τους αστυνομικούς που ασχολήθηκαν και έλυσαν την υπόθεση, τους δημοσιογράφους που την ανέδειξαν σε γεγονός πρώτου μεγέθους στα ΜΜΕ και μετά την ξέχασαν. Ο Ζαμπλονκά παρακολούθησε την δίκη και την έφεση που ακολούθησε. Μαζεύοντας όλα τα στοιχεία, ανασυνθέτει την ζωή της Λετισιά από την ημέρα που γεννήθηκε μέχρι τον θάνατό της, εξεγείρεται, θυμώνει, η έρευνα δεν είναι κάτι απρόσωπο και καθαρά επιστημονικό για εκείνον, είναι κάτι που τον επηρεάζει στην προσωπική του ζωή.

« Ως διπλωματούχος γόνος της παρισινής αριστοκρατίας, δεν μεγάλωσα σε περιβάλλον μιζέριας και αλκοολισμού, δεν με απομάκρυνε από την οικογένειά μου ο δικαστής ανηλίκων, δεν πήγα σε Επαγγελματικό Λύκειο, μετακινούμε με μετρό και όχι με σκούτερ. Για μένα, που με χαρακτηρίζουν λέξεις - κλειδιά όπως εβραϊκή ταυτότητα, βιβλία και κοσμοπολιτισμός, η Λετισιά ενσαρκώνει τη διαφορετικότητα των Γάλλων με χριστιανική κουλτούρα, οι οποίοι έχουν όνομα που προφέρεται εύκολα, είναι ριζωμένοι σε μια περιοχή και γνωρίζουν την καταγωγή τους, έστω κι αν ανάγεται στοςυ Ατρείδες. Δεν ξέρω ποιος από τους δυό μας είναι λιγότερο φυσιολογικός.
Παίρνουμε απόσταση από τους νεκρούς μας, ενώ τα βάσανα του πλησίον χιμούν πάνω μας, μάς κατακλύζουν, μάς στοιχειώνουν και δεν μας αφήνουν ποτέ. Για τον εαυτό μας, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα πια. Η πληγή μας είμαστε εμείς οι ίδιοι, το δράμα και η ρουτίνα της ζωής μας, η εξημερωμένη νεύρωσή μας, και την έχουμε συνηθίσει, σαν μια αναπηρία. Στη ζωή της Λετισιά υπάρχουν τρείς αδικίες: η παιδική της ηλικία, ανάμεσα σε έναν βίαιο πατέρα κι έναν ανάδοχο πατέρα που καταχράστηκε την εξουσία του▪ ο φρικτός της θάνατος, στα δεκαοχτώ της χρόνια▪ η μεταμόρφωσή της σε είδηση του αστυνομικού δελτίου, δηλαδή σε μακάβριο θέαμα. Μπροστά στις δύο πρώτες αδικίες, θλίβομαι και αισθάνομαι ανήμπορος. Μπροστά στην τρίτη, επαναστατεί όλο μου το είναι. »



Η Λετισιά (και η αδελφή της Τζεσικά) εγκαταλείφθηκε ουσιαστικά από τους γονείς της, και έζησε όλη της την ζωή σε ένα καθεστώς φόβου και ανασφάλειας. Βίωσε από την βρεφική της ηλικία την βία, την αποξένωση, την μοναξιά, την έλλειψη τρυφερότητας και αγάπης. Κόρη ενός βίαιου πατέρα, θετή κόρη ενός πατέρα που μάλλον την εκμεταλλευόταν σεξουαλικά (εάν όχι εκείνη, σίγουρα όπως αποδείχτηκε την αδελφή της), η Λετισιά ήταν ήδη θύμα προτού δολοφονηθεί.

Δυσλειτουργικές οικογένειες, τύποι προβληματικοί της Γαλλικής επαρχίας, υποκρισία και πολλή βία. Το δικαστικό σύστημα που πάσχει, το πολιτικό σύστημα που προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την κάθε ευκαιρία για προβολή, ο σεξουαλικός και κοινωνικός ρατσισμός.
Το καλειδοσκόπιο μιας πάσχουσας κοινωνίας,  εξετάζει και ανατέμνει με ενσυναίσθηση και σκεπτικισμό ο Ζαμπλονκά γράφοντας ένα βιβλίο που εντυπωσιάζει με τον δυναμισμό και την ζωντάνιά του. Είναι ένα έξοχο βιβλίο, το οποίο θα μπορούσε να είναι μια απρόσωπη κοινωνιολογική μελέτη αλλά στα χέρια του ικανότατου (όπως αποδεικνύεται) συγγραφέα και χαρισματικού αφηγητή, μετατρέπεται σε ένα συγκλονιστικό λογοτεχνικό έργο που ταρακουνάει και αφυπνίζει τον αναγνώστη.

Βαθμολογία 80 / 100



 
Τετάρτη, Αυγούστου 22, 2018
posted by Librofilo at Τετάρτη, Αυγούστου 22, 2018 | Permalink
Ο Μάστορας ("The Fixer")

Θυμάμαι πόση εντύπωση μου είχαν κάνει τα δύο μυθιστορήματα του Bernard Malamud (1914-1986), (ενός σχετικά άγνωστου κατά περίεργο λόγο στην Ελλάδα συγγραφέα), όταν τα είχα διαβάσει πολύ πολύ νέος, στις αρχές της δεκαετίας του 80. «Το ενοικιοστάσιο» (εκδ.Βίπερ) και ο (μεγαλειώδης) «Βοηθός» (εκδ. Α.Σ.Ε.) είναι δύο εξαιρετικά βιβλία (που δυστυχώς δεν κυκλοφορούν πλέον στην αγορά), τα οποία μου γνώρισαν έναν σπουδαίο δημιουργό. Επιτέλους όμως ξαναβρίσκουμε ένα ακόμα μεγάλο μυθιστόρημα του Μάλαμουντ στην ελληνική αγορά, με την έκδοση του πολυβραβευμένου «Ο ΜΑΣΤΟΡΑΣ» («The Fixer») – (εκδ. Καστανιώτης, μετάφρ. Κατ. Σχινά, σελ. 413) ενός συγκινητικού και βαθιά ανθρώπινου βιβλίου, στο οποίο συγγραφέας παίρνει μια συνταρακτική αληθινή ιστορία, και την μετατρέπει σε ένα εκπληκτικό λογοτεχνικό έργο φιλοσοφικό, κοινωνικό και πολιτικό, με το δικό του μοναδικό ύφος.

Ο Γιακόβ Μποκ, ο ήρωας του βιβλίου, είναι ένας πολύ άτυχος άνθρωπος. Μάστορας και πολυτεχνίτης, ζούσε σε ένα μικρό χωριό της Ουκρανίας. Η σύζυγός του τον εγκατέλειψε για έναν άλλον άντρα κι αυτός ντροπιασμένος και μόνος, βάζει τα λιγοστά του εργαλεία σε ένα κουτί, μερικά βιβλία σε ένα άλλο, παίρνει ένα ετοιμόρροπο κάρο και φεύγει για το Κίεβο να βρει την τύχη του. Βρισκόμαστε στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα (1911), και ο αντισημιτισμός στην Τσαρική Ρωσία είναι σε έξαρση κάτι που θα βρει πολύ έντονα μπροστά του ο ήρωας της ιστορίας που αφηγείται με χιούμορ και ρεαλισμό ο Μάλαμουντ.

"Το' χει η τύχη μου, σκεφτόταν πικραμένος. Πως το λέει η παροιμία; "Αν ήμουν έμπορος κεριών, ο ήλιος δεν θα έδυε". Δεν είμαι έμπορος, είμαι ο Γιάκοβ ο μάστορας, και ο ήλιος δύει κάθε ώρα για μένα. Είμαι το είδος του ανθρώπου που διαπιστώνει ότι είναι επικίνδυνο να είναι ζωντανός. Ένα πράγμα που πρέπει να μάθω είναι να λέω λιγότερα, πολύ λιγότερα· αλλιώς, θα χαντακώσω τον εαυτό μου. Λες και δεν είμαι ήδη χαντακωμένος!"


Ο Γιάκοβ Μποκ είναι ένας άνθρωπος που μεγάλωσε ορφανός αφού οι δύο γονείς του πέθαναν νωρίς, πάσχει από άσθμα, δεν μπορούσε να τεκνοποιήσει με την σύζυγό του που τα φτιάχνει με έναν άλλον, δεν είχε κανέναν φίλο, ζούσε μέσα στην γκρίνια και την μιζέρια με μια εμφανή πικρία και απαισιοδοξία για τη ζωή, ενώ είχε αποκηρύξει την θρησκεία του, κάτι απαράδεκτο για τους συγχωριανούς του Εβραίους επηρεασμένος, από την φιλοσοφία του Σπινόζα που διαβάζει μετά μανίας. Τώρα φτάνει στο Κίεβο και μετά από ένα μικρό διάστημα όπου δεν βρίσκει σχεδόν τίποτα να κάνει, ένα βράδυ σώζει έναν μεσήλικα μεθυσμένο που είχε πέσει κάτω στον χιονισμένο δρόμο. Ο άνθρωπος αυτός ονομάζεται Λεμπέντεφ και είναι ηγετικό στέλεχος της εθνικιστικής οργάνωσης "Μαύρες εκατονταρχίες" που ήταν πασίγνωστες για την αντισημιτική  τους δράση. Ο "μάστορας" από την στιγμή που πάτησε το πόδι του στο Κίεβο έχει κρύψει την εβραϊκή του ταυτότητα κι έτσι ο Λεμπέντεφ του προσφέρει δουλειά ως επόπτη στο πλινθοποιείο που διατηρεί. Ο Γιακόβ δέχεται με πολύ δισταγμό, αλλά οι προοπτικές είναι καλές, καθώς εκτός από αξιοπρεπή μισθό στις παροχές προσφέρεται κι ένα μικρό διαμέρισμα πάνω από το εργοστάσιο. Ο Γιάκοβ για πρώτη φορά στη ζωή του, έχει έναν σταθερό μισθό, και φαινομενική ηρεμία στη ζωή του.


Μετά από λίγο καιρό όμως, ένα αγόρι βρίσκεται φρικτά δολοφονημένο σε κοντινή απόσταση από το πλινθοποιείο. Μάρτυρες καταγγέλλουν τον Γιακόβ Μποκ ως δολοφόνο, αποκαλύπτοντας την εβραϊκή του ταυτότητα που τόσο επιμελώς έκρυβε. Ο όχλος ξεσηκώνεται και απαιτεί την άμεση τιμωρία του, ο ανακριτής που έχει αναλάβει την υπόθεση δείχνει σκεπτικός και βλέπει ότι τα στοιχεία δεν επαρκούν για στοιχειοθέτηση κατηγορίας, αλλά ο εισαγγελέας και η λαϊκή απαίτηση μέσω της προπαγάνδας που ασκείται από τα μέσα είναι τόσο ισχυρή, που ο Γιακόβ φυλακίζεται και ανακρίνεται συνεχώς και με κάθε τρόπο για να ομολογήσει. Εκείνος επιμένει στην αθωότητά του, δηλώνει συνεχώς και με κάθε τρόπο ότι είναι μεν Εβραίος αλλά δεν θρησκεύεται, τον οδηγούν στην τρέλα, κλείνοντάς τον στην απομόνωση, σπάζοντάς του τα νεύρα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αρνούμενοι να του παρέχουν δικηγόρο καθώς δεν ορίζεται δίκη και όλα βρίσκονται στην αναμονή. Το μαρτύριο θα συνεχιστεί για δύο χρόνια μέχρι να οριστεί η δίκη και ο Γιακόβ επιμένει.

"Περιμένεις. Περιμένεις. Περνούν λίγα λεπτά ελπίδας και μέρες απελπισίας. Μερικές φορές, απλώς περιμένεις, δεν υπάρχει μεγαλύτερη ύβρις. Βυθίζεσαι στις σκέψεις σου. Βυθίζεσαι στις σκέψεις σου και προσπαθείς να σβήσεις με μια μουτζούρα το κελί της φυλακής. Αν είσαι τυχερός, ο χώρος εξαφανίζεται και περνάς μισή ώρα έξω, στα ανοιχτά, πέρα από πόρτες και τοίχους, πέρα από το μίσος για τον εαυτό σου. Αν δεν είσαι τυχερός, οι σκέψεις σου μπορεί να σε δηλητηριάσουν. Αν είσαι τυχερός και βγεις στο στετλ, ίσως περάσεις από έναν φίλο ή, αν αυτός λείπει, καθίσεις μονάχος σ' έναν πάγκο μπροστά στην καλύβα του. Μπορείς να μυρίσεις το γρασίδι και τα λουλούδια και να χαζέψεις τα κορίτσια, αν τύχει και περάσου κάνα δυο από το δρόμο. Μπορείς να κάνεις και τη δουλειά μιας μέρας, αν υπάρχει δουλειά. Σήμερα υπάρχει λίγη ξυλουργική. Ξεπατώνεσαι να πριονίσεις ένα ξύλο κι ύστερα να το καρφώσεις με το σφυρί. Όταν είναι ώρα να φας, ανοίγεις το μαντήλι με το προσφάι σου - καθόλου άσχημα. Το σημαντικό με την τροφή είναι να έχεις λίγη όταν τη θέλεις. Ένα σφιχτό αυγό με μια πρέζα αλάτι είναι νοστιμότατο. Το ίδιο και λίγη ξινή κρέμα  με μια πατάτα κομμένη στα δυο. Αν βουτάς το ψωμί σου σε φρέσκο γάλα και το πιπιλάς προτού το καταπιείς, η γεύση είναι πανδαισία. Και καυτό τσάι με λεμόνι κι ένα κύβο ζάχαρη. Το βραδάκι, παίρνεις το δρόμο μέσα απ' το μουσκεμένο γρασίδι προς την άκρη του δάσους. Κοιτάς το φεγγάρι στον γαλακτερό ουρανό. Ανασαίνεις το φρέσκο αεράκι. Μια φιλοδοξία σε πιλατεύει, υπάρχει ακόμα μέλλον. Στο κάτω κάτω της γραφής, είσαι ζωντανός και ελεύθερος. Ακόμα κι αν δεν είσαι τόσο ελεύθερος, νομίζεις πως είσαι. Το χειρότερο με τέτοιες σκέψεις είναι όταν σ' εγκαταλείπουν και ξαναβρίσκεσαι στο κελί σου. Το κελί είναι τα δάση και ο ουρανός σου."

Για τον «Μάστορα» που εκδόθηκε στις Η.Π.Α. το 1966, ο Μάλαμουντ εμπνεύστηκε από την ιστορία του Μεναχέμ Μπεϊλίς, ενός Εβραίου που κατηγορήθηκε το 1911 για την στυγερή δολοφονία ενός παιδιού στο Κίεβο. Ο Μπεϊλίς έμεινε δύο χρόνια στην φυλακή περιμένοντας την δίκη του, υπό τρομακτικές πιέσεις των Αρχών να ομολογήσει, ενώ στην πόλη είχαν ξεσπάσει αντισημιτικές ταραχές. Η υπόθεσή του, που συγκρίθηκε με την «υπόθεση Ντρέιφους», συγκίνησε πολλούς διανοούμενους στην Ρωσία και σε άλλες χώρες. Ο Μπεϊλίς αφέθηκε τελικά ελεύθερος και μετανάστευσε μετά από μια περιπλάνηση στις ΗΠΑ, όπου το 1925 δημοσίευσε την αυτοβιογραφία του «The story of my sufferings» εξιστορώντας την περιπέτειά του.


Ο Μάλαμουντ παίρνει τα γεγονότα αυτής της ιστορίας και δεν αλλάζει πολλά στην εξέλιξη της, παρά μόνο στην προσωπικότητα του ήρωα. Σε αντίθεση με τον Μπεϊλίς, ο Γιακόβ Μποκ παρουσιάζεται σαν ένας άνθρωπος εν γένει ασυμπάθηστος, ψυχρός και μονήρης, προβληματικός στις σχέσεις του με τους ανθρώπους, ξεροκέφαλος και ισχυρογνώμων, στοιχεία βέβαια που τον βοηθάνε στην υπερήφανη στάση του μέσα στην φυλακή όπου αρνείται να ομολογήσει παρά τις υποσχέσεις περί ευνοϊκής μεταχείρισης, παρά τα βασανιστήρια.

Ο ήρωας του βιβλίου, αυτός ο ιδιόμορφος και παράξενος Γιακόβ Μποκ ακολουθεί την φιλοσοφία του Σπινόζα και οι ιδέες του σπουδαίου Εβραίου φιλόσοφου διαπερνούν το μυθιστόρημα. Στον διάλογό του με τον ανακριτή σε μερικές μεγαλειώδεις σελίδες του μυθιστορήματος, αναπτύσσεται η φιλοσοφία και η κοσμοθεωρία του Σπινόζα, και αντιλαμβανόμαστε την στάση του Γιακόβ μπροστά στο μαρτύριο που βιώνει («η ζωή είναι ζωή και δεν έχει νόημα να την κλοτσήσεις στον τάφο»). Είναι οι φιλοσοφικές έννοιες που διάβαζε και δεν πολυκαταλάβαινε που τον τσάκισαν στην ζωή του έξω, και αυτές οι ίδιες έννοιες που τον κρατάνε ζωντανό μέσα στο κελί και στην απομόνωση που πολλές φορές βρέθηκε μήπως λυγίσει.
Μπορεί η φιλοσοφία να μην αλλάζει τον κόσμο, αλλάζει όμως τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα. Το τέλος του βιβλίου θα βρει τον ήρωα έναν διαφορετικό άνθρωπο καθώς θα έχει κυριαρχήσει στους προσωπικούς του δαίμονες μετατρέποντάς τον σε έναν ήρωα που δεν περίμενε ποτέ ότι θα γίνει.

Βιβλίο ορόσημο στην εβραιοαμερικάνικη λογοτεχνία, ο «Μάστορας» είναι ένα αριστουργηματικό μυθιστόρημα για την πάλη του ανθρώπου απέναντι στην απρόσωπη και αμείλικτη εξουσία, μια ανατομία της ανθρώπινης ψυχής και της μοναξιάς του ανθρώπου απέναντι στο παράλογο και στην αδικία. Είναι όμως κι ένα βιβλίο για τον φανατισμό και τα πολιτικά παιχνίδια, για τον λαϊκισμό και την χειραγώγηση των μαζών, για τον Σίσυφο και τον Προμηθέα που κρύβουμε μέσα μας.

Γεμάτο χιούμορ και στοχασμό, γραμμένο απλά και κατανοητά για κάθε αναγνωστικό επίπεδο, «Ο Μάστορας» (που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1968 από τον Τζ.Φρανκεχάιμερ), είναι ένα απαραίτητο ανάγνωσμα για κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο και για κάθε λάτρη της λογοτεχνίας. Ελπίζω η κυκλοφορία του βιβλίου να αποτελέσει το έναυσμα να εκδοθούν ξανά ή σε νέες μεταφράσεις τα υπόλοιπα έργα του.

Βαθμολογία: 86 / 100