Τετάρτη, Ιουλίου 18, 2018
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουλίου 18, 2018 | Permalink
"Δεν είναι ζωή να μην αλλάζεις ποτέ τόπο" ("Χολέρα και Πανούκλα" του Πατρίκ Ντεβίλ)

Πολυβραβευμένο στην Γαλλία το βιβλίο του Patrick Deville (Loire, 1957) με τον χαρακτηριστικό τίτλο "ΧΟΛΕΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΟΥΚΛΑ" ("Peste & Cholera") - (εκδ. Τόπος, μετάφρ. Ά. Σπυράκου, σελ. 250), είναι η μυθιστορηματική βιογραφία του Ελβετού γιατρού, φυσικού και βακτηριολόγου Αλεξάντρ Γερσέν (1863 - 1943), ο οποίος έγινε μεν γνωστός επειδή ήταν ο πρώτος που απομόνωσε τον βάκιλο της βουβωνικής πανώλης, αλλά δεν έζησε μια ζωή απομονωμένος σε εργαστήρια, έζησε κυριολεκτικά μια ζωή σαν περιπέτεια και αυτήν ακριβώς περιγράφει ο συγγραφέας σε αυτή την ιδιαίτερα σαγηνευτική νουβέλα.

"Ξεδιπλώνουμε συχνά την ιστορία των επιστημών σαν μια λεωφόρο που οδηγεί ολόισια από την άγνοια στην αλήθεια, μα η εικόνα είναι απατηλή. Πρόκειται μάλλον για έναν λαβύρινθο από αδιέξοδα στενά όπου η σκέψη χάνεται και περιπλέκεται. Για μιαν ανθολογία από αποτυχίες οικτρές και ενίοτε κωμικές. Μπορεί ως προς αυτό να συγκριθεί με την ιστορία των αρχών της αεροπορίας και τις σύγχρονές της αρχές του κινηματογράφου. Μ' αυτές τις μαυρόασπρες ταινίες με την ακανόνιστη ροή όπου βλέπουμε τα ξύλα να σπάνε και το πανί να σκίζεται. Και ονειροπόλους Ικάρους με φτερά από τούλι και χέρια απλωμένα να τρέχουν σαν μπαλαρίνες προς την άκρη ενός γκρεμού, να ρίχνονται στο κενό και να πέφτουν σαν βότσαλα, για να κομματιαστούν στην παραλία."

Ο Ντεβίλ αναπαριστά μια εποχή ανακαλύψεων σε όλους τους τομείς και περιγράφει ανθρώπους που υπερέβησαν όρια και κανόνες για να ακολουθήσουν και να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους. Αγνοούσα την ύπαρξη του Γερσέν, αυτού του στιβαρού και συγκροτημένου επιστήμονα που η εσωτερική του φλόγα δεν τον άφησε ήρεμο στιγμή και το πάθος για ζωή και περιπέτεια τον οδήγησε σε δρόμους θαυμαστούς και επικίνδυνους. Στο βιβλίο (αλλά ουσιαστικά και στην εποχή που εκτυλίσσεται η δράση) δεν υπάρχουν στεγανά μεταξύ των ιδιοτήτων και των επαγγελμάτων, ο επιστήμονας μπορεί να είναι και τυχοδιώκτης, ο ποιητής μπορεί να είναι και έμπορος - οι προκλήσεις τους περίμεναν και η ζωή του Γερσέν κάπου έμοιαζε με αυτή του Αρθούρου Ρεμπώ όπως συχνά, πυκνά τονίζεται στην αφήγηση του βιβλίου.

Η αφήγηση ξεκινάει σχεδόν από το τέλος, και δεν ακολουθεί γραμμική μέθοδο καθώς είναι συνεχή τα μπρος-πίσω στον χρόνο. Ο Γερσέν πραγματοποιεί το τελευταίο του αεροπορικό ταξίδι καθώς τα Γερμανικά στρατεύματα εισβάλλουν στο Παρίσι. Θα επιβιβαστεί στο αεροπλάνο που μετά από μεγάλο ταξίδι θα τον επαναφέρει σπίτι του, στην Γαλλική Ινδοκίνα, και πιο συγκεκριμένα σε έναν κάποτε τελείως απομονωμένο τόπο του σημερινού Βόρειου Βιετνάμ όπου ζούσε για περίπου 50 χρόνια από το τέλος του 19ου αιώνα.
Γεννημένος στην Ελβετία σε αστική οικογένεια, και προικισμένος ως μαθητής και φοιτητής, ο Αλεξάντρ Γερσέν ξεκίνησε να εργάζεται στο Ινστιτούτο Παστέρ στα 22 του χρόνια. Ήταν από τους πιο ελπιδοφόρους και ταλαντούχους ερευνητές της ομάδας του Λουί Παστέρ, αλλά η ατμόσφαιρα και οι περιορισμοί του Ινστιτούτου που άρχιζε να εξαπλώνεται παγκοσμίως τον έπνιγαν, και νεότατος έφυγε για να αναζητήσει την τύχη του στην θάλασσα, υπηρετώντας ως γιατρός σε διάφορα εμπορικά πλοία. Η αναζήτησή του για μακρινά μέρη τον έφερε σε δρομολόγια μεταξύ Σαϊγκόν και Μανίλας, μέχρι να βρει το λιμάνι του σε έναν τόπο που τον μάγεψε από την πρώτη στιγμή το Νχα Τρανγκ.

"Δεν είναι ζωή να μην αλλάζεις ποτέ τόπο."

Ο Γερσέν συνέχισε να συνεργάζεται με το Ινστιτούτο Παστέρ, καταφέρνοντας να απομονώσει το 1894, εν μέσω μιας μεγάλης επιδημίας πανώλης, το βάκιλο της βουβωνικής πανώλης που προς τιμήν του ονομάστηκε "Yersinia pestis", ανακάλυψη που θα του απέφερε σίγουρα το βραβείο Νόμπελ αν υπήρχε τότε - η πρώτη βράβευση θα γίνει πέντε χρόνια αργότερα...Ο Γερσέν θα συνεχίσει να σώζει κόσμο στην Άπω Ανατολή, στην Αυστραλία, στην Ευρώπη που θα επιστρέφει συχνά, αρνούμενος να εγκατασταθεί ξανά στο Παρίσι ή να αναλάβει την διοίκηση του Ινστιτούτου Παστέρ. Μόνο σε ένα μέρος αισθάνεται ο εαυτός του, στο Νχα Τρανγκ που θα το μεταμορφώσει και θα το μετατρέψει σε βασίλειό του, εκπαιδεύοντας τους ντόπιους, βοηθώντας την τοπική κοινωνία. Πνεύμα ανήσυχο θα πειραματιστεί σε διάφορους τομείς, βοτανολογία, μηχανική, αυτοκίνητα, αεροπλοΐα, ενώ στο τέλος της ζωής του θα τον απασχολήσει η λογοτεχνία.

Θα μπορούσε να γίνει ένας άλλος "Συνταγματάρχης Κουρτς" σαν αυθεντικός ήρωας του Τζόζεφ Κόνραντ, θα μπορούσε να ακολουθήσει την μοίρα του Αρθούρου Ρεμπώ, του καταραμένου ποιητή που τα παράτησε όλα για να πεθάνει άδοξα από γάγγραινα κάπου στην Αφρική, αν δεν είχε ανακαλύψει τον βάκιλο της πανώλης θα είχε χαθεί κι αυτός χωρίς να ασχοληθεί κανείς με την περίπτωσή του. Αλλά ο Γερσέν ήταν ένας άνθρωπος, με ανεξάντλητη περιέργεια για όλα, που τα κατάφερνε με ότι καταπιανόταν, υλοποιούσε πάντα τους στόχους του, υπερέβαινε όλα τα εμπόδια, ένας απόλυτα μυθιστορηματικός "larger than life" ήρωας, λάτρης των "μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων".

"Ένας τάφος είναι ένα ρέκβιεμ. Η συγγραφή ενός Βίου είναι η ερμηνεία με το βιολί μιας παρτιτούρας. Ο ένας έζησε από τη Δεύτερη Αυτοκρατορία έως τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, ο άλλος έπεσε στα τριάντα εφτά του από το άλογο. Μοιράζονται όμως τη φρενίτιδα με την οποία έμαθαν κι ύστερα έφυγαν, εγκαταλείποντας την ομάδα των μαθητών του Παστέρ ή των παρνασσιστών. Μοιράζονται την αγάπη για την ηλιοφώτιστη αυγή και τη θάλασσα, για την βοτανική και την φωτογραφία.(...) Χαμένοι στο άλλο άκρο της γης, τούτοι οι δυο σού κατεβάζουν μια καινούργια ιδέα κάθε πέντε λεπτά. Να εισάγουν στην Αιθιοπία μουλάρια από τη Συρία ή νορμανδικές αγελάδες στην Ινδοκίνα. Μοιράζονται την περιπέτεια της επιστήμης: "Η νέα αριστοκρατία! Η πρόοδος. Ο κόσμος προχωρά!" Την αγάπη για τα μαθηματικά. Το άθροισμα των γωνιών κάθε τριγώνου ισούται με 180⁰. Έτσι θα έπρεπε να είναι η ποίηση. Ο αλεξανδρινός στίχος που του βγαίνει στο τέλος ενός γράμματος στη Φανί. Το δεύτερο ημιστίχιο όπου μπορούν να ταιριάξουν σχεδόν όλα τα ρήματα. Γιατί δεν παύει να ισχύει πως δεν είναι ζωή να μην..."


Το βιβλίο διαπερνούν απ' άκρη σ' άκρη η μορφή του Ρεμπώ και οι ιστορίες του Τζόζεφ Κόνραντ (ακόμα κι ένα κεφάλαιο όπου περιγράφεται το Νχα Τρανγκ έχει ως τίτλο "Ένα προκεχωρημένο φυλάκιο της προόδου" από την ομώνυμη νουβέλα του Κόνραντ). Οι περιπέτειες του Γερσέν στην Ινδοκίνα, η ζωή του εκεί, οι σκέψεις του θυμίζουν έντονα τους ήρωες του Κόνραντ. Στο βιβλίο υπάρχει ακόμα και το "φάντασμα του μέλλοντος", ένα συγγραφικό εύρημα που λειτουργεί σχολιαστικά στην αφήγηση χωρίς όμως να διαδραματίζει κάποιον ιδιαίτερο ρόλο. Σε αυτό το ιδιοφυές μείγμα αφήγησης και σχολιασμού, ο συγγραφέας θίγει χωρίς να στέκεται ιδιαίτερα, την σχέση μητέρας και αδερφής (της Φανί) με τον Γερσέν και την απουσία γυναικείας συντροφιάς στην ζωή του, ενώ σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του βιβλίου διαδραματίζουν οι κόντρες του Ινστιτούτου Παστέρ με τον Ρόμπερτ Κοχ.

Το γλαφυρό αφηγηματικό ύφος του Ντεβίλ παρασέρνει τον αναγνώστη σε αυτό το άκρως γοητευτικό περιπετειώδες ταξίδι, σε αυτήν την διαφορετική "Καρδιά του σκοταδιού". Ο Αλεξάντρ Γερσέν του βιβλίου, κορυφαίος επιστήμονας, δεινός εξερευνητής, ένας απόλυτα μυθιστορηματικός ήρωας, αλλά και τόσο γήινος και ζωντανός αποκαλύπτεται μπροστά μας σε ένα βιβλίο συναρπαστικό και ταυτόχρονα στοχαστικό, απολαυστικό και λυρικό που δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου.

Βαθμολογία 81 / 100



 
Παρασκευή, Ιουλίου 13, 2018
posted by Librofilo at Παρασκευή, Ιουλίου 13, 2018 | Permalink
Το ματωμένο του έργο

Το ωραίο μυθιστόρημα "ΤΟ ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ" ("His bloody project") του Σκωτσέζου συγγραφέα Graeme Macrae Burnet (Κιλμάρνοκ 1967) - (εκδ. Μεταίχμιο, μετάφρ. Χ. Παπαδημητρίου, σελ. 389), που προς μεγάλη έκπληξη όλων (ο συγγραφέας ήταν μάλλον άγνωστος) μπήκε στην μικρή λίστα (short list) των υποψήφιων για το σημαντικότατο βραβείο Booker το 2016, δεν είναι ένα κοινό αστυνομικό μυθιστόρημα, όπως δείχνει με την πρώτη ματιά, αλλά έχει όλα τα στοιχεία που θα το έβαζαν σε αυτή την κατηγορία. Η δεδομένη και εμφανής από την πρώτη σελίδα όμως ποιότητά του, το τοποθετεί περισσότερο στην κατηγορία των κοινωνικών μυθιστορημάτων με αστυνομική και κινηματογραφική υφή, καθώς ο συγγραφέας περιγράφει μια ιστορία που εντυπωσιάζει με την απεικόνιση μιας κοινωνίας και μιας ιστορικής περιόδου.


"Γράφω αυτό το κείμενο κατόπιν επιθυμίας του δικηγόρου μου κυρίου Άντριου Σίνκλερ, ο οποίος από τότε που φυλακίστηκα εδώ στο Ινβερνές μου φέρεται με πολύ περισσότερη ευγένεια απ' όση αξίζω και δικαιούμαι. Η ζωή μου υπήρξε σύντομη και άνευ σημασίας, και δεν επιθυμώ να απαλλαγώ από την ευθύνη για τις πρόσφατες πράξεις μου. Ο μόνος λόγος, επομένως, για τον οποίο εμπιστεύομαι αυτές τις λέξεις στο χαρτί είναι για να ανταποδώσω στον δικηγόρο μου την καλοσύνη που μου έχει δείξει."

Χάιλαντς, Σκωτία Αύγουστος του 1869 και σε έναν οικισμό 9 μόλις σπιτιών σχετικά απομονωμένο, ένα κτηνώδες τριπλό φονικό γίνεται. Ο νεαρός Ρόντερικ Μακρέι, μόλις 17άχρονος, εμφανίζεται με αίματα στα χέρια και στο σώμα του, φωνάζοντας ότι δολοφόνησε τον Λάχλαν Μακένζι (γνωστότερο στην περιοχή ως "Λάχλαν το θεριό") και τα δύο του παιδιά, την μεγαλύτερη κόρη και τον μικρότερο γιό του. Ο νεαρός συλλαμβάνεται και οδηγείται σε δίκη στο δικαστήριο του Ινβερνές. Ο συνήγορός του προσπαθώντας να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν την ημέρα των φόνων σε ψυχική διαταραχή, ωθεί τον νεαρό να γράψει ένα ημερολόγιο με την ζωή και τις ενέργειές του, μέχρι την ημέρα του φονικού. Για να ισχυροποιήσει την θεωρία του, καλεί έναν διάσημο γιατρό της εποχής να εξετάσει τον Ρόντερικ και να καταθέσει στη δίκη. Το αποτέλεσμα είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένο και η εκτέλεση φαίνεται σίγουρη, μόνο η απόδειξη παράνοιας μπορεί να γλυτώσει τον νεαρό ο οποίος όμως φαίνεται απόλυτα λογικός και έτοιμος να πεθάνει στην αγχόνη.


Κάτω από την επιφάνεια της ιστορίας όμως υπάρχει η πραγματική αλήθεια και οι καταστάσεις που ώθησαν τον Ρόντερικ να διαπράξει αυτά τα εγκλήματα. Η πρωτοφανής οικονομική ανέχεια, ο εκφοβισμός που ασκούσε ο Λάχλαν Μακένζι είτε ως διορισμένος χωροφύλακας του οικισμού, είτε ως εκπρόσωπος της μεγαλύτερης οικογένειας, προς τον πατέρα και σε επέκταση στην οικογένεια του Μακρέι, οι συνεχείς προσβολές προς τον πατέρα του Ρόντερικ είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία που αποκαλύπτονται κατά την αφήγηση του νεαρού δημιουργώντας μια ζοφερή ατμόσφαιρα που η κατάληξή της δεν προκαλεί έκπληξη.

"Όταν ο Λάχλαν στριφογύρισε τον κόφτη, έκανα ένα βήμα μέσα στην τροχιά του και, απλώνοντας το αριστερό μου χέρι στον ώμο του, του κατάφερα ένα πλήγμα με το τσαπί στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Η λεπίδα δεν καρφώθηκε στο κρανίο του, αλλά η πρόσκρουση ήταν αρκετή για να τον γονατίσει. Έριξε το εργαλείο και έμεινε πεσμένος στα τέσσερα, εμβρόντητος. Πήγα πίσω του και στάθηκα από πάνω του, σαν να ίππευα πόνι. Σήκωσα το τσαπί και, αποφασισμένος να τελειώσω τη δουλειά χωρίς άλλη καθυστέρηση, το κατέβασα και με τα δυο χέρια. Το χτύπημα τον έριξε με τα μούτρα στο πάτωμα, αλλά δεν διαπέρασε το κόκαλο, και εντυπωσιάστηκα από την αντοχή του ανθρώπινου σώματος. Έμεινε πεσμένος μπρούμυτα στη γη, με τα μάτια ανοιχτά, το στήθος να ανεβοκατεβαίνει σαν το ψάρι που σπαρταράει στην ακτή. Τώρα είχα χρόνο να υπολογίσω σωστά το πλήγμα μου και, όταν κατέβασα ξανά το όπλο μου, η λεπίδα εισχώρησε στο κρανίο του μ' έναν δυσάρεστο ήχο που μου θύμισε μπότα που τη ρουφάει η λάσπη μέσα στον βούρκο. Με μεγάλη προσπάθεια απέσπασα τη λεπίδα από το κεφάλι του. Τα χέρια συσπώνταν στα πλευρά του, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω αν ανάσαινε ακόμη. Παρ' όλα αυτά, του έδωσα τη χαριστική βολή με το τσαπί. Τη φορά αυτή διέλυσα τελείως το κρανίο του.
Μετά έκανα ένα βήμα πίσω και μελέτησα το έργο μου. Το αίμα χτυπούσε στους κροτάφους μου και ήμουν ζαλισμένος, αλλά ένιωθα ικανοποίηση για την επιτυχή έκβαση του σχεδίου μου."

Γραμμένο υπό μορφή ημερολογιακής καταγραφής κατά το μεγαλύτερο μέρος του και υπό μορφή ντοκουμέντων - καταθέσεις συγχωριανών, περιγραφή της δίκης, κείμενα από εφημερίδες της εποχής, το βιβλίο του Σκωτσέζου συγγραφέα φαίνεται με πρώτη ματιά ως η ιστορική αναπαράσταση μιας πραγματικής ιστορίας (χρησιμοποιώντας μάλιστα το οικογενειακό του επίθετο για να δώσει περισσότερη αληθοφάνεια σ' αυτό), μόνο που δεν είναι, καθώς έχουμε μια ωραιότατη ιστορία (εμπνευσμένη κατόπιν δήλωσης του συγγραφέα από την αληθινή ιστορία ενός Γάλλου αγρότη το 1835 που δολοφόνησε τρία μέλη της οικογένειάς του και στην συνέχεια έγραψε στην φυλακή τα απομνημονεύματά του), με εξαιρετική δομή και στυλ.

Ο Macrae-Burnet παίζει συνεχώς με τα όρια της μυθοπλασίας και του ψευδο-ντοκουμέντου με ιδιοφυή τρόπο. Ο αναγνώστης παρασύρεται από την δυνατή ιστορία και το κοινωνικό σχόλιο που είναι εμφανές από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου. Οι συνθήκες διαβίωσης στα Χάιλαντς (η κοινότητα του Culduie στην Βόρεια Σκωτία, την οποία περιγράφει ο συγγραφέας είναι από τους αφανείς πρωταγωνιστές του βιβλίου), οι αγροτικές εργασίες, η πείνα και η υποταγή στον πανίσχυρο ιδιοκτήτη της περιοχής που έχει εξουσία για τα πάντα, η ανισότητα οικονομική και κοινωνική δημιουργούν μια έξοχη λογοτεχνική ατμόσφαιρα και μαζί ένα δυνατό σχόλιο.


Το βιβλίο μοιάζει πολύ με τα υπέροχα "Έθιμα ταφής" της Χάνα Κεντ ως θεματική και ατμόσφαιρα∙ υπάρχει μια τάση παγκοσμίως για αυτό είδος λογοτεχνίας, της οποίας πρότυπο παραμένουν από τη μια το εμβληματικό "Εν Ψυχρώ" του Τρ. Καπότε και από την άλλη, το αριστουργηματικό "Άλλο πρόσωπο της Γκρέις" της Μ.Άτγουντ.
Χρησιμοποιώντας διάφορες πηγές ο συγγραφέας δημιουργεί ένα ιδιότυπο πολυφωνικό μυθιστόρημα, που το μόνο το οποίο ξενίζει είναι η λογοτεχνικότητα της αφήγησης του χωριατόπαιδου Ρόντερικ που έρχεται σε αντίθεση με το κλίμα που καλλιεργείται στην συνολική αφήγηση για την πολυπλοκότητα του χαρακτήρα του και τις αντικρουόμενες απόψεις γι' αυτόν. Ο αναγνώστης βρίσκεται διαρκώς μπροστά στο δίλημμα, για το καλό και το κακό, για το πως αντιδράει κανείς απέναντι στην απανθρωπιά και την μοχθηρία, για το στοιχείο της "βεντέτας", για την βιαιότητα και τα αταβιστικά χαρακτηριστικά της αγροτικής κοινότητας που περιγράφει.

Ο συγγραφέας χαρακτηρίζει το βιβλίο του "μυθιστόρημα για ένα έγκλημα" που μάλλον ταιριάζει περισσότερο από τις ευκολίες των όρων "ψυχολογικό" ή "δικαστικό" θρίλερ, καθώς το "ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ" είναι κάτι πολύ περισσότερο. Είναι ένα βιβλίο πολύ ωραίο και ιδιαίτερα ενδιαφέρον, που το απολαμβάνεις και βυθίζεσαι σ' αυτό.

Βαθμολογία 79 / 100



 
Τρίτη, Ιουλίου 10, 2018
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιουλίου 10, 2018 | Permalink
Όσα δεν είπες

"Πίστευα ότι γνώριζα καλά τον Μπαμπά, όμως τη μέρα του θανάτου του άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του μού ήταν άγνωστο."

Η οικογενειακή ιστορία μέσα από τις ζωές των προγόνων του, είναι το θέμα του εξαιρετικού αυτοβιογραφικού βιβλίου, του έξοχου Βρετανού ιστορικού Mark Mazower (Λονδίνο, 1958), με τίτλο "ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΙΠΕΣ" ("What you did not tell") - (εκδ. Άγρα, μετάφραση=εγγύηση Π. Ισμυρίδου, σελ.434). Γραμμένο με το σύνηθες (από τα ιστορικά του έργα) γλαφυρό ύφος που χαρακτηρίζει τον συγγραφέα (και τον έχει καταστήσει ιδιαίτερα αγαπητό στη χώρα μας), το βιβλίο διαβάζεται σαν μυθιστόρημα μεγάλων λογοτεχνικών αξιώσεων.


Ο πατέρας του Μαζάουερ, αφορμή και πρότυπο για το βιβλίο δεν μιλούσε πολύ, ο παππούς του το ίδιο. Υπάρχει μια κρυψίνοια στα μέλη της οικογένειας Μαζάουερ για το παρελθόν, ένα κατάλοιπο της "συνωμοτικής κληρονομιάς", που σε υποχρεώνει να σιωπήσεις για περιπέτειες ή αναποδιές του παρελθόντος. Μπορεί το σημείο αναφοράς του βιβλίου να είναι ο πατέρας Μαζάουερ αλλά ο παππούς είναι ο βασικός πρωταγωνιστής του, ένας άνθρωπος που στη ζωή του και στα μέλη της βαθύτερης οικογένειάς του, απεικονίζεται η περιπέτεια του αριστερού κινήματος στην Ανατολική Ευρώπη. Ο τίτλος "μια ζωή σαν μυθιστόρημα", κλισέ και βαρετός, στην περίπτωση του Μόρντχελ ή Μορντεκάι ή Μάρκους ή τελικά Μαξ Μαζάουερ είναι απολύτως ταιριαστός!

Ο Μαξ Μαζάουερ (1874-1952), από το Γκρόντνο, μια καθαρά εβραϊκή πόλη της Δυτικής Ρωσίας κάπου μεταξύ Λιθουανίας και Πολωνίας γεννήθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα (1874), και μέχρι το 1909 έζησε μια ζωή επαναστάτη για την οποία δεν μιλούσε ποτέ στην οικογένειά του, την οποία δημιούργησε στα 50 του το 1926, και η οποία τον έζησε ως ένα βαρετό επενδυτή ακινήτων λίγο απόμακρο και πρόωρα γηρασμένο.
Το 1897 όμως σε ηλικία 24 ο Μαξ Μαζάουερ, που είχε μετακομίσει στην Βίλνα και εργαζόταν ως λογιστής, ήταν από τα ιδρυτικά στελέχη της "Μπουντ", μιας σοσιαλιστικής οργάνωσης που αποτελείτο από μέλη εβραϊκών σωματείων από την Λιθουανία, την Πολωνία και την Ρωσία, και η οποία, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αριστερή δράση, συσπειρώνοντας τα επαναστατικά εβραϊκά στοιχεία - να μη λησμονούμε ότι το πολυπληθές εβραϊκό στοιχείο της περιοχής (περίπου 4 εκατομμύρια) είχε γνωρίσει πρωτοφανείς διωγμούς από το Τσαρικό καθεστώς κατά καιρούς οδηγώντας σε μετανάστευση μεγάλο μέρος του κόσμου.
Το "Μπουντ" μπορεί να επισκιάστηκε από τους Μπολσεβίκους και εν μέρει να απορροφήθηκε από αυτούς τα χρόνια που πέρασαν, αλλά οι ιδέες του κινήματος επέδρασαν σημαντικά στην επικράτηση της Ρωσικής επανάστασης. Ο Μαξ κινείτο συνωμοτικά σε όλο το φάσμα της περιοχής, εξορίστηκε 2 φορές στην Σιβηρία, διέφυγε στην Ελβετία και την Γερμανία και το 1909 βρέθηκε στην Αγγλία όπου εργάστηκε ως πωλητής γραφομηχανών (εφεύρεση πρωτοποριακή για την εποχή), και με την ευρεία του γνώση των Σλαβικών γλωσσών, έκανε συνεχή ταξίδια στην Ρωσία, άνοιξε γραφείο/αντιπροσωπεία εκεί, όπου κατάφερε να έχει μεγάλες εμπορικές επιτυχίες ακόμα και κατά τη διάρκεια των πρώτων επαναστατικών χρόνων.
Την δεκαετία του '20 εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο όπου παντρεύτηκε την Φρούμα Τουμάρκιν (1893-1964) την οποία είχε γνωρίσει στην Μόσχα. Η Φρούμα είχε ήδη μια κόρη, την Ιρίνα, από τον προηγούμενο γάμο της αλλά κι ο Μαξ είχε έναν εξώγαμο γιο, τον Αντρέ. Το σπίτι που αγόρασαν στο Χάιγκέιτ του Λονδίνου αποτέλεσε στέκι των Ρώσων εμιγκρέδων, παλιών "Μπουντιστών", διανοούμενων, και άλλων. Εκεί γεννήθηκε ο πατέρας του συγγραφέα, ο Μπιλ Μαζάουερ (1925-2009) ο οποίος ανατράφηκε και μεγάλωσε ως τυπικός Άγγλος σε μια οικογένεια που κυριαρχούσε η δυναμική κι ευγενική μορφή της Φρούμα, της μάνας που νοσταλγούσε πάντα την Ρωσία.

"Εκ των υστέρων, ο χρόνος προσομοιάζει με μια σειρά από "αν ίσως", η ιστορία με αγώνα σλάλομ, μια κατάσταση πνευματικής εγρήγορσης για να αντιμετωπίσεις αυτό που κρύβεται πίσω από την επόμενη γωνία κάθε φορά."


Τα δύο τρίτα του βιβλίου καταλαμβάνουν οι περιπέτειες του Μαξ και της βαθύτερης οικογένειάς του, όπως και της οικογένειας της Φρούμα, των Τουμάρκιν δηλαδή. Ένα οδοιπορικό στην Ανατολική Ευρώπη και στους κύκλους των εμιγκρέδων εβραίων και μη ξετυλίγεται μπροστά μας, με περιπέτειες βγαλμένες από τα καλύτερα μυθιστορήματα κάθε είδους. Προσωπικότητες της παγκόσμιας ιστορίας παρελαύνουν από τις σελίδες του βιβλίου, η "ιέρεια" του αναρχικού κινήματος Έμμα Γκόλντμαν, ο ποιητής Τ.Σ.Έλιοτ, ο υπουργός του Στάλιν, Λίτβινοφ πρώην μέλος του Μπουντ και άλλοι περισσότερο ή λιγότερο προβεβλημένοι.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περιπτώσεις των ετεροθαλών αδερφών του Μπίλ Μαζάουερ, του Αντρέ (1909-2005), που ενδεχομένως να μην ήταν γιος του Μαξ Μαζάουερ (το μυστήριο πλανάται σε όλο το βιβλίο), γεννημένος από μια Ρωσίδα πανέμορφη τυχοδιώκτρια, ο οποίος δεν έζησε πολύ με τον Μαξ, φύση περιπετειώδης και κοσμοπολίτικη που κατέληξε υμνητής της δικτατορίας του Φράνκο, μεταφραστής και συγγραφέας ακροδεξιών βιβλίων και σε διαρκή κόντρα με τον πατέρα του και της Ίρα (Ιρίνα) (1916-1985), κόρης της Φρούμα που παντρεύτηκε έναν εύπορο Άγγλο επιχειρηματία για να γίνει συγγραφέας αισθηματικών μυθιστορημάτων.

Είναι πολύ εντυπωσιακή η προσπάθεια του Μαζάουερ να συμμαζέψει και να διαμορφώσει το αρχειακό υλικό της οικογενειακής ιστορίας. Μιας ιστορίας που διαμορφώθηκε μέσα στην σιωπή και την συνωμοτικότητα των μελών της, γεγονός που επηρέασε και την διακριτικότητα του πατέρα του ως προς το παρελθόν. Άνθρωποι που είχαν συνηθίσει να έχουν μυστικά και να μη μιλάνε γι' αυτά - χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η Φρούμα δεν γνώριζε το όνομα της πεθεράς της (της μητέρας του Μαξ Μαζάουερ δηλαδή), μέχρι τον θάνατο του συζύγου της, ενώ υπήρχε μια περιρρέουσα φήμη περί "κατασκοπευτικής δράσης" του Μαξ στην MI6 - γεγονός που ο συγγραφέας χειρίζεται με διακριτικότητα. Οι επιλογές που έκαναν αυτοί οι άνθρωποι καθόρισαν τις ζωές των απογόνων τους, επιλογές που έγιναν σε ένα πλαίσιο πολύ διαφορετικό από το σημερινό, σε ένα κόσμο που άλλαζε συνεχώς. Διατρέχοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης αναρωτιέται διαρκώς πόσο διαφορετικός είναι ο κόσμος του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου αιώνα σε σχέση με το σήμερα.

"Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να εξιστορήσει κανείς μια ζωή. Μπορεί να ξεδιπλώσει το ιδιοφυές πνεύμα, πράγμα το οποίο λατρεύουν οι Ρομαντικοί. Μπορεί ν αποκαλύψει το ιδιοφυές πνεύμα, πράγμα το οποίο λατρεύουν οι θιασώτες τους. Υπάρχει επίσης η αναζήτηση του Οδυσσέα, η επιδίωξη της ψυχικής ισορροπίας, η αντιμετώπιση των φαντασμάτων και ο εξορκισμός των δαιμόνων, η εξιστόρηση των περασμένων πλέον βασάνων, καθώς και η αποκάλυψη των κρυμμένων μυστικών και της προσπάθειας που καταβάλλεται προκειμένου να παραμείνουν θαμμένα.(...) Πως θα ήταν άραγε αν αφηγούμαστε την ιστορία μιας ζωής η οποία αποτυπώνει το ξετύλιγμα ενός διαφορετικού, πολύ παλαιότερου θέματος: της επιδίωξης της ευτυχίας και τυς ευημερίας; Μιας ζωής η ιστορία της οποίας, διαμέσου των γενεών, δεν έχει να κάνει τόσο πολύ με τον πόνο, την αποξένωση και τη μοναξιά ενός αυθεντικού μεμονωμένου ατόμου, όσο και με το ψυχικό σθένος, την ανθεκτικότητα και τις αρετές της σιωπής, του πραγματισμού και της ευχαρίστησης που προσφέρουν τα απλά πράγματα;"


Ο Μαζάουερ περιγράφει την δυσκολία προσαρμογής των εμιγκρέδων στον Δυτικό κόσμο, τις δυσκολίες που συνάντησε ο πατέρας του, προερχόμενος από ένα σπίτι ανθρώπων ταλαιπωρημένων και διαφορετικής νοοτροπίας, να ενταχθεί στην αστική Βρετανική κοινωνία και αυτός ο διχασμός πόσο τον επηρέασε στην μετέπειτα ζωή του. Η οικογενειακή ιστορία βαριά και πολύ ενδιαφέρουσα, κάποιες φορές δραματική, κάποιες περιπετειώδης, διαμόρφωσε όχι μόνο τον Μπιλ Μαζάουερ αλλά και τον ίδιο τον συγγραφέα γεννημένο στο τέλος της δεκαετίας του '50.

Μια κατάθεση αγάπης αλλά και απόλυτου σεβασμού προς την οικογενειακή ιστορία αποτελεί αυτό το εκπληκτικό βιβλίο. Σαγηνευτικό και εθιστικό, ελεγειακό και απόλυτα ατμοσφαιρικό, τρυφερό και νοσταλγικό, το "ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΙΠΕΣ", σε μια ωραία έκδοση που είναι εμπλουτισμένη με χάρτες και οικογενειακές φωτογραφίες, είναι άλλο ένα δείγμα του συγγραφικού (και λογοτεχνικού) χαρίσματος του Μαρκ Μαζάουερ που μετατρέπει αριστουργηματικά, την προσωπική ιστορία σε παγκόσμια (αυτή την "μελαγχολική αύρα των ματαιωμένων ελπίδων" όπως γράφει χαρακτηριστικά στην εισαγωγή του), κι ένα βιβλίο απαιτήσεων (από τα σημαντικότερα της χρονιάς) σε μαγευτικό page-turner ανάγνωσμα.

Βαθμολογία 88 / 100

ΥΓ. Στην παραπάνω οικογενειακή φωτογραφία (που μέρος της κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου), στον κήπο της οικίας στο Χάιγκέιτ του Λονδίνου, διακρίνονται ο Μαξ και η Φρούμα Μαζάουερ (ο παππούς και η γιαγιά του συγγραφέα), με τον έφηβο Μπιλ Μαζάουερ (πατέρα του συγγραφέα) και την Ιρίνα (κόρη της Φρούμα, ετεροθαλή αδερφή του Μπιλ Μαζάουερ).



 
Τρίτη, Ιουλίου 03, 2018
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιουλίου 03, 2018 | Permalink
Η συνείδηση του Ζήνωνα

«Η ζωή δεν είναι ούτε ωραία ούτε άσχημη, είναι πρωτότυπη!»

Επιτέλους μετά από αρκετά χρόνια, επανασυστήνεται στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, ένα από τα εμβληματικότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας δίνοντας την ευκαιρία στις νεότερες γενιές αναγνωστών να διαβάσουν αυτό το σπουδαίο βιβλίο αλλά και στους παλαιότερους από εμάς να το ξαναδιαβάσουμε (σε ωριμότερη ηλικία, άρα και να κατανοήσουμε καλύτερα). «Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ ΖΗΝΩΝΑ» («La coscienza di Zeno») του μεγάλου Ιταλού συγγραφέα Italo Svevo (ψευδώνυμο του Έττορε Σμιτς)-(Τεργέστη 1861 – 1928) που επανεκδόθηκε πριν από λίγους μήνες σε νέα (εξαιρετική) μετάφραση της (πρόωρα χαμένης) Έφης Καλλιφατίδη, από τις (πάντα καλές) εκδόσεις Αντίποδες, δεν χωράει σε ετικέτες, ούτε εμπίπτει σε κατηγορίες, γιατί είναι μια κατηγορία από μόνο του. Κλασσικό και μοντερνιστικό, βαθιά υπαρξιακό αλλά και μυθιστόρημα μαθητείας, είναι ένα λογοτεχνικό έργο για όλα τα είδη αναγνωστών.


«Δεν είμαστε ούτε καλοί ούτε κακοί, όπως δεν είμαστε και πολλά άλλα πράγματα.»

Ο Ζήνων Κοζίνι, ήρωας και αφηγητής του μυθιστορήματος, ένας ευκατάστατος μεγαλοαστός της Τεργέστης που υποφέρει σε όλη του τη ζωή από νευρικές διαταραχές, γράφει το ημερολόγιο του κατόπιν προτροπής του ψυχιάτρου Δόκτορα Σ. (σαφής αναφορά στον Σίγκμουντ Φρόιντ) που τον παρακολουθεί. Κάποια στιγμή όμως αποφασίζει να το διακόψει διότι θεωρεί ότι οι υπηρεσίες του γιατρού δεν του χρειάζονται πλέον. Ο γιατρός αποφασίζει να δημοσιοποιήσει το ημερολόγιο αυτό γράφοντας κι ένα πρόλογο με σκοπό να εκθέσει τον ασθενή του κυρίως τα ψέματα και την δειλία του.

Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε πέντε συν μία ιστορίες . Οι πέντε ιστορίες είναι «Το κάπνισμα», «Ο θάνατος του πατέρα μου», «Η ιστορία του γάμου μου», «Σύζυγος και ερωμένη» και «Η ιστορία ενός εμπορικού συνεταιρισμού» ενώ η τελευταία και εκτός ημερολογίου ιστορία είναι η «Ψυχανάλυση».

Δεν έχει νόημα να αναφερθώ διεξοδικά στα κεφάλαια/ιστορίες που περιγράφει ο ήρωας/αφηγητής. Οι περιπέτειές του διεξάγονται εντός ενός κωμικοτραγικού πλαισίου όπου όλες οι ενέργειες ισορροπούν μεταξύ του δράματος και της κωμωδίας, της σάτιρας και της εκλέπτυνσης.
Μετά από τις κωμικές περιγραφές του πως προσπαθεί ο ήρωας να κόψει το κάπνισμα για τα μάτια του κόσμου περνάμε στην δραματική σκηνή όπου ο πατέρας Κοζίνι αργοπεθαίνει μπροστά στον "ακαμάτη" γιο του, τεντώνοντας το χέρι σε μια ενστικτώδη κίνηση, καταλήγοντας να χαστουκίσει άθελά του τον Ζήνωνα, σε μια εκπληκτική σκηνή.

«Διαρκώς το θάνατο σκεφτόμουν και γι’ αυτό μονάχα ένα πράγμα με έθλιβε: η βεβαιότητα ότι θα πέθαινα. Όλα τα υπόλοιπα γίνονταν τόσο ασήμαντα, ώστε απέναντί τους δεν είχα παρά ένα εύθυμο χαμόγελο ή ένα εξίσου εύθυμο γέλιο.»

Η διαχείριση της εταιρίας θα περάσει στα χέρια του Ολίβι, βοηθού και παλαιού συνεργάτη του ικανότατου εμπόρου πατέρα, και ο Ζήνων θα βολευτεί (με λίγη γκρίνια αλλά και ανακούφιση), με ένα μηνιαίο εισόδημα. η δε γνωριμία του με τον μεγαλοαστό έμπορο Μανφέντι, και ο θαυμασμός του γι' αυτόν, θα τον βάλει μέσα στην οικογένειά του με τις τέσσερις θυγατέρες, και θα τον οδηγήσει σε έναν προσχεδιασμένο γάμο με την Αυγούστα, την ασχημότερη κόρη της οικογένειας - γάμο που ο συγγραφέας μας προειδοποιεί ότι θα συμβεί γιατί ο ήρωας δεν θα μπορούσε παρά να πέσει θύμα της μητρικής δολοπλοκίας που θα οδηγούσε τα πράγματα σε μια καθορισμένη πορεία. Παρ' ότι παρακολουθούμε επί μακρόν στην αφήγηση την αφελή και μάταιη προσπάθειά του να γοητεύσει την απρόσιτη μεγαλύτερη αδερφή της μετέπειτα συζύγου του, την Άντα - η οποία θα ερωτευτεί τον πλέον ακατάλληλο άνθρωπο, τον όμορφο Γκουίντο -,  ο ήρωάς μας θα καταπνίξει τα τρυφερά του αισθήματα και το πρωτόγνωρο πάθος για εκείνη και θα υποταχθεί στην μοίρα του.

Ο γάμος του με την αφοσιωμένη Αυγούστα, θα είναι ήρεμος και σχετικά ανέφελος ενώ η εξωσυζυγική (και αρκετά επεισοδιακή) του σχέση με την μικρή Κάρλα δεν θα έχει ιδιαίτερες επιπτώσεις στον συζυγικό βίο. Η ανάγκη για επιβεβαίωση στον επιχειρηματικό τομέα θα τον οδηγήσει σε μια εμπορική συνεργασία με τον Γκουίντο τον σύζυγο της Άντας, μια συνεργασία που θα αποκαλύψει πολλά για τους χαρακτήρες των δύο ανδρών.

Ο Ζήνων είναι υποχόνδριος και νευρωτικός, καλός και κατεργάρης, εκκεντρικός και μονίμως αφηρημένος, απολαυστικός και εκνευριστικός, άλλοτε συμπαθής, ενίοτε αντιπαθής. Είναι μια εικόνα του αστικού κόσμου και το μυθιστόρημα του Σβέβο, με την περιγραφή των ενεργειών του, των συζητήσεων στα μεγαλοαστικά σαλόνια, την περιγραφή των εμπορικών πράξεων, αλλά και των αργόσυρτων ημερών, αποτελεί ένα κοινωνικό σχόλιο αιχμηρό και ταυτόχρονα σατιρικό και ειρωνικό. Το βιβλίο είναι επίσης και μια ανελέητη σάτιρα της Ψυχανάλυσης και των μοντέρνων (τότε) μεθόδων της.

«Στο μισοΰπνι όπου εγκαταλείφθηκα, είδα ένα όνειρο με την ακινησία του εφιάλτη. Ονειρεύτηκα τον εαυτό μου που είχε ξαναγίνει παιδί και είδα μόνο πως ονειρευόταν εκείνο το παιδί. Πλάγιαζε αμίλητο, με μια μακαριότητα που πλημμύριζε όλο το μικροσκοπικό κορμάκι του. Του φαινόταν ότι επιτέλους είχε αγγίξει την παλιά του επιθυμία. Κι όμως κειτόταν εκεί μόνο και παρατημένο! Αλλά έβλεπε και άκουγε μ' εκείνη την καθαρότητα που βλέπουμε και ακούμε στα όνειρά μας ακόμα και τα μακρινά πράγματα. Το παιδί ξαπλωμένο σε ένα δωμάτιο της βίλας μου, έβλεπε (ένας Θεός ξέρει πως) ότι στη στέγη του σπιτιού ήταν ένα κλουβί χτισμένο πάνω σε μια στερεή βάση, χωρίς πόρτες και παράθυρα, αλλά φωτισμένο με άπλετο φως και γεμάτο καθαρό και αρωματισμένο αέρα. Και το παιδί ήξερε ότι σ' αυτό το κλουβί μόνο το ίδιο μπορούσε να φτάσει, και μάλιστα χωρίς καν να μετακινηθεί, γιατί ίσως το κλουβί θα ερχόταν σ' αυτό. Σ' εκείνο το κλουβί δεν υπήρχε παρά ένα μονάχα έπιπλο, μια πολυθρόνα όπου καθόταν μια καλοφτιαγμένη γυναίκα, εξαιρετικής ομορφιάς, ντυμένη στα μαύρα, με ξανθά μαλλιά και μεγάλα γαλανά μάτια, κατάλευκα χέρια και μικρά ποδαράκια με λουστρίνια που ακτινοβολούσαν μονάχα μια αμυδρή λάμψη κάτω απ' τις φούστες της. Πρέπει να πω ότι αυτή η γυναίκα μου φαινόταν κάτι ενιαίο με το μαύρο φόρεμά της και τα λουστρινένια παπουτσάκια της. Τα πάντα ήταν εκείνη! Και το παιδί ονειρευόταν να κατέχει αυτή τη γυναίκα, αλλά με τον πιο παράξενο τρόπο: ήταν βέβαιο δηλαδή ότι θα μπορούσε να φάει κομματάκια της από την κορυφή και από τη βάση.»


Τίποτα δεν είναι τυχαίο στο εκπληκτικό αυτό μυθιστόρημα. Το όνομα του ήρωα  παραπέμπει στον αρχαίο φιλόσοφο με τα παράδοξά του καθώς οι απόψεις του είναι γεμάτες παραδοξότητες αφήνοντας πολλές φορές άναυδους τους συνομιλητές του που δεν ξέρουν αν σοβαρολογεί ή αστειεύεται, αν είναι ηλίθιος ή τρομερά ευφυής ενώ ανέφερα ήδη την καθόλου τυχαία αναφορά στον Σίγκμουντ Φρόιντ με τα αρχικά του ψυχιάτρου (Σ.Φ.). Το κείμενο είναι γεμάτο παραπομπές και αναφορές ενώ η χρήση του εσωτερικού μονολόγου (και των ονείρων) λειτουργεί υποδειγματικά.

Αναζήτηση ταυτότητας σε συνδυασμό με «μυθιστόρημα μαθητείας» («bildungsroman») καθώς το βιβλίο ξεκινάει με τις αναμνήσεις του ήρωα στην βρεφική ηλικία και ολοκληρώνεται στα γηρατειά του, αλλά και ύμνος στην αδυναμία της θέλησης, «Η Συνείδηση του Ζήνωνα» είναι ένα αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας του 20ου αιώνα, το οποίο πέρασε από πολλές περιπέτειες μέχρι να καθιερωθεί στην παγκόσμια λογοτεχνική σκηνή (η ιστορία της γνωριμίας του συγγραφέα με τον James Joyce και η συμβολή του τελευταίου στην καθιέρωση του βιβλίου και του συγγραφέα είναι γνωστή και αρκετά μυθιστορηματική). Η ευκολία ανάγνωσής του μυθιστορήματος εντυπωσιάζει, η δε "ηλικία" του δεν φαίνεται καθόλου παραμένοντας σύγχρονο και δημοφιλέστατο όσα χρόνια κι αν περάσουν∙ ακριβέστατο δείγμα πως η καλή λογοτεχνία (χωρίς εισαγωγικά) μπορεί να είναι «φιλική» για τον μέσο αναγνώστη. Η έκδοση από τους «Αντίποδες» είναι έξοχη και το επίμετρο του James Wood που συνοδεύει το βιβλίο υπέροχο.

Βαθμολογία: 90 / 100




 
Τρίτη, Ιουνίου 26, 2018
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιουνίου 26, 2018 | Permalink
Λούνα

Η υπέροχη «ΛΟΥΝΑ» της Ιστορικού Ρίκας Μπενβενίστε (Θεσ/νίκη, 1959) – (εκδ. Πόλις, σελ. 218) δεν είναι απλά μια «ιστορική βιογραφία» όπως την χαρακτηρίζει η ίδια, ούτε όμως ένα συνηθισμένο και προβλέψιμο δοκίμιο μικροϊστορίας (δηλαδή μια προσωπική ή μικρή σε κλίμακα ιστορία, η οποία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ιστορικό γεγονός) όπως δείχνει με την πρώτη ματιά. Η «Λούνα» είναι ένα πολύτιμο βιβλίο για μια εποχή, για σχεδόν ολόκληρο τον 20ο αιώνα, για μια πόλη (την Θεσσαλονίκη), για τους αφανείς και «ανώνυμους» ανθρώπους που βρέθηκαν άθελά τους να στροβιλίζονται στους ανέμους της ιστορίας.


Η Λούνα Γκατένιο μακρινή θεία της συγγραφέως, γεννήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα στην Θεσσαλονίκη και πέθανε στο τέλος του. Έζησε μια ζωή δύσκολη, γεμάτη ταλαιπωρίες σωματικές και ψυχικές. Ήταν μια από τους επιζήσαντες του Άουσβιτς με χαραγμένο για πάντα στο χέρι της το νούμερο 40077. Γεννήθηκε σε μια πόλη που το εβραϊκό στοιχείο δεν ήταν απλά έντονο, ήταν το κυρίαρχο, σχεδόν το 1/3 της πόλης στην απογραφή του 1913.Όταν γεννήθηκε η Λούνα, η πόλη ανήκε στην Οθωμανική αυτοκρατορία, έζησε Βαλκανικούς πολέμους, Μικρασιατική καταστροφή, Α και Β παγκόσμιο πόλεμο, εμφύλιο, μεταπολεμική περίοδο. Βίωσε τις αλλαγές στην εβραϊκή κοινότητα μετά την μεγάλη πυρκαγιά του 1917, έζησε στους συνοικισμούς που στέγασαν την φτωχολογιά, είδε τον εμπρησμό και το πογκρόμ στο Κάμπελ, την αντισημιτική υστερία της δεκαετίας του ’30 και το εθνικιστικό ξέσπασμα, ενώ παντρεύτηκε το 1931 τον Σαμ Γκατένιο, λιμενεργάτη. Μαζί τούς πήρανε το ’43 για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, εκείνη στάθηκε τυχερή, ο σύζυγός της καθόλου, αφού μάλλον «εκκαθαρίστηκε» με την άφιξή του εκεί. Η Λούνα γλύτωσε αφού πρώτα πέρασε αρκετό καιρό στο «Μπλοκ 10» τον τόπο ιατρικών πειραμάτων του Άουσβιτς, απ’ όπου αποκόμισε χρόνια προβλήματα υγείας και μετά στο ραφείο του στρατοπέδου.

«Πως ζει κανείς με έναν αριθμό στο μπράτσο μετά τον πόλεμο; Διάφοροι άνθρωποι έζησαν ανάμεσά μας με διαφορετικό τρόπο αυτό το ορατό, αδιάψευστο, χειροπιαστό και ανεξίτηλο σημάδι των μαρτυρίων του παρελθόντος. Κάποιοι θέλησαν αργά ή γρήγορα να το σβήσουν, να το κάψουν, ή να ζητήσουν την αφαίρεσή του με πλαστική χειρουργική επέμβαση. Άλλοι το έκρυβαν πάντα, ή κατά περίσταση, με κάποια ντροπή. Άλλοι το επιδείκνυαν με θυμό, με οδύνη, χωρίς ντροπή. Πόσοι γύρω τους το αναγνώριζαν; Πόσα παιδάκια απόρησαν; Πόσα εγγόνια πείστηκαν για λίγο ότι ήταν ο αριθμός τηλεφώνου του παππού; Πόσα δάχτυλα χάιδεψαν ένα χέρι σε αυτό ακριβώς το σημείο; Πόσους τέτοιους αριθμούς έχω δει, τα καλοκαίρια, σε άνδρες που φορούσαν κοντομάνικα πουκάμισα, σε γυναίκες με ελαφριά αμάνικα φορέματα; Πως έζησε η Λούνα με τον δικό της αριθμό 40077;»

Η Λούνα όταν γυρίσει στην Θεσσαλονίκη δεν θα διεκδικήσει κάποιο χαμένο σπίτι γιατί δεν είχε ποτέ κάτι τέτοιο - πάμπτωχη έφυγε, άπορη γύρισε. Ταλαιπωρημένη και άρρωστη, θα δηλώσει στην απογραφή: «ημερομ. Άφιξης 4 Σεπτεμβρίου 1945 και επάγγελμα «οικοκυρά». «Κτηματική περιουσία: Όχι. Συγγενική περιουσία: Όχι. Εργάζεσθε; Όχι. Γραμματικαί γνώσεις: Αγράμματος. Επαναγκατεσταθήκατε στην κατοικία σας; Όχι. Κατοικία: Συγγρού 37. Σημείωση: Μόλις έφθασε εκ Πολωνίας.» 
Θα εγκατασταθεί από την Κοινότητα στο «Υπνωτήριο Αλλατίνη», όπου θα δημιουργηθεί μια κοινότητα ανθρώπων που βρέθηκαν άστεγοι με την επιστροφή τους, εκεί θα μείνει ως το τέλος της δεκαετίας του ’60. Μέσω της Κοινότητας πάλι, θα της δοθεί ένα μικρό διαμέρισμα σε μια πολυκατοικία. Η ικανότητά της στο ράψιμο, κυρίως στα καλύμματα των επίπλων, θα της δώσει την ευκαιρία να ζήσει αξιοπρεπώς για αρκετά χρόνια. Λιγομίλητη και σεμνή, θα ζήσει ήσυχα για το υπόλοιπο της ζωής της.

Μέσα από την διακριτική αφήγηση της ιστορίας της Λούνας, μιας γυναίκας που δεν άφησε απογόνους, που δεν ενόχλησε κανέναν, δεν διεκδίκησε τίποτα, περνάει η ιστορία της φτωχολογιάς της Εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, της μεγάλης μάζας των ανθρώπων που την απαρτίζουν. Οι πολυπληθείς φτωχικοί συνοικισμοί, το 151, το Κάμπελ, το Ρεζή Βαρδάρ, η μετανάστευση στην Παλαιστίνη πρώτα και μετά στο νεοσύστατο κράτος του Ισραήλ, η Ναζιστική κατοχή, οι εκτοπίσεις στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και μετά η προσπάθεια επιβίωσης και διαμονής των επιζώντων, τα γραφειοκρατικά προβλήματα, η αμηχανία του κράτους, οι προσπάθειες των επιτροπών στέγασης και φροντίδας.


Η Λούνα ήταν η μακρινή θεία της συγγραφέως που δεν την έβλεπε συχνά και δεν είχε ανταλλάξει πολλές κουβέντες μαζί της. Δεν θα μάθουμε ποτέ τι ένιωθε ή τι σκεπτόταν η Λούνα, πως αντιδρούσε στην καθημερινότητά της με όλα αυτά που της συνέβαιναν, πως ερωτεύτηκε (και αν), αν γνώρισε κάποιον άνθρωπο στην μεταπολεμική περίοδο, αν μίλησε σε κάποιον για τις εμπειρίες της στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η ιστορία της θα αποτελούσε ιδανικό υλικό για ένα μυθιστόρημα, αλλά η Μπενβενίστε ξεκαθαρίζει από την αρχή ότι δεν ήταν η πρόθεσή της αυτή, η «ηρωίδα» της θα παραμείνει στην σκιά, χρησιμεύοντας περισσότερο ως αφορμή για να περιγραφούν οι συνθήκες ζωής των αφανών ανθρώπων της εβραϊκής κοινότητας, οι δυσκολίες επανένταξής τους μετά τον πόλεμο, οι προσπάθειες και η γραφειοκρατία, η ζωή στην πόλη της Θεσσαλονίκης.

«Κάθε εκτοπισμένος ή εκτοπισμένη που επέστρεφε κουβαλούσε τη δική του ή τη δική της ιστορία βασανισμού, εξευτελισμού και απόγνωσης. Αυτοί που επέζησαν και επέστρεψαν στον τόπο που θεωρούσαν πατρίδα τους, όπως κι εκείνοι που αναζήτησαν καινούργιες πατρίδες, δεν βρήκαν κανέναν να θέλει να ακούσει τις ιστορίες τους, την περιπέτεια της επιβίωσής τους. Κανέναν έξω από έναν μικρό κύκλο ανθρώπων που είχαν περάσει τα ίδια μαρτύρια▪ αυτοί ήξεραν. Entre mozotros, λοιπόν: αναμεταξύ μας. Έξω από αυτό τον κύκλο, άκουγαν συχνά να τους λένε πως όλοι υπέφεραν, αντίκρυσαν συχνά πρόσωπα να αποστρέφουν αδιάφορα το βλέμμα, ήρθαν συχνά αντιμέτωποι με την καχυποψία ή ακόμα και το μίσος.»

Με πλούσιο αρχειακό υλικό, έντονες εικόνες από την ζωή στην Θεσσαλονίκη πριν και μετά τον πόλεμο, από τις γειτονιές που άλλαξαν κατά τη διάρκεια των χρόνων που πέρασαν, από την ζωή στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, από την προσπάθεια της εθνικής ανασυγκρότησης, το βιβλίο της Μπενβενίστε, δίνει τροφή για σκέψη και προβληματισμό, θέτει ερωτήματα και χωρίς να είναι συναισθηματικό, συγκινεί. Είναι ένα έξοχο βιβλίο, υπαινικτικό και ακριβές, που δεν μακρηγορεί, ούτε πλατειάζει και εντυπωσιάζει με την σαφήνεια και την λογοτεχνικότητά του, η οποία το καθιστά ιδιαίτερα ευανάγνωστο.





 
Τρίτη, Ιουνίου 19, 2018
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιουνίου 19, 2018 | Permalink
Πέντε βιβλία του Joseph Conrad

Η αφορμή για να ξαναδιαβάσω βιβλία του Joseph Conrad (1857-1924) ενός από τους αγαπημένους μου (όποιος διαβάζει χρόνια αυτό το blog, το γνωρίζει) συγγραφείς, ήταν η έκδοση ενός σημαντικού βιβλίου του που δεν είχα υπ’ όψιν μου, του αυτοβιογραφικού «Ο Καθρέφτης της θάλασσας», αλλά και η επανέκδοση μετά από πάρα πολλά χρόνια ενός εκ των σπουδαιότερων βιβλίων που έχει γράψει ο μεγάλος συγγραφέας (και δεν είχα διαβάσει), του «Με τα μάτια ενός Δυτικού». Βλέποντας τα βιβλία αυτά, θυμήθηκα κάποια άλλα δικά του, που υπήρχαν στην στοίβα με τα αδιάβαστα για καιρό και με περίμεναν να ασχοληθώ μαζί του. Έτσι λοιπόν, έπιασα τις τρεις νουβέλες που βρήκα μπροστά μου, την «Έιμι Φόστερ», τον «Άποικο της Μάλατα» και το «Ένα προκεχωρημένο φυλάκιο της προόδου» - εάν ήθελα θα προσέθετα και περισσότερες αφού υπάρχουν πολλές νουβέλες του Κόνραντ που κυκλοφορούν. Η ανάγνωση ήταν απολαυστική και η βουτιά στον κόσμο του σπουδαίου Αγγλοπολωνού συγγραφέα είναι μια λογοτεχνική εμπειρία. Ας δούμε τα βιβλία ένα ένα με τυχαία σειρά.


Το μυθιστόρημα «ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΕΝΟΣ ΔΥΤΙΚΟΥ» («Under western eyes») – (εκδ. Ερατώ, μετάφρ. Γ.Ι.Μπαμπασάκης, σελ. 574) είναι ένα βιβλίο ωριμότητας του J.Conrad, καθώς εκδόθηκε το 1911 μερικά χρόνια πριν πεθάνει, και απεικονίζει τους προβληματισμούς του συγγραφέα για το θέμα της «τρομοκρατίας» (θέμα που τον είχε απασχολήσει και στο περίφημο «Ο μυστικός πράκτορας»). Γραμμένο μεταξύ των δύο Ρώσικων επαναστάσεων, του 1905 και του 1917 το μυθιστόρημα αυτό «της προδοσίας και της ενοχής» όπως γράφει στο ωραίο επίμετρο του βιβλίου η Σώτη Τριανταφύλλου, με την έντονη Ντοστογιεφσκική επίδραση στον χαρακτήρα του ήρωα διαφέρει από τα μεγάλα γνωστά βιβλία που καθιέρωσαν τον Κόνραντ, χωρίς όμως να υστερεί απέναντί τους.

Στην Αγία Πετρούπολη της Τσαρικής Ρωσίας, ο Ραζούμοφ είναι ένας φοιτητής φτωχός που ασχολείται μόνο με τις σπουδές του και πως θα σταδιοδρομήσει μετά την ολοκλήρωσή τους στον δημόσιο τομέα. Μονήρης και σιωπηλός περιβάλλεται από μια αχλύ μυστηρίου που του προσδίδει ιδιότητες τις οποίες δεν έχει. Όταν ένας συμφοιτητής του, ο Χαλντίν, σκοτώνει με μια βόμβα έναν Υπουργό της κυβέρνησης, εισβάλλει στο σπίτι του θεωρώντας τον συμπαθούντα και του εμπιστεύεται τον τρόπο διαφυγής του – κανείς απολύτως δεν γνωρίζει ότι θα έβρισκε καταφύγιο εκεί, ήταν μια σκέψη απόγνωσης και η διαφυγή σε κάποιον που νόμιζε ότι μπορεί να εμπιστευτεί. Ο Χαλντίν είναι αφελής και ρομαντικός, θεωρεί τον σιωπηλό Ραζούμοφ επαναστάτη, αλλά εκείνος είναι απλώς ένας μπερδεμένος άνθρωπος που δεν ξέρει τι να κάνει. Αφού βασανίζεται με την συνείδηση του αρκετές ώρες, πηγαίνει στην Αστυνομία και τον καταγγέλει, ο Χαλντίν συλλαμβάνεται και λίγο αργότερα εκτελείται. Ο Ραζούμοφ όταν θα εμφανιστεί στο πανεπιστήμιο, θα προσεγγιστεί από νεαρούς επαναστάτες που είχαν ακούσει τα εγκώμια που του έπλεκε ο Χαλντίν και τον θεωρούν δικό τους που πρέπει να προστατεύσουν. Ο αστυνομικός διευθυντής όμως διαβλέπει ότι ο Ραζούμοφ είναι ένας αδύναμος άνθρωπος, δεν θα δυσκολευτεί να τον εντάξει στις υπηρεσίες του καθεστώτος. Η αποστολή του είναι να προσεγγίσει τους εξόριστους Ρώσους επαναστάτες και να αποτελέσει τον Δούρειο Ίππο της Αστυνομίας στις τάξεις τους. Θα φτάσει στην Γενεύη όπου εκεί βρίσκονται οι ηγέτες μιας εκ των επαναστατικών ομάδων, εκεί όμως βρίσκεται και η αδερφή του Χαλντίν με την μητέρα της που το μόνο που ξέρουν είναι ότι ο νεαρός Χαλντίν κατηγορείται ως ο υπεύθυνος για την δολοφονία του Υπουργού, δεν ξέρουν αν ζει ή πέθανε. Ο Ραζούμοφ θα ερωτευτεί την αδερφή του ανθρώπου που έστειλε στον θάνατο και σε συνδυασμό με τις τύψεις και τις ενοχές που έχει θα προσπαθήσει να ισορροπήσει μεταξύ των καθηκόντων που έχει αναλάβει και του έρωτά του για μια γυναίκα που γνωρίζει ότι θα την χάσει μόλις της αποκαλύψει την αλήθεια.


"...Σε μιαν αληθινή επανάσταση - όχι σε μιαν απλή αλλαγή δυνάστη ή σε μιαν απλή μεταρρύθμιση θεσμών - σε μια αληθινή επανάσταση, λοιπόν, οι καλύτεροι χαρακτήρες υποφέρουν, τα καλύτερα μυαλά δεν αναδεικνύονται. Μια βίαιη επανάσταση πέφτει στα χέρια των στενόμυαλων φανατικών και των τυραννικών υποκριτών, από την αρχή. Και μετά έρχεται η σειρά των αποτυχημένων δήθεν διανοούμενων να αναλάβουν τα ηνία. Αυτοί είναι οι αρχηγοί και οι ηγέτες, θα παρατηρήσατε ότι άφησα απέξω τους απλούς κατεργάρηδες και τους αλήτες. Οι δίκαιοι και οι ευγενικοί, οι αφοσιωμένοι και οι ανθρωπιστές, οι ανιδιοτελείς και οι ευφυείς, μπορεί να αρχίζουν ένα κίνημα αλλά, πριν περάσει πολύς καιρός, τους ξεφεύγει από τα χέρια. Δεν είναι αυτοί οι ηγέτες μιας επανάστασης. Αυτοί είναι τα θύματα! Θύματα της αηδίας, της απομυθοποίησης, των τύψεων! Ελπίδες που προδίδονται με τρόπους τραγικούς ή γελοίους∙ ιδανικά που γίνονται καρικατούρες του εαυτού τους, αυτός είναι ο ορισμός της επαναστατικής επιτυχίας! Σε κάθε επανάσταση υπήρξαν καρδιές που τσακίστηκαν από τέτοιες επιτυχίες!"

Είναι ένα μυθιστόρημα που προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει την περίφημη «Ρώσικη ψυχή» και πως αντιλαμβάνεται τον κόσμο, ένα μυθιστόρημα για τις ανθρώπινες αδυναμίες και αντιφάσεις, για την σχετικότητα του καλού και του κακού. Οι χαρακτήρες στο βιβλίο είναι όλοι άνθρωποι αδύναμοι που παλαντζάρουν από εδώ κι από εκεί, που βασανίζονται εσωτερικά. Είναι ένα μυθιστόρημα καθαρά υπαρξιακό, προτού ο υπαρξισμός εμφανιστεί ως φιλοσοφικό κίνημα. Ο Ραζούμοφ δεν γίνεται συμπαθής μέσα από την καλοκουρδισμένη και σπινθηροβόλα αφήγηση του Κόνραντ, αλλά αντιλαμβανόμαστε την ψυχική του ταλαιπωρία, τους προβληματισμούς του, είναι ένας διαφορετικός Ρασκόλνικοφ που οι ενέργειές του παρεξηγούνται συνεχώς, ένας χαρακτήρας σε αναβρασμό και παλιδόνηση. 
Αυτό το χάσμα μεταξύ του «είναι» και του «φαίνεσθαι» είναι ένα βασικό μοτίβο στο έργο του Κόνραντ και εδώ βρίσκεται στο απόγειό του.
Πρέπει να δει κανείς το βιβλίο με το πρίσμα της εποχής. Οι Ρώσοι επαναστάτες περιγράφονται γκροτέσκα και υπερβολικά αλλά ο Κόνραντ έχει αντιληφθεί το αδιέξοδο στο οποίο οδεύουν και το περιγράφει έξοχα σε κάποια σημεία του μυθιστορήματος, ενώ δεν λείπουν και οι ομοιότητες με επαναστατικές προσωπικότητες της εποχής. Έξοχο μυθιστόρημα, αρκετά φλύαρο και ογκώδες αλλά απολαυστικό μέχρι την τελευταία του σελίδα.

Στο αριστουργηματικό "Ο ΑΠΟΙΚΟΣ ΤΗΣ ΜΑΛΑΤΑ" ("The Planter of Malata") - (εκδ. Ροές, μετάφρ. Νάσια Ντινοπούλου, σελ. 146) μια από τις γνωστότερες νουβέλες του Κόνραντ, βρίσκουμε έναν χαρακτήρα που συναντούμε με διαφορετικά ονόματα στο συνολικό έργο του Κόνραντ. Ο Ρενουάρ είναι ένας μονήρης και πολύ πεισματάρης τυχοδιώκτης που έχει αναπτύξει το εμπόριο μεταξιού στο απομόνωμένο μικρό νησί Μάλατα κάπου στο αρχιπέλαγος της Ινδονησίας. Στην μικρή αποικιακή πόλη που είναι το κέντρο του εμπορίου και βρίσκεται εγγύτερα στο μικρό νησί, ο Ρενουάρ γνωρίζει την Φελίσια, που έχει φθάσει εκεί με την οικογένειά της αναζητώντας τα ίχνη του χαμένου αρραβωνιαστικού της, ο οποίος κατηγορήθηκε για οικονομικές ατασθαλίες στην Αγγλία και από τότε εξαφανίστηκε. Ο Ρενουάρ αντιλαμβάνεται σχεδόν αμέσως ότι ο εξαφανισμένος άνδρας βρίσκεται στη Μάλατα και είναι υπάλληλός του, αλλά δεν το αποκαλύπτει στην Φελίσια με την οποία είναι ερωτευμένος προσπαθώντας να βρίσκεται συνεχώς δίπλα της. Η κατάσταση αυτή δεν οδηγεί πουθενά γιατί η Φελίσια δεν ενδιαφέρεται για τίποτα άλλο παρά μόνο να βρει τον χαμένο της σύντροφο. Το δραματικό φινάλε θα έρθει ως κάθαρση, σε αυτόν τον μαζοχιστικό και γεμάτο πάθος μονοδιάστατο έρωτα που κυριαρχεί στη νουβέλα.
Η μοιραία Φελίσια (με το καθόλου τυχαίο όνομα, Φελίσια=Ευτυχία), ωραία σαν άγαλμα, αντιπροσωπεύει στο βιβλίο την αναζήτηση της ευτυχίας και της γαλήνης που θα καταστρέψει τον παθιασμένο Ρενουάρ που τυφλωμένος από έρωτα οδεύει προς την καταστροφή του. Μυστήριο και ατμόσφαιρα, πάθος που δονείται και καταπιεσμένα συναισθήματα, υπέροχοι διάλογοι σε μια έξοχη ιστορία εμμονής και αδιεξόδων.



Η μικρή νουβέλα (σαν μεγάλο διήγημα), "ΕΝΑ ΠΡΟΚΕΧΩΡΗΜΕΝΟ ΦΥΛΑΚΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ" ("An outpost of progress") - (εκδ. Οκτώ, μετάφρ. Γ.Λαμπράκος, σελ. 69), είναι μια εξαιρετική ιστορία "αδερφάκι" του γνωστότερου έργου του Κόνραντ "Η καρδιά του σκότους" και κατά τον ίδιο τον συγγραφέα ισάξια με αυτό το έπος. Η νουβέλα εκτυλίσσεται στο τέλος του 19ου αιώνα στο Βόρειο Κονγκό και οι ήρωες είναι δύο καθαρά "Μπεκετικοί" χαρακτήρες, όπως τους ευφυώς τους αποκαλεί ο μεταφραστής Γ.Λαμπράκος στο θαυμάσιο επίμετρό του.
Οι δύο Βέλγοι, ο πρώην υπάλληλος γραφείου Κάιερτς και ο πρώην στρατιωτικός Καρλιέ  αναλαμβάνουν την διεύθυνση ενός απομακρυσμένου φυλακίου πάνω στο ποτάμι, το οποίο απέχει γύρω στα 500 μίλια από τον "πολιτισμό" χαμένο στα βάθη της Αφρικής. Οι δύο λευκοί κάθονται όλη μέρα χωρίς να έχουν κάποια συγκεκριμένη εργασία καθώς τον Σταθμό ουσιαστικά τον "τρέχει" ο ιθαγενής Μακόλα που ζει εκεί για πολλά χρόνια. Οι δύο γκροτέσκοι τύποι ζουν μίζερα αναπολώντας τις ημέρες του παρελθόντος και ελπίζοντας να πάνε καλά οι δουλειές για να πλουτίσουν, αλλά η μακροχρόνια απομόνωση και η έλλειψη επικοινωνίας με την Διεύθυνση τους οδηγούν αργά αλλά σταθερά στην σχιζοφρένεια. Μια ανταλλαγή σκλάβων για ελεφαντόδοντο, ιδιαίτερα επικερδής για τον σταθμό δεν έχει τα αντίστοιχα αποτελέσματα στο ηθικό των δύο ανδρών που θα οδηγηθούν στην αλληλοσφαγή για μια ασήμαντη αφορμή. Εξαιρετική νουβέλα χαρακτηριστική του ύφους του μεγάλου συγγραφέα.

Η "ΕΪΜΙ ΦΟΣΤΕΡ" ("AMY FOSTER") - (εκδ. Ποικίλη Στοά, μετάφρ. Μ.Μακρόπουλος, σελ.76) είναι μια από τις ωραιότερες ιστορίες που έχει γράψει ο Joseph Conrad. Συναρπαστική και σπαρακτική νουβέλα, διαφορετική από το γνώριμο ύφος των ιστοριών του που εκτυλίσσονται σε μακρινούς τόπους, η "Έιμι Φόστερ" είναι ένα πολυεπίπεδο μικρό βιβλιαράκι που φέρνει έντονα στο νου, τον Κάρολο Ντίκενς.

Ο Γιάνκο είναι ένας άνθρωπος που ξεκινάει από την Ανατολική Ευρώπη για να πάει στις Η.Π.Α. με ένα πλοίο γεμάτο από ανθρώπους απελπισμένους. Το πλοίο ναυαγεί κάπου στις ακτές του Κεντ της Αγγλίας και ο Γιάνκο αφού θα περιπλανηθεί στην άγνωστη γη που νομίζει ότι είναι η Αμερική, θα ζητήσει καταφύγιο σε ένα χωριό. Οι κάτοικοι θα τον υποδεχτούν με πέτρες και στέλνοντας καταπάνω του τα σκυλιά τους. Μόνο μια νεαρή γυναίκα, που δείχνει αφελής και άχρωμη, η Έιμι Φόστερ του δίνει τροφή και τον φροντίζει. Ένας φιλεύσπλαχνος γείτονας θα του δώσει στέγη και έτσι ο Γιάνκο που είναι ένας όμορφος και λεβέντης άντρας ικανός για όλες τις χειρονακτικές εργασίες, σιγά σιγά εντάσσεται στην κοινωνία του χωριού, η Έιμι τον ερωτεύεται και παντρεύονται. Αλλά με την πρώτη δυσκολία, ο Γιάνκο θα αντιληφθεί ότι θα παραμένει ένας ξένος για τους χωρικούς και το μόνο που θα μείνει από την παρουσία του στο αφιλόξενο αυτό μέρος θα είναι ο εντυπωσιακός και ακαταλαβίστικος χορός του.

Η "Έιμι Φόστερ" είναι μια πολύ σαγηνευτική νουβέλα, ιδιαίτερα συναισθηματική, πολύ όμως ουσιαστική και καίρια που μιλάει για την μετανάστευση, την μοναξιά του ανθρώπου χωρίς πατρίδα, την συμπόνια, την δυσκολία κατανόησης και τις προκαταλήψεις. Έχει μεταφερθεί στον κινηματογράφο με τίτλο "Swept from the sea" το 1987 με τους Βενσάν Περέζ και Ρέιτσελ Γουάιζ (καμία σχέση) στους βασικούς ρόλους.

"Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ" ("The mirror of the sea") - (Εκδ. Ίνδικτος, (ωραία) μετάφρ. Δ.-Χ. Τομαράς, σελ. 293), που εκδόθηκε το 1906, είναι ένα από τα δύο αυτοβιογραφικά βιβλία του Joseph Conrad (το άλλο είναι το δημοφιλέστατο "Personal record", μεταγενέστερο από το προαναφερθέν, αφού εκδόθηκε το 1912). Στον "Καθρέφτη..." που αποτελείται από μια σειρά αυτόνομων αυτοβιογραφικών κειμένων για τις ναυτικές εμπειρίες του συγγραφέα επί μια περίπου εικοσαετία.


"Παρ' ότι έχει ειπωθεί για την αγάπη που ορισμένες ψυχές (πατώντας στεριά) ομολόγησαν πως νιώθουν γι' αυτήν, παρ' όλες τις τιμές που της έχουν γίνει σε πρόζα και τραγούδι, η θάλασσα φιλική προς τον άνθρωπο δεν ήταν ποτέ της. Ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, συνένοχος του ανθρώπινου πυρετού, παίζοντας τον ρόλο του ηθικού αυτουργού για φιλοδοξίες που διατρέχουν όλο τον κόσμο. Πιστή σε καμιά φυλή, αντίθετα με την καλοσυνάτη Γη, αδύνατον να χαραχτεί με τα σημάδια της γενναιότητας και του κόπου και της αυτοθυσίας, αδύνατον επίσης να αναγνωρίσει το οποιοδήποτε τετελεσμένο κυριαρχίας, η θάλασσα δεν υιοθέτησε ποτέ τους σκοπούς των κυρίων της, όπως το έκαναν οι στεριανοί τόποι όπου ρίζωσαν τα νικηφόρα έθνη της ανθρωπότητας, απιθώνοντας τις κουνιστές τους πολυθρόνεςκαι διαλέγοντας τα χώματα των τάφων τους. Εκείνος - άνθρωπος ή λαός - που, παραχωρώντας την εμπιστοσύνη του στη φιλία της θάλασσας ξεχνά τη δύναμη και την πονηριά του δεξιού του χεριού, είναι ένας ανόητος! Λες και είναι πολύ μεγάλος, τρομερός για τις κοινές αρετές, ο ωκεανός δεν έχει καμία συμπάθεια, καμία πίστη, κανέναν νόμο, καμία μνήμη."

Στα κείμενα διαφαίνεται έντονα (δεν γίνεται πιο πολύ), η αγάπη του Κόνραντ για την θάλασσα μέσα από σελίδες υπέροχου λυρισμού και εξαίρετου αφηγηματικού ύφους. Μέσα από τις εμπειρίες του στο ναυτικό επάγγελμα, ο συγγραφέας συνδέει την θάλασσα με την ζωή και τον θάνατο, περιγράφει τις συνθήκες ζωής των ναυτικών, τα μακρινά ταξίδια, τις ιδιαιτερότητες των θαλασσών, τα διαφορετικά είδη πλοίων, τις ιδιοτροπίες των ναυτικών, τις μεγάλες δυσκολίες του επαγγέλματος. Περιγράφει το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας άλλης στην ναυσιπλοΐα, με ύφος ελεγειακό. Στην συλλογή των κειμένων περιλαμβάνεται και η ιστορία (με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία) με τίτλο "Το τρεμολίνο" που εντάσσεται απόλυτα στο ύφος των υπόλοιπων κειμένων. Είναι ένα πολύτιμο βιβλίο για τους θαυμαστές του σπουδαίου Αγγλοπολωνού συγγραφέα, το οποίο προϋποθέτει όμως γνώση του έργου του.

Ο Joseph Conrad γεννήθηκε ως Γιόζεφ Τέοντορ Κοζενιόφσκι τον Δεκέμβριο του 1857 στο Μπέρντιτεφ της Πολωνίας (που τώρα ανήκει στην Ουκρανία). Ο πατέρας του Απόλο Κοζενιόφσκι ήταν συγγραφέας και μεταφραστής στα Πολωνικά των έργων μεγάλων συγγραφέων του Δυτικού κόσμου αλλά πέθανε νωρίς, όταν ο Κόνραντ ήταν μόλις 12 χρονών. Ζούσαν τότε στην Κρακοβία και η μητέρα είχε πεθάνει τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Το 1874 μόλις 17 ετών ξεκίνησε την ναυτική του καριέρα ξεκινώντας από την Μασσαλία όταν μπάρκαρε στην υπηρεσία του Γαλλικού ναυτικού. Το 1880 ο Κόνραντ ξεκίνησε την σταδιοδρομία του ως αξιωματικός στο Βρετανικό ναυτικό και 6 χρόνια αργότερα πήρε την Βρετανική υπηκοότητα, δύο χρόνια δε αργότερα, το 1888 προήχθη σε πλοίαρχο κυβερνώντας για πρώτη φορά πλοίο. 

Ένα ταξίδι στο Κονγκό το 1890 αποτέλεσε την αφορμή για την έναρξη της συγγραφικής του καριέρας. Το 1896 παντρεύτηκε την κατά 22 χρόνια νεότερή του, Αγγλίδα Τζέσι Τζωρτζ και δύο χρόνια αργότερα γεννήθηκε ο γιός τους Μπόρις. Το ζευγάρι ζούσε στο Κεντ, όπου ο Κόνραντ συναναστράφηκε τους πλέον επιφανείς Βρετανούς και όχι μόνο συγγραφείς, αφού είχε καθιερωθεί πλέον μετά την έκδοση του αριστουργήματός του "Η καρδιά του σκότους", το 1899. Έγραψε πολλά μυθιστορήματα (δύο δε με τον Φορντ Μάντοξ Φορντ) και νουβέλες, αλλά στις Η.Π.Α. έγινε γνωστός με ένα από τα τελευταία βιβλία, το εκπληκτικό μυθιστόρημα, "Νίκη" το 1915. Πέθανε από καρδιακή προσβολή το 1924 στο Κεντ αφού πρώτα είχε αρνηθεί την απονομή του τίτλου του Ιππότη.