Τετάρτη, Ιανουαρίου 18, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιανουαρίου 18, 2017 | Permalink
Το κρυφό ημερολόγιο του Χίτλερ
“Μυθιστορία” ή “Μυθοπλαστικό ντοκουμέντο”, όποια ταυτότητα και αν του δώσεις, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, για το πολύ καλό βιβλίο του ποιητή, μεταφραστή, ιστορικού (και άλλων λογοτεχνικών ιδιοτήτων) Χάρη Βλαβιανού, με τίτλο “ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΧΙΤΛΕΡ” , (εκδ.Πατάκη, σελ. 541). Ουσιαστικά, προϊόν μυθοπλασίας που βασίζεται σε ιστορικά ντοκουμέντα, το βιβλίο είναι μια απόπειρα κατανόησης, ένα ψυχογράφημα του Αδόλφου Χίτλερ, με βάση την περίοδο εγκλεισμού του (Νοέμβριος '23-Δεκέμβριος '24), στις φυλακές Λάντμπεργκ για κάτι παραπάνω από ένα χρόνο.

Τον Νοέμβριο του 1923, ο Αδόλφος Χίτλερ συλλαμβάνεται και κλείνεται στις φυλακές του Λάντμπεργκ. Ανέλαβε την ευθύνη για το πραξικόπημα-οπερέτα σε μια μεγάλη μπυραρία του Μονάχου, όταν προσπάθησε με τους λίγους οπαδούς που τότε διέθετε, να ανατρέψει την Βαυαρική κυβέρνηση. Αφού κράτησε όμηρους τους τρεις ηγέτες του κρατιδίου όλη τη νύχτα, στην πορεία/παρέλαση της επόμενης ημέρας, βρήκαν απέναντί τους τις δυνάμεις του στρατού οι οποίες άνοιξαν πυρ. Με τους πρώτους πυροβολισμούς, ο Χίτλερ έπεσε στο έδαφος και προσπάθησε να διαφύγει, αλλά λίγες ημέρες αργότερα συνελήφθη μαζί με τους πιο στενούς του συνεργάτες (στρατηγός Λούντεντορφ, Ρεμ, Γκαίρινγκ, Ες και άλλοι).

Στο Λάντμπεργκ ο Χίτλερ θα παραμείνει έγκλειστος με συνθήκες ιδιαίτερα άνετες για την εποχή και την κατάσταση. Θα απολαύσει την συμπάθεια του διευθυντή των φυλακών, την ευγένεια των δεσμοφυλάκων του και την ηρωοποίηση από τους οπαδούς του, οι οποίοι θα αυξηθούν σημαντικά μετά την δίκη του, στην οποία ο (μάλλον ομοϊδεάτης) δικαστής, θα τον αφήσει να εκφωνήσει ένα μακροσκελή λόγο αντί της συνήθους απολογίας. Θα καταδικαστεί σε πενταετή φυλάκιση, γλυτώνοντας την απέλαση ή την βαρύτερη ποινή και θα αποφυλακιστεί με απονομή χάριτος μετά από ένα χρόνο.

Στην περίοδο του εγκλεισμού του, ο Χίτλερ σύμφωνα με την πλειονότητα των ιστορικών πηγών, κρατούσε ημερολόγιο. Το ημερολόγιο αυτό είτε έχει χαθεί, είτε έχει καταστραφεί. Την ίδια εποχή υπαγόρευε στους συνεργάτες του (κυρίως στον Ρούντολ Ες) τον πρώτο τόμο του “ευαγγελίου του Ναζισμού”, “Ο αγών μου” (“Mein Kampf”), το κάθε κεφάλαιο δε που ολοκλήρωνε, το διάβαζε στους άμεσους συνεργάτες του. 
Στα χρόνια που ακολούθησαν το τέλος του καταστροφικού Β Παγκοσμίου πολέμου, έγινε πολλή και μεγάλη συζήτηση γύρω από αυτά τα ημερολόγια, τα οποία παρά τις προσπάθειες πλαστογράφησης διαφόρων, δεν έχουν βρεθεί και θεωρούνται οριστικά κατεστραμμένα.

"Είδα ένα φρικτό όνειρο. Ήμουν με τον Ες σε μια εξοχή κάπου στα περίχωρα του Μονάχου και περπατούσαμε πλάι στην όχθη ενός μικρού ποταμού, όταν ξαφνικά αποφασίσαμε να πέσουμε στα νερά του για να κολυμπήσουμε. Ο Ες γδύθηκε με αργές αβίαστες κινήσεις και βούτηξε πρώτος. Λίγο μετά τον ακολούθησα και εγώ. Οσα διαδραματίστηκαν μεταξύ μας ενώ κολυμπούσαμε, αλλά κυρίως μετά, ήταν τόσο αποτρόπαια, που μου είναι αδύνατον έστω και να αποτολμήσω την αχνή περιγραφή του. Σήμερα ντρεπόμουν τόσο πολύ που απέφυγα να τον συναντήσω. Κλείστηκα στο κελί μου και αρνήθηκα να βγω έξω. Ζήτησα από τον φύλακα να μου φέρει φαγητό εδώ. Αν και προσπαθώ να ξεχαστώ ξεφυλλίζοντας τις χθεσινές εφημερίδες, κάποιες σκηνές έρχονται πάλι και πάλι στον νου μου και με ταράζουν φοβερά. Γιατί να δω αυτό το όνειρο; Θα προσπαθήσω να κλείσω για λίγο τα μάτια, με την ελπίδα να έρθει κάποιο άλλο όνειρο για να σβήσει το χθεσινό."

Ο Βλαβιανός στο βιβλίο του φτιάχνει μια μυθοπλασία στηριγμένη στις ιστορικές πηγές, τονίζοντας εξαρχής ότι δεν προσπαθεί να κάνει αναπαράσταση του εγκλεισμού αλλά μια φανταστική ημερολογιακή καταγραφή της καθημερινότητας του Χίτλερ, αυτόν τον ένα χρόνο που έμεινε μέσα στη φυλακή. Χρησιμοποιεί την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ανατέμνοντας την προσωπικότητα του μελλοντικού δικτάτορα.

Ο Χίτλερ ξεγυμνώνεται μέσα από την επανάληψη και την μονοτονία του εγκλεισμού του. Αποκαλύπτεται ένας άνθρωπος θρασύδειλος και εμφανώς διαταραγμένος, μονομανής, εγωπαθής με κρυφές και καταπιεσμένες τάσεις ομοφυλοφιλίας, ο μύθος του "βιβλιοφάγου" δικτάτορα καταρρίπτεται, όταν βλέπουμε έναν άνθρωπο, ο οποίος αναμασάει πασαλείμματα από βιβλία που δεν τα διαβάζει ολόκληρα αλλά επιλέγει ορισμένα αποσπάσματά τους, για να χρησιμεύσουν στον σκοπό του. Οι εμμονές του τον κατακυριεύουν, οι Εβραίοι, η θεωρία του “ζωτικού χώρου”, η αντιπάθειά του για τους πολιτικούς καριέρας, για τις μειονότητες, η υιοθέτηση ακόμα και διαπιστωμένα ψεύτικων πηγών (όπως τα “Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών”) για να ενδυναμώσουν την ναζιστική ιδεολογία.

Κυριαρχούν στις καταγραφές αυτού του φανταστικού ημερολογίου, η λατρεία για την μάνα, η ντροπή και απέχθεια για τον καταπιεστικό πατέρα, η υποστήριξη της οικογένειας Βάγκνερ και άλλων, η ταύτιση με τις απόψεις ιδεολόγων του εθνικισμού παγκοσμίως, η λατρεία για τον Νίτσε (χωρίς να τον καταλαβαίνει απόλυτα), για τα σύμβολα που θα του χρησιμεύσουν αργότερα στην προπαγάνδα. Ο Χίτλερ παρουσιάζεται με όλα τα στοιχεία του “χαρισματικού ηγέτη” (με την Βεμπεριανή έννοια) διαθέτοντας την πειθώ και την ικανότητα “αποπλάνησης” των υποστηρικτών του, οι οποίοι είναι αφοσιωμένοι και τον ακολουθούν θαυμάζοντάς τον και χωρίς να τον κρίνουν. Έχει (όπως και κάποιοι από τους “χαρισματικούς ηγέτες” της ιστορίας) δε την ικανότητα να εκμεταλλεύεται την κρίση της κοινωνίας, προσφέροντας μια θεωρία υπέρβασής της και δημιουργώντας μια διαφορετική νομιμότητα μεταβάλλοντας την παραδοσιακή τάξη πραγμάτων και δημιουργώντας μια καινούρια.

"Ο πατέρας μου ήταν ένας αχρείος κια ο πατέρας του, ο παππούς μου, ένας άγνωστος! Άλλοι λένε πως ήταν ο μυλωνάς του χωριού, άλλοι ο αδελφός του, που ήταν πιο ευκατάστατος. Κάποια βδελυρά υποκείμενα φτάνουν στο σημείο να ισχυρίζονται κάτι τόσο σιχαμένο που δεν τολμώ καν να το σκεφτώ. Όλες οι αγαπημένες γυναίκες της οικογένειάς μου - γιαγιά, μητέρα, εξαδέλφη - ήταν υπηρέτριες!Με τέτοιο παρελθόν πως θα εμφανιστώ ενώπιον του λαού μου να διεκδικήσω την ψήφο του; Θα εμπιστευτούν έναν χωριάτη από την Αυστρία με τόσο σκοτεινό παρελθόν; Πρέπει να επινοήσω έναν άλλο Χίτλερ, που να δικαιώνει αυτό το οποίο είμαι τώρα. Όλοι οι μεγάλοι άνδρες ξαναγράφουν το βιβλίο της ζωής τους. Με εξαίρεση τη μητέρα μου, δεν μου άξιζαν αυτοί οι πρόγονοι. Θα τους διαγράψω από όλα τα επίσημα έγγραφα. Θα διαγράψω και από τον χάρτη το άθλιο αυτό χωριό που με γέννησε."

Διατρέχοντας αυτό το μυθοπλαστικό ημερολόγιο, ο αναγνώστης δεν μπορεί να αποφύγει την αναγωγή στην σύγχρονη παγκόσμια πραγματικότητα, με την άνοδο του λαϊκισμού και της δημαγωγίας, με την άνοδο της ακροδεξιάς στις περισσότερες χώρες, με την ανάδειξη συμπλεγματικών προσωπικοτήτων στην ηγεσία σημαντικών χωρών, με την υιοθέτηση (μέσω της εξάπλωσης των social media) της πιο εξωφρενικής προπαγάνδας και της πιο ακραίας είδησης.

Πυκνογραμμένο και συμπαγές (δείγμα της ποιητικής του θητείας και πολύχρονης ενασχόλησης), το απαιτητικό βιβλίο του Βλαβιανού, οξυδερκές και γεμάτο χιούμορ είναι σε πολλά σημεία του συναρπαστικό. Η αφηγηματική δε ικανότητα του συγγραφέα, η έμφαση στη λεπτομέρεια και στη σημειολογία των κινήσεων εντυπωσιάζουν. Ο πολυσχιδής και πολυδιάστατος συγγραφέας μας χαρίζει ένα χρήσιμο και πολύτιμο ανάγνωσμα που πρέπει να διαβαστεί με προσοχή και σκέψη, όχι μόνο για αυτά που περιγράφει αλλά και για αυτά που υπονοεί. 


 
Τετάρτη, Ιανουαρίου 11, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιανουαρίου 11, 2017 | Permalink
Ο Κάφκα στην ακτή
Ένας έφηβος που το σκάει από το σπίτι για να βρει τον εαυτό του, ένας ηλικιωμένος χαμηλής νοημοσύνης που έχει την ικανότητα να συνομιλεί με τις γάτες και να προκαλεί φυσικά φαινόμενα, μια γάτα που ακούει όπερα, ένας δολοφόνος γατών που ακούει στο όνομα Τζόνι Γουόκερ, μια υπέροχη γυναίκα που έχει ένα βασανισμένο παρελθόν, ένας νεαρός που αποδεικνύεται κοπέλα εγκλωβισμένη σε λάθος σώμα, ένας νταβατζής που έχει τη μορφή του συνταγματάρχη Σάντερς των KFC, μια εκπάγλου καλλονής πόρνη που απαγγέλει Μπερξόν, μια μαγική πέτρα που είναι και το κλειδί ενός άλυτου μυστηρίου, ένας (καρτουνίστικος) νεαρός οδηγός φορτηγού που ζει μια περίεργη περιπέτεια, μια εκπληκτική βιβλιοθήκη και ένα δάσος που κρύβει μυστικά. 
Όλα αυτά συμπλέουν και εναλλάσσονται στο μυθιστορηματικό σύμπαν που πλάθει (όχι πάντα με την ίδια επιτυχία) ο σπουδαίος Ιάπωνας συγγραφέας Χαρούκι Μουρακάμι (Κιότο,1949), στο μυθιστόρημά του “Ο ΚΑΦΚΑ ΣΤΗΝ ΑΚΤΗ” (“Kafka on the shore”), (Εκδ. Ψυχογιός, ωραία μετάφρ. (από τα Αγγλικά) Α.Μαντόγλου, σελ.716).

"Είναι όλα θέμα φαντασίας. Η ευθύνη μας αρχίζει μαζί με την ικανότητά μας να φανταζόμαστε. Όπως είπε και ο Γέιτς: στα όνειρα αρχίζει η ευθύνη. Αν το αντιστρέψεις, θα μπορούσες να πεις ότι αν δεν υπάρχει η ικανότητα της φαντασίας, δεν υπάρχει ευθύνη."

Το μυθιστόρημα είναι ίσως το πιο αλλόκοτο στην (μεγάλη) βιβλιογραφία του συγγραφέα. Ουσιαστικά κινείται σε δύο άξονες και με τα κεφάλαια να εναλλάσσονται από τον ένα στον άλλο με τους δύο ήρωες/πρωταγωνιστές της ιστορίας να κινούνται σε παράλληλες διαδρομές.
Ο "Κάφκα στην ακτή" στο μυθιστόρημα του Μουρακάμι, είναι ένα παλιό ποπ τραγούδι, είναι κι ένας πίνακας που έχει ιδιαίτερη σημασία, Κάφκα έχει επιλέξει να τον φωνάζουν κι ο 15άχρονος ήρωας του βιβλίου που φεύγει από το σπίτι του την ημέρα των γενεθλίων του. Ζούσε με έναν καταπιεστικό καλλιτέχνη πατέρα και χωρίς μητέρα, η οποία τους είχε εγκαταλείψει παίρνοντας μαζί της την μεγαλύτερη αδερφή του. Ο Κάφκα αισθάνεται συνεχώς ένα κενό στη ζωή του, ενώ, από τις δυο τους, δεν έχει καμία ανάμνηση, έχει δε μια ισχυρή πεποίθηση ότι θα υλοποιηθεί η "κατάρα" που εκστόμισε ο πατέρας-τέρας του, σε ανύποπτο χρόνο, ότι εκείνος (ο Κάφκα) θα συνευρεθεί ερωτικά και με την μία και με την άλλη. Ο Κάφκα (ο οποίος ως μονήρες παιδί "συνομιλεί" με έναν φανταστικό χαρακτήρα, μια εσωτερική φωνή που έχει πλάσει και τον αποκαλεί "Κρόου"), μετά από μια μακριά διαδρομή προς το Νότο, θα καταλήξει σε μια μικρή πόλη όπου οι συμπτώσεις θα τον φέρουν σε μια ιδιωτική βιβλιοθήκη. Εκεί θα συναντήσει έναν εκλεπτυσμένο και μορφωμένο νεαρό, μερικά χρόνια μεγαλύτερό του, τον Όσιμα που αποδεικνύεται ότι είναι ένα κορίτσι που ντύνεται και κινείται σαν αγόρι, ενώ η υπεύθυνη της βιβλιοθήκης είναι η αινιγματική και ιδιαίτερα ελκυστική 50άρα μις Σαέκι που έζησε μια ερωτική ιστορία στο παρελθόν, η οποία της έχει σημαδέψει τη ζωή. Στην βιβλιοθήκη ο Κάφκα φαίνεται να έχει βρει το ιδανικό μέρος γι' αυτόν και η πρόταση να εργαστεί εκεί, δείχνει να του λύνει πολλά προβλήματα.

Ο έτερος ήρωας του μυθιστορήματος, είναι ο γηραιός κύριος Νακάτα, ο οποίος ως παιδί, κατά την διάρκεια του πολέμου, είχε μια τραγική εμπειρία. Η δασκάλα τους είχε πάει εκδρομή στο δάσος και καθώς σταμάτησαν να ξεκουραστούν σε κάποιο ξέφωτο, όλα τα παιδιά λιποθύμησαν ξαφνικά μπροστά στα εμβρόντητα μάτια της δασκάλας τους. Όλα σηκώθηκαν μετά από λίγη ώρα, με κενό στη μνήμη τους αλλά χωρίς να παρουσιάζουν εμφανή σημεία κάποιας ασθένειας. Μόνο ο Νακάτα έπεσε σε κώμα, από το οποίο συνήλθε μετά από αρκετές εβδομάδες, χωρίς όμως να είναι πλέον το πανέξυπνο αγοράκι που ήταν πριν. Για την ακρίβεια ο εγκέφαλός του ήταν τελείως άδειος και δεν μπόρεσε ποτέ να επανέλθει παραμένοντας ένα άτομο λίγο αργό νοητικά, αφελές και με αντιδράσεις παιδικές. Η οικογένειά του τον απομόνωσε και ζούσε με ένα πενιχρό επίδομα, το οποίο όμως του ήταν αρκετό καθώς δεν είχε ανάγκες. Για να συμπληρώσει το εισόδημά του, έβρισκε χαμένες γάτες στην γειτονιά, καθώς είχε την μοναδική ικανότητα να επικοινωνεί μαζί τους και να μιλάει την γλώσσα τους. Ψάχνοντας μια γάτα, θα συναντήσει έναν περίεργο τύπο, που αυτοαποκαλείται Τζόνι Γουόκερ και ο οποίος σκοτώνει γάτες και κρατάει τα κεφάλια τους στο ψυγείο, "συλλέγει τις ψυχές τους" όπως λέει για να φτιάξει ένα είδος αυλού! Μετά από μια επίδειξη της κτηνωδίας του, θα ζητήσει από τον Νακάτα να τον σκοτώσει - δίνοντάς του και το μαχαίρι - για να τον απαλλάξει επιτέλους από τη ζωή του και ο τελείως φρικαρισμένος ηλικιωμένος θα το κάνει, έχοντας έρθει στα όριά του. Κάτω από την επίδραση αυτού του ισχυρού σοκ, ο Νακάτα νιώθει την ανάγκη να φύγει μακριά. Κατευθύνεται κι εκείνος προς το Νότο για να βρει μια θαυματουργή πέτρα χωρίς να ξέρει πως και που. Θα φθάσει στην ίδια πόλη που είναι κι ο νεαρός Κάφκα, που κατά σύμπτωση γειτονεύει με το δάσος όπου μικρός είχε χάσει τις αισθήσεις του.

"Μερικές φορές το πεπρωμένο είναι σαν μια μικρή αμμοθύελλα που αλλάζει συνεχώς κατεύθυνση. Κι εσύ μπορεί να αλλάξεις κατεύθυνση, αλλά η αμμοθύελλα σε κυνηγάει. Στρίβεις ξανά, η αμμοθύελλα όμως σε ακολουθεί και συνεχίζεις ακατάπαυστα, σαν να χορεύεις ένα δυσοίωνο χρό με τον θάνατο, λίγο πριν ξημερώσει. Γιατί; Επειδή αυτή η αμμοθύελλα δεν ήρθε από κάπου μακριά, δεν είναι κάτι που δεν έχει καμία σχέση μ' εσένα.
Αυτή η αμμοθύελλα είναι εσύ. Βρίσκεται μέσα σου. Έτσι, δεν έχεις παρά να της παραδοθείς, να μπεις μέσα της, να κλείσεις τα μάτια σου και να βουλώσεις τα αυτιά σου, για να μη περάσει μέσα σου η άμμος, και βήμα βήμα να τη διασχίσεις. Δεν υπάρχει ήλιος εκεί, ούτε φεγγάρι, ούτε πυξίδα, καμία αίσθηση του χρόνου. Μόνο η υπέροχη λευκή άμμος που στροβιλίζεται και υψώνεται ψηλά στον ουρανό σαν σκόνη από κονιορτοποιημένα οστά. Μια τέτοια αμμοθύελλα πρέπει να φανταστείς."

Η μοίρα παίζει ιδιαίτερο ρόλο στις ενέργειες των δύο ηρώων. Μπορεί να μη συναντιούνται κατά τη διάρκεια του βιβλίου, αλλά οι ζωές τους ακολουθούν παράλληλες διαδρομές. Το υπερφυσικό πλαίσιο διατρέχει το μυθιστόρημα που όσο παράλογο και αλλόκοτο κι αν γίνεται σε ορισμένες στιγμές, προσφέρει αναγνωστική απόλαυση, δείγμα της μεγάλης ικανότητας του Μουρακάμι στην αφήγηση και στην δημιουργία ατμόσφαιρας μέσα στην οποία βυθίζεσαι ακολουθώντας τις παράξενες (το λιγότερο) περιπέτειες των ηρώων του.

Επηρεασμένος ιδιαίτερα από τον Σάλιντζερ, τον οποίον έχει μεταφράσει στα Ιαπωνικά, ο Μουρακάμι προσπαθεί να πλάσει έναν άλλον, διαφορετικό Χόλντεν Κόνφιλντ ("The catcher in the rye"), και κάποιες στιγμές το καταφέρνει, αν και προσωπικά προτιμώ ως ήρωα τον (πολλές φορές σπαρακτικό) Νακάτα που όσο περίεργη και αν φαίνεται αρχικά η ιστορία του, μυθοπλαστικά εξελίσσεται περισσότερο από τον νεαρό Κάφκα. Βεβαίως η αρχαία τραγωδία (Σοφοκλής) και μυθολογία (μέσα από τις ιστορίες του Ηρόδοτου) και πιο συγκεκριμένα η ιστορία του Οιδίποδα διαπερνάει την ραχοκοκαλιά του βιβλίου. Ο συγγραφέας προσπαθεί να φτιάξει κάτι αντίστοιχο σε πιο μοντέρνα μορφή μόνο που χάνεται μέσα στις παραδοξότητες της ιστορίας του και στο μεταφυσικό πλαίσιο που νιώθεις ότι τον γοητεύει τόσο πολύ ώστε να δίνει μεγαλύτερη βάση στη δομή των ιστοριών που αφηγείται παρά στη ζωντάνια των χαρακτήρων/ηρώων του ή στην πειστικότητα των διαλόγων του που σε ορισμένα σημεία του βιβλίου είναι ιδιαίτερα αφελείς ζημιώνοντας το γενικό σύνολο.

Μπορεί ο ήρωας να αυτοαποκαλείται Κάφκα, αλλά ο τεράστιος Τσεχογερμανός συγγραφέας είναι ουσιαστικά απών από τα δρώμενα (για όποιον αναρωτιέται). Περισσότερο εμφανή βρήκα την λογοτεχνική παρουσία του Λιούις Κάρολ, αν και όπως σε όλα τα βιβλία του Ιάπωνα συγγραφέα βλέπουμε στοιχεία από την ποπ κουλτούρα της χώρας του όπως εκφράζεται μέσα από τα μάνγκα, αλλά και την μεγάλη δυτική επίδραση σε συγγραφείς που αναφέρονται, μουσικές που ακούγονται.

Γοητευτικό και ακαταμάχητο page-turner βέβαια, αλλά ουσιαστικά αδιέξοδο και άνισο θεματολογικά, σε μπερδεύει και σε κουράζει από τη μια, σε ελκύει και σε θαμπώνει από την άλλη, γεμάτο από πανέμορφες εικόνες, ωραίο χιούμορ και εξαιρετική ατμόσφαιρα. Ένα άνισο βιβλίο που έχει εκπληκτικές στιγμές, σελίδες αλλά και αρκετές που δεν έχουν λόγο ύπαρξης. Είναι ουσιαστικά ένα νεανικό μυθιστόρημα (ιδιαίτερα δημοφιλές παγκοσμίως, στους φανατικούς του συγγραφέα), που απολαμβάνεις να διαβάζεις αν αφεθείς στον περίεργο και ιδιόμορφο κόσμο του χαρισματικού Ιάπωνα δημιουργού. Συνιστώ σε όποιον αποπειραθεί την ανάγνωσή του, όταν το ολοκληρώσει, να ξαναδιαβάσει την εισαγωγή, όπου εκεί βρίσκεται το κλειδί της όλης ιστορίας.





 
Πέμπτη, Ιανουαρίου 05, 2017
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιανουαρίου 05, 2017 | Permalink
Σταθμός έντεκα
Το καλό βιβλίο είναι πάνω από είδη και κατηγοριοποιήσεις, ετικέτες και μόδες. Αυτό μου ερχόταν συνεχώς στο μυαλό διατρέχοντας μαγεμένος  (και κάπου συγκινημένος), το εκπληκτικό μυθιστόρημα της σχετικά νέας συγγραφέως Emily St.John Mandel (1979, British Columbia, Καναδάς), με τίτλο “ΣΤΑΘΜΟΣ ΈΝΤΕΚΑ”, (Εκδ. Ίκαρος, μετάφρ. Β.Τζανακάρη, σελ. 449). Το βιβλίο που έχει την μορφή της “δυστοπίας” ή όπως αλλιώς λέγεται, της “μετα-Αποκαλυπτικής” λογοτεχνίας σε πρώτο επίπεδο είναι ένα μυθιστόρημα που στην αρχή νομίζεις ότι θα είναι  γεμάτο δράση αλλά τελικά αποδεικνύεται ένα υπέροχο κείμενο, που αναμιγνύει άψογα, το Σαιξπηρικό έργο, με τις Συμφωνίες του Μπετόβεν, με τα κόμικς και το Star Trek.


Ο Άρθουρ Λιάντερ, διάσημος και ιδιαίτερα ματαιόδοξος ηθοποιός πέφτει νεκρός από καρδιακή ανακοπή στη σκηνή ενός θεάτρου στο Τορόντο. Ερμήνευε τον Βασιλιά Ληρ και αυτός έμελλε να είναι ο τελευταίος ρόλος της ζωής του. Στο κοινό βρίσκεται ο Τζίβαν Σάντρι, πρώην παπαράτσο και κοσμικογράφος, που τώρα εργάζεται ως διασώστης. Προσπαθεί να τον σώσει χωρίς επιτυχία. Κάπου στα καμαρίνια, ένα μικρό κορίτσι, που συμμετέχει στην παράσταση, η Κίρστεν παρακολουθεί χωρίς να πολυκαταλαβαίνει τι γίνεται. Ο Τζίβαν φεύγει από το θέατρο και καθ'οδόν προς το σπίτι του, δέχεται ένα τηλεφώνημα από έναν φίλο του γιατρό, ο οποίος του λέει επιτακτικά να κλειστεί σπίτι του, και να προμηθευτεί τρόφιμα διότι ένας θανατηφόρος ιός γρίπης εξαπλώνεται ταχύτατα.

"Ήταν το τέλος του κόσμου όπως τον ήξεραν" και σύμφωνα με τα στοιχεία 99.9% του πληθυσμού της γης έχει πεθάνει εντός δύο ή τριών ημερών. Γονείς δεν προλαβαίνουν να ενημερώσουν τα παιδιά τους ότι μεταφέρονται στο νοσοκομείο, άνθρωποι δεν φθάνουν ποτέ στα σπίτια τους, ο πανικός επικρατεί με πλιάτσικο και φόνους, λεηλασίες και μαζική φυγή από τις πόλεις. Το τέλος του πολιτισμού έρχεται βίαια και οι λιγοστοί επιζήσαντες πρέπει να επιβιώσουν σε ένα κόσμο τελείως διαφορετικό. Οι χώρες όπως τις ξέρουμε δεν υπάρχουν πια, καθώς και σύνορα μεταξύ τους. Πόλεις δεν υπάρχουν ούτε βέβαια φάρμακα – μπορείς να πεθάνεις πλέον ακόμα και απο μια γρατζουνιά στο χέρι, από μια πληγή, από ένα δάγκωμα σκύλου.  Τα αυτοκίνητα δεν μπορούν να κινηθούν, ενώ τα αεροπλάνα που βρίσκονται στα αεροδρόμια χρησιμεύουν ως υπνωτήρια, κήποι και ότι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς.

Είκοσι χρόνια αργότερα, μια περίεργη ομάδα καλλιτεχνών διασχίζει την Αμερικανική ήπειρο, δίνοντας παραστάσεις όπου βρει κοινότητες ανθρώπων που ζουν μαζί. Είναι η “Περιπλανώμενη Συμφωνία”, και παίζουν έργα του Σαίξπηρ, ενώ δίνουν και μουσικές συναυλίες με έργα του Μπετόβεν. Μέλος και βασική πρωταγωνίστρια των θεατρικών παραστάσεων, η Κίρστεν που ως κοριτσάκι είχε ένα πέρασμα από τον μοιραίο “Βασιλιά Ληρ”, την τελευταία παράσταση του Άρθουρ Λίαντερ, και τελευταίου έργου που παίχτηκε ποτέ στην πόλη που ονομαζόταν Τορόντο. Η Κίρστεν είναι πλέον γυναίκα με τα δύο μαχαίρια να είναι το τατουάζ της, υποδηλώνοντας ότι έχει σκοτώσει δύο ανθρώπους. Έτσι κι αλλιώς όλα τα μέλη της “Περιπλανώμενης Συμφωνίας” οπλοφορούν και φυλάνε τις άμαξές τους σαν να βρίσκονται σε ταινίες γουέστερν. Η Κίρστεν έχει στην κατοχή της, δύο τεύχη από ένα κόμικ με τίτλο “Δρ Έντεκα”, που της είχε δώσει ο Αρθουρ Λίαντερ σ' εκείνη την παράσταση του Ληρ, δεν ξέρει ποιος τα είχε φτιάξει, ενώ η μνήμη της δεν την βοηθάει να θυμηθεί γιατί της τα είχε χαρίσει ο ηθοποιός. Τώρα πλέον έχει απομνημονεύσει από τις πολλές αναγνώσεις αυτά τα κόμικ επιστημονικής φαντασίας που έχουν ψιλοκαταστραφεί από την πολλή και συνεχή χρήση. Στην πρώτη σελίδα, στο κάτω μέρος της εικόνας, μια πρόταση: “Στεκόμουν κοιτάζοντας από ψηλά το κατεστραμμένο μου σπίτι και προσπαθούσα να ξεχάσω πόσο γλυκιά ήταν η ζωή στη Γη.”


Η ζωή (όποια κι αν είναι αυτή) όμως είναι ακόμα “γλυκιά”. Η ανατολή και η δύση παραμένουν γοητευτικές, η φύση οργιάζει, ενώ η απόλαυση που αναδύεται από τα έργα του Σαίξπηρ, για τους ηθοποιούς και περισσότερο για τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους των κοινοτήτων ακόμα μεγαλύτερη. Κίνδυνοι όπως είναι φυσικό, παραμονεύουν συνεχώς και οι σαλεμένοι είναι ακόμα πιο επικίνδυνοι από παλιά γιατί πάντα βρίσκουν ανθρώπους να τους πιστεύουν και να τους ακολουθούν.
Η αφήγηση της Σεντ Τζον-Μάντελ εναλλάσσεται μεταξύ παρόντος μυθιστορηματικού χρόνου και παρελθόντος, δεν ακολουθεί γραμμική φορά. Η πορεία της “Περιπλανώμενης Συμφωνίας” προς ένα παλιό αεροδρόμιο (εκεί που έχουν ακούσει κι ότι υπάρχει ένα "μουσείο πολιτισμού") των μεσοδυτικών πολιτειών των πρώην Η.Π.Α., όπου πιστεύουν ότι θα βρουν κάποια παλαιότερα μέλη τους και μια μεγαλύτερη κοινότητα ανθρώπων εναλλάσσεται με τη διήγηση της ζωής του Άρθουρ Λίαντερ, του παλιού του φίλου Κλαρκ, της πρώτης συζύγου του ηθοποιού, της Μιράντας και του αινιγματικού διασώστη, του Τζίοβαν.

"Κόλαση είναι η απουσία των ανθρώπων που λαχταράς."

Οι δύο χαρακτήρες, του Αρθουρ Λίαντερ και της Κίρστεν είναι οι δύο άξονες πάνω στους οποίους στηρίζεται το μυθιστόρημα της Καναδής συγγραφέως, ο ένας είναι το παρελθόν, ο κόσμος που δεν υπάρχει πλέον και η νέα (ακόμα) κοπέλα είναι το παρόν, ο κόσμος της συνεχούς μάχης και της ανάγκης για επιβίωση. Ξένοι κριτικοί παρομοιάζουν το βιβλίο με το αριστουργηματικό “Ο άτλας του ουρανού” του Μίτσελ καθώς τα συνεχή φλας μπακς επιτρέπουν τις θεματικές συνδέσεις μέσα στον χρόνο.

Στον “Σταθμό Έντεκα” έχουμε συναισθηματικό βάθος, όπου η συγγραφέας εστιάζει στις προσωπικές σχέσεις, είναι χαρακτηριστικό δε, ότι οι πιο ευδιάκριτοι χαρακτήρες του βιβλίου είναι όσοι συνδέονται με την ζωή του Άρθουρ Λίαντερ, πρώην σύζυγοι (με την ευαίσθητη Μιράντα να δεσπόζει), παλαιοί φίλοι (όπως ο Κλαρκ) ή ο διασώστης Τζίβαν. Όπως σε κάθε δυστοπικό μυθιστόρημα βέβαια δεν λείπουν τα κλισέ του είδους, τα οποία όμως δεν ενοχλούν καθώς η συγγραφέας ισορροπεί θαυμάσια μεταξύ δράσης και συναισθήματος, περιπέτειας δρόμου και στοχασμού.
Τι σημαίνει “ευτυχία”, “μνήμη”, έννοιες που πρέπει να επανεξεταστούν μετά από μια καταστροφή όταν πρέπει να κάνεις επανεκίνηση στη ζωή σου και όταν όλα τα δεδομένα έχουν αλλάξει θίγονται συνεχώς και επανέρχονται στους διαλόγους του βιβλίου ερχόμενα σε αντίθεση με την γεμάτη πόζα και κενότητα ζωή λίγο πριν την καταστροφή.

"Πλέον το ήξερε ήδη από πολύ καιρό ότι οι αλλαγές που συνέβησαν δεν θα αναστρέφονταν, ωστόσο, η συνειδητοποίηση αυτή έκανε πιο έντονες τις αναμνήσεις του. Η τελευταία φορά που έφαγα παγωτό χωνάκι σε ένα πάρκο στη λιακάδα. Η τελευταία φορά που χόρεψα σε κλαμπ. Η τελευταία φορά που είδα λεωφορείο να κινείται. Η τελευταία φορά που επιβιβάστηκα σε αεροπλάνο που δεν είχε μετατραπεί σε χώρο κατοικίας - σε αεροπλάνο που απογειώθηκε. Η τελευταία φορά που έφαγα πορτοκάλι."

Σίγουρα τα κεφάλαια που αφορούν την μετα-αποκαλυπτική κατάσταση, δεν είναι τα πιο επιτυχημένα του μυθιστορήματος, καθώς έχουμε διαβάσει πολύ πιο πειστικά βιβλία, όπως “Ο δρόμος” του Κ.Μακάρθι ή το εμβληματικό “Όρυξ και Κρέικ” της Άτγουντ, αλλά η σύνδεση που πραγματοποιεί η Σεντ Τζον-Μάντελ με το παρελθόν είναι εξαιρετική, ενώ αυτό που συνεχώς τονίζει, ότι η τέχνη και η συντροφικότητα θα διασωθούν είναι γοητευτικά αφοπλιστικό. Η συγγραφέας επηρεασμένη πολύ από τον κινηματογράφο "ντύνει" τους χαρακτήρες στη νέα εποχή, όπως παρουσιάζονται οι ηθοποιοί των Mad Max (μόνο που εδώ το σκηνικό δεν είναι οι Αυστραλέζικες έρημοι αλλά τα δάση της Βόρειας Αμερικής), ενώ και οι σκηνές δράσης θυμίζουν τέτοιου είδους ταινίες. Το φινάλε δένει αρμονικά με το υπόλοιπο σύνολο, καθώς οι ιστορίες ολοκληρώνονται με ήρεμο τρόπο χωρίς να υπάρχει καμιά σούπερ αποκάλυψη ή ανατροπή, απλά εστιάζοντας στις μικρές πολύτιμες στιγμές που σου χαρίζει η ζωή.

"Ars long, vita brevis". Τα έργα του Σαίξπηρ επιβίωσαν της πανούκλας στο Λονδίνο του καιρού του, αναφέρει η συγγραφέας, πως να μην επιβιώσουν και τώρα, όπως και οι μουσικές του Μπετόβεν και άλλων, ενώ ακόμα και οι πιο pop μορφές τέχνης (τα κόμικς, το σινεμά) θα βοηθήσουν κι αυτές. Όσο υπάρχει ζωή θα υπάρχει και πολιτισμός όπως και αντίθετα, αυτό είναι το μήνυμα που περνάει αυτό το υπέροχο νοσταλγικό μυθιστόρημα της ύψιστης ανθρωπιάς γραμμένο με υπέροχο και (πολλές φορές) σπαρακτικό ύφος από μια συγγραφέα που υπόσχεται πολλά.





 
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 30, 2016
posted by Librofilo at Παρασκευή, Δεκεμβρίου 30, 2016 | Permalink
Οι περιπέτειες του Ώγκι Μαρτς
Ένα από τα αποκαλούμενα "μεγάλα Αμερικανικά μυθιστορήματα" (και δικαίως) είναι το "Οι περιπέτειες του Ώγκι Μαρτς" ("The adventures of Augie March"), το αριστουργηματικό magnum opus του τεράστιου Αμερικανοεβραίου συγγραφέα, Saul Bellow (1915-2005), που εκδόθηκε επιτέλους στα ελληνικά, 62 χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του (1953) στις Η.Π.Α. Το ογκώδες μυθιστόρημα (854 σελίδες) του Bellow (που κυκλοφόρησε από τις εκδ. Καστανιώτη, σε μετάφραση Μ.Μακρόπουλου), είναι ένα κλασσικό bildungsroman (μυθιστόρημα μαθητείας/ενηλικίωσης) το οποίο επηρέασε ιδιαίτερα τον Φ.Ροθ και πολλούς άλλους μεταπολεμικούς Αμερικανούς πεζογράφους.

Ομολογουμένως, ανέκαθεν προσπαθούσα να παίρνω από τους άλλους ό,τι ήθελα, όμως δεν είναι μυστήριο που εκείνοι σχεδόν πάντα μου το έδιναν;”

Αντίθετα απ' ότι θα περίμενε κανείς από ένα αμερικανικό μυθιστόρημα (που συνήθως κινούνται στα επίπεδα του "ρεαλισμού"), το βιβλίο στηρίζεται στην παράδοση του "πικαρέσκου" μυθιστορήματος της βρετανικής σχολής του Φήλντιγκ ("Tom Jones"), του Λ.Στερν (“Τριστραμ Σάντι”) και άλλων,  εξιστορώντας τις περιπέτειες (ο τίτλος του βιβλίου είναι ακριβέστατος) ενός ιδιόρρυθμου ήρωα από την παιδική του έως την μέση του ηλικία.

Το μυθιστόρημα διατρέχει μια περίοδο 25 περίπου χρόνων (από το 1925 έως περίπου το 1950), και ο ήρωας, ο Ώγκι Μαρτς είναι ένα παιδί αγνώστου πατρός που μεγαλώνει στο Σικάγο της οικονομικής κρίσης του μεσοπολέμου. Γεννημένος το 1915 είναι ο μεσαίος γιος μεταξύ δύο αδερφών, του μεγαλύτερου Σάιμον και του μικρότερου (και καθυστερημένου) Τζώρτζι. Η μητέρα τους ξενοδουλεύει για να τα βγάλει πέρα, ενώ με διάφορες μικροκομπίνες εξασφαλίζουν και ένα επίδομα από την Πρόνοια. Ένα μέρος του σπιτιού τους, έχει νοικιάσει μια ηλικιωμένη γυναίκα, η “γιαγιά Λάους”, η οποία ουσιαστικά συντηρεί με το ενοίκιο που πληρώνει την οικογένεια και φέρεται σε όλους σαν να είναι υποτελείς της, βάζοντας αστικούς κανόνες καλής συμπεριφοράς, όταν έξω στην κοινωνία της εποχής υπάρχει τέτοια αναταραχή που παρασέρνει τους πάντες.

Ήξερα ότι είχα μια διακαή λαχτάρα, αλλά όχι και για ποιο πράγμα την είχα.”

Ο Ώγκι όπως και ο μεγαλύτερος αδερφός του, μεγαλώνει ουσιαστικά στον δρόμο. Είναι ένα έξυπνο και ικανότατο αγόρι που τα καταφέρνει σε όποια δουλειά τού αναθέσεις. Το σχολείο του είναι ουσιαστικά η μαθητεία του σε ένα κομπιναδόρο ανάπηρο ιδιοκτήτη κτιρίων και νυχτερινών κέντρων, κομπιναδόρο και τοκογλύφο για τον οποίο κάνει θελήματα. Παράλληλα όπως και οι περισσότεροι έφηβοι της περιοχής του, κάνει μικροκλοπές και παρανομίες βρίσκοντας πάντα τον τρόπο να διαφεύγει.
Έχει μια μεγάλη περιέργεια για τον κόσμο, και την ικανότητα παρατήρησης. Κλέβοντας σπάνια βιβλία και πουλώντας τα σε έναν καθηγητή, ανοίγεται μπροστά του ο κόσμος της λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας. Έτσι μορφώνεται μέσα από αναγνώσεις βιβλίων του Χέγκελ, του Μαρξ, των αρχαίων φιλοσόφων. Γράφεται στο πανεπιστήμιο και παράλληλα κάνει τις κομπίνες του, χωρίς αίσθηση του κινδύνου. Όταν ο Σάιμον ο αδερφός του, θα παντρευτεί μια κοπέλα πλούσιας οικογένειας, θα προσπαθήσει να τον εντάξει κι αυτόν στις δουλειές του και στον κύκλο του, αλλά ο Ώγκι είναι στοιχείο ανυπότακτο και αεικίνητο, θα ακολουθήσει το ένστικτό του και θα κάνει αυτό που εκείνος θέλει και γνωρίζει καλά, να τα τινάζει όλα στον αέρα και να ξεκινάει από την αρχή.

Κάθε λογής επιρροές περίμεναν στην ουρά για να με επηρεάσουν. Είχα γεννηθεί, και να τες, για να με διαμορφώσουν, που είναι ο λόγος που σας μιλώ περισσότερο γι' αυτές παρά για μένα.”

Ο Ώγκι γυρίζει συνεχώς, ανακατεύεται μέσα στον κόσμο, ταξιδεύει, επικοινωνεί με τους γύρω του, δεν κάθεται ποτέ ήσυχος, αφήνεται στην περιπέτεια της ζωής χωρίς πλάνο, χωρίς σχέδιο. Ερωτεύεται με ευκολία και χωρίς σκέψη προσπαθώντας να παραμείνει ο εαυτός του, αυτό είναι το μόνιμο άγχος του, να μη χάσει τον εαυτό του καθώς τον βλέπει να παρασύρεται σε περιπέτειες πολλές φορές εξωφρενικές, με πιο χαρακτηριστική αυτή του ταξιδιού στο Μεξικό για να εκπαιδεύσει έναν αετό! Περισσότερο κοντινός ως εικόνα και στυλ στον Χακ Φιν του Μαρκ Τουέιν, παρά στους Βρετανούς αντίστοιχούς του, ο ήρωας του Μπέλοου, θέλει να αγαπιέται και να ζήσει τη ζωή του χωρίς κανόνες, χωρίς δεσμεύσεις. Κάπου αφελής, κάπου σοφός (πετώντας στοιχεία από την ιστορία και την φιλοσοφία), ο Ώγκι “αδράχνει τη μέρα” (όπως ονομάζεται άλλωστε το επόμενο μυθιστόρημα του Bellow,Seize the day), προδίδεται και πολλές φορές με τον τρόπο του προδίδει, δεν στεριώνει πουθενά – κυριολεκτικά “δεν βάζει κώλο κάτω”.

Ο ήρωας του Μπέλοου, έχει αποτινάξει την εβραϊκότητά του και είναι ένας αυθεντικός Αμερικανός (ουσιαστικά το θέμα της καταγωγής του δεν θίγεται καθόλου και δεν παίζει κανένα ρόλο στο βιβλίο), ενώ δεν πρέπει να λησμονούμε την πρώτη πρόταση του μυθιστορήματος: “Είμαι Αμερικανός, γέννημα του Σικάγου, αυτής της σκοτεινής και μελαγχολικής πόλης / ό,τι κάνω το κάνω όπως έχω μάθει από μόνος μου, δίχω κανόνες, κι έτσι θα γράψω την ιστορία της ζωής μου – πρώτος θα χτυπάω την πόρτα και πρώτος θα μπαίνω, που λέει ο λόγος, και μερικές φορές θα την χτυπάω με αθώο σκοπό, και άλλες με όχι τόσο αθώο”. Η όρεξη για ζωή του Ώγκι είναι μοναδική, όπως και η επιθυμία του για να χαράξει την δική του πορεία στη ζωή. Κανείς από όσους γνωρίζει στη διάρκεια της ζωής του δεν μπορεί να αντισταθεί σ'αυτόν τον απίστευτο τύπο που σαγηνεύει τους πάντες, άνδρες και γυναίκες με ένα τρόπο που δεν μπορούν να του αρνηθούν τίποτα.

Ο καθένας προσπαθεί να πλάσει έναν κόσμο όπου μέσα να μπορεί να ζήσει, και, ό,τι δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει, συχνά δεν το βλέπει. Όμως, ο αληθινός κόσμος είναι ήδη πλασμένος, και, αν το επινόημά σου δεν συμφωνεί, τότε, ακόμα κι αν νιώθεις ευγενής και επιμένεις ότι υπάρχει κάτι καλύτερο απ' αυτό που οι άνθρωποι αποκαλούν πραγματικότητα, ετούτο το καλύτερο δεν είναι απαραίτητο να υπερτερεί αυτού που, στη χειροπιαστή του πραγματικότητα – μιας και την γνωρίζουμε τόσο λίγο -, μπορεί να μας εκπλήξει πολύ. Αν πρόκειται για ευτυχή κατάσταση πραγμάτων, θα μας εκπλήξει∙ και, αν πρόκειται για θλιβερή ή τραγική, δεν θα είναι χειρότερη απ' ό,τι εμείς επινοούμε.”

Μακροπερίοδος λόγος με πληθώρα ιδιωματισμών και νεολογισμών, γεμάτος μεταφορές, και, με ύφος που εναλλάσσεται από την προφορικότητα στην αφήγηση, μέχρι σε πιο σύνθετο λόγο με διακειμενικές αναφορές ακόμα και μέσα στην ίδια σελίδα. Παραπομπές από τους αρχαίους φιλόσοφους μέχρι τον Ντίκενς, σκέψεις σύνθετες που εκπλήσσουν καθώς εισέρχονται στην ροή της δράσης. Η προσπάθεια του μεταφραστή Μ.Μακρόπουλου ήταν τιτάνια και οι αρκετές περίεργες εκφράσεις που απαρτίζουν το κείμενο δεν είμαι σίγουρος εάν είναι δικές του (στην προσπάθειά του να τις κάνει περισσότερο κατανοητές στον αναγνώστη) ή του συγγραφέα. Το ύφος του Μπέλοου είναι διαφορετικό από άλλων μυθιστορημάτων του, καθιστώντας το συγκεκριμένο βιβλίο πολύ απαιτητικό που ζητάει την προσοχή του αναγνώστη. Όπως γράφει ο Ροθ στο βιβλίο του “Διαβάζοντας τον εαυτό μου και άλλους, “...η γλώσσα του Ώγκι Μαρτς συνδυάζει λογοτεχνική πολυπλοκότητα με την αβίαστη, κουβεντιαστή ομιλία, συνδέει το ακαδημαϊκό ιδίωμα με το ιδιόλεκτο των δρόμων (όχι όλων των δρόμων – ορισμένων δρόμων): το στυλ είναι ιδιαίτερο, προσωπικό δυναμικό, μπορεί μερικές φορές να είναι ανοικονόμητο, σε γενικές γραμμές εξυπηρετεί θαυμάσια τον Μπέλοου.”

Ήξερα πως υπήρχαν πράγματα που δεν θα προέκυπταν ποτέ, γιατί δεν θα μπορούσαν ποτέ να προκύψουν, από το διάβασμά μου. Αλλά τούτη η γνώση δεν διέφερε πολύ από τον μακρινό αλλά πάντα παρόντα θάνατο που κάθεται στη γωνιά της γεμάτης αγάπη κρεβατοκάμαρας∙ και, αν δεν το κουνάει ποτέ από τη γωνία, εσύ δεν παύεις ποτέ να αγαπάς. Κι ούτε εγώ έπαυα ποτέ το διάβασμά μου. Καθόμουν και διάβαζα. Δεν είχα μάτια ούτε αυτιά ούτε κανένα ενδιαφέρον για τίποτε άλλο∙ ήτοι, για τη συνηθισμένη δευτεροκλασάτη επιφανειακή καθημερινότητα του κουάκερ, του άλυτου κόμπου στα κορδόνια, του εισιτηρίου του τραμ, της απόδειξης του καθαριστηρίου, της αδιευκρίνιστης μελαγχολίας, της άγνωστης αιχμαλωσίας∙ για τη ζωή υπό τον ζυγό της απελπισίας ή τη ζωή των συνηθειών και της οργάνωσης, που στόχος τους είναι να αντικαταστήσουν τα απρόβλεπτα συμβάντα με μιαν ήρεμη σταθερότητα. Ποιος αληθινά περιμένει η καθημερινότητα να εξαφανιστεί, ο μόχθος και η φυλακή να εξαφανιστούν, καθώς και το κουάκερ και οι αποδείξεις του καθαριστηρίου κι όλα τα υπόλοιπα, και επιμένει όλες οι στιγμές να αποχτήσουν μέγιστη σπουδαιότητα, απαιτώντας οι πάντες να αναπνέουν τον αστερόεντα αέρα της υψίστης δυσκολίας, καταργώντας όλα τα δωμάτια που είναι από τούβλο και σαν τάφοι, όλη τη μελαγχολία, και ζώντας σαν προφήτες ή θεοί; Οι πάντες γνωρίζουν πως ετούτη η θριαμβευτική ζωή μπορεί να είναι μόνον περιοδική. Έτσι, υπάρχει σχετικά μ'αυτήν ένα σχίσμα, με κάποιους να λένε πως μόνον αυτή η θριαμβευτική ζωή είναι αληθινή και με άλλους να λένε πως αληθινά είναι μόνον τα καθημερινά συμβάντα. Για μένα δεν υπήρχε καμία διαμάχη, και ευημερούσα ζώντας την πρώτη από τις δύο.”

Είναι ένα μυθιστόρημα ζωντανό και γεμάτο χιούμορ που σε αφοπλίζει και μέσα στο οποίο χάνεσαι και βυθίζεσαι, με ένα στυλ που στην αρχή ξαφνιάζει ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που διαβάζεις μια σελίδα δυο και τρεις φορές για να την αντιληφθείς πλήρως. Ολοζώντανος και γοητευτικός, ελκυστικός και υπερκινητικός ο ήρωας του Μπέλοου χαρίζει στην παγκόσμια λογοτεχνία έναν αξέχαστο χαρακτήρα, έναν σύγχρονο “Τομ Τζόουνς” και γύρω του μια πινακοθήκη εξαιρετικών “δεύτερων ρόλων”. Αναμφίβολα, μαζί με το ασύλληπτο Χέρτσογκ”(που επανεκδόθηκε πρόσφατα), οι “Περιπέτειες του Ώγκι Μαρτς” αποτελούν τα δύο αριστουργήματα του βραβευμένου με Νόμπελ λογοτεχνίας (και όχι μόνο) μεγάλου συγγραφέα και δεν πρέπει να λείπουν από καμία βιβλιοθήκη.

...Ο λόγος που δεν έβλεπα τα πράγματα όπως ήταν, ήταν πως δεν το΄θελα – επειδή δεν μπορούσα να τα αγαπήσω έτσι όπως ήταν. Όμως, η πρόκληση δεν ήταν να τα βελτιώνεις στο μυαλό σου, αλλά να βλέπεις κάθε ανθρώπινη αδυναμία – την κακία, το έγκλημα, την αρρώστια, το φθόνο, την αδηφαγία, την επιβίωση χάρη στο θάνατο των άλλων. Αρχίζεις από κει. Από το γεγονός ότι οι άνθρωποι εν γένει είναι γεμάτοι αποστροφή και τους κοστίζει να κοιτούν ο ένας τον άλλον. Ως επί το πλείστον θέλουν να τους αφήνουν στην ησυχία τους. Και αναζητούν το φανταστικό, το ανύπαρχτο, όπως έναν θαμμένο θησαυρό κι ακόμα πιο πολύ, καθώς το φανταστικό είναι η τελευταία μεγάλη τους ελπίδα, γιατί μπορούν τότε ν' αμφιβάλλουν για το αν ό,τι ξέρουν για τον εαυτό τους αληθεύει.”


 
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 22, 2016
posted by Librofilo at Πέμπτη, Δεκεμβρίου 22, 2016 | Permalink
Τρία λευκά φέρετρα
Οξύτατη πολιτική σάτιρα με στοιχεία θρίλερ και περιπέτειας, συνιστούν τα στοιχεία του θαυμάσιου μυθιστορήματος,  “ΤΡΙΑ ΛΕΥΚΑ ΦΕΡΕΤΡΑ” (“Tres autades blancos”), του Κολομβιανού συγγραφέα και δημοσιογράφου Antonio Ungar (Μπογκοτά, 1974), (Εκδ. Αλεξάνδρεια, μετάφρ. Κ.Παλαιολόγος, σελ. 294). Το βιβλίο, που κέρδισε το βραβείο Premio Heralde του 2010, είναι ένα ιδιότυπο λογοτεχνικό παιχνίδι, ενδεδυμένο την μορφή μιας καλοκουρδισμένης περιπέτειας που εντυπωσιάζει με την κατασκευή του και παρασέρνει τον αναγνώστη σε μια εξωφρενική όσο και εφιαλτική ιστορία.


Ο συγγραφέας τοποθετεί την δράση σε μια χώρα της Λατινικής Αμερικής που ονομάζει, Μιράντα και η οποία παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την πατρική του γη, την Κολομβία, μια χαρακτηριστική “μπανανία”. Ο ήρωας (και αφηγητής) της ιστορίας, Χοσέ Καντόνα, είναι ένας ρέμπελος και τελείως αντικοινωνικός τύπος που ζει με τον πατέρα του, παίζοντας κοντραμπάσο και πίνοντας ατελείωτες ποσότητες αλκοόλ καθημερινά. Κύριο χαρακτηριστικό του είναι η  εντυπωσιακή ομοιότητά του με τον ηγέτη της Αντιπολίτευσης Πέδρο Ακίρα, ο οποίος είναι πολύ πιθανόν στις επερχόμενες Προεδρικές εκλογές να ανατρέψει τον επί δεκαετίες δικτάτορα της χώρας, Τομάς δελ Πίτο, εκπρόσωπο της μεγαλοαστικής τάξης και των γαιοκτημόνων. Ο Ακίρα όμως, πέφτει νεκρός από τις σφαίρες ενός πληρωμένου δολοφόνου και ένας πρώην συμμαθητής του ανύποπτου Χοσέ που είναι το δεξί χέρι του νεκρού πολιτικού, του προτείνει να πάρει τη θέση του, υποδυόμενος τον Ακίρα, ο οποίος ως “επιζήσας” μετά την δολοφονική απόπειρα έχει ακόμα μεγαλύτερες πιθανότητες να κατακτήσει την εξουσία.

Ο ήρωας μας δέχεται την πρόταση, η οποία βέβαια είναι συγκεκριμένου χρόνου. Το σχέδιο είναι, ο Ακίρα να πάρει τις εκλογές ενώ δεν έχει διαφύγει τον κίνδυνο και αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, να δηλωθεί νεκρός. Τα πράγματα βέβαια, ως συνήθως δεν έρχονται όπως προγραμματίζονται, και ο Χοσέ  από ένας εντελώς στον κόσμο του τύπος, τελείως αδιάφορος προς τα κοινά, ενσωματώνει τον ρόλο που του ανατίθεται και μετατρέπεται σε έναν διαφορετικό Ακίρα χαλώντας το σενάριο και κάνοντας την ιστορία ροντέο με πολλούς νεκρούς, απαγωγές και καταδιώξεις. Οι πολλές ανατροπές της ιστορίας θα συνεχιστούν μέχρι το αινιγματικό φινάλε του μυθιστορήματος.

“Είναι εντυπωσιακά τα σπίτια των νεόπλουτων στη Σιουδάδ Αμουραγιάδα. Ο δυναμισμός, η πειθαρχία και το πείσμα που επέδειξαν για να εξαπατήσουν, να συσσωρεύσουν πλούτη και να σφαγιάσουν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Μιράντας αποτυπώνονται σε χλιδάτες οροφές με φατνώματα από γύψο, πολυτελή σιδερένια φιλιγκράν και κατασκευές από ξύλο δρυός που παραπέμπουν στις Χίλιες και μία νύχτες. Η παρομοίωση μ'αυτό το βιβλίο είναι του τουριστικού οδηγού, όχι δικιά μου. Την ώρα που απολαμβάνουμε τις προσόψεις, τις εισόδους, τα πρόστεγα, τα μπαλκόνια (Θεέ μου, κοιτάξτε εδώ υδρορροές, η φράση σχηματίζεται μόνη της στο πάγκρεάς μου) διασχίζει το δρόμο ένα γκρουπ από πάμπλουτους πολίτες. Όλοι τους φορούν άσπρα κεντημένα πουκάμισα, χακί παντελόνια και μικρά ψάθινα καπέλλα: μοιάζουν σαν να έχουν μεταμφιεστεί επί τούτου για μια γιάνκικη ταινία περί Λατινικής Αμερικής. Τριγύρω τους, βουίζοντας σαν σφήκες, περπατούν εκατοντάδες φτωχά παιδιά. Εκατοντάδες που μπορεί να είναι και χιλιάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες εκεί, στην κυψέλη από την οποία προέρχονται (στη σφηκοφωλιά).

Φορούν όλοι τους το λιτό, μινιμαλιστικό συνολάκι της συλλογής φτώχεια καλοκαίρι – καλοκαίρι. Είναι κοκκαλιάρικα, με φουσκωμένες κοιλιές, σκουρόχρωμα, κουρελιάρικα, βρόμικα. Άξιοι εκπρόσωποι της συνομοταξίας τους. Βουίζουν για ένα νόμισαμ. Προερχόμενα από τις χιλιάδες τρώγλες που, ως συνέπεια του πολέμου, εμφανίστηκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια γύρω από τη Σιουδάδ Αμουραγιάδα. Σ'αυτές κατοικούν άνθρωποι που εκδιώχθηκαν από τα αγροκτήματά τους μέσω α)σφαγής, β)πείνας, γ)αρπαγής του αγροκτήματος, δ) άφιξη πολυεθνικής εταιρείας, ε)όλων των προαναφερθέντων, στ)της υπόσχεσης ότι θα έχουν τη χαρά να ζήσουν σε έναν τροπικό παράδεισο, δέκα λεπτά μόλις απόσταση από ένα από τα μαργαριτάρια της αποικιακής αρχιτεκτονικής στην Καραϊβική: τρώγλες που τις κατοικούν όλοι εκείνοι που δεν διαβάζουν, που δεν ψηφίζουν, που δεν έχουν ιδέα ποιός είναι ο Τομάς δελ Πίτο (όλοι εκείνοι που δεν έχουν στον Πίτο μοίρα)."

Τα “Τρία λευκά φέρετρα” είναι ένα κυνικό και ανατρεπτικά σατυρικό βιβλίο, που έχει το άρωμα του εμβληματικού μυθιστορήματος του Γκ.Γκ.Μάρκες “Το φθινόπωρο του Πατριάρχη”. Ο αφηγητής του μυθιστορήματος, ακολουθεί μια διαδρομή αυτογνωσίας και ουσιαστικής ενηλικίωσης, συνειδητοποιώντας την πραγματική κατάσταση της χώρας και τα όχι και τόσο ανιδιοτελή σχέδια των συνεργατών του ήρωα που υποδύεται. Θα πραγματοποιήσει την εξέγερσή του προσπαθώντας να ξεσκεπάσει ένα καθεστώς που είναι δυνατότερο από αυτόν, τόσο δυνατό που το συναντάει μπροστά του ακόμα και στις πιο ανύποπτες στιγμές. Οι νίκες θα είναι πρόσκαιρες και μικρές, αλλά οι ήττες θα είναι συντριπτικές και (υπερβολικά) αιματοβαμμένες.


Στην πολιτική του δυστοπία, ο συγγραφέας επιλέγει ένα γκροτέσκο και υπερβολικό τόνο στην περιγραφή των γεγονότων. Ο ήρωας αυτοσαρκάζεται συνεχώς και η ειρωνία διαπερνάει την ραχοκοκκαλιά του βιβλίου. Υποθέτω ότι είναι ο ασφαλέστερος τρόπος να καταδείξει εμφαντικά την διαφθορά και την βία μιας απάνθρωπης δικτατορίας, η οποία κυριαρχεί με τον φόβο και τα όπλα. Το μυθιστόρημα σε πολλά σημεία ισορροπεί μεταξύ ενός καρτουνίστικου και σλάπστικ ύφους που μετατρέπει ορισμένους δευτερεύοντες χαρακτήρες σε χάρτινους και αναληθείς, χωρίς όμως, το στοιχείο αυτό, να του στερεί την δυναμική των γεγονότων που αφηγείται.

Εν κατακλείδι, τα “Τρία λευκά φέρετρα” είναι ένα συναρπαστικό και σαγηνευτικό πολιτικό θρίλερ, ωραιότατο page-turner βιβλίο, με το οποίο περνάς καταπληκτικά. Σε πολλά σημεία εφιαλτικό και αγωνιώδες, συνεχώς σου κλείνει το μάτι σε καταστάσεις και γεγονότα που είτε έχεις διαβάσει, είτε έχεις δει στην τηλεοπτική οθόνη. Ο συγγραφέας που ζει πλέον στο Ισραήλ, επιλέγει τον δρόμο της λογοτεχνίας για να τονίσει πράγματα και καταστάσεις της ηπείρου ή και της χώρας που γεννήθηκε, πολιτικές δολοπλοκίες που δεν θα μας φανούν τελείως άγνωστες, μια γκροτέσκα καθημερινότητα στην οποία ίσως θα πρέπει να συνηθίσουμε και αυτό κάνει το βιβλίο του ιδιαίτερα επίκαιρο και αιχμηρό.





 
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 15, 2016
posted by Librofilo at Πέμπτη, Δεκεμβρίου 15, 2016 | Permalink
Ωστικό κύμα
«Tα βιβλία που έχουμε ανάγκη είναι εκείνα που πέφτουν σαν το τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής μας», το απόφθεγμα αυτό του Φραντς Κάφκα απηχεί ακριβώς τα συναισθήματα του αναγνώστη από τις πρώτες κιόλας σελίδες του νέου μυθιστορήματος, του πολύ καλού συγγραφέα Νίκου Δαββέτα (Αθήνα,1960), με τίτλο "ΩΣΤΙΚΟ ΚΥΜΑ", (Εκδ. Πατάκη, σελ.157).

Το ΩΣΤΙΚΟ ΚΥΜΑ είναι ένα βιβλίο που σε πιάνει από τον λαιμό από την αρχή και δεν σ'αφήνει να αναπνεύσεις. Με ένα θέμα που αγγίζει όλους μας, είτε είμαστε γονείς, είτε όχι, είτε σκεφτόμαστε ή κάποτε μας πέρασαν από το μυαλό παρόμοιες καταστάσεις για τα παιδιά μας είτε όχι.

Μια μάνα, η Δέσποινα μαθαίνει ότι ο γιός της συγκαταλέγεται στα θύματα της τρομοκρατικής επίθεσης στο μετρό του Λονδίνου. Η Δέσποινα είναι χωρισμένη, πρόσφατα απολυμένη από τη δουλειά της, ζει μόνη και το νέο κυριολεκτικά την διαλύει. Το ωστικό κύμα που πήρε τον γιό της, θα συντρίψει κι εκείνη. Στις μέρες που περνάνε μέχρι να γίνει η ταυτοποίηση, να πάει στο Λονδίνο, να τελειώσουν τα γραφειοκρατικά, φέρνει τη ζωή του παιδιού της στη μνήμη της, τη γέννησή του, τα παιδικά του χρόνια, την οικογενειακή ζωή, την εφηβεία του. Μέσα από ανασυστημένες λεπτομέρειες ψάχνει για λάθη, παραλείψεις, στέκεται σε λεπτομέρειες μικρές που ίσως έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση του ψυχισμού του. Ξεκινώντας από τον αποχαιρετισμό τους την τελευταία φορά που τον επισκέφτηκε στο Λονδίνο και πηγαίνοντας προς τα πίσω θυμάται με τρυφερότητα το πρόσωπό του, τις συνήθειές του.

“...Μα να, πολλές φορές αναρωτήθηκα: “Είναι αυτό το παιδί μου που αποχαιρέτησα πριν από έξι μήνες στην Αθήνα; Ο γιος που γέννησα και μεγάλωσα; Τι σχέση έχει με το παιδί-θαύμα του νηπιαγωγείου, τον χαδιάρη πιτσιρικά, τον μονόχνοτο έφηβο, τον αγανακτισμένο φοιτητή; Πόσοι γιοι υπήρξε ο γιος μου πριν πάρει αυτή τη μορφή;”

Πόσο καλά γνωρίζουμε τα παιδιά μας; Τι μας ξεφεύγει; Τι δεν μπορέσαμε ποτέ να κατανοήσουμε; Η Δέσποινα θα συνειδητοποιήσει ότι δεν ήξερε τον γιό της, απλά ζούσε μαζί του και αργότερα όταν εκείνος έφυγε για τις σπουδές του, τον έχασε ουσιαστικά. Οι ενοχές της την κατακυριεύουν και όταν θα πληροφορηθεί ότι το πιθανότερο είναι ο γιός της να μη βρέθηκε τυχαία στο σημείο της επίθεσης, όλοι οι φόβοι της και αυτό που υποπτευόταν από τα μισόλογα του στην τελευταία της επίσκεψη θα γίνουν πραγματικότητα.

Το Ωστικό κύμα, είναι ένα πολυσύνθετο βιβλίο που έχει πολλαπλές αναγνώσεις. Το πολιτικό θέμα που θίγει είναι ιδιαίτερα ισχυρό και καυτό. Η τρομοκρατία, πως γίνεται κάποιος τρομοκράτης, οι ευθύνες της αστικής κοινωνίας για αυτό το φαινόμενο. Κυρίως όμως αυτή η νουβέλα, είναι ένα βιβλίο που μιλάει για την απώλεια και την θλίψη, τις σχέσεις (οικογενειακές, γονεϊκές, ερωτικές), τη μνήμη, τις μικρές, τη μάνα. Με την υποκειμενική της ματιά εξετάζει τα γεγονότα, λεπτομέρειες που καθορίζουν τη ζωή μας. Όλη η ιστορία περνάει μέσα από την Δέσποινα θυμάται, σχολιάζει. Σ'αυτό το βιβλίο ο συγγραφέας επιλέγει την τριτοπρόσωπη αφήγηση αντί της πρωτοπρόσωπης που έχουν τα προηγούμενά του, αλλά διατηρεί την εμμονή στην λεπτομέρεια, στις αδιόρατες κινήσεις που τραβάνε το βλέμμα, σαν μια κινηματογραφική κάμερα που αιχμαλωτίζει στιγμιότυπα.

“Δεν υπάρχουν θλιμμένα φώτα, έλεγε ο πατέρας της, όταν την κατέβαζε με τ'αγροτικό στην πόλη. Θλίψη γεννά το γύρω τους, αυτό που αποκαλύπτουν μέσα στη νύχτα: ένα χαμένο στην ερημιά κατοικίδιο που οσμίζεται τον θάνατό του, ο σκελετός μιας μηχανής που πήρε κάποτε φωτιά, ένα βαρέλι γεμάτο ντενεκεδάκια μπίρας, σακούλες πλαστικές σκαλωμένες προσωρινά εκεί όπου τις φαντάστηκε η άπνοια. Συνήθως, στρώματα κρεβατιών σκισμένα, με εμφανή ακόμη τα ίχνη από τις προηγούμενες ζωές που φιλοξένησε: σπέρμα, μητρικό γάλα, κόπρανα, ούρα, ιδρώτας, αίμα. Κι ακόμη, θλίψη γεννά αυτό που υποπτεύεσαι ότι φωτίζουν, αλλά εξαιτίας της απόστασης και του αμυδρού φωτισμού δεν είναι ευδιάκριτο. Μαντεύεις ωστόσο το περίγραμμά του και πρέπει να σκεφτείς καλά αν σε συμφέρει να το αναζητήσεις ή να το αφήσεις να χαθεί για πάντα.”

Το βιβλίο συγκινητικό και ελεγειακό, μικρό (σε μέγεθος) αλλά θαυματουργό, συνομιλεί απευθείας με το εξαιρετικό φιλμ LONDON RIVER του 2009 που έχει παρόμοιο θέμα, αλλά και με το πολύ ωραίο μυθιστόρημα της Ευγενίας Μπογιάνου "Ακόμα φεύγει" όπου η μάνα ψάχνει τον εξαφανισμένο (και κατηγορούμενο για τρομοκρατία) γιο της, σε ένα βέβαια τελείως διαφορετικό πλαίσιο. Ομοιότητες που μου ήρθαν αυθόρμητα στο νου διατρέχοντας τις σελίδες του βιβλίου, καθαρά υποκειμενικής υφής και δεν έχουν καμία σημασία.

Ο Δαββέτας επιφυλάσσει για το τέλος μια συζητήσιμη ανατροπή που προσδίδει μια νότα αισιοδοξίας σε ένα φινάλε που προδιαγράφει μια νέα αρχή. Το "Ωστικό κύμα" είναι ένα πολύ σημαντικό υπαινικτικό και καλοκουρδισμένο μυθιστόρημα, με εξαιρετική οικονομία λόγου που χαρακτηρίζει το ευδιάκριτο (και από τα προηγούμενα πολύ καλά μυθιστορήματά του) ύφος του ευρισκόμενου σε δημιουργική ωριμότητα συγγραφέα.









 
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 09, 2016
posted by Librofilo at Παρασκευή, Δεκεμβρίου 09, 2016 | Permalink
Αναποδογεννημένος
Ο “ΑΝΑΠΟΔΟΓΕΝΝΗΜΕΝΟΣ”, του Χρήστου Χρηστίδη (Αθήνα; 1953), (εκδ. Εντευκτηρίου, σελ.87) συνιστά άλλη μια απόδειξη της μαγείας της λογοτεχνίας, που έχει την ικανότητα συνεχώς να σε εκπλήσσει ευχάριστα, με έργα/δημιουργίες που εμφανίζονται ξαφνικά και αναπάντεχα. Είναι η πρώτη εμφάνιση του συγγραφέα, ενός ανθρώπου που ασχολήθηκε (απ' ότι διαβάζω στο μικρό βιογραφικό του), με τα Οικονομικά και το Σινεμά και έχει παρακολουθήσει σεμινάρια πεζογραφίας και ποίησης, ο οποίος όμως με το ντεμπούτο του, παραδίδει μαθήματα υπαινικτικότητας και ύφους, ωριμότητας και λυρισμού.

“Από την κοιλιά της βγαίνεις κακήν κακώς. Σε κλείνουν μια βδομάδα σε θερμοκοιτίδα. Γύρω σου ανάκατες μυρωδιές από γάλα και κακά. Τα πρωινά, σας φροντίζει μια αποστεωμένη γεροντοκόρη νοσοκόμα. Απολαμβάνει ιδιαίτερα, μετά την αλλαγή της πάνας και το πουδράρισμα, να γαργαλάει τις πατούσες των νεογέννητων κι αυτά να της χαμογελούν τρισευτυχισμένα.
Στέκεται πάνω σου, σκύβει και ξύνει με τα κοκαλιάρικα δάχτυλά της τις ροζ πατούσες σου. Το πρόσωπό σου κοκκινίζει. Μπλαβιάζεις. Μπήγεις κάτι τσιρίδες που φτάνουν μέχρι την είσοδο, βγαίνουν έξω στην πόλη και ξεσηκώνουν κρεσέντο κλαυθμού σε όλον τον νεογέννητο πληθυσμό.
Το μεσημέρι μπροστά στην θερμοκοιτίδα σου ξεχωρίζει ένα χαρτόνι με την επιγραφή, ΠΡΟΣΟΧΗ. Αναποδογεννημένος. ΜΗΝ ΕΝΟΧΛΕΙΤΕ.”

Τι είναι όμως ο “Αναποδογεννημένος”; Είναι ένα “αφήγημα” 78 εικόνων, μικροδιηγημάτων (μικροϊστοριών), θραυσμάτων μνήμης. Τα κείμενα δείχνουν αυτοβιογραφικά – και ίσως είναι. Τα περισσότερα είναι πολύ μικρά, κάποια καταλαμβάνουν το 1/3 της σελίδας, μερικά είναι μεγαλύτερα. Η αφήγηση είναι αποσπασματική αλλά εξελικτική, η βρεφική και η παιδική ηλικία, η εφηβεία, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, η ενηλικίωση, το επαγγελματικό περιβάλλον, τα γηρατειά, ο θάνατος και όλα αυτά υπό τη σκιά του πατέρα (κυρίως) και της μητέρας.

Όλα όμως είναι δεμένα χαλαρά και με ένα τρόπο που θυμίζει φωτογραφίες σε σέπια, καθώς η μνήμη παίζει τα παιχνίδιά της αναμειγνύοντας το παρελθόν με το παρόν, τον ενεστώτα χρόνο να γίνεται νοσταλγικός, το χιούμορ να εναλλάσσεται με την ελεγεία. Οι γάμπες, τα γυναικεία πόδια, τα πέλματα, τα παπούτσια, τα γυναικεία εσώρουχα, εμμονές και καταπιεσμένα πάθη, ερωτισμός και παιδική αφέλεια σε μια αφήγηση που σαγηνεύει.

“ “Σήκω, Νικηφόρε, να πάμε σπίτι στη Σινασό, στην Καππαδοκία.”
“Τι λες πατέρα; Εκεί δεν πάει ούτε πλοίο ούτε αεροπλάνο.”
“Πάει η μνήμη” σου λέει με σφραγισμένα χείλη.
Έξι χρόνια μακαρίτης – στον ύπνο σου όμως σουλατσάρει καμαρωτός καμαρωτός.”

Η φθορά του σώματος έρχεται σε αντίθεση με την ζωντάνια της παιδικής ηλικίας, ανήμπορος πλέον με την μνήμη να τον κυριεύει, ο αφηγητής αναμειγνύει εικόνες από το παρελθόν στην παρακμή του παρόντος, καθώς βρίσκεται στο γηροκομείο περιμένοντας τον θάνατό του. Συνεχώς επανέρχονται στη μνήμη του η οικογένειά του, ο παππούς, ο πατέρας, η μητέρα στις τελευταίες τους στιγμές, η αυστηρότητα του πατέρα, η τρυφερότητα της μάνας.

“Γριά με ζαρωμένο πρόσωπο και σώμα μπαίνει στις ιαματικές πηγές και βγαίνει κορίτσι με μαύρο φόρεμα και περμανάντ.
Συχνάζει σε ζαχαροπλαστεία και καφέ. Κάθεται με τις ξαδέλφες και τις φίλες γύρω από πορτοκαλάδες και κρουασάν, μονολογούν όλες μαζί, ονειρεύονται την αυριανή ημέρα ίδια και απαράλλαχτη με τη σημερινή.
Το μεσημέρι μια φίλη της σου τηλεφωνεί αναστατωμένη.
Τις βρίσκεις στο εστιατόριο. Η μητέρα σε κοιτάζει με γλυκιά περιέργεια. “Ποιός είσαι εσύ;” σου λέει.
“Έλα, μαμά, μια κουταλιά για τον μπαμπά σου που σε μάθαινε ποδήλατο χωρίς χέρια” της λες κι ακουμπάς στα χείλη της το κουτάλι με τον ζωμό.
“Καίει μπαμπά” σου λέει και απομακρύνει το χέρι σου.”


Ο λόγος του συγγραφέα είναι κοφτός, βραχυπερίοδος. Η υπέροχη ατμόσφαιρα του βιβλίου είναι ελεγειακή και άκρως συναισθηματική, ενώ η απώλεια, η θλίψη του πένθους δοσμένα με σωστές δόσεις χιούμορ και αυτοσαρκασμού αφοπλίζουν κάθε αντίσταση από τον αναγνώστη που συνεπαρμένος, επαναλαμβάνει την ανάγνωση κάθε σελίδας προσπαθώντας να κρατήσει την απόλαυση που του προσφέρεται σε μικρές δόσεις.

Δεν λείπουν βέβαια τα ελαττώματα, και κάποιες επαναλήψεις αλλά θα αδικούσε την ωραία προσπάθεια του συγγραφέα, να σταθούμε σ' αυτά. Είναι ένα έξοχο μικρό βιβλίο, ο “Αναποδογεννημένος” (σε μια ωραιότατη έκδοση από το περιοδικό "Εντευκτήριο" και με ένα υπέροχο εξώφυλλο, ένα πίνακα του Γ.Ρόρρη), από έναν άνθρωπο που δεν είχε (απ' όσο αντιλαμβάνομαι) δημοσιεύσει κάτι άλλο μέχρι τώρα. Ελπίζω η προσπάθειά του να μη σταματήσει εδώ και να απολαύσουμε και άλλα έργα του στο μέλλον, για την ώρα εύχομαι όλο και περισσότεροι αναγνώστες να ανακαλύψουν αυτό το “διαμαντάκι” γιατί πραγματικά το αξίζει.

“Στοίβα τα φάρμακα στο κομοδίνο, στοίβα κι οι πόνοι σου. Οι σπόνδυλοι τίγκα στα άλατα. Δεν μπορείς να σταθείς στο κρεβάτι. Δεν μπορείς καν να αναπνεύσεις. Ακόμα και για την τουαλέτα, χρειάζεσαι το πι. Πασχίζοντας να το πιάσεις, γλιστράς, σωριάζεσαι στο πάτωμα, βάζεις το σωληνάκι του οξυγόνου στο στόμα, σέρνεσαι στα τέσσερα μέχρι το μπάνιο.
Σε παίρνουν τα κλάματα. Ακούγονται γέλια.

Ανοίγει η πόρτα, εμφανίζεται λαμπερή η μητέρα και πίσω της χαρούμενος ο πατέρας. Σ' αρπάζει και σε σηκώνει ψηλά σαν φτερό. “Μπουσούλησε ο γιος μας!” φωνάζει εκστασιασμένος. Η μητέρα σού ξεκολλάει την πιπίλα απ' το στόμα σου, σου σκάει ρουφηχτό φιλί στον λαιμό.”