Παρασκευή, Δεκεμβρίου 02, 2022
posted by Librofilo at Παρασκευή, Δεκεμβρίου 02, 2022 | Permalink
"ΕΜΕΙΣ"
«Ο άνθρωπος είναι ένα μυθιστόρημα: Μέχρι και την τελευταία σελίδα δεν γνωρίζεις πώς θα τελειώσει. Αλλιώς δεν θα άξιζε να το διαβάσεις…»
 
Η νέα έκδοση του «ΕΜΕΙΣ», του αρχετυπικού δυστοπικού μυθιστορήματος, του Ρώσου συγγραφέα και σεναριογράφου Yevgeny Zamyatin (1884, Λεμπεντιάν – 1937, Παρίσι), από τα Ρωσικά για πρώτη φορά, από τις (εξαιρετικές) εκδόσεις «Έρμα» (σελ.292), σε (έξοχη) μετάφραση της Σοφίας Αυγερινού (και επίμετρα της Ursula Le Guin και του George Orwell), είναι (χωρίς αμφιβολία), ένα από τα λογοτεχνικά γεγονότα της χρονιάς που φεύγει.


Οι παλαιότεροι από εμάς, που ήμασταν φοιτητές στα τέλη της δεκαετίας του 70 και στις αρχές της δεκαετίας του ’80, θυμούνται με νοσταλγία την έκδοση του «Πλέθρου» (από χρόνια εξαντλημένη πλέον), που είχε βγει τότε (σε αξιόλογη μετάφραση από τα Αγγλικά της Ε.Αλεξανδράκη), και το σοκ που είχε προκαλέσει η ανάγνωση του βιβλίου, που χωρίς να γνωρίζουμε τον όρο «δυστοπία», είχε προκαλέσει πολλές συζητήσεις στους βιβλιοφιλικούς κύκλους (και όχι μόνο). Οι εκδόσεις που ακολούθησαν από άλλους εκδοτικούς οίκους, όλες αξιόλογες, δεν ήταν από το πρωτότυπο, γι’ αυτό θεωρώ σημαντική την έκδοση αυτού του μείζονος λογοτεχνικού έργου του 20ου αιώνα, σε μετάφραση από την γλώσσα που γράφτηκε.
 
Το «ΕΜΕΙΣ», γράφτηκε στις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 20ου, στα πρώτα χρόνια της Ρωσικής επανάστασης και είχε την ατυχία να είναι το πρώτο έργο, του οποίου απαγορεύτηκε η έκδοση από το νεαρό επαναστατικό καθεστώς της (τότε) Ε.Σ.Σ.Δ. Το βιβλίο όμως του Ζαμιάτιν, βρήκε τον εκδοτικό του δρόμο, δια της τεθλασμένης, κυκλοφορώντας σε αγγλική μετάφραση το 1924, στα τσέχικα το 1927 και στα γαλλικά το 1929, ενώ εκδόθηκε για πρώτη φορά στη μητρική του γλώσσα το 1952 στις Η.Π.Α.! Έπρεπε να περάσουν 36 χρόνια, ώστε το 1988 να εκδοθεί στη χώρα του. Το βιβλίο αυτό, είναι ένα από τα πρώτα «δυστοπικά» μυθιστορήματα που εκδόθηκαν στον Δυτικό κόσμο (παρακάτω θα αναφέρω επιρροές και «δάνεια»), και αποτέλεσε την βάση (άντε, και κάτι παραπάνω) για εξαιρετικά λογοτεχνικά έργα, όπως «Ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος» του Aldus Huxley (1932), το «Πρόσκληση σε έναν αποκεφαλισμό» του Vladimir Nabokov (1935), ο «Ύμνος» της Ayn Rand (1938), και βέβαια το «1984» του George Orwell (1949) αλλά και αρκετά άλλα. Σε μερικές περιπτώσεις, η κλοπή είναι εμφανέστατη (στον «Ύμνο» της Ραντ π.χ.), σε κάποιες άλλες, οι συγγραφείς έχουν χρησιμοποιήσει ιδέες και στοιχεία του έργου του Ζαμιάτιν.
 
Στο «ΕΜΕΙΣ», βρισκόμαστε περίπου 1000 χρόνια μετά την σημερινή εποχή και διαβάζουμε το ημερολόγιο του κορυφαίου επιστήμονα Δ-503, κατοίκου του Μονοκράτους, ο οποίος είναι ο κατασκευαστής του «Ολοκληρώματος», ενός διαστημόπλοιου, με το οποίο το καθεστώς του Μονοκράτους, σχεδιάζει να κατακτήσει το σύμπαν και να «εξαναγκάσει» σε ευτυχία, τα πλάσματα που θα βρει σε άλλους πλανήτες και ζουν σε κατάσταση «άγριας ελευθερίας». Στο Μονοκράτος δεν υφίσταται η έννοια της Δημοκρατίας, καθώς οι ζωές των πολιτών του, ελέγχονται και παρακολουθούνται.
Οι κάτοικοι του Μονοκράτους δεν έχουν όνομα, αλλά έναν αριθμό με τον οποίο αναγνωρίζονται, τρώνε όλοι τα ίδια χάπια ενώ στον δρόμο πρέπει να περπατάνε και να στοιχίζονται σε τετράδες με χαρούμενη διάθεση. Ζούνε και δουλεύουν σε κτίρια από γυαλί, με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ορατοί από όλους, ενώ η ερωτική πράξη είναι προγραμματισμένη, αφού τους δίνονται ροζ κουπόνια, τα οποία παραδίδουν στους φύλακες των διαμερισμάτων τους. Μόνο σε αυτή την περίπτωση και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, μπορούν να κλείνουν τις περσίδες των διαμερισμάτων που διαμένουν.
 
« «Εν ονόματι του Ευεργέτη ανακοινώνεται σε όλους τους Αριθμούς του Μονοκράτους: Καθένας που νιώθει πως έχει τη δύναμη, υποχρεούται να συνθέσει δοκίμια, ποιήματα, μανιφέστα, ωδές ή άλλα έργα για την ομορφιά και το μεγαλείο του Μονοκράτους.»
«Αυτό θα είναι το πρώτο φορτίο που θα μεταφέρει το ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΑ.»
«Ζήτω το Μονοκράτος, ζήτω οι αριθμοί, ζήτω ο Ευεργέτης!»
Το γράφω – και το νιώθω: Τα μάγουλά μου καίνε. Ναι : να ολοκληρώσουμε τη μεγαλειώδη εξίσωση του σύμπαντος. Ναι: να ευθυγραμμίσουμε την άγρια καμπύλη, να την εξισώσουμε με την εφαπτομένη – την ασύμπτωτο – την ευθεία. Γιατί η γραμμή του Μονοκράτους – είναι η ευθεία. Η μεγάλη, θεϊκή, ακριβής, σοφή ευθεία – η σοφότερη των γραμμών…
Εγώ, ο Δ-503, κατασκευαστής του ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΑΤΟΣ – είμαι μόνο ένας από τους μαθηματικούς του Μονοκράτους. Εγώ είμαι μαθημένος στα ψηφία των αριθμών, η πένα μου δεν έχει τη δύναμη να αποδώσει τη μουσική των παρηχήσεων και της ρίμας. Εγώ απλώς προσπαθώ να καταγράψω αυτό που βλέπω, αυτό που σκέφτομαι – ή, για να είμαι πιο ακριβής, αυτό που σκεφτόμαστε (ακριβώς έτσι: εμείς, και ας είναι αυτό το ΕΜΕΙΣ ο τίτλος των σημειώσεών μου). Αλλά κι αυτές θα είναι βγαλμένες από τη ζωή μας, από τη μαθηματική τελειότητα της ζωής στο Μονοκράτος ž
κι αν είναι έτσι, δεν θα είναι, από μόνες τους και πέρα από τη θέλησή μου, ένα ποίημα; Θα είναι – το πιστεύω και το γνωρίζω.»
 
Σε αυτό το άψογα ρυθμισμένο κράτος-πολιτεία, τι θα μπορούσε να προκαλέσει μια επανάσταση, αφού ο κάθε πολίτης οφείλει να τηρεί ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα; Μήπως ο έρωτας, θα αποτελούσε την «κερκόπορτα» στο σύστημα;
 
Ο Δ-503 έχει μια «σταθερή σεξουαλική σχέση» με την Ο-90, με την οποία συνευρίσκονται σε τακτά χρονικά διαστήματα, αλλά όταν γνωρίσει την Ι-330, θα γοητευτεί σε βαθμό πολύ επικίνδυνο. Η Ι-330 διαφέρει πολύ από οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο του Μονοκράτους έχει γνωρίσει ο Δ-503 στη ζωή του. Αινιγματική και με ισχυρή προσωπικότητα, θα παρασύρει τον άβουλο επιστήμονα, αλλάζοντάς του τη ζωή. Το ζευγάρι θα συναντηθεί στην «Αρχαία Οικία» ∙ ένα σπίτι-μουσείο παλαιότερων αιώνων που διατηρεί το καθεστώς, προστατευμένο από ένα γυάλινο κέλυφος για να μη καταρρεύσει, με δωμάτια, πιάνο, βιβλιοθήκες, παιδικά παιχνίδια, στο οποίο η Ι-330 δείχνει ιδιαίτερα εξοικειωμένη. Εκείνη του προτείνει να συναντιούνται κρυφά, κι ότι έχει την ικανότητα να μπορέσει να του εξασφαλίσει χαρτί ασθενείας, ο Δ-503 αρνείται, αλλά κάτι μέσα του έχει αρχίσει να αλλάζει, ενώ βλέπει ότι παρακολουθούνται από την Ασφάλεια, με έναν πράκτορα τον S-4711 (αναφορά του συγγραφέα στην δημοφιλέστατη τον 19ο αιώνα κολώνια), να τους δίνει ιδιαίτερη προσοχή.
 
Ο Δ-503 αρχίζει να έχει όνειρα και να ξυπνάει αναστατωμένος μέσα στη νύχτα (πράγματα πρωτόγνωρα γι’αυτόν), ενώ όταν θα έρθει σε ερωτική επαφή με την Ι-330 χωρίς το ροζ κουπόνι – μια πράξη επαναστατική αφού ξεφεύγει για πρώτη φορά από τη νόρμα -, μέσα από το ερωτικό του παραλήρημα θα αρχίσει να βλέπει τον εαυτό του ως μια οντότητα, ως μια αυτόνομη προσωπικότητα. Θα είναι αφηρημένος στη δουλειά του, κάτι πολύ επικίνδυνο, καθώς η κατασκευή του διαστημόπλοιου φτάνει προς την ολοκλήρωσή της και οι δοκιμές πλησιάζουν, ενώ η Ι-330 δεν θα αργήσει να του φανερώσει ότι, αποτελεί ηγετικό στέλεχος μιας ανατρεπτικής οργάνωσης ανθρώπων που ζουν έξω από τα όρια του Μονοκράτους. Η κατάσταση θα μπερδευτεί ακόμα περισσότερο, όταν η Ο-90 θα του ζητήσει να την βοηθήσει να τεκνοποιήσει – κάτι που απαγορεύεται από το καθεστώς κι ενώ ο S-4711, αλλά και η γηραιά φύλακας-θυρωρός του κτιρίου που διαμένει, δείχνουν ότι γνωρίζουν κάθε του κίνηση. Ο Δ-503 συνειδητοποιεί την φύση του καθεστώτος το οποίο υπηρετεί, το απάνθρωπο πρόσωπο της εξουσίας, την πολυσχιδή φύση των ανθρώπων.
 
«… Πετάχτηκα πάνω:
«Είναι αδιανόητο! Είναι γελοίο! Δεν έχεις καταλάβει ακόμη πως αυτό που μηχανεύεστε ισοδυναμεί με επανάσταση;»
«Ναι, επανάσταση! Και γιατί να είναι αυτό γελοίο;»
«Είναι γελοίο γιατί δεν μπορεί να υπάρξει καμία επανάσταση. Γιατί η δική μας – εγώ μιλάω, όχι εσύ -, η δική μας επανάσταση ήταν η τελευταία. Δεν μπορούν να υπάρξουν άλλες επαναστάσεις… Όλοι το ξέρουν αυτό…»
Ειρωνικό, αιχμηρό τρίγωνο των φρυδιών.
«Αγαπημένε μου, εσύ είσαι μαθηματικός. Κι επίσης είσαι και φιλόσοφος – λόγω των μαθηματικών. Εντάξει λοιπόν: Πες μου ποιος είναι ο έσχατος αριθμός».
«Δηλαδή; Δεν… δεν καταλαβαίνω: ποιος έσχατος;»
«Ε, να, ο έσχατος, ο ανώτερος, ο μέγιστος…»
«Έλα τώρα, Ι, αυτό είναι γελοίο. Αφού ο αριθμός των αριθμών είναι άπειρος, πώς θες να υπάρχει ένας έσχατος αριθμός;»
«Κι εσύ πώς θες να υπάρχει μια έσχατη επανάσταση; Δεν υπάρχει έσχατη επανάσταση, οι επαναστάσεις είναι άπειρες.
Η έσχατη – αυτό είναι για παιδάκια: Τα παιδιά τα τρομάζει το άπειρο κι είναι απαραίτητο, για να κοιμούνται ήσυχα τα παιδιά τη νύχτα…» »


Το μυθιστόρημα του Ζαμιάτιν έχει ένταση και ρυθμό, ατμόσφαιρα και λυρικότητα, ζωντάνια και φρεσκάδα. Είναι πολυεπίπεδο και με εξαιρετική δομή που είναι ταυτόχρονα και προφητικό σε μια σειρά θεμάτων. Μπορεί στον σημερινό αναγνώστη να μη κάνουν εντύπωση κάποιες λεπτομέρειες στην πλοκή, αλλά όταν συνειδητοποιήσει ότι αυτά, γραφόντουσαν, το 1922-23 ξαφνιάζεται.
 
Ο συγγραφέας συμπυκνώνει στην αφήγησή του αρχαιοελληνικούς μύθους, σκηνές από την Παλαιά Διαθήκη, από την φιλοσοφία του Πλάτωνα, από την «Ουτοπία» του Thomas More και την «Πόλη του Ήλιου» («Civitas Solis») του Τομάζο Καμπανέλα, αλλά και τις λογοτεχνικές απόπειρες των τελευταίων χρόνων του 19ου αιώνα, και των αρχών του 20ου, από συγγραφείς όπως ο Edward BellamyΚοιτώντας το παρελθόν (1888)») και H.G.WellsΜηχανή του Χρόνου» (1895) και «Ο Αόρατος Άνθρωπος»(1897). Ιδιαίτερα ο Βρετανός H.G.Wells άσκησε μεγάλη επιρροή στον Ζαμιάτιν, ο οποίος έγραψε μια μονογραφία/δοκίμιο γι’ αυτόν το 1922, ενώ επίβλεψε τις μεταφράσεις των έργων του στα Ρωσικά. Γενικότερα στην πλοκή του «ΕΜΕΙΣ» διακρίνουμε εξωτερικά στοιχεία από μυθιστορήματα του H.G.Wells.
 
Ο Ζαμιάτιν όμως πηγαίνει ένα ή και πολλά βήματα, μακριά από τις επιρροές του, χρησιμοποιώντας την σύνδεση του σεξ με την επανάσταση, καθώς η Ι-330, σαγηνεύει και έλκει κοντά της, τον Δ-503, μέσω της ερωτικής πράξης, κι ενώ εκείνος είναι ερωτευμένος μαζί της, ενεργοποιείται η ανθρώπινη φύση του, προβληματιζόμενος για την καταγωγή του, τον εαυτό του, τη ζωή που ζει.
 
Φιλοσοφικό, προφητικό αλλά και τραγικά επίκαιρο, το «ΕΜΕΙΣ», θέτει στον αναγνώστη, μια σειρά από ερωτήματα για την ανθρώπινη φύση αλλά και για τις «Ουτοπίες» που μετατρέπονται σε «Δυστοπίες». Είναι οι «ουτοπίες» καταδικασμένες να εξελιχθούν σε αυταρχικά καθεστώτα; Ποια είναι η σχέση τους με την ευτυχία και την ευμάρεια; Πώς προσαρμόζονται οι σκεπτόμενοι άνθρωποι που αμφισβητούν και έχουν διαρκώς ερωτήματα, σε μια κοινωνία που έχει για κύριο μέλημά της, την οργάνωση με κάθε τρόπο; Για να επιτύχει μια «ουτοπία», πρέπει να οικοδομήσουμε το σύστημα σιγά-σιγά ή να αλλάξουμε τους εαυτούς μας; Σε ένα κράτος πλήρως ελεγχόμενο, που βρίσκεται ο άνθρωπος; Εκείνο όμως που σε πρώτο τουλάχιστον επίπεδο γοητεύει τον σημερινό αναγνώστη, είναι η ποιητικότητα του κειμένου, το χιούμορ και το κοινωνικό σχόλιο, οι εκπληκτικές λεπτομέρειες μιας κοινωνίας που στοιχεία της, είδαμε τα επόμενα χρόνια από τότε που κυκλοφόρησε το βιβλίο.
 
Ο Ζαμιάτιν περιγράφει μια μελλοντική κοινωνία, με ανθρώπους ρομπότ, πλήρως υποταγμένους και χωρίς δυνατότητα κριτικής σκέψης. Είναι ένας εφιαλτικός κόσμος, που μπορεί (όπως δείχνει η πλοκή του βιβλίου), να γίνει ακόμα πιο σκοτεινός και απάνθρωπος. Οι ήρωες της ιστορίας του είναι καταδικασμένοι να συντριβούν, όπως οι ανεξάρτητες φωνές στο καθεστώς που έχει ήδη επικρατήσει στη χώρα που ζούσε και έγραφε ο συγγραφέας, πράγμα που όταν το συνειδητοποιήσει ο αναγνώστης, κάνει το βιβλίο ακόμα πιο εφιαλτικό – όταν γράφτηκε το «ΕΜΕΙΣ», δεν είχε ξεκινήσει η εποχή του Στάλιν (εκείνος ήταν ακόμα υψηλόβαθμο στέλεχος του Κόμματος), όμως ο Ζαμιάτιν καίριος και ευφυής έβλεπε το μέλλον να έρχεται γοργά.
 
Ο Ζαμιάτιν σπούδασε ναυπηγός μηχανικός, εξορίστηκε μετά την επανάσταση του 1905, και έγινε μέλος του κόμματος των Μπολσεβίκων αργότερα, ενώ εξορίστηκε ξανά το 1911, για να επιστρέψει στη χώρα του δυο χρόνια μετά, όταν άρχισε και η συγγραφική του πορεία. Η διαμονή του στην Μ.Βρετανία, δουλεύοντας ως ναυπηγός μηχανικός και επιβλέποντας την ναυπήγηση του μεγαλύτερου Ρωσικού παγοθραυστικού, τον επηρέασε βαθιά, γράφοντας το πρώτο του μυθιστόρημα, όπου σατιρίζει την Αγγλική κοινωνία και τις συνήθειές της. Παρότι στήριξε την επανάσταση, πολύ νωρίς διαχώρισε τη θέση του, με κείμενα όπου προβληματιζόταν για τη φύση και την πορεία της. Το «ΕΜΕΙΣ» απαγορεύτηκε να εκδοθεί στη χώρα του, βγαίνοντας κατευθείαν σε Αγγλική μετάφραση, αλλά τουλάχιστον αντίτυπα από την Τσέχικη κυρίως έκδοση του 1927, κυκλοφόρησαν παράνομα στην ΕΣΣΔ. Η σημαντική θέση του ως ναυπηγός, τον είχε κάνει απαραίτητο, και παρά τη δυσαρέσκεια του Σταλινικού (πλέον) καθεστώτος, δεν κυνηγήθηκε και κατάφερε να πάρει άδεια αναχώρησης στο εξωτερικό, όπου κατέφυγε στη Γαλλία το 1931. Εκεί εργάστηκε για λίγο σε κινηματογραφικές παραγωγές ως σεναριογράφος, αλλά στη μεγαλύτερη διάρκεια της παραμονής του, στο Παρίσι, έζησε σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Πέθανε το 1937 από καρδιακή προσβολή αφήνοντας ημιτελές το τελευταίο του μυθιστόρημα.
 
Βαθμολογία 88 / 100 


 
Τετάρτη, Νοεμβρίου 23, 2022
posted by Librofilo at Τετάρτη, Νοεμβρίου 23, 2022 | Permalink
Μια περιπλάνηση στην Αιώνια Πόλη ("Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη")

 

Ένα μυθιστόρημα από αυτά που δεν περιμένεις και σου φανερώνονται απρόσμενα σαν δώρο, είναι «ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΛΟΚΑΡΙ ΣΤΗ ΡΩΜΗ»Lultima estate in citta»), του Ιταλού συγγραφέα, δημοσιογράφου και σεναριογράφου Gianfranco Calligarich (1947, Ασμάρα Ερυθραίας), βιβλίο που πρωτοεκδόθηκε το 1973, σε 17000 αντίτυπα, κέρδισε ένα σημαντικό βραβείο και δεν ξαναβγήκε στην αγορά – μια περίπτωση αντίστοιχη του έξοχου «Σκοτεινού νερού» του Πουλιέζε -, μέχρι τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, όπου η μεγάλη ζήτηση το ξαναέφερε στην αγορά και στην επικαιρότητα. Ευτυχώς το διαβάζουμε και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ίκαρος, σε ωραία μετάφραση της Δ.Δότση (σελ.215).


Στο σύντομο βιβλίο του ο Καλιγκάριτς, περιγράφει μια περίοδο της ζωής ενός τριαντάχρονου άνδρα, που βλέπει τις προσδοκίες του να διαψεύδονται, να αποτυγχάνει σε ότι επιχειρεί ž η μετακόμιση στη Ρώμη, ένας μεγάλος έρωτας, μια καριέρα στη δημοσιογραφία, δεν φέρνουν τίποτα άλλο από αδιέξοδα σε όλα τα επίπεδα. Ο ήρωας του μυθιστορήματος, ο δημοσιογράφος Λέο Γκατζάρα θα μετακομίσει στη Ρώμη από το σκοτεινό και αποπνικτικό (κυρίως λόγω της οικογένειάς του) Μιλάνο. Κι εκεί θα δει τη ζωή του να αλλάζει.

«… η Ρώμη κουβαλάει μέσα της μια πρωτόγνωρη μέθη που κατακαίει τις αναμνήσεις. Πιο πολύ κι από πόλη είναι ένα μυστικό κομμάτι του εαυτού σου, ένα κρυμμένο αγρίμι. Δεν υπάρχουν ημίμετρα μαζί της. Ή θα γίνει ο έρωτας της ζωής σου ή θα πρέπει να την παρατήσεις, διότι ένα πράγμα απαιτεί το γλυκό αγρίμι: να το αγαπήσεις. Κι αυτά είναι τα μοναδικά τέλη διοδίων που θα σου επιβληθούν απ’ όπου κι αν έρχεσαι, είτε από τους πράσινους ανηφορικούς δρόμους του βορρά, είτε από τις κυματοειδείς ευθείες του νότου, είτε από τις αβύσσους της ψυχής σου. Αν την αγαπήσεις, θα σου δοθεί έτσι όπως την ποθείς, κι εσύ δεν πρέπει να κάνεις τίποτε άλλο παρά να αφεθείς στον ρου της, πλέοντας σε απόσταση αναπνοής από την ευτυχία που σου αξίζει.»

 
 
Πως όμως είναι, να βρίσκεσαι με ελάχιστα χρήματα σε μια πόλη που σε μαγεύει και σε παρασέρνει σε άλλους ρυθμούς; Ο Λέο, δείχνει από την αρχή του βιβλίου, ότι δεν τον πολυενδιαφέρει η δημοσιογραφία (ή τουλάχιστον, οι θέσεις που του προτείνονται). Οραματίζεται τον εαυτό του ως κάτι μάλλον διαφορετικό από αυτό που πραγματικά είναι, σαν έναν περιπλανώμενο μποέμ, που είναι φτιαγμένος για μεγάλα πράγματα, τα οποία κανείς (ως συνήθως) δεν διακρίνει. Ένα φιλικό του ζευγάρι που βρήκε δουλειά στο εξωτερικό, θα του παραχωρήσει ένα διαμέρισμα στο κέντρο και θα του πουλήσει το παλιό τους αυτοκίνητο. Ο Λέο θα βολτάρει στην άδεια λόγω του καλοκαιριού Ρώμη, θα πίνει καφέδες και ποτά στην Πιάτσα Ναβόνα, θα προσπαθεί να ακολουθήσει τη ζωή των διαφόρων γνωριμιών του από την μοδάτη κοινωνία της πόλης και όταν διαπιστώσει ότι ξεμένει από χρήματα, θα προσπαθήσει να βρει δουλειές στην τηλεόραση ή σε αθλητικές εφημερίδες που δεν καλύπτουν τις (θολές) φιλοδοξίες του.
 
Σε μια γιορτή, σε ένα φιλικό σπίτι, θα γνωρίσει την (εκπάγλου καλλονής) Αριάννα, μια νεαρή φοιτήτρια Αρχιτεκτονικής, που έχει μαζί της τον πρώτο τόμο από το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Μ.Προυστ, ενώ σε μια αποστροφή της κουβέντας, που και σε ποια εποχή θα θέλανε να ζούσανε, του απαντάει «στο Κομπραί». Τι παραπάνω να ζητήσει, ο νεαρός και ρομαντικός Λέο; Μετά από μια «αυτοκινητάδα» στην πόλη το ξημέρωμα, ο Λέο συνειδητοποιεί δύο πράγματα: αυτή η σχέση που διαγράφεται στον ορίζοντα, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για αισιοδοξία  και η Αριάννα δεν έχει διαβάσει ούτε γραμμή από τον Προυστ.
 
Η Αριάννα μπορεί να σπουδάζει στην Αρχιτεκτονική, με πρόθεση να εργαστεί στη γενέτειρά της, την Βενετία, αλλά για την ώρα, το μόνο που δείχνει να την ενδιαφέρει, είναι να τριγυρίζει τις νύχτες έξω, γνωρίζοντας όλα τα στέκια, και κολυμπώντας στην πισίνα του σπιτιού της επιχειρηματία και στριφνής αδελφής της και της κοσμικής παρέας της, που περιλαμβάνει τηλεοπτικούς παραγωγούς, ζωγράφους και διάφορους ανέμελους πλούσιους. Ο μπερδεμένος Λέο δείχνει αμήχανος στη διαχείριση της κατάστασης, ενώ την ερωτεύεται όλο και περισσότερο. Η προσπάθεια για σεξ αποτυγχάνει οικτρά από την πλευρά του μπλοκαρισμένου νέου, που βλέπει ότι η Αριάννα είναι ένα αερικό που θα του ξεφεύγει διαρκώς.
 
«Πρέπει να ξέρεις δυο τρία πράγματα για τον συγγραφέα», της απάντησα εγώ και μετά συνέχισα λέγοντας πως ούτως ή άλλως ήταν διαπιστωμένο ότι, έπειτα από τον ερχομό της τηλεόρασης, η ανάγνωση γινόταν σταδιακά μια τόσο ξεπερασμένη δραστηριότητα, που θα άντεχε ακόμη μόνο αν είχε να κάνει με ανθρώπους ενός συγκεκριμένου επιπέδου ευφυίας. «Οι αναγνώστες είναι είδος προς εξαφάνιση. Σαν τις φάλαινες, τις πέρδικες και τα άγρια ζώα, εν ολίγοις», σχολίασα. «Ο Μπόρχες τους αποκαλεί μαύρους κύκνους και υποστηρίζει ότι οι καλοί αναγνώστες είναι πλέον πιο σπάνιοι κι από τους καλούς συγγραφείς. Λέει επίσης πως η ανάγνωση είναι πράξη μεταγενέστερη της γραφής, πιο ταπεινή, πιο ευγενής, πιο πνευματική. Όχι», συνέχισα να λέω, «άλλος είναι ο κίνδυνος. Τα βιβλία προξενούν διαφορετικές εντυπώσεις ανάλογα με τη ψυχική μας κατάσταση τη στιγμή που τα διαβάζουμε. Ένα βιβλίο που στην πρώτη ανάγνωση σου είχε φανεί κοινότοπο, στη δεύτερη ανάγνωση μπορεί να σε μαγέψει, μόνο και μόνο επειδή στο μεταξύ πέρασες μια στεναχώρια ή έκανες ένα ταξίδι ή ερωτεύτηκες. Με λίγα λόγια επειδή βίωσες κάτι».
 
Βόλτες στη θάλασσα με την Αριάννα σε μερικές από τις πιο ωραίες σκηνές του βιβλίου, βόλτες στη νύχτα, πίνοντας και μεθώντας με τον (πληθωρικό και αρκετά μεγαλύτερο) φίλο του Γκρατσιάνο, που νιώθει απελευθερωμένος από την πάμπλουτη Αμερικανίδα σύζυγό του, ο Λέο τριγυρίζει στις πλατείες, στα μπαρ, τα χορευτικά κέντρα και τις τρατορίες της Αιώνιας Πόλης, η σχέση του με την Αριάννα άλλοτε δείχνει να μπαίνει σε ένα δρόμο, άλλοτε χάνονται για μέρες, ενώ οι επαγγελματικές του προσπάθειες αποτυγχάνουν  συνεχώς και καταλήγει να είναι σαν ασκούμενος σε μια αθλητική εφημερίδα, με την επιστροφή στο Μιλάνο να είναι μια λύση, αλλά και ταυτόχρονα ήττα και εφιάλτης.


Το μυθιστόρημα, μπορεί να έχει την ατμόσφαιρα των ταινιών του Φελίνι («Dolce vita» και «8μιση») αλλά δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι οι εποχές είναι διαφορετικές και η Ιταλία βρίσκεται σε πολιτική και οικονομική κρίση, που μπορεί να μην είναι εμφανείς σε πρώτο επίπεδο στο βιβλίο, αλλά διακρίνονται στο υπόβαθρό του. Οι ήρωες δεν ασχολούνται καθόλου με την πολιτική κατάσταση και την έξαρση της τρομοκρατίας της εποχής (βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’70), αλλά είναι αρκετά ευδιάκριτο ότι, ο Καλιγκάριτς αναπαριστά το τέλος μιας εποχής και την παρακμή των παλιών κεφάτων πλεϊμπόις σε μια πόλη που εκφράζει απόλυτα αυτή την πορεία προς τον μαρασμό. Ο συγγραφέας δεν ακολουθεί την γκροτέσκα απεικόνιση των ταινιών του Paolo Sorrentino, οι συζητήσεις είναι μελαγχολικές και οι παρατηρήσεις με την μορφή σχολίων ή αποφθεγμάτων, ( καθώς οι ήρωες του βιβλίου τριγυρίζουν στην πόλη) αφοπλιστικές και γοητευτικές.
 
Μπορεί οι βόλτες στα μπαρ και το πολύ πιοτό να απηχεί βιβλία του Χέμινγουέι, αλλά ο Λέο είναι ένας τυπικός ήρωας των βιβλίων του Φ.Σ.Φιτζέραλντ – εξάλλου η ατμόσφαιρα θυμίζει αυτή των βιβλίων των Αμερικανών συγγραφέων του Μεσοπολέμου -, με τους χαρακτήρες να είναι «larger than life», εξωστρεφείς και πληθωρικοί, επιπόλαιοι και ανερμάτιστοι. Ο Λέο μέσα στα υπαρξιακά του αδιέξοδα, πάντα ανικανοποίητος και μπερδεμένος, δείχνει αποξενωμένος, ανίκανος να διαχειριστεί τις κρίσεις, περισσότερο γοητευμένος με την ιδέα του εαυτού του ως μονίμως χαμένου, ένας «αιώνιος έφηβος» που περιμένει να ωριμάσει.
 
Έτερος μεγάλος πρωταγωνιστής του βιβλίου, είναι ασφαλώς η Ρώμη. Η μαγευτική παρακμιακή πόλη και οι εξοχές της, που τριγυρίζει (και ανακαλύπτει) ο Λέο και η εκάστοτε παρέα του. Στην άδεια (λόγω διακοπών των κατοίκων της) και πάντα φασαριόζικη πόλη, οι ατελείωτες βόλτες με την παλιά Alfa-Romeo, τα καφέ στις υπέροχες πλατείες, τα στενά σοκάκια, τα παλιά σπίτια, η φασαρία και οι θόρυβοι, συνιστούν ένα κινηματογραφικό σκηνικό που νιώθεις ότι συμμετέχεις χάρη στην φρεσκάδα και την ζωντάνια του μυθιστορήματος. Διατρέχοντας τις σελίδες του, νιώθεις ότι διαβάζεις κι ανακαλύπτεις την πόλη για πρώτη φορά ž ο Καλιγκάριτς μεταδίδει τους ρυθμούς της και μεταφέρει, το χάος και την παρακμιακή γοητεία της, με ακαματάχητο στυλ.
 
Υπέροχο και τόσο φρέσκο (παρά την ηλικία του) αλλά και απόλυτα κινηματογραφικό «Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη», χαρίζει στιγμές μοναδικής αναγνωστικής απόλαυσης. Παρά τα υπαρξιακά αδιέξοδα του (μοναδικού λογοτεχνικά) ήρωά του και την αιωρούμενη μελαγχολία σε όλο το βιβλίο, ο συγγραφέας κατόρθωσε να ισορροπήσει με θαυμαστό τρόπο μεταξύ κωμωδίας και τραγωδίας, γέλιου και κλάματος, απελπισίας και αισιοδοξίας, ελαφράδας και σοβαρότητας σε ένα βιβλίο που σε «αιχμαλωτίζει» από την πρώτη έως την τελευταία παράγραφό του.
 
Βαθμολογία 84 / 100


 
Τετάρτη, Νοεμβρίου 16, 2022
posted by Librofilo at Τετάρτη, Νοεμβρίου 16, 2022 | Permalink
"Ο μικρός Γκοντάρ"

 

Όποιος πιάνει στα χέρια του, κάποιο από τα μυθιστορήματα της Μαρίας Γαβαλά (1947, Κορωπί Αττικής), θα πρέπει να έχει μόνιμα στο πίσω μέρος του εγκεφάλου του, ότι η εξαίρετη συγγραφέας δεν ασχολείται μόνο με την λογοτεχνία αλλά είναι (ή κυρίως ήταν) άνθρωπος του κινηματογράφου, σκηνοθέτις και σεναριογράφος, αλλά και θεωρητικός της (αποκαλούμενης ως) «7ης Τέχνης». Τα βιβλία της, προσφέρουν έναν ιδιαίτερα σαγηνευτικό συνδυασμό λόγου και εικόνας (άλλο λιγότερο, άλλο περισσότερο έντονα), που είναι μοναδικός στην εγχώρια λογοτεχνική σκηνή. Το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά της «Ο ΜΙΚΡΟΣ ΓΚΟΝΤΑΡ» - εκδ. Πόλις, σελ. 332, εκτός από το εμφανές, ότι δηλαδή είναι ένα τυπικό μυθιστόρημα ενηλικίωσης («bildungsroman»), είναι ένα πολύ στοχαστικό βιβλίο, ενώ έχει και πολλά στοιχεία  «αυτομυθοπλασίας» («autofiction»).


Η ηρωίδα και αφηγήτρια του μυθιστορήματος είναι η Λουκία Βακαρή που πηγαίνει στο Παρίσι να σπουδάσει Κινηματογράφο. Βρισκόμαστε στο 1969 και η νεαρή και λίγο αφελής Ελληνίδα, θα γνωριστεί με τον Γκασπάρ, που δεν ήταν φοιτητής αλλά κινηματογραφούσε με την παλιά του μηχανή, σκηνές από τον δρόμο, το προαύλιο της σχολής κλπ. Ο Γκασπάρ ήταν μεγαλωμένος σε ανάδοχες οικογένειες και η προσωπική του ζωή ήταν το τελείως αντίθετο, της τακτοποιημένης και ήρεμης ζωής της Λουκίας που προέρχονταν από μια αστική οικογένεια της Αθήνας.
 
Οι δύο τόσο διαφορετικοί νέοι θα ερωτευτούν, θα έχουν σεξουαλικές συναντήσεις στην σοφίτα του Γκασπάρ αλλά η σχέση τους απέχει από το να είναι, όπως τουλάχιστον θα την περίμενε η ερωτευμένη Λουκία, καθώς εκείνος είναι ένα «άπιαστο πουλί», που είναι διαρκώς σε κίνηση, τραβώντας πλάνα από διαδηλώσεις, συγκεντρώσεις, τυχαία, ανάκατα. Εντωμεταξύ στην Αθήνα, τα οικογενειακά προβλήματα της Λουκίας είναι πολλά. Ο δίδυμος αδελφός του πατέρα της, ο «θείος Στέφανος», συλλαμβάνεται από την Χουντική κυβέρνηση ως αντιφρονών και φυλακίζεται. Το γεγονός αυτό, κινητοποιεί την μητέρα της Λουκίας, που είχε εγκαταλείψει τον πατέρα της, η οποία επανέρχεται στην οικογενειακή εστία ως δυναμικότερη όλων για να βοηθήσει όσο μπορεί.
 
Η φυλάκιση και η επερχόμενη δίκη του Στέφανου, υποχρεώνει την Λουκία να περνάει αρκετό καιρό στην Αθήνα, όπου παρακολουθούμε την (ενδιαφέρουσα) οικογενειακή ιστορία (και των δύο οικογενειών). Ο Γκασπάρ από την άλλη ζει μια ζωή στο δρόμο, πηγαίνει στην Αλγερία, κινηματογραφεί μαρτυρίες από ανθρώπους που έζησαν την μεγάλη διαδήλωση των Αλγερινών στο Παρίσι το 1961, θεωρεί ότι η Αφρική έχει τεράστιο ενδιαφέρον για τη δουλειά του. Όσο και να φέρνουν όλα αυτά σε αμηχανία την Λουκία, που δεν συμφωνεί απόλυτα με την μανία του συντρόφου της για την Αφρική, ο ενθουσιασμός του θα την κάνει να δει το σινεμά διαφορετικά, θα ανατρέψει τις ιδέες που είχε ∙ ο κόσμος της πλέον έχει αλλάξει, είτε στο Παρίσι, είτε στην Αθήνα.
 
«Ήταν οι μαρτυρίες των ανθρώπων που είχαν γλιτώσει από τη σφαγή και στη συνέχεια εγκατέλειψαν, σιγά σιγά, μες στον χρόνο, τη Γαλλία για να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, μη νιώθοντας ασφαλείς στο Παρίσι. Απ’ ότι κατάλαβα, άλλοι έρχονταν στη Γαλλία επειδή δεν ένιωθαν ασφαλείς στην Αλγερία, κι άλλοι επέστρεφαν στην Αλγερία επειδή δεν ένιωθαν ασφαλείς στη Γαλλία. Ενώ εμείς οι Έλληνες ερχόμασταν στη Γαλλία επειδή δεν ήμασταν ασφαλείς στην Ελλάδα και, για να επιστρέψουμε, περιμέναμε να καθαρίσει ο τόπος μας από τα χουντικά αγκάθια και παράσιτα. Οι εθνοτικές μας ομοιότητες σχετίζονταν με το αίμα της εμφύλιας φαγωμάρας, με τα βασανιστήρια των εξεγερμένων και των αντιφρονούντων, με το ούζο και το ανιζέτ, με τον δάκο των ελαιόδεντρων και με τον δρόμο του εκτοπισμού – ή δεν ξέρω με τι άλλο ακόμα, δεν ήμουν ειδική σε αυτά τα ζητήματα.»
 
Ο αναγνώστης που θα προσεγγίσει το βιβλίο, νομίζοντας (ή ελπίζοντας ίσως) ότι θα βρει στις σελίδες του, να υπάρχουν αναφορές στον Ζαν – Λικ Γκοντάρ ή ίσως να υπάρχει μυθιστορηματική εμπλοκή του σκηνοθέτη, δεν θα βρει τίποτα, παρά μόνο αναφορές άμεσα ή έμμεσα σε αυτόν. Όπως δηλώνει σε συνεντεύξεις της, η συγγραφέας, έμπνευση για την ιστορία της είναι η δεύτερη ταινία του Γάλλου δημιουργού (και μια από τις πιο άγνωστές του) «Ο μικρός στρατιώτης» («Le Petit Soldat»). Στην ταινία του 1960 (που προβλήθηκε το 1963), υπάρχει μίξη ντοκουμέντου με μυθοπλασία, διαρκής κίνηση της κάμερας, πολύ voice-over, η Άννα Καρίνα συγκλονιστική, ερωτήματα που δεν βρίσκουν απαντήσεις, και πάνω απ’ όλα η τεχνική του «κάμερα-στυλό» με τους ηθοποιούς να περπατάνε στους δρόμους της πόλης. Η συγγραφέας εντάσσει στους προβληματισμούς της, τα στοιχεία από το είδος σινεμά που υπηρέτησε ο Γκοντάρ, σε ένα μυθιστόρημα πιο κοντά στο είδος του «cinema verite» απ’ οποιοδήποτε άλλο.
 
Η ηρωίδα της βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κόσμους, εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους. Η επαρχιακή Αθήνα της εποχής, η οικογένεια με τα προβλήματά της, η Χούντα, οι απαγορεύσεις, ο συντηρητισμός της κοινωνίας και από την άλλη, ο κοσμοπολιτισμός του Παρισιού, η ελευθερία, η μητρόπολις με τις φυλές των ανθρώπων, ο ενθουσιασμός του έρωτα και κυρίως ένα σινεμά που ανακαλύπτει ότι υπάρχει, ένα «σινεμά του δρόμου» και της διαρκούς κίνησης, ένα σινεμά άναρχο και αδέσμευτο, «ακατέργαστο» και αληθινό. Δεν θα περιπλανηθεί όπως ο σύντροφός της εξωτερικά, αλλά εσωτερικά – μέσα της θα γίνει η μεγάλη αλλαγή, η ενηλικίωση, το παιδί που θα γίνει γυναίκα.
 
«Συνέχιζα, λοιπόν, να μένω κοντά στους γονείς μου, έχοντας επιστρέψει στη λογική και τακτική μιας παιδικότητας, που άλλοτε μου άρεσε – ήταν ένα κουκούλι προστασίας, κι ας ερχόταν σε ρήξη με την αγαπημένη ρήση της μάνας μου, το «έξω από το καβούκι μας» - κι άλλοτε, πάλι, με εξόργιζε και μου προκαλούσε ασφυξία, διότι μου φαινόταν πως δεν θα κατάφερνα ποτέ να απογαλακτιστώ και να γίνω αυτόνομη. Με τον δρόμο που είχαν πάρει τα πράγματα, η ελευθερία μου κατέληξε να επιδεικνύεται σε δυο τετράδια, το Clairefontaine, δίδυμα ως προς την εξωτερική όψη, το ένα ριγωμένο και το άλλο αρίγωτο, φερμένα από το Παρίσι, όπου μέσα στο γραμμωτό, εκτός από το να κρατώ ημερολογιακές σημειώσεις, πρόσθετα και κάποια θραύσματα ονείρων που τα θεωρούσα άξια καταγραφής, ενώ στο άλλο σχεδίαζα τα αξιοπερίεργα και μυστήρια των δρόμων, των ερειπίων ή των καταγωγίων, με τη βοήθεια ενός μαλακού Albrect Durer Faber. Κάπου είχα διαβάσει ότι το γράψιμο ή το σχεδίασμα ισοδυναμούν με την κατασκευή ταινιών.»


Οι χαρακτήρες του βιβλίου, άψογοι λογοτεχνικά όλοι τους, υπηρετούν με συνέπεια το πλάνο της συγγραφέως. Ξεχωρίζουν βέβαια οι δύο κεντρικοί ήρωες, η Λουκία και ο Γκασπάρ, που βιώνουν έναν έρωτα «δύσκολο» αλλά δυνατό, γεμάτο αντιξοότητες και προβλήματα. Η Γαβαλά βρίσκει την ευκαιρία να στοχαστεί πάνω στη φύση του κινηματογράφου, στο τι είναι «αλήθεια» στον κινηματογράφο, στην τέχνη, στη ζωή, για το σινεμά που φτιάχνει ο Γκασπάρ και της ανοίγει άλλους ορίζοντες, για την αναπαράσταση των γεγονότων, για την πολιτική και τον άνθρωπο.
 
Ατμοσφαιρικό και γεμάτο κινηματογραφικές εικόνες το βιβλίο, ουσιαστικά από την πρώτη του σελίδα, «αιχμαλωτίζει» τον αναγνώστη με τη γοητεία και την λογοτεχνική του στιβαρότητα. Με σκηνές μεγάλης ομορφιάς (ο χορός της Λουκίας με τον θείο Στέφανο στο ερειπωμένο αρχοντικό, το επεισόδιο με τον ασφαλίτη που την έκανε να κατουρηθεί επάνω της, ο στρατιώτης που τρώει το κέικ που προοριζόταν για τον εξορισμένο και πολλές-πολλές άλλες) να κυριαρχούν στο μυθιστόρημα, ο αναγνώστης αφήνεται στον ρυθμό του, και απολαμβάνει ένα έξοχο βιβλίο.
 
«Ο ΜΙΚΡΟΣ ΓΚΟΝΤΑΡ», βιβλίο απολαυστικό και ταυτόχρονα στοχαστικό, θέτει ερωτήματα που ωθούν σε σκέψεις, αναπαριστά με ζωντάνια μια εποχή που φαντάζει τόσο μακρινή αλλά είναι πάντα επίκαιρη, χωρίς διδακτισμό με χαμηλότονο ύφος, ενώ η εξέλιξη της ιστορίας προσφέρει ανατροπές και κρατάει τον αναγνώστη σε ένα διαρκές ενδιαφέρον. Μπορεί να μη φτάνει στο ύψος του (συγκλονιστικού) προηγούμενου μυθιστορήματός της («Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ»), αλλά είναι ένα υπέροχο και δυνατό μυθιστόρημα.
 
Βαθμολογία 82 / 100


 
 
 
 
Τρίτη, Νοεμβρίου 08, 2022
posted by Librofilo at Τρίτη, Νοεμβρίου 08, 2022 | Permalink
Vernon Subutex 2 (μια απογοητευτική συνέχεια)
Έκλεινα το κείμενό μου στο blog, για το πρώτο βιβλίο της τριλογίας του  «ΒΕΡΝΟΝ ΣΟΥΜΠΟΥΤΕΞ», λέγοντας: «ανυπομονώ για τη συνέχεια»! Τόσο, είχα γοητευτεί από το άναρχο χιούμορ, τον ελκυστικό και ταυτόχρονα απωθητικό ήρωα, την ζωντάνια και την ένταση του βιβλίου. Δυστυχώς η συνέχεια ήρθε για να προσγειώσει κάπως ανώμαλα τις προσδοκίες μου, καθώς το «ΒΕΡΝΟΝ ΣΟΥΜΠΟΥΤΕΞ 2» («Vernon Subutex, 2»), το δεύτερο μέρος της τριλογίας της Γαλλίδας Virginie Despentes (1969, Νανσύ) – (εκδόσεις Στερέωμα, (ωραία και πάλι) μετάφραση της Ρίτας Κολαΐτη, σελ.432), που κυκλοφόρησε πριν μερικούς μήνες στα ελληνικά, δεν στέκεται στο ίδιο ύψος με το πρώτο βιβλίο, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι είναι κακό ή μέτριο, είναι απλά συμπαθητικό.


Το δεύτερο βιβλίο, συνεχίζεται από εκεί, που τελείωσε το πρώτο, λίγους μήνες αργότερα. Ο Βερνόν Σουμπουτέξ παραμένει ανέστιος και πένης, ο Ξαβιέ μετά το άγριο ξύλο που έφαγε, βγήκε από το νοσοκομείο, υγιής μεν αλλά ψυχικά εσαεί τραυματισμένος. Ο Σουμπουτέξ πλέον, είναι ένας κλοσάρ κανονικός που την βγάζει σε ένα παγκάκι στο (ωραιότατο) πάρκο Buttes-Chaumont στα βόρεια της πόλης του Παρισιού και τον φροντίζουν διάφοροι άστεγοι, ενώ τον ψάχνουν εναγωνίως οι παλιοί του φίλοι και μη, οι άνθρωποι που τον στέγασαν για μια-δυο μέρες στο πρώτο βιβλίο και αισθάνονται ενοχές που τον άφησαν να φύγει ή τον έδιωξαν ή τον κατηγόρησαν για κλοπές αργότερα.
 
«Παραληρεί. Έχει κενά μνήμης. Κι αυτό δεν του είναι δυσάρεστο. Πότε, πότε, προσπαθεί να λογικευτεί: δεν μπορεί να μείνει εκεί επ’ άπειρο, είναι ένα καλοκαίρι ψυχρό, θ’ αρπάξει κι άλλη πούντα, όχι, δεν πρέπει ν’ αφεθεί, πρέπει να γυρίσει κάτω στην πόλη να βρει καθαρά ρούχα, να κάνει κάτι… Μα όταν δοκιμάζει να ξανασυνδεθεί με πραγματιστικές ιδέες, φλιπάρει: φεύγει σε κατακόρυφη περιδίνηση. Ένας ήχος έρχεται απ’ τα σύννεφα, ο αγέρας πάνω στο δέρμα του είναι πιο απαλός κι από μετάξι, η νύχτα έχει μια μυρωδιά, η πόλη τού μιλάει και κείνος αποκωδικοποιεί τους ψιθύρους που υψώνονται και τον τυλίγουν, κουλουριάζεται μέσα τους και αιωρείται. Κάθε φορά, δεν ξέρει για πόσο, τον παρασέρνει τούτη η γλυκιά τρέλα. Δεν αντιστέκεται. Το μυαλό του, ταρακουνημένο από τα γεγονότα των τελευταίων βδομάδων, φαίνεται πως αποφάσισε να μιμηθεί τον μεθυστικό πυρετό των ναρκωτικών που είχε καταπιεί στην πρότερη ζωή του. Μετά από κάθε επεισόδιο, υπάρχει ένα ανεπαίσθητο κλικ, ένα αργό ξύπνημα: η φυσιολογική ροή των σκέψεών του αρχίζει πάλι.»
 
Οι «φίλοι» του που τον ψάχνουν μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώνονται και σχηματίζουν μια ομάδα ανομοιογενή και με διαφορετικούς προσανατολισμούς, ενώ και άλλα πρόσωπα ενσωματώνονται σε αυτήν διαδραματίζοντας μεγαλύτερο ή μικρότερο ρόλο στην ιστορία. Όταν τον βρίσκουν όμως, διαπιστώνουν ότι ο Σουμπουτέξ είναι διαφορετικός, πιο σκεπτικός, λιγομίλητος, ελάχιστα εκδηλωτικός. Μετατρέπεται πλέον σε ένα είδος γκουρού, που γύρω του μαζεύονται οι «φίλοι» του, διάφοροι τυχαίοι, πόρνες και απόκληροι, ενώ κι ο ίδιος μην έχοντας λησμονήσει την παλιά του τέχνη, παίζει μουσική σε ένα μπαράκι μια φορά την εβδομάδα.
 
Όπως και στο πρώτο βιβλίο της τριλογίας, το διακύβευμα κι εδώ, αφορά τις «αποκαλυπτικές» (;) κασέτες που άφησε – ένα είδος διαθήκης - προτού αυτοκτονήσει ο Άλεξ Μπλιτς, ο επιτυχημένος μουσικός που αυτοκτόνησε. Το περιεχόμενό τους θα αποκαλυφθεί σχετικά νωρίς στο δεύτερο βιβλίο αν και το κυνηγητό γι’ αυτές παραμένει. Όμως το περιεχόμενό τους, τα λόγια του μαύρου μουσικού, είναι σίγουρα το πιο ενδιαφέρον μέρος ενός κατά τα λοιπά αδιέξοδου μυθιστορήματος.
 
«Εμείς μπήκαμε στο ροκ όπως άλλοι μπαίνουν σ’ έναν καθεδρικό ναό, το θυμάσαι Βερνόν; Και η ιστορία μας ήταν ένα ταξίδι στο υπερπέραν. Υπήρχαν άγιοι παντού, δεν ξέραμε μπροστά σε ποιον να γονατίσουμε για να προσευχηθούμε. Ξέραμε πως οι μουσικοί, με το που αποσύνδεαν τα βύσματα, ήταν άνθρωποι όπως όλοι, που αφόδευαν, που φυσούσαν τη μύτη τους όταν άρπαζαν καμιά πούντα, μα αυτό δεν άλλαζε τίποτα. Στ’ αρχίδια μας οι ήρωες, το μόνο που μας ένοιαζε ήταν ο ήχος. Μας διαπερνούσε, μας ισοπέδωνε, μας απογείωνε. Υπήρχε, και μας έφτιαχνε όλους με τον ίδιο τρόπο στην αρχή: Γαμώ την πουτάνα μου, υπάρχει; Ήταν υπερβολικά μεγάλο για να χωρέσει στα δικά μας κορμιά. Νιάτα που κάλπαζαν, δεν ξέραμε πόσο τυχεροί ήμασταν…»
 

Το «ΒΕΡΝΟΝ ΣΟΥΜΠΟΥΤΕΞ 2», είναι ένα σκοτεινό βιβλίο, καθώς η ατμόσφαιρα μεταβάλλεται, αφού η συγγραφέας επιλέγει να παρακολουθήσει εκ του σύνεγγυς τους «δορυφορικούς πρωταγωνιστές» της τριλογίας, τους ανθρώπους που είναι κοντά στον Σουμπουτέξ. Μέσα από τις ιστορίες τους, από την καθημερινότητά τους, τις αντιδράσεις τους, η Ντεπάντ καταγράφει τα κοινωνικά, πολιτικά, θρησκευτικά, οικογενειακά θέματα που απασχολούν την Γαλλική κοινωνία. Με πανοραμικό τρόπο και διατηρώντας το γκροτέσκο ύφος που μας είχε εντυπωσιάσει, περιγράφει τους ετερόκλητους ανθρώπους που περιστοιχίζουν τον ήρωά της, ενώ όπως και στο πρώτο βιβλίο, δεν διστάζει να παραθέσει απόψεις προκλητικές, μη ορθές πολιτικά, αποκαλύπτοντας περισσότερο το σκοτάδι των ψυχών που εμπλέκονται στην ιστορία της.
 
Αυτή όμως η επιλογή της συγγραφέως, να μη μονοπωλεί ο (εξαιρετικός) ήρωάς της, την ιστορία, αποβαίνει εις βάρος του ενδιαφέροντος του βιβλίου. Δυστυχώς η Ντεπάντ, δεν μπορεί να γράψει την «Ανθρώπινη Κωμωδία» του 21ου αιώνα (δεν είναι όλοι για όλα) και εκεί που ο καταιγιστικός ρυθμός του πρώτου βιβλίου, παίρνει μαζί του, τον αναγνώστη, στο δεύτερο βιβλίο και με την επιλογή της να εστιάσει σε διαφορετικούς χαρακτήρες, αδυνατίζει πολύ την ιστορία, που χάνει το κέντρο της. Το μυθιστόρημα – αν και ιδιαίτερα άνισο - κρατάει το ενδιαφέρον του, η αφήγηση πολλές φορές είναι συναρπαστική, το χιούμορ εναλλάσσεται με το δράμα, αλλά ο αναγνώστης νιώθει «μπουκωμένος» και σαν να μην τον αφορούν όλα αυτά που γίνονται από κάποιο σημείο και μετά.
 
Δεν γνωρίζω αν ο Βερνόν Σουμπουτέξ, εξελιχθεί στο τρίτο μέρος σε ένα είδος «Προφήτη» ή αν η Ντεπάντ, επιλέξει να επανέλθει πάλι στο άναρχο στυλ του πρώτου βιβλίου που ήταν τόσο εντυπωσιακό και σαγηνευτικό, όμως η αμηχανία που νιώθεις διατρέχοντας τις σελίδες του δεύτερου βιβλίου, δεν αφήνει μεγάλη αισιοδοξία. Σίγουρα, θα παρακολουθήσουμε την πορεία αυτού του μελαγχολικού και μοναχικού αντι-ήρωα, ενός εξαίρετου λογοτεχνικού χαρακτήρα, ελπίζοντας πως η Δημιουργός του, δεν θα μας απογοητεύσει.
 
Βαθμολογία 77 / 100


 
Πέμπτη, Νοεμβρίου 03, 2022
posted by Librofilo at Πέμπτη, Νοεμβρίου 03, 2022 | Permalink
Μια υπόσχεση και μόνο... ("Η Υπόσχεση")

 

Στιβαρή οικογενειακή saga, το πολυεπίπεδο μυθιστόρημα του Νοτιοαφρικανού συγγραφέα Damon Galgut (Πρετόρια, 1963), με τίτλο «Η ΥΠΟΣΧΕΣΗ» («The Promise») – (εκδ. Διόπτρα, (έξοχη) μετάφραση Κλ. Παπαμιχαήλ, σελ. 333), το οποίο βραβεύτηκε με το (σημαντικότατο) βραβείο Booker για το 2021, συνδυάζει με ευρηματικό και ελλειπτικό τρόπο την ιστορία της χώρας με τα προσωπικά δράματα, το δράμα με το χιούμορ, την πορεία προς την αυτογνωσία με το κοινωνικό σχόλιο.


Το μυθιστόρημα του Galgut, αναπτύσσεται σε τέσσερα μέρη, έχοντας στο κέντρο του την οικογένεια Σουάρτ. Κάθε μέρος εστιάζει στον θάνατο ενός από τα μέλη της οικογένειας (ουσιαστικά σε κάθε μέρος, η οικογένεια χάνει και ένα από τα μέλη της), και εκτυλίσσεται σε διαφορετικές χρονικές περιόδους καλύπτοντας με αλληγορικό τρόπο, περίπου τέσσερις δεκαετίες, όπου η Νότια Αφρική αλλάζει.
 
Η Αμόρ είναι το μικρότερο παιδί της οικογένειας των Σουάρτ, που ζουν σε μια απομακρυσμένη φάρμα. Βρισκόμαστε στο 1986 όταν ξεκινάει η ιστορία που αφηγείται ο συγγραφέας και η μητέρα της Αμόρ έχει μόλις πεθάνει από καρκίνο. Η σαραντάχρονη γυναίκα έζησε μια εικοσαετία στο κτήμα με τον σύζυγό της και προς κατάπληξη των πάντων, ασπάστηκε τον Ιουδαϊσμό λίγο προτού πεθάνει, δημιουργώντας ένα σκάνδαλο, αφού «έφυγε» από την Ολλανδική Μεταρρυθμιστική Εκκλησία όπου ανήκε η οικογένειά του συζύγου της. Η Αμόρ είναι ένα παιδί ιδιόρρυθμο, που πάντα αισθανόταν «εκτός», ενώ είχε χτυπηθεί και από κεραυνό όταν ήταν πολύ μικρή, χάνοντας το μικρό δαχτυλάκι του ποδιού της – γεγονός που συντελεί στην διαμόρφωση της προσωπικότητάς της.
Δύο εβδομάδες προτού πεθάνει η μητέρα της, η Αμόρ έγινε μάρτυρας ενός περιστατικού που την συγκλόνισε. Άκουσε τον διάλογο μεταξύ του πατέρα της και της μητέρας της, όπου εκείνη τον έβαλε να της υποσχεθεί, ότι θα μεταβίβαζε στην μαύρη υπηρέτρια της οικογένειας, την Σαλομέ, το μικρό σπιτάκι όπου εκείνη ζούσε στην άκρη του κτήματος μαζί με τον γιο της. Η Σαλομέ είχε έρθει στο κτήμα, μαζί με την ετοιμοθάνατη πλέον μητέρα της Αμόρ και ήταν εκείνη που την φρόντιζε καθ’ όλη τη διάρκεια της ασθένειάς της. Ήταν εκείνη που υπομονετικά, στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι της, κάνοντας όλες τις δουλειές που οι άνθρωποι της οικογένειας, σιχαίνονταν να κάνουν. Η παραχώρηση του μικρού οικήματος, όπου ήδη διαμένει, θεώρησε η άρρωστη γυναίκα ότι ήταν, η ελάχιστη ανταπόδοση για τις υπηρεσίες της. Η Αμόρ προσπαθεί να υπενθυμίσει στον πατέρα της, αυτή την «υπόσχεση» αλλά εκείνος θλιμμένος και συντετριμμένος σχεδόν αρνείται να την ακούσει.
 
«…Ενώ σκέφτεται μια ανάμνηση, που δεν την καταλάβαινε μέχρι τώρα, ενός απογεύματος μόλις πριν από δυο βδομάδες, σε εκείνο το ίδιο δωμάτιο, με τη μαμά και τον μπαμπά. Ξέχασαν πως ήμουν εκεί, στη γωνία. Δεν με είδαν, ήμουν σαν μια μαύρη γι’ αυτούς.
(Μου το υπόσχεσαι, Μάνι;
Αρπάζοντάς τον με σκελετωμένα χέρια, όπως στις ταινίες τρόμου.
Ναι, θα το κάνω.
Επειδή στ’ αλήθεια θέλω να έχει κάτι. Ύστερα απ’ όλα όσα έκανε
Καταλαβαίνω, λέει εκείνος.
Υποσχέσου μου πως θα το κάνεις. Πες το.
Το υπόσχομαι, αποκρίνεται πνιχτά ο μπαμπάς.)»
 
Η «υπόσχεση» αυτή, είναι βέβαια, άνευ αντικειμένου την εποχή που δόθηκε. Ιδιοκτησία δεν επιτρεπόταν στους μαύρους κατοίκους της χώρας τότε, ενώ την Αμόρ δεν την παίρνει κανείς στα σοβαρά. Αυτή η «υπόσχεση» που δεν εκπληρώνεται, διαπερνάει – χωρίς να κυριαρχεί – και στα τεκταινόμενα των υπόλοιπων τριών μερών του μυθιστορήματος. Τα αδέλφια της Αμόρ, η μεγαλύτερη και πιο «comme il faut» Άστριντ και ο Άντον που – υπηρετώντας την στρατιωτική του θητεία - θα σκοτώσει μια γυναίκα σε μια διαδήλωση, και στη συνέχεια θα λιποτακτήσει υπό το βάρος της πράξης του, πάντα αυτόνομος και απροσάρμοστος, δεν θα νιώσουν ποτέ κάποιο ισχυρό δέσιμο μεταξύ τους, ενώ ο τραγικός θάνατος του πατέρα τους στο δεύτερο μέρος από δάγκωμα φιδιού, περισσότερο ενισχύει την απομάκρυνση τους.
 
Περίεργοι θάνατοι, εσωτερικές και εξωτερικές προκλήσεις και δυσκολίες, δεν βγάζουν από το μυαλό της Αμόρ αυτή την «υπόσχεση». Στις δεκαετίες που περνάνε, η χώρα αλλάζει, αλλά κάποια πράγματα παραμένουν τα ίδια. Η Αμόρ μέσα από το προσωπικό της ταξίδι αυτογνωσίας και αυτοεκπλήρωσης, αλλάζοντας κι εκείνη, θα δει πως θα έρθει κάποια στιγμή η ώρα να εκπληρωθεί η «υπόσχεση» αλλά ίσως πλέον να είναι αργά και πάνε από τριάντα χρόνια έχουν περάσει. Μόνο τότε θα διαπιστώσει ότι μπορεί ακόμα κι αυτό να είναι μια διαπίστωση της Ενοχής, ενός λαού, μιας κοινωνίας, όπου τα προσωπικά μπορούν άνετα να γίνουν γενικά κι όπου όλα πλέον έχουν αλλάξει.
 
«Η Αμόρ είναι δεκατριών ετών, η ιστορία δεν την έχει ποδοπατήσει ακόμη. Δεν έχει ιδέα σε τι χώρα ζει. Έχει δει μαύρους να τρέχουν να ξεφύγουν από την αστυνομία επειδή δεν έχουν μαζί το πάσο τους, και έχει ακούσει τους μεγάλους να μιλάνε επιτακτικά και χαμηλόφωνα για τις εξεγέρσεις στις γειτονιές των μαύρων, και μόλις την προηγούμενη εβδομάδα στο σχολείο έμαθαν πώς να κρύβονται κάτω από τραπέζια σε περίπτωση επίθεσης, κι ακόμη δεν ξέρει σε τι χώρα ζει. Έχει κηρυχθεί κατάσταση έκτακτης ανάγκης και οι άνθρωποι συλλαμβάνονται και κρατούνται χωρίς δίκη και κυκλοφορούν διάφορες φήμες αλλά όχι ατράνταχτα γεγονότα, επειδή εφαρμόζεται λογοκρισία στις ειδήσεις και δημοσιοποιούνται μόνο ωραίες ιστορίες που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα, όμως εκείνη αυτές κυρίως πιστεύει. Είδε χθες το κεφάλι του αδελφού της να ματώνει από μια πέτρα, μα ακόμα και τώρα δεν ξέρει ποιος την πέταξε ή γιατί.»


Ο Galgut με αυτό του το βιβλίο (δεν έχω διαβάσει άλλα του, για να είμαι σίγουρος – είχε εκδοθεί πριν αρκετά χρόνια «Ο καλός γιατρός» στα ελληνικά, περνώντας μάλλον απαρατήρητο), αποδεικνύεται μεγάλος στυλίστας. Χρησιμοποιώντας μια μίξη κινηματογραφικού ύφους συνδυασμένο με στοιχεία μαγικού ρεαλισμού, η τριτοπρόσωπη αφήγησή του, δεν αποστασιοποιείται των γεγονότων, τα παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς με μια ανθρώπινη ματιά. Η ελλειπτικότητα του κειμένου και οι μεγάλες χρονικές περίοδοι που καλύπτει με υπαινικτικό ύφος, εξυπηρετούν το σχέδιο του συγγραφέα για μια αλληγορία της κατάστασης της χώρας με τις αλλαγές που πραγματοποιούνται μέσα σε αυτές τις δεκαετίες και που αντανακλώνται στην πορεία αυτής της δυσλειτουργικής οικογένειας.
 
Οι πολλοί συμβολισμοί στην ιστορία και η μεγάλη χρονική περίοδος, αφήνουν όμως χάσματα στους χαρακτήρες, που πολλοί μένουν στο σκοτάδι για τον αναγνώστη. Παραδείγματος χάριν, ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες του μυθιστορήματος, η μαύρη υπηρέτρια, η Σαλομέ, δεν αναπτύσσεται επαρκώς, ενώ την ίδια αίσθηση έχω και για τον προβληματικό Άντον, που στην διάρκεια του βιβλίου, αποδεικνύεται το ίδιο ενδιαφέρων και καθοριστικός όπως η ηρωίδα της ιστορίας, η Αμόρ. Αυτές οι ελλείψεις στην ανάπτυξη των χαρακτήρων, όπως και τα μεγάλα χάσματα, απομακρύνουν σε πολλές περιπτώσεις τον αναγνώστη να «μπει περισσότερο» μέσα στην ιστορία.
 
«Νότια Αφρική! Παλιά το όνομα αυτό προκαλούσε αμηχανία, τώρα όμως σημαίνει κάτι άλλο. Είμαστε όντως ένα έθνος που αψηφάει τη βαρύτητα.»
 
Είναι όμως πολλές οι αρετές του εξαιρετικού αυτού μυθιστορήματος, που θυμίζει σε πολλά σημεία βιβλία των μεγάλων λογοτεχνών της χώρας, όπως ο J.M.Coetzee και η Ναντίν Γκόρντιμερ, όπως και μια αίσθηση των μυθιστορημάτων του W.Faulkner με τους ήρωες αιχμάλωτους στη μοίρα τους, να πλανιέται στην ατμόσφαιρα του βιβλίου. Οι φυλετικές διακρίσεις και οι εντάσεις περιγράφονται με υπαινικτικό και ιδιαίτερα εύστοχο τρόπο, ενώ θέματα όπως οι οικογενειακές σχέσεις, η επίδραση της θρησκείας, η συντηρητική και παλαιολιθική δομή της ανώτερης τάξης της χώρας, έχουν τρομερό ενδιαφέρον και αναλύουν (χωρίς διδακτισμό και χωρίς να κουράζουν) την πορεία της Νότιας Αφρικής από ένα βαθιά αστυνομικό κράτος με το πιο σκληρό διαχωρισμό, σε μια χώρα που μαστίζεται από την εγκληματικότητα και τον κυνισμό.
 
Σε ένα μυθιστόρημα, όπου η πορεία της ηρωίδας προς την αυτογνωσία οδηγεί στην διαπίστωση μιας ματαιότητας, σε ένα βιβλίο βαρυφορτωμένο με αλληγορίες και συμβολισμούς, όλα θα αποσυντονίζονταν αν δεν υπήρχε η εύστοχη χρήση του χιούμορ από τον Galgut. Ακόμα και σε στιγμές μεγάλης έντασης, το μαύρο χιούμορ χρησιμοποιείται για να τονίσει την σχετικότητα των καταστάσεων – ο πατέρας πέφτει νεκρός από δάγκωμα φιδιού, στην επιχείρηση έκθεσης ερπετών που είχε, οι αστυνομικοί που θυμίζουν ήρωες του Μπέκετ, η θεία Μαρίνα με τις υστερίες της, προσδίδουν αξία στο μυθιστόρημα που δεν πέφτει σε παγίδες μελοδραματισμού και προτάσσει το πανανθρώπινο μήνυμά του χωρίς υπερβολές.
 
Βαθμολογία 83 / 100


 
Τετάρτη, Οκτωβρίου 26, 2022
posted by Librofilo at Τετάρτη, Οκτωβρίου 26, 2022 | Permalink
Δύο Ισπανόφωνα νουάρ ("Σχεδόν νεκρή φύση" + "Άγγελοι και Ερημίτες")
 Τα δύο ισπανόφωνα νουάρ που απασχολούν σήμερα το blog, το «ΣΧΕΔΟΝ ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ» της Ισπανίδας Carme Riera και το «ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΙ ΕΡΗΜΙΤΕΣ» του Χιλιανού Ramon Diaz Eterovic, δεν συνιστούν (αυτό που αποκαλείται) «μεγάλη λογοτεχνία», ούτε ενθουσιάζουν με την ποιότητά τους. Είναι δυο αξιοδιάβαστα βιβλία, με τα οποία μπορείς να περάσεις καλά και να προβληματιστείς με το κοινωνικό τους σχόλιο, καθώς αναπαριστούν με ρεαλιστικό τρόπο, πτυχές της κοινωνίας στην οποία τοποθετούν την δράση τους. Ας τα δούμε αναλυτικότερα.


Αφορμώμενη από ένα αληθινό πριστατικό, η Ισπανίδα συγγραφέας και πανεπιστημιακός Carme Riera (1948, Palma de Mallorca), μετά από πολύχρονη διαδρομή στον λογοτεχνικό χώρο και σε διάφορα είδη (όπου βραβεύτηκε για το ιστορικό της – αμετάφραστο στην Ελλάδα – μυθιστόρημα «Dins el darrer blau», γραμμένο στα Καταλανικά), πραγματοποίησε την πρώτη της απόπειρα στο νουάρ μυθιστόρημα, με το «ΣΧΕΔΟΝ ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ» («Natura quasi morta»), πρώτο της βιβλίο, που κυκλοφορεί στη χώρα μας, από τις (πολύ καλές) εκδόσεις Carnivora, σε μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη (σελ.309).
 
Η Riera, διδάσκει Ισπανική Φιλολογία στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Καταλωνίας, στη Βαρκελώνη. Εκεί τοποθετεί την δράση του εξαιρετικά ενδιαφέροντος μυθιστορήματός της, ενός αιματοβαμμένου νουάρ, που ισορροπεί μεταξύ campus novel και hard-boiled αστυνομικής ιστορίας, η οποία έχει όλα τα στοιχεία ενός αγωνιώδους «whodunit» βιβλίου.


Βρισκόμαστε στο τέλος του 2008 και ένας Ρουμάνος φοιτητής του προγράμματος Erasmus στο Αυτόνομο πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, εξαφανίζεται χωρίς να δώσει σημάδια ζωής και οι δυο Ιταλίδες φίλες του (και αυτές στο Erasmus), η Λάουρα με την οποία ο εξαφανισμένος έχει ερωτική σχέση και η Ντομένικα, μαζί με τον ντόπιο φίλο τους και φοιτητή του πανεπιστημίου Μαρσέλ Μπρου, καταγγέλουν το γεγονός στις Αρχές του ιδρύματος. Έχουν ήδη τοιχοκολλήσει αφίσες με το πρόσωπο του εξαφανισμένου και στην αρχή δεν βρίσκουν ιδιαίτερη ανταπόκριση στις εκκλήσεις τους προσπαθώντας, να αναλάβουν δράση προσωπικά. Μόνο η καθηγήτρια Ρόζα Καζασάιας, υπεύθυνη των φοιτητών Erasmus τρέχει για την υπόθεσή τους, ενώ η κοσμήτωρ της σχολής έχει στρέψει το ενδιαφέρον της κυρίως, στις καταλήψεις και τις συγκεντρώσεις των φοιτητών του πανεπιστημίου για μεγαλύτερη δημοκρατία.
 
Η Λάουρα εμφανίζεται σε μια τηλεοπτική εκπομπή, προκαλώντας το ενδιαφέρον των Αρχών και των δημοσιογράφων, αλλά λίγο αργότερα, έχει κι εκείνη με τη σειρά της εξαφανιστεί, κινητοποιώντας πλέον τους πάντες προς αναζήτησή της. Το κατακρεουργημένο πτώμα της, που βρίσκεται πεταμένο σε κοντινό δάσος, καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται απλά για μια υπόθεση «εξαφανίσεων», ενώ η συνέχεια επιβεβαιώνει ότι κάτι σκοτεινό συμβαίνει και πιστεύεται ότι υπάρχει κάποιος «κατά συρροήν» δολοφόνος στο campus.
 

Η συγγραφέας στηρίχτηκε στην (πραγματική) εξαφάνιση του φοιτητή
Erasmus Ρομάν Λανουζέλ, υπόθεση που μέχρι την ώρα που κυκλοφόρησε το βιβλίο στην Ισπανία ήταν ανοιχτή. Η Ριέρα ακολουθώντας τα βήματα των μεγάλων κλασσικών του νουάρ, χτίζει προσεκτικά την ιστορία της, δημιουργώντας ένταση και αγωνία μέχρι το τέλος, ενώ δεν λείπουν οι κοινωνικές και πολιτικές αιχμές για το εκπαιδευτικό σύστημα, ούτε τα κοινωνικά σχόλια. Στην ιστορία της, η συγγραφέας αναμειγνύει με ευφυή τρόπο την τέχνη – καθώς τα θέματα με τις «νεκρές φύσεις» του Γερμανού ζωγράφου Γκέοργκ Φλέγκελ δεν δίνουν μόνο τον τίτλο στο βιβλίο αλλά τονίζουν την αντίστιξη ζωής και θανάτου που υπάρχει διάχυτη στο βιβλίο.
 
Ωραίο αν και κάπως επιφανειακό το «ΣΧΕΔΟΝ ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ», καθώς δεν υπάρχει ιδιαίτερη εμβάθυνση στους χαρακτήρες, αλλά είναι πολύ ενδιαφέρουσα η ιστορία με τα εγκλήματα και η περιγραφή του πανεπιστημιακού campus, όπως και η ατμόσφαιρα του ιδρύματος με τους καταπιεσμένους έρωτες και τις διακρίσεις, τις αδικίες και τις αντιθέσεις μεταξύ πανεπιστημιακής αρχής και φοιτητών.
 
Βαθμολογία 80 / 100
 
Περισσότερο αιχμηρό και πολύ πιο ατμοσφαιρικό είναι το Λατινοαμερικάνικο νουάρ «ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΙ ΕΡΗΜΙΤΕΣ» («Angeles y Solitarios»), του Χιλιανού συγγραφέα Ramon Diaz Eterovic (1956, Punta Arenas), - (εκδόσεις Angelus Novus, μετάφρ. Κ.Ηλιόπουλος, σελ. 318), ενός στιβαρού και πολυεπίπεδου polar (πολιτικοκοινωνικό νουάρ) μυθιστορήματος, με πολλή βία, έξοχη (και βιβλιοφιλική) ατμόσφαιρα και ευδιάκριτο κοινωνικό σχόλιο. Μάλιστα απ’ ότι διαβάζω, ο συγγραφέας καλλιεργεί το είδος της «novella negra», που είναι συγγενές με το polar και είναι χαρακτηριστικό των νουάρ μυθιστορημάτων που μας έρχονται από την Λατινική Αμερική.
 

Τα χρόνια της αιμοσταγούς δικτατορίας του Πινοσέτ, είναι βαθιά χαραγμένα στο συλλογικό υποσυνείδητο του Χιλιανού λαού. Τα περισσότερα μυθιστορήματα που διαβάζουμε ή οι περισσότερες ταινίες που βλέπουμε από αυτή τη μακρινή (και τόσο ενδιαφέρουσα) χώρα, έχουν μέσα τους στοιχεία (περισσότερα ή λιγότερα) από αυτή την ταραγμένη περίοδο. Σε πρώτο επίπεδο, αυτό δεν συμβαίνει στο «Άγγελοι και Ερημίτες», βιβλίο γραμμένο το 1995, αλλά η εξέλιξη των γεγονότων παραπέμπει στην εποχή εκείνη.
 
Ο Ερέδια (το μικρό του όνομα δεν αναφέρεται ποτέ), είναι ένας μοναχικός και μελαγχολικός ιδιωτικός ντετέκτιβ. Αγαπάει τα βιβλία, τον Μπόρχες, την Χάισμιθ, τον Φιτζέραλντ και τα βιβλία τους (μαζί με εκατοντάδων άλλων) κοσμούν τις βιβλιοθήκες του διαμερίσματος που νοικιάζει. Στο διαμέρισμα έχει και το γραφείο του, ενώ η μοναδική του συντροφιά είναι ο γάτος Σιμενόν, που το όνομά του δείχνει την λατρεία που έχει για τον Γάλλο συγγραφέα. Με τον Σιμενόν «κάνουν» μεγάλες συζητήσεις – και στο βιβλίο χρησιμεύει ως alter ego του ντετέκτιβ, ως η φωνή της συνείδησής του, που τον φέρνει στα ίσια του, όποτε πέφτει στη μελαγχολία. Κάτω από τον Ερέδια, ζει ένας αινιγματικός τυφλός, ο Στίβενς, που διετέλεσε πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών και διατηρεί ακόμα τις επαφές του, γνωρίζοντας πρόσωπα και πράγματα.
 
«Ήθελα να αξιοποιήσω το χρόνο μου σε κάτι που θα μ’ έκανε να ξεχάσω. Να περιπλανηθώ στη γειτονιά ή ίσως να δω μια ταινία για να ανακόψω την ορμή του αναπότρεπτου. Αυτή την μπλε φουσκονεριά που με σκέπαζε σαν ιδρώτας αρρώστιας και με υποχρέωνε να δαγκώνω τα χείλη μου για να μην αρπάξω κανέναν από το λαιμό και τον στραπατσάρω για λόγους που ούτε ο ίδιος καταλάβαινα. Ανία, διάθεση να βρίσκομαι κάπου αλλού ή να εξαφανιστώ σε κάποιο χωριουδάκι πλάι στη θάλασσα. Λύσεις κακές και άχρηστες όλες. Κανένας δεν ενθουσιάζεται με ελπίδες στα σαράντα πέντε του χρόνια, ενώ σέρνει πίσω του εσωτερικά πλήγματα, μικρές μα επαναλαμβανόμενες αναλαμπές αισιοδοξίας, αμφιβολίες που ολοένα πυκνώνουν και βαθαίνουν. Ναι, δεν έχω να πω τίποτα. Ακριβώς σαν ήρωας του Ονέτι, ένιωθα τόσο μόνος και τόσο μακριά, όπως πάντα.»
 
Μια μέρα, ο Ερέδια λαμβάνει ένα σημείωμα για να δει μια παλιά του σύντροφο, την οποία αγαπούσε πολύ, την Φερνάντα που ήταν Αργεντινή δημοσιογράφος. Το ραντεβού είναι στο ξενοδοχείο που διαμένει, αλλά δεν προλαβαίνει να τη δει, καθώς τού ανακοινώνεται η αυτοκτονία της με ισχυρή δόση ναρκωτικών. Ο Ερέδια από την αρχή υποψιάζεται ότι κάτι δεν πάει καλά με την ιστορία αυτή – η Φερνάντα που γνώριζε, δεν θα αυτοκτονούσε ποτέ. Κάνοντας τις έρευνές του, πληροφορείται κι ότι, άλλος ένας επισκέπτης του ξενοδοχείου, ένας μυστηριώδης Αμερικανός βρέθηκε νεκρός, έχοντας «αυτοκτονήσει» με τον ίδιο τρόπο, ενώ μια μέρα αργότερα, ένας ομοφυλόφιλος μάγειρας του ξενοδοχείου, βρήκε τον θάνατο. Ο Ερέδια σύντομα ανακαλύπτει ότι η Φερνάντα ερευνούσε το εμπόριο όπλων που είχε ως επίκεντρο την Χιλή και συνεργαζόταν με τον Αμερικανό, με τον οποίο είχε ραντεβού στο ίδιο ξενοδοχείο.


Το κοινωνικό σχόλιο είναι έντονο στο βιβλίο, καθώς περιγράφεται μια κοινωνία όπου όλα είναι πουλημένα στο χρήμα και στις μεγάλες επιχειρήσεις. Στην έρευνα εμπλέκονται διεφθαρμένοι μπάτσοι, «σταγονίδια» της δικτατορίας του Πινοσέτ, παλιοί βασανιστές, μυστικές υπηρεσίες, ισχυροί επιχειρηματίες, ενώ ο Ερέδια απολαμβάνει την επίσκεψη της μικρής αδερφής ενός παλιού του συναγωνιστή που έχει πεθάνει από χρόνια. Η κοπέλα με το όνομα Γκρισέτα, δεν θα τον βοηθήσει απλά στις έρευνές του, αλλά θα τον κάνει να δει τη ζωή λίγο πιο αισιόδοξα. Το σύστημα όμως είναι εναντίον του Ερέδια, που τολμάει να εισβάλλει σε χωράφια «απαγορευμένα», με ισχυρά κέντρα εξουσίας, την αστυνομία να καθυστερεί τις έρευνες και τους πολιτικούς να παίζουν τα δικά τους παιχνίδια. Βία και αρκετοί νεκροί, ξύλο και ένταση, σε μια ιστορία που ξεκινάει υποτονικά και μονότονα, για να εξελιχθεί στη συνέχεια σε ένα θρίλερ αξιώσεων με πολλές προεκτάσεις.
 
Ο Ετερόβιτς που το υπαρξιακό στυλ του φέρνει έντονα στο μυαλό τον έξοχο Αργεντίνο Osvaldo Soriano, τοποθετεί στο επίκεντρο της ιστορίας του, τον μόνιμο πρωταγωνιστή των βιβλίων του, ντετέκτιβ Ερέδια. Ο Ερέδια είναι ένας (λογοτεχνικά) σαγηνευτικός ντετέκτιβ, κουρασμένος και απογοητευμένος, που θα επιλύσει την υπόθεση, γνωρίζοντας ότι στην ουσία, τα παράκεντρα εξουσίας στη χώρα είναι ανίκητα. Θα χάσει ανθρώπους αγαπημένους αλλά θα βγει νικητής. Το «Άγγελοι και Ερημίτες», είναι ένα ωραίο ρεαλιστικό νουάρ, που παρουσιάζει πολύ ενδιαφέρον για το εμπόριο όπλων μέσω της Χιλής, για την ελεγειακή του ατμόσφαιρα, αλλά και για την διάχυτη βιβλιοφιλία που το κατακλύζει.
 
Βαθμολογία 83 / 100