Πέμπτη, Αυγούστου 17, 2017
posted by Librofilo at Πέμπτη, Αυγούστου 17, 2017 | Permalink
NYOS + ΚΑΪΑΦΑΣ
Με τα προσωπικά αδιέξοδα των ηρώων τους, ασχολούνται δύο πολύ ενδιαφέροντα, ελληνικά μυθιστορήματα της πρόσφατης παραγωγής, από δύο ολιγογράφους έλληνες συγγραφείς, οι οποίοι με το δεύτερό τους μόλις λογοτεχνικό έργο, σε ώριμη ηλικία, πραγματοποιούν ένα αξιόλογο βήμα στην συγγραφική τους πορεία. Το “NYOSτου Βασίλειου Φ. Δρόλια (Αθήνα, 1969) – (εκδ. Κέδρος, σελ. 246) και ο “ΚΑΪΑΦΑΣ” του Νίκου-Αδάμ Βουδούρη (Μεσσηνία, 1965) – (εκδ. Πατάκη, σελ.152), μπορεί να μην έχουν ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους θεματικά και υφολογικά, αλλά το αίσθημα της φυγής είναι το νήμα που τα συνδέει, παρ' ότι τα εξωτερικά στοιχεία της ιστορίας που αφηγούνται είναι πολύ διαφορετικά.

Στο “NYOSτου Δρόλια, ο 35άρης Βιολόγος, Ρότζερ Μπέικον, ο οποίος εργάζεται σε μια πολυεθνική εταιρεία στο Λονδίνο, σε μια καθοριστική στιγμή της ζωής του, παίρνει την απόφαση να μεταβεί για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στο Καμερούν και πιο συγκεκριμένα στη λίμνη Nyos του Καμερούν, όπου τον Αύγουστο του 1986 συνετελέσθη ένα απίστευτο γεγονός. Χιλιάδες άνθρωποι έπεσαν νεκροί, όπως και δεκάδες χιλιάδες ζώα, ενώ μια τεράστια έκταση γύρω από τη λίμνη ερημώθηκε και τα παραλίμνια χωριά μετατράπηκαν σε πόλεις-φαντάσματα. Όλα αυτά μέσα σε λίγες ώρες. Το μυστήριο λύθηκε μετά από αρκετά χρόνια και ο δολοφόνος ήταν η λίμνη, η οποία βρίσκεται μέσα σε ένα κρατήρα ενεργού ηφαιστείου. Μια κατολίσθηση ελευθέρωσε όλο το διοξείδιο του άνθρακα από τον βυθό, που εξαπλώθηκε στη γύρω περιοχή δημιουργώντας ένα σύννεφο το οποίο σκέπασε κάθε ζωντανό οργανισμό.
Η αποστολή του Ρότζερ είναι να μελετήσει την υδρόβια ζωή, καθώς η εταιρεία του είχε ξεκινήσει πειραματικά την ανάπτυξη των ψαριών εντός της λίμνης, καθώς η ίδια η λίμνη δεν είχε ποτέ ψάρια στο εσωτερικό της. Ήταν ένα πείραμα μέσα στα πλαίσια ανάπτυξης της πανίδας της λίμνης.

Ο Ρότζερ όμως δεν έχει στο μυαλό του μόνο την επιστημονική του αποστολή. Κυρίως θέλει να ξεφύγει από το αδιέξοδο στη ζωή του και υπό το βάρος των επιλογών και των αποφάσεων που πρέπει να πάρει και καθυστερεί με την φυγή του. Είναι παντρεμένος με την Άννα, με την οποία είναι μαζί από τα φοιτητικά του χρόνια και έχουν δύο παιδιά, ενώ είναι ερωτευμένος με την εικαστική καλλιτέχνιδα μοντέρνας τέχνης, Τζέσικα, με την σχέση τους να έχει φτάσει σε ένα σταυροδρόμι αποφάσεων. Ο Ρότζερ συντάσσει ανεπίδοτες επιστολές προς την Τζέσικα, την οποία σκέπτεται συνεχώς, ενώ η δουλειά του δεν συναντά την αποδοχή της εταιρείας του. Η ατμόσφαιρα της Αφρικής, τα υπαρξιακά του προβλήματα που διογκώνονται, όπως και η γνωριμία του με έναν ντόπιο ψαρά, λίγο σαλεμένο, λίγο σοφό, ο οποίος με τις θεωρίες που αναπτύσσει αρχίζει να επηρεάζει τον Ρότζερ σε σημείο που εκείνος να αναθεωρήσει αρκετές από τις δεδομένες απόψεις του, συντελούν ώστε να έρθει σε κόντρα με την εταιρεία του.

Ο Δρόλιας δομεί το μυθιστόρημα του, ώστε τα κεφάλαια της πρωτοπρόσωπης αφήγησης του Ρότζερ, να εναλλάσσονται με τα κεφάλαια της τριτοπρόσωπης αφήγησης για την Τζέσικα και τις πρωτοποριακές κατασκευές της, τις οποίες εμπνέεται από την γνωριμία της με τον Ρότζερ. Ενδιάμεσα, υπάρχουν οι ερωτικές αλλά και υπαρξιακά απελπισμένες, ανεπίδοτες επιστολές του Ρότζερ προς το αντικείμενο του έρωτά του. Πολύ σύντομα όμως το ενδιαφέρον γέρνει προς τις περιπέτειες του Ρότζερ, καθώς οι αφηγήσεις για την Τζέσικα δείχνουν αμήχανες και μετέωρες, ενώ οι προβληματισμοί για την ουσία της τέχνης δεν συντελούν στην ανάπτυξη της πλοκής.

Με το πνεύμα του Τζόζεφ Κόνραντ να διαποτίζει το βιβλίο, η ιστορία που αφηγείται ο Δρόλιας (δεινός αναγνώστης λογοτεχνίας και από τους παλαιότερους bloggers του διαδικτύου), είναι πολύ ενδιαφέρουσα και καίρια, ενώ είναι ιδιαίτερα επιτυχημένη προσπάθεια του να αποφύγει τον (κάποιες φορές αναπόφευκτο) διδακτισμό. Το φαινόμενο του θερμοκηπίου, η οικολογική καταστροφή, ο ρόλος των εταιρειών έρχονται στο προσκήνιο. και δίδουν πρόσθετο βάρος και ουσία στην ιστορία, από την άλλη είναι λίγο αδιέξοδη η υπαρξιακή περιπέτεια του ήρωα, δημιουργώντας ένα χάσμα στο συνολικό πνεύμα του βιβλίου. Σίγουρα όμως, το “Nyos” είναι ένα ωραίο μυθιστόρημα, που αφηγείται ένα γεγονός που οι περισσότεροι (όπως εγώ) δεν γνώριζαν, το οποίο ξεφεύγει από την συνηθισμένη εγχώρια εσωστρέφεια.


Σε διαφορετικό πλαίσιο κινείται το μικρό μυθιστόρημα (περισσότερο νουβέλα θα έλεγα) του Νίκου Αδάμ Βουδούρη, με τίτλο “ΚΑΪΑΦΑΣ” (κι εδώ μια λίμνη στον τίτλο ως ένα έτερο στοιχείο “συγγένειας”, και όχι μόνο, με το βιβλίο του Δρόλια), ένα ιδιότυπο road novel (μυθιστόρημα δρόμου), υπαρξιακό και υπαινικτικό.

Ένας νεαρός άνδρας (του οποίου δεν μαθαίνουμε ποτέ το όνομα), στέλεχος εταιρείας, κατά τη διάρκεια ενός συμβουλίου, φεύγει (δραπετεύει) απ' όλους και απ' όλα, ένα καυτό καλοκαιρινό πρωινό. Μπαίνει στο αυτοκίνητό του και οδηγεί προς την δυτική Πελοπόννησο χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση. Σε μια παραλία που σταματάει, βρίσκει έναν σκύλο, τον Σαμψών, όπως γράφει το νικελένιο ταμπελάκι που είχε στον λαιμό του (μαζί με ένα άλλο που είχε έναν αριθμό κινητού). Τον παίρνει μαζί του και συνεχίζουν το ταξίδι τους. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, ο άνδρας πηγαίνει από μέρος σε μέρος, από παραλία σε παραλία, μιλώντας με αγνώστους, λέγοντάς τους ελαφρώς παράλογες ιστορίες για τον σκύλο και τον εαυτό του. Θα βρει καταφύγιο τελικά σε ένα παραλιακό χωριό, κοντά στη λίμνη Καϊάφα (με τα περίφημα λουτρά), και πιο συγκεκριμένα σε μια ταβέρνα όπου θα αυτοπροταθεί και θα προσληφθεί ως σερβιτόρος.

Η σωματική εργασία τον αλλάζει, νιώθει σαν να κάνει μια δουλειά που του ταιριάζει επιτέλους, ταυτόχρονα η σχέση του με τον σκύλο τον ηρεμεί – νιώθει περισσότερο κοντά του απ' ότι με οποιοδήποτε άνθρωπο, ενώ η δεδομένη ασθένεια του Σαμψών (κάτι που δεν έβλεπε ή δεν διέκρινε όσο οδηγούσε), τον κάνει πιο υπεύθυνο, πιο συνειδητοποιημένο. Ο άνδρας αισθάνεται ότι είναι η πρώτη φορά που νοιάζεται για κάποιον και αυτή η αίσθηση τον ωριμάζει κατά κάποιο τρόπο.

Το βιβλίο είναι δομημένο σε μικρά κεφάλαια, σαν κινηματογραφικά fade-outs και ο συγγραφέας χρησιμοποιεί πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η οποία εξελίσσεται γραμμικά. Το ύφος είναι αποστασιοποιημένο και εγκεφαλικό, ενώ το αρχικό ελαφρώς πικαρέσκο στυλ με τις φάρσες και την “τρέλα” του ήρωα, διαδέχεται μετά την συνειδητοποίηση της μοναξιάς του, και της σχέσης του με τον Σαμψών, η αλλαγή και στο στυλ του βιβλίου.

Ώριμη και δουλεμένη γραφή αλλά η ιστορία παραμένει αδιέξοδη, όπως και ο ήρωας του βιβλίου. Εξαιρετικές περιγραφές του δρόμου και της φύσης, της καταστροφής από τις πυρκαϊές, της παρακμής των λουτρών στη λίμνη, ενώ η επιλογή της εποχής και πιο συγκεκριμένα η υπερβολική ζέστη του καλοκαιριού ταιριάζει απόλυτα με το αίσθημα της ασφυξίας του ήρωα.

Το βιβλίο έχει καλό ρυθμό αλλά το Μπεκετικό ύφος που προσπαθεί να υιοθετήσει ο συγγραφέας, έχει ωραίες στιγμές αλλά και κάποιες αμήχανες, ενώ θεωρώ ότι ακόμα και οι 150 σελίδες του μυθιστορήματος φαίνονται πολλές, ίσως λειτουργούσε καλύτερα ως διήγημα. Μια ωραία και έντιμη προσπάθεια σε ένα πολύ δύσκολο μυθιστορηματικό στυλ.


Βαθμολογία και των δύο βιβλίων: 73/100




 
Τετάρτη, Αυγούστου 09, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Αυγούστου 09, 2017 | Permalink
Λίγη ζωή
Νιώθω ότι γι' αυτό το μυθιστόρημα, θα έπρεπε να κάτσω να γράψω μόλις ολοκλήρωνα την ανάγνωσή του, όταν διάβασα την τελευταία του σελίδα. Αισθάνομαι ότι, αφήνοντας να περάσουν μερικές ημέρες και διαβάζοντας άλλα δύο βιβλία στο ενδιάμεσο, αποστασιοποιήθηκα και δεν γνωρίζω αν, αυτό με βοηθήσει στο κείμενο που θα παραθέσω. Μου φαίνεται ότι, θα αδικήσω ένα τόσο συναισθηματικό βιβλίο εξετάζοντάς το ψύχραιμα, γιατί θα εστιάσω στα (αρκετά) μειονεκτήματά του και μάλλον θα χάσω την ουσία. Είμαι σίγουρος ότι, αυτό το κείμενο δεν θα μπορέσει να μεταφέρει στον αναγνώστη του, αυτό που βίωσα.

Ο λόγος για το συγκλονιστικό μυθιστόρημα της Αμερικανίδας (με καταγωγή από την Χαβάη), Hanya Yanagihara (1974, Los Angeles), με τίτλο “ΛΙΓΗ ΖΩΗ” (“A little life”), (Εκδ. Μεταίχμιο, μετάφρ. Μ.Ξυλούρη, σελ. 891), ένα βιβλίο, ιδιαίτερα δημοφιλές στη χώρα μας, για το οποίο έχουν γραφτεί πολλά, και που έχει φανατικούς οπαδούς, αλλά και ορκισμένους εχθρούς – τους καταλαβαίνω και τους δύο (εξάλλου κάθε έργο τέχνης που αξίζει, προκαλεί εντάσεις). Τι είναι όμως αυτό που κάνει, ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, που δεν έχει καμιά ιδιαίτερη πρωτοτυπία υφολογικά, και με εμφανή προβλήματα ρυθμού, να είναι τόσο σαγηνευτικό και όπου η (πιο) κλισέ έκφραση (στον χώρο των βιβλιόφιλων), “δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου” να εφαρμόζει απόλυτα;

Ένας Αμερικανός κριτικός έγραψε ότι η “Λίγη ζωή” “σε αποπλανά, την ίδια στιγμή που σε αηδιάζει, σε φοβίζει, σε εξαντλεί”. Ο μέσος άνθρωπος του πρώτου ή/και του δεύτερου κόσμου, είναι εξοικειωμένος με τις σκηνές βίας, με την κακοποίηση, την παιδοφιλία μέσα από (τις υπερβολικά πολλές) εικόνες στους τηλεοπτικούς του δέκτες, είναι όμως η δύναμη της λογοτεχνίας, η δύναμη του γραπτού λόγου που μετατρέπει αυτές τις εικόνες σε κάτι εφιαλτικό και αποτρόπαιο, σε κάτι που μπορεί να σε κάνει να χάσεις τον ύπνο σου. Είναι η δύναμη της λογοτεχνίας που μπορεί να συνδυάσει με τον καλύτερο τρόπο την απανθρωπιά και την σκληρότητα, με σελίδες γεμάτες απλή και ανιδιοτελή αγάπη, αφοσίωση και αληθινή φιλία.

“Τελευταία, αναρωτιόταν αν η συνεξάρτηση ήταν τόσο κακό πράγμα. Ευχαριστιόταν τις φιλίες του και δεν έβλαπτε κανέναν, οπότε ποιον ένοιαζε αν ήταν συνεξαρτημένος ή όχι. Και τέλος πάντων, από πού κι ως πού η φιλία είχε περισσότερη συνεξάρτηση από μια σχέση; Γιατί είναι αξιοθαύμαστη όταν είσαι είκοσι επτά μα ανατριχιαστική όταν είσαι τριάντα επτά; Γιατί δεν είναι η φιλία εξίσου καλή με μια σχέση; Γιατί δεν είναι ακόμα καλύτερη; Ήταν δύο άνθρωποι που έμεναν μαζί, κάθε μέρα, ενωμένοι όχι από το σεξ ή τη σωματική έλξη ή τα χρήματα ή τα παιδιά ή την ακίνητη περιουσία, μα μονάχα από την κοινή συμφωνία να συνεχίσουν την αμοιβαία αφοσίωση σε μια ένωση που ποτέ δεν θα κωδικοποιούνταν. Φιλία είναι να παρίστασαι στην αργή ροή των δυστυχιών ενός άλλου, και σε μεγάλα διαστήματα βαρεμάρας, και περιστασιακούς θριάμβους. Είναι να αισθάνεσαι τιμή για το προνόμιο να είσαι παρών στις πιο κακές στιγμές ενός άλλου ανθρώπου, και να ξέρεις ότι μπορείς κι εσύ να είσαι στις κακές σου μπροστά του σε αντάλλαγμα.”

Η αφήγηση εστιάζεται στη ζωή τεσσάρων κολλητών φίλων κατά τη διάρκεια τριών (και βάλε) δεκαετιών της ζωής τους. Φοιτητές σε ένα επιφανές κολλέγιο, ο πανέμορφος Γουίλεμ, παιδί Σκανδιναβών γονιών που στρέφεται αργά αλλά σταθερά, προς το θέατρο και τον κινηματογράφο, ο έγχρωμος εγωκεντρικός ζωγράφος Τζέι Μπι, ο ευαίσθητος αρχιτέκτονας Μάλκολμ και τέλος, ο Τζουντ, ο ήρεμος και γοητευτικός υπότροφος στη Νομική που προσλαμβάνεται στην εισαγγελία της Ν.Υόρκης μετά την αποφοίτησή του. Παρακολουθούμε για αρκετές (πολλές μάλλον) σελίδες την παρέα πανοραμικά, να τρώνε γκουρμέ ή μη φαγητά, να περιδιαβαίνουν, να μιλάνε για τα φοιτητικά τους χρόνια - είναι ενδεικτικό ότι αυτή η εισαγωγή κρατάει γύρω στις 100 σελίδες, μέχρι η πένα της συγγραφέως εστιάσει κατά κύριο λόγο στον Τζουντ, τον κεντρικό χαρακτήρα του βιβλίου και τη ζωή του, καθώς και την σχέση του με τον Γουίλεμ, τον πιο κοντινό του άνθρωπο, αυτόν που ήρθε πιο κοντά του από τον καθένα.

Η συγγραφέας τοποθετεί τη δράση του βιβλίου της σε ένα άχρονο πλαίσιο, όπου τα εξωτερικά στοιχεία δεν παίζουν κανένα ρόλο. Δεν καταλαβαίνουμε σε ποιες δεκαετίες αναφέρεται, οι ήρωες μεγαλώνουν, ωριμάζουν αλλά όπως στα παραμύθια, τίποτα εξωτερικά δεν συμβαίνει, η κοινωνία παραμένει η ίδια, λες και όλη η ιστορία (μάλλον οι ιστορίες) που αφηγείται συμβαίνουν στην δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα. Με αυτό το τρικ, ο αναγνώστης προσηλώνεται στην αφήγηση της ιστορίας, χωρίς περισπασμούς με κοινωνικοπολιτικά γεγονότα.

Ο ήρωας του βιβλίου και αναμφίβολα, το πρόσωπο που σχεδόν εξαναγκάζεται συναισθηματικά να ταυτιστεί ο αναγνώστης, είναι ο Τζουντ. Ένας άνθρωπος με κινητικά προβλήματα λόγω της ταλαιπωρίας που έχουν υποστεί τα άκρα του, ένας άνθρωπος που κόβεται/χαρακώνεται με μανία, καθημερινά, στα χέρια και στα πόδια, ένας άνθρωπος που η πλάτη του είναι γεμάτη βαθιές χαρακιές, ένας άνθρωπος που αποπνέει μυστήριο για τους γύρω του, ενώ ακόμα και οι φίλοι του δεν γνωρίζουν τίποτα για το παρελθόν του.

"“Η ζωή ήταν τρομακτική· ήταν άδηλη. Ακόμα και τα χρήματα του Μάλκολμ δεν θα τον προστάτευαν πλήρως. Η ζωή θα του συνέβαινε, και θα έπρεπε να προσπαθήσει να της αποκριθεί, ακριβώς όπως κι εκείνοι. Όλοι - ο Μάλκολμ με τα σπίτια του, ο Γουίλεμ με τις φιλενάδες του, ο Τζέι Μπι με τις μπογιές του, αυτό με τα ξυράφια του - αναζητούσαν παρηγοριά, κάτι ολόδικό τους, κάτι που να αντιστέκεται στη φρικτή απεραντοσύνη, την απιθανότητα του κόσμου, των αμείλικτων δευτερολέπτων του, των λεπτών του, των ημερών του.”

Το παρελθόν του Τζουντ ξετυλίγεται αργά και μας δίδεται σε μικρές δόσεις. Ορφανός που εγκαταλείπεται σε μοναστήρι και μετά το σκάει με έναν από τους καλόγερους, ενώ η αναφορά σε κάποιον γιατρό που τον κατέστρεψε είναι συνεχής. Πως κατορθώνει αυτός ο άνθρωπος να πάρει υποτροφία σε ένα εξαίρετο κολλέγιο, να αποφοιτήσει με επαίνους, να προσληφθεί στην εισαγγελία της Νέας Υόρκης, απ' όπου θα φύγει μετά από μερικά χρόνια καθώς προσλαμβάνεται σε μια μεγάλη δικηγορική εταιρία όπου αναδεικνύεται ως ο σούπερ και αδίστακτος δικηγόρος, που για ένα 12ωρο είναι ο άψογος και ζηλευτός επαγγελματίας, γυρίζοντας όμως σπίτι είναι ο έφηβος Τζουντ που αναζητά μετά μανίας το ξυράφι;

Ο Τζουντ είναι ένας πολύ άτυχος άνθρωπος, ο οποίος όμως από την άλλη είναι και αφάνταστα τυχερός. Από την ώρα που θα αρχίσει τις σπουδές του, βρίσκονται δίπλα του, ή, γύρω του, άνθρωποι που θα τον αγαπήσουν και θα τον αγκαλιάσουν. Ο καθηγητής και μέντοράς του, ο Χάρολντ που θα τον υιοθετήσει, ο Γουίλεμ, ο κολλητός του, που θα είναι πάντα δίπλα του, ο γιατρός του ο Άντι που θα είναι πάντα έτοιμος για κάθε στραβοτιμονιά, ο Μάλκολμ που θα τον θαυμάζει και ο Τζέι Μπι που πάντα θα αποζητάει ένα νεύμα, μια χειρονομία του. Κανείς όμως από αυτούς δεν φαντάζεται την έκταση της κακοποίησης, κανείς δεν ρωτάει γιατί φοβάται την απάντηση.

 Οι τέσσερις φίλοι αργά αλλά σταθερά χτίζουν την καριέρα τους, την πορεία τους στη ζωή. Όλοι προοδεύουν, ο Γουίλεμ γίνεται ηθοποιός παγκόσμιας κλάσης, ο Μάλκολμ αρχιτέκτονας περιζήτητος, ο Τζέι Μπι διάσημος ζωγράφος. Η σχέση τους δοκιμάζεται, περνάει διάφορα στάδια, ακόμα και ο σεξουαλικός προσανατολισμός των δυο, του Γουίλεμ και του Μάλκολμ θα αλλάξει κατά τη διάρκεια αυτών των δεκαετιών – μόνο ο Τζει Μπι θα μείνει σεξουαλικά σταθερός στις προτιμήσεις του.
Όμως όλα αυτά περνάνε σε δεύτερο πλάνο καθώς, η ιστορία του Τζουντ κυριαρχεί στο βιβλίο – θα φτάσουμε στη μέση μέχρι να μάθουμε τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα, να καταλάβουμε μέσα από την ιστορία, τι ακριβώς έχει γίνει στη ζωή του Τζουντ μέχρι τα 15 του χρόνια, μέχρι να αρχίσει η φρίκη που πιάνει τον αναγνώστη (όπως άλλωστε κι εμένα), από τον λαιμό και δεν θα τον αφήνει να κοιμηθεί τα βράδια. Η Γιαναγκιχάρα αφηγείται με θαυμαστό τρόπο, τα τραύματα του Τζουντ, την απέχθεια προς τον εαυτό του, την αυτοκαταστροφική του μανία που παρασέρνει τα πάντα, την ανάγκη του για αγάπη και τρυφερότητα που κρύβει τόσο καλά, την δισυπόστατη προσωπικότητά του, που ξαφνιάζει όσους τον ξέρουν καλά, καθώς παρακολουθούν αυτόν τον εύθραυστο και τρυφερό άνθρωπο να μετατρέπεται σε ύαινα στο δικαστήριο, έτοιμος να κατασπαράξει τον ατυχή του αντίπαλο.

“ “Τζουντ” του λέει ο Χάρολντ, χαμηλόφωνα. “Καημένε Τζουντ. Γλυκέ μου”. Και με αυτό βάζει τα κλάματα, γιατί κανένας δεν τον έχει πει ποτέ γλυκό του, όχι από τον αδελφό Λουκ. Μερικές φορές ο Γουίλεμ προσπαθούσε – γλυκέ μου ,προσπαθούσε να τον φωνάξει ο Γουίλεμ, καρδιά μου - , και τον ανάγκαζε να το κόψει· το γλυκόλογο για κείνον ήταν βρομερό, μια λέξη εξευτελιστική και ακόλαστη. “Γλυκέ μου” λέει πάλι ο Χάρολντ, και θέλει να σταματήσει· θέλει να μη σταματήσει ποτέ. “Μωρό μου”. Και κλαίει και κλαίει, κλαίει για όσα έχει υπάρξει, για όσα θα μπορούσε να είχε γίνει, για κάθε παλιό πόνο, για κάθε παλιά ευτυχία, κλαίει για την ντροπή και τη χαρά του να μπορεί επιτέλους να είναι παιδί, με όλα τα καπρίτσια και τις επιθυμίες και τις ανασφάλειες ενός παιδιού, για το προνόμιο να φέρεται άσχημα και να τον συγχωρούν, για την πολυτέλεια της τρυφερότητας, της στοργής, του να του σερβίρουν ένα γεύμα και να τον αναγκάζουν να το φάει, για την ικανότητα, επιτέλους, επιτέλους να πιστέψει τις διαβεβαιώσεις ενός γονιού, να πιστέψει ότι για κάποιον είναι ξεχωριστός παρά τα λάθη του και το μίσος του, εξαιτίας των λαθών του και του μίσους του.”

Είναι όλα δοσμένα σε υπερβολικό βαθμό, στο πληθωρικότατο αυτό μυθιστόρημα. Η βία και η σκληρότητα θα μπορούσαν να αποτελούν στοιχείο μιας σαδομαζό ταινίας, η αγάπη και η τρυφερότητα φτάνουν σε μελοδραματικά πλαίσια. Η συγγραφέας έχει αφομοιώσει εξαιρετικά, όλη τη λογοτεχνία του 19ου αιώνα. Η παρουσία του Ντίκενς είναι ιδιαίτερα αισθητή, όπως και οι επιρροές από την Γκόθικ λογοτεχνική σκηνή, ενώ το βιβλίο δομείται ως “μυθιστόρημα μαθητείας” (bildungsroman). Η Γιαναγκιχάρα ενώνει όλα αυτά με την λογοτεχνία του Bret Easton Ellis (που προκάλεσε αίσθηση την δεκαετία του '90 χωρίς όμως συνέχεια) και του κινηματογράφου του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, των οραμάτων για μια πιο ανθρώπινη κοινωνία.


Η "Λίγη ζωή" είναι ένα βιβλίο για το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, για την αγάπη και το μίσος, για την σεξουαλική κακοποίηση, τον αγώνα για τη ζωή, την αγνή και ανιδιοτελή φιλία, την αντιφατικότητα του ανθρώπου και την ανάγκη του για τρυφερότητα και αγάπη. Άνισο αλλά θαυμάσιο, υπερβολικό αλλά γοητευτικό, φλύαρο αλλά μεθυστικό, το μυθιστόρημα αυτό, για τους ίδιους λόγους που μπορείς να το μισήσεις, μπορείς να το αγαπήσεις.
Ναι, θα ήταν καλύτερα να ήταν πιο σφιχτοδεμένο, ίσως, θα ήταν καλύτερα να ήταν ίσως το μισό σε έκταση, αφού δεν υπάρχει ιδιαίτερη πλοκή και η συγγραφέας δείχνει να στριφογυρίζει γύρω από το ίδιο θέμα, σίγουρα, κάποιες καταστάσεις δείχνουν εξωφρενικές μέσα σε αυτό το ρεαλιστικό πλαίσιο, αλλά (εδώ υπάρχει ένα τεράστιο “αλλά”...), η αφήγηση είναι τόσο ζωντανή και διαυγής, η ψυχογράφηση των χαρακτήρων, κυρίως του Τζουντ και του Γουίλεμ, τόσο εξαιρετική, η δύναμη της ιστορίας τόσο μεγάλη, που θέλεις να τα συγχωρήσεις όλα, να τα αφήσεις πίσω και να απολαύσεις αυτό το σπουδαίο πραγματικά μυθιστόρημα που χτυπάει κατευθείαν στην καρδιά και στο συναίσθημα, αυτό το συναρπαστικό page-turner που δονείται από πάθος. Στην απόλαυση του βιβλίου συντελεί η εξαιρετική μεταφορά του στα ελληνικά από την πάντα δημιουργική Μαρία Ξυλούρη.

_______________________________________________________

Βαθμολογία: 85/100




 
Τετάρτη, Αυγούστου 02, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Αυγούστου 02, 2017 | Permalink
Ο κήπος της αγάπης
Εγκεφαλικό και με ιδιαίτερα νοσηρή ατμόσφαιρα, το ψυχολογικό νουάρ του πολύ καλού Γάλλου συγγραφέα Marcus Malte (1967, Seyne-sur-Mer), με τίτλο “Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ”, (“Garden of love”), (Εκδόσεις Opera, μετάφρ. Μαρ. Κουτάλου, σελ.301), είναι (κυρίως) ένα υπέροχο, ψυχολογικό και σκοτεινό μυθιστόρημα (πέρα από λογοτεχνικά είδη και λοιπές κατατάξεις), το οποίο παρασύρει τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι μέσα στα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής.

Με το ποίημα του William BlakeGarden of love, και την μουσική του Serge Gainsbourg, να δίνουν τον τόνο στο βιβλίο, ο Malte με μια αποσπασματική αφήγηση εισάγει τα πρόσωπα στην δραματική ιστορία που αφηγείται.

Μια πολύ περιποιητική και ευφάνταστη πόρνη, που ψυχαγωγεί τους πελάτες της, ένας πατέρας που ξαναβρίσκει μετά από χρόνια τον εξαφανισμένο παιδικό του φίλο και στην ιδέα ότι πρέπει να τον ξαναδεί, πανικοβάλλεται αυτός και η σύζυγός του, ένας έφηβος που σαγηνεύεται από τον χαρισματικό συμμαθητή του και κάνει τα πάντα για να τον δεχτεί ο τελευταίος, ως φίλο του, ένας τελειωμένος αστυνομικός λίγο πριν την σύνταξη λαμβάνει ένα ανώνυμο χειρόγραφο με τίτλο “Ο κήπος της αγάπης”. Διατρέχοντάς το, αντιλαμβάνεται ότι ο συγγραφέας του γνωρίζει πολύ καλά πρόσωπα και καταστάσεις της προσωπικής του ζωής.

Το χειρόγραφο των 150 σελίδων περιγράφει τα πάντα και είναι σταλμένο από ένα μέρος που ο αστυνόμος Αστρίντ γνωρίζει πολύ καλά. Μπορεί να φανταστεί ποιος του το έστειλε, είναι ένα άτομο που κυνηγάει καιρό τώρα σε ένα παιχνίδι διανοητικό, όπου συνήθως είναι χαμένος. Διαβάζοντας το χειρόγραφο βλέπει ότι και πάλι ο ίδιος άνθρωπος παίζει μαζί του, ξέρει που θα τον βρει και το θέαμα που αντικρύζει μπροστά του θα τον σημαδέψει για πάντα:

“Όχι δεν είχα κάνει λάθος. Για μια φορά, αυτός ο μαλάκας δεν με ξάφνιασε. Ήταν ξαπλωμένος κάτω, ανάσκελα. Ο κορμός του ήταν γυμνός και γεμάτος τούφες από κομμένα ανοιχτόχρωμα μαλλιά. Τον σκέπαζαν ολόκληρο. Το πρόσωπό του ήταν ελαφρά στραμμένο προς τ' αριστερά. Τουλάχιστον ό,τι είχε απομείνει απ' αυτό. Το πάνω μέρος του κρανίου του έλειπε, ανοιγμένο από μια σφαίρα ρεβόλβερ. Διαμέτρημα 38 σπέσιαλ. Τα δάχτυλα του δεξιού χεριού ήταν ακόμα γαντζωμένα στη λαβή του παλιού Ruger.

Έμεινα για λίγο καρφωμένος στη θέση μου. Έπειτα προχώρησα, με το όπλο πάντα τεντωμένο, σημαδεύοντας το πτώμα. Έσκυψα από πάνω του. Αυτό το κάθαρμα είχε κρατήσει τα μάτια ανοιχτά. Φωτισμένα απ' το τετράγωνο του φεγγίτη. Ήταν ωραίος. Παρά τις μοβ πλάκες στο δέρμα του, παρά το φωτοστέφανο του αίματος και το μάγμα από μυαλά και κόκαλα. Τι βλέπεις; Τι σε κάνει να διασκεδάζεις; Θα ορκιζόμουν ότι ένα χαμόγελο έπαιζε στα χείλη του. 

Χαμήλωσα την κάννη της Beretta ως τη γωνία του στόματός του. Άρχισα να τρέμω ολόκληρος. Από ανημπόρια, από οργή. Δεν μου' χε αφήσει ούτε τη μικρή παρηγοριά να του δώσω τη χαριστική βολή. Αισθάνθηκα τον δείκτη μου να σφίγγεται στη σκανδάλη, το ίδιο και τα σαγόνια μου, και όλο το υπόλοιπο σώμα μου, φορτωμένο ως τα μπούνια, συμπιεσμένο, όλη μου την ύπαρξη να κρέμεται απ' αυτό το κομματάκι σάρκα πάνω στο κομματάκι μέταλλο που πάει να σκάσει.
Μόνο δάκρυα ανέβλυσαν από τα βλέφαρά μου. Ανασηκώθηκα μ' ένα ρόγχο, ένα βραχνό μούγκρισμα βγαλμένο από το στήθος μου. Τριάντα δευτερόλεπτα αργότερα είχα ήδη στερέψει. Όρθιος μπρος στα πόδια του, κοίταζα το πτώμα και το ξύλινο κουτί στο πλάι. Το κουτί των πούρων. Ώστε έτσι λοιπόν: υπήρχε πραγματικά. Το κουτί του θησαυρού, το κουτί των μυστικών. Άδειο.

Πίσω μου, το μεταλλικό κροτάλισμα επέμενε· προερχόταν από ένα εκκρεμές με μεταλλικές μπίλιες που χτυπούσαν η μία πάνω στην άλλη. Αέναη κίνηση. Το ήξερα αυτό το αντικείμενο. Ήταν τοποθετημένο σ' ένα ράφι στον τοίχο.
Τέλεια σκηνοθεσία...Αρρωστημένε καριόλη!

Γύρισα απότομα κι έριξα έξι σφαίρες απανωτά, στο περίπου. Ο θόρυβος ήταν τρομακτικός. Θραύσματα ξύλου και σοβά εκτοξεύτηκαν ψηλά. Το εκκρεμές έγινε σκόνη από τη δεύτερη βολή. Ο χρόνος σταμάτησε.

Μετά απ' αυτό, έμειναν μόνο η σκόνη στον αέρα και το σφύριγμα στα τύμπανά μου. Έριξα μια τελευταία ματιά στο πτώμα. Δε σήμαινε τίποτα πια. Βγήκα έξω κι ούτε που γύρισα να τον φτύσω.”

Έτσι αρχίζουν όλα ή μήπως τελειώνουν; Ο αναγνώστης το μόνο που έχει να κάνει είναι να σχηματίσει το παζλ της ιστορίας. Να βάλει τα πρόσωπα στη θέση τους. Να καταλάβει πως τοποθετούνται οι χαρακτήρες μέσα στην ιστορία. Δεν υπάρχει αστυνομικό αίνιγμα ή παιχνίδι ανεύρεσης κάποιου δολοφόνου. Ο Μαλτ, όπως και στο πολύ καλό  “Μπλε νότες σε κόκκινο φόντο” που είχε βγει πριν λίγα χρόνια, είναι εκπληκτικός στην δημιουργία μαύρης ατμόσφαιρας, να εισδύει στην “καρδιά του σκότους” και να καλλιεργεί ένα κλίμα άγχους και ασφυξίας.


Με πινελιές λυρισμού που διαδέχονται οι σκληρές ρεαλιστικές σκηνές, το μυθιστόρημα είναι άψογα χορογραφημένο και με φοβερή αίσθηση του ρυθμού καθώς πίσω από κάθε σελίδα περιμένεις να γίνει κάτι φρικιαστικό και απάνθρωπο. Γοτθική ατμόσφαιρα, σκοτεινή και καταθλιπτική σε ένα ψυχαναλυτικό θρίλερ, σαγηνευτικό και ιδιαίτερα ενδιαφέρον, που μπορεί να ξεκινάει ιδανικά αλλά δεν ολοκληρώνεται έτσι, καθώς το φινάλε ελαφρώς απογοητεύει.

Κανείς δεν είναι αθώος στην ιστορία που αφηγείται ο Μαλτ, θύτης και θύμα αλλάζουν ρόλους και το παιχνίδι μεταξύ τους συνεχίζεται μέχρι τέλους. Ο ένας θα ζήσει – ένας ζωντανός νεκρός, ο άλλος θα αυτοκτονήσει (όπως βλέπουμε παραπάνω). “Ο κήπος της αγάπης” είναι ένα πολύ ωραίο ψυχολογικό θρίλερ, με υπέροχες εικόνες και μια πολύ δυνατή ιστορία, που μιλάει για το παρελθόν, την αγάπη, την συγχώρεση, την παράνοια, τις μικρές εκείνες λεπτομέρειες που καθορίζουν τη ζωή μας, τη σχετικότητα των επιλογών μας. Ο Μαλτ έχει στυλ και προσωπική ματιά, θυμίζοντας τους μεγάλους συμπατριώτες του, κλασσικούς του είδους.

"Εσύ που λες πως μ'αγαπάς, σκέφτηκε, εσύ που λες πως μ'αγαπάς, εκπλήρωσε τις επιθυμίες μου."



______________________________________________________________

Βαθμολογία 77/100

__________________________________________________________


Η βαθμολογία (παλιά αγαπημένη συνήθεια), επανέρχεται από αυτό το ποστ. Βιβλία που συγκεντρώνουν κάτω από 70/100 δεν θα αναρτώνται (όπως εξάλλου δεν γράφω για βιβλία που με αφήνουν αδιάφορο μετά την ανάγνωσή τους), παρά μόνο αν υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι' αυτά.