Πέμπτη, Αυγούστου 31, 2023
posted by Librofilo at Πέμπτη, Αυγούστου 31, 2023 | Permalink
DISSIPATIO H.G.

Επιθυμείς διακαώς να φύγεις από την πολύβουη πόλη και να ζήσεις μόνος σε μια εξοχή; Να εξαφανιστούν όλοι αυτοί που σε ταλαιπωρούν και να είσαι ελεύθερος να απολαμβάνεις τη φύση και τους ατελείωτους περιπάτους σε δάση και ακτές; Πρόσεχε τι εύχεσαι, γιατί μπορεί να ξυπνήσεις ένα ωραίο πρωινό και να έχεις πάθει αυτό ακριβώς που επιθυμούσες και ονειρευόσουν! Να μείνεις μόνος πάνω σ’ αυτή τη γη…

Ο ανώνυμος αφηγητής της έξοχης νουβέλας του Ιταλού συγγραφέα, Guido Morselli (Μπολόνια, 1912 – Βαρέζε, 1973) , με τίτλο «DISSIPATIO H.G.» (εκδ. Loggia, μετάφρ. Μ. Φραγκούλη, σελ. 181), δεν ευχόταν να μείνει μόνος στη γη, επιθυμούσε να αυτοκτονήσει. Στην προσπάθειά του όμως αυτή, αποτυγχάνει – όπως σχεδόν σε ότι έχει αποπειραθεί στη ζωή του, επιστρέφει σπίτι του και το επόμενο πρωί, διαπιστώνει ότι δεν έχει μείνει άνθρωπος σε μια ακτίνα πολλών χιλιομέτρων από το σπίτι του και την πόλη που μένει. Αυτό είναι το περίγραμμα της ιστορίας που αφηγείται με μοναδικό στυλ, ο (επηρεασμένος από το ύφος του Ίταλο Καλβίνο) Ιταλός συγγραφέας, που λίγο μετά την απόρριψη του χειρογράφου του βιβλίου του, από έναν εκδότη, αυτοκτόνησε χρησιμοποιώντας ένα περίστροφο. Ας δούμε όμως τι αφορά αυτή η νουβέλα, που έκτοτε συζητήθηκε πολύ, εκδόθηκε σε πολλές γλώσσες και έκανε γνωστό το όνομα ενός μάλλον υποτιμημένου συγγραφέα όσο εκείνος ήταν εν ζωή.


Το αλληγορικό αυτό βιβλίο (που απέκτησε στοιχεία επικαιρότητας με τους εγκλεισμούς λόγω πανδημίας), αρχικά έχει τη μορφή της δυστοπίας για να εξελιχθεί σε ένα μοντερνιστικό Καφκικό πλαίσιο, όπου οι φιλοσοφικές και θεολογικές θεωρίες επικρατούν στις σελίδες του, «φορτώνοντάς το» έναντι της λογοτεχνικότητάς του, προσθέτοντας όμως ιδιαίτερο βάρος στην αξία του. Σε έναν τόπο που δεν καθορίζεται αλλά προφανώς είναι η Ελβετία, ο ανώνυμος αφηγητής, ένας μισάνθρωπος και μοναχικός δημοσιογράφος και συγγραφέας που ζει αποτραβηγμένος απ’ όλους κι απ’ όλα σε ένα σπίτι στα βουνά, αποφασίζει το βράδυ, λίγο προτού συμπληρώσει τα 40 του χρόνια να αυτοκτονήσει.
 
Έχει επιλέξει ως τόπο του εγχειρήματός του, μια κλειστή λίμνη, στην οποία φτάνεις μέσα από μια σπηλιά και καταλήγει στη λίμνη που βρίσκεται μέσα σε βράχους, σαν πηγάδι. Όμως παρά την επιθυμία (και τον προγραμματισμό) του, δεν τολμάει να το κάνει. Βγαίνοντας από την σπηλιά, χτυπάει δυνατά το κεφάλι του, ζαλίζεται, χάνει τον προσανατολισμό του, αλλά τελικά φτάνει κατάκοπος σπίτι του, όπου ξαπλώνει στο κρεβάτι του, έχοντας δίπλα του ένα περίστροφο (την «κοπέλα με το μαύρο μάτι» όπως το αποκαλεί), προσπαθεί να πυροβοληθεί, αλλά και πάλι δεν μπορεί να προχωρήσει παρά τις δυο – τρεις προσπάθειες. Θα κοιμηθεί και όταν ξυπνήσει το επόμενο πρωί, το μαξιλάρι του είναι γεμάτο αίματα, από το χτύπημα στον βράχο. Θα φάει λαίμαργα πρωινό και θα πάει στο κοντινό του χωριό, όπου προς κατάπληξή του, δεν βλέπει κανέναν άνθρωπο. Τα πάντα είναι κλειστά ή ανοιχτά αλλά με σημάδια αιφνίδιας εγκατάλειψης, ακόμα κι ο σιδηροδρομικός σταθμός είναι έρημος! Γυρίζει σπίτι, ανοίγει την αλληλογραφία του – που είχε καμιά βδομάδα να την ανοίξει, λόγω του πλάνου του να αυτοκτονήσει -, βλέπει ότι θα ερχόταν μια φίλη για τα γενέθλιά του, αλλά κι εκείνη δεν φαίνεται πουθενά. Συνειδητοποιεί ότι είναι μόνος.
 
«… τώρα πια η εσωτερική ιστορία είναι η Ιστορία, η ιστορία της Ανθρωπότητας. Εγώ είμαι τώρα πια η Ανθρωπότητα, εγώ είμαι η Κοινωνία (Α και Κ κεφαλαία). Θα μπορούσα, χωρίς έμφαση, να μιλώ σε τρίτο πρόσωπο: «ο Άνθρωπος είπε αυτό, έκανε αυτό…» Πέρα από το ότι, με αρχή τη 2α Ιουνίου, το τρίτο πρόσωπο κι οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, πραγματικό ή γραμματικό, ταυτίζονται αναγκαστικά με το δικό μου. Δεν υπάρχει πια παρά το Εγώ, το Εγώ δεν είναι πια παρά το δικό μου. Είμαι εγώ.»


Ο αφηγητής θα κατευθυνθεί προς την «Χρυσούπολη», την μεγάλη πόλη, εμπορικό και οικονομικό κέντρο με τις εξήντα τράπεζες και τους δεκάδες χιλιάδες εμπόρους (υπονοείται η Ζυρίχη;) που ανέκαθεν σιχαινόταν. Κι εκεί όμως, δεν υπάρχει ψυχή ζώσα, οι δρόμοι, τα καταστήματα, τα ξενοδοχεία έρημα, όπως και το αεροδρόμιο, αλλά και μια στρατιωτική βάση. Ο αφηγητής θα δοκιμάσει να καλέσει κάποια διεθνή νούμερα τηλεφώνων, στην άλλη άκρη υπάρχει μόνο ο τηλεφωνητής.
 
Τι έγιναν οι άνθρωποι; Που πήγαν; «Εξαερώθηκαν»; Στα πολυτελή και έρημα πλέον ξενοδοχεία, τα φαγητά είναι πάνω στα τραπέζια και οι γάτες κάνουν παρέλαση στους διαδρόμους. Ο αφηγητής θυμάται κάποια πράγματα που του είχε πει, ο γιατρός που τον κουράριζε σε μια κλινική όταν νοσηλεύτηκε για ψυχικές διαταραχές και σκέφτεται ότι αυτός ο «γιατρουδάκος» (όπως τον αποκαλεί) είναι ο μόνος άνθρωπος που τον κατανόησε. Πως είναι όμως ο κόσμος χωρίς ανθρώπους; Είναι άραγε τόσο καθαρός και φωτεινός; Και η κοινωνία μια «κακή συνήθεια»;
 
«… Εξάτμιση – εξύψωση. Εξύψωση – ανάληψη (στους ουρανούς).
Ας δούμε. Είναι κάτι που διάβασα παλιά, ένα κείμενο του Ιάμβλιχου που βρέθηκε μπροστά μου, δεν θυμάμαι για ποια έρευνα. Μιλούσε για το τέλος του είδους κι είχε τίτλο Dissipatio Humani Generis. Εξανέμιση, όχι με ηθική έννοια. Η εκδοχή που θυμάμαι ήταν στα λατινικά και στα ύστερα λατινικά φαίνεται πως dissipation σήμαινε «εξαέρωση», «νεφελοποίηση» ή κάτι ομοίως σχετικό με τη φύση κι ο Ιάμβλιχος στην περιγραφή του υπαινισσόταν ακριβώς ένα αναπότρεπτο φαινόμενο τέτοιου τύπου. Σε σχέση με άλλους προφήτες, ήταν λιγότερο καταστροφικός: κανένας κατακλυσμός, κανένα ολοκαύτωμα «solvens saeclum in favilla
», που θα εξομοιωνόταν σήμερα με πυρηνική εκατόμβη. Τα ανθρώπινα όντα μετατράπηκαν, από ξαφνικό θαύμα, σε ένα σπρέι ή ανεπαίσθητο αέριο (και ακίνδυνο, πιθανόν άοσμο), χωρίς ενδιάμεση ανάφλεξη. Πράγμα που, αν όχι ένδοξο, είναι τουλάχιστον ευπρεπές.»
 
Ο αφηγητής προσπαθεί να καταλάβει, να βρει μια αιτία. Ανατρέχει σε φιλοσοφικές θεωρίες και θρησκευτικές αγωνίες, οικονομικές θεωρίες και σκέψεις για το ανθρώπινο είδος και την γραμμικότητα του χρόνου για να βρει απαντήσεις. Θεωρεί ότι ο άνθρωπος δεν χρειάζεται για να επιβιώσει ο πλανήτης κι ότι ήρθε η ώρα, η Φύση να κυριαρχήσει και τα ζώα να αφεθούν ελεύθερα αλλά μετά από ελάχιστο χρόνο, προσπαθεί να επικοινωνήσει με κάθε τρόπο, να βρει άλλους ανθρώπους, αρνείται να παραδεχτεί ότι έχει μείνει τελείως μόνος, ο μοναδικός επιζών.


Ο Μορσέλι με πολύ στυλ, αφηγείται μια ιστορία που επικεντρώνεται στις αντιδράσεις του αφηγητή του. Η νουβέλα βέβαια, είναι φορτωμένη με φιλοσοφικές έννοιες σε σημείο «μπουκώματος», που όμως ο συγγραφέας κατορθώνει να κεντρίσει σε πολλά σημεία το ενδιαφέρον του αναγνώστη του, με τις κινηματογραφικού ύφους περιγραφές του αεροδρομίου, της στρατιωτικής βάσης, των χώρων των ξενοδοχείων, των έρημων δρόμων, που παραπέμπουν σε ταινίες της δεκαετίας του ’70.
 
Η υπαρξιακή αγωνία διατρέχει το βιβλίο απ’ άκρη σ’ άκρη. Τι μπορεί να υπάρχει σε αυτό το άγνωστο πεδίο, μεταξύ του θανάτου και της ζωής, μεταξύ της επιλογής της αυτοκτονίας και της ενστικτώδους ανάγκης για επιβίωση; Η φιλοσοφική νουβέλα του Μορσέλι, νιώθεις ότι κρύβει πολλά παραπάνω απ’ όσα περιγράφει. Υπαινικτική αν και «βαρυφορτωμένη» με πολλά νοήματα, με ωραίο κλιμακούμενο ρυθμό, περιγράφει ενδελεχώς τον ανώνυμο αφηγητή / ήρωά της, που ταλαντεύεται μεταξύ της αγωνίας για επιβίωση και απορίας, μεταξύ της αυτογνωσίας και της εξωτερικής πραγματικότητας.
 
Ο αναγνώστης δεν μπορεί να μη κάνει συνειρμούς για αυτοβιογραφικά στοιχεία στο βιβλίο. Η δε αυτοκτονία του συγγραφέα λίγο καιρό μετά, χρησιμοποιώντας «το μαύρο μάτι» οδηγεί προς τα εκεί. Όμως, η ανοιχτή σε πολλές αναγνώσεις και ερμηνείες (όπου η προσπάθεια αποκρυπτογράφησής της μάλλον οδηγεί σε αποτυχία), νουβέλα του Μορσέλι, είναι ένα ιδιαίτερο και σκοτεινό βιβλίο, όπου όλα είναι πιθανά – ακόμα και η απόπειρα αυτοκτονίας του ανώνυμου αφηγητή στην αρχή της ιστορίας να ήταν τελικά επιτυχημένη και όσα παρακολουθούμε να βρίσκονται σε ένα μεταίχμιο μεταξύ ζωής και θανάτου.
Πολύτιμη η συμβολή της μεταφράστριας Μαρίας Φραγκούλη στην (όσο το δυνατόν καλύτερη) κατανόηση αυτού του αλληγορικού και πολύ απαιτητικού, ιδιαίτερου βιβλίου. Το επίμετρο που συνοδεύει την έκδοση είναι εξαιρετικό, όπου μέσα από τα βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα, αντιλαμβανόμαστε πολλά.
 
Βαθμολογία 82 / 100


 
Παρασκευή, Αυγούστου 25, 2023
posted by Librofilo at Παρασκευή, Αυγούστου 25, 2023 | Permalink
Barry Hannah, κάτι παραπάνω από ένας απλός "Συγγραφέας του Νότου" ("Ψεύτες του νερού")
«Η ανάγνωση και η γραφή εκπαιδεύουν τους ανθρώπους μας στη λογική, τη χάρη και την ακρίβεια της σκέψης, ώστε να επιδοθούν σε μια ισόβια μελέτη του εξαιρετικού στην ανθρώπινη ύπαρξη. Νομίζω ότι η λογοτεχνία είναι η ιστορία της ψυχής. Η γραφή θα όφειλε να είναι ένα ταξίδι σε μια πολύτιμη πρόσληψη των πραγμάτων.» Barry Hannah
 
Γιατί κάποιοι συγγραφείς γίνονται ευρέως γνωστοί και κάποιοι (που μπορεί να παρουσιάζουν το ίδιο ή και μεγαλύτερο ενδιαφέρον) παραμένουν σχετικά άγνωστοι στο ευρύ κοινό, είναι μια από τις μεγάλες απορίες που έχουν οι απανταχού βιβλιόφιλοι. Στους δεύτερους ανήκει ο σπουδαίος Αμερικανός πεζογράφος Barry Hannah, (Meridian, Mississippi 1942 – Oxford, Mississippi 2010), που έζησε όλη του τη ζωή στο Νότο των Η.Π.Α., εκδίδοντας οκτώ μυθιστορήματα και τέσσερις συλλογές διηγημάτων. Ο Hannah, δίδασκε Δημιουργική Γραφή σε διάφορα πανεπιστημιακά ιδρύματα του Νότου, και ως διευθυντής στο αντίστοιχο τμήμα του Πανεπιστημίου του Μισισιπή, ενώ, έμεινε γνωστός ως «Συγγραφέας του Νότου», ένας χαρακτηρισμός που ανέκαθεν τον ενοχλούσε με την μπαναλιτέ του και τα στερεότυπα που μπορεί να κουβαλάει. Ο Hannah ήταν ιδιαίτερα αναγνωρισμένος μεταξύ των συναδέλφων του συγγραφέων ως αληθινός επίγονος του Φώκνερ, (αν και ως ύφος ήταν περισσότερο κοντά στην έτερη μεγάλη του Νότου, την  Eudora Welty), και ως εξαιρετικός δάσκαλος και μέντορας συγγραφέων όπως η Ντόνα Ταρτ και άλλοι.
 
Ο Barry Hannah, δεν είχε εκδοθεί ποτέ στη χώρα μας, μέχρι τις αρχές του 2023, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη, σε ρέουσα μετάφραση του Νίκου Μάντη, η συλλογή διηγημάτων του, με τίτλο «ΨΕΥΤΕΣ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ» (σελ. 445), που περιέχει μια επιλογή από παλαιότερες συλλογές του συγγραφέα, όπως και κάποιες που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του, το 2010 και εκδόθηκαν στις Η.Π.Α., με τίτλο «Long, Last, Happy : New and Selected Stories». Η συλλογή περιέχει διηγήματα γραμμένα από το 1964 έως το 2010 και στα ελληνικά φέρει τον τίτλο του ομώνυμου πρώτου διηγήματος.
 

Για τους περισσότερους από εμάς, που ερχόμαστε σε πρώτη επαφή με το έργο του συγγραφέα, που θεωρήθηκε «τρελός» από τον Τρούμαν Καπότε και «παρανοϊκός» από τον Hunter Thompson (!), μερικοί από τους τίτλους των διηγημάτων της συλλογής, προκαλούν μεγάλο ενδιαφέρον: «Αγάπη πολύ μακρόσυρτη», «Οδήγα, πέτα, τρύπα και χάζεψε», «Φύλακες της φουσκονεριάς», «Μεραρχία των Νυχτερίδων της Κόλασης», «Scandale destime», «Έι, έχεις τσιγάρο, έχεις ώρα, έχεις νέα, έχεις την όψη μου;», «Πάρε λίγη νιότη», «Άρρωστος στρατιώτης στην πόρτα σου». Τα 19 διηγήματα που απαρτίζουν τη συλλογή, δεν είναι όλα του ίδιου μεγέθους, κάποια είναι σύντομα, τεσσάρων-έξι σελίδων, και κάποια άλλα εκτείνονται σε μέγεθος μικρής νουβέλας, πενήντα και λίγο παραπάνω σελίδων.
 
«… Καθάριζε το σπίτι με τη σχολαστική μανία Γερμανού πρωκτολόγου και διασκέδαζε με σόκιν ανέκδοτα. Είχε ευχάριστο πρόσωπο και ύστερα έγινε όμορφη με τη βοήθεια ακριβών καλλυντικών. Η σιλουέτα της παρέμενε σε φόρμα, μολονότι το ’χανε λίγο με τους γοφούς της. Επίσης, ήταν θυμωμένη με την ηλικία της. Η οργή και η απέχθειά της ήταν τέλειες, όπως το έργο της φωτιάς ή της πλημμύρας. Κανένας άντρας ή γυναίκα δεν της γλύτωνε.
Καμμιά φορά, αναρωτιόταν νωθρά για ποιο λόγο δεν την είχε σκοτώσει, αλλά σε άλλες στιγμές ήταν καλή παρέα και ισχυριζόταν πως τον αγαπούσε περισσότερο απ’ όλα τα πράγματα στον κόσμο. Τότε τον κέρδιζε, αλλά εκείνος πάντα καταλάβαινε τι του ετοίμαζε, που ήταν να τον παγιδέψει σ’ ένα είδος μοχθηρού θεάτρου, όπου ένας ήρωας, εκείνος, ένας αλήτης με προοπτικές, μένει ενεός ενόσω μία μέγαιρα που του χρωστάει τα πάντα, τού επιτίθεται πατόκορφα, επειδή δεν βελτιώθηκε αρκετά ώστε να τού χρωστάει περισσότερα. Αυτό το χρέος της τής ήταν αφόρητο, ποτέ δεν θα του το συγχωρούσε, ειδικά τώρα που δεν ήταν πια υποχρεωμένη να αποτελεί κομμάτι του εργατικού δυναμικού.» («Τελευταίος, υπαρχηγέ Τζέιμς»)
 
Στην θεματολογία του Hannah βρίσκουμε δυναμισμό και ένταση, σκηνές καθημερινότητας αλλά και (κυρίως) σκηνές παραλόγου που αναπτύσσονται με ένα ιδιαίτερο κράμα λυρικότητας και αποστασιοποίησης σε ένα αποξενωμένο πλαίσιο, που οδηγεί συνήθως σε αδιέξοδο. Οι ήρωες των ιστοριών του, ψαρεύουν, οδηγούν, πίνουν, εμπλέκονται σε βίαιες πράξεις χωρίς να είναι απαραίτητα βίαιοι χαρακτήρες, τους παρασύρει η βίαιη καθημερινότητα των επαρχιών του Αμερικανικού Νότου.
 
Η καθημερινότητα που αναπαρίσταται στις πολύ ζωντανές σκηνές των ιστοριών του βιβλίου, εμπεριέχει μεγάλες εντάσεις, ανθρώπους στα όριά τους, βάθος συναισθημάτων. Εμπεριέχει όμως και σκηνές σάτιρας των πάντων, της θρησκείας, της εκκλησίας, του συζυγικού βίου, του ρατσισμού, των σχέσεων. Ο Hannah, μεταφέρει με πολύ στυλ, σκηνές από τον Αμερικάνικο τρόπο ζωής, το ψάρεμα, το μεθύσι μέχρι λιποθυμίας, τις μακρές ατελείωτες βόλτες με τα αυτοκίνητα, τις σκηνές από τους πολέμους, τις κουβέντες στα μπαρ. Πόλεμος, γυναίκες, ερωτικές σχέσεις, ζωές κατεστραμμένες, ταξίδια για ψάρεμα, αυτοκίνητα και μηχανές και πολλή-πολλή μουσική τζαζ, κάντρι και σόουλ. Ο Αμερικάνικος Εμφύλιος σε πολλές περιπτώσεις δείχνει να παραμένει ένα στίγμα στις ζωές των ανθρώπων ακόμα και 100+ χρόνια μετά. Άνθρωποι πυρομανείς, ρατσιστές στο έπακρο, άνεργοι ή βετεράνοι του στρατού, γάμοι διαλυμένοι, κουβέντες ανούσιες που πετάγονται χωρίς λόγο, μοναξιά, αναμνήσεις από την εφηβεία, από την στρατιωτική θητεία και πάνω απ’ όλα αυτή η διάχυτη θλίψη των ηρώων των ιστοριών που εκφράζεται άλλοτε βίαια, άλλοτε υποδόρια, είναι που κυριαρχεί στις περισσότερες των ιστοριών.


Τα διηγήματα του τόμου, είναι από καλά έως πολύ καλά, εκείνο όμως που ξεχωρίζει, είναι το αριστουργηματικό «Μεραρχία των Νυχτερίδων της Κόλασης» - «Batts out of Hell Division» (που αποτέλεσε και τον τίτλο μιας από τις συλλογές διηγημάτων του συγγραφέα). Εκεί όπου συναντιούνται η φρίκη του Εμφυλίου, με goth και σουρεαλιστικά στοιχεία, όπου ο αφηγητής είναι ένας στρατιώτης που έχει γίνει ο γραμματικός του λόχου των Νοτίων. Κι έχει γίνει ο γραμματικός επειδή «όλα τα μέλη του έχουν αποχωρήσεις, εκτός από το δεξί του χέρι». Μέσα στην απελπισία τους, οι Νότιοι θα κάνουν μια απεγνωσμένη επίθεση στους Βόρειους, υπό την συνοδεία της μπάντας τους που παίζει Τσαϊκόφσκι την ώρα της επίθεσης, προκαλώντας συγκίνηση στους απέναντι. Μια ιστορία με εκπληκτικό αφηγηματικό ρυθμό, που μέσα στις 11 σελίδες της, συγκλονίζει περισσότερο από οποιοδήποτε μυθιστόρημα για τον Αμερικανικό Εμφύλιο.
 
«Εμείς, σε μια κουρελιασμένη γραμμή που κόβει στα δύο τα μάτια τους, προχωράμε. Κομμάτια της σημαίας τινάζονται πίσω στο κοντάρι που κρατάει ο Μπίλι, και μετά ο Άιρα. Εμείς, όπως εσείς οι κατοπινοί θα υποψιάζεστε, δεν τα πάμε και πολύ καλά. Έχουν σκοτώσει τα κέρατά τους. Βασικά είμαστε απλώς οι Νυχτερίδες τώρα. Η βούλησή μας είναι διάτρητη, με τα συντρίμμια της σκορπισμένα σε όλους αυτούς τους καμένους κρατήρες, λες και ο στρατηγός έχει τρυπήσει τη διακήρυξή μας αρκετές φορές με το πούρο του. Σ’ ευχαριστούμε ανελέητα, ω Μέγα Τελειοποιητή! Όμως, είμαστε ακόμα εδώ. Κερδίζουμε σε εκατοστά, κι ύστερα χάνουμε σε μέτρα. Αλλά και πάλι να σου κάποια εκατοστά τις νύχτες, φλαπ, ωχ, γκλαν! Μιλάω με το μικρό τους σε πέντε άτομα που έχουν το δάχτυλο της σκανδάλης τους ανατιναγμένο – «cest rien, μονάχα bagatelle». Μουρμουράνε συνέχεια αυτοί οι Κέιτζουν. Κάτι για τα προηγούμενα που μαζί μας τα κανόνια, ας το πούμε έτσι. Θα πρέπει να ξέρετε επίσης ότι τα μισά όπλα μας πλέον είναι άχρηστα.» («Μεραρχία των Νυχτερίδων της Κόλασης»)
 
Ισορροπώντας με θαυμαστή ικανότητα, μεταξύ τραγωδίας και σάτιρας, ο Hannah υπήρξε ένας άξιος συνεχιστής της Νότιας παράδοσης. Απόηχοι (έντονοι) από W.Faulkner και Flannery OConnor, Eudora Welty αλλά και Truman Capote, με ένα δικό του ιδιαίτερο ύφος που μετέφερε την παραδοσιακή βία και την μισαλλοδοξία των κατοίκων του παραδοσιακού Νότου, σε συνδυασμό με την παράνοια και το «ακατέργαστο» χιούμορ της περιοχής.
Ένας συγγραφέας που έχει τεράστιο λογοτεχνικό ενδιαφέρον και ελπίζω να μεταφραστεί κάποιο μυθιστόρημά του στη γλώσσα μας.
 
Βαθμολογία 85 / 100


 
 
  
 
Δευτέρα, Αυγούστου 14, 2023
posted by Librofilo at Δευτέρα, Αυγούστου 14, 2023 | Permalink
Alberto Garlini "Ο νόμος του μίσους"

«Η αλήθεια είναι μονάχα μια εκδοχή της πραγματικότητας.» 

Τα ογκώδη μυθιστορήματα είναι συνήθως απωθητικά στον μέσο αναγνώστη (και όχι μόνο), αλλά τις περισσότερες φορές κρύβουν θησαυρούς μέσα τους. Αυτή είναι και η περίπτωση του πολυσέλιδου και ιδιαίτερα πυκνογραμμένου βιβλίου του Ιταλού συγγραφέα Alberto Garlini (Πάρμα, 1969), με τον τίτλο «Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ» («La legge delodio»), που εκδόθηκε την προηγούμενη χρονιά στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση-άθλο της Βασιλ. Πέτσα (σελ. 708), ενός εντυπωσιακού και φιλόδοξου μυθιστορήματος, που είναι ένας απόλυτα επιτυχημένος συνδυασμός πολιτικής ιστορίας και μυθοπλασίας, δραματοποιημένου ντοκουμέντου και ανατομίας της φασιστικής ιδεολογίας.



Ο ήρωας του μυθιστορήματος είναι ένας νεαρός φασίστας, τον οποίον ο Γκαρλίνι περιγράφει ενδελεχώς. Από την αρχή του βιβλίου μαθαίνουμε ότι ο Στέφανο Γκουέρρα (καθόλου τυχαία η επιλογή επωνύμου διότι Guerra σημαίνει πόλεμος/μάχη), είναι νεκρός μέσα από την διαδικασία μιας δίκης το 1985, που εξετάζει τις συνθήκες θανάτου του, όπως κι ενός νεαρού φοιτητή το 1968, στις συμπλοκές της Βάλε Τζούλια το 1968, όπου παρατηρείται η πρώτη εμφάνιση του Γκουέρρα. Στο μυθιστόρημα παρακολουθούμε τα γεγονότα που συνέβησαν από το 1968 έως το 1975, χρονιά του θανάτου του ήρωα του βιβλίου. Ήταν χρόνια ταραγμένα, που στην Ιταλία αποκαλούνται «τα μολυβένια χρόνια», διότι οι ταραχές δεν είχαν καμία σχέση με τον Μάη του 68 στη Γαλλία ή τις φοιτητικές εξεγέρσεις στις Η.Π.Α., ήταν γεγονότα που «μύριζαν» εμφύλιο πόλεμο, ήταν γεγονότα όπου σκοτωνόταν περαστικοί, οικογένειες, κι όπου οι νοσταλγοί του Μουσολινικού καθεστώτος ονειρευόντουσαν πραξικοπήματα.
 
Ο Στέφανο Γκουέρρα, είναι μεν μια λογοτεχνική κατασκευή, αλλά τα χαρακτηριστικά του, είναι τόσο ζωντανά σκιαγραφημένα, που ο αναγνώστης θεωρεί ότι διαβάζει για έναν άνθρωπο που υπήρξε. Ο μέντοράς του Φράνκο στη δίκη τον περιγράφει: «Ξανθός, λιγομίλητος, λιπόσαρκος. Μισός άγγελος, μισή οχιά. Κατά βάθος, ένα χωριατόπαιδο που δεν μεγάλωσε ποτέ.» Όταν εμφανίζεται στο προσκήνιο ο Γκουέρρα, είναι ένας εικοσάχρονος από το Ούντινε, παιδί προβληματικής οικογένειας, με πατέρα Φασίστα, ο οποίος από τα χρέη αυτοκτόνησε και μητέρα που κάνει (κυριολεκτικά) τα πάντα για να τον μεγαλώσει. Ο ήρωας του βιβλίου, δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα, ασπάζεται την φασιστική ιδεολογία, χωρίς να ξέρει καλά καλά τι είναι αυτό, απλά μεγάλωσε με τους φίλους του πατέρα του και μέσα σε ένα περιβάλλον σημαιών, νεκροκεφαλών και ανάμνησης ενός «ένδοξου παρελθόντος». Η μία πλευρά του, είναι ενός κτήνους, που δεν θα διστάσει να σκοτώσει χρησιμοποιώντας κάθε μέσον, και η άλλη, έχει έναν ιδιότυπο ρομαντισμό, που δακρύζει διαβάζοντας τους στίχους μιας Αργεντινής ποιήτριας και συγκινείται διαβάζοντας κλασσική λογοτεχνία.
 
«Ο Φράνκο είναι σαν να βλέπει μέσα στην ψυχή του: «Μας βλέπεις; Παρατήρησέ μας προσεκτικά. Δες την αποφασιστική μας όψη. Όλοι είμαστε αδέλφια μεταξύ μας. Αποκαλύψαμε τη μεγάλη απάτη της αστικής ειρήνης και δεν θέλουμε να γίνουμε κομμάτι της. Μας κινεί όλους ένα αλάνθαστο ορμέμφυτο. Είμαστε πάντοτε έτοιμοι για καβγά και η στυφή οσμή της περιπέτειας μας τραβά παντού. Αναγνωρίζει ο ένας τον άλλο ανάμεσα σε χιλιάδες, όπως οι θαρραλέοι μεταξύ θαρραλέων. Ωστόσο, καθένας μας αναζητά κάτι διαφορετικό, αιτιολογεί τους ξυλοδαρμούς και το αίμα και τη θυσία με διαφορετικό τρόπο. Κανείς δεν έχει ακούσει ακόμη το παρασύνθημα. Ίσως το φέρνουμε απ’ έξω απ’ έξω, ξεδιάντροπα, μιλώντας περί πίστης. Σήμερα, όμως, μπορούμε να βροντοφωνάξουμε το πιστεύω μας. Θυμός. Θυμός. Θυμός. Ο θυμός μάς ενώνει. Ο θυμός του Αχιλλέα και του Οδυσσέα. Ο θυμός που κατακαίει τα πιο ατρόμητα μυαλά, που δολοφονεί για μια ατέλεια. Ο θυμός που ενδημεί εκεί που μάχεται κανείς. Εκεί όπου χέρια οπλισμένα βάλλουν κατά της ζωής. Εκεί όπου αγωνίζεται κανείς μέχρι να εξαντληθούν οι δυνάμεις του. Εκεί όπου βρίσκεσαι ολομόναχος εάν είσαι φανατικός. Εκεί όπου ο φανατισμός ταυτίζεται με την ομορφιά. Σ’ εκείνη την ουδέτερη ζώνη, στην οποία όλοι, εάν διέθεταν ανάλογο θάρρος, θα ήθελαν να κατοικούν.»
 
Ο Γκουέρρα, κατά τη διάρκεια των συμπλοκών του διημέρου, που έμεινε ιστορικά γνωστό ως «Μάχη της Βάλε Τζούλια» στις αρχές του 1968, (εκεί όπου αριστεροί, κινεζόφιλοι, ακροαριστεροί φοιτητές συμπλέκονταν με τις αστυνομικές δυνάμεις στο κέντρο της Ρώμης, φασιστικές ομάδες βρήκαν την ευκαιρία να ανακατευτούν συμβάλλοντας στο γενικότερο χάος) θα σκοτώσει χωρίς πραγματικά να το θέλει, έναν χαρισματικό νεαρό φοιτητή που βρέθηκε τυχαία εκεί και είχε γνωρίσει τα προηγούμενα βράδια. Αυτή η δολοφονία δεν θα στοιχειώσει μόνο τον Γκουέρρα, αλλά θα γίνει αντιληπτή από τους άλλους φασίστες και θα αποτελέσει στοιχείο εκβιασμού προς αυτόν. Ο φόνος αρχικά αποδόθηκε σε αριστερούς φοιτητές αλλά σύντομα κατέπεσε η κατηγορία.


 
Η πορεία του Γκουέρρα, μετά την Βάλε Τζούλια ήταν ανοδική. Επιστρέφοντας στο Ούντινε, θα αποτελέσει τον εκτελεστικό βραχίονα για τα φασιστικά κεφάλια της πόλης και γενικότερα της Βόρειας Ιταλίας. Θα σχηματίσει την δικιά του ομάδα, θα εκβιάζει και θα εκβιάζεται, θα προδίδει και θα προδίδεται, θα σκοτώνει χωρίς δισταγμό και θα τρομοκρατεί κόσμο. Τα χρήματα έρχονται, αλλά και οι απαιτήσεις αυξάνονται. Τα πράγματα σοβαρεύουν και ο Γκουέρρα αντιλαμβάνεται ότι δεν θα αργήσει η μέρα που θα είναι κι αυτός «αναλώσιμος» όπως τόσοι και τόσοι άλλοι – θα προσπαθήσει να αυτονομηθεί, εγχείρημα δύσκολο που απαιτεί χρήματα. Στο μεσοδιάστημα, θα ερωτευτεί την Αντονέλλα, την αδελφή του φοιτητή που δολοφόνησε. Δεν θα της αποκαλύψει ποιος είναι, αλλά θα την πολιορκήσει στενά, και θα έχουν μια ερωτική σχέση που θα τους σημαδέψει και θα συντελέσει στην συνειδητοποίηση του Γκουέρρα, για την αληθινή του φύση και το αδιέξοδο της ζωής του.
 
«Θυμάστε τι έγραψε ο Γκέμπελς, όταν ο Χίντεμπουργκ διόρισε τον Χίτλερ; Η παρτίδα σκάκι για την κατάληψη της εξουσίας ξεκίνησε. Αυτό επαναλαμβάνω κι εγώ σ’ εσάς, αυτή την ώρα. Το παιχνίδι για την κατάληψη της εξουσίας ξεκίνησε και δεν θα το παίξουμε με πλεκτάνες και πολιτικούς διαξιφισμούς. Θα το παίξουμε με τις βόμβες. Με τα όπλα. Με τον φόβο. Στην Ιταλία δεν πρέπει να υπάρξει ούτε ένας άνθρωπος που να αισθάνεται ασφάλεια στο σπίτι του.  Που θα συνοδεύει την κόρη του στο σχολείο ξέγνοιαστος. Το νεανικό μας αίμα πρέπει να ζυμωθεί μέσα σ’ ολόκληρο το έθνος. Θα φτάσουμε σε κορεσμό μονάχα με τη συνεχή ώθηση της αδιάλειπτης δράσης. Με την πιο σκληρή αντίδραση.  Με μια ορμή που δεν επιδέχεται δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις. Μια επανάσταση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αλλιώς. Κι εμείς επιζητούμε την επανάσταση. Για άλλους, στο μέλλον, θα έρθει η ώρα της πολιτικής, σήμερα όμως χρέος δικό μας είναι η επίθεση.»


Ο Γκαρλίνι περιγράφει με γλαφυρότητα και υπομονή την κρίση στην Ιταλική κοινωνία εκείνων των χρόνων και την έξαρση της αλόγιστης βίας, μεταφέροντας με υποδειγματικό τρόπο την ατμόσφαιρα των ημερών. Τα άκρα που κάπου συμπλέουν στις οδομαχίες, οι κοινές μέθοδοι περιγράφονται, καθώς ο συγγραφέας δεν φοβάται να θίξει ευαίσθητα θέματα. Αλλάζοντας τα ονόματα των πρωταγωνιστών του, δείχνει τους βυζαντινισμούς και την διαπλοκή στα ανώτερα στρώματα, με δημοσιογράφους, πολιτικούς και άλλους να εμπλέκονται σε ένα ανηλεές παιχνίδι της εξουσίας, όπου δεν διστάζουν να δολοφονήσουν αθώους ανθρώπους.
 
Ο Γκαρλίνι τοποθετεί στο επίκεντρο της ιστορίας του, έναν άνθρωπο που αντιπροσωπεύει το απόλυτο Κακό, δείχνοντας όμως την σχετικότητα των εννοιών. Ο Γκουέρρα, ο ήρωας του βιβλίου, διαμορφώνεται μέσα από την οικογένειά του και τον περίγυρό του, ως ένας άνθρωπος που μισεί. Το μίσος μέσα του είναι βαθύ, όπως κι ο θυμός του. Μισεί την κοινωνία, τους συνανθρώπους του, είναι αρχικά ένα κτήνος, που όμως υπάρχουν μέσα του, ψήγματα ανθρωπιάς και πρωτόγονου ρομαντισμού. Μέσα από την περιγραφή του συγγραφέα και την ανατομία του χαρακτήρα του, βλέπουμε την αργή συνειδητοποίησή του, το πώς τον αλλάζει ο έρωτας, αλλά και τα λογοτεχνικά βιβλία που διαβάζει.
Παρουσιάζοντας τεράστιο λογοτεχνικό (και όχι μόνο) ενδιαφέρον, ο ήρωας του βιβλίου δεν είναι μονοδιάστατος, το ψυχογράφημά του είναι πολύπλοκο και με τόσες αντιφάσεις που θαυμάζεις το πώς οικοδομεί τον χαρακτήρα ο συγγραφέας σελίδα με την σελίδα για να φτάσει σε ένα φινάλε που δείχνει μετέωρο αλλά είναι και ταυτόχρονα πολύ γοητευτικό. Ο Γκουέρρα θα διαπιστώσει τα αδιέξοδα της ζωής του, μέσα από γεγονότα δραματικά και μέσα από το καθαρότερο βλέμμα που σταδιακά αποκτά. Είναι όμως αργά, είναι ένας άνθρωπος που ζει στα όρια κι έχει μάθει να κινείται σε αυτά. Είναι ένας άνθρωπος «παγιδευμένος» όπου τα κέντρα εξουσίας των Φασιστών, τον κρατάνε και η προσπάθεια να απεμπλακεί θα του κοστίσουν τη ζωή.


«Αυτό ήταν το πεπρωμένο της Ευρώπης. Να αναλογίζεται τον εαυτό της σαν φάντασμα του παρελθόντος. Να προσποιείται ότι δεν βλέπει. Ν’ αποστρέφει το βλέμμα. Να ενοχοποιεί τα όνειρα, να μην προσπαθεί ποτέ ν’ ανταπεξέλθει στις δυσκολίες της ζωής. Ν’ αλλάζει θέμα συζήτησης. Να φυτοζωεί.»
 
Ανατομία του Φασισμού και συναρπαστικό «μυθιστόρημα μαθητείας», το υπέροχο «Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ», ένα βιβλίο που σε εξουθενώνει αναγνωστικά και νοητικά, που διαθέτει πολλές ιστορικές λεπτομέρειες στις οποίες πρέπει να ανατρέχεις και που έχει αρκετές σελίδες παραπάνω απ’ όσες ίσως χρειαζόταν, αλλά όμως είναι τόσο λεπτομερές και με τόσα χρήσιμα στοιχεία, τόσο πολυεπίπεδο και σύνθετο, τόσο σαγηνευτικό στον έξοχο ρυθμό του, που αποτελεί αναγνωστική εμπειρία ολκής. Ο Γκαρλίνι σ’ αυτό που θα μπορούσε να είναι το «magnum opus» του, αποδεικνύεται ένας συγγραφέας θαρραλέος και με στοιχεία που δείχνουν έναν σπουδαίο δημιουργό.
 
Βαθμολογία 86 / 100


 
Τρίτη, Αυγούστου 08, 2023
posted by Librofilo at Τρίτη, Αυγούστου 08, 2023 | Permalink
Ernst Haffner "Σταυραδέρφια"
Είναι όλοι τους μεταξύ 16 και 19 ετών. Ζουν στους δρόμους, κοιμούνται σε αποθήκες, σε άσυλα, σε σπίτια που νοικιάζουν κρεβάτια. Κλέβουν, εκπορνεύονται, προσπαθούν να βρουν έστω κι ένα μάρκο με κάθε μέσο. Γνωρίζουν που υπάρχει θέρμανση όλη τη μέρα χωρίς να σ’ ενοχλούν, που μπορείς να βγάλεις τη νύχτα στα ζεστά, που μπορείς να ψωνιστείς από πλούσιους που επιθυμούν νεανική σάρκα. Είναι τα μέλη της συμμορίας που αυτοαποκαλούνται «Σταυραδέρφια» στο Βερολίνο των αρχών της δεκαετίας του ’30 και αποτελούν το υλικό για ένα μυθιστόρημα που μπορεί να μην είναι κάτι σπουδαίο λογοτεχνικά, αλλά έχει τέτοια δύναμη που σε συνεπαίρνει.
 
Το μυθιστόρημα «ΣΤΑΥΡΑΔΕΡΦΙΑ» («Blutsbruder»), του (αγνώστων λοιπών στοιχείων) Γερμανού δημοσιογράφου, συγγραφέα και κοινωνικού λειτουργού Ernst Haffner, που κυκλοφόρησε στο τέλος της προηγούμενης χρονιάς στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Αρμός (σελ.285), αποτελώντας μια από τις τελευταίες μεταφράσεις της πάντα εξαιρετικής Γιώτας Λαγουδάκου, είναι ένα βιβλίο που κουβαλάει μαζί του μια μεγάλη αλλά όχι και τόσο περίεργη ιστορία. Το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε το 1932, από τον εκδοτικό οίκο Bruno Cassirer, με τίτλο «Jugend auf der Landstrasse Berlin» («Νεαροί στους Δρόμους του Βερολίνου»). Οι Ναζί το 1933 έκαψαν το βιβλίο (μαζί με χιλιάδες άλλους τίτλους) και το έθεσαν εκτός κυκλοφορίας. Ο Haffner εξαφανίζεται και η μοναδική φορά που βλέπουμε το όνομά του, είναι όταν καλείται με τον επιμελητή του στη Λογοτεχνική Ένωση του Ράιχ. Από τότε, δεν υπάρχει ουδέν ίχνος του. Για το βιβλίο δεν υπάρχει αναφορά, ούτε μετά τον πόλεμο, ούτε με την άνθιση στο ενδιαφέρον για την «λογοτεχνία της περιόδους της Βαϊμάρης». Ώσπου βρέθηκε ένας Γερμανός εκδότης και το επανέκδωσε το 2013 (δηλαδή 80 χρόνια μετά την απαγόρευση κυκλοφορίας του), επαναφέροντάς το στην επικαιρότητα, σε εποχές πάλι δύσκολες για την Ευρώπη με την οικονομική κρίση να μαστίζει όχι μόνο την Ελλάδα αλλά όλο το Νότο.


Στις αρχές της δεκαετίας του ’30, εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα του Haffner, και στο επίκεντρό του βρίσκεται η μεγάλη ανθρωπιστική και οικονομική κρίση, που μάστιζε τη Γερμανία, μετά την καταστροφή του Α παγκοσμίου πολέμου και κυρίως μετά το Αμερικανικό κραχ του ΄29. Η «Δημοκρατία της Βαϊμάρης» είχε χάσει τη μπάλα και οι άστεγοι ήταν δεκάδες χιλιάδες, κυρίως νέοι – έφηβοι και παιδιά, που ο πόλεμος είχε καταστρέψει τις οικογένειές τους ολοκληρωτικά ή εν μέρει. Η ύπαιθρος είχε ερημώσει με τους πένητες πληθυσμούς να συσσωρεύονται στις μεγάλες πόλεις, όπου οι αντιθέσεις ήταν ακραίες. Στο Βερολίνο, που αποτελεί και το κεντρικό σημείο του βιβλίου, δίπλα στις λιμουζίνες των πλουσίων ή των μεγαλοαστών, μπορούσες να δεις, ανθρώπους να τριγυρνάνε για ένα κομμάτι ψωμί ή μια σούπα.
 
«Στους τοίχους μεγάλες επιγραφές: Απαγορεύονται αυστηρά οι αγοραπωλησίες. Στους διαδρόμους ο κόσμος πουλάει και αγοράζει, μια απίστευτη αγορά μεταχειρισμένων ρούχων. Ένα παζάρι με κάθε λογής κουρέλια, με κάθε λογής σκουπίδια. Όλοι, αλλά και όλοι οι φτωχοί θέλουν κάτι να πουλήσουν στους άλλους φτωχούς, κάτι να ανταλλάξουν. Ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Η προσφορά περιλαμβάνει παλιά και καινούργια πράγματα: παπούτσια, κάλτσες, φανέλες, σώβρακα, γιακάδες, γραβάτες, παντελόνια και γιλέκα και κουστούμια, καλοκαιρινά παλτά, χειμωνιάτικα παλτά και χοντρά μπουφάν, αντρικά και γυναικεία καπέλα και γυναικεία εσώρουχα. Φθαρμένα βιβλία φτηνής λογοτεχνίας και κακής ποιότητας τσιγάρα, φτηνά γλυκά και σάντουιτς που έχουν αποκτηθεί με ζητιανιά. Τα πάντα, τα πάντα. Μέχρι και το ανθρώπινο σώμα προσφέρεται προς πώληση. Αγόρια εκδίδονται στις τουαλέτες για είκοσι πφένιχ ή για μια χούφτα τσιγάρα. Στο υπόστεγο προαύλιο είναι μια μερίδα αντρών που σκόπιμα μένει μακριά από τον συνωστισμό. Δεν υπάρχουν νεαροί ανάμεσά τους. Άντρες σαράντα χρονών, αλλά και πολύ μεγαλύτεροι. Όλοι τους είναι απασχολημένοι με κάτι. Ένας είναι μόνο με το χιλιομπαλωμένο του σώβρακο και το ξαναμαντάρει. Αρκετοί από τους άντρες ράβουν τα ρούχα τους. Ένας γέρος, σκυφτός και καμπούρης από τα πολλά χρόνια δουλειάς, προσπαθεί να συνεφέρει τα φθαρμένα του παπούτσια. Με συγκινητική υπομονή ανοίγει τρύπες στο δέρμα με τη μύτη του ψαλιδιού και ράβει το σχίσιμο με λεπτό σύρμα. Άλλοι παίζουν με πάθος χαρτιά, άλλοι λύνουν αινίγματα. Σε μια γωνιά συνεδριάζει έντονα μια λέσχη συζήτησης.»
 
Το κράτος, προσπαθούσε μέσω των ιδρυμάτων της Πρόνοιας, να μαζέψει τα παιδιά από τον δρόμο, με ελάχιστη όμως επιτυχία. Παιδιά που το είχαν σκάσει από τέτοια ιδρύματα, αποτελούν τους πρωταγωνιστές της ιστορίας που περιγράφει με νατουραλισμό ο Haffner. Παιδιά που απαρτίζουν μια συμμορία, η οποία μέσα από το αυτοσχέδιο οργανωτικό της πλαίσιο, με ένα τετραπέρατο αρχηγό, τον Τζόνι, παρέχει στα μέλη της, κάποια χρήματα για ένα πιάτο φαΐ, αυτοσχέδιο ύπνο και μέσα από τις κλοπές, ρουχισμό για να αντιμετωπίσουν το κρύο. Οι κλοπές γίνονται σε μεγάλα πολυκαταστήματα, σε λαϊκές αγορές, σε συνθήκες συνωστισμού, χωρίς να νοιάζονται τα μέλη αν αυτός που κλέβουν, βρίσκεται σε λίγο καλύτερη κατάσταση από αυτούς ή ίσως και στην ίδια. Είναι κυριολεκτικά, «ο θάνατός σου η ζωή μου».
 
Τα μέλη της συμμορίας, χόρευαν μέχρι εξαντλήσεως στις μπιραρίες και σε καμπαρέ, ξεχνώντας την εξαθλίωσή τους, ενώ δεν νοιάζονταν για την πολιτική, δεν τους ενδιέφερε καθόλου ποιος και τι βρισκόταν στην εξουσία, ήταν καθαρά ένα λούμπεν προλεταριάτο, που το μόνο που το ενδιέφερε, ήταν η επιβίωση.
Ο Βίλι και ο Λούντβιχ όμως, είναι διαφορετικοί. Παιδιά που το έσκασαν από την Πρόνοια, καθώς δεν μπορούσαν να αντέξουν τις καταπιεστικές μεθόδους εκεί μέσα και πήγαν στο Βερολίνο όπου ήλπιζαν να χαθούν μέσα στο ανώνυμο πλήθος, μπλέκουν με τα «Σταυραδέρφια», αλλά οι μέθοδοί τους, δεν τους αρέσουν παρά την αρχική οικονομική αυτονομία που τους παρέχουν. Θα προσπαθήσουν μόνοι τους, να δουλέψουν όπως-όπως, αφήνοντας μια αχτίδα φωτός να φανεί μέσα στον γενικότερο ζόφο.
 

Το μυθιστόρημα του Haffner, χωρίς να διεκδικεί δάφνες λογοτεχνικής ποιότητας, καθώς είναι περισσότερο ένα χρονικό καταγραφής των ημερών και της κατάστασης στους δρόμους του Βερολίνου, έχει τόση ζωντάνια και τόσο έντονες εικόνες που σε μεγάλο μέρος του, συγκλονίζει. Όποιος έχει δει την τελευταία σεζόν της (έξοχης) τηλεοπτικής σειράς «Babylon Berlin», θα αναγνωρίσει στα «Σταυραδέρφια» και τις κινήσεις τους, κάποιους από τους νεαρούς «γαβριάδες» της σειράς – παιδιά που μπαινοβγαίνουν στα ιδρύματα της Πρόνοιας, κλέβουν καταστήματα και η αστυνομία μπορεί να τα κυνηγά, να τα κακοποιεί, να τα σκοτώνει χωρίς να δίνει λογαριασμό.
 
« «Καλησπέρα αγόρια», λέει η Όλγα χαιρετώντας τους δύο νεαρούς και στρέφει πάλι τα κουρασμένα της μάτια στο κουρελιασμένο παντελόνι. Της μετράνε και οι δύο από σαράντα πφένιχ και μπορούν έπειτα, χωρίς άλλα προκαταρκτικά, να βρουν μια θέση να κοιμηθούν. Στα υπνωτήρια σιγοκαίει μια άθλια μικρή λάμπα πετρελαίου. Τα βρόμικα υπολείμματα της άθλιας ταπετσαρίας είναι καλυμμένα με μούχλα, ενώ ένα εξασκημένο μάτι θα έβλεπε εκεί που είναι στρωμένα τα αχυρένια σακιά αμέτρητους αηδιαστικούς λεκέδες αίμα από τους σκοτωμένους κοριούς.
Αγόρια, άντρες και γέροι είναι κουλουριασμένοι στο πάτωμα και κοιμούνται προσπαθώντας να ξεχάσουν την αθλιότητα της ύπαρξής τους. Αγόρια που μέσα στο ανοιχτό τους στόμα φαίνονται ακόμα οι νεογιλοί. Άντρες που με τα στιβαρά τους χέρια θα μπορούσαν να δούλευαν και να είχαν βρει ένα καλύτερο μέρος για να κοιμηθούν. Γέροι που η θλιβερή αδυναμία τους θα άξιζε ένα καλύτερο μέρος για να κοιμηθούν. Δείτε μόνο τα χειμωνιάτικα ρούχα αυτού του εβδομηντάχρονου! Τα πόδια του, γυμνά, είναι χωμένα μέσα σε ένα ζευγάρι τεράστια σχισμένα παπούτσια. Η Όλγα μάλλον αρνήθηκε να του μπαλώσει το παντελόνι. Το κουρέλι, που το συγκρατούσαν κομμάτια σπάγκου και παραμάνες, δεν αξίζει πια την ακριβή κλωστή. Αντί για πουκάμισο φοράει μια σκοροφαγωμένη, λιωμένη μπλούζα. Στο στήθος γράφει με έντονα γράμματα Mifa
, μια μάρκα ποδηλάτων. Κάποιος συμπονετικός ποδηλάτης θα πρέπει να του τη χάρισε. Αντί για σακάκι φοράει ένα παλτό απροσδιορίστου χρώματος και σχεδίου. Από την μπλούζα προεξέχει ένας μακρύς, αδύνατος και ζαρωμένος λαιμός. Το σκαμμένο του πρόσωπο, που θυμίζει πουλί, θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν ήδη νεκρό.»
 
Πολλά κοινωνικά θέματα θίγονται στα «Σταυραδέρφια». Τα ιδρύματα Πρόνοιας, που είναι τόποι εκπαίδευσης παρανόμων, διότι εκεί μέσα θα μάθει ένα μικρό παιδί, πως να κλέβει, να εκπορνεύεται, να παρανομεί γενικώς. Το αμείλικτο και εφιαλτικό Βερολίνο, όπου μικρά παιδιά αγόρια και κορίτσια ζουν στους δρόμους και εκπορνεύονται με απίστευτη ευκολία για ένα ξεροκόμματο. Τις τεράστιες κοινωνικές αντιθέσεις, την ξέφρενη νυχτερινή διασκέδαση, την ατμόσφαιρα παρακμής μέσα από τις «Ρωμαϊκές νύχτες», τα μεγάλα υπνωτήρια γεμάτα ασθένειες.


Από την αρχή του κειμένου του Haffner, ένα ερώτημα αιωρείται. Τι να απέγιναν άραγε, όλοι αυτοί οι έφηβοι των ιδρυμάτων όταν επικράτησε το Ναζιστικό Κόμμα, με τις αυταρχικές μεθόδους του; Κυνηγήθηκαν και «εκκαθαρίστηκαν» ή αποτέλεσαν μέρος των Σωμάτων Ασφαλείας; Εκτός απ’ ότι αποτέλεσαν μέρος της Γερμανικής πολεμικής μηχανής που είναι σίγουρο, μήπως στο ενδιάμεσο ακολούθησαν τον «ισχυρό άνδρα» που ήταν ο Χίτλερ, που ανέβηκε στην εξουσία, υποσχόμενος «νόμο και τάξη» παντού;
 
Περισσότερο ηθικοπλαστικό ίσως απ’ όσο μπορούμε ν’ αντέξουμε, και με αρκετά κλισέ, αλλά γεμάτο δυνατές εικόνες, ζωντανή ατμόσφαιρα από τους δρόμους του Βερολίνου και ωραίο αφηγηματικό ρυθμό, τα «ΣΤΑΥΡΑΔΕΡΦΙΑ», είναι ένα ωραίο και ιδιαίτερα διαφωτιστικό μυθιστόρημα, που θυμίζει το «ΜΟΝΟΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ» του H.Fallada, περισσότερο νατουραλιστικό και περιγραφικό αλλά εξίσου δυνατό και συγκινητικό, που αποκαλύπτει έναν γρήγορα χαμένο συγγραφέα που θα μπορούσε να προσφέρει πολλά.
 
Βαθμολογία 82 / 100


 
 
 
 
 
 
Τετάρτη, Αυγούστου 02, 2023
posted by Librofilo at Τετάρτη, Αυγούστου 02, 2023 | Permalink
The final scene ("Ο Επιβάτης" και "Stella Maris" του Cormac McCarthy)
Έχουν γραφτεί αναλύσεις επί αναλύσεων για τον Cormac McCarthy (Providence Rhode island 1933  - Santa Fe, New Mexico 2023), κυρίως με αφορμή τον πρόσφατο θάνατό του, ο οποίος προέκυψε λίγο καιρό, μετά την κυκλοφορία πριν από λίγα χρόνια στις Η.Π.Α., και στην Ελλάδα πολύ πρόσφατα, των δύο τελευταίων λογοτεχνικών του έργων, «Ο Επιβάτης» και «Stella Maris» - που και γι’ αυτά έγινε μεγάλη κουβέντα (κυρίως αποθεωτική) στη χώρα μας, και αλλού με ανάμεικτες κριτικές (όπου ο προβληματισμός για την λογοτεχνική τους αξία, κυριάρχησε). Το παρόν κείμενο δεν αφορά, ούτε επιδιώκει να κάνει μια αναδρομή στο έργο του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα, παρότι έχω διαβάσει την πλειονότητα των έργων του, που έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά. Θα σταθώ στις δύο, ακροτελεύτιες δημιουργίες του, που ολοκλήρωσαν την σπουδαία λογοτεχνική του καριέρα.


«Ο ΕΠΙΒΑΤΗΣ» («The Passenger»), και το «STELLA MARIS», είναι τα δύο βιβλία με τα οποία έκλεισε ο λογοτεχνικός βίος του Cormac McCarthy. Δυο βιβλία που αλληλοσυμπληρώνονται υπό μια έννοια, αποτελώντας ένα δίπτυχο, που δυστυχώς δεν έχουν την ίδια αξία το ένα με το άλλο. Το στιβαρό και συγκροτημένο μυθιστόρημα - έπος που είναι «Ο Επιβάτης» (σελ. 591), συμπληρώνει η νουβέλα «Stella Maris» (σελ.262), που είναι ουσιαστικά ένας διάλογος, φιλοσοφικός και βαρυφορτωμένος με επιστημονικές έννοιες και με εξαιρετικά αποσπάσματα, που όμως δεν στέκεται ως αυτόνομο λογοτεχνικό έργο (κάποιος ξένος κριτικός το χαρακτήρισε ως «disaster»). Και τα δύο βιβλία μεταφράστηκαν με ιδανικό τρόπο από τον (πάντα έξοχο) Γιώργο Κυριαζή και κυκλοφόρησαν σε καλαίσθητους τόμους από τις εκδόσεις Gutenberg (στη σειρά Aldina).
 
Με το δίπτυχο αυτών των βιβλίων, η πρώτη διαπίστωση που κάνει ο αναγνώστης, είναι η διαφοροποίηση στη θεματική του McCarthy. Δεν έχουμε πλέον ως σκηνικό, ούτε την «βαθιά» Αμερική των συνόρων και των πεδιάδων (ένα σκηνικό γουέστερν δηλαδή) – τη σειρά των βιβλίων με τα οποία καταξιώθηκε στη λογοτεχνική συνείδηση ο συγγραφέας, ούτε το δυστοπικό μέλλον στο αριστουργηματικό «Ο Δρόμος» που αποτέλεσε και την μεγάλη εμπορική του επιτυχία. Μετά το διάλειμμα του ενδιαφέροντος θεατρικού έργου με τίτλο «Sunset Limited», αφήνει τα «Ομηρικά έπη» (η «Ιλιάδα» με τη μορφή των βιβλίων στην Άγρια Δύση και η «Οδύσσεια» με το «Ο Δρόμος») και γράφει ένα υπαρξιακό και πολυεπίπεδο μυθιστόρημα όπως είναι «Ο Επιβάτης».
 
«Ο Επιβάτης» ξεκινάει ως θρίλερ για να «λοξοδρομήσει» στη συνέχεια και να εξελιχθεί πολύ διαφορετικά σε ένα υπαρξιακό δράμα! Ο κεντρικός χαρακτήρας είναι ο Μπόμπι Γουέστερν (καθόλου τυχαίο όνομα), που εργάζεται ως Δύτης Διασώστης και ζει στη Νέα Ορλεάνη. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και ο Γουέστερν καλείται από την εταιρεία που εργάζεται, να πάει εκεί που συνετρίβη ένα μικρό αεροπλάνο στις όχθες του ποταμού Μισισιπή για να δει αν υπάρχουν επιζώντες. Δεν βρίσκει τίποτα, αλλά από την καταμέτρηση φαίνεται να λείπει ένας επιβάτης, ενώ έχουν χαθεί και κάποια όργανα (όπως το μαύρο κουτί) του σκάφους. Η είδηση τις επόμενες ημέρες δεν εμφανίζεται στα δελτία ειδήσεων ή στις εφημερίδες. Ο Γουέστερν είναι ένας μοναχικός και δύσθυμος άνθρωπος, που πίνει υπερβολικά και τον έχουν στοιχειώσει δύο γεγονότα. Το πιο πρόσφατο, είναι η αυτοκτονία της αγαπημένης του μικρότερης αδερφής, της Αλίσια (Άλις) που νοσηλευόταν στο ψυχιατρείο «Stella Maris», και απ’ ότι μαθαίνουμε στη διάρκεια της αφήγησης, τα αισθήματά τους ήταν αρκετά παραπάνω από αδελφικά, και το μεγάλο βάρος της ζωής του, ο πατέρας του, που ήταν εξαίρετος Φυσικός και που ήταν μέλος της ομάδας του Οπενχάιμερ στην κατασκευή της ατομικής βόμβας.
 

«Ο σκοπός όλων των οικογενειών, με τις ζωές και τους θανάτους τους, είναι να δημιουργήσουν τον προδότη που θα διαγράψει επιτέλους την ιστορία τους για πάντα.»
Ο επιβάτης»)
 
Ο Γουέστερν που ήταν παλαιότερα οδηγός αγώνων Φόρμουλα 2, σύντομα διαπιστώνει ότι δεν ξεμπλέκει εύκολα από την υπόθεση του αεροπλάνου που έπεσε με τον εξαφανισμένο επιβάτη. Αναλαμβάνει μια δουλειά σε μια πλατφόρμα μέσα στη θάλασσα, όπου περίεργα πράγματα συμβαίνουν, ενώ ο συνάδελφός του στην αποστολή του αεροπορικού δυστυχήματος πεθαίνει από αδιευκρίνιστους λόγους στη Λατινική Αμερική. Γυρίζοντας πίσω διαπιστώνει ότι κάποιοι έχουν ψάξει ενδελεχώς το διαμέρισμά του, ενώ άνθρωποι με γκρίζα κοστούμια και κυβερνητικά σήματα τον ρωτάνε για το αεροπλάνο και τη ζωή του μέχρι τώρα. Θα μετακομίσει σε ένα διαμέρισμα πάνω από ένα μπαρ που συχνάζει αλλά κι εκεί θα τον βρουν και θα το ψάξουν κι αυτό. Εντωμεταξύ τα χαρτιά του πατέρα του, που βρίσκονταν σε μια καλύβα στο κτήμα της γιαγιάς του, εξαφανίζονται καθώς κάποιος μπήκε κι εκεί, παίρνοντας μόνο αυτά.
 
Ο ήρωας ξαναδιαβάζει τα γράμματα που άφησε πίσω της, η αδελφή του η Αλίσια, κάνει συζητήσεις με διάφορους τύπους, περισσότερο ή λιγότερο φιλικούς με αυτόν, έχει μια πλατωνική σχέση με μια τρανς, ενώ μετά από λίγο καιρό, μπλοκάρονται οι τραπεζικοί του λογαριασμοί για έλεγχο από τις ελεγκτικές οικονομικές αρχές. Ο δικηγόρος του, τού συνιστά να εξαφανιστεί, να αλλάξει ταυτότητα και να φύγει μακριά. Ο Γουέστερν χωρίς χρήματα και χωρίς δουλειά, θα υποχρεωθεί εκ των πραγμάτων, να φύγει προσπαθώντας να γλυτώσει από τους διώκτες του. Ένα ταξίδι επιβίωσης και εσωτερικής αναζήτησης αρχίζει, όπου οι αναμνήσεις του παρελθόντος μπλέκονται μαζί με τις ενοχές του προπατορικού αμαρτήματος και ενός «ασεβούς» και ανέφικτου έρωτα που έμεινε αγκάθι στην καρδιά.
 
«Κάθισαν στο μπαρ του Τούζακς. Ο Γουέστερν στριφογύριζε αργά το ποτήρι του πάνω στο παμπάλαιο ξύλο. Ο Κλάιν τον παρατηρούσε.
Απλά κάθεσαι και χαζεύεις, Γουέστερν. Δεν μοιάζει καλό σχέδιο αυτό.
Το ξέρω. Σκεφτόμουν ότι δεν ξέρω καν τι σημαίνει η λέξη χώρα.
Δεν είναι εύκολη ερώτηση.
Μου φαίνεται ότι βασικά είναι μια ιδέα.
Ο Κλάιν σήκωσε τους ώμους.
Θα πρέπει στ’ αλήθεια να γίνεις κάποιος άλλος, έτσι δεν είναι;
Ναι.
Απλά πρέπει ν’ αποφασίσεις.
Δεν είναι εύκολο.
Όχι.
Κάποιοι άνθρωποι μένουν προσκολλημένοι στα συντρίμμια για πάντα.
Μπορεί να σε εκπλήξω.
Μπορεί. Αλλά νομίζω πώς η ικανότητα εκτίμησης του κινδύνου, όταν ο κίνδυνος είναι μπροστά σου, είναι σε μεγάλο ποσοστό θέμα γονιδίων. Αν την έχεις, έχει ήδη μεγάλη διαδρομή πίσω της, και δεν την έχεις, δεν είναι και πολύ πιθανό να την αποκτήσεις σύντομα. Είναι κοινό χαρακτηριστικό στους αθλητές. Και στους ψυχοπαθείς. Πολλοί καταζητούμενοι κακοποιοί έχουν συλληφθεί στην κηδεία της μητέρας τους. Το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι ότι όλοι αγαπάνε τη μάνα τους. Το κοινό που έχουν οι άλλοι είναι ότι δεν θέλουν να πάνε φυλακή.» Ο επιβάτης»)
 

Ο Μπόμπι Γουέστερν είναι ένας αρχετυπικός «Μακαρθικός» ήρωας. Μοναχικός και υπερήφανος, λιγομίλητος και με ένα βάρος να τον πλακώνει, αυτοκαταστροφικός και μελαγχολικός, να ισορροπεί μεταξύ κατάθλιψης και αυτοκτονικών τάσεων, πείσματος και βαθιάς ενσυναίσθησης. Οι συνομιλίες του με τους διάφορους χαρακτήρες που συναντάει στα μπαρ, στις συναντήσεις, στους εργασιακούς χώρους είναι από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που βρίσκει κανείς στο μυθιστόρημα, όπου κάποιες φορές ένας Μπεκετικός παραλογισμός κυριαρχεί, και το χιούμορ εναλλάσσεται με θεωρίες συνωμοσίας (που λες και βγήκαν από σελίδες του James Ellroy), μαθηματικών θεωριών, Θεολογίας, αλλά και συζητήσεων για αυτοκίνητα, αεροπλάνα, πλοία. Μέσα από τις συνομιλίες ενημερωνόμαστε για τη σχέση των δύο αδελφών, το παρελθόν του Γουέστερν, τις σκέψεις του, τις τάσεις φυγής του.
 
Βασικό και καίριο στοιχείο του μυθιστορήματος είναι και η Αλίσια. Σε πλάγια γράμματα, κατά τη διάρκεια του μυθιστορήματος (ανοίγοντας σχεδόν κάθε κεφάλαιο), παρακολουθούμε τις σκέψεις της, τα όνειρά της, την παράνοιά της, σηματοδοτώντας εντός της αφήγησης μια προσπάθεια του Γουέστερν να συμφιλιωθεί με το παρελθόν του για να μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή του. Κεντρικό σημείο στα όνειρα της Αλίσια, το «Παιδί», που έρχεται από την εποχή των «παιδιών της θαλιδομίδης» (στο «Stella Maris» έχει πιο ουσιαστικό ρόλο) που μαζί με διάφορους γκροτέσκους χαρακτήρες των φαντασιώσεων της Αλίσια, απαρτίζουν ένα είδος «θιάσου».
 
Ο McCarthy σε αντίθεση με τα προηγούμενα βιβλία του, στον «ΕΠΙΒΑΤΗ» τοποθετεί στο επίκεντρο της ιστορίας του την Επιστήμη. Οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες του, ο Γουέστερν και η Αλίσια, δεν είναι μόνο παιδιά ενός μεγαλοφυούς επιστήμονα, αλλά είναι και οι ίδιοι άνθρωποι των επιστημών, ο Γουέστερν σπούδασε Φυσική και η Αλίσια ήταν «παιδί-θαύμα» στα Μαθηματικά. Στις συνομιλίες και πολλές φορές μέσα από αδιέξοδους και ατέρμονους διαλόγους, οδηγούμαστε στην καρδιά της προβληματικής του μυθιστορήματος, που είναι ο Άνθρωπος και η Ύπαρξή του, τα όνειρα και οι επιθυμίες του, ο προβληματισμός του για το αύριο, οι ενοχές και τα σφάλματά του, και κυρίως ο Θάνατος.
 
Στο «Stella Maris», τα πράγματα είναι διαφορετικά. Δεν υπάρχει η «κίνηση» του «Επιβάτη», ούτε οι διαφορετικοί χαρακτήρες που εισέρχονται στην πλοκή. Το βιβλίο είναι ένας διάλογος μεταξύ της Αλίσια και ενός Ψυχιάτρου, που διαδραματίζεται στο ψυχιατρείο «Stella Maris» κάπου στο Ουισκόνσιν, και το χρονικό πλαίσιο είναι περίπου στις αρχές της δεκαετίας του ’70 – δηλαδή κάποια χρόνια πριν από τα γεγονότα που εξιστορούνται στον «Επιβάτη». Να ξεκαθαρίσω, ότι παρότι τα δύο βιβλία είναι αυτόνομα και κυκλοφόρησαν με μια μικρή χρονική απόσταση μεταξύ τους, θεωρώ αδιανόητο να διαβάσει κάποιος το «Stella Maris» χωρίς να διαβάσει τον «Επιβάτη» (αν και από τους αναγνώστες, όλα μπορεί να τα περιμένει κανείς). Το «Stella Maris» από μόνο του, λογοτεχνικά δεν αξίζει μεγάλης αναφοράς! Είναι ένας διάλογος (σε πολλά σημεία αρκετά ενδιαφέρων βέβαια) μεταξύ ενός επιστήμονα και της ασθενούς του – κάτι σαν ένα μεγάλο επεισόδιο της τηλεοπτικής σειράς «In Treatment» -, με πολλά επιστημονικά στοιχεία να υπεισέρχονται στον μονόλογο της Αλίσια, τα οποία αν δεν έχεις ντοκτορά στα Μαθηματικά και στην Φυσική αποκλείεται να κατανοήσεις, μια αναγνωστική ταλαιπωρία με λίγα λόγια, που αν ο συγγραφέας λεγόταν αλλιώς, ή το βιβλίο δεν ερχόταν ως συνέχεια του εξαιρετικού «Επιβάτη», ούτε καν θα ασχολούμασταν.


Μια εξαιρετικά χρήσιμη πληροφορία για τον συγγραφέα, παραθέτει η Ζωή Μπέλλα – Αρμάου, διευθύντρια της σειράς Aldina των εκδόσεων Gutenberg, σε ένα κείμενό της που δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική εφημερίδα για το βιβλίο «Book Press». Ο McCarthy, παρακολουθούσε (μάλλον στο Πανεπιστήμιο) στο Σάντα Φε, ομιλίες ακαδημαϊκών για κβαντική πληροφορική ή θεωρίες πολύπλοκων συστημάτων, ενώ στο γραφείο του υπήρχαν βιβλία Φιλοσοφίας, Μαθηματικών, Θεωρητικής Φυσικής και άλλων. Συμπεραίνουμε από τα παραπάνω, ότι ο μέγιστος συγγραφέας στα βαθιά του γεράματα, αποφάσισε να ασχοληθεί με τις Επιστήμες και την θεωρία τους.
 
«Τι πιστεύεις για τους ανθρώπους; Γενικά.
Είναι ερώτηση αυτή;
Γιατί όχι;
Μάλλον προσπαθώ να μην τους σκέφτομαι.
Είναι αλήθεια αυτό;
Όχι νομίζω πώς υπάρχει αγάπη στην καρδιά μου. Απλά εμφανίζεται ως οίκτος. Φαντασιώνομαι ότι έχω αντικρύσει τη φρίκη του κόσμου, αλλά ξέρω πώς αυτό δεν αληθεύει. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν μπορείς να αναιρέσεις αυτό που έχεις δει. Δεν έχει υπάρξει ποτέ αιώνας τόσο σκοτεινός όσο αυτός εδώ. Πιστεύει κανείς στα σοβαρά ότι δεν θα ξαναδούμε άλλους τέτοιους; Αλλά πάλι, τι μπορεί να σημαίνουν τα βάσανα του κόσμου για μια κοπέλα που δεν μπορεί να βαστάξει το βάρος των δικών της βασάνων;
Μερικές φορές, τα πάντα.
Ναι. Νομίζω πώς ίσως έχεις δίκιο.»
Stella Maris»)
 
Η Αλίσια Γουέστερν, που οικειοθελώς προσέρχεται (με μια σακούλα γεμάτη χρήματα) στο Ψυχιατρείο, περιγράφεται από τον συγγραφέα, ως μια μαθηματική ιδιοφυία, η οποία τα έκανε όλα από πολύ μικρή, στα 12 της μπήκε στο πανεπιστήμιο, ταλαιπωρήθηκε από ψυχικές διαταραχές και στο τέλος αυτοκτόνησε στα 20 της, όπως ξέρουμε ήδη από τον «Επιβάτη». Ήταν ερωτευμένη με τον αδελφό της – στο «Stella Maris», το εξομολογείται στον γιατρό της και η σχέση τους δεν μπορεί να μη θυμίσει στον μνήμονα αναγνώστη, το «Φράνι και Ζούι» του Salinger.
 
Η Αλίσια που εμφανίζεται αποσπασματικά στον «Επιβάτη», κυριαρχεί όπως είναι φυσικό στο «Stella Maris», συζητώντας με τον Ψυχίατρό της για κβάντα, ανώτερα μαθηματικά, τοπολογία, τη γλώσσα, το ασυνείδητο, τις φαντασιώσεις, τα όνειρα, την μετριότητα των ανθρώπων, τα προσωπικά αδιέξοδα. Ο Ψυχίατρος μένει στη σκιά, αδιάφορος ως χαρακτήρας, για να δώσει χώρο στην Αλίσια να μιλήσει, και ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σε μια περσόνα που δεν δείχνει αληθινή. Η πανέμορφη Αλίσια είναι σαν ένα αποτυχημένο (ή επιτυχημένο, ανάλογα πως το βλέπει κανείς) πείραμα του πατέρα της, ένα «τέλειο προϊόν» που κουβαλάει την αυτοκαταστροφή εντός της.
 
«Υποθέτω πώς ο αν ο κόσμος είναι δική μας κατασκευή, τότε το να συζητάμε γι’ αυτόν ως κάτι αυτόνομο παράγει αβέβαια αποτελέσματα. Είναι απλώς μια εικόνα, κι έτσι δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να έχει δική του ζωή. Θα έλεγα πως δεν έχει. Έχει τη δική μας ζωή. Και μετά δεν την έχει πιά.»Stella Maris»)
 
Η ευφυέστατη Αλίσια (που είχε διδακτορικό από τα 16 της), μιλάει για όλα. Για τον Μπόμπ Γουέστερν τον αδελφό της, για τον πατέρα της, για το «Παιδί της θαλιδομίδης» που εμφανίζεται στα γκροτέσκα όνειρά της, όπου αυτό και οι περίεργοι τύποι που τον περιβάλλουν, είναι οι μοναδικοί «φίλοι» που έχει. Το τέλος του διαλόγου και του βιβλίου είναι σπαρακτικό μεν, αλλά δεν σώζει τα πράγματα.
 
Το μεγαλύτερο αναγνωστικό ενδιαφέρον στο «Stella Maris», παρουσιάζεται στη σχέση των δύο αδελφών. Εκείνος στον «Επιβάτη» αρνείται να μιλήσει, να πει οτιδήποτε – όλα τα μαθαίνουμε από τις μπηχτές των συνομιλητών του. Από την άλλη, στο «Stella Maris», η Αλίσια περιγράφει τα συναισθήματά της, το πάθος για τον Μπομπι, τη ζωή της χωρίς αυτόν. Η Αλίσια είναι συνειδητοποιημένη, ξέρει τι θέλει, ο Μπόμπι όμως; Μήπως αναζητάει τον θάνατο (ασχολούμενος με την Φόρμουλα και τρέχοντας σε υψηλές εντάσεις και ταχύτητες, ή, εργαζόμενος ως δύτης σε ένα άκρως επικίνδυνο περιβάλλον) ως λύτρωση; Η αναζήτηση εαυτού των δύο ηρώων του λογοτεχνικού διπτύχου, τους οδηγεί σε αδιέξοδο, σε έναν τοίχο που βαδίζουν ολοταχώς κατά πάνω του, δείγμα και ένδειξη του αδιέξοδου του ανθρώπινου είδους από την αρχαιότητα (και τι άλλο παρά αρχαία τραγωδία θυμίζει ο αδελφικός αυτός έρωτας) έως σήμερα.
 

Και τα δύο βιβλία είναι ανοιχτά σε ερμηνείες, και υπάρχουν πολλές, που μπορεί να διαβάσει κανείς με ένα απλό search στο διαδίκτυο. Τι είναι τελικά οι δύο ήρωες; Μήπως βρισκόμαστε εντός του στίχου του E.A.Poe, «a dream, within a dream»; Ορισμένοι διάλογοι και στα δύο βιβλία, νιώθεις να έχουν σκοπό να σε μπερδέψουν, και να ανατρέψουν ότι θεωρούσες δεδομένο μέχρι εκείνη τη στιγμή. Χαρακτηριστικά, στο «Stella Maris», η Αλίσια θρηνεί τον θάνατο του Μπόμπι, δέκα χρόνια πριν τον «Επιβάτη», ενώ δεν μπορεί να μη περάσει από το μυαλό του αναγνώστη, ότι ο ίδιος ο Μπόμπι Γουέστερν είναι ο χαμένος επιβάτης του αεροπλάνου που συνετρίβη. Με όλα αυτά θέλω να τονίσω, την ρευστότητα των δύο κειμένων και την πληθώρα των υποθέσεων ή των ερμηνειών που μπορούν να δοθούν.
 
Από την στιβαρότητα και τον δυναμισμό, τον ελεγειακό υπαρξισμό του «Επιβάτη» έως την λογοτεχνική μετριότητα του «Stella Maris», η απόσταση είναι μεγάλη. Θα προτιμούσα να έβλεπα το δεύτερο, να υπάρχει εγκιβωτισμένο μέσα στον «Επιβάτη» (κι ας εξουθένωνε τον αναγνώστη), θα έβγαζε περισσότερο νόημα. Ας κρατήσουμε λοιπόν τον υπέροχο «Επιβάτη» ως τελευταία ανάμνηση του Cormac McCarthy, αν και στο μυαλό μου (και στην αναγνωστική μου συνείδηση) προτιμώ να θυμάμαι το αναγνωστικό σοκ, που μου προκάλεσαν τα βιβλία του, της «Άγριας Δύσης» (και που επανεκδίδονται σιγά-σιγά από τις εκδόσεις Gutenberg), εκεί όπου (κυρίως με τον «Ματωμένο Μεσημβρινό» και την «Τριλογία των Συνόρων»), ξεχώρισε ως ένας από τους μεγάλους δημιουργούς του 20ου αιώνα, απόγονος των σπουδαίων δημιουργών του Μεσοπολέμου και συναγωνιζόμενος τους έξοχους δημιουργούς της μεταπολεμικής Αμερικής.
 
«Νομίζω ότι ο χρόνος μας τελείωσε.
Το ξέρω. Κράτα μου το χέρι.
Να σου κρατήσω το χέρι;
Ναι. Το θέλω.
Εντάξει. Γιατί;
Γιατί αυτό κάνουν οι άνθρωποι όταν περιμένουν κάτι να τελειώσει.»
Stella Maris»)
 
Βαθμολογία : «Ο ΕΠΙΒΑΤΗΣ» 85 / 100
                    «STELLA MARIS» 76 /100