Τετάρτη, Μαΐου 08, 2024
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαΐου 08, 2024 | Permalink
Edith Wharton "Το σπίτι της ευθυμίας"
Στη Νέα Υόρκη των αρχών του 20ου αιώνα, τοποθετείται το εμβληματικό μυθιστόρημα, «ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΕΥΘΥΜΙΑΣ» («The house of mirth»), της σπουδαίας Αμερικανίδας συγγραφέως Edith Wharton (Νέα Υόρκη 1862 – Γαλλία 1935), που εκδόθηκε στο τέλος της προηγούμενης χρονιάς στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε (ωραία) μετάφραση της Μυρσίνης Γκανά (σελ. 552). Η Γουόρτον, γεννημένη και αναθρεμμένη μέσα στους κόλπους της ανώτερης τάξης της Νέας Υόρκης, περιγράφει με ακρίβεια και οξύτητα πνεύματος τις κοινωνικές και οικονομικές ανακατατάξεις της εποχής του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, μέσα από την ιστορία μιας μυθιστορηματικής ηρωίδας μεγάλου λογοτεχνικού μεγέθους.


Η Λίλι Μπαρτ ήταν μια καλλονή. Όλα επάνω της, ήταν τέλεια, σαν να τα ζωγράφισε ο καλύτερος ζωγράφος. Κάπου προς την αρχή του βιβλίου, περιγράφεται μια δεξίωση (από τις πολλές που υπάρχουν στην αφήγηση), όπου οι κυρίες της «καλής κοινωνίας», καλούνται να αναπαραστήσουν σε tableaux-vivants κάποιους πίνακες. Η Λίλι Μπαρτ, είναι ένα πιστό αντίγραφο του πίνακα που επίλεξε, μια εικόνα σπάνιας ομορφιάς, αφήνοντας άφωνους τους παρευρισκόμενους. Η Λίλι όμως έχει φτάσει στην ηλικία των 29 χρονών και δεν έχει ακόμα παντρευτεί, θεωρείται σχεδόν γεροντοκόρη.
 
Αυτό όμως δεν είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της Λίλι Μπαρτ. Μεγαλωμένη σε ένα περιβάλλον, πρώτα από τη μητέρα της και μετά από την αυστηρή και πουριτανή θεία της, όπου ο αντικειμενικός στόχος είναι η εύρεση ενός πλούσιου συζύγου, έχει αναπτύξει δεξιότητες στους καλούς τρόπους και στο καλό γούστο. Η απαράμιλλη ομορφιά της και οι κοινωνικές της δεξιότητες, την καθιστούν μόνιμη προσκεκλημένη πλουσίων οικογενειών και οι προϋποθέσεις για μια πρόταση γάμου υπάρχουν, αλλά πάντα κάτι χαλάει στο τέλος. Ουσιαστικά καλλιεργεί το έδαφος, προετοιμάζει τα πάντα, αλλά στο τέλος είτε δειλιάζει, είτε απουσιάζει από ένα κρίσιμο ραντεβού, σαν κάποια σκιά να υπάρχει στη ζωή και στην προσωπικότητά της.
 
«Η Λίλι, ως όφειλε, είχε εντυπωσιαστεί από το μεγαλείο των ευκαιριών της. Η μιζέρια της τωρινής της ζωής σκιαγραφούσε γοητευτικά τη ζωή που πίστευε ότι δικαιούνταν. Για μια κατώτερη ευφυΐα, οι συμβουλές της κυρίας Μπαρτ ίσως ήταν επικίνδυνες, η Λίλι όμως καταλάβαινε ότι η ομορφιά δεν ήταν παρά μόνο η πρώτη ύλη της κατάκτησης και ότι για να φτάσει στην επιτυχία απαιτούνταν και άλλες τέχνες. Ήξερε ότι το να επιδεικνύει το οποιοδήποτε αίσθημα ανωτερότητας αποτελούσε μια λιγότερο προφανή μορφή της βλακείας που καταδίκαζε η μητέρα της και δεν άργησε να μάθει ότι μία καλλονή οφείλει να δείχνει μεγαλύτερη αβρότητα από κάποια άλλη με συνηθισμένη εμφάνιση.»
 
Η Λίλι Μπαρτ, είναι όπως δηλώνει «πτωχή αλλά πανάκριβη»! Ουσιαστικά ζει με το επίδομα που της παρέχει η θεία της – που δεν είναι και πολύ καλά στην υγεία της. Κατά καιρούς, διάφοροι νεόπλουτοι που επιθυμούν σφόδρα να εισέλθουν στην «καλή κοινωνία» της Νέας Υόρκης, την «προσλαμβάνουν» (ουσιαστικά) για να διοργανώσει ταξίδια, δεξιώσεις, να επιλέγει ρούχα και διακόσμηση στις επαύλεις που έχουν αγοράσει η χτίσει, για την (πάμπλουτη και άσχετη) οικοδέσποινα, που θέλει διακαώς να συμπεριληφθεί στους κύκλους της ανώτερης τάξης, και μετά να «διασκεδάζει» γνωστούς και άγνωστους της από τους καλεσμένους. Η Λίλι χάριν του καλού της γούστου και των τρόπων της, ήταν κάποτε περιζήτητη και πολύφερνη, αλλά τώρα βλέπει κι η ίδια ότι οι συμπεριφορές «φίλων» και γνωστών, έχουν αλλάξει. Υπάρχει κριτική για την τάση της προς τον τζόγο (όπου συνήθως χάνει), προς την στάση της προς κάποιους άνδρες (το κουτσομπολιό δίνει και παίρνει).
 
Φταίει όμως και η Λίλι Μπαρτ. Παρότι είναι ένας καλός άνθρωπος με πολλές φορές αγνά αισθήματα, είναι κατά βάση, μια ματαιόδοξη, στενόμυαλη και επιπόλαιη κοπέλα. Θεωρεί ότι είναι κάποιου είδους ηρωίδα της Jane Austin, προσβάλλει ανθρώπους χωρίς μεγάλες οικονομικές δυνατότητες που την πλησιάζουν και κάποιοι όπως ο δικηγόρος Σέλντεν που την αγαπάει αληθινά, μπορεί να απολαμβάνουν κατά καιρούς την παρέα της, αλλά δεν θεωρούνται «άξιοι» να την παντρευτούν, παρά τα αισθήματα που μπορεί κι η ίδια να τρέφει προς αυτούς. Δεν θεωρούνται όμως «άξιοι» και κάποιοι εξωφρενικά πλούσιοι άνδρες που θεωρούνται «νεόπλουτοι» αλλά δεν έχουν τους φινετσάτους τρόπους της αριστοκρατίας (όπως τη θεωρεί η ηρωίδα), όπως ο χρηματιστής Ρόουζντεϊλ που επιθυμεί διακαώς να την παντρευτεί αλλά «βρίσκει τοίχο» σε κάθε του προσπάθεια.
 
Η «φωνή της λογικής» στο βιβλίο, είναι ο Σέλντεν. Ένας δικηγόρος που βρίσκεται στις παρυφές του κόσμου των πλουσίων, είναι οικονομικά ανεξάρτητος και παρατηρεί με ακρίβεια τα τεκταινόμενα. Δεν διστάζει να γίνει δυσάρεστος απέναντι στην αιθεροβάμονα Λίλι και να της κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, κι όταν η Λίλι συνειδητοποιήσει ότι τα χρήματα που λαμβάνει από τους μεγιστάνες, απαιτούν ανταλλάγματα, στον Σέλντεν τρέχει για βοήθεια. Το αδιέξοδο για την Λίλι είναι μονόδρομος και οι ευκαιρίες δεν υπάρχουν πια. Η σχέση με τον Σέλντεν δεν προχωράει, όπως δεν προχώρησε ποτέ τίποτα στην συναισθηματική ζωή της Λίλι, και η αναπόφευκτη πτώση όταν έρθει, θα είναι πολύ σκληρή.

Τα τελευταία χρόνια προβάλλεται μια σειρά σε παραγωγή HBO, το «The Gilded Age», μια δημιουργία του Julian Fellows
που έγινε γνωστός από την τεράστια επιτυχία της τηλεοπτικής σειράς «
Downton Abbey». Το «Gilded Age», διαδραματίζεται στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα στη Νέα Υόρκη και δείχνει ακριβώς ό,τι περιγράφει η Wharton στο βιβλίο της – προφανώς ο δημιουργός της σειράς είχε μελετήσει σε βάθος την συγγραφέα: τον κόσμο των μεγιστάνων της πόλης∙ επικεντρώνεται δε, στην σύγκρουση «old money» με «new money». Όπως καταλαβαίνει κανείς, η σειρά είναι γεμάτη υποκρισία και υπόγειες διαμάχες, όπου η πολυτέλεια περισσεύει και η σκληρότητα είναι σε καθημερινή βάση.

Η Wharton στο βιβλίο της, με καίριο τρόπο, εκθέτει ακριβώς αυτήν, την επίδειξη, την υποκρισία και την ηθική χρεοκοπία της ανώτερης κοινωνίας της Νέας Υόρκης. Το μυθιστόρημα, εκτός από σχόλιο για το τίμημα της ματαιοδοξίας, αποτελεί μια καυστική κριτική των ρηχών αξιών, της χυδαιότητας και της σκληρότητας των ανθρώπων που πλουτίζουν καθημερινά στην ακμάζουσα οικονομία των Η.Π.Α. της εποχής αλλά ταυτόχρονα και με οξυδερκή τρόπο, είναι μια εξερεύνηση, μια οξεία ματιά στους περιορισμούς της κοινωνίας στις γυναίκες.
 
«Ωστόσο άλλο πράγμα είναι να ζεις άνετα με την αφηρημένη ιδέα της φτώχειας και άλλο να έρχεσαι σε επαφή με την ανθρώπινη ενσάρκωσή της. Η Λίλι δεν είχε στοχαστεί ποτέ αυτά τα θύματα της μοίρας παρά μόνο ως μάζα. Το ότι τη μάζα αποτελούσαν ξεχωριστές ζωές, αναρίθμητα διαφορετικά κέντρα αισθήσεων, με τις δικές της ατέρμονες προσπάθειες για ευτυχία, με τη δική της αποστροφή για τον πόνο – το ότι κάποιοι από αυτούς τους μπόγους συναισθημάτων είχαν μια μορφή που θύμιζε αρκετά τη δική της , με μάτια προορισμένα να κοιτάζουν τη χαρά  και νεαρά χείλη φτιαγμένα για τον έρωτα – αυτή η ανακάλυψη προκάλεσε στη Λίλι μια έκρηξη οίκτου από εκείνες που αποσυντονίζουν μια ανθρώπινη ύπαρξη. Η φύση της Λίλι ήταν ανίκανη για μια τέτοια διαδικασία αλλαγής: μπορούσε να νιώσει άλλες απαιτήσεις μόνο μέσα από τις δικές της, και κανένας πόνος δεν διαρκούσε με κάποια ένταση αν δεν πίεζε κάποιο νεύρο της που θα αντιδρούσε.»


Οι χαρακτήρες στο βιβλίο είναι (όλοι τους) ένας κι ένας. Η Wharton «κεντάει» στην σκιαγράφησή τους, στους ευφυέστατους διαλόγους και στον διεισδυτικό κοινωνικό σχολιασμό μιας κοινωνικής τάξης, που την γνώριζε εκ των έσω, καθώς είχε μεγαλώσει στους κόλπους της. Είχε ανατραφεί σαν την ηρωίδα της, με στόχο να κάνει έναν «καλό γάμο», αλλά σε αντίθεση με την Λίλι, ξέφυγε από αυτό (της πήρε βέβαια κάποιες δεκαετίες), και στο βιβλίο της τονίζει την ματαιότητα μιας γυναίκας του κοινωνικού status της Λίλι, να ξεφύγει από την προκαθορισμένη μοίρα της. Η Λίλι ήταν αβοήθητη σε αυτό που η εκπαίδευσή της, την προόριζε: ένα «προϊόν» που είχε εξειδικευτεί να στολίζεται και να περιμένει χαρούμενη, να «διασκεδάζει» πηγαίνοντας από εκδήλωση και πάρτι, σε δεξιώσεις και σε συγκεντρώσεις, κυνηγώντας το εφήμερο και το περαστικό, με απώτερο στόχο, να γίνει κι αυτή μια από τις πλούσιες αριστοκράτισσες (ή wannabe τέτοιες) που συναναστρεφόταν. Γνώριζε πώς να ταιριάζει φορέματα και χρώματα, λουλούδια και τραπέζια για δείπνα, αλλά υπάρχει απόσταση μεταξύ διακόσμησης και υλοποίησης στόχων μέσα σε μια κοινωνία τόσο επιφανειακή που αλληλοσφάζεται.
 
Μέσα από τα δικά της «λάθη» ή τους δισταγμούς στις κρίσιμες στιγμές – να μη μπει σε μια άμαξα ενός άνδρα που θα της έκανε πρόταση γάμου, να μην εκβιάσει με κάποιες επιστολές που έπεσαν στα χέρια της, να απορρίπτει τον πιο γρήγορα ανερχόμενο πλούσιο επειδή της φαινόταν χυδαίοι οι τρόποι του, κάνει την αντίστασή της χάνοντας τις «ευκαιρίες». Η «πτώση» της αποτελεί μια «απελευθέρωση», είναι η αντίδρασή της στο προκαθορισμένο μονοπάτι, αλλά η τιμωρία της θα είναι σκληρή, καθώς ακόμα και τότε, ο εγωισμός της δεν την αφήνει να δει καθαρά.
Στον προσεκτικό αναγνώστη, ο χαρακτήρας της Λίλι Μπαρτ – όχι πάντα ιδιαίτερα συμπαθής, πολλές φορές σου έρχεται να κλείσεις το βιβλίο αγανακτισμένος με την ανοησία της -, θα θυμίσει αυτόν της Σκάρλετ Ο’ Χάρα στο «Όσα παίρνει ο άνεμος», αλλά είναι το αφηγηματικό ύφος της Wharton, που με τις πινελιές από Μπαλζάκ στη νατουραλιστική αποτύπωση της εποχής, καθιστά το βιβλίο ακαταμάχητο.
 
Εδώ μιλάμε για μεγάλους στυλίστες και ενδεχομένως, η Wharton να βρίσκεται μια κλίμακα κάτω από τον (μαιτρ του είδους) ανυπέρβλητο στυλίστα Henry James, και κανένα από τα βιβλία της να μη μπορεί να φτάσει το «Πορτρέτο μιας κυρίας», και ίσως, το «Σπίτι της ευθυμίας» να μη φτάνει στο επίπεδο του αριστουργήματος της συγγραφέως, που είναι «Τα χρόνια της αθωότητας», ή ακόμα και του δικού αγαπημένου, του "Ήθαν Φρομ" (που είχα διαβάσει πριν από "αιώνες"),  αλλά δεν παύει να είναι ένα μυθιστόρημα που δεν δείχνει την ηλικία του, ένα βιβλίο εξαιρετικό, χορταστικό και ιδιαίτερα μοντέρνο που διαβάζεται με άνεση (και απολαμβάνεται) από τον αναγνώστη του 21ου αιώνα.
 
Βαθμολογία 86 / 100


 
+++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
 
Το blog συμπληρώνει σήμερα (8 Μαΐου), 18 χρόνια συνεχούς παρουσίας. Δεν γνωρίζω πόσο ακόμα θα συνεχίζω τον «αγώνα τον καλό», δεν είμαι πια ο ίδιος που ήμουν το 2006 και όλα τριγύρω έχουν αλλάξει. Ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται πια να διαβάζει μεγάλα κείμενα και η εικόνα έχει επικρατήσει ακόμα και ανάμεσα σε στιβαρούς αναγνώστες. Είναι αυτός ο ένας, από καιρού εις καιρόν, που θα με βρει και θα μου πει, πόσο τον επηρέασε αυτό ή το άλλο κείμενο για βιβλίο που έγραψα ή να με ευχαριστήσει για κάποιο βιβλίο που δεν ήξερε και έμαθε από μένα, που με κάνει να συνεχίζω. Και αυτό – πιστέψτε με – είναι ότι αξίζει περισσότερο.
Σας "δωρίζω" λοιπόν ένα χαζοτράγουδο για την περίσταση!