Τετάρτη, Μαΐου 10, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαΐου 10, 2017 | Permalink
Περιστέρια στη χλόη
“...σαν περιστέρια στη χλόη, αντιμετώπιζαν κάποιοι στοχαστές του πολιτισμού τους ανθρώπους, καθώς πάσχιζαν να τονίσουν το άσκοπο και φαινομενικά τυχαίο της ανθρώπινης ύπαρξης, να ελευθερώσουν τον άνθρωπο από τον Θεό, για να τον αφήσουν ανεμπόδιστο να φτερουγίσει στο τίποτα, δίχως σκοπό, δίχως αξίες, ελεύθερο και απειλούμενο από ξόβεργες, βορά στον χασάπη, όμως περήφανο για την υποτιθέμενη, από Θεό και θεϊκή καταγωγή, ελευθερία του, που δεν οδηγεί πουθενά αλλού παρά στην αθλιότητα και το τίποτα.”

Έξοχο δείγμα της μεταπολεμικής Γερμανικής λογοτεχνίας, αποτελεί το μυθιστόρημα “ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΣΤΗ ΧΛΟΗ” (“Tauben im gras”), του πολύ σημαντικού (και άγνωστου στη χώρα μας) συγγραφέα Wolfgang Koeppen (Γκράιφσβαλντ,Πομερανία 1906 – Μόναχο 1996), (εκδ. Κριτική, μετάφραση και επίμετρο Βασ. Τσαλής, σελ. 318), το οποίο πρωτοεκδόθηκε στην Γερμανία το 1951 και είναι το πρώτο (και μάλλον γνωστότερο), βιβλίο της “Τριλογίας της αποτυχίας”, με τα “Θερμοκήπιο” (1953) και “Ο θάνατος στη Ρώμη” (1954) να ακολουθούν.


Τα “Περιστέρια στη χλόη” είναι ένα μυθιστόρημα πολυφωνικό και πολυπρισματικό που εκτυλίσσεται μια ημέρα του Φεβρουαρίου 1951 στο Μόναχο. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη πλοκή, ενώ παρελαύνουν δεκάδες χαρακτήρες / φωνές ωσάν να βρίσκονται σε μια θεατρική σκηνή και το φως να πέφτει πάνω στον εκάστοτε αφηγητή, ο οποίος παρεμβαίνει και παίρνει τον λόγο.
Από όλα αυτά τα πρόσωπα που κινούνται στο μεταπολεμικό ρημαγμένο Μόναχο αυτής της κρύας μέρας του Φεβρουαρίου, επτά ξεχωρίζουν περισσότερο στην τριτοπρόσωπη αφήγηση, η οποία εναλλάσσεται με εσωτερικό μονόλογο, που έχει επιλέξει ως ύφος ο συγγραφέας – ο φακός ή ο φωτισμός στέκεται περισσότερο σ' αυτούς, στις ιστορίες τους, στην “ξεχωριστή ημέρα τους”.

Τα επτά πρόσωπα που φέρνει ο συγγραφέας εγγύτερα στον αναγνώστη διευκολύνοντας την ροή του βιβλίου είναι:

Ο Φίλιππος και η Εμίλια, ένα ιδιότυπο ζευγάρι, όπου εκείνος είναι ένας μοναχικός συγγραφέας, ο οποίος είναι ανίκανος να διαχειριστεί οτιδήποτε, από την σχέση του, μέχρι μια συνέντευξη που πρέπει να πάρει από έναν Αμερικανό ποιητή, που επισκέπτεται την πόλη. Χαμένος στη σκέψη του, στις μονομανίες του και στην ανασφάλειά του, σκοτώνει τον χρόνο του, χωρίς ουσιαστικά να κάνει τίποτα (οι κριτικοί εντόπισαν από την αρχή ένα alter-ego του συγγραφέα). Από την άλλη, η σύντροφός του, Εμίλια κληρονόμος μιας κάποτε πλούσιας οικογένειας με πολλά ακίνητα τα οποία είτε έχουν χάσει τελείως την αξία τους λόγω του καλπάζοντος πληθωρισμού, είτε έχουν ισοπεδωθεί από τους βομβαρδισμούς, “σκοτώνει” στους αντικέρ όποιο πολύτιμο αντικείμενο της έχει μείνει, για να μπορέσουν να περάσουν μερικές ημέρες με τον Φίλιππο.

Ο Οδυσσέας Κότον και ο Γιόζεφ ο αχθοφόρος του, ένας μαύρος Αμερικανός στρατιώτης που κινείται συνεχώς με ένα ραδιόφωνο ανοιχτό και δεν διστάζει να εμπλακεί σε τυχερά παιχνίδια, να τσακώνεται επιδεικνύοντας την φυσική του ρώμη και ο γηραιός βαστάζος που συνδέει τον παλαιό κόσμο με τον καινούργιο, ζώντας κι αυτός με αναμνήσεις πολέμων και αγώνων για επιβίωση. Ο Οδυσσέας Κότον είναι νικητής και κυρίαρχος στη νέα κατάσταση, και φροντίζει να το δείχνει σε κάθε του κίνηση, ο Γιόζεφ θα χάσει τη ζωή του άδικα αλλά και ως σημάδι της εποχής που αλλάζει.

Ο Ουάσιγκτον Πράις και η Κάρλα αυτό το “αταίριαστο” και χαρακτηριστικό ζευγάρι. Εκείνος ένας μαύρος στρατιώτης, κάποτε σπουδαίος αθλητής που υπηρετεί την θητεία του στο Μόναχο, εκείνη μια γυναίκα που προσπαθεί να πιαστεί από κάπου για να ζήσει. Ο Ουάσιγκτον είναι ο μοναδικός θετικός χαρακτήρας στο βιβλίο, κλασσικός αφελής Αμερικανός που βγαίνει πρώτη φορά έξω από το χωριό του και ερωτεύεται μια γυναίκα που εν πολλοίς αδιαφορεί γι' αυτόν αλλά του προσφέρεται λόγω ανέχειας, κάνει όνειρα να την πάρει μακριά στο Παρίσι και να ανοίξουν ένα μαγαζί που "όλοι θα είναι ευπρόσδεκτοι", κι εκείνη χαμένη στις ανασφάλειές της, χήρα πολέμου με ένα μικρό αγόρι που αλητεύει συνεχώς, μένει έγκυος από τον μαύρο στρατιώτη, και από τη μια προσπαθεί να “ξεφορτωθεί” το έμβρυο από την άλλη δεν θέλει να χάσει και τον ευεργέτη της.

Τέλος, ο Έντουιν, ο διάσημος Αμερικανός ποιητής που έχει φθάσει στην πόλη για μια διάλεξη. Χαρακτήρας καθαρά συμβολικός που με τις σκέψεις του, τις κινήσεις του και τελικά την αποτυχημένη του προσπάθεια να μιλήσει σε ένα χαλασμένο μικρόφωνο ανήμπορος να ακουστεί ή να επικοινωνήσει με το κοινό του, καταδεικνύει την ειρωνεία και την ματαιότητα του πνεύματος μπροστά στα ερείπια που άφησε πίσω του ο πόλεμος.

“Το σκηνικό προοριζόταν για τραγωδία, όμως αυτό που διαδραματιζόταν στο προσκήνιο, στο παλκοσένικο της Ιστορίας, οι παγκόσμιες διεργασίες, ήταν προς το παρόν μια κωμωδία.”

Γύρω τους, κινούνται, συναντιούνται στον δρόμο κατά τύχη μαζί τους, προσπερνάνε ο ένας τον άλλον, άνθρωποι κάθε είδους, που προσδίδουν την δική τους σημασία στο μυθιστόρημα. Η νεαρή Αμερικανίδα εκπαιδευτικός Κέι, ρομαντική και αφελής, γεμάτη ερωτήματα για τη ζωή, για τον έρωτα, οι δύο θεατρίνοι, ο Αλέξανδρος και η Μεσσαλίνα με τα συνεχή πάρτυ, το παιδί τους, η μικρή Χιλεγόνδη με την θρησκόληπτη γκουβερνάντα της Έμι, τα δύο παιδιά, ο Έζρα και ο Χάιντς  (γιός της Κάρλα), τόσο διαφορετικά αλλά και τόσο ίδια, που ένα αδέσποτο σκυλί γίνεται η αιτία συνάντησής τους, η κυρία Μπέρεντ, η μητέρα της Κάρλα που ζει με τις αναμνήσεις των “ωραίων ημερών του Εθνικοσοσιαλισμού” και ο Ρίτσαρντ, ο αμερικανός συγγενής που την ψάχνει και πολλοί άλλοι.

Ο Κέπεν περιγράφει με ολοζώντανα χρώματα, μια πόλη σε ανοικοδόμηση και μια κοινωνία σε αποσύνθεση. Η απελπισία ξεχειλίζει σε ένα χάος γεμάτο εικόνες, μια ατμόσφαιρα ζοφερή (παρακμιακή), σε μια “κατακτημένη χώρα”, όπου από τη μια, οι κάτοικοι προσπαθούν να επιβιώσουν με κάθε δυνατό τρόπο, κομπίνες, πορνεία, ξεπούλημα περιουσιών, διευκολύνσεις σε ξένους και από την άλλη, αρκετοί ονειρεύονται τις “παλιές καλές μέρες”, δεν έχουν σε τίποτα, να αρχίσουν να τραγουδούν ναζιστικούς ύμνους και να αισθάνονται προδομένοι και αδικημένοι. Ο συγγραφέας ειρωνεύεται την “αποναζιστικοποίηση”, αντιπαραβάλλει τις διώξεις των Εβραίων κατά τη Χιτλερική περίοδο με τις απαγορεύσεις που υφίστανται οι μαύροι στις Η.Π.Α., είναι απαισιόδοξος και μεταφέρει αυτό το κλίμα στον αναγνώστη.

Η σύνθετη μοντερνιστική δομή του μυθιστορήματος στην αρχή ξενίζει με τις πάνω από 100 μικρές ενότητες, όπου η μία παρεμβάλλεται μέσα στην άλλη, αλλά μ' αυτή την τεχνική σαν το κινηματογραφικό μοντάζ, εισχωρείς βαθιά μέσα στο μυθιστόρημα γίνεσαι συμμέτοχος της δράσης και της ροής της αφήγησης. Ο Κέπεν χρησιμοποιεί με ιδανικό τρόπο τις επιρροές του από τον Ντέμπλιν, τον Τζόις και τον Ντος Πάσος, ενώ η Καφκική ατμόσφαιρα ασφυξίας που δημιουργεί  είναι υπνωτιστική και σαγηνευτική.

Τα “Περιστέρια στη χλόη” είναι ένα μικρό αριστούργημα, ένα θαυμάσιο βιβλίο που μας γνωρίζει έναν δημιουργό που θεωρείται από τους σπουδαιότερους Γερμανούς πεζογράφους με μια ενδιαφέρουσα ζωή που περιγράφεται στο πλήρες και κατατοπιστικότατο επίμετρο, με το οποίο ο μεταφραστής Βασίλης Τσαλής, ολοκληρώνει την εξαιρετική δουλειά που έκανε με την μετάφραση του, η οποία, αποδίδει υπέροχα το ύφος του συγγραφέα σε αυτή την πολύ φροντισμένη έκδοση της Κριτικής.

“Είχαν σώσει τη ζωή τους, μια άχρηστη ύπαρξη, είχαν κουρνιάσει λυπημένοι σε χωριουδάκια, σε οροπέδια και κοιλάδες, σε καταφύγια και αγροκτήματα, ο αέρας καθάρισε από τον καπνό, αφουγκράζονταν τους εκσκαφείς, που εφορμούσαν στα ερείπια, αφουγκράζονταν από μακριά, εξόριστοι από τη Νινευή, τη Βαβυλώνα, τα Σόδομα, πόλεις αγαπημένες, εστίες θαλπωρής, φυγάδες σε καταναγκαστικό παραθερισμό, άφραγκοι τουρίστες, τους οποίους οι ντόπιοι αντιμετώπιζαν με καχυποψία, νοσταλγοί των πατρογονικών τους εστιών. Επέστρεψαν στα σπίτια τους, οι μπάρες ανασηκώθηκαν, το μισητό διάταγμα για την εσωτερική μετανάστευση έπεσε, ήρθησαν οι αποκλεισμοί, κοαμοσυρροή, πλημμυρίδα, ο πήχης ανέβηκε Η ΠΟΛΗ ΣΤΟ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, ΟΙ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ. Ήταν ξανά στα σπίτια τους, τακτοποιήθηκαν, στριμώχτηκαν ο ένας κοντά στον άλλον, εξαπάτησαν ο ένας τον άλλον, παζάρεψαν, δημιούργησαν, έκτισαν, θεμελίωσαν, γέννησαν, κάθισαν στις παλιές ταβέρνες, ανάσαναν τον οικείο μπαγιάτικο αέρα, περιεργάστηκαν τη γειτονιά τους, το νυφοπάζαρο, είδαν την άσφαλτο να ξαναστρώνεται στα σοκάκια, γέλια και καβγάδες και το ραδιόφωνο του γείτονα, πέθαναν στο κρατικό νοσοκομείο, μεταφέρθηκαν από το γραφείο κηδειών στο νεκροταφείο, στο νοτιοανατολικό σταυροδρόμι, υπό τον ήχο της κόρνας του τραμ, πνιγμένοι στην αιθαλομίχλη, ευτυχισμένοι στον τόπο τους. ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΥΠΕΡΒΟΜΒΑΡΔΙΣΤΙΚΑ ΣΤΑΘΜΕΥΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ."






 
Τετάρτη, Μαΐου 03, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαΐου 03, 2017 | Permalink
Το χάσμα του χρόνου
“Περασμένα τα πενήντα, μαθαίνουμε με έκπληξη
και μια αίσθηση
αυτοκτονικής άφεσης αμαρτιών
πως αυτά που σκοπεύαμε αλλά αποτύχαμε
δεν θα μπορούσαν ποτέ να γίνουν -
και πρέπει να ξαναγίνουν καλύτερα.”
“Για τον Σέρινταν”, Ρόμπερτ Λόουελ

Με αφορμή τη συμπλήρωση 400 χρόνων από τον θάνατο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, το Hogarth Shakespeare project (δημιουργία της Βιρτζίνια Γουλφ) σε συνεργασία με τον εκδοτικό οίκο Penguin, προσκάλεσε κάποιους γνωστούς Αγγλοσάξονες ως επί το πλείστον συγγραφείς, να μεταγράψουν ή να εμπνευστούν από κάποιο θεατρικό έργο του μεγάλου δημιουργού, γράφοντας ένα μυθιστόρημα με το προσωπικό τους ύφος. Η εξαιρετική Αγγλίδα συγγραφέας Jeanette Winterson (Manchester,1959), ήταν η πρώτη που ξεκίνησε αυτή την συγγραφική σκυταλοδρομία, επιλέγοντας το “Χειμωνιάτικο παραμύθι” (ένα από τα λιγότερο αιματοβαμμένα έργα του Σαίξπηρ), μεταλλάσσοντάς το σε ένα εκπληκτικό και ταυτόχρονα πολύ συναρπαστικό μυθιστόρημα, με τίτλο “ΤΟ ΧΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ” (“The gap of time”), (εκδ. Μεταίχμιο, μετάφρ. Μ.Γκανά, σελ.381).


Το έργο του Σαίξπηρ διαδραματίζεται στην Σικελία σε ακαθόριστη εποχή. Ο Λεόντιος βασιλιάς της Σικελίας υποψιάζεται ότι η σύζυγός του Ερμιόνη διατηρεί ερωτική σχέση με τον αδερφικό του φίλο, Πολύξενο, βασιλιά της Βοημίας ο οποίος φιλοξενείται εδώ και καιρό στο παλάτι του πρώτου. Έχει δε την βεβαιότητα ότι το παιδί που ετοιμάζεται να φέρει στον κόσμο η Ερμιόνη είναι του Πολύξενου. Διατάζει λοιπόν τον πιστό του υπηρέτη Καμίλο να δηλητηριάσει τον Πολύξενο, αλλά ο Καμίλο προειδοποιεί το υποψήφιο θύμα, ο οποίος το σκάει παίρνοντάς τον μαζί του. Ο Λεόντιος εξαγριώνεται και φυλακίζει την Ερμιόνη παρά τις διαμαρτυρίες της αριστοκράτισσας οικογενειακής φίλης Παυλίνας.
Η Ερμιόνη γεννάει μια κόρη, που την ονομάζει Περντίτα, και ο Λεόντιος αποκληρώνει το παιδί ως νόθο, διατάζοντας τον θάνατό του. Η Παυλίνα όμως καταφέρνει να πείσει τον Λεόντιο ότι το παιδί, πρέπει να μεταφερθεί σε έναν μακρινό τόπο, και να αφεθεί στη τύχη του. Την αποστολή αναλαμβάνει ο σύζυγος της Παυλίνας, Αντίγονος ο οποίος πηγαίνει το παιδί στην Βοημία, όμως σκοτώνεται στην διάρκεια της αποστολής και το παιδί σώζεται από δύο βοσκούς οι οποίοι μεγαλώνουν το μωρό σαν δικό τους. Πίσω στη Σικελία, κατά τη διάρκεια της δίκης της Ερμιόνης, ένας αγγελιαφόρος ανακοινώνει στον εμβρόντητο Λεόντιο ότι ο μοναχογιός τους Μαμίλιος είναι νεκρός. Με το άκουσμα της είδησης, η Ερμιόνη καταρρέει και πεθαίνει, ενώ ο Λεόντιος μετανιώνει.
Δεκαέξι χρόνια αργότερα τα πράγματα θα αλλάξουν, η Περντίτα έχει μεγαλώσει και η ιστορία της θα πάρει άλλη τροπή.

"Είναι ένα έργο για ένα εγκαταλειμμένο παιδί. Κι εγώ είμαι ένα τέτοιο. Είναι ένα έργο για τη συγχώρεση και έναν κόσμο πιθανών μελλόντων - και για το πως η συγχώρεση και το μέλλον είναι δεμένα μεταξύ τους και από τις δυο πλευρές. Ο χρόνος είναι αναστρέψιμος."

Η Γουίντερσον (η οποία σαν την Περντίτα υιοθετήθηκε μόλις ενός έτους από το ζεύγος Γουίντερσον και μεγάλωσε στο Λανκασάιρ), παίρνει αυτό το πολύ ωραίο έργο και κυριολεκτικά του αλλάζει τα φώτα δημιουργώντας ένα έξοχο και πολύ σύγχρονο μυθιστόρημα χωρίς να τροποποιήσει τη βασική του δομή.
Ο Λίο είναι ιδιοκτήτης μιας πολύ επιτυχημένης χρηματιστηριακής εταιρίας, παντρεμένος με την ΜίΜι που είναι διάσημη τραγουδίστρια, ενώ ο κολλητός του από τα χρόνια του κολλεγίου, ο αμφιφυλόφιλος Ξένης (ο πλέον ενδιαφέρων χαρακτήρας του μυθιστορήματος), είναι κατασκευαστής ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Ο Λίο υποψιάζεται ότι η έγκυος ΜίΜι διατηρεί ερωτικό δεσμό με τον Ξένη, και ότι το παιδί που θα φέρει στον κόσμο είναι του φίλου του. Όταν γεννιέται το κορίτσι και το ονομάζουν Περντίτα, αυτή η σκέψη τού γίνεται εμμονή, και αποφασίζει να στείλει το νεογέννητο στον Ξένη, ο οποίος μένει μόνιμα με την οικογένειά του στην μικρή πόλη Βοημία του Αμερικάνικου Νότου κι εκείνος μαζί με τον μοναχογιό του, τον Μάιλο να φύγουν μακριά. Αναθέτει λοιπόν στον κηπουρό του, τον Τόνι να πάει από το Λονδίνο στις ΗΠΑ μαζί με 50.000 δολάρια και να παραδώσει την Περντίτα στον Ξένη. Στο αεροδρόμιο, ο Μάιλο χάνεται και βρίσκει τραγικό θάνατο, ο δε Τόνι φθάνοντας στην Βοημία, δολοφονείται από δύο κακοποιούς οι οποίοι είχαν δει ότι κουβαλούσε πολύ χρήμα μαζί του. Πριν τον θάνατό του, όμως, βλέποντας ότι κάποιοι τον ακολουθούν, είχε φροντίσει να αφήσει το μωρό σε μια βρεφοδόχο μαζί με τα χρήματα. Την όλη σκηνή παρακολουθούν από μακριά δύο μαύροι, ο Σεπ με τον αφελή γιο του Κλο, οι οποίοι παίρνουν το μωρό από την βρεφοδόχο για να το σώσουν, χωρίς να γνωρίζουν ότι μέσα στις πάνες βρίσκεται και ένα σημαντικό χρηματικό ποσόν που θα τους αλλάξει τη ζωή. Πίσω στην Αγγλία, η ΜίΜι μαθαίνοντας τα νέα του θανάτου του Μάιλο και της εξαφάνισης της νεογέννητης κόρης της, καταρρέει και πέφτει σε κώμα.

17 χρόνια αργότερα, η Περντίτα είναι μια όμορφη κοπέλα που ζει με τον Σεπ, τον οποίο αναγνωρίζει ως πατέρα της. Έχει εξαιρετική φωνή και με το μικρό της γκρουπ παίζουν κάποια τραγούδια στο μπαρ που έχει ανοίξει εδώ και χρόνια ο Σεπ. Κατά τη διάρκεια της βραδιάς θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί ένα νεαρό που αποδεικνύεται ότι είναι ο γιος του Ξένη, ο οποίος εμφανιζόμενος αργότερα θα αποκαλύψει την πραγματική ταυτότητα της χαμένης κόρης. Η Περντίτα αποφασίζει να μάθει τι έχει ακριβώς συμβεί, ποια είναι και που βρίσκονται οι βιολογικοί γονείς της.

“Το γήρας έρχεται απότομα. Είναι σαν να κολυμπάς στα ανοιχτά της θάλασσας και να συνειδητοποιείς ότι η ακτή στην οποία κατευθύνεσαι δεν είναι αυτή από την οποία ξεκίνησες.”

Η Γουίντερσον χωρίς να ξεφεύγει από την βασική δομή της ιστορίας, πραγματοποιεί κάτι πολύ δύσκολο και ταυτόχρονο ιδιαίτερα θαυμαστό. Οι αρχετυπικοί Σαιξπηρικοί χαρακτήρες είναι εδώ, αποδεικνύοντας ότι οι βασικές ανθρώπινες δομές δεν αλλάζουν, ενώ οι έννοιες όπως η συγχώρεση και η οδύνη, η τραγωδία του ερωτικού πάθους, η αταβιστική ζήλεια, η ανάγκη για αγάπη και τρυφερότητα παραμένουν ίδιες, τόσο παλιές και τόσο σύγχρονες ταυτόχρονα.

Το “Χάσμα του χρόνου” είναι ένα βέβαια (και πάνω απ' όλα) ένα αυτόνομο μυθιστόρημα που διαβάζεται απνευστί, συναρπαστικό και σαγηνευτικό. Η έξοχη Γουίντερσον μετά το δεύτερο μέρος του έργου, ουσιαστικά απελευθερώνεται από τα “δεσμά” της Σαιξπηρικής ιστορίας, εισάγοντας στοιχεία που ενδυναμώνουν την ιστορία της σε συνδυασμό με ψυχαναλυτικά δεδομένα, γύρω από τις σχέσεις κάποιων εκ των ηρώων της ιστορίας (όπως των κάποτε κολλητών και περιστασιακών εραστών Λίο-Ξένη). Η σχέση του Ξένη με την ΜίΜι, η ποίηση του Ζεράρ ντε Νερβάλ, το ποιητικό ηλεκτρονικό παιχνίδι με τίτλο “Το χάσμα του χρόνου” βασισμένο σε ένα ποίημα που απαγγέλει η ΜίΜι, ο Σεπ που αποδεικνύεται ήρωας “bigger than life”, ο Λίο που μετανιώνει και γίνεται πάλι ανθρώπινος, όλα αυτά σε ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα, με το οποίο περνάς θαυμάσια.

“Πρόκειται για μια “παλιά ιστορία”, για ένα παραμύθι. Στα παραμύθια όμως η απειλή συνήθως προέρχεται από έναν εξωγενή παράγοντα – έναν δράκο ή έναν στρατό ή έναν κακό μάγο. Ο Σαίξπηρ, προλαβαίνοντας τον Φρόιντ, τοποθετεί την απειλή εκεί που βρίσκεται στ' αλήθεια: μέσα μας.”