Τετάρτη, Ιανουαρίου 24, 2024
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιανουαρίου 24, 2024 | Permalink
Santiago Gamboa "Η νύχτα θα είναι μεγάλη"
Μια ενέδρα σε έναν επαρχιακό δρόμο, που καταλήγει σε σφαγή, ένας αυτόπτης μάρτυρας, πτώματα που εξαφανίζονται και μέσα σε λίγες ώρες, ουδείς φαντάζεται ότι έγινε κάτι στην περιοχή. Κάποιοι που πιστεύουν ακόμα στη Δικαιοσύνη, σε μια χώρα που ο ένας θάνατος διαδέχεται τον άλλον και η διαφθορά είναι μονίμως και διαρκώς παρούσα, ενώ, Εκκλησίες ανταγωνίζονται η μία την άλλη, με σκοτεινούς σκοπούς. Το νέο μυθιστόρημα του πολύ καλού Κολομβιανού συγγραφέα, Santiago Gamboa (Μπογκοτά, 1965), με τίτλο «Η ΝΥΧΤΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ» («Sera larga la noche») – (εκδ. Διόπτρα, μετάφρ. Δ. Σταυρίδου, σελ. 521), εκτυλίσσεται στη Κολομβία, μια χώρα τόσο αντιφατική, όσο είναι και η άγρια ομορφιά της, μια χώρα που δεν μπορεί να ηρεμήσει και να προχωρήσει, ταλαιπωρημένη από τη βία και την διαφθορά.
 

Η ιστορία που περιγράφει ο ικανότατος συγγραφέας, εκτυλίσσεται στις μέρες μας, στα τέλη της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, με τον εμφύλιο πόλεμο που ταλάνιζε τη χώρα για 50 χρόνια να έχει (τύποις) τελειώσει, οι πόλεμοι των ναρκωτικών (υποτίθεται ότι) δεν είναι στο προσκήνιο πλέον, αλλά οι φόνοι βρίσκονται διαρκώς στη καθημερινότητα και τίποτα δεν εκπλήσσει πια κανέναν.
Μια αυτοκινητοπομπή διασχίζει μια μακρινή περιοχή της χώρας, πολλές ώρες μακριά από την Μπογκοτά. Η περιοχή της Τιεραντέντρο, είναι γνωστή για την αρχαιολογική της αξία, όπου υπάρχουν θολωτοί τάφοι που είναι «μνημεία παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς», ενώ είναι ουσιαστικά περιοχή των ιθαγενών ινδιάνων Πάες ή Νάσα.
Σε αυτή την περιοχή, η αυτοκινητοπομπή με τα θηριώδη jeep, δέχεται επίθεση με όπλα τελευταίου τύπου, και υπάρχουν πολλοί νεκροί. Κανείς δεν βλέπει όμως ότι, όλα τα παρακολουθεί ένα παιδί πάνω σε ένα δέντρο. Μετά από λίγες ώρες,  ένα ανώνυμο τηλεφώνημα ενημερώνει την αστυνομία της περιοχής, η οποία ειδοποιεί τις Κεντρικές Αρχές της Μπογκοτά. Μόλις όμως ενημερώνεται ο αρμόδιος Εισαγγελέας, η υπόθεση εξαφανίζεται και τα στόματα κλείνουν. Παρά τις κλήσεις της Εισαγγελίας, οι Αρχές της περιοχής διαβεβαιώνουν ότι δεν έχουν βρει τίποτα και γι’ αυτούς δεν υπάρχει συμβάν.
 
Ο Εισαγγελέας που ενημερώθηκε για το περίεργο αυτό γεγονός, είναι ο Έντιλσον Χαβιέρ Χουτσινιαμούι, ινδιάνικης καταγωγής, ένας πολύ τίμιος πενηντάρης και μονήρης άνθρωπος που είναι αφοσιωμένος στο καθήκον του. Γνωρίζει ότι δεν θα μπορέσει να βρει κάτι κινούμενος από την υπηρεσιακή οδό, και λέει την ιστορία σε μια καλή του φίλη, την ανεξάρτητη δημοσιογράφο Χουλιέτα Λεζάμα, που ψάχνει για θέματα βίαια και με πολλούς θανάτους, αφού αυτές οι ιστορίες πουλιούνται καλύτερα στα Μέσα της Βόρειας Αμερικής με τα οποία συνεργάζεται. Η Χουλιέτα είναι μια χωρισμένη γυναίκα με δυο έφηβους και με έντονα προβλήματα αλκοολισμού, αλλά είναι ικανότατη στη δουλειά της και πολύ έμπιστη. Βοηθός της είναι η ευφυής και δυναμική Χουάνα, που βίωσε την αδικία από την εφηβεία της στο Κάλι και έγινε αντάρτισσα, πολεμώντας στον Εμφύλιο. Πλέον συνεργάζεται με την Χουλιέτα και εκείνη είναι που της γνώρισε τον Εισαγγελέα Έντιλσον. Αυτό το ιδιόμορφο τρίο, θα βρεθεί μπροστά σε μια δαιδαλώδη υπόθεση με πολλές προεκτάσεις, που στην αρχή τουλάχιστον δεν μπορεί να φανταστεί κανείς.
 
«Στη γειτονιά μου τριγύριζαν διάφορες ομάδες, πολιτοφύλακες και παραστρατιωτικοί, κάθε τρεις και λίγο ακούγονταν πυροβολισμοί. Εμένα μου άρεσαν αυτοί των FARC γιατί είχαν μυστηριώδη αέρα και ήταν σκληροί. Καθόλου με το γάντι, αυτός ήταν ο τρόπος. Ένας ξάδελφός μου, ο Τόμπι, ήταν ήδη μέλος τους. Μίλησα μαζί του και μου έδωσε φυλλάδια για τον ανταρτοπόλεμο κι ένα φθαρμένο βιβλίο, το πώς δενότανε τ’ ατσάλι, του Νικολάι Οστρόφσκι. Ήταν τόσο πολυδιαβασμένο και βρόμικο, που νόμιζα ότι θα κολλήσω ψώρα ξεφυλλίζοντάς το. Δεν κατάλαβα τίποτα, όμως μου άρεσε. Μου άρεσε η ιδέα ότι έπρεπε να μελετήσω και να μάθω την Ιστορία, με κεφαλαίο. Αυτό έκανα, μόνη μου, καθ’ όλη τη διάρκειατου ανταρτοπόλεμου: πολεμούσα και μελετούσα. Πολλές φορές αυτά τα δυο ήταν το ίδιο. Πριν κλείσω τα δεκάξι είχα ήδη πάει στο Τοριμπίο μαζί με τον αδελφό μου, τον Κάρλος Ντουβάν. Καταφέραμε να βρούμε έναν σύνδεσμο και ζητήσαμε να ενταχθούμε στις FARC. Μας δέχτηκαν. Ολοκληρώσαμε την πολιτική καθοδήγηση και μετά τη στρατιωτική εκπαίδευση. Μέσα σε λίγους μήνες, ακούγοντας τις ιστορίες των συντρόφων, η οργή μου είχε καταλαγιάσει. Αυτό που είχε συμβεί στον αδελφό μου και σ’ εμένα δεν ήταν τίποτα μπροστά στις θηριωδίες που είχαν βιώσει άλλοι.
Θυμάμαι που σκέφτηκα: Αυτή η κωλοχώρα στην οποία είχα την ατυχία να γεννηθώ, είναι ένα πεδίο εκτελέσεων, μια αίθουσα βασανιστηρίων, μια μηχανική πρέσα που ξεκοιλιάζει τους αγρότες, τους αυτόχθονες, τους μιγάδες και τους μαύρους. Δηλαδή τους φτωχούς. Οι πλούσιοι αντίθετα είναι θεοί εξ ορισμού. Κληρονομούν περιουσίες και ονόματα, δεν δίνουν δεκάρα για τη χώρα και την απαξιώνουν. Πίσω από τα κομψά ονοματεπώνυμα τι υπάρχει; Ένας απατεώνας προπάππος, ένας δολοφόνος προπροπάππος. Ληστές των πόρων και της γης. Τότε πήρα την απόφαση: Θα τους γαζώσω αυτούς τους μπάσταρδους με σφαίρες, είναι το μόνο που φοβούνται και σέβονται, το μόνο που ακούν. Σφαίρες που τρυπούν το κορμί για να μάθουν.»
 
Η Χουλιέτα πηγαίνοντας στην περιοχή όπου έγινε το συμβάν, δεν θα αργήσει να βρει στοιχεία που το αποδεικνύουν – καθώς η εκπαιδευμένη στον ανταρτοπόλεμο Χουάνα ξέρει που να ψάξει -, ενώ βρίσκει και το αγόρι, έναν έφηβο, που το όνομά του είναι Φράνκλιν και είναι ο γιος ενός ζευγαριού ανταρτών που ο πατέρας του έχει σκοτωθεί και η μητέρα του αγνοείται. Ο Φράνκλιν είναι σε διαρκή αναζήτησή της και ψάχνει στο διαδίκτυο για πληροφορίες ενώ βοηθάει και σε μια Ευαγγελική εκκλησία που δραστηριοποιείται στην περιοχή. Η Χουλιέτα ψάχνοντας συνεχώς στοιχεία, πέφτει πάνω στον ηγέτη της Ευαγγελικής Εκκλησίας, έναν σκοτεινό τύπο που θυμίζει έμπορο ναρκωτικών και ο οποίος έχει έρθει πρόσφατα στην περιοχή και παρουσιάζεται ως Μεσσίας. Όσο εισέρχονται περισσότερο στην υπόθεση, η Χουλιέτα και η Χουάνα, βλέπουν τον ανταγωνισμό μεταξύ Εκκλησιαστικών δογμάτων και αυτοπροσδιοριζόμενων «σωτήρων» που εκμεταλλεύονται τις αγροτικές περιοχές όχι μόνο της Κολομβίας αλλά και των γειτονικών χωρών, όπου η κεντρική εξουσία είναι απούσα και αδιαφορεί τελείως.
 
Ο Γκαμπόα αναπαριστά με πειστικό τρόπο, την ατμόσφαιρα στη χώρα μετά τον πολυετή και αιματηρό εμφύλιο, που εξολόθρευσε την Κολομβιανή ενδοχώρα. Οι αντιθέσεις ισχυρών και αδύναμων, πλούσιων και φτωχών διογκώθηκαν, και τα μεγάλα συμφέροντα, είτε αυτά λέγονται Εκκλησίες, είτε λέγονται πολυεθνικές επιχειρήσεις, είτε βέβαια καρτέλ ναρκωτικών, εξουσιάζουν και μάχονται μεταξύ τους για την εξουσία και το χρήμα. Η ζωή στις περιοχές που περιγράφει ο συγγραφέας συνιστά ένα επικίνδυνο σπορ, μια πράξη ηρωισμού, με την κατάσταση να μην αλλάζει, μετατρέποντας τον λαό σε απαθή και αδιάφορο για το τι συμβαίνει μπροστά στα μάτια του.
 
«Το μενού έμοιαζε πλούσιο, ωστόσο όταν ξαναδιάβασε τις αναφορές συνειδητοποίησε ότι όλες αφορούσαν περιπτώσεις του παρελθόντος. Το τεράστιο κύμα του εμφύλιου, ο οποίος είχε πια τελειώσει, συνέχιζε να ξεβράζει πτώματα στην ακτή. Η χώρα εξακολουθούσε να ξεπατώνει την πανέμορφη βλάστησή της για να ξεθάψει από τη γη χιλιάδες μοναχικά οστά, έτσι ώστε καθένα από αυτά να ξαναβρεί το όνομά του και να πει την ιστορία του.
«Κολομβία, ένα απέραντο οστεοφυλάκιο», μουρμούρισε.»


Με όπλο του το φλεγματικό (που κάποιες φορές μοιάζει αγγλοσαξωνικό) χιούμορ, ο Γκαμπόα περιγράφει τα γεγονότα, με ένταση – αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο προσόν του βιβλίου –, και ξεδιπλώνει μια ιστορία αρκετά μπερδεμένη, που όμως κρατάει διαρκώς τον αναγνώστη της σε εγρήγορση. Περισσότερο επηρεασμένος από το αμερικανικό νουάρ, παρά από την βαριά λογοτεχνική κληρονομιά της χώρας του, ο συγγραφέας επιμελείται με προσοχή το αγωνιώδες και θριλερίστικο στοιχείο στην ιστορία του με ιδιαίτερα έντονες εικόνες που θυμίζουν κινηματογραφικές σκηνές.
 
Το βιβλίο όμως, είναι κυρίως πολιτικό, και ίσως σε αυτόν τον παράγοντα να ενισχύεται η αξία του. Ο Γκαμπόα επικεντρώνεται και τονίζει τον ρόλο των Εκκλησιών και το πώς χρησιμεύουν ως κέντρα εξουσίας και επιρροής. Στέκεται στον αντιδραστικό ρόλο τους, στο δημοψήφισμα για ειρήνευση (όταν οι Εκκλησίες χρησιμοποίησαν την επιρροή τους για το «Όχι» σε αυτό), όπως και την εξάπλωσή τους για ακροδεξιές ιδέες που κερδίζουν έδαφος στην Αμερικάνικη ήπειρο (και μάλλον, όχι μόνο). Τονίζει επίσης, το θέμα των ορφανών παιδιών του Εμφυλίου και της μοίρας τους, καθώς ένα μέρος της ιστορίας του, αποτελεί η προσπάθεια του μικρού Φράνκλιν να βρει τη μητέρα του. Τα ορφανά του Εμφυλίου, είναι ένα μεγάλο αγκάθι για την Κολομβιανή κοινωνία, καθώς μιλάμε για χιλιάδες ανθρώπους που χάσανε τους γονείς τους μέσα σε αυτά τα χρόνια και ψάχνουν για ίχνη τους.
 
Σχεδόν ισάξιο του έξοχου «Νυχτερινές ικεσίες», το «Η ΝΥΧΤΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ», είναι ένα μυθιστόρημα που συναρπάζει και συγκινεί, μια ιστορία δράσης με πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις και με υπέροχα σκιαγραφημένους χαρακτήρες, με το τρίο των ηρώων του να είναι ακαταμάχητο. Ο Γκαμπόα χρησιμοποιεί μια ιστορία βίας και διαφθοράς, προδοσίας και μάχης για την εξουσία, αγώνα για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, για να δείξει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο, την κατάσταση στη χώρα του. Μπορεί το τέλος του βιβλίου, να δείχνει αμήχανο, αλλά η γενικότερη αίσθηση και η απόλαυση που αποκομίζει ο αναγνώστης κατά τη διάρκειά του, τον έχουν αποζημιώσει πλήρως.
 
Βαθμολογία 82 / 100


 
Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2024
posted by Librofilo at Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2024 | Permalink
Renata Vigano "Η Ανιέζε βαδίζει προς τον θάνατο"

 

Δεν είναι ένα τυχαίο βιβλίο, το μυθιστόρημα της Ιταλίδας Renata Vigano(Bologna, 1900-1976), «Η ΑΝΙΕΖΕ ΒΑΔΙΖΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ» («LAgnese va a morire») – (εκδ. Ακυβέρνητες Πολιτείες, (ωραία) μετάφρ. Μ. Φραγκούλη, σελ. 285). Είναι ένα εμβληματικό βιβλίο της Ιταλικής λογοτεχνίας, υπερβαίνοντας το είδος της «αντιστασιακής λογοτεχνίας», καθώς το ενδιαφέρον του είναι πολυεπίπεδο και πολυποίκιλο. Γραμμένο αμέσως μετά τον πόλεμο, με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, ξεσήκωσε θόρυβο (σε μια ταραγμένη ούτως ή άλλως εποχή), όχι μόνο για τα πράγματα που θίγει η συγγραφέας μέσα, αλλά και για το αντιηρωικό του ύφος.


Ηρωίδα του βιβλίου, είναι η Ανιέζε, μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας που ζει σε μια αγροτική περιοχή της Ιταλίας, πιο συγκεκριμένα στην Εμίλια Ρομάνα, γύρω από την μικρή πόλη του Κομάκιο (κοντά σχετικά στην Φεράρα), όπου υπάρχει η κοιλάδα του Κομάκιο (Vali di Comacchio), μια λιμνοθάλασσα με ρηχά νερά. Η ιστορία εκτυλίσσεται από το φθινόπωρο του ’43 έως λίγο πριν την απελευθέρωση της Ιταλίας, το ’45. Για να κατανοήσει ο αναγνώστης τα γεγονότα, να πω σε γενικές γραμμές, ότι βρισκόμαστε στην περίοδο μετά την πτώση του Μουσολίνι, όταν οι Γερμανοί έχουν καταλάβει την περιοχή, οι Αμερικανοί και οι Άγγλοι αναπτύσσονται και υπάρχει ένα έντονο παρτιζάνικο αντιστασιακό κίνημα. Να μη ξεχνάμε ότι μετά την μικρή περίοδο που μεσολάβησε μεταξύ της πτώσης του Μουσολίνι και της Γερμανικής Κατοχής, και όπου εκδηλώθηκαν ανοιχτά οι (καταπιεσμένοι επί δεκαετίες) δημοκρατικοί πολίτες, υπάρχει ένας μικρός εμφύλιος μεταξύ των Ιταλών, καθώς οι υποστηριχτές του παλιού καθεστώτος έχουν συνταχθεί με τους Γερμανούς, εκδικούμενοι και καταπιέζοντας εκείνους που πανηγύρισαν την πτώση του Δικτάτορα.
 
Η Ανιέζε όμως δεν ασχολείτο με αυτά, ήταν μια φτωχή και αγράμματη γυναίκα που έπλενε ρούχα και ζούσε σε μια αγροικία. Ο άντρας της, ήταν Κομμουνιστής και βοηθούσε την Αντίσταση, αλλά συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς για να μεταφερθεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, αλλά στη διαδρομή δεν αντέχει και πεθαίνει. Τα νέα μεταφέρει στην απελπισμένη Ανιέζε, ένας συνοδοιπόρος του που διέφυγε, κι εκείνη αποφασίζει να βοηθήσει την Αντίσταση, είτε κρύβοντας πράγματα στο σπίτι, είτε μεταφέροντας μαζί με τους μπόγους τα ρούχα που παίρνει για πλύσιμο, παράνομη αλληλογραφία. Το σπίτι της γίνεται μια αντιστασιακή φωλιά, όμως ένας μεθυσμένος Γερμανός στρατιώτης θα αλλάξει τα πράγματα, καθώς σκοτώνει την αγαπημένη γάτα της Ανιέζει. Εκείνη δεν θα διστάσει, θα τον σκοτώσει και θα φύγει για να βρει τους αντάρτες.
 
«… Ο Κουρτ, ένας χοντρός στρατιώτης, ερχόταν από τον δρόμο. Κρατούσε το πολυβόλο σφιχτά στο στήθος, σαν παιδί. Ήταν μεθυσμένος, μα προσπαθούσε να περπατάει ίσια.(…) Η γάτα πήδηξε από το παράθυρο και περπάτησε αργά αργά στο αλώνι, έδωσε ένα σάλτο στο πλάι και άρχισε να τρέχει. Ίσως έψαχνε το ποντίκι. Η ριπή την πέτυχε με ένα μικρό νέφος σκόνης, η γάτα κύλησε καταγής, συνθλίφτηκε.(…) Ο Κουρτ μπήκε στην κουζίνα της Ανιέζε, κάθισε πλάι στο τραπέζι κι είπε: «Katz kaput, μαμά».
Η Ανιέζε είχε μείνει ακίνητη, όρθια δίπλα στο παράθυρο Το φως χτυπούσε το χλωμό, φαρδύ κι ιδρωμένο πρόσωπό της. Βγήκε αργά στο αλώνι, μάζεψε τη νεκρή γάτα, λέρωσε με αίμα τα χέρια και την ποδιά, την κράτησε έτσι, χωρίς να την κοιτάει. Μετά την ακούμπησε στο χώμα κάτω από τη ροδακινιά, κάθισε στο χορτάρι, αφού σκούπισε για ώρα τα χέρια με το μαντίλι. Όταν σχεδόν σκοτείνιασε, σηκώθηκε, πήγε προς το σπίτι, σταμάτησε στην πόρτα. Της φάνηκε πως είδε τη γάτα κουλουριασμένη στην επίπεδη επιφάνεια της σκάφης, εκεί που βρισκόταν πάντα. Ο Κουρτ, ο χοντρός στρατιώτης, είχε αποκοιμηθεί με το κεφάλι ακουμπισμένο στο μπράτσο. Η Ανιέζε κοιτούσε: το μαύρα πράγμα που της είχε φανεί σαν τη γάτα ήταν το πολυβόλο του Κουρτ.
Το βήμα της έγινε ξάφνου ελαφρύ και αθόρυβο: άγγιξε ίσα ίσα τις πέτρες του πατώματος, το έφερε κοντά στη σκάφη. Τέντωσε το χέρι και ακούμπησε το κρύο όπλο, με το άλλο άρπαξε τον γεμιστήρα. Δεν είχε εμπειρία απ’ αυτά και δεν έβλεπε. Τον έβαλε ανάποδα, δεν ήξερε να τον τοποθετήσει στην υποδοχή. Τότε έπιασε γερά το πολυβόλο από την κάννη, το σήκωσε, το έριξε απότομα στο κεφάλι του Κουρτ, όπως όταν χτυπούσε στις σανίδες του πλυσταριού τα βαριά διπλωμένα σεντόνια, φορτωμένα με νερό.»


Η Ανιέζε κερδίζει την εμπιστοσύνη του «Διοικητή», ενός στιβαρού ανθρώπου που είναι υπεύθυνος για το παρτιζάνικο αντιστασιακό κίνημα στην περιοχή, όπου δεν λείπουν οι συμπλοκές με τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής αλλά και τους ντόπιους Φασίστες που είναι ακόμα πιο σκληροί. Η Ανιέζε θα γίνει η «μητέρα του λόχου», μαγειρεύοντας και πλένοντας για τους αντάρτες, στους εκάστοτε καταυλισμούς τους, ενώ θα γίνει και υπεύθυνη ενός δικτύου γυναικών που μπορούν να περνάνε μέσα από τις γραμμές των Γερμανών, μεταφέροντας επιστολές προς άλλες μονάδες. Η εμφάνιση της Ανιέζε δεν προκαλεί υποψίες, μια υπέρβαρη μεσήλικας που κουβαλάει συνήθως μπόγους με ρούχα είναι…
 
Η Ανιέζε δεν κάνει ερωτήσεις, δεν κουράζεται, δεν κοιμάται πολύ. Είναι πάντα διαθέσιμη και βοηθάει τους πάντες. Από την άλλη, τα πράγματα έχουν σοβαρέψει πολύ και οι παρτιζάνοι έχουν πολλές απώλειες, όχι μόνο από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς φασίστες, αλλά και από τα Αγγλικά αεροπλάνα που πετάνε πάνω από τη λιμνοθάλασσα και βομβαρδίζουν στην τύχη, πολλές φορές πολυβολούν τις βάρκες που μέσα τους βρίσκονται παρτιζάνοι. Η Ανιέζε δεν σκέπτεται, μόνο δρα. Δεν συζητάει για πολιτικά ή άλλα θέματα, την ενδιαφέρει μόνο η επιβίωση και να βοηθήσει τους ανθρώπους που την σώσανε. Προσπαθεί να είναι πάντα «καλή» (ρωτάει συνεχώς τον Διοικητή γι’ αυτό), διαθέσιμη και πρόθυμη.
 
Από την αρχή του βιβλίου (και από τον τίτλο του ακόμα) γνωρίζουμε ότι, η Ανιέζε θα πεθάνει. Παρακολουθούμε την επίπονη πορεία της προς επιβίωση και πολλές φορές θα σταθεί τυχερή – όλοι γύρω της πεθαίνουν εκείνη όμως τα καταφέρνει, σηκώνει το κεφάλι, πάντα ανέκφραστη, με πρόσωπο σκληρό σαν πέτρα και προχωράει. Θα κατανοήσει με τον χρόνο, ότι μπορείς να πεθάνεις για μια ιδέα, για έναν σκοπό, κάτι που ούτε καν να το διανοηθεί μπορούσε, και έτσι (έστω κι αργά) συνειδητοποιημένη, θα βαδίσει προς το τέλος.
 
«… Στη ζωή των παρτιζάνων, που διεπόταν από δικούς της νόμους, υπαγορευμένους από μια προσωπική ανάγκη τιμής, πίστης, ηθικής καθαρότητας, εσωτερικής τάξης, αλίμονο αν δεν υπήρχε εκείνη η εθελοντική μορφή δικαιοσύνης, ακόμη και σε ό,τι φάνταζε μηδαμινό. Απέβαλλαν κατευθείαν όποιον πρόδιδε, ακόμη κι ένα μικρό λάθος τιμωρούνταν με αυστηρότητα: ήταν λοιπόν απαραίτητο να αναγνωρίζονται και να λαμβάνονται υπόψη η πίστη, το θάρρος, η αγάπη για την αντίσταση. Δεν υπήρχαν ανταμοιβές, βραβεία, υποσχέσεις για το μέλλον, ούτε ρητορικές φράσεις. Αρκούσε μια λέξη, ένα νεύμα, για να αποδείξει ότι ο σύντροφος διοικητής, ο σύντροφος στέλεχος ή οι σύντροφοι αγωνιστές είχαν καταλάβει την αξία του ανθρώπου, το μέγεθος της θυσίας, της θέλησης και της ικανότητάς του.»
 
Όπως σχεδόν σε όλα τα μυθιστορήματα της περιόδου αυτής, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα! Άσπρο-Μαύρο. Οι καλοί παρτιζάνοι, οι κακοί Γερμανοί και «Γερμανοτσολιάδες». Τι γίνεται όμως με τους Βρετανούς, που ρίχνουν βόμβες και δεν τους νοιάζει τι κινείται στην περιοχή; Η Βιγκανό το αναφέρει με πικρία, ίσως και με μια δόση «τι να κάνουμε; Παράπλευρες απώλειες…», εκείνο που ενδιαφέρει την συγγραφέα, πέρα από την εξαιρετική αναπαράσταση της εποχής, που προβάλλει ολοζώντανη μπροστά στα μάτια του αναγνώστη, είναι η Ανιέζε!


Η Ανιέζε στο βιβλίο, υπερβαίνει (κατά πολύ) τον όρο «μυθιστορηματική ηρωίδα»∙ είναι ένας χαρακτήρας «larger than life», μια γυναίκα που κυριαρχεί στην αφήγηση, που όλο το μυθιστόρημα περιστρέφεται γύρω της, την κίνησή της, το βλέμμα της, τις πράξεις της, την αφέλεια και την πονηριά της, τον αυθορμητισμό και τους φόβους της, τον ηρωισμό και την ανθρωπιά της. Η Ανιέζε είναι σίγουρα ένα σύμβολο. Ένα σύμβολο του αγώνα (του κάθε αγώνα), ένα σύμβολο του απλού ανθρώπου που ξεσηκώνεται γιατί δεν αντέχει πια, ένα σύμβολο αφοσίωσης και υπέρβασης εαυτού. Η Ανιέζε δεν βαδίζει μόνο προς τον θάνατο – το γνωρίζει, το περιμένει, δεν τη νοιάζει -, αλλά κατακτά την αυτογνωσία και ωριμάζει ως άνθρωπος. Με τις αντιφάσεις του βέβαια, δεν θα διστάσει να σκοτώσει, να τσακωθεί, να αδικήσει και να δικαιώσει αλλά είναι αυτή που κρατάει την ιστορία στα χέρια της και είναι μέσα από αυτήν, που η Βιγκανό περιγράφει τις ανώνυμες γυναίκες που θυσιάστηκαν.
 
Όπως αναφέρει ο Σεμπαστιάνο Βασάλι στον πρόλογο του μυθιστορήματος, όλα γύρω από την Ανιέζε θαμπώνουν, χρησιμεύουν ως φόντο στο μυθιστόρημα. Η Ανιέζε αναλαμβάνει μια «δουλειά», να υπηρετήσει τον «αγώνα» και τριγύρω της όλοι οι άλλοι γίνονται δευτερεύουσες φιγούρες – ακόμα κι ο Διοικητής, που παλεύει ενάντια σε συνθήκες δύσκολες και πρωτόγνωρες.
 
Το αφηγηματικό ύφος της Βιγκανό, είναι απλό και οι περιγραφές της φύσης, της λιμνοθάλασσας, της ομίχλης, του σφοδρού χειμώνα και των βομβαρδισμών, είναι άμεσο και εντυπωσιακά ζωντανό. Το «Η ΑΝΙΕΖΕ ΒΑΔΙΖΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ», είναι ένα βιβλίο συγκινητικό και συναρπαστικό, που οι Έλληνες θα κατανοήσουν ακόμα καλύτερα, λόγω πολλών κοινών χαρακτηριστικών με τα δικά μας ιστορικά δεδομένα. Όπως γράφει η Βιγκανό στο επίμετρο που συνοδεύει την (εξαιρετική) έκδοση, η Ανιέζε ήταν μια γυναίκα που αρχικά την αηδίασε με την εμφάνισή της, αλλά αργότερα όταν την γνώρισε καλύτερα, αντελήφθη το μεγαλείο της, την ξεροκεφαλιά και την δύναμή της : «Όταν ο διοικητής την μάλωνε, έκλαιγε, αλλά έκλαιγε κι όταν μάλωνε εμένα, δίνοντας συγχρόνως δίκιο σ’ αυτήν. Ένα κλάμα σύντομο, αραιά δάκρυα που αμέσως στέγνωναν στο αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό της, και μετά από πολλές ώρες έμοιαζε θυμωμένη κι ήταν θλιμμένη, και όντως με μια απλή και θλιμμένη λέξη συμφιλιωνόμασταν»
 
Υ.Γ. Η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου το 1976, ευτύχησε σκηνοθετικά (και με (ωραιότατη) μουσική του Ε.Μορικόνε), αν και προσωπικά μ’ ενόχλησε η επιλογή της Ίνγκριντ Τούλιν στον ρόλο της Ανιέζε. Η ταινία υπάρχει ολόκληρη στο YouTube, την βλέπετε εδώ (δυστυχώς χωρίς την δυνατότητα υποτίτλων).
 
Βαθμολογία 83 / 100




 
Τρίτη, Ιανουαρίου 02, 2024
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιανουαρίου 02, 2024 | Permalink
Patrick Raynal "Καιρός για πόλεμο"
Συνιστά αναγνωστική απόλαυση να ξαναβρίσκεις μετά από χρόνια, έναν αγαπημένο συγγραφέα του γαλλικού polar, όπως είναι ο (γηραιός πλέον) Patrick Raynal (Παρίσι, 1946), που με το πιο πρόσφατο νουάρ του, το «ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΠΟΛΕΜΟ» («Lage de la guerre») – (εκδ. Πόλις, μετάφρ. Μ. Μαντά, σελ. 245), δείχνει στους νεότερους συναδέλφους του, πώς πρέπει να γράφεται ένα σύγχρονο κοινωνικοαστυνομικό μυθιστόρημα, με άψογο ρυθμό και πολύ στυλ.


Ο Raynal, στα βιβλία του χρησιμοποιεί ως σκηνικό τη Νίκαια, την μεγαλούπολη της Νότιας Γαλλίας, όπου έζησε για πολλά χρόνια. Στη πόλη αυτή, σπούδασε φιλολογία και κατόπιν εργάστηκε ως ασφαλιστής και κριτικός βιβλίου. Για 14 χρόνια (1991-2005) διηύθυνε τη σειρά αστυνομικών μυθιστορημάτων Serie Noire για τον εκδοτικό οίκο Gallimard και από το 2005 έως το 2009 τη νουάρ σειρά για τις εκδόσεις Fayard. Έχει γράψει σενάρια για ταινίες και στην Ελλάδα έχουν κυκλοφορήσει αρκετά βιβλία του στο παρελθόν (σχεδόν όλα εξαντλημένα πλέον), από τις εκδόσεις Τραυλός, Μεταίχμιο και βέβαια Πόλις. Επηρεασμένος από το αμερικανικό hard-boiled αστυνομικό μυθιστόρημα των Τσάντλερ και Χάμετ, χρησιμοποιεί πολλά στοιχεία από αυτή τη σχολή στα έργα του, που έχουν όμως όλα έντονο πολιτικό πρόσημο λόγω της αριστερής ιδεολογίας του.
 
Στο «Καιρός για πόλεμο», ξαναβρίσκουμε τον ήρωα του μυθιστορήματός του «Παράθυρο με θέα γυναίκες», Φιλίπ Κλερ στα εβδομηνταπέντε του χρόνια, συνταξιούχο πλέον ασφαλιστή, μετά από μακρά ακτιβιστική δράση, που παγιδεύεται, εμπλεκόμενος σε μια ιστορία χωρίς να μπορεί να καταλάβει τον λόγο. Ο γηραιός πλέον αλλά πάντα ανήσυχος Φιλίπ Κλερ, θα ξυπνήσει με την έφοδο της αστυνομίας στο δωμάτιο μιας έπαυλης, όπου βρίσκεται ξαπλωμένος δίπλα σε μια νεκρή γυμνή γυναίκα εκπάγλου καλλονής. Ούτε θυμάται, πώς βρέθηκε εκεί και ποια είναι αυτή η γυναίκα – όλα έχουν σβήσει στο μυαλό του, μετά από μια επίσκεψη στο μπαρ του ξενοδοχείου «Negresco» για ένα ραντεβού με κάποιον που τον έστησε εκεί.
 
«… Είναι μία από εκείνες τις καταστάσεις, πολύ συνηθισμένες στα αμερικάνικα pulps, όπου ο ήρωας, καμιά δεκαριά σελίδες και μερικά μπουνίδια πιο κάτω, ανακαλύπτει πως του έστησαν παγίδα εξαιτίας της ακατάσχετης ροπής του προς τις γυναίκες των άλλων και τα σκληρά ποτά. Δεν θα’ λεγα πως είναι η δική μου περίπτωση, ή τουλάχιστον έχει πάψει πια να είναι. Μόλις γιόρτασα τα εβδομηκοστά πέμπτα γενέθλιά μου, και η λίμπιντο μου κι εγώ έχουμε ξεκινήσει καιρό τώρα σοβαρές ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις. Με άλλα λόγια, όχι μόνο δεν θυμάμαι καθόλου πώς βρέθηκα σε αυτό το κρεβάτι, αλλά και διατηρώ σοβαρές αμφιβολίες για το αν είχα στ’ αλήθεια κάποιο λόγο να βρίσκομαι εκεί. Το μόνο βέβαιο είναι πως η κοπέλα έχει πεθάνει. Τραβάω τα σεντόνια για να την ξεσκεπάσω τελείως και κάνω μια τρομερή ανακάλυψη: ούτε αίμα, ούτε ίχνη βίας, παρά μόνο η σιγουριά πως δεν ξεχνάς εύκολα μια τέτοια γυναίκα, ιδίως αν έχεις καταφέρει να τη ρίξεις γυμνή στο κρεβάτι.»
 
Ο Φιλίπ Κλερ συλλαμβάνεται και οδηγείται στη φυλακή με συνοπτικές διαδικασίες. Δεν θυμάται τίποτα, ενώ γρήγορα αποδεικνύεται ότι δεν έχει αγγίξει τη νεκρή γυναίκα που ήταν η νεαρή σύζυγος ενός Ελβετού τραπεζίτη και γνωστή στη Νίκαια για τις σεξουαλικές της περιπέτειες με καλλίγραμμους νεαρούς – τελείως εκτός δηλαδή, από αυτό που αντιπροσωπεύει ο ύποπτος της ιστορίας. Την υπόθεση αναλαμβάνει ένας παλιός γνωστός του, ο επιθεωρητής Μεγκρέ (με σαφείς λογοτεχνικές αναφορές στο όνομα), που θεωρεί τον Φιλίπ Κλερ αθώο, αλλά όλα τα στοιχεία είναι εναντίον του. Μέσα στη φυλακή όμως, ο Φιλίπ Κλερ ακούει ένα όνομα: «Μασενά»… Κάποιος του λέει για τον παλιό συμμαθητή του στο σχολείο, πρώην σύντροφο στις Μαοϊκές οργανώσεις, αργότερα αρχιλαμόγιο και μεγαλομαφιόζος της πόλης, που έχει κηρυχθεί επισήμως νεκρός από τις αρχές. Ο εμβρόντητος Φιλίπ Κλερ, μαθαίνει ότι υπάρχει ενδιαφέρον για τον Μασενά και ότι ίσως να μην είναι τελικά νεκρός.
 
Τα πράγματα αρχίζουν να ξεκαθαρίζουν. Ένας αυτόπτης μάρτυρας παρουσιάζεται που δηλώνει ότι ο Κλερ είναι αθώος, ενώ δύο δικηγόροι – ο ένας που αναθέτει την υπόθεσή του ο Κλερ και ένας αρκετά γνωστός μεγαλοδικηγόρος – ασχολούνται με την ιστορία και πως θα αθωώσουν τον Κλερ. Ο Κλερ προσλαμβάνει και μια ιδιωτική ντετέκτιβ, διότι το πνεύμα πρόθυμο, η σαρξ όμως ασθενής, λόγω ηλικίας, καθώς η υπόθεση αρχίζει και αποκτά πολιτικό ενδιαφέρον – εκτός από το αστυνομικό -, διότι βρισκόμαστε και προ δημοτικών εκλογών για την ανάδειξη Δημάρχου της Νίκαιας. Αυτοί που έστησαν την δολοφονία της νεαρής, πιστεύουν ότι η ηλικία του Κλερ δεν του επιτρέπει πολλά-πολλά αλλά πέφτουν έξω, καθώς εκείνος αποδεικνύεται «πολύ σκληρός για να πεθάνει», ενώ, θεωρούν ότι ο μπορεί να τους οδηγήσει στον Μασενά που πιστεύουν ότι είναι ακόμα ζωντανός, ο Κλερ προσπαθεί να ξεδιαλύνει το μυστήριο, ποιος κρύβεται πίσω από πού και γιατί, ενώ βλέπει ότι η ζωή του – όχι μόνο η δική του, αλλά και της παλιάς του αγάπης που ξαναγύρισε κοντά του – κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή. Ο Κλερ είναι έτοιμος – από καιρό – για να χορέψει τον «τελευταίο χορό», μόνο που μαζί του, σαν ιδεολόγος και ρομαντικός, είναι αποφασισμένος να ξεκαθαρίσει λίγο από την «κόπρο του Αυγεία» της πόλης.
 
«Κολλημένο στην πλάτη μου, το Glock μού μπήγεται στο δέρμα. Ίσως να πρόκειται για σημάδι. Πάντα πίστευα πως οι Γάλλοι μπάτσοι αυτοκτονούν με τέτοια ευκολία επειδή κοιμούνται σχεδόν αγκαλιά με το υπηρεσιακό τους περίστροφο. Ενώ οι Εγγλέζοι μπάτσοι δεν αυτοπυροβολούνται και τόσο εύκολα επειδή μάλλον δεν επιτρέπεται να παίρνουν τα όπλα μαζί τους στο σπίτι, εκεί δηλαδή που μπορούν να τα πίνουν και να μελαγχολούν με την ησυχία τους.
Καταλήγω να συμφωνήσω με τον εαυτό μου πως δεν ήρθε ακόμη αυτή η ώρα, πως η κατάσταση δεν έχει φτάσει στο απροχώρητο και πως, μέχρι τότε, υπάρχει ακόμα ένα μικρό περιθώριο ∙ μα, πάνω απ’ όλα, ότι θα ήταν μαλακία να τα τινάξω πριν μάθω αν ο άνθρωπος που μου έδωσε ραντεβού στο μπαρ του «Negresco» ήταν ή δεν ήταν ο Μασενά.
Γιατί, αν όντως συνέβη κάτι τέτοιο, αυτός ο καριόλης ήταν τελικά που μ’ έριξε μες στα σκατά, κι εδώ είναι που αρχίζω να βαράω μπιέλα.»


Γεμάτο χιούμορ και με κινηματογραφικό ρυθμό, το βιβλίο του Raynal, αποτελεί πρότυπο polar μυθιστορήματος συνδυάζοντας ευρηματικά την αστυνομική δράση και πλοκή με το πολιτικοκοινωνικό σχόλιο. Ο υπέροχος ήρωάς του – ολοκληρωμένος και ολοζώντανος μυθιστορηματικός χαρακτήρας -, Φιλίπ Κλερ σε όλο το βιβλίο αμύνεται και μάχεται για τη ζωή και την αξιοπρέπειά του, για το παρελθόν που δεν έχει προδώσει και για τις αξίες που ακόμα πιστεύει, δεν είναι κάποιος ατρόμητος ή αλάνθαστος ντετέκτιβ, αλλά κάποιος που αγανακτεί και θυμώνει και με το πάθος που τον διακρίνει, δεν θα ξαφνιάσει μόνο, αυτούς που τον ενέπλεξαν στην ιστορία, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό.
 
Το μυθιστόρημα είναι γεμάτο με πολιτικές αναφορές, σχολιασμό και αιχμηρά σχόλια. Όχι μόνο για το τι συμβαίνει σε έναν πλούσιο και με δυναμική Δήμο, όπως είναι αυτός της Νίκαιας, αλλά και για την κεντρική πολιτική σκηνή της χώρας, καθώς ο συγγραφέας δεν κρύβει την άποψή του για τον Μακρόν και την διακυβέρνησή του. Τα έντονα υπαρξιακά στοιχεία του βιβλίου – είναι συνεχής ο στοχασμός του ήρωα -, συνοδεύουν τις δαιδαλώδεις διαδρομές της πλοκής, που συχνά-πυκνά μπερδεύει τον αναγνώστη, για να τον ανταμείψει στο τέλος με το εξαιρετικό φινάλε του βιβλίου.
 
Μυθιστόρημα ελεγειακό και πυκνογραμμένο, το στυλάτο «ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΠΟΛΕΜΟ», σχολιάζει καίρια την πολιτική κατάσταση όχι μόνο της χώρας του αλλά και της Ευρώπης σε γενικότερο πλαίσιο. Ο Raynal, πατώντας γερά πάνω στη παράδοση του νουάρ, μας χάρισε ένα βιβλίο απολαυστικό, με θαυμαστή δομή και κλιμάκωση της δράσης, που δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου.
 
Βαθμολογία 84 / 100