Κυριακή, Ιουλίου 23, 2023
posted by Librofilo at Κυριακή, Ιουλίου 23, 2023 | Permalink
Μια βουτιά στο κενό ("Το μοιραίο άλμα")

 

Είναι το πρωινό της 4ης Φεβρουαρίου του 1912. Ένα χλωμό πρωινό στο Παρίσι της Μπελ Επόκ. Ένας άντρας με παχύ μουστάκι, είναι ανεβασμένος στον πρώτο όροφο του Πύργου του Άιφελ. Είναι 33 ετών αλλά δείχνει μεγαλύτερος. Έχει το πόδι ακουμπισμένο στο κιγκλίδωμα και παρακολουθεί τους συγκεντρωμένους από κάτω. Είναι αστυνομικοί, δημοσιογράφοι, διάφοροι περίεργοι. Όλοι τους έχουν μαζευτεί για να παρακολουθήσουν μια πτώση με αλεξίπτωτο. Εάν ανοίξει το αυτοσχέδιο αλεξίπτωτο. Ο άνδρας καθυστερεί, κοιτάζει κάτω, φαίνεται διστακτικός, αλλά είναι αποφασισμένος. Θα πηδήξει και θα σκάσει στο έδαφος – δεν μπορώ να διανοηθώ τι ένιωσαν οι παρευρισκόμενοι, αλλά η σκηνή είναι φρικιαστική. Δύο ρεπόρτερ κινηματογραφούν το «μοιραίο άλμα» στο κενό. Είναι η πρώτη φορά που θα κινηματογραφηθεί ένας θάνατος. Το όνομα του άνδρα: Φραντς Ράιχελτ!


Με αφορμή αυτό το γεγονός, ο Γάλλος συγγραφέας κυρίως δοκιμίων Etienne Kern (Saverne, 1983), έγραψε μια υπέροχη νουβέλα, με τίτλο «ΜΟΙΡΑΙΟ ΑΛΜΑ» («Les Envoles»), για την οποία βραβεύτηκε με το βραβείο Γκονκούρ το 2022 για πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα. Το βιβλίο εκδόθηκε στη χώρα μας πριν από μερικούς μήνες από τις εκδόσεις Ρώμη, σε (ωραία) μετάφραση της Ιωάννας Αβραμίδου (σελ. 181). Το μικρό αλλά χαρισματικό βιβλίο του Κερν, δεν είναι μια μυθιστορηματική βιογραφία, ούτε επικεντρώνεται στην μοιραία πτώση του ήρωά του, αλλά είναι, ένα στυλάτο λογοτεχνικό έργο που μιλάει για μια εποχή που φαίνεται πολύ μακρινή, για ένα όνειρο που δεν πραγματοποιήθηκε, για ζωές κατεστραμμένες, για τις εμμονές, συνδυάζοντάς τα αρμονικά με προσωπικές εμπειρίες του συγγραφέα.
 
«Είσαι όλοι όσοι έπεσαν στο κενό. Είσαι εκείνοι που έχουμε χάσει.»
 
Ο Αυστριακής καταγωγής Φραντς Ράιχελτ, γεννήθηκε σε ένα χωριό κοντά στη Πράγα και ήταν ράφτης γυναικείων ενδυμάτων. Είχε μεταναστεύσει στο Παρίσι το 1900, εικοσάρης, αφού είχε μάθει την τέχνη στη Βιέννη, διάλεξε να πάει στην πρωτεύουσα της μόδας, το Παρίσι, χωρίς να μιλάει τη γλώσσα ενώ το πιο αρνητικό στοιχείο του, ήταν η καταγωγή του – ένας ξένος και μάλιστα σχεδόν Γερμανός στη Γαλλία; Θα τον βοηθήσει ένας συνάδελφός του Ισπανός, ο Αντόνιο, που σχεδίαζε αραχνοΰφαντα φορέματα και που μετά από λίγα χρόνια άνοιξε τη δική του επιχείρηση, η οποία του απέφερε πολλά χρήματα, ανοίγοντας και υποκατάστημα στην Κυανή Ακτή. Ο Αντόνιο πλούσιος πλέον και παντρεμένος με παιδί, ασχολείται με τους αγώνες ταχύτητας αυτοκινήτων και μετά τους παρατάει για να κατασκευάσει ένα αεροπλάνο. Είναι η νέα τρέλα στην Ευρώπη μετά τους αδελφούς Ράιτ, να πετάξουν όλοι, να κατακτήσουν τα σύννεφα. Ο Αντόνιο ξοδεύει τρελά ποσά, αποτυγχάνει, προσπαθεί ξανά – «ψηλότερα και μακρύτερα» όπως λέει -, θα τσακιστεί μεγαλοπρεπώς χάνοντας τη ζωή του.
 
Ο Φραντς έχει το ατελιέ του, και μια βοηθό που έχει ένα κοριτσάκι. Σ’ αυτό το κοριτσάκι, θα εκδηλώσει όλη του την τρυφερότητα ο μοναχικός Αυστριακός, ο παντού και πάντα «ξένος». Ο θάνατος του Αντόνιο θα τον συνταράξει και θα αναπτύξει συν τω χρόνω, ένα πάθος με τη σειρά του, ως δείγμα αφοσίωσης στον ευεργέτη και μέντορά του. Την κατασκευή αλεξίπτωτου. Ξέρει να ράβει καλά, αλλά δεν γνωρίζει τίποτα από αεροδυναμική – το μόνο που κάνει, είναι να ονειρεύεται, ότι θα φτιάξει το τέλειο αλεξίπτωτο με το τέλειο ύφασμα. Θα ερωτευτεί την χήρα του φίλου του, που απελπισμένη βλέπει στο πρόσωπό του, άλλον έναν «παρανοϊκό ονειροπόλο». Σιγά-σιγά θα του γίνει εμμονή και η θέσπιση ενός τεράστιου χρηματικού βραβείου για το τελειότερο αλεξίπτωτο, θα τον οδηγήσει στο να πιστέψει ότι το όνειρό του μπορεί να γίνει αληθινό.


«Μου αρέσει η σιλουέτα σου πάνω στην κλειστή πόρτα. Μου αρέσει η εντύπωση γαλήνης και μετεωρισμού που δίνεις. Είσαι σαν ένα παιδί που παίρνει μια ομπρέλα και πηδά από ένα τοιχάκι ∙ είναι μια πτώση για γέλια. Και προπαντός μου αρέσει αυτή η υφασμάτινη καμπάνα που κρύβει το πρόσωπό σου: είσαι ένας οποιοσδήποτε.
Είσαι το όνειρο, η πίστη, η επιθυμία, ο ίλιγγος.»
 
Ο Κερν με πολύ στυλ, αναπτύσσει την ιστορία του, με απόλυτο σεβασμό στο πρόσωπο του Φραντς Ράιχελτ. Σπάει την γραμμική αφηγηματική ροή, έως το άλμα στο κενό, με ποιητικά θραύσματα που εντυπωσιάζουν με τον λυρισμό τους, όπως και με την παράθεση προσωπικών στιγμών από το στενό του περιβάλλον, με τον παππού του να έχει αυτοκτονήσει αλλά και μια καλή του φίλη να βρίσκει τον θάνατο πηδώντας από ένα μπαλκόνι. Είναι αλήθεια ότι ο ήρωάς του, περιβάλλεται από μια (ηθελημένη) αχλή, δεν φωτίζεται έντονα – η προσωπικότητά του, όπως και οι εμμονές του παραμένουν αινιγματικές, αλλά αυτό, διόλου δεν ενοχλεί τον αναγνώστη του βιβλίου.
 
Η (ομολογουμένως) βίαιη σκηνή της πτώσης, που βλέπουμε και ξαναβλέπουμε στο φιλμάκι της Pathe που υπάρχει στο YouTube, έρχεται σε πλήρη αντίθεση, με την τρυφερότητα και το ελεγχόμενο συναίσθημα που διαπερνάει τις σελίδες του μικρού αλλά πολύτιμου βιβλίου. Η ατμόσφαιρα της Μπελ Επόκ, η εποχή των εφευρέσεων, ο κόσμος που ονειρεύεται ένα αύριο διαφορετικό, με τις εφευρέσεις να διαδέχονται η μια την άλλη, περιγράφονται εξαιρετικά στο βιβλίο, όπου όμως κυριαρχεί η αβάσταχτη μοναξιά του Φραντς, που καμαρωτός-καμαρωτός θα πορευτεί προς τον θάνατο. Η κραυγή που θα βγάλει πέφτοντας, είναι ίσως η μόνη στιγμή που θα συνειδητοποιήσει (;) την παλαβομάρα του.


«Το μοιραίο άλμα», είναι μια νουβέλα που «μαγνητίζει» τον αναγνώστη της, ένα βιβλιαράκι που δεν θέλεις να τελειώσει. Το υπαινικτικό ύφος, η θαυμαστή οικονομία λόγου, το εκπληκτικό λογοτεχνικό στυλ, εντυπωσιάζουν τον αναγνώστη του βιβλίου. Είναι μια ελεγεία για τους μοναχικούς και τους losers, για αυτούς που οι υπόλοιποι αποκαλούμε «παλαβούς», για τους «αποτυχημένους» και τους «απελπισμένους», γι’ αυτούς που μένουν στο περιθώριο της ιστορίας. Ο Kern, πολλές φορές στο κείμενό του, θα απευθυνθεί στον μοιραίο Φραντς Ράιχελτ, τον ονειροπόλο και ρομαντικό ράφτη, θυμίζοντας το ύφος του σπουδαίου Ιταλού, του Αλεσάντρο Μπαρίκο στις υπέροχες νουβέλες του, με τις οποίες άνετα μπορεί να συγκριθεί αυτό το μικρό – αλλά ουσιαστικά μεγάλο – βιβλίο.
 
«Μια λέξη, μια χειρονομία, θα αρκούσε για να σώσει τον Φραντς Ράιχελτ.
Αλλά ο Φραντς δεν είναι κανείς. Είναι μόνον ένας ξένος.
Και είναι και θέαμα.»
 
Υ.Γ. Το (συγκλονιστικό) βίντεο του «μοιραίου άλματος» του Φραντς Ράιχελτ, μπορείτε να το δείτε εδώ.
 
Βαθμολογία 85 / 100


 
Δευτέρα, Ιουλίου 17, 2023
posted by Librofilo at Δευτέρα, Ιουλίου 17, 2023 | Permalink
A matter of Trust ("Παρακαταθήκη")
Τα σπουδαία μυθιστορήματα, τα αντιλαμβάνεσαι από τις πρώτες τους σελίδες, και η «ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ» («Trust»), το βραβευμένο με το φετεινό Pulitzer (μαζί με το «Demon Copperhead» της Κίνγκσλοβερ) μυθιστόρημα του Αργεντινοαμερικανού συγγραφέα Hernan Diaz (Buenos Aires, 1973), που εκδόθηκε στις αρχές της χρονιάς από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (μετάφρ. Κ.Παπαδάκη, σελ.514), είναι ένα από αυτά τα βιβλία που από την ώρα που θα τα αρχίσεις, δεν μπορείς να τα αφήσεις από τα χέρια σου. Το πιο σημαντικό για έναν αναγνώστη, είναι ότι όλα αυτά του συμβαίνουν, χωρίς το βιβλίο που διαβάζει να διαθέτει κάποια ιδιαίτερη πλοκή, ούτε οι ανατροπές να διαδέχονται η μια την άλλη – του συμβαίνουν απλά, γιατί η δύναμη του λογοτεχνικού ύφους είναι τεράστια και αυτό που τον καθηλώνει είναι η μαγεία που εισπράττει.


Η «Παρακαταθήκη» χωρίζεται σε τέσσερα αυτόνομα μέρη, τα οποία όμως αλληλοσυνδέονται, παίρνοντας τη σκυτάλη το ένα από το άλλο. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος, ότι διαβάζουμε ουσιαστικά την ίδια ιστορία με τέσσερις διαφορετικούς αφηγηματικούς τρόπους. Στο βιβλίο λοιπόν, συνυπάρχουν δημιουργικά, μια νουβέλα (ή και εγκιβωτισμένο μυθιστόρημα) με τίτλο «Ομολογίες – μυθιστόρημα του Χάρολντ Βάνερ», οι αυτοβιογραφικές σημειώσεις του κεντρικού χαρακτήρα («Η ζωή μου»), ένα autofiction χρονικό («Μνήμες απομνημονευμάτων») και τέλος ένα ημερολόγιο («Μελλούμενα»). Στη βάση βέβαια του μυθιστορήματος, υπάρχει το Χρήμα, το χρήμα ως «μύθευμα», «πλάνη», ως «οικουμενικό αγαθό», ως κινητήρια δύναμη.
 
Στο πρώτο μέρος, αναπαρίσταται μέσα από τη γραφή ενός ιδιαίτερου συγγραφέα, του Χάρολντ Βάνερ, η μυθιστορηματική βιογραφία ενός θρύλου της Γουόλ Στριτ (αλλάζοντας βέβαια τα ονόματα των ηρώων του), και η ζωή του με την πρόωρα θανούσα σύζυγό του. Ο Άντριου Μπέβελ, είναι ένας μεγιστάνας που η περιουσία του δημιουργήθηκε μέσα από τις επενδύσεις του στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Ο Μπέβελ ξεκινώντας δειλά και αντιλαμβανόμενος συν τω χρόνω, τις ευκαιρίες που παρουσιάζονταν, δεν δίσταζε να κάνει παράτολμες ενέργειες οι οποίες του απέφεραν όλο και περισσότερα κέρδη. Άνθρωπος χωρίς ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, παντρεύτηκε ένα μεγαλοφυές κορίτσι, την ασταθή συναισθηματικά Μίλντρεντ, με την οποία δεν μπόρεσαν να κάνουν παιδιά και ζούσαν σε μια αχανή πολυτελή έπαυλη του Μανχάταν. Η ψυχολογική αστάθεια της Μίλντρεντ που ήταν μια μαικήνας των Τεχνών και των Επιστημών, διαθέτοντας το σαλόνι της για μουσικές βραδιές, εκθέσεις, ομιλίες, την οδηγεί σε ένα σανατόριο της Ελβετίας, όπου μυστηριωδώς πεθαίνει.
 
«Η εγγύτητα μπορεί να γίνει αβάσταχτο βάρος για εκείνους που, όταν τη βιώνουν για πρώτη φορά ύστερα από μια ολόκληρη ζωή περήφανης αυτάρκειας, συνειδητοποιούν ξαφνικά ότι ολοκληρώνει τον κόσμο τους. Η εύρεση της ευτυχίας γίνεται ένα με τον φόβο της απώλειάς της. Αμφισβητούν το δικαίωμά τους να οφείλουν την ευδαιμονία τους σε κάποιον άλλον ∙ ανησυχούν ότι ο αγαπημένος τους μπορεί να βρει τη λατρεία τους κουραστική ∙ φοβούνται ότι η λαχτάρα τους ίσως να παραμορφώνει τα χαρακτηριστικά τους με τρόπους που δεν μπορούν να αντιληφθούν. Επομένως, καθώς το βάρος από όλα ετούτα τα ερωτήματα και τις ανησυχίες τούς κάνει να κλειστούν στον εαυτό τους, η καινούργια χαρά που βρίσκουν στη συντροφικότητα μετατρέπεται σε μια βαθύτερη έκφραση της μοναχικότητας που νόμιζαν ότι είχαν αφήσει πίσω τους.»
 
Στο δεύτερο μέρος, οι αυτοβιογραφικές σημειώσεις του Άντριου Μπέβελ προσπαθούν να ξεκαθαρίσουν (από τη μεριά του μεγιστάνα) το τοπίο, γύρω από τα σημεία στα οποία διαφωνεί με τον τρόπο που περιγράφει τον κοινό συζυγικό βίο ο Βάνερ στη νουβέλα του. Ουσιαστικά λοιπόν, οι σημειώσεις είναι πάνω στην πρώτη ιστορία, στα ίδια γεγονότα αλλά υπό μια διαφορετική οπτική γωνία, απλά αλλάζοντας τα ονόματα. Εάν στο πρώτο μέρος, η αφήγηση ακολουθεί κλασσικότροπο δρόμο, θυμίζοντας το «Τα Χρόνια της Αθωότητας» της Edith Wharton, αλλά και την πρόζα του F.S.Fitzgerald στον «Μεγάλο Γκάτσμπυ», το αφηγηματικό ύφος αλλάζει στο δεύτερο, όπου ο Diaz περιγράφει την προσπάθεια του Μπέβελ να απολογηθεί και να ρίξει (τελείως υποκειμενικά) «φως» στην ιστορία.
Ο Μπέβελ έξαλλος από την κυκλοφορία της νουβέλας, το 1938 λίγα χρόνια μετά τον θάνατο της Μίλντρεντ, προσπαθεί να πει την ιστορία «όπως πραγματικά είναι», επικαλούμενος την αριστοκρατική καταγωγή της οικογένειάς του, και αφήνοντας στο κάθε κεφάλαιο ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω σημειώσεων, ο Diaz, εκθέτει τον διάχυτο ναρκισσισμό του πρωταγωνιστή του, που παρουσιάζει τον εαυτό του ως αυτοδημιούργητο, ενώ στην πραγματικότητα, εκμεταλλεύτηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την προϋπάρχουσα οικογενειακή περιουσία, δομώντας την ιστορία του πάνω σε θραυσματικά στοιχεία, όπου αφήνει τον αναγνώστη να ενώσει τα κομμάτια, να βρει στοιχεία που υπαινίσσονται στην αφήγηση, να ανατρέξει στο τι διάβασε κάποιες σελίδες πριν, να προβληματιστεί και να αναρωτηθεί.
 
Στο τρίτο μέρος, το τοπίο ξεκαθαρίζει (ή και μπερδεύει) κατά ένα μεγάλο μέρος του. Ο Μπέβελ αναθέτει στη νεαρή Ιταλοαμερικανίδα Άιντα Παρτένζα (που ο πατέρας της ήταν μαχητικός συνδικαλιστής και η οποία, προσπαθούσε να γίνει δημοσιογράφος) , την επιμέλεια της εξομολόγησης της ζωής του με σκοπό να εκδοθεί ως βιβλίο-απάντηση στη νουβέλα του Βάνερ. Λειτουργώντας ουσιαστικά ως «ghost-writer», η Άιντα που προσλαμβάνεται με τον τυπικό τίτλο της προσωπικής γραμματέως του Μπέβελ, περιγράφει μετά από δεκαετίες, την εμπειρία της από τις διηγήσεις του μεγιστάνα και ξαναδιαβάζοντας τις σημειώσεις της, βρίσκει τα θολά σημεία μιας αφήγησης που διακόπηκε απότομα και κυρίως τις σημειώσεις της Μίλντρεντ, ενός μυθιστορηματικού χαρακτήρα που μέχρι τα 2/3 του βιβλίου, πληροφορούμαστε ότι ακριβώς θέλει να μας πει ο Μπέβελ γι’ αυτήν.
 
«Οι περισσότεροι από εμάς προτιμάμε να πιστεύουμε ότι είμαστε υπεύθυνοι για τις νίκες μας, όμως δεν φέρουμε καμία ευθύνη για τις ήττες μας. Θριαμβεύουμε, αλλά στην πραγματικότητα δεν είμαστε εμείς που αποτυγχάνουμε, απλώς καταστρεφόμαστε από ανεξέλεγκτες δυνάμεις.»


Το τέταρτο μέρος με τις ημερολογιακές καταγραφές της Μίλντρεντ από το Ελβετικό σανατόριο, έρχεται να ξεκαθαρίσει (;) κάποια πράγματα αλλά επίσης να προσθέσει ερωτηματικά σε μια ιστορία, που δεν ξεκαθαρίζει ένας θάνατος, αλλά τα στοιχεία μιας ζωής και ενός κεντρικού χαρακτήρα, της αινιγματικής Μίλντρεντ, λογοτεχνικής ηρωίδας που αναδεικνύεται ως η αφανής πρωταγωνίστρια στο μυθιστόρημα. Σε αυτό τον παθιασμένο και φορτισμένο επίλογο μιας ιστορίας, ο αναγνώστης βρίσκεται διαρκώς προ διλημμάτων σχετικά με την αξιοπιστία των αφηγητών, που σε συνδυασμό με το αποστασιοποιημένο ύφος των ¾ του μυθιστορήματος, έρχεται να θολώσει περισσότερο τα νερά.
 
Η «Παρακαταθήκη» είναι ένα βιβλίο ιντριγκαδόρικο, που διαρκώς σε ξαφνιάζει χωρίς να έχει ανατροπές, ενώ προς το τέλος γίνεται τόσο συναρπαστικό σαν θρίλερ – χωρίς να έχει αστυνομική υφή. Ο αναγνώστης διαρκώς αναρωτιέται, ποια είναι τα όρια της αλήθειας και ποια του ψέματος – νιώθει ότι ο συγγραφέας παίζει μαζί του σε έναν διαφορετικό κύβο του Ρούμπικ, ότι τον εξαπατά, αλλά από την άλλη τον μαγνητίζει και τον κρατάει «δέσμιο» του ύφους του.
 
« «Χρήμα; Τι είναι το χρήμα; Ένα προϊόν καθαρά φανταστικής μορφής». Μελαγχολικό κούνημα του κεφαλιού, ξαφνικό συνοφρύωμα, αναστεναγμός. «Το ξέρεις ότι δεν μου αρέσουν οι μαρξιστές. Το κράτος τους και η δικτατορία τους. Ο τρόπος με τον οποίο μιλούν, μ’ εκείνους τους ογκόλιθους νοημάτων, περιορίζοντας τον κόσμο σε μία και μοναδική εξήγηση. Όπως η θρησκεία. Όχι, δεν μου αρέσουν οι μαρξιστές. Αλλά ο Μαρξ…» Ξανά εκείνη η γκριμάτσα, λες και τον βασάνιζε ένα υπέρμετρα όμορφο θέαμα. «Είχες δίκιο σ’ αυτό: το χρήματα είναι ένα πλασματικό προϊόν. Δεν μπορείς ούτε να τραφείς με χρήμα ούτε να το φορέσεις, όμως αντιπροσωπεύει όλο το φαγητό και τα ρούχα που υπάρχουν στον κόσμο. Γι’ αυτό είναι μια πλάνη. Κι αυτό είναι που το μετατρέπει στο μέτρο με το οποίο αποτιμούμε όλα τα υπόλοιπα προϊόντα. Τι σημαίνει ετούτο; Σημαίνει ότι το χρήμα γίνεται οικουμενικό αγαθό. Όμως να θυμάσαι: το χρήμα είναι ένα μύθευμα, αγαθά σε μια καθαρά φανταστική μορφή, σωστά; Κι αυτό είναι δύο φορές αλήθεια για το χρηματιστικό κεφάλαιο. Μετοχές, μερίδια, ομόλογα. Νομίζεις ότι αυτά τα πράγματα που εκείνοι οι ληστές στην απέναντι όχθη του ποταμού πουλάνε κι αγοράζουν αντιπροσωπεύουν κάποια αληθινή, απτή αξία; Όχι. Όχι, σε καμία περίπτωση. Οι μετοχές και τα μερίδια και όλα τούτα τα σκουπίδια δεν είναι παρά προσδοκίες για μια μελλοντική αξία. Αν λοιπόν το χρήμα είναι ένα μύθευμα, το χρηματιστικό κεφάλαιο είναι το μύθευμα ενός μυθεύματος. Αυτό εμπορεύονται όλοι εκείνοι οι εγκληματίες: μυθεύματα». »


Σε αυτό το λογοτεχνικό έπος, αυτό το «tour de force» αφηγηματικής δύναμης και συνεχών παρεκκλίσεων από την ευθεία γραμμή που διατρέχει μια ιστορία, ο Diaz, έγραψε ένα βιβλίο γεμάτο θραύσματα, ένα διαρκές παζλ, όπου από την ατμόσφαιρα μυθιστορήματος των αρχών του μεσοπολέμου και τους Φιτζεραλντικούς ήρωες του (έναν διαφορετικό και λιγότερο χαρισματικό Γκάτσμπι, μια διαφορετική και λιγότερο ζωντανή Ζέλντα), περνάμε σε πιο προσωπικούς τόνους που όμως διατηρούν μια απόσταση από τα γεγονότα, για να έρθουμε σε μια προσπάθεια βιογραφίας με πολλά σκοτεινά σημεία, σε ένα καλά κρυμμένο ημερολόγιο του τέλους. Ποιον από τους αφηγητές μπορούμε να πιστέψουμε και πως μπορούμε να βγούμε από μια μαύρη τρύπα, στην οποία βυθιζόμαστε με κάθε σελίδα που διατρέχει την ανάγνωση αυτού του εκπληκτικού μυθιστορήματος;
 
Η «Παρακαθήκη» με τον αμφίσημο τίτλο (ο δε πρωτότυπος Αγγλικός τίτλος «Trust» με τις πολλαπλές έννοιες, είναι ακόμα περισσότερο αμφίσημος), είναι ένα βιβλίο κυρίως για το Χρήμα και τη δύναμή του, τον Καπιταλισμό και τα «success stories», τον πλουτισμό, την εξουσία, την απληστία. Είναι όμως και ένα βιβλίο για την καταπίεση των γυναικών, τον σεξισμό, τις προσωπικές σχέσεις, τον γάμο, την δυστυχία που καλύπτεται κάτω από το χαλί, τον τρόπο που οι γυναίκες μείνανε στο περιθώριο της ιστορίας τους προηγούμενους αιώνες. Τέλος είναι ένα βιβλίο για την Αλήθεια και το Ψέμα, την Χειραγώγηση και την Προδοσία, την Εμπιστοσύνη (άλλη μια έννοια της λέξης Trust) και την αναζήτηση Ταυτότητας.
 
«Το αναποδογύρισμα της αντιστροφής
Ένα τραγούδι που παίζεται αντίστροφα και ανάποδα»
 
Πολυπρισματικό και πολυεπίπεδο το μυθιστόρημα του ευφυέστατου και ιδιαίτερα ταλαντούχου Diaz (που θα μεταφερθεί στις τηλεοπτικές οθόνες από το HBO, με την Kate Winslet στον ρόλο της Μίλντρεντ), διαβάζεται σαν page-turner ∙ μέχρι να συνειδητοποιήσεις που έχεις μπλέξει, είναι πολύ αργά. Η «Παρακαταθήκη» είναι από τα πολύ σημαντικά βιβλία της χρονιάς, αληθινή αναγνωστική και διανοητική απόλαυση, γραμμένο με τόση ευστροφία και λογοτεχνική δύναμη, που θα ζήλευε κι ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες.
 
Βαθμολογία 87 / 100


 
Δευτέρα, Ιουλίου 10, 2023
posted by Librofilo at Δευτέρα, Ιουλίου 10, 2023 | Permalink
Rookies ("Όλα χαμένα" - "Πως ο Ιγνάτιος Καραθοδωρής έχασε τα πάντα" - "Τελετουργίες")
Μέσα στην πληθώρα των αναγνωστικών επιλογών, που προσφέρονται και στον καταιγισμό εξαιρετικών μεταφρασμένων βιβλίων που εκδίδονται ανά εβδομάδα, πώς μπορεί να βρει χώρο στις επιλογές του συστηματικού αναγνώστη, το βιβλίο ενός πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα; Είναι μια ερώτηση που δεν έχει απάντηση, καθώς οι τίτλοι (ακόμα και των πρωτοεμφανιζόμενων στην εγχώρια λογοτεχνία) είναι πολλοί και παρά την καλή διάθεση ή την προσωπική γνωριμία με κάποιον που έχει γράψει ένα βιβλίο, τα μέτρια ή τα κακά βιβλία, είναι δυστυχώς (απείρως) περισσότερα από τα ενδιαφέροντα ή καλά.
 
Οι τρεις λογοτεχνικές προσπάθειες για τις οποίες γράφω το παρακάτω κείμενο, θεωρώ ότι αξίζουν προσοχής και οι δημιουργοί τους, υπόσχονται ενδιαφέροντα πράγματα για τη συνέχεια. Όλοι κινούνται μεταξύ 30 με 40 χρονών, άρα βρίσκονται στο ηλικιακό group που αποκαλούνται «Millenials», αλλά οι διαφορές μεταξύ του ύφους τους, είναι πολλές. Τα τρία βιβλία, είναι η ωραία θαλασσινή περιπέτεια, «ΟΛΑ ΧΑΜΕΝΑ» του Κώστα Μιχόπουλου, το ενδιαφέρον μυθιστόρημα ενηλικίωσης «ΠΩΣ Ο ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΚΑΡΑΘΟΔΩΡΗΣ ΕΧΑΣΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ» του Άρη Αλεξανδρή και τις στυλάτες μικροϊστορίες με τον τίτλο «ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ» των Ελευθερίας Απατζίδου και Δημήτρη Αγγέλη. Ας τα δούμε αναλυτικά:
 


Με το «ΟΛΑ ΧΑΜΕΝΑ» (Εκδόσεις Νήσος, σελ. 173), ο Κώστας Μιχόπουλος εισέρχεται στην πεζογραφική σκηνή, με δυναμικό τρόπο, με μια θαλασσινή περιπέτεια αγωνίας και κλιμακούμενης έντασης που καθηλώνει τον αναγνώστη μέχρι την τελευταία σελίδα.
 
Ένα νεαρό ζευγάρι, ο Άρης και η Μαρία, έχουν πάει για καλοκαιρινές διακοπές έναν Σεπτέμβρη σε νησί του Αιγαίου. Βρίσκονται σε μια ερημική παραλία και ο άνδρας έμπειρος ψαροντουφεκάς, βουτάει και αργεί πολύ να γυρίσει. Η γυναίκα περιμένει υπομονετικά στην παραλία, ώσπου αρχίζει να νυχτώνει. Μετά τον αρχικό εκνευρισμό της που στη συνέχεια έγινε μεγαλύτερος, η γυναίκα μαζεύει τα πράγματά της και πάει στο λιμάνι του νησιού να ζητήσει βοήθεια. Το Λιμεναρχείο του μικρού νησιού, δεν διαθέτει κάποιο μέσο και την συμβουλεύουν να ζητήσει από τον Λευτέρη έναν μεσήλικα ψαρά που θα βγει το πρωί για ψάρεμα να την πάρει μαζί του, μήπως βρουν τον Άρη σε κάποια βραχονησίδα να τους περιμένει.
 
Η Μαρία είναι απελπισμένη, δεν έχει καλό προαίσθημα για την τύχη του συντρόφου της. Θα απευθυνθεί στον Λευτέρη να βγουν προς αναζήτηση του Άρη. Μαζί με τον Λευτέρη, είναι κανονισμένο να πάει για ψάρεμα και ο μπατζανάκης και παλιός του φίλος, ο Νίκος σε μια προσπάθεια επανασύνδεσης της σχέσης τους, που είχε χαλάσει τα τελευταία χρόνια. Οι δύο άνδρες, μαζί με την Μαρία θα πάνε προς το σημείο που βούτηξε ο Άρης, συνδυάζοντας το προγραμματισμένο τους ψάρεμα με την αναζήτηση, αλλά οι ώρες περνάνε και δεν υπάρχουν ενδείξεις για τον ψαροντουφεκά.
 


«Ο φάρος στην άκρη του κάβου άναψε κι έσβησε τρεις φορές.
Τον κοίταξε με απόγνωση. Έγειρε τον καρπό της και κοίταξε το ρολόι της ακόμα μια φορά. Η ώρα 8.20 βραδινή. Σχεδόν νύχτα. Πότε πέρασε ο καιρός νωρίτερα δεν το’χε πάρει χαμπάρι. Άτιμος μήνας ο Σεπτέμβρης.
Σκανταλιάρης. Απείθαρχος τρυγητής. Τι τους ήρθε φέτος να κάνουν διακοπές Σεπτέμβρη μήνα;
Γιατί;
Μαλακίες. Χωρίς λόγο.
Νυχτώνει νωρίς, αρχίζει η ψύχρα, αδειάζουν τα νησιά. Δεν τον καταλαβαίνει ώρες ώρες. Ο φάρος αναβόσβηνε μονότονα, ευλαβικά, στον ρυθμό του. Μήπως τελικά δεν είναι φάρος κι είναι κανένα καΐκι αραγμένο και μπερδεύει το μάτι. Πριν, που το φως το επέτρεπε, είχε το βλέμμα της στραμμένο στον ανοιχτό κάβο δεν είδε κανέναν φάρο. Αλλά έτσι είναι οι φάροι, φτιαγμένοι να φαίνονται τη νύχτα.»
 
Το μυθιστόρημα του Μιχόπουλου, γραμμένο σε τριτοπρόσωπο αφηγηματικό στυλ, εστιάζει στους χαρακτήρες της Μαρίας και των δύο ψαράδων, αλλά ουσιαστικά είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ αναζήτησης και έντασης που κλιμακώνεται με αργό ρυθμό για να φτάσει στο λυτρωτικό (;) φινάλε που ξεκαθαρίζει την κατάσταση. Το βιβλίο που ξεκινάει με υπαρξιακό ύφος, από τη μέση και μετά μετατρέπεται σε ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα, όπου ο αναγνώστης περιμένει ότι η έκρηξη θα έρθει γυρίζοντας τις σελίδες του.
 


Με προφορικό ύφος στη γλώσσα, ο φέρελπις συγγραφέας, ενσωματώνει με δημιουργικό τρόπο σκηνές από βιβλία της Χάισμιθ αλλά και ιστοριών με θαλασσινές περιπέτειες του Χέμινγουέι, η δε επιρροή του «Μόμπι Ντικ» είναι επίσης διάχυτη, σε μια καθηλωτική και βίαιη ιστορία αναζήτησης αλλά και αυτογνωσίας, ύμνου προς την γοητεία και την δύναμη της θάλασσας και του αδιέξοδου των ανθρώπινων σχέσεων.
 
Ο Μιχόπουλος ξαφνιάζει πολύ θετικά, με την εξαιρετική δομή της ανάπτυξης της ιστορίας του. Αν το μυθιστόρημά του, περιοριζόταν κατά το 1/3, αποφεύγοντας κάποια περιττά στοιχεία, και αν οι χαρακτήρες αναπτύσσονταν περισσότερο, θα μιλούσαμε για ένα ντεμπούτο εκπληκτικό, χωρίς όμως αυτό, να στερεί την αξία του βιβλίου, που κι έτσι όπως είναι, εντυπωσιάζει με τη δύναμή και τη ζωντάνιά του.
 
Ο Άρης Αλεξανδρής (Αθήνα, 1991) παρά τη νεαρή του ηλικία, είναι ένα πρόσωπο αρκετά γνωστό στον χώρο του Τύπου και του Διαδικτύου. Η πρώτη πεζογραφική του δουλειά «ΠΩΣ Ο ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΚΑΡΑΘΟΔΩΡΗΣ ΕΧΑΣΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ» (Εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ. 269), που βραβεύτηκε πρόσφατα με το βραβείο του Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα από το καλό ηλεκτρονικό περιοδικό «oanagnostis», είναι ένα αυθεντικό «bildungsroman» (μυθιστόρημα ενηλικίωσης), καλογραμμένο και αρκετά ενδιαφέρον, που διαβάζεται πολύ ευχάριστα.
 


Ο ήρωας του μυθιστορήματος, είναι ο Ιγνάτιος Καραθοδωρής, ένα παιδί που γεννιέται και μεγαλώνει στην ελληνική επαρχία της δεκαετίας του 90 και των αρχών του νέου αιώνα, σε μια κλασσική οικογένεια νεόπλουτων της Κομοτηνής, όπου ο πατέρας ασχολείται με την εστίαση και η μητέρα με τα οικιακά. Τα οικονομικά ζητήματα είναι αυτά που απασχολούν πρώτιστα την οικογένεια, με τον πατέρα ελαφρώς (ή και πολύ) λαμόγιο και την μητέρα μονίμως σε υστερική κατάσταση θυμίζοντας χαρακτήρες τηλεοπτικών σειρών, έτσι, ο Ιγνάτιος μεγαλώνει στο ασφυκτικό περιβάλλον της επαρχίας χωρίς παρέες λόγω του κλειστού του χαρακτήρα του. Η μοναδική του φίλη είναι η Κορνηλία, με την οποία ονειρεύονται να σπουδάσουν στην Αθήνα. Ο Ιγνάτιος στις Πανελλήνιες εξετάσεις, θα καταφέρει να μπει στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Παντείου, ακολουθώντας την επιλογή της Κορνηλίας, κάτι που δεν θα της πολυαρέσει, γι’ αυτό στην Αθήνα χάνονται ουσιαστικά.
 
Ο Ιγνάτιος, που διαμένει σε ιδιόκτητο διαμέρισμα που έχουν αγοράσει οι γονείς του στην Αθήνα, τριγυρίζει και απολαμβάνει την ελευθερία της μεγαλούπολης, μη δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στις σπουδές του. Θα γνωρίσει την σχεδόν συνομήλική του Βιργινία, που είναι φοιτήτρια της Νομικής και θα αρχίσουν μια ερωτική σχέση λίγο χαλαρή και αρκετά παράτολμη, αφού θα μπουκάρουν, χάρη σε κάποια αντικλείδια που φαίνεται να διαθέτει με περίεργο τρόπο εκείνη, σε διαμερίσματα που οι ιδιοκτήτες τους απουσιάζουν, για να κάνουν έρωτα. Εκτός όμως από τα ερωτικά, ο Ιγνάτιος φαίνεται να επιτυγχάνει και στα επαγγελματικά, καθώς θα βρει δουλειά σε ένα μοδάτο free press, στην αρχή αμισθί, αργότερα με ένα κάποιο μισθό και αναγνωρισιμότητα αλλά γρήγορα η σχέση του με το αφεντικό του θα διαρραγεί και θα απολυθεί από το έντυπο. Αλλά και στην οικογένειά του, τα πράγματα έχουν πάρει μια απροσδόκητη τροπή, καθώς οι δουλειές του πατέρα του όχι μόνο έχουν πάρει την κατιούσα, αλλά έχει φύγει από το σπίτι, εγκαταλείποντας την μητέρα του Ιγνάτιου, για μια κοινή τους γνωστή.
 
Την περίοδο εσωστρέφειας που περνάει ο Ιγνάτιος με τα οικογενειακά προβλήματα, την διαδέχεται η πρόσληψή του σε μια χαμηλού επιπέδου εφημερίδα, με μεγάλη αναγνωσιμότητα, η οποία βασίζεται στα κουτσομπολιά και στις φήμες. Σύντομα ο νεαρός συντάκτης θα μυηθεί στον εσωτερικό ανταγωνισμό και στους ρυθμούς μιας εφημερίδας που στηρίζεται στη βιομηχανία των fake news και στόχευσης επωνύμων για ποικίλους λόγους. Ο Ιγνάτιος προσαρμόζεται γρήγορα και γίνεται μάστορας των διογκωμένων ειδήσεων και της υπερβολής, ώσπου η στιγμή του θριάμβου του, θα αποτελέσει και την απαρχή της πτώσης του, που θα αλλάξει τη ζωή του με δραματικό τρόπο.
 
«Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να περιγράψω το Κουμάντο. Αποκλείεται να υπάρχει κάποιος που να μη γνωρίζει τη δεύτερη (και μερικά Σαββατοκύριακα, πρώτη) σε κυκλοφορία εφημερίδα της χώρας. Παρ’ όλα αυτά, θα πω δυο λογάκια για όσους ενδεχομένως έζησαν τη ζωή τους εγκλωβισμένοι στο μπουντρούμι κάποιου απαγωγέα χωρίς επαφή με τον έξω κόσμο. Το Κουμάντο, λοιπόν, είναι μια εφημερίδα που διαβάζουν όλοι. Όταν λέω όλοι, εννοώ όλοι. Από εκείνες τις περιπτώσεις εντύπου που προσελκύει τους εχθρούς του εξίσου με τους θαυμαστές του γιατί, όσο απαράδεκτο κι αν είναι (και εντελώς απαράδεκτο πολλές φορές), όσο χυδαίο κι αν γίνεται (και γίνεται εντελώς χυδαίο πολλές φορές) καταφέρνει να έχει εξοργιστικό ενδιαφέρον. Καταλαβαίνετε τι εννοώ. Ας πούμε ότι το Κουμάντο βρομίζει τα χέρια του για να ικανοποιήσει την ανάγκη του κοινού του για μη αποστειρωμένες ειδήσεις.»
 
Το μυθιστόρημα του Αλεξανδρή έχει ωραίο ρυθμό και μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία που αναπτύσσεται στην αρχή με χαλαρό στυλ, και πολύ χιούμορ που φέρνει στο μυαλό το ύφος του Γιάννη Ξανθούλη, για να συνεχιστεί από τη μέση του βιβλίου και μετά σε μια καταγραφή της εργασιακής αλλά και της οικογενειακής καθημερινότητας – άσκησης προς επιβίωση αλλά και πάλης προς αναζήτηση εαυτού.

Ο ήρωας της ιστορίας, στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση του συγγραφέα, είναι εξαρχής συναισθηματικά απών από τα δρώμενα, είναι ένας άνθρωπος χωρίς ιδιαίτερο βάθος που αφήνεται στο ρεύμα και όπου τον βγάλει. Όταν όμως οι καταστάσεις γίνονται περισσότερο πολύπλοκες και σύνθετες, δεν φαίνεται να αλλάζει πολύ, παραμένοντας θεατής και αμέτοχος. Μπορεί σε πρώτο επίπεδο, να διαφαίνεται μια αδυναμία του συγγραφέα να περιγράψει τον κεντρικό του χαρακτήρα με περισσότερο βάθος, από την άλλη όμως, δείχνει αυτή ακριβώς να είναι και η πρόθεσή του, η περιγραφή ενός ανθρώπου, αποξενωμένου που είναι ουσιαστικά και ένας λογοτεχνικά αναξιόπιστος αφηγητής.
 
Αυτή η αποστασιοποίηση του ήρωα στη περιγραφή των γεγονότων, αποτελεί και το κύριο γνώρισμα ενός μυθιστορήματος που απεικονίζει τη γενιά της κρίσης και της πανδημίας, των νέων ανθρώπων που δυσκολεύονται να αντιληφθούν τι συμβαίνει γύρω τους (ή ίσως επειδή το έχουν αντιληφθεί, αρνούνται να συμβιβαστούν με αυτό). Το «Πως ο Ιγνάτιος Καραθοδωρής έχασε τα πάντα», κερδίζει με την γλαφυρότητά του και το page-turner ύφος του, αλλά ολοκληρώνοντάς το, δεν αφήνει κάτι στον αναγνώστη, πέρα από την επισήμανση της αφηγηματικής ευκολίας του συγγραφέα, ο οποίος δείχνει να έχει την ικανότητα για κάτι ωριμότερο στο μέλλον.
 
Άφησα επίτηδες τελευταίο (αλλά όχι έσχατο) το μικρό βιβλίο του συγγραφικού διδύμου των Ελευθ. Απατζίδου και Δημ. Αγγέλη, με τίτλο «ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ» (Εκδόσεις Μωβ Σκίουρος, σελ. 68), γιατί διαφέρει ριζικά από τα δύο προηγούμενα, καθώς τυπικά εντάσσεται στο χώρο του μικροδιηγήματος αν και το ύφος των ιστοριών του, παραπέμπει περισσότερο σε πεζοποιήματα.
 

Το βιβλίο απαρτίζεται από 18 μικροϊστορίες που με την πρώτη ματιά δείχνουν ασύνδετες μεταξύ τους, αλλά το υλικό τους μοιάζει με Ρώσικη κούκλα, καθώς προχωρώντας στην ανάγνωση, ανακαλύπτεις (;) το νήμα των ιστοριών, που αρχίζει να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια σου.
Η τελετουργική επανάληψη κάποιων λέξεων, οι δυνατές και έντονες εικόνες που δημιουργούνται με το ξεφύλλισμα του βιβλίου, μεταφέρουν τον αναγνώστη σε τόπους διαφορετικούς αλλά και γήινους, κοντινούς και απόμακρους, τόπους ονείρου και ατμόσφαιρας απόκοσμης.
 
Ο μικροπερίοδος λόγος στο βιβλίο, κοφτός και αφαιρετικός, μεταφέρει εικόνες της γης, του χώματος, της πέτρας. Σαν τον πίνακα του Ιερώνυμου Μπος («Ο κήπος των επίγειων απολαύσεων»)  που υπάρχει στο εξώφυλλο του, το βιβλίο είναι γεμάτο εικόνες. Εικόνες της ερήμου, των χωραφιών, των δέντρων, των φυτών. Εικόνες ανθρώπων που κάνουν έρωτα με μανία, που δουλεύουν, που περιπλανιούνται, που τρώνε, που σκάβουν τη γη. Εικόνες βροχής και ξηρασίας, του δάσους, της οικογενειακής θαλπωρής, των φτωχικών σπιτιών ή των ερειπίων. Εικόνες βιβλιοθηκών, μιας πένας, ενός μπουκαλιού, ενός πορσελάνινου καπέλου, ενός καθρέφτη.
 
Εμφανίζονται και επανέρχονται διαρκώς και εμμονικά στο αφηγηματικό πλαίσιο, ξωτικά, στοιχεία της φύσης, η αίσθηση του χώματος και μιας συνεχούς ασταμάτητης βροχής, ο σωματικός και ο ψυχικός πόνος, τα σώματα που ενώνονται, οι καθρέφτες, η παιδική ηλικία.
 
«Ο Καθρέφτης
 
Κανείς δεν γνώριζε πώς έγινε η τρύπα. Όλοι θυμούνται ότι μια μέρα ξαφνικά εμφανίστηκε. Όλοι θυμούνται ότι μια πριν τίποτα δεν υπήρχε.
Κανένας δεν θυμάται πώς έγινε. Κανένας δεν θυμάται να πειράζει ή να πλησιάζει τον καθρέφτη εκείνη τη μέρα.
Μια τρύπα στο μέγεθος της ίριδας του ματιού.
Μια τρύπα, μια ημέρα, ένα σημείο.
 
Είναι συνέχεια η ίδια; Μικραίνει; Μεγαλώνει; Μετακινείται ή μένει σταθερή; Κανένας πλέον δεν δίνει σημασία – αφού ο καθρέφτης δεν ράγισε. Είναι απλώς μια τρύπα στον καθρέφτη. Είναι σαν να μην υπήρχε πάντα ή και να μην υπήρξε ποτέ.
Κανένας δεν έβαλε το δάχτυλό του πάνω της από φόβο μην κοπεί. Για να μην ραγίσει ο καθρέφτης ή ίσως και ο ίδιος.
Κανένας – ποτέ – δεν τόλμησε να την αγγίξει ή να την δει από κοντά.
Κανένας δεν θέλησε να κοιτάξει μέσα από αυτό το στρογγυλό μάτι.
 
Μόνο από την άλλη πλευρά κοιτάζουν.
Συνεχώς κοιτάζουν.»
 

Οι «Τελετουργίες» είναι ένα στυλάτο και άκρως συναισθηματικό βιβλίο, που ο λυρισμός εναλλάσσεται με τον ακραίο ρεαλισμό, ενώ το προσεγμένο και πολύ δουλεμένο λογοτεχνικό ύφος των δύο συγγραφέων, εντυπωσιάζει με την έμφαση σε μικρολεπτομέρειες, κινήσεις, βλέμματα, χειρονομίες. Οι 18 ιστορίες εισέρχονται εντός του αναγνώστη σταδιακά, παρασύροντάς τον σε ένα σύντομο και αλλόκοτο ταξίδι. Έχουμε μπροστά μας ένα βιβλίο που περισσότερο μπορείς να το αισθανθείς και κάθε προσπάθεια «ξεκλειδώματός του», το πιθανότερο είναι, να αποδειχθεί μάταιη, οπότε καλύτερα ο αναγνώστης να αφεθεί στη μαγεία της αφήγησης.
 
Στο νου του αναγνώστη, έρχονται ο Γονατάς και ο Καχτίτσης, θραύσματα σουρεαλιστικά και μια αίσθηση δυστοπίας, αφήνοντας στο τέλος μια γεύση καλά σχεδιασμένης ημιτελούς και ανολοκλήρωτης διαδρομής, μέσα σε ένα πλαίσιο παραμυθιού, μέσα σε ένα δάσος φαντασίας και ου-τόπου, χρωμάτων και αισθήσεων, μιας υπαινικτικής ματιάς σε ένα σύμπαν προσωπικό και ανοιχτό στην ερμηνεία του κάθε αναγνώστη. Το συγγραφικό δίδυμο των Απατζίδου / Αγγέλη σε αυτό το «αχαρτογράφητο βιβλίο» που αξίζει να προσεχθεί ιδιαίτερα, δίνει πολλές υποσχέσεις για τη συνέχεια.