Τετάρτη, Ιουλίου 18, 2018
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουλίου 18, 2018 | Permalink
"Δεν είναι ζωή να μην αλλάζεις ποτέ τόπο" ("Χολέρα και Πανούκλα" του Πατρίκ Ντεβίλ)

Πολυβραβευμένο στην Γαλλία το βιβλίο του Patrick Deville (Loire, 1957) με τον χαρακτηριστικό τίτλο "ΧΟΛΕΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΟΥΚΛΑ" ("Peste & Cholera") - (εκδ. Τόπος, μετάφρ. Ά. Σπυράκου, σελ. 250), είναι η μυθιστορηματική βιογραφία του Ελβετού γιατρού, φυσικού και βακτηριολόγου Αλεξάντρ Γερσέν (1863 - 1943), ο οποίος έγινε μεν γνωστός επειδή ήταν ο πρώτος που απομόνωσε τον βάκιλο της βουβωνικής πανώλης, αλλά δεν έζησε μια ζωή απομονωμένος σε εργαστήρια, έζησε κυριολεκτικά μια ζωή σαν περιπέτεια και αυτήν ακριβώς περιγράφει ο συγγραφέας σε αυτή την ιδιαίτερα σαγηνευτική νουβέλα.

"Ξεδιπλώνουμε συχνά την ιστορία των επιστημών σαν μια λεωφόρο που οδηγεί ολόισια από την άγνοια στην αλήθεια, μα η εικόνα είναι απατηλή. Πρόκειται μάλλον για έναν λαβύρινθο από αδιέξοδα στενά όπου η σκέψη χάνεται και περιπλέκεται. Για μιαν ανθολογία από αποτυχίες οικτρές και ενίοτε κωμικές. Μπορεί ως προς αυτό να συγκριθεί με την ιστορία των αρχών της αεροπορίας και τις σύγχρονές της αρχές του κινηματογράφου. Μ' αυτές τις μαυρόασπρες ταινίες με την ακανόνιστη ροή όπου βλέπουμε τα ξύλα να σπάνε και το πανί να σκίζεται. Και ονειροπόλους Ικάρους με φτερά από τούλι και χέρια απλωμένα να τρέχουν σαν μπαλαρίνες προς την άκρη ενός γκρεμού, να ρίχνονται στο κενό και να πέφτουν σαν βότσαλα, για να κομματιαστούν στην παραλία."

Ο Ντεβίλ αναπαριστά μια εποχή ανακαλύψεων σε όλους τους τομείς και περιγράφει ανθρώπους που υπερέβησαν όρια και κανόνες για να ακολουθήσουν και να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους. Αγνοούσα την ύπαρξη του Γερσέν, αυτού του στιβαρού και συγκροτημένου επιστήμονα που η εσωτερική του φλόγα δεν τον άφησε ήρεμο στιγμή και το πάθος για ζωή και περιπέτεια τον οδήγησε σε δρόμους θαυμαστούς και επικίνδυνους. Στο βιβλίο (αλλά ουσιαστικά και στην εποχή που εκτυλίσσεται η δράση) δεν υπάρχουν στεγανά μεταξύ των ιδιοτήτων και των επαγγελμάτων, ο επιστήμονας μπορεί να είναι και τυχοδιώκτης, ο ποιητής μπορεί να είναι και έμπορος - οι προκλήσεις τους περίμεναν και η ζωή του Γερσέν κάπου έμοιαζε με αυτή του Αρθούρου Ρεμπώ όπως συχνά, πυκνά τονίζεται στην αφήγηση του βιβλίου.

Η αφήγηση ξεκινάει σχεδόν από το τέλος, και δεν ακολουθεί γραμμική μέθοδο καθώς είναι συνεχή τα μπρος-πίσω στον χρόνο. Ο Γερσέν πραγματοποιεί το τελευταίο του αεροπορικό ταξίδι καθώς τα Γερμανικά στρατεύματα εισβάλλουν στο Παρίσι. Θα επιβιβαστεί στο αεροπλάνο που μετά από μεγάλο ταξίδι θα τον επαναφέρει σπίτι του, στην Γαλλική Ινδοκίνα, και πιο συγκεκριμένα σε έναν κάποτε τελείως απομονωμένο τόπο του σημερινού Βόρειου Βιετνάμ όπου ζούσε για περίπου 50 χρόνια από το τέλος του 19ου αιώνα.
Γεννημένος στην Ελβετία σε αστική οικογένεια, και προικισμένος ως μαθητής και φοιτητής, ο Αλεξάντρ Γερσέν ξεκίνησε να εργάζεται στο Ινστιτούτο Παστέρ στα 22 του χρόνια. Ήταν από τους πιο ελπιδοφόρους και ταλαντούχους ερευνητές της ομάδας του Λουί Παστέρ, αλλά η ατμόσφαιρα και οι περιορισμοί του Ινστιτούτου που άρχιζε να εξαπλώνεται παγκοσμίως τον έπνιγαν, και νεότατος έφυγε για να αναζητήσει την τύχη του στην θάλασσα, υπηρετώντας ως γιατρός σε διάφορα εμπορικά πλοία. Η αναζήτησή του για μακρινά μέρη τον έφερε σε δρομολόγια μεταξύ Σαϊγκόν και Μανίλας, μέχρι να βρει το λιμάνι του σε έναν τόπο που τον μάγεψε από την πρώτη στιγμή το Νχα Τρανγκ.

"Δεν είναι ζωή να μην αλλάζεις ποτέ τόπο."

Ο Γερσέν συνέχισε να συνεργάζεται με το Ινστιτούτο Παστέρ, καταφέρνοντας να απομονώσει το 1894, εν μέσω μιας μεγάλης επιδημίας πανώλης, το βάκιλο της βουβωνικής πανώλης που προς τιμήν του ονομάστηκε "Yersinia pestis", ανακάλυψη που θα του απέφερε σίγουρα το βραβείο Νόμπελ αν υπήρχε τότε - η πρώτη βράβευση θα γίνει πέντε χρόνια αργότερα...Ο Γερσέν θα συνεχίσει να σώζει κόσμο στην Άπω Ανατολή, στην Αυστραλία, στην Ευρώπη που θα επιστρέφει συχνά, αρνούμενος να εγκατασταθεί ξανά στο Παρίσι ή να αναλάβει την διοίκηση του Ινστιτούτου Παστέρ. Μόνο σε ένα μέρος αισθάνεται ο εαυτός του, στο Νχα Τρανγκ που θα το μεταμορφώσει και θα το μετατρέψει σε βασίλειό του, εκπαιδεύοντας τους ντόπιους, βοηθώντας την τοπική κοινωνία. Πνεύμα ανήσυχο θα πειραματιστεί σε διάφορους τομείς, βοτανολογία, μηχανική, αυτοκίνητα, αεροπλοΐα, ενώ στο τέλος της ζωής του θα τον απασχολήσει η λογοτεχνία.

Θα μπορούσε να γίνει ένας άλλος "Συνταγματάρχης Κουρτς" σαν αυθεντικός ήρωας του Τζόζεφ Κόνραντ, θα μπορούσε να ακολουθήσει την μοίρα του Αρθούρου Ρεμπώ, του καταραμένου ποιητή που τα παράτησε όλα για να πεθάνει άδοξα από γάγγραινα κάπου στην Αφρική, αν δεν είχε ανακαλύψει τον βάκιλο της πανώλης θα είχε χαθεί κι αυτός χωρίς να ασχοληθεί κανείς με την περίπτωσή του. Αλλά ο Γερσέν ήταν ένας άνθρωπος, με ανεξάντλητη περιέργεια για όλα, που τα κατάφερνε με ότι καταπιανόταν, υλοποιούσε πάντα τους στόχους του, υπερέβαινε όλα τα εμπόδια, ένας απόλυτα μυθιστορηματικός "larger than life" ήρωας, λάτρης των "μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων".

"Ένας τάφος είναι ένα ρέκβιεμ. Η συγγραφή ενός Βίου είναι η ερμηνεία με το βιολί μιας παρτιτούρας. Ο ένας έζησε από τη Δεύτερη Αυτοκρατορία έως τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, ο άλλος έπεσε στα τριάντα εφτά του από το άλογο. Μοιράζονται όμως τη φρενίτιδα με την οποία έμαθαν κι ύστερα έφυγαν, εγκαταλείποντας την ομάδα των μαθητών του Παστέρ ή των παρνασσιστών. Μοιράζονται την αγάπη για την ηλιοφώτιστη αυγή και τη θάλασσα, για την βοτανική και την φωτογραφία.(...) Χαμένοι στο άλλο άκρο της γης, τούτοι οι δυο σού κατεβάζουν μια καινούργια ιδέα κάθε πέντε λεπτά. Να εισάγουν στην Αιθιοπία μουλάρια από τη Συρία ή νορμανδικές αγελάδες στην Ινδοκίνα. Μοιράζονται την περιπέτεια της επιστήμης: "Η νέα αριστοκρατία! Η πρόοδος. Ο κόσμος προχωρά!" Την αγάπη για τα μαθηματικά. Το άθροισμα των γωνιών κάθε τριγώνου ισούται με 180⁰. Έτσι θα έπρεπε να είναι η ποίηση. Ο αλεξανδρινός στίχος που του βγαίνει στο τέλος ενός γράμματος στη Φανί. Το δεύτερο ημιστίχιο όπου μπορούν να ταιριάξουν σχεδόν όλα τα ρήματα. Γιατί δεν παύει να ισχύει πως δεν είναι ζωή να μην..."


Το βιβλίο διαπερνούν απ' άκρη σ' άκρη η μορφή του Ρεμπώ και οι ιστορίες του Τζόζεφ Κόνραντ (ακόμα κι ένα κεφάλαιο όπου περιγράφεται το Νχα Τρανγκ έχει ως τίτλο "Ένα προκεχωρημένο φυλάκιο της προόδου" από την ομώνυμη νουβέλα του Κόνραντ). Οι περιπέτειες του Γερσέν στην Ινδοκίνα, η ζωή του εκεί, οι σκέψεις του θυμίζουν έντονα τους ήρωες του Κόνραντ. Στο βιβλίο υπάρχει ακόμα και το "φάντασμα του μέλλοντος", ένα συγγραφικό εύρημα που λειτουργεί σχολιαστικά στην αφήγηση χωρίς όμως να διαδραματίζει κάποιον ιδιαίτερο ρόλο. Σε αυτό το ιδιοφυές μείγμα αφήγησης και σχολιασμού, ο συγγραφέας θίγει χωρίς να στέκεται ιδιαίτερα, την σχέση μητέρας και αδερφής (της Φανί) με τον Γερσέν και την απουσία γυναικείας συντροφιάς στην ζωή του, ενώ σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του βιβλίου διαδραματίζουν οι κόντρες του Ινστιτούτου Παστέρ με τον Ρόμπερτ Κοχ.

Το γλαφυρό αφηγηματικό ύφος του Ντεβίλ παρασέρνει τον αναγνώστη σε αυτό το άκρως γοητευτικό περιπετειώδες ταξίδι, σε αυτήν την διαφορετική "Καρδιά του σκοταδιού". Ο Αλεξάντρ Γερσέν του βιβλίου, κορυφαίος επιστήμονας, δεινός εξερευνητής, ένας απόλυτα μυθιστορηματικός ήρωας, αλλά και τόσο γήινος και ζωντανός αποκαλύπτεται μπροστά μας σε ένα βιβλίο συναρπαστικό και ταυτόχρονα στοχαστικό, απολαυστικό και λυρικό που δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου.

Βαθμολογία 81 / 100



 
Παρασκευή, Ιουλίου 13, 2018
posted by Librofilo at Παρασκευή, Ιουλίου 13, 2018 | Permalink
Το ματωμένο του έργο

Το ωραίο μυθιστόρημα "ΤΟ ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ" ("His bloody project") του Σκωτσέζου συγγραφέα Graeme Macrae Burnet (Κιλμάρνοκ 1967) - (εκδ. Μεταίχμιο, μετάφρ. Χ. Παπαδημητρίου, σελ. 389), που προς μεγάλη έκπληξη όλων (ο συγγραφέας ήταν μάλλον άγνωστος) μπήκε στην μικρή λίστα (short list) των υποψήφιων για το σημαντικότατο βραβείο Booker το 2016, δεν είναι ένα κοινό αστυνομικό μυθιστόρημα, όπως δείχνει με την πρώτη ματιά, αλλά έχει όλα τα στοιχεία που θα το έβαζαν σε αυτή την κατηγορία. Η δεδομένη και εμφανής από την πρώτη σελίδα όμως ποιότητά του, το τοποθετεί περισσότερο στην κατηγορία των κοινωνικών μυθιστορημάτων με αστυνομική και κινηματογραφική υφή, καθώς ο συγγραφέας περιγράφει μια ιστορία που εντυπωσιάζει με την απεικόνιση μιας κοινωνίας και μιας ιστορικής περιόδου.


"Γράφω αυτό το κείμενο κατόπιν επιθυμίας του δικηγόρου μου κυρίου Άντριου Σίνκλερ, ο οποίος από τότε που φυλακίστηκα εδώ στο Ινβερνές μου φέρεται με πολύ περισσότερη ευγένεια απ' όση αξίζω και δικαιούμαι. Η ζωή μου υπήρξε σύντομη και άνευ σημασίας, και δεν επιθυμώ να απαλλαγώ από την ευθύνη για τις πρόσφατες πράξεις μου. Ο μόνος λόγος, επομένως, για τον οποίο εμπιστεύομαι αυτές τις λέξεις στο χαρτί είναι για να ανταποδώσω στον δικηγόρο μου την καλοσύνη που μου έχει δείξει."

Χάιλαντς, Σκωτία Αύγουστος του 1869 και σε έναν οικισμό 9 μόλις σπιτιών σχετικά απομονωμένο, ένα κτηνώδες τριπλό φονικό γίνεται. Ο νεαρός Ρόντερικ Μακρέι, μόλις 17άχρονος, εμφανίζεται με αίματα στα χέρια και στο σώμα του, φωνάζοντας ότι δολοφόνησε τον Λάχλαν Μακένζι (γνωστότερο στην περιοχή ως "Λάχλαν το θεριό") και τα δύο του παιδιά, την μεγαλύτερη κόρη και τον μικρότερο γιό του. Ο νεαρός συλλαμβάνεται και οδηγείται σε δίκη στο δικαστήριο του Ινβερνές. Ο συνήγορός του προσπαθώντας να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν την ημέρα των φόνων σε ψυχική διαταραχή, ωθεί τον νεαρό να γράψει ένα ημερολόγιο με την ζωή και τις ενέργειές του, μέχρι την ημέρα του φονικού. Για να ισχυροποιήσει την θεωρία του, καλεί έναν διάσημο γιατρό της εποχής να εξετάσει τον Ρόντερικ και να καταθέσει στη δίκη. Το αποτέλεσμα είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένο και η εκτέλεση φαίνεται σίγουρη, μόνο η απόδειξη παράνοιας μπορεί να γλυτώσει τον νεαρό ο οποίος όμως φαίνεται απόλυτα λογικός και έτοιμος να πεθάνει στην αγχόνη.


Κάτω από την επιφάνεια της ιστορίας όμως υπάρχει η πραγματική αλήθεια και οι καταστάσεις που ώθησαν τον Ρόντερικ να διαπράξει αυτά τα εγκλήματα. Η πρωτοφανής οικονομική ανέχεια, ο εκφοβισμός που ασκούσε ο Λάχλαν Μακένζι είτε ως διορισμένος χωροφύλακας του οικισμού, είτε ως εκπρόσωπος της μεγαλύτερης οικογένειας, προς τον πατέρα και σε επέκταση στην οικογένεια του Μακρέι, οι συνεχείς προσβολές προς τον πατέρα του Ρόντερικ είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία που αποκαλύπτονται κατά την αφήγηση του νεαρού δημιουργώντας μια ζοφερή ατμόσφαιρα που η κατάληξή της δεν προκαλεί έκπληξη.

"Όταν ο Λάχλαν στριφογύρισε τον κόφτη, έκανα ένα βήμα μέσα στην τροχιά του και, απλώνοντας το αριστερό μου χέρι στον ώμο του, του κατάφερα ένα πλήγμα με το τσαπί στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Η λεπίδα δεν καρφώθηκε στο κρανίο του, αλλά η πρόσκρουση ήταν αρκετή για να τον γονατίσει. Έριξε το εργαλείο και έμεινε πεσμένος στα τέσσερα, εμβρόντητος. Πήγα πίσω του και στάθηκα από πάνω του, σαν να ίππευα πόνι. Σήκωσα το τσαπί και, αποφασισμένος να τελειώσω τη δουλειά χωρίς άλλη καθυστέρηση, το κατέβασα και με τα δυο χέρια. Το χτύπημα τον έριξε με τα μούτρα στο πάτωμα, αλλά δεν διαπέρασε το κόκαλο, και εντυπωσιάστηκα από την αντοχή του ανθρώπινου σώματος. Έμεινε πεσμένος μπρούμυτα στη γη, με τα μάτια ανοιχτά, το στήθος να ανεβοκατεβαίνει σαν το ψάρι που σπαρταράει στην ακτή. Τώρα είχα χρόνο να υπολογίσω σωστά το πλήγμα μου και, όταν κατέβασα ξανά το όπλο μου, η λεπίδα εισχώρησε στο κρανίο του μ' έναν δυσάρεστο ήχο που μου θύμισε μπότα που τη ρουφάει η λάσπη μέσα στον βούρκο. Με μεγάλη προσπάθεια απέσπασα τη λεπίδα από το κεφάλι του. Τα χέρια συσπώνταν στα πλευρά του, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω αν ανάσαινε ακόμη. Παρ' όλα αυτά, του έδωσα τη χαριστική βολή με το τσαπί. Τη φορά αυτή διέλυσα τελείως το κρανίο του.
Μετά έκανα ένα βήμα πίσω και μελέτησα το έργο μου. Το αίμα χτυπούσε στους κροτάφους μου και ήμουν ζαλισμένος, αλλά ένιωθα ικανοποίηση για την επιτυχή έκβαση του σχεδίου μου."

Γραμμένο υπό μορφή ημερολογιακής καταγραφής κατά το μεγαλύτερο μέρος του και υπό μορφή ντοκουμέντων - καταθέσεις συγχωριανών, περιγραφή της δίκης, κείμενα από εφημερίδες της εποχής, το βιβλίο του Σκωτσέζου συγγραφέα φαίνεται με πρώτη ματιά ως η ιστορική αναπαράσταση μιας πραγματικής ιστορίας (χρησιμοποιώντας μάλιστα το οικογενειακό του επίθετο για να δώσει περισσότερη αληθοφάνεια σ' αυτό), μόνο που δεν είναι, καθώς έχουμε μια ωραιότατη ιστορία (εμπνευσμένη κατόπιν δήλωσης του συγγραφέα από την αληθινή ιστορία ενός Γάλλου αγρότη το 1835 που δολοφόνησε τρία μέλη της οικογένειάς του και στην συνέχεια έγραψε στην φυλακή τα απομνημονεύματά του), με εξαιρετική δομή και στυλ.

Ο Macrae-Burnet παίζει συνεχώς με τα όρια της μυθοπλασίας και του ψευδο-ντοκουμέντου με ιδιοφυή τρόπο. Ο αναγνώστης παρασύρεται από την δυνατή ιστορία και το κοινωνικό σχόλιο που είναι εμφανές από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου. Οι συνθήκες διαβίωσης στα Χάιλαντς (η κοινότητα του Culduie στην Βόρεια Σκωτία, την οποία περιγράφει ο συγγραφέας είναι από τους αφανείς πρωταγωνιστές του βιβλίου), οι αγροτικές εργασίες, η πείνα και η υποταγή στον πανίσχυρο ιδιοκτήτη της περιοχής που έχει εξουσία για τα πάντα, η ανισότητα οικονομική και κοινωνική δημιουργούν μια έξοχη λογοτεχνική ατμόσφαιρα και μαζί ένα δυνατό σχόλιο.


Το βιβλίο μοιάζει πολύ με τα υπέροχα "Έθιμα ταφής" της Χάνα Κεντ ως θεματική και ατμόσφαιρα∙ υπάρχει μια τάση παγκοσμίως για αυτό είδος λογοτεχνίας, της οποίας πρότυπο παραμένουν από τη μια το εμβληματικό "Εν Ψυχρώ" του Τρ. Καπότε και από την άλλη, το αριστουργηματικό "Άλλο πρόσωπο της Γκρέις" της Μ.Άτγουντ.
Χρησιμοποιώντας διάφορες πηγές ο συγγραφέας δημιουργεί ένα ιδιότυπο πολυφωνικό μυθιστόρημα, που το μόνο το οποίο ξενίζει είναι η λογοτεχνικότητα της αφήγησης του χωριατόπαιδου Ρόντερικ που έρχεται σε αντίθεση με το κλίμα που καλλιεργείται στην συνολική αφήγηση για την πολυπλοκότητα του χαρακτήρα του και τις αντικρουόμενες απόψεις γι' αυτόν. Ο αναγνώστης βρίσκεται διαρκώς μπροστά στο δίλημμα, για το καλό και το κακό, για το πως αντιδράει κανείς απέναντι στην απανθρωπιά και την μοχθηρία, για το στοιχείο της "βεντέτας", για την βιαιότητα και τα αταβιστικά χαρακτηριστικά της αγροτικής κοινότητας που περιγράφει.

Ο συγγραφέας χαρακτηρίζει το βιβλίο του "μυθιστόρημα για ένα έγκλημα" που μάλλον ταιριάζει περισσότερο από τις ευκολίες των όρων "ψυχολογικό" ή "δικαστικό" θρίλερ, καθώς το "ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ" είναι κάτι πολύ περισσότερο. Είναι ένα βιβλίο πολύ ωραίο και ιδιαίτερα ενδιαφέρον, που το απολαμβάνεις και βυθίζεσαι σ' αυτό.

Βαθμολογία 79 / 100



 
Τρίτη, Ιουλίου 10, 2018
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιουλίου 10, 2018 | Permalink
Όσα δεν είπες

"Πίστευα ότι γνώριζα καλά τον Μπαμπά, όμως τη μέρα του θανάτου του άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του μού ήταν άγνωστο."

Η οικογενειακή ιστορία μέσα από τις ζωές των προγόνων του, είναι το θέμα του εξαιρετικού αυτοβιογραφικού βιβλίου, του έξοχου Βρετανού ιστορικού Mark Mazower (Λονδίνο, 1958), με τίτλο "ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΙΠΕΣ" ("What you did not tell") - (εκδ. Άγρα, μετάφραση=εγγύηση Π. Ισμυρίδου, σελ.434). Γραμμένο με το σύνηθες (από τα ιστορικά του έργα) γλαφυρό ύφος που χαρακτηρίζει τον συγγραφέα (και τον έχει καταστήσει ιδιαίτερα αγαπητό στη χώρα μας), το βιβλίο διαβάζεται σαν μυθιστόρημα μεγάλων λογοτεχνικών αξιώσεων.


Ο πατέρας του Μαζάουερ, αφορμή και πρότυπο για το βιβλίο δεν μιλούσε πολύ, ο παππούς του το ίδιο. Υπάρχει μια κρυψίνοια στα μέλη της οικογένειας Μαζάουερ για το παρελθόν, ένα κατάλοιπο της "συνωμοτικής κληρονομιάς", που σε υποχρεώνει να σιωπήσεις για περιπέτειες ή αναποδιές του παρελθόντος. Μπορεί το σημείο αναφοράς του βιβλίου να είναι ο πατέρας Μαζάουερ αλλά ο παππούς είναι ο βασικός πρωταγωνιστής του, ένας άνθρωπος που στη ζωή του και στα μέλη της βαθύτερης οικογένειάς του, απεικονίζεται η περιπέτεια του αριστερού κινήματος στην Ανατολική Ευρώπη. Ο τίτλος "μια ζωή σαν μυθιστόρημα", κλισέ και βαρετός, στην περίπτωση του Μόρντχελ ή Μορντεκάι ή Μάρκους ή τελικά Μαξ Μαζάουερ είναι απολύτως ταιριαστός!

Ο Μαξ Μαζάουερ (1874-1952), από το Γκρόντνο, μια καθαρά εβραϊκή πόλη της Δυτικής Ρωσίας κάπου μεταξύ Λιθουανίας και Πολωνίας γεννήθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα (1874), και μέχρι το 1909 έζησε μια ζωή επαναστάτη για την οποία δεν μιλούσε ποτέ στην οικογένειά του, την οποία δημιούργησε στα 50 του το 1926, και η οποία τον έζησε ως ένα βαρετό επενδυτή ακινήτων λίγο απόμακρο και πρόωρα γηρασμένο.
Το 1897 όμως σε ηλικία 24 ο Μαξ Μαζάουερ, που είχε μετακομίσει στην Βίλνα και εργαζόταν ως λογιστής, ήταν από τα ιδρυτικά στελέχη της "Μπουντ", μιας σοσιαλιστικής οργάνωσης που αποτελείτο από μέλη εβραϊκών σωματείων από την Λιθουανία, την Πολωνία και την Ρωσία, και η οποία, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αριστερή δράση, συσπειρώνοντας τα επαναστατικά εβραϊκά στοιχεία - να μη λησμονούμε ότι το πολυπληθές εβραϊκό στοιχείο της περιοχής (περίπου 4 εκατομμύρια) είχε γνωρίσει πρωτοφανείς διωγμούς από το Τσαρικό καθεστώς κατά καιρούς οδηγώντας σε μετανάστευση μεγάλο μέρος του κόσμου.
Το "Μπουντ" μπορεί να επισκιάστηκε από τους Μπολσεβίκους και εν μέρει να απορροφήθηκε από αυτούς τα χρόνια που πέρασαν, αλλά οι ιδέες του κινήματος επέδρασαν σημαντικά στην επικράτηση της Ρωσικής επανάστασης. Ο Μαξ κινείτο συνωμοτικά σε όλο το φάσμα της περιοχής, εξορίστηκε 2 φορές στην Σιβηρία, διέφυγε στην Ελβετία και την Γερμανία και το 1909 βρέθηκε στην Αγγλία όπου εργάστηκε ως πωλητής γραφομηχανών (εφεύρεση πρωτοποριακή για την εποχή), και με την ευρεία του γνώση των Σλαβικών γλωσσών, έκανε συνεχή ταξίδια στην Ρωσία, άνοιξε γραφείο/αντιπροσωπεία εκεί, όπου κατάφερε να έχει μεγάλες εμπορικές επιτυχίες ακόμα και κατά τη διάρκεια των πρώτων επαναστατικών χρόνων.
Την δεκαετία του '20 εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο όπου παντρεύτηκε την Φρούμα Τουμάρκιν (1893-1964) την οποία είχε γνωρίσει στην Μόσχα. Η Φρούμα είχε ήδη μια κόρη, την Ιρίνα, από τον προηγούμενο γάμο της αλλά κι ο Μαξ είχε έναν εξώγαμο γιο, τον Αντρέ. Το σπίτι που αγόρασαν στο Χάιγκέιτ του Λονδίνου αποτέλεσε στέκι των Ρώσων εμιγκρέδων, παλιών "Μπουντιστών", διανοούμενων, και άλλων. Εκεί γεννήθηκε ο πατέρας του συγγραφέα, ο Μπιλ Μαζάουερ (1925-2009) ο οποίος ανατράφηκε και μεγάλωσε ως τυπικός Άγγλος σε μια οικογένεια που κυριαρχούσε η δυναμική κι ευγενική μορφή της Φρούμα, της μάνας που νοσταλγούσε πάντα την Ρωσία.

"Εκ των υστέρων, ο χρόνος προσομοιάζει με μια σειρά από "αν ίσως", η ιστορία με αγώνα σλάλομ, μια κατάσταση πνευματικής εγρήγορσης για να αντιμετωπίσεις αυτό που κρύβεται πίσω από την επόμενη γωνία κάθε φορά."


Τα δύο τρίτα του βιβλίου καταλαμβάνουν οι περιπέτειες του Μαξ και της βαθύτερης οικογένειάς του, όπως και της οικογένειας της Φρούμα, των Τουμάρκιν δηλαδή. Ένα οδοιπορικό στην Ανατολική Ευρώπη και στους κύκλους των εμιγκρέδων εβραίων και μη ξετυλίγεται μπροστά μας, με περιπέτειες βγαλμένες από τα καλύτερα μυθιστορήματα κάθε είδους. Προσωπικότητες της παγκόσμιας ιστορίας παρελαύνουν από τις σελίδες του βιβλίου, η "ιέρεια" του αναρχικού κινήματος Έμμα Γκόλντμαν, ο ποιητής Τ.Σ.Έλιοτ, ο υπουργός του Στάλιν, Λίτβινοφ πρώην μέλος του Μπουντ και άλλοι περισσότερο ή λιγότερο προβεβλημένοι.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περιπτώσεις των ετεροθαλών αδερφών του Μπίλ Μαζάουερ, του Αντρέ (1909-2005), που ενδεχομένως να μην ήταν γιος του Μαξ Μαζάουερ (το μυστήριο πλανάται σε όλο το βιβλίο), γεννημένος από μια Ρωσίδα πανέμορφη τυχοδιώκτρια, ο οποίος δεν έζησε πολύ με τον Μαξ, φύση περιπετειώδης και κοσμοπολίτικη που κατέληξε υμνητής της δικτατορίας του Φράνκο, μεταφραστής και συγγραφέας ακροδεξιών βιβλίων και σε διαρκή κόντρα με τον πατέρα του και της Ίρα (Ιρίνα) (1916-1985), κόρης της Φρούμα που παντρεύτηκε έναν εύπορο Άγγλο επιχειρηματία για να γίνει συγγραφέας αισθηματικών μυθιστορημάτων.

Είναι πολύ εντυπωσιακή η προσπάθεια του Μαζάουερ να συμμαζέψει και να διαμορφώσει το αρχειακό υλικό της οικογενειακής ιστορίας. Μιας ιστορίας που διαμορφώθηκε μέσα στην σιωπή και την συνωμοτικότητα των μελών της, γεγονός που επηρέασε και την διακριτικότητα του πατέρα του ως προς το παρελθόν. Άνθρωποι που είχαν συνηθίσει να έχουν μυστικά και να μη μιλάνε γι' αυτά - χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η Φρούμα δεν γνώριζε το όνομα της πεθεράς της (της μητέρας του Μαξ Μαζάουερ δηλαδή), μέχρι τον θάνατο του συζύγου της, ενώ υπήρχε μια περιρρέουσα φήμη περί "κατασκοπευτικής δράσης" του Μαξ στην MI6 - γεγονός που ο συγγραφέας χειρίζεται με διακριτικότητα. Οι επιλογές που έκαναν αυτοί οι άνθρωποι καθόρισαν τις ζωές των απογόνων τους, επιλογές που έγιναν σε ένα πλαίσιο πολύ διαφορετικό από το σημερινό, σε ένα κόσμο που άλλαζε συνεχώς. Διατρέχοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης αναρωτιέται διαρκώς πόσο διαφορετικός είναι ο κόσμος του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου αιώνα σε σχέση με το σήμερα.

"Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να εξιστορήσει κανείς μια ζωή. Μπορεί να ξεδιπλώσει το ιδιοφυές πνεύμα, πράγμα το οποίο λατρεύουν οι Ρομαντικοί. Μπορεί ν αποκαλύψει το ιδιοφυές πνεύμα, πράγμα το οποίο λατρεύουν οι θιασώτες τους. Υπάρχει επίσης η αναζήτηση του Οδυσσέα, η επιδίωξη της ψυχικής ισορροπίας, η αντιμετώπιση των φαντασμάτων και ο εξορκισμός των δαιμόνων, η εξιστόρηση των περασμένων πλέον βασάνων, καθώς και η αποκάλυψη των κρυμμένων μυστικών και της προσπάθειας που καταβάλλεται προκειμένου να παραμείνουν θαμμένα.(...) Πως θα ήταν άραγε αν αφηγούμαστε την ιστορία μιας ζωής η οποία αποτυπώνει το ξετύλιγμα ενός διαφορετικού, πολύ παλαιότερου θέματος: της επιδίωξης της ευτυχίας και τυς ευημερίας; Μιας ζωής η ιστορία της οποίας, διαμέσου των γενεών, δεν έχει να κάνει τόσο πολύ με τον πόνο, την αποξένωση και τη μοναξιά ενός αυθεντικού μεμονωμένου ατόμου, όσο και με το ψυχικό σθένος, την ανθεκτικότητα και τις αρετές της σιωπής, του πραγματισμού και της ευχαρίστησης που προσφέρουν τα απλά πράγματα;"


Ο Μαζάουερ περιγράφει την δυσκολία προσαρμογής των εμιγκρέδων στον Δυτικό κόσμο, τις δυσκολίες που συνάντησε ο πατέρας του, προερχόμενος από ένα σπίτι ανθρώπων ταλαιπωρημένων και διαφορετικής νοοτροπίας, να ενταχθεί στην αστική Βρετανική κοινωνία και αυτός ο διχασμός πόσο τον επηρέασε στην μετέπειτα ζωή του. Η οικογενειακή ιστορία βαριά και πολύ ενδιαφέρουσα, κάποιες φορές δραματική, κάποιες περιπετειώδης, διαμόρφωσε όχι μόνο τον Μπιλ Μαζάουερ αλλά και τον ίδιο τον συγγραφέα γεννημένο στο τέλος της δεκαετίας του '50.

Μια κατάθεση αγάπης αλλά και απόλυτου σεβασμού προς την οικογενειακή ιστορία αποτελεί αυτό το εκπληκτικό βιβλίο. Σαγηνευτικό και εθιστικό, ελεγειακό και απόλυτα ατμοσφαιρικό, τρυφερό και νοσταλγικό, το "ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΙΠΕΣ", σε μια ωραία έκδοση που είναι εμπλουτισμένη με χάρτες και οικογενειακές φωτογραφίες, είναι άλλο ένα δείγμα του συγγραφικού (και λογοτεχνικού) χαρίσματος του Μαρκ Μαζάουερ που μετατρέπει αριστουργηματικά, την προσωπική ιστορία σε παγκόσμια (αυτή την "μελαγχολική αύρα των ματαιωμένων ελπίδων" όπως γράφει χαρακτηριστικά στην εισαγωγή του), κι ένα βιβλίο απαιτήσεων (από τα σημαντικότερα της χρονιάς) σε μαγευτικό page-turner ανάγνωσμα.

Βαθμολογία 88 / 100

ΥΓ. Στην παραπάνω οικογενειακή φωτογραφία (που μέρος της κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου), στον κήπο της οικίας στο Χάιγκέιτ του Λονδίνου, διακρίνονται ο Μαξ και η Φρούμα Μαζάουερ (ο παππούς και η γιαγιά του συγγραφέα), με τον έφηβο Μπιλ Μαζάουερ (πατέρα του συγγραφέα) και την Ιρίνα (κόρη της Φρούμα, ετεροθαλή αδερφή του Μπιλ Μαζάουερ).



 
Τρίτη, Ιουλίου 03, 2018
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιουλίου 03, 2018 | Permalink
Η συνείδηση του Ζήνωνα

«Η ζωή δεν είναι ούτε ωραία ούτε άσχημη, είναι πρωτότυπη!»

Επιτέλους μετά από αρκετά χρόνια, επανασυστήνεται στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, ένα από τα εμβληματικότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας δίνοντας την ευκαιρία στις νεότερες γενιές αναγνωστών να διαβάσουν αυτό το σπουδαίο βιβλίο αλλά και στους παλαιότερους από εμάς να το ξαναδιαβάσουμε (σε ωριμότερη ηλικία, άρα και να κατανοήσουμε καλύτερα). «Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ ΖΗΝΩΝΑ» («La coscienza di Zeno») του μεγάλου Ιταλού συγγραφέα Italo Svevo (ψευδώνυμο του Έττορε Σμιτς)-(Τεργέστη 1861 – 1928) που επανεκδόθηκε πριν από λίγους μήνες σε νέα (εξαιρετική) μετάφραση της (πρόωρα χαμένης) Έφης Καλλιφατίδη, από τις (πάντα καλές) εκδόσεις Αντίποδες, δεν χωράει σε ετικέτες, ούτε εμπίπτει σε κατηγορίες, γιατί είναι μια κατηγορία από μόνο του. Κλασσικό και μοντερνιστικό, βαθιά υπαρξιακό αλλά και μυθιστόρημα μαθητείας, είναι ένα λογοτεχνικό έργο για όλα τα είδη αναγνωστών.


«Δεν είμαστε ούτε καλοί ούτε κακοί, όπως δεν είμαστε και πολλά άλλα πράγματα.»

Ο Ζήνων Κοζίνι, ήρωας και αφηγητής του μυθιστορήματος, ένας ευκατάστατος μεγαλοαστός της Τεργέστης που υποφέρει σε όλη του τη ζωή από νευρικές διαταραχές, γράφει το ημερολόγιο του κατόπιν προτροπής του ψυχιάτρου Δόκτορα Σ. (σαφής αναφορά στον Σίγκμουντ Φρόιντ) που τον παρακολουθεί. Κάποια στιγμή όμως αποφασίζει να το διακόψει διότι θεωρεί ότι οι υπηρεσίες του γιατρού δεν του χρειάζονται πλέον. Ο γιατρός αποφασίζει να δημοσιοποιήσει το ημερολόγιο αυτό γράφοντας κι ένα πρόλογο με σκοπό να εκθέσει τον ασθενή του κυρίως τα ψέματα και την δειλία του.

Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε πέντε συν μία ιστορίες . Οι πέντε ιστορίες είναι «Το κάπνισμα», «Ο θάνατος του πατέρα μου», «Η ιστορία του γάμου μου», «Σύζυγος και ερωμένη» και «Η ιστορία ενός εμπορικού συνεταιρισμού» ενώ η τελευταία και εκτός ημερολογίου ιστορία είναι η «Ψυχανάλυση».

Δεν έχει νόημα να αναφερθώ διεξοδικά στα κεφάλαια/ιστορίες που περιγράφει ο ήρωας/αφηγητής. Οι περιπέτειές του διεξάγονται εντός ενός κωμικοτραγικού πλαισίου όπου όλες οι ενέργειες ισορροπούν μεταξύ του δράματος και της κωμωδίας, της σάτιρας και της εκλέπτυνσης.
Μετά από τις κωμικές περιγραφές του πως προσπαθεί ο ήρωας να κόψει το κάπνισμα για τα μάτια του κόσμου περνάμε στην δραματική σκηνή όπου ο πατέρας Κοζίνι αργοπεθαίνει μπροστά στον "ακαμάτη" γιο του, τεντώνοντας το χέρι σε μια ενστικτώδη κίνηση, καταλήγοντας να χαστουκίσει άθελά του τον Ζήνωνα, σε μια εκπληκτική σκηνή.

«Διαρκώς το θάνατο σκεφτόμουν και γι’ αυτό μονάχα ένα πράγμα με έθλιβε: η βεβαιότητα ότι θα πέθαινα. Όλα τα υπόλοιπα γίνονταν τόσο ασήμαντα, ώστε απέναντί τους δεν είχα παρά ένα εύθυμο χαμόγελο ή ένα εξίσου εύθυμο γέλιο.»

Η διαχείριση της εταιρίας θα περάσει στα χέρια του Ολίβι, βοηθού και παλαιού συνεργάτη του ικανότατου εμπόρου πατέρα, και ο Ζήνων θα βολευτεί (με λίγη γκρίνια αλλά και ανακούφιση), με ένα μηνιαίο εισόδημα. η δε γνωριμία του με τον μεγαλοαστό έμπορο Μανφέντι, και ο θαυμασμός του γι' αυτόν, θα τον βάλει μέσα στην οικογένειά του με τις τέσσερις θυγατέρες, και θα τον οδηγήσει σε έναν προσχεδιασμένο γάμο με την Αυγούστα, την ασχημότερη κόρη της οικογένειας - γάμο που ο συγγραφέας μας προειδοποιεί ότι θα συμβεί γιατί ο ήρωας δεν θα μπορούσε παρά να πέσει θύμα της μητρικής δολοπλοκίας που θα οδηγούσε τα πράγματα σε μια καθορισμένη πορεία. Παρ' ότι παρακολουθούμε επί μακρόν στην αφήγηση την αφελή και μάταιη προσπάθειά του να γοητεύσει την απρόσιτη μεγαλύτερη αδερφή της μετέπειτα συζύγου του, την Άντα - η οποία θα ερωτευτεί τον πλέον ακατάλληλο άνθρωπο, τον όμορφο Γκουίντο -,  ο ήρωάς μας θα καταπνίξει τα τρυφερά του αισθήματα και το πρωτόγνωρο πάθος για εκείνη και θα υποταχθεί στην μοίρα του.

Ο γάμος του με την αφοσιωμένη Αυγούστα, θα είναι ήρεμος και σχετικά ανέφελος ενώ η εξωσυζυγική (και αρκετά επεισοδιακή) του σχέση με την μικρή Κάρλα δεν θα έχει ιδιαίτερες επιπτώσεις στον συζυγικό βίο. Η ανάγκη για επιβεβαίωση στον επιχειρηματικό τομέα θα τον οδηγήσει σε μια εμπορική συνεργασία με τον Γκουίντο τον σύζυγο της Άντας, μια συνεργασία που θα αποκαλύψει πολλά για τους χαρακτήρες των δύο ανδρών.

Ο Ζήνων είναι υποχόνδριος και νευρωτικός, καλός και κατεργάρης, εκκεντρικός και μονίμως αφηρημένος, απολαυστικός και εκνευριστικός, άλλοτε συμπαθής, ενίοτε αντιπαθής. Είναι μια εικόνα του αστικού κόσμου και το μυθιστόρημα του Σβέβο, με την περιγραφή των ενεργειών του, των συζητήσεων στα μεγαλοαστικά σαλόνια, την περιγραφή των εμπορικών πράξεων, αλλά και των αργόσυρτων ημερών, αποτελεί ένα κοινωνικό σχόλιο αιχμηρό και ταυτόχρονα σατιρικό και ειρωνικό. Το βιβλίο είναι επίσης και μια ανελέητη σάτιρα της Ψυχανάλυσης και των μοντέρνων (τότε) μεθόδων της.

«Στο μισοΰπνι όπου εγκαταλείφθηκα, είδα ένα όνειρο με την ακινησία του εφιάλτη. Ονειρεύτηκα τον εαυτό μου που είχε ξαναγίνει παιδί και είδα μόνο πως ονειρευόταν εκείνο το παιδί. Πλάγιαζε αμίλητο, με μια μακαριότητα που πλημμύριζε όλο το μικροσκοπικό κορμάκι του. Του φαινόταν ότι επιτέλους είχε αγγίξει την παλιά του επιθυμία. Κι όμως κειτόταν εκεί μόνο και παρατημένο! Αλλά έβλεπε και άκουγε μ' εκείνη την καθαρότητα που βλέπουμε και ακούμε στα όνειρά μας ακόμα και τα μακρινά πράγματα. Το παιδί ξαπλωμένο σε ένα δωμάτιο της βίλας μου, έβλεπε (ένας Θεός ξέρει πως) ότι στη στέγη του σπιτιού ήταν ένα κλουβί χτισμένο πάνω σε μια στερεή βάση, χωρίς πόρτες και παράθυρα, αλλά φωτισμένο με άπλετο φως και γεμάτο καθαρό και αρωματισμένο αέρα. Και το παιδί ήξερε ότι σ' αυτό το κλουβί μόνο το ίδιο μπορούσε να φτάσει, και μάλιστα χωρίς καν να μετακινηθεί, γιατί ίσως το κλουβί θα ερχόταν σ' αυτό. Σ' εκείνο το κλουβί δεν υπήρχε παρά ένα μονάχα έπιπλο, μια πολυθρόνα όπου καθόταν μια καλοφτιαγμένη γυναίκα, εξαιρετικής ομορφιάς, ντυμένη στα μαύρα, με ξανθά μαλλιά και μεγάλα γαλανά μάτια, κατάλευκα χέρια και μικρά ποδαράκια με λουστρίνια που ακτινοβολούσαν μονάχα μια αμυδρή λάμψη κάτω απ' τις φούστες της. Πρέπει να πω ότι αυτή η γυναίκα μου φαινόταν κάτι ενιαίο με το μαύρο φόρεμά της και τα λουστρινένια παπουτσάκια της. Τα πάντα ήταν εκείνη! Και το παιδί ονειρευόταν να κατέχει αυτή τη γυναίκα, αλλά με τον πιο παράξενο τρόπο: ήταν βέβαιο δηλαδή ότι θα μπορούσε να φάει κομματάκια της από την κορυφή και από τη βάση.»


Τίποτα δεν είναι τυχαίο στο εκπληκτικό αυτό μυθιστόρημα. Το όνομα του ήρωα  παραπέμπει στον αρχαίο φιλόσοφο με τα παράδοξά του καθώς οι απόψεις του είναι γεμάτες παραδοξότητες αφήνοντας πολλές φορές άναυδους τους συνομιλητές του που δεν ξέρουν αν σοβαρολογεί ή αστειεύεται, αν είναι ηλίθιος ή τρομερά ευφυής ενώ ανέφερα ήδη την καθόλου τυχαία αναφορά στον Σίγκμουντ Φρόιντ με τα αρχικά του ψυχιάτρου (Σ.Φ.). Το κείμενο είναι γεμάτο παραπομπές και αναφορές ενώ η χρήση του εσωτερικού μονολόγου (και των ονείρων) λειτουργεί υποδειγματικά.

Αναζήτηση ταυτότητας σε συνδυασμό με «μυθιστόρημα μαθητείας» («bildungsroman») καθώς το βιβλίο ξεκινάει με τις αναμνήσεις του ήρωα στην βρεφική ηλικία και ολοκληρώνεται στα γηρατειά του, αλλά και ύμνος στην αδυναμία της θέλησης, «Η Συνείδηση του Ζήνωνα» είναι ένα αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας του 20ου αιώνα, το οποίο πέρασε από πολλές περιπέτειες μέχρι να καθιερωθεί στην παγκόσμια λογοτεχνική σκηνή (η ιστορία της γνωριμίας του συγγραφέα με τον James Joyce και η συμβολή του τελευταίου στην καθιέρωση του βιβλίου και του συγγραφέα είναι γνωστή και αρκετά μυθιστορηματική). Η ευκολία ανάγνωσής του μυθιστορήματος εντυπωσιάζει, η δε "ηλικία" του δεν φαίνεται καθόλου παραμένοντας σύγχρονο και δημοφιλέστατο όσα χρόνια κι αν περάσουν∙ ακριβέστατο δείγμα πως η καλή λογοτεχνία (χωρίς εισαγωγικά) μπορεί να είναι «φιλική» για τον μέσο αναγνώστη. Η έκδοση από τους «Αντίποδες» είναι έξοχη και το επίμετρο του James Wood που συνοδεύει το βιβλίο υπέροχο.

Βαθμολογία: 90 / 100