Τετάρτη, Αυγούστου 28, 2019
posted by Librofilo at Τετάρτη, Αυγούστου 28, 2019 | Permalink
Eudora Welty ("Το μεγάλο δίχτυ και άλλες ιστορίες")

Σχετικά άγνωστη στη χώρα μας, η σπουδαία Αμερικανίδα συγγραφέας, (αλλά και ιδιαίτερα παραγωγική φωτογράφος) που ασχολήθηκε περισσότερο με το διήγημα, Eudora Welty (Τζάκσον, Μισισίπι 1909 – 2001), μια από τις μεγάλες δημιουργούς του Αμερικάνικου Νότου, παρέμενε ένα ουσιαστικά «βιβλιοφιλικό μυστικό», διότι, πέρα από κάποια διηγήματα ή μικρές νουβέλες που είχαν εκδοθεί με μεγάλες χρονικές αποστάσεις στη χώρα μας, και πήραν είδηση λίγοι αναγνώστες, οι περισσότεροι (ακόμα και στιβαροί αναγνώστες) την αγνοούσαν. Ο τόμος με τα διηγήματα της, που εκδόθηκε από τις εκδ. Καστανιώτη, με τίτλο «ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΔΙΧΤΥ και άλλες ιστορίες» (μετάφραση και επίμετρο Α. Δημητριάδου, σελ. 472), που περιέχει 15 (δεκαπέντε) ιστορίες από διάφορες συλλογές που εκτείνονται σε μια χρονική περίοδο 22 (εικοσιδύο) ετών, από το 1941 έως το 1963, μας δίνει μια σχετικά πλήρη εικόνα του ύφους, της εξαιρετικής συγγραφέως.


Στην έκδοση περιλαμβάνονται, διηγήματα από 4 (τέσσερις) συλλογές, καθώς και μια αυτόνομη ιστορία («Από πού έρχεται η φωνή»), το πιο δημοφιλές διήγημα της Γουέλτυ (με τον ίδιο τίτλο και με αυτό το διήγημα καθώς και άλλα, είχε κυκλοφορήσει και μια ωραία συλλογή από τις εκδόσεις «Ένεκεν» πριν μερικά χρόνια). Ιστορίες του Νότου, που απεικονίζουν σκηνές της καθημερινότητας, σε χωριά ή μικρές πόλεις, η ζωή στη φύση, ο χρόνος που κυλάει αργά, πολλές λεπτομέρειες σε εξαντλητικό βαθμό, λόγια του αέρα, άνθρωποι σε καλές και κακές στιγμές τους. Στα διηγήματα της Γουέλτυ, δεν υπάρχει ιδιαίτερη πλοκή, υπάρχουν όμως έντονες εικόνες που μένουν χαραγμένες στη μνήμη.

Οι έξι ιστορίες από την συλλογή «Ένα παραπέτασμα από πράσινο και άλλες ιστορίες», του 1941, μας εισάγουν στον κόσμο της συγγραφέως. Ιστορίες που επικεντρώνονται περισσότερο σε κωμικές (χιουμοριστικές) καταστάσεις, σε σκηνές από τη ζωή στη μικρή πόλη, δίνοντας έμφαση σε αδιόρατες κινήσεις και λεπτομέρειες, επικεντρώνοντας στα ήθη του Νότου. Εκεί όμως που νιώθεις χαλαρωμένος και διαβάζεις λίγο πολύ για τις ίδιες καταστάσεις, με γυναίκες που σχολιάζουν συμπεριφορές, με εικόνες που μεταφέρονται στον γραπτό λόγο, έρχεται το αριστουργηματικό διήγημα «Ο θάνατος ενός πλασιέ» να σε συνταράξει, με την λιτότητα και την δύναμή του, καθώς η συγγραφέας, περιγράφει την τελευταία ημέρα της ζωής, ενός κουρασμένου και άρρωστου πλασιέ, που περιοδεύει στον Νότο και καθώς οδηγεί ζαλισμένος και εξουθενωμένος, χάνεται στα χωράφια και αναζητάει βοήθεια στην απομονωμένη αγροικία ενός ζευγαριού. Η ζέστη και ο ήλιος που χτυπάει κατακέφαλα, η εσωτερική απελπισία του πλασιέ, η συνειδητοποίηση του τέλους που έρχεται, καθιστούν το συγκλονιστικό αυτό διήγημα αυτό ένα από τα ωραιότερα της συλλογής.

«Ο Ρ.Τζ. Μπόουμαν, που επί δεκατέσσερα χρόνια κάλυπτε όλη την περιοχή του Μισισίπι για λογαριασμό μιας υποδηματοποιίας, οδηγούσε την Φορντ του σ’ έναν χωματόδρομο οργωμένο από τα τροχοφόρα. Τελειωμό δεν είχε τούτη η μέρα. Η ώρα δεν έλεγε να ξεπεράσει το φράγμα του μεσημεριού, να καταλαγιάσει στο χαλαρό απόγευμα. Ο ήλιος, που σε τούτα τα μέρη σε βαράει ακόμη και τον χειμώνα, είχα κάτσει μισοούρανα, και κάθε φορά που ο Μπόουμαν έβγαζε το κεφάλι του από το σκονισμένο αυτοκίνητο για να αγναντέψει τον δρόμο, λες κι άπλωνε μακρύ χέρι κατά κάτω και του ζουλούσε την κορφή του κεφαλιού πάνω από το καπέλο – σαν την κασκαρίκα που σου σκάρωνε ο γερο-πλασιέ, αυτός που είχε φάει μια ζωή στους δρόμους. Τον θύμωνε αυτή η σκέψη, τον έκανε να αισθάνεται πιο ανήμπορος. Ένιωθε ότι είχε ακόμη πυρετό και δεν ήταν σίγουρος που πήγαινε.» («Ο θάνατος ενός πλασιέ»)

Το διήγημα «Το μεγάλο δίχτυ», που δίνει και τον τίτλο στον τόμο, προέρχεται από την ομώνυμη συλλογή ιστοριών του 1943, και είναι εντυπωσιακό ως προς την οικονομία και την σύλληψή του. Μια παρέα ετερόκλητων συγχωριανών ενώνεται για να εντοπίσουν το πτώμα μιας κοπέλας, της συζύγου του ενός, που δηλώνεται εξαφανισμένη από τον άντρα της και θεωρούν ότι έχει αυτοκτονήσει στο ποτάμι της περιοχής. Η ιστορία ξεκινάει δραματικά αλλά συνεχίζεται ανάλαφρα σαν εκδρομή στην άγρια φύση που παρασύρει τους εμπλεκόμενους με τη δύναμη της, τα χρώματα και το φως, μέχρι την κωμική αλλά πολύ ειρωνική κατάληξη της. Ενώ και στον «Ασφόδελο», το άλλο διήγημα της συλλογής, κυριαρχεί ο αταβισμός και οι θρύλοι σε μια ιστορία που περιέχει αρκετά ψυχολογικά στοιχεία και έναν υποδόριο σεξουαλισμό με την εμφάνιση του γυμνού άντρα ως μυθολογικού σάτυρου που ξαφνιάζει τις επαρχιώτισσες κυρίες.

Η συλλογή ιστοριών «Τα χρυσά μήλα» που κυκλοφόρησε το 1949, περιέχει τέσσερα ωραία διηγήματα, που έχουν όμως ένα κοινό στοιχείο. Διαδραματίζονται όλα στην (επινοημένη) πόλη της Μοργκάνα του Μισισίπι και έχουν ως κεντρικό ήρωα, πρωταγωνιστή, τον ασυγκράτητο και πληθωρικό Κινγκ Μακ Λέιν, με τις πολλές ερωτικές περιπέτειες, που ως άλλος Δίας ή Πάνας, βρίσκεται παντού, έτοιμος ανά πάσα στιγμή να εκμαυλίσει νεαρές παρθένες, να απιστήσει την σύζυγό του, να κοιμάται κάτω από τα δέντρα ή σε μεγάλες επαύλεις, αποτελώντας ένα συνεχές στοιχείο αναφοράς σε όλες τις ιστορίες.



«Μες στο κεφάλι της κυλούσε ολόκληρο το ποίημα όπως το είχε βρει στο βιβλίο. Έρεε άψογα, και καθώς προχωρούσε, εξαφανιζόταν, η μια αράδα παρέδιδε στην επόμενη, σαν λαμπαδηδρομία. Διάβηκε ολόκληρο μέσα από το κεφάλι της, μέσα από το σώμα της. Αποκοιμήθηκε, όμως σε μια στιγμή ανακάθισε και είπε δυνατά, «Γιατί μές στο κεφάλι μου υπήρχε μια φωτιά». Μετά έγειρε πίσω παραιτημένη. Δεν έβλεπε παρά μόνο στα όνειρά της πως ένα πρόσωπο την παρακολουθούσε▪ πως ήταν, για μια ακόμη φορά και για πάντα, το σοβαρό ανικανοποίητο και ακτινοβόλο πρόσωπο, το πρόσωπο μέσα στο ποίημα.»Το ρεσιτάλ του Ιουνίου»)

Η συλλογή του 1955 με τίτλο «Η νύφη του Ινισφέλεν», που περιέχει το ομώνυμο διήγημα και το εκπληκτικό «Δεν είναι εδώ για σένα, αγάπη μου», έχει πολλές διαφορές με τις προηγούμενες. Καταρχάς και τα δύο διηγήματα διαδραματίζονται εκτός των γεωγραφικών ορίων των προηγουμένων ιστοριών της Γουέλτυ. Και μπορεί το «Δεν είναι εδώ για σένα...», να περιγράφει μια ιστορία του Νότου, αλλά το σκηνικό είναι διαφορετικό, καθώς εκτυλίσσεται στην Λουιζιάνα και πιο συγκεκριμένα τη Νέα Ορλεάνη και τις γύρω περιοχές της, αλλά το «Η νύφη του Ινισφέλεν» είναι μια ιστορία που εκτυλίσσεται κατά το μεγαλύτερο μέρος της, στην διαδρομή Λονδίνο - Κορκ, που γίνεται αρχικά με τρένο για το Φίσγκαρντ της Ουαλίας και από εκεί με πλοίο για το Κορκ, πολυπρόσωπη και ιδιαίτερα υπαινικτική, όπου την κουβέντα και την παρατήρηση αγνώστων διανθίζει μια δραματική ιστορία στο υπόβαθρο.

Στο «Δεν είναι εδώ για σένα αγάπη μου», η Γουέλτυ περιγράφει υπαινικτικά την ιστορία δύο άγνωστων μεταξύ τους ανθρώπων, ενός άντρα και μιας γυναίκας, που βαριούνται κατά την διάρκεια ενός γεύματος σε μια χαλαρή μάζωξη φίλων σε ένα ακριβό ρεστωράν της Νέας Ορλεάνης και αποφασίζουν να πάνε μια βόλτα εξερευνώντας την περιοχή. Είναι καλοκαίρι, η ζέστη είναι αποπνικτική όπως και η υγρασία, ενώ ο δρόμος δεν φαίνεται να οδηγεί πουθενά. Θα καθήσουν για ποτό σε ένα χορευτικό κέντρο, το φλερτ όμως δεν οδηγεί πουθενά, άγνωστοι ήταν, άγνωστοι κατέληξαν.

«Το βέβαιο είναι ότι ακόμη κι αυτοί που δεν τους αγγίζει ο κόσμος, προς το παρόν, έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον, αλλιώς πάνε όλα στον βρόντο. Τα μπράτσα τους να ζώνουν τον άλλον, τα κορμιά τους να κάνουν κύκλους στα φρεσκοκαρφωμένα σανίδια μ' εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά, ήταν, επιτέλους, οι δυο τους η έννοια του ερμητικού εν κινήσει. Το είχαν βρει και τους είχε σχεδόν ξεφύγει: είχε χρειαστεί να χορέψουν. Ήταν αυτό που οι καρδιές τους χώρια είχαν ποθήσει εκείνη την ημέρα, για τον εαυτό τους και για τον άλλον.
Ήταν τόσο ωραίοι μαζί, ώστε σε μια στιγμή εκείνη σήκωσε το κεφάλι και μισοχαμογέλασε. "Για ποιανού το χατίρι χρειαζόταν αυτή η επίδειξη;"
Όπως στους ερωτευμένους γεννήθηκε και σ' εκείνους μια δεισιδαιμονία για τους εαυτούς τους, σχεδόν με το που σηκώθηκαν να χορέψουν, και δεν τολμούσαν να σκεφτούν τις λέξεις "ευτυχισμένος" ή "δυστυχισμένος", που θα μπορούσαν να τους χτυπήσουν η μία ή η άλλη σαν αστροπελέκι.»Δεν είναι εδώ για σένα αγάπη μου»)

Το βιβλίο κλείνει με το δυνατότερο διήγημα που έχει γράψει η Γουέλτυ, το έξοχο «Από πού έρχεται η φωνή;», γραμμένο το 1963, και δημοσιευμένο στο περιοδικό New Yorker, είναι η ιστορία ενός ρατσιστικού εγκλήματος, που γράφτηκε εν θερμώ, με πρωτοπρόσωπη αφήγηση από τη μεριά του δολοφόνου. Η συγγραφέας μεταφέρει με λογοτεχνικό τρόπο, την δολοφονία του ακτιβιστή για τα δικαιώματα των μαύρων, Μέντγκαρ Έβανς, που πυροβολήθηκε έξω από το σπίτι του. Ζωντανή και αγχώδης αφήγηση, μοναδικό στυλ και εξαίρετος ρυθμός χαρακτηρίζουν αυτό το υποδειγματικό διήγημα που κλείνει με τον καλύτερο τρόπο αυτή την συλλογή.

«Το’ χα μαζί το τουφέκι μου, είχα στερεωμένη και τη διόπτρα. Τον είχα ήδη πετύχει, γιατί ήταν πια αργά και για κείνον και για μένα να στρίψουμε.
Κάτι πιο μαύρο από δαύτον, κάτι σαν φτερούγες πουλιού, ανοίχτηκε στη ράχη του και τον τράβηξε κάτω. Ίσα που κατάφερε μια φορά να στυλωθεί, σαν να τον είχαν γραπωμένο νύχια κακά, και σαν να ζύγιζε ένα τόνο μόνο το αίμα, έκανε λίγα βήματα κουβαλώντας το στην πλάτη του, κατά το φως. Δεν έφτασε πιο πέρα από τη πόρτα του. Κι εκεί σωριάστηκε μια για πάντα.
Στρωμένος κάτω. Ναι, κάτω, κι αν είχε στη ράχη του ένα τόνο τούβλα πιο ελαφριά θα του’ ρχονταν. Εκεί, στο ασφαλτοστρωμένο δρομάκι του, όπως μ’ ακούς.» («Από πού έρχεται η φωνή;»)


Η καθημερινότητα του Νότου, ζωντανεύει μέσα από τις ιστορίες της Γουέλτυ, που φανερά επηρεασμένη από τον (τεράστιο) William Faulkner, έχει ως τόπο δράσης την επινοημένη πόλη της Μοργκάνα και τις γύρω περιοχές. Μαύροι και Λευκοί που ζουν σε μια κοινωνία ρατσιστική περιγράφονται με ειλικρίνεια και καθαρή ματιά από την συγγραφέα. Εικόνες με πολλή ζέστη, την άγρια φύση που είναι διαρκώς παρούσα, πολλά έντομα παντού, σκόνη και λάσπη, και άνθρωποι σκληροί με πολλές αντιφάσεις, και γυναίκες που παλεύουν με (και για) τις οικογένειές τους, που μιλάνε πολύ και κινούνται διαρκώς. Είναι ένας κόσμος που περιγράφουν με τον δικό τους τρόπο, και οι Φλάνερι Ο’ Κόνορ, Κάρσον ΜακΚάλερς και Χάρπερ Λι, είναι ένας κόσμος χωρίς κανένα στοιχείο υπερβολής, όπου οι ήρωές της, βρίσκονται σε συνεχή διάλογο με το εξωτερικό περιβάλλον, με τα στοιχεία της φύσης, ανταλλάσσουν λιγοστές κουβέντες μεταξύ τους, και συνήθως μιλάνε μόνοι τους.

Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αλλαγές στο ύφος της Γουέλτυ, από τα πρώτα διηγήματά της που παρουσιάζονται σε αυτή τη συλλογή, έως το τελευταίο. Το (επιφανειακά βέβαια) ανάλαφρο και χιουμοριστικό στυλ, των πρώτων διηγημάτων της, διαδέχονται όπως ωριμάζει η γραφή της συγγραφέως, η υπαινικτικότητα, η λιτότητα και η υποδόρια ένταση που υποβόσκει και που είναι ευδιάκριτη στις ιστορίες της συλλογής «Η νύφη του Ινισφέλεν» όπου σε πρώτο επίπεδο, δεν συμβαίνει τίποτα, και όλα εκτυλίσσονται εκτός κειμένου, υπονοούνται, κάτι που θυμίζει έντονα Β.Γουλφ και Κ.Μπλίξεν.

Απαραίτητη προσθήκη στην βιβλιοθήκη, κάθε βιβλιόφιλου που σέβεται τον εαυτό του, «Το μεγάλο δίχτυ», είναι μια πολύτιμη συλλογή, γιατί συστήνει (ουσιαστικά) στο ελληνικό κοινό, μια εκπληκτική συγγραφέα, με τον ιδανικότερο τρόπο, καθώς πρόκειται για μια θαυμάσια έκδοση, όπου όλα από το εξώφυλλο έως την μετάφραση και το κατατοπιστικότατο επίμετρο της έμπειρης Αθηνάς Δημητριάδου (που καλύτερα να διαβαστεί μετά την ανάγνωση των διηγημάτων) είναι εξαιρετικά.

Βαθμολογία 84 / 100








 
Δευτέρα, Αυγούστου 12, 2019
posted by Librofilo at Δευτέρα, Αυγούστου 12, 2019 | Permalink
"Αγαπώ, ρήμα αμετάβατο"

Ο Βραζιλιάνικος λογοτεχνικός μοντερνισμός, αυτό το ιδιότυπο είδος, με τις πολλές ευρωπαϊκές επιρροές που συνδυάζονται με το πάθος και την ζωντάνια των ανθρώπων της χώρας, αποτυπώνεται ευδιάκριτα, στην έξοχη νουβέλα του σπουδαίου συγγραφέα (και ποιητή, μουσικολόγου, κριτικού και άλλων πολλών), Mario de Andrade (Sao Paulo, 1893-1945), με τίτλο «ΑΓΑΠΩ, ΡΗΜΑ ΑΜΕΤΑΒΑΤΟ» («Amar, verbo intransitivo») – (εκδ. Ροές, μετάφρ. Ν.Πρατσίνη, σελ.349).

Μια ιστορία μπανάλ και προβλέψιμη, ένα ιδιόμορφο «ειδύλλιο», όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος ο συγγραφέας, είναι το μυθιστόρημα του άγνωστου στη χώρα μας , σημαντικότατου συγγραφέα. Βραζιλία της δεκαετίας του 1920 σε μια ιστορία κοινότοπη, πλην όμως ευφυέστατα γραμμένη, με απαράμιλλο στυλ και ζωντάνια, που δίνει την αφορμή στον Αντράντε να σχολιάσει και να περιγράψει την αστική τάξη του Σάο Πάουλο και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.



«-Σας ζητώ να ενημερώσετε τη σύζυγό σας, κύριε, προσωπικά αδυνατώ να καταλάβω γιατί τόσο μυστήριο. Αφού είναι για το καλό του παιδιού.
-Μα, δεσποινίς…
-Συγγνώμη που επιμένω. Είναι ανάγκη να την ενημερώσετε, δε θα μου ήταν ευχάριστο να θεωρηθεί ότι πάω γυρεύοντας. Είμαι σοβαρό άτομο. Είμαι και 35 χρονών, κύριε. Και δεν πρόκειται να πάω αν η σύζυγός σας δε γνωρίζει τι πρόκειται να κάνω εκεί. Το επάγγελμά μου οφείλεται σε μια ατυχία, τίποτε περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Ένα επάγγελμα είναι.»

Η Γερμανίδα Έλζα, προσλαμβάνεται από τον Σόζα Κόστα, έναν μεγαλοαστό του Σάο Πάουλο ως μια δασκάλα πολλαπλών καθηκόντων. Να διδάξει γερμανικά και μουσική στα παιδιά του, αλλά και (κυρίως) να εκπαιδεύσει σεξουαλικά τον γιο της οικογένειας, δεκαπεντάχρονο Κάρλους. Ο φόβος του Σόζα Κόστα, να μη πληγωθεί ερωτικά ο γιος του από κάποια άγνωστη γυναίκα αμφιβόλου ηθικής, τον ώθησε να καταφύγει στις ακριβοπληρωμένες υπηρεσίες της μορφωμένης Γερμανίδας, η οποία προσέφερε τα θέλγητρά της, όπως και τις γραμματικές της γνώσεις σε γόνους των καλών οικογενειών.

Η Έλζα «χτίζει» τη σχέση της με τον νεαρό, με αργά και προσεκτικά βήματα, ενώ είναι αγαπητή και από τα κορίτσια της οικογένειας. Η Γερμανίδα έχει αισθήματα, είναι τρυφερή παρά το αυστηρό της προσωπείο, και έχει τα όνειρά της στη ζωή, περιμένοντας να γνωρίσει έναν Ευρωπαίο διανοούμενο που θα την τραβήξει μακριά από μια «καριέρα» με ημερομηνία λήξης. Για την ώρα όμως θα πρέπει να αφοσιωθεί στον Κάρλους που δείχνει όλο και περισσότερο ερωτευμένος μαζί της. Όταν τα ερωτικά σημάδια φαίνονται έντονα στα συναισθήματα και στις κινήσεις του, η ντόνα Λάουρα, η μητέρα του Κάρλους, που δεν εγνώριζε την αληθινή αιτία πρόσληψης της «φροϊλάιν» (όπως την αποκαλεί ο συγγραφέας), αντιδράει και ζητάει την απόλυσή της, αλλά πείθεται από τον σύζυγό της, βλέποντας δε και τον γιο της ευτυχισμένο, συμφωνεί με την μέθοδο που ακολουθείται.

«…ο βραζιλιάνικος έρωτας έχει ως εξής: σαν την τσίχλα, μαζεύεται, απλώνεται, αλλά δε λέει πραγματικά να ξεκολλήσει από πάνω σου.»

Η σχέση της «φροϊλάιν» και του Κάρλους, προχωράει με γρήγορους ρυθμούς και η διαδικασία του πως θα γίνει ο μικρός «σωστό αρσενικό» προχωράει ικανοποιητικά. Κάποια στιγμή, θα πρέπει να φτάσουν στο κεφάλαιο του «χωρισμού», κομβικό σημείο στην «εκπαίδευση», που απαιτεί λεπτούς χειρισμούς, καθώς, το σενάριο θέλει τον Σόζα Κόστα να τσακώνει επ’ αυτοφώρω τους «ασυγκράτητους εραστές» και να διώχνει την Έλζα από το σπίτι. Αλλά ακόμα και τα καλύτερα σχεδιασμένα πλάνα, μπορούν να ακυρωθούν ή να καταστραφούν, όταν μπαίνουν τα συναισθήματα στη μέση…

Μπορεί στο επίκεντρο του μυθιστορήματος να βρίσκεται η σεξουαλική μύηση του έφηβου Κάρλους, και ο συγγραφέας να χρησιμοποιεί την Φροϋδική θεωρία για να δείξει την μετάβαση από την παιδική ηλικία, στην εφηβεία και μετά στην ενηλικίωση, αλλά το βιβλίο μιλάει κυρίως για την Βραζιλία και την κοινωνία της, την αστική τάξη και την «Βραζιλιανικότητα». Μέσα από την ματιά της Έλζα και τις παρατηρήσεις της, όπως και τις συγκρίσεις που κάνει μεταξύ κατοίκων της χώρας και των Γερμανών, περιγράφεται το πορτρέτο του σύγχρονου (την δεκαετία του ’20) Βραζιλιάνου, η οικονομική άνοδος και η λατρεία της πολυτέλειας και του χρήματος, καθώς και η αστικοποίηση της μεγαλούπολης του Σάο Πάουλο, σε αντίθεση με τον πιο αλέγκρο χαρακτήρα του Ρίο ντε Ζανέϊρο.

Ο αφηγητής δεν είναι αμέτοχος στην ροή του βιβλίου. Σχολιάζει, ειρωνεύεται, παρεμβαίνει, ξεστρατίζει την πλοκή προς άλλα σημεία, φιλοσοφώντας, παρατηρώντας, απευθυνόμενος στον αναγνώστη, του οποίου «απαιτεί» την ενεργό συμμετοχή και διαύγεια. Ο Αντράντε περιγράφει τρυφερά την «ανάρμοστη σχέση» των δύο εραστών, ειρωνεύεται αγρίως τις συνθήκες και το κοινωνικό πλαίσιο, χρησιμοποιεί τον όρο «ειδύλλιο» για να περιγράψει τη σχέση, αλλά τους ήρωές του, τους συμπαθεί, συμπάσχει μαζί τους και τονίζει διαρκώς τη σχετικότητα των πραγμάτων, ούτε ο νεαρός είναι τόσο αθώος, ούτε η Έλζα κυνική και αδιάφορη.  

«Μια ωραία ημέρα, Τετάρτη ήταν, η φροϊλάιν εμφανίστηκε ενώπιόν μου και αφηγήθηκε την ιστορία της. Εδώ θα βρείτε τα λεγόμενα της βολικά προσαρμοσμένα στη γλώσσα του τόπου και στην ορθογραφία – έβαλα και λίγα κόμματα. Όσον αφορά τους ήρωες…είναι πιθανόν μια ιδιαίτερη και στιγμιαία πνευματική μου διάθεση να ήταν ο λόγος που αποδέχθηκα τα συμπεράσματα που αυτοί μου παρουσίαζαν από τα γεγονότα συνολικά – αυτό είναι όλο κι όλο το σφάλμα μου. Σας διαβεβαιώνω όμως πως ήταν όντα ήδη συγκροτημένα και πως έδρασαν δίχως εμένα. Οι μυθιστορηματικοί ήρωες είναι εκείνοι που επιλέγουν τους συγγραφείς τους, δεν κατασκευάζουν οι συγγραφείς τις ηρωίδες τους. Μόνο κάποια κόμματα τους βάζουν, για να μπορέσουν οι άντρες να τις γνωρίσουν επαρκώς.»

Το μυθιστόρημα όμως, όπως αναφέρω και παραπάνω, δεν είναι μόνο το «ειδύλλιο», καθώς το διατρέχει από την αρχή έως το τέλος ή χρήση εσωτερικού μονολόγου, οι ψυχολογικές και ανθρωπολογικές παρατηρήσεις, ανακατεμένος κυνισμός και ρομαντισμός, πολύ χιούμορ και ατελείωτη ειρωνεία, οι δοκιμιακές αναφορές σε φιλοσοφικά και λογοτεχνικά έργα. Παθιασμένο, ανάλαφρο και εύπεπτο στην επιφάνεια, είναι ουσιαστικά μια πολυεπίπεδη νουβέλα, που απαιτεί εγρήγορση και αφοσίωση.

Ο προσεκτικός αναγνώστης θα διαπιστώσει την ευθεία γραμμή στην Βραζιλιάνικη λογοτεχνία, που συνδέει εμβληματικούς συγγραφείς της λογοτεχνίας μιας χώρας, που, είναι περισσότερο γνωστή από το ποδόσφαιρο, τον καφέ και τις παραλίες του Ρίο ντε Ζανέιρο. Από τον κάτι μεταξύ ρεαλισμού και μοντερνισμού, λόγο του μεγάλου Machado de Assis και της αριστουργηματικής «Ρεαλιστικής τριλογίας» του, στον μοντερνισμό του Mario de Andrade (και άλλων εν πολλοίς αμετάφραστων στη χώρα μας συγγραφέων της χώρας), και από εκεί στην Clarice Lispector όπου η «Ώρα του αστεριού» παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με το «Αγαπώ, ρήμα αμετάβατο», και στο «Grande sertao: Veredas» του Joao Guimaraes Rosa, το θεωρούμενο ως μεγάλο Βραζιλιάνικο μυθιστόρημα του 20ου αιώνα, το οποίο παραμένει ακόμα αμετάφραστο στη χώρα μας (και μάλλον θα περιμένουμε για πολύ), η σύνδεση και οι επιρροές είναι ευδιάκριτες.

Σε αναμονή της μετάφρασης (αν ποτέ γίνει), του magnum opus του Mario de Andrade, του μυθιστορήματος «Macunaima», είμαστε τυχεροί που γνωρίσαμε αυτόν τον σαγηνευτικό συγγραφέα, μέσα από την θαυμάσια έκδοση των «Ροών» και την εκπληκτική δουλειά του εξαίρετου Νίκου Πρατσίνη, ο οποίος δεν έκανε μια απλή μετάφραση του βιβλίου, αλλά έγραψε ουσιαστικά μια μελέτη για το έργο του. Η παρούσα έκδοση, εκτός της νουβέλας του Αντράντε που είναι ουσιαστικά κάτι λιγότερο από 200 σελίδες, περιέχει εισαγωγή, επίμετρο και σημειώσεις του μεταφραστή, καθώς και εργοβιογραφία του συγγραφέα, αποσπάσματα από ένα κείμενο του, όπως και βιβλιογραφία, μετατρέποντας την ανάγνωση ενός μυθιστορήματος σε κανονική μελέτη – βεβαίως όλα αυτά μπορεί κάποιος να τα παραλείψει και να ασχοληθεί μόνο με το μυθιστόρημα, αλλά θα χάσει πολλά.

Βαθμολογία 83 / 100




 
Τρίτη, Αυγούστου 06, 2019
posted by Librofilo at Τρίτη, Αυγούστου 06, 2019 | Permalink
"Άγρια ερημιά"

Μια νουβέλα δυστοπική και αλληγορική, είναι το ντεμπούτο του Ισπανού Jesus Carrasco (Badajoz, Extremadura 1972), με τίτλο "ΑΓΡΙΑ ΕΡΗΜΙΑ" ("Intemperie") - (Εκδ. Αντίποδες, (ωραία) μετάφρ. Λ. Φραγκοπούλου, σελ. 201), ένα βιβλίο που προκάλεσε αίσθηση όχι μόνο στην πατρίδα του όταν κυκλοφόρησε το 2013, αλλά και στον αγγλοσαξονικό κόσμο, αποσπώντας αρκετά βραβεία, μεταξύ τους και το English Pen Award.


Ο χρόνος ακαθόριστος, πιθανότατα κατά την διάρκεια του Φρανκικού καθεστώτος. Ο χώρος, μια γη σκληρή και άνυδρη στην βαθιά Ισπανική επαρχία. Με τις πρώτες σελίδες, ο συγγραφέας φροντίζει να μας βάλει στην ατμόσφαιρα ενός μυθιστορήματός με Βιβλική ατμόσφαιρα, που είναι απλό στη δομή του, υπαινικτικό και με ελάχιστους διαλόγους.

"Για κάμποση ώρα έγλειφε τα ούλα του με τη γλώσσα προσπαθώντας να ξεπλύνει το κάψιμο που του είχε αφήσει το ξεροτύρι. Δάγκωσε λίγο ψωμί, ήπιε νερό απ' το φλασκί κι ύστερα ξάπλωσε καταγής και στήριξε το κεφάλι σε μια ρίζα ελιάς που προεξείχε. Ο ουρανός είχε πάρει ένα βαθυγάλανο χρώμα. Τ' αστέρια εκεί ψηλά έμοιαζαν καρφιτσωμένα σε μια διάφανη σφαίρα. Μπροστά του, ο κάμπος αποτίναζε τα βάσανα που του είχε προξενήσει ολημερίς ο ήλιος, αναδίδοντας μια μυρωδιά καμένης γης και ξερόχορτου. Μια γκριζωπή κουκουβάγια πέρασε πάνω απ' το κεφάλι του και χάθηκε στις δεντροκορφές. Αναλογίστηκε ότι ποτέ στη ζωή του δεν είχε ξεμακρύνει τόσο πολύ απ' το χωριό. Ό,τι εκτεινόταν πέρα από τα πόδια του αποτελούσε, απλούστατα, άγνωστη γη."

Ένα αγόρι, που δεν είναι ούτε δέκα χρονών, το σκάει από το σπίτι του, που βρίσκεται σε ένα απομακρυσμένο χωριό. Κρύβεται, ενώ όλοι τον ψάχνουν, αλλά είναι καλά κρυμμένος, γνωρίζοντας την περιοχή. Θέλει να ξεφύγει από κάτι - το μυστικό θα μας αποκαλυφθεί κατά την διάρκεια του βιβλίου, θα εκμεταλλευτεί τη νύχτα για να απομακρυνθεί από το μέρος του. Στην πορεία διαφυγής του, θα πέσει πάνω σε έναν γέρο βοσκό, με μερικές κατσίκες και ένα σκυλί, λιγομίλητο και θρησκόληπτο, χωρικό βαρύ και ταλαιπωρημένο, που όμως δείχνει να αντιλαμβάνεται αμέσως γιατί θέλει να ξεφύγει το παιδί. Μόνος, πεινασμένος και φοβισμένος, ο μικρός θα βρει στον γέρο, έναν άνθρωπο, που μπορεί να ακουμπήσει, ίσως τον πρώτο άνθρωπο στη ζωή του, που θα του φερθεί με καλοσύνη. Θα μάθει να αρμέγει γάλα από τις κατσίκες, θα μοιραστούν μαζί το λίγο ψωμί και τυρί που ο γέρος διαθέτει, και θα πάρουν μαζί τον δρόμο για τον Βορρά, σε αναζήτηση νερού και τροφής, καταφεύγοντας σε ένα ερειπωμένο κάστρο. Στο κατόπι τους, είναι ο αστυνόμος του χωριού μαζί με τους άνδρες του, που στην προσπάθειά τους να βρουν το αγόρι που έχει βρει μια καλή κρυψώνα, θα βασανίσουν τον γέρο, εκείνος όμως δεν θα μιλήσει πληρώνοντάς το ακριβά. Ο αστυνόμος δεν θα το βάλει κάτω, η αναζήτηση του μικρού θα συνεχιστεί σε ακόμα πιο γκροτέσκα τοπία, και η περιπέτεια αυτή θα καταλήξει σε ένα λουτρό αίματος.

Το παιδί κι ο γέρος, δεν κατονομάζονται, παραμένουν ανώνυμοι, καθ' όλη τη διάρκεια της αφήγησης. Εκείνο που ενδιαφέρει τον συγγραφέα, είναι η πορεία προς τη φυγή, την ελευθερία από έναν κόσμο βίαιο και μονοδιάστατο, μια γη κατάξερη που δεν προσφέρει τίποτα, από έναν κόσμο που ο αστυνόμος είναι η μόνη αρχή, κάνοντας ότι θέλει και όποτε το θέλει. Το αγόρι "ακουμπάει" πάνω στον γέρο, κι ο γέρος, που βλέπει το τέλος της ζωής του να πλησιάζει, βλέπει στο αγόρι τον άνθρωπο που μπορεί να ξεφύγει από τη μοίρα του, από αυτό που οι άνθρωποί του τον έχουν καταδικάσει να υφίσταται.

"Παρατήρησε τα χέρια του βοσκού, πρησμένα από τα χτυπήματα και, παρότι δεν μπορούσε να δει καθαρά το πρόσωπό του, θυμήθηκε τα πρησμένα του μάτια, όπως και τις βουρδουλιές στην πλάτη του με τα τριγωνικά σημάδια στην άκρη. Κατάλαβε πως ο γέρος δεν θα' ταν αυτός που θα του έδινε το κλειδί για τον κόσμο των ενηλίκων, εκείνο τον κόσμο όπου η βία χρησιμοποιούνταν μονάχα για λόγους απληστίας ή ακολασίας. Είχε κι ο ίδιος ασκήσει βία ακριβώς όπως είχε δει να κάνουν πάντοτε όσοι τον περιστοίχιζαν και τώρα, όπως κι εκείνοι, ζητούσε το μερτικό του στην ατιμωρησία. Η άγρια ερημιά τον είχε σπρώξει πολύ πιο πέρα και απ' όσα ήξερε και απ' όσα δεν ήξερε για τη ζωή. Τον είχε φέρει μέχρι το χείλος του θανάτου κι εκεί, καταμεσής σ' αυτόν τον κάμπο του τρόμου, εκείνος είχε υψώσει το ξίφος αντί να σκύψει το κεφάλι. Ένιωθε πως είχε πιει από το αίμα που κάνει τα αγόρια πολεμιστές και τους άντρες αήττητους. Πίστευε πως ο γέρος θα τον βοηθούσε να διαβεί δαφνοστεφανωμένος από έναν σκλάβο την αψίδα του θριάμβου."



Η νουβέλα του Καράσκο, κινούμενη σε ακαθόριστο χρονικό πλαίσιο και ένα χώρο που θα μπορούσε να αποτελεί σκηνικό ταινίας γουέστερν ή και ταινίας επιστημονικής φαντασίας, αποπνέει μια ζοφερή ατμόσφαιρα με στοιχεία μυθολογίας. Ελάχιστος διάλογος, συνεχής κίνηση, νοήματα αντί κουβέντες, κίνδυνοι που παραμονεύουν συνεχώς, ερειπωμένα κάστρα (το κομμάτι της δράσης στο κάστρο είναι από τα καλύτερα του βιβλίου), άδεια και χωρίς ζωή χωριά, ένας ανάπηρος που προβάλλει εφιαλτικά από το πουθενά, η ξηρασία που δεν είναι μόνο εξωτερική αλλά και εσωτερική στη ζωή των ανθρώπων.

Η ανάγκη για επιβίωση, όπως και η συνεχής μάχη ανάμεσα στο καλό και στο κακό, είναι συνεχώς παρόντα ως στοιχεία του Βιβλικού αυτού  μυθιστορήματος. Ο Καράσκο δεν εξηγεί τίποτα, εξελίσσει αργά και ελλειπτικά την ιστορία του, πλάθοντας μια ατμόσφαιρα που τυλίγει τον αναγνώστη αιχμαλωτίζοντάς τον μέσα της, σαν ένας νοητικός ιστός της αράχνης. Το αγόρι από αυτή τη διαδικασία, θα γίνει άντρας (the hard way), θα απολέσει κάθε παιδικό στοιχείο, θα παλέψει όχι μόνο για την ελευθερία του αλλά και για τη ζωή του, θα νιώσει υπεύθυνος για τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου για πρώτη του φορά, θα δει ότι το κακό παραμονεύει συνεχώς και ξεσπάει ακόμα και στις στιγμές που νιώθεις ήρεμος και ασφαλής.

Ωραίο και ενδιαφέρον, μυθιστόρημα ενηλικίωσης, φανερά επηρεασμένο από τα βιβλία του Κόρμακ Μακάρθι (όχι μόνο από τον «Δρόμο» που είναι το πρώτο που σου έρχεται στο μυαλό, αλλά και από τον «Ματωμένο Μεσημβρινό»), από ταινίες γουέστερν και ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Τα ηθικά διλήμματα στην ιστορία είναι συνεχή, ενώ είναι προς τιμή του συγγραφέα ότι, δεν παρασύρεται από εύκολο διδακτισμό φροντίζοντας να κρατάει τις ισορροπίες. Η βία στο βιβλίο είναι συνεχής, όπως και ο αγώνας για επιβίωση που συνεχίζεται και μετά το τέλος της ιστορίας, αφήνοντάς την ανοιχτή για ερμηνείες. Ο Καράσκο είναι ένας πολλά υποσχόμενος συγγραφέας που με αυτό του το βιβλίο, μας ανοίγει την όρεξη για τα επόμενα.

Βαθμολογία 79 / 100