Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2018
posted by Librofilo at Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2018 | Permalink
"Ο θάνατος του αστρίτη" + "Δραμάιλο" - Εικόνες της ελληνικής επαρχίας μέσα από δύο συλλογές διηγημάτων

Από τον νομό Δράμας, στον νομό Ηλείας, εικόνες της ελληνικής επαρχίας. Η γεωγραφική απόσταση μεγάλη αλλά η λογοτεχνική απόσταση μικρή. Ασκήσεις μνήμης από δύο ποιητές διαφορετικών γενεών με μεγάλη ηλικιακή απόσταση, που όμως κάπου συναντιούνται με τα νέα τους βιβλία στα οποία αφηγούνται ιστορίες του τόπου τους. Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος (1954, Νεμούτα Ηλείας), στα 64 του χρόνια κάνει την πρώτη του απόπειρα στον πεζό λόγο, με την θαυμάσια συλλογή διηγημάτων «Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΣΤΡΙΤΗ και άλλες ιστορίες», και ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου (1983, Δράμα) μετά από 4 ποιητικές συλλογές, εκδίδει το «ΔΡΑΜΑΪΛΟ», ένα έξοχο ιδιόμορφο βιβλίο με ιστορίες και φωτογραφίες (που είναι σαν ιστορίες). Ας τα δούμε αναλυτικότερα…


Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος, ποιητής δοκιμασμένος και έμπειρος, εκδότης του καλού λογοτεχνικού περιοδικού «Οροπέδιο», με την συλλογή διηγημάτων «Ο θάνατος του αστρίτη» (εκδ. Κίχλη, σελ.141), «δοκιμάζεται» για πρώτη φορά στον πεζό λόγο με αξιοθαύμαστα αποτελέσματα. Τα δέκα διηγήματα του βιβλίου είναι γραμμένα σε νατουραλιστικό ύφος, με ιστορίες που διαδραματίζονται στην περιοχή της Ηλείας και οι περισσότερες στο χωριό Νεμούτα, γενέθλιο τόπο του συγγραφέα (στον οποίον έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του). Το χρονικό πλαίσιο των ιστοριών εκτείνεται σε μια περίοδο 50 χρόνων, από την Μικρασιατική εκστρατεία μέχρι τα πρώτα χρόνια μετά την μεταπολίτευση, όπου ο συγγραφέας αφηγείται ιστορίες με χαρακτηριστικούς τύπους, οικογενειακά δράματα – στον φόντο μπαίνουν τα ιστορικά γεγονότα, ο πόλεμος του 40, η κατοχή, ο εμφύλιος, οι αντάρτες, η μετανάστευση. Οι ήρωες των ιστοριών του Κανελλόπουλου παρασύρονται από την δίνη των γεγονότων, μικρών και μεγάλων, προσπαθούν να επιβιώσουν σε εποχές δύσκολες, ανάπτυξης και παρακμής, χαράς και λύπης, ανόδου και πτώσης.

«Η πρώτη συλλογή διηγημάτων μου, με τίτλο «Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες», αποτελεί προϊόν αφύπνισης της μνήμης για τον γενέθλιο τόπο. Σε αυτή την ανάκληση του κόσμου του χθες με ώθησε η φθορά των ήχων, των λέξεων, των εικόνων, καθώς και η απώλεια των ανθρώπων, πραγμάτων και καταστάσεων στο πέρασμα του χρόνου. Οδηγός μου στο ταξίδι αυτό δεν ήταν η νοσταλγία. Θέλησα απλώς να διασώσω από τη λήθη εκείνες τις σκοτεινές και θλιβερές όψεις της ζωής που αφήνει στη σκιά ο εξωραϊσμός της μνήμης. Ανασύροντας ιστορίες από το παρελθόν, επιδίωξα να περιγράψω έναν κόσμο πραγματικό που πολύ απέχει από την εικόνα που δημιουργεί η νοσταλγική αναπόληση▪ έναν κόσμο σκληρό, που διακατεχόταν από πάθη και ένστικτα σκοτεινά, αλλά συνάμα διέθετε απλότητα και ομορφιά που έχουν εκλείψει στις μέρες μας. Προσπάθησα να δώσω πνοή στο βλέμμα και στη φωνή των ανθρώπων μιας εποχής αλλοτινής. Γιατί στο βλέμμα και στη φωνή τους καθρεφτίζεται η ψυχή τους. Και αυτήν ακριβώς την ψυχή θέλησα να αναστήσω» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).


Οι εικόνες που μεταφέρει ο Κανελλόπουλος στο χαρτί είναι σκληρές και γεμάτες βία, αγροτικές εργασίες, έχθρες και μίση, προξενιά και έρωτες, το χρήμα και οι κληρονομιές, παρεξηγήσεις και συμφιλιώσεις, βεντέτες και γάμοι, συζητήσεις στα καφενεία, φτώχεια και αγώνας, θάνατοι (πολλοί θάνατοι) και πάθη. Το κοινωνικό σχόλιο είναι εμφανές σε δεύτερο επίπεδο, ενώ η υποβάθμιση της θέσης της γυναίκας είναι έντονη και περνάει μέσα από τις ιστορίες. Οι λεπτομέρειες στα διηγήματα είναι εξαιρετικές, «ακούμε» κυριολεκτικά τον ήχο του όπλου μέσα στη σπηλιά, τις φτυαριές πάνω από τα φέρετρα, τον ήχο των ρυακιών και των ρεμάτων, «μυρίζουμε» τα δωμάτια των σπιτιών, το λιτό φαγητό. Σκηνές της επαρχίας, καθόλου ειδυλλιακές, σκληρές και πολύ καθημερινές.

Χαρακτηριστικοί τύποι του χωριού μπαινοβγαίνουν στις σελίδες του βιβλίου, με ονόματα που τραβάνε την προσοχή: «Τάσης Βασκαντήρας», «Μουστοβασίλης», «Αγαμέμνων Απαλοχέρης», «ο Ντίνος ο Γαζέτας», «ο Τραγότσαλος», διάλογοι ζωντανοί, ιστορίες απλές αλλά αφοπλιστικές που καθώς προχωράει το βιβλίο και ο αναγνώστης εισέρχεται όλο και περισσότερο στο κλίμα του, τον παρασύρουν και τον βυθίζουν μέσα τους. Στο βιβλίο διακρίνονται απόηχοι από Καρκαβίτσα, Βαλτινό, Παπαδημητρακόπουλο αλλά και Μηλιώνη, Παπαμάρκο.


Είναι γεγονός ότι δεν είναι όλα τα διηγήματα στο ίδιο επίπεδο, υπάρχει ανισότητα σε κάποιες από τις ιστορίες, ξεχωρίζουν όμως τρία-τέσσερα, τα οποία είναι πολύ καλά, θα τα χαρακτήριζα εξαιρετικά. «Η μισάντρα», «Η δωρεά», «Ο Τάσης Βασκαντήρας» και (κυρίως το εκπληκτικό) «Η μάνα δεν ήξερε γράμματα» που κλείνει την συλλογή αρμονικά, είναι στιβαρές και πολύ ποιοτικές ιστορίες, που θα μπορούσαν το καθένα από αυτά να σταθούν ως αυτόνομες νουβέλες.

Οικονομία λόγου, γλαφυρότητα και δυναμισμός στην αφήγηση, όπως και η ακρίβεια και η αφαίρεση, δείγμα της ποιητικής σκευής του Κανελλόπουλου χαρακτηρίζουν την συλλογή. Ο συγγραφέας δεν προσπαθεί να εκβιάσει ηθικά διδάγματα, στέκεται πάνω από τους ήρωές του με αγάπη και συμπόνια ελέγχοντας απόλυτα τον ρυθμό των ιστοριών του, δίνοντας με λίγα αλλά μεστά λόγια στον αναγνώστη να καταλάβει και να μπει στο κλίμα. Ένα βιβλίο που δείχνει ότι ο συγγραφέας του, μπορεί να "ανοιχθεί" και σε άλλα λογοτεχνικά είδη με την ίδια επιτυχία (ίσως και μεγαλύτερη) από αυτήν που είχε ως ποιητής.

Εκλεκτικές συγγένειες με τον "Θάνατο του αστρίτη" βρήκα στο ύφος των ιστοριών του νεότατου ποιητή και εικαστικού, Κυριάκου Συφιλτζόγλου στο «Δραμάιλο» (εκδ. Αντίποδες, σελ.77), ένα εκπληκτικό μικρό βιβλίο σε έκδοση κόσμημα, που αποτελεί ένα ταξίδι μέσα σε ερειπωμένα σπίτια της Δραμινής επαρχίας, όπου «συνομιλούν» οι μικρές ιστορίες (πολλές από αυτές, είναι μόνο μια παράγραφος) με τις λιτές αλλά υπέροχες φωτογραφίες του συγγραφέα.

«Δραμάιλο < Δραμάγιλο < Δραμάγιολου (τουρκ.): ο δρόμος για τη Δράμα.»


Παράθεση ονομάτων σαν προσκλητήριο νεκρών, χρονολογίες γέννησης και θανάτου μετατρέπουν την συλλογή από ιδιωτική σε συλλογική, την ιστορία από προσωπική σε γενική, την θλίψη από ατομική σε γενική. Το βιβλίο έχει χρώμα ασπρόμαυρο, σαν τα συναισθήματα που σου γεννάει, σαν τις φωτογραφίες που βρίσκονται στις σελίδες του. Εικόνες από σπίτια μισογκρεμισμένα, πορτρέτα ανθρώπων, νεκροταφεία, ένας τάφος σε ένα λιβάδι, μια καρέκλα, δυο κρεμάστρες, η μια κενή, η άλλη έχει ένα παντελόνι, μια μικρή εικόνα και δίπλα ένα σκουριασμένο κουτάλι, ένα ζευγάρι, ένα διπλό κρεβάτι. Θα μπορούσαν να είναι σε ένα παράδρομο του Route 66, θα μπορούσαν να είναι σε μια στέπα της Ρωσίας, εικόνες που στέκεσαι και τις κοιτάς για ώρες καθώς «αφηγούνται» με διαφορετικό τρόπο, άλλες ιστορίες ή μήπως είναι οι ίδιες;

«Αυτός το ’38, το ’39 ΄χε παντρευτεί, θα σε γελάσω. Γιανγκουνίδης Παύλος. Με τον αδερφό μου κάναν παρέα. Ίδιο λόχο και στην Αλβανία. Όχι, παιδιά δεν θυμάμαι. Γύρισε και με τα χωράφια, καπνά κυρίως. Ελάχιστα σου λέω, όλα οι Βούλγαροι τα παίρναν. Ναι, απ’ ένα χωριό της Τραπεζούντας. Το δικό μας ήταν η Τσιρογιάννη, απ’ τη Ραιδεστό, Θρακιώτες. Ήσυχο κορίτσι. Το ’43 έγινε αυτό. Ούτε τότε είχαν παιδιά. Τη βρήκε χαλασμένη, στα αίματα. Τίποτα, κανένα δεν έπιασαν. Ναι, τη θάψαν. Αυτός χάζεψε, γυρνούσε όλη μέρα μ’ ένα στειλιάρι. Το χτυπούσε στο χώμα και φώναζε, «Κόλαση, Παράδεισος». Τίποτα άλλο. Αυτό μονάχα. Όχι, δεν πείραξε κανέναν, ποτέ. Πως δε τη θυμάμαι, όμορφη ήταν, Ναταλία τη λέγαν. Ναι, εδώ, συνταξιούχος τώρα. Να’σαι καλά.»


Το «Δραμάιλο» (αφιερωμένο στην μητέρα του συγγραφέα που σχετικά πρόσφατα χάθηκε), είναι μια συλλογή πεζοποιημάτων, καθώς τα πεζά διακρίνονται από έντονη ποιητικότητα, ο λόγος είναι υπαινικτικός και αφαιρετικός, ενώ η προφορικότητα στην γραφή έχει δύναμη παρά την δυσκολία που αντιμετωπίζει ο αναγνώστης με τις πολλές άγνωστες λέξεις (ντοπιολαλιές και κατασκευές του συγγραφέα) και την απουσία γλωσσαριού, παρασύρεται όμως από τον λυρισμό και την γοητεία του κειμένου, διαβάζοντας τις ιστορίες δυο και τρεις φορές για να τις κατανοήσει.

Σταυροδρόμι πολιτισμών ο νομός Δράμας και οι γύρω περιοχές της ανατολικής Μακεδονίας, με πρόσφυγες Καππαδόκες, Πόντιους, Μικρασιάτες, Κωνσταντινουπολίτες, οι οποίοι έφτασαν στον τόπο με τις ανταλλαγές των πληθυσμών τα χρόνια που ακολούθησαν την Μικρασιατική καταστροφή. Ο Συφιλτζόγλου καταγόμενος κι αυτός από μια τέτοια οικογένεια (ο πατέρας Καππαδόκης, η μάνα Πόντια), άκουγε από μικρός τους ήχους, τις λέξεις, τις προφορές - όλα αυτά τα ενσωματώνει με δημιουργικό και ευρηματικό τρόπο στις ιστορίες του. Δεν είναι όμως μόνο η γλώσσα που ζωντανεύει μέσα από τη μνήμη, είναι και οι εικόνες από σφαγές και βιασμούς, από την Βουλγαρική κατοχή, από πολέμους που περνάνε δυναμικά μέσα από τις σελίδες της συλλογής, άλλοτε ως κεντρικό σημείο, άλλοτε χρησιμεύοντας ως φόντο.


«Ο μπαρμπα-Λιας, με την Ακού-γιαγιά κι εφτά παιδιά. Ανταναλής, κοντόκανος, με καλπάκι στο κεφάλι. Με βράκα στο γόνατο. Στο ξεραντήριο την πέρναγε. Μια ζωή δυο μέτρα κάτω από το χώμα, δροσά και θεριακλής. Κατέβαζε καπνό απ' το σιρίκι, παστάλι κι αλαμπούρα. Πουλούσε γύρω στα χωριά, πότε αυγό πότε δεκάρα. Το υπόλοιπο στο γόνατο, ψιλόκομα με το χαβάνι, χαρμάνι δυνατό. Μια δυο οι τζούρες, γιαβάσικο στα χείλη, τα μάτια τεμλερέ. Έτσι κυλούσε ο καιρός, μέχρι την καρφωτή. Μπουκάρουν νύχτα οι χωροφυλάκοι, τον πιάνουν στο χαβά. Του σκαν σκαμπίλι ανάστροφο, του ρίχνουν τον καπνό. Τραβά μαχαίρι αυτός, στις καρωτίδες σταυρωτά. Δερβίσηδες τα όργανα, το αίμα γύρω χορευτό. Ο μπαρμπα-Λιας σιχτίριζε, του βρέχαν το παστάλι.»


Απόηχοι του παρελθόντος που καθορίζονται από το ύφος των μικροϊστοριών που αφηγείται ο Συφιλτζόγλου, καθώς η μνήμη και η απώλεια κυριαρχούν στο βιβλίο. Βία και θάνατος, προσφυγιά και ξεριζωμός. Ένας τόπος που έχει γνωρίσει μετακινήσεις πληθυσμών, καταστροφές, πολέμους, κατοχές. Ένα σταυροδρόμι ζώντων και τεθνεώτων και ο συγγραφέας με μάτι εξασκημένο αιχμαλωτίζει εικόνες, που τις μεταφέρει δημιουργικά στο χαρτί. Το ταλέντο του Συφιλτζόγλου ξεχειλίζει, εξαίρετος ποιητής, εκπληκτικός φωτογράφος, έξοχος πεζογράφος, από αυτόν πρέπει να περιμένουμε πολλά!

«Ιωάννης Μωύσογλου, κλάση ’21. Τον πήραν οι Βούλγαροι το ’43, ντουρντουβάκι, να σπάει πέτρες στο Τσέρο Τσάροβο. Γύρισε με πετροζουλήγματα στα πόδια. Ούτε οι ντομάτες με ζάχαρη ούτε τα κρεμμύδια ούτε η κοπριά. Τίποτα. Γίναν τα πόδια του σαν μαυρολάχανα. Βγάλαν σκουλήκια και πριν πεθάνει είχαν ήδη αρχίζει να τον κονταίνουν.»

Βαθμολογία: Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΣΤΡΙΤΗ 80 / 100
                   ΔΡΑΜΑΪΛΟ 83 / 100



 
Τετάρτη, Νοεμβρίου 07, 2018
posted by Librofilo at Τετάρτη, Νοεμβρίου 07, 2018 | Permalink
"Η μοναδική ιστορία" (Μια "αισθηματική αγωγή" στην Αγγλία των '60s)

Μπορεί το λογοτεχνικό είδος που αποκαλούμε "μυθιστόρημα" την εποχή του Samuel Johnson, τον 18ο αιώνα, όταν έγραψε το περίφημο "Λεξικόν της Αγγλικής Γλώσσας" να σήμαινε: «Μια μικρή ερωτική ιστορία», η πορεία όμως του είδους μέσα στα χρόνια και τους αιώνες ώθησε τους λεξικογράφους να δίνουν όλο και πιο πολύπλοκες ερμηνείες στον όρο, ενώ κι οι ερωτικές ιστορίες γινόντουσαν όλο και μεγαλύτερες (και δραματικότερες). Ο σπουδαίος Βρετανός συγγραφέας Julian Barnes (Leicester,1946) προτάσσει το λήμμα του Johnson, στην αρχή του νέου του μυθιστορήματος "Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ" ("The only story") - (εκδ. Μεταίχμιο,(ωραία) μετάφρ. Κατ. Σχινά, σελ. 309), δίνοντας το στίγμα της ιστορίας που θα αφηγηθεί, θέτοντας ερωτήματα για τον έρωτα, τις ιστορίες του και αφήνοντας αναπάντητες πολλές απορίες και αγωνίες που κατακλύζουν το βιβλίο.

«Θα προτιμούσες να αγαπάς πολύ και να υποφέρεις πολύ ή να αγαπάς λίγο και να υποφέρεις λίγο; Νομίζω πως αυτό είναι, τελικά, το μόνο ουσιαστικό ερώτημα.»


Η "Μοναδική ιστορία", είναι ένα βιβλίο που συνομιλεί / εμπνέεται / ομοιάζει, με αρκετά μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας αλλά και κινηματογραφικές ταινίες καθώς στην βάση του υπάρχει η ερωτική ιστορία ενός άβγαλτου νεαρού με μια μεσήλικη γυναίκα. "Η αισθηματική αγωγή" του Φλωμπέρ, "Cheri" της Κολέτ, "Διαβάζοντας στην Χάννα" του Σλινκ είναι μερικά μόνο από τα μυθιστορήματα που μπορεί να αναφέρει κάποιος, ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε την τεράστια κινηματογραφική επιτυχία του Μάικ Νίκολς, της δεκαετίας του '60, "The Graduate" ( "Ο πρωτάρης" από το βιβλίο του Τσ. Γουέμπ που είχε βγει σε βιπεράκι), ταινία που καθιέρωσε τον Ντάστιν Χόφμαν, μετέτρεψε την Αν Μπάνκροφτ σε μεστωμένο σύμβολο του σεξ και έκανε πλουσιότερους τους Σάιμον και Γκαρφάνκελ με τον ύμνο τους στην κα Ρόμπινσον.

«Το παρελθόν όμως το θυμάμαι, δεν το ανασκευάζω. Κι έτσι δεν θα επιδείξω ιδιαίτερη σκηνογραφική μέριμνα. Ίσως να επιθυμούσατε περισσότερα στοιχεία για το περιβάλλον. Ίσως να έχετε συνηθίσει σε περισσότερα. Αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα επ' αυτού. Δεν προσπαθώ να σας αφηγηθώ μια ιστορία· προσπαθώ να πω την αλήθεια. »

Αγγλία, η ταραγμένη δεκαετία του '60. Ο Πολ είναι ένας 19άχρονος φοιτητής, ο οποίος επισκέπτεται τους γονείς του για τις καλοκαιρινές διακοπές στο πατρικό του, σε μια μεσοαστική περιοχή λίγο έξω από το Λονδίνο. Στην λέσχη αντισφαίρισης της περιοχής γνωρίζει την 48άχρονη Σούζαν με την οποία κατόπιν σύντομου φλερτ γίνονται εραστές. Ο Πολ είναι άπειρος και αφελής, μαζεύει σε ένα τετράδιο φράσεις διάσημων συγγραφέων για τον έρωτα, είναι αδέξιος και μπερδεμένος, η Σούζαν είναι παντρεμένη και έχει δύο μεγάλες κόρες (λίγο μεγαλύτερες από τον Πολ), ο δε σύζυγός της, ο Γκόρντον Μακλάουντ είναι ένας συντηρητικός και βίαιος άνθρωπος με προβλήματα αλκοολισμού. Το κουτσομπολιό οργιάζει στο μικρό και βαρετό προάστειο, οι συνθήκες ζωής γίνονται αφόρητες και για τους δύο, καθώς αποβάλλονται από την λέσχη λόγω "ανάρμοστης συμπεριφοράς" ενώ ο έρωτάς τους φουντώνει. Οι γονείς του Πολ έχουν φρικάρει, ο δε σύζυγος της Σούζαν γίνεται βιαιότερος. Οι δύο εραστές αποφασίζουν να τους παρατήσουν όλους και όλα και να πιάσουν ένα σπίτι στο Λονδίνο. Η συμβίωση στην αρχή φαίνεται αρμονική, αλλά καθώς περνάει ο καιρός, αναδύονται προβλήματα που οι δύο εραστές δεν είχαν υπολογίσει ή συνειδητοποιήσει, τα ψέματα της Σούζαν, οι επισκέψεις στην οικογένειά της που προκαλούν άγχος και στενοχώριες, το τέλος είναι κοντά.

«Όμως ποτέ μην το ξεχνάς, νεαρέ Κύριε Πολ. Όλοι έχουν την ερωτική τους ιστορία. Όλοι. Μπορεί να ήταν φιάσκο, μπορεί να ξεφούσκωσε, μπορεί ποτέ να μην προχώρησε, μπορεί να ήταν φαντασίωση – αυτό δεν την κάνει λιγότερο πραγματική. Καμιά φορά, την κάνει περισσότερο πραγματική. Βλέπεις ένα ζευγάρι και σου φαίνεται ότι βαριούνται αφόρητα ο ένας τον άλλον· σου είναι αδύνατον να φανταστείς ότι έχουν οτιδήποτε κοινό, αναρωτιέσαι γιατί εξακολουθούν να ζουν μαζί. Αλλά δεν είναι απλώς συνήθεια, δεν είναι βόλεμα, δεν είναι εφησυχασμός, δεν είναι σύμβαση, δεν είναι οτιδήποτε τέτοιο. Είναι γιατί κάποτε, είχαν την ερωτική τους ιστορία. Όλοι είχαν. Είναι η μοναδική ιστορία


Ο Μπαρνς αλλάζει στυλ γραφής σε κάθε ένα από τα τρία μέρη του βιβλίου. Το πρώτο μέρος είναι γραμμένο σε πρωτοπρόσωπη γραφή, το δεύτερο σε δεύτερο πρόσωπο και το τρίτο μέρος σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, ακολουθώντας τα στάδια της σχέσης του Πολ και της Σούζαν από ορμητική σε ήρεμη και κατόπιν σε θνήσκουσα. Ο Πολ ωριμάζει μέσα από την σχέση, προσπαθεί να την κρατήσει ζωντανή, στέκεται δίπλα στην Σούζαν που αναδεικνύεται όσο η αφήγηση προχωρά σε μια τραγική φιγούρα, έναν δραματικό χαρακτήρα τελείως διαφορετική από τις πρώτες σελίδες. Οι τελευταίες εκατό σελίδες του μυθιστορήματος είναι στοχαστικές και ιδιαίτερα συγκινητικές για το πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί μια σχέση που η πορεία της ήταν ουσιαστικά προδιαγεγραμμένη (καθώς η περίπτωση Μακρόν και Μπριζίτ είναι η εξαίρεση στον κανόνα).

«Κατά καιρούς, έθετε στον εαυτό του ένα ερώτημα περί ζωής. Ποιες είναι πιο γνήσιες, οι ευτυχισμένες ή οι δυστυχισμένες αναμνήσεις; Τελικά αποφάσισε πως το ερώτημα δεν είχε απάντηση.»

Ο Barnes με το πάντα σαγηνευτικό του ύφος, τις προτάσεις (που σε χτυπάνε αλύπητα και) που δεν προλαβαίνεις να σημειώνεις, και την κομψότητα της γραφής του, καθηλώνει (κυριολεκτικά) τον αναγνώστη, σε ένα μυθιστόρημα για τα παράδοξα και τα μυστήρια του έρωτα, τις απαιτήσεις της σχέσης, τους μικρούς καθημερινούς αγώνες, τις προδοσίες και τα ψέματα, την σιωπή πίσω από τις κλεισμένες πόρτες, τις παρεξηγήσεις και τα δεδομένα που ανατρέπονται. Δεν υπάρχει καμιά πρωτοτυπία στην ιστορία που αφηγείται ο συγγραφέας, αλλά είναι ο τρόπος που το κάνει, που είναι εντυπωσιακός και σε ξαφνιάζει, όταν συνειδητοποιείς (ή ξαναθυμάσαι από τα προηγούμενα βιβλία του) ότι, μπορεί να μετατρέψει τα τετριμμένα και τα κλισέ σε πολύ ενδιαφέροντα γεγονότα ενώ η μελαγχολική αίσθηση της ατμόσφαιρας του βιβλίου μετά την μέση του αγγίζει και τον πιο αποστασιοποιημένο αναγνώστη.

«Να και μια εγγραφή – σοβαρή κι αυτή – που δεν την είχε διαγράψει μέσα στα χρόνια. Δεν μπορούσε να θυμηθεί που την είχε αλιεύσει. Ποτέ δεν σημείωνε τον συγγραφέα ή την πηγή· δεν ήθελε να παρασυρθεί από την φήμη του αποφθεγματολόγου· η αλήθεια έπρεπε να στέκεται από μόνη της, καθαρή και χωρίς υποστυλώματα. Αυτή εδώ πήγαινε ως εξής: «Κατά τη γνώμη μου, κάθε έρωτας, ευτυχισμένος ή δυστυχισμένος, είναι πραγματική καταστροφή αν του παραδοθείς ολοκληρωτικά». Ναι, αυτή η εγγραφή άξιζε να μείνει. Του άρεσε η ορθή περιληπτικότητά της: «ευτυχισμένος ή δυστυχισμένος». Αλλά το κλειδί ήταν: «Αν του παραδοθείς ολοκληρωτικά». Παρά τα φαινόμενα, ο αφορισμός δεν ήταν απαισιόδοξος ούτε γλυκόπικρος. Ήταν η αλήθεια για τον έρωτα, διατυπωμένη από κάποιον παρασυρμένο εντελώς στη δίνη του, και φαινόταν να περικλείει όλη τη θλίψη της ζωής. Θυμήθηκε και πάλι τη φίλη που πολύ καιρό πριν του είχε πει ότι το μυστικό του γάμου ήταν «να μπαίνεις και να βγαίνεις» κατά βούληση. Ναι, τώρα επιτέλους το έβλεπε, ίσως αυτό σου έδινε κάποια ασφάλεια. Όμως η ασφάλεια δεν είχε καμιά σχέση με τον έρωτα.»

«Η μοναδική ιστορία», το δέκατο τρίτο μυθιστόρημα του εξαίρετου Julian Barnes είναι από τα καλύτερά του και το στυλ της αφήγησής του παραμένει μοναδικό. Οι ερωτικές ιστορίες, μικρές ή μεγάλες, πάντα θα συγκινούν, πάντα θα ενδιαφέρουν τον κόσμο – είναι το πώς θα τις αφηγηθείς που διαφέρει και μπορεί έναν συγγραφέα να τον ανυψώσει στα ουράνια και τον άλλον να τον ρίξει στα τάρταρα.

Μπορεί με τα δύο πρώτα μέρη του μυθιστορήματος, να παρακολουθούμε την ιστορία των δύο πρωταγωνιστών αλλά, το τρίτο μέρος του βιβλίου, η ματιά του Πολ στο παρελθόν, ο άντρας που έγινε, οι αποφάσεις που πήρε, η πορεία που διέγραψε είναι σελίδες λογοτεχνικής ανθολογίας, που θα μπορούσαν να σταθούν αυτόνομα, ολοκληρώνοντας ένα υπέροχο μυθιστόρημα.

Βαθμολογία: 84 / 100