Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 15, 2017
posted by Librofilo at Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 15, 2017 | Permalink
Αλλόκοτος ελληνισμός
Επτά περιπτώσεις ιδιαίτερων ανθρώπων, εξετάζει ο συγγραφέας και καθηγητής Φιλοσοφίας, Νικήτας Σινιόσογλου (Αθήνα,1976), στο υπέροχο και πρωτότυπο δοκίμιό του, με τίτλο “ΑΛΛΟΚΟΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ” (εκδόσεις Κίχλη, σελ. 357), ένα απόλυτα σαγηνευτικό βιβλίο που κινείται σε ένα δυσδιάκριτο όριο μεταξύ λογοτεχνικού δοκιμίου, φιλοσοφικής μελέτης και ιστορικής έρευνας, εξετάζοντας μορφές της πνευματικής ιστορίας του παρελθόντος, βρίσκοντας όμως (μέσα από αυτές) στοιχεία της σημερινής κατάστασης.

“Η εμπειρία του αλλόκοτου υπενθυμίζει ότι κάτι πάντα αντιστέκεται στην κοινωνικά μεσολαβημένη εφαρμογή του λόγου της κοινότητας, ότι ένας σκοτεινός όγκος αναφομοίωτος και ανεπικοινώνητος βρίσκει πάντα τρόπο να εισβάλλει στον ορίζοντα του λόγου και της ιστορίας. Ενώπιόν του η στοχαστική φύση παραμένει διαρκώς ανικανοποίητη, αλλά και δημιουργική. Αδύνατον η αλλόκοτη σκέψη να γίνει κοινόκτητη καθ' όλου, ενώ είναι διαρκώς μόνον ο εαυτός της, εντέλει αποκλεισμένη στην εαυτότητά της κι ας πασχίζει να τη μεταδώσει όπως συμβαίνει με τον νιτσεϊκό Ζαρατούστρα. Το αλλόκοτο δεν διαλέγεται παρά σημαίνει. Αλλόκοτο είναι ότι αντιστέκεται.”



Στο βιβλίο του, ο Σινιόσογλου δεν επιθυμεί να κάνει μια ιστορική διαδρομή των ιδεών από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και μετά, ούτε να παραθέσει γεγονότα. Εξετάζει επτά περιπτώσεις ανθρώπων που κινούντο στα όρια. Στα όρια των ιδεών, της κοινωνικής αποδοχής, ουσιαστικά σε συνθήκες κρίσιμες ή έκτακτης ανάγκης. Οι περισσότεροι από τους “αλλόκοτους” αυτούς ανθρώπους, περιθωριοποιούνται για τις ιδέες τους, η κάποιοι από αυτούς γίνονται γνωστοί για κάποιες από τις ιδέες που βόλευαν (και βολεύουν) καταστάσεις.

“Το αλλόκοτο δεν είναι έννοια πολιτικώς ορθή, μήτε ανώδυνη. Ο φορέας του αλλόκοτου κινείται αναπόταμα και δεν ξενίζει απλώς – ενδέχεται να λοξεύει επίμονα θέτοντας σε δοκιμασία τις αντοχές της κοινότητας. Η ετυμολογία της λέξης παραπέμπει ήδη στη μνησικακία, την παρατεταμένη χολή (“άλλο και κότος <κότος: ο πολυετής χόλος και την μήνιν υπεραναβάς>), θυμίζοντάς μας πως αλλόκοτος είναι κατά βάθος ο ανεπιθύμητος και εναντιαίος, οπωσδήποτε ο έχων ασυνήθη φύσιν ή μορφήν, παράδοξος, διάστροφος, κακοσχημάτιστος, τερατώδης.”

Το βιβλίο χωρίζεται ουσιαστικά σε δύο μέρη, δύο ιστορικά ορόσημα για τον σύγχρονο ελληνισμό. Την άλωση της Κων/λης και ουσιαστικά το τέλος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (1453), και την δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους (1830-1860), με ενδιάμεσο μια μοναδική περίπτωση του 18ου αιώνα. Ο συγγραφέας συνδυάζει τις περιπτώσεις των ανθρώπων που εστιάζει με έννοιες όπως: περιπλάνηση, ουτοπία, εκτοπισμός, βλασφημία, αίρεση, αλλόκοτο, ψευδολογία. Οι πρωταγωνιστές της μελέτης του Σινιόσογλου είναι επτά “σαλοί” (“λοξίες” όπως τους χαρακτηρίζει), ακατανόητοι για τους σύγχρονούς τους, “φευγάτοι” όπως θα λέγαμε σήμερα διανοητές, επτά μοναχικοί και πολύ ιδιαίτεροι άνθρωποι, οι οποίοι άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο, άφησαν το στίγμα τους στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας.

Οι επτά ξεχωριστοί άνθρωποι στους οποίους εστιάζει ο Σινιόσογλου στην εξαιρετική μελέτη του, είναι:

Στο πρώτο μέρος
α) Ο Ιταλός (τυπικά) Κυριακός Αγκωνίτης (1391-1452) ένας έμπορος που αφιέρωσε τη ζωή του στην περιπλάνηση, ένας flaneur πριν τη μόδα των ταξιδευτών, ψάχνοντας τα ερείπια του παρελθόντος, και συντάσσοντας αστυγραφίες και ερειπιογραφίες στα ημερολόγια του (προσπαθώντας όπως δήλωνε “να ξυπνήσει τους νεκρούς”), λίγο πριν την άλωση της Πόλης.
β) Ο ουτοπιστής Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων (1355 – 1452), ο οποίος οραματίστηκε ότι η αρχαιότητα και ο παγανισμός μπορούν να διασώσουν το παρακμάζον Βυζάντιο, προσπαθώντας να επηρεάσει τους Παλαιολόγους.
γ)Ο Μάρουλλος Ταρχανιώτης, ένας εκτοπισμένος Βυζαντινός, ο οποίος ως μισθοφόρος ζώντας στην Ιταλία, με την παθιασμένη του ποίηση για την ανεστιότητα και το ανεκπλήρωτο του έρωτα, ψάχνει τη νεοελληνική ταυτότητα.

Ενδιάμεσα βρίσκεται:
δ)Ο Χριστόδουλος Παμπλέκης (1733 – 1793), εξ Ακαρνανίας, θεωρείται “το μαύρο μαργαριτάρι” της νεοελληνικής φιλοσοφίας με το “βλάσφημο” έργο του “Περί Θεοκρατίας”, εξ' αιτίας του οποίου αφορίστηκε. Το έργο του θεωρείται ότι ανήκει στον ριζοσπαστικό διαφωτισμό – πρόδρομο στις ιδέες του Διαφωτισμού του 18ου και 19ου αιώνα.

Στο δεύτερο (και πιο ενδιαφέρον) μέρος που αφορά τον 19ο αιώνα:
ε)Ο “αιρετικός” Θεόφιλος Καΐρης (1784 – 1853), ο οποίος με το έργο του, “Θεοσέβεια”, προσπάθησε να υποκαταστήσει τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό, με μια φιλοσοφική, και περισσότερο ορθολογιστική και εγγύτερα στον Διαφωτισμό θρησκευτική προσέγγιση, ερχόμενος σε αντίθεση με την κοινή λογική και το πολιτικοθρησκευτικό κατεστημένο της εποχής.
στ) Ο “αλλόκοτος” Παναγιώτης Σοφιανόπουλος (1786 – 1856), μια “σπάνια περίπτωση ειδωλολατρικής συμπεριφοράς στην προεπαναστατική Ελλάδα”. Ουτοπιστής βασισμένος στις ιδέες των Φουριέ και Σαιν-Σιμόν, επιζητά την αναθεώρηση όλων των μέχρι τότε θεωρούμενων ως δεδομένων ανθρώπινων γνώσεων. Παρεκλίνοντας κι αυτός από την “κοινή λογική” και αντισυμβατικός στο έπακρο, κάνοντας θυσίες σε βωμούς, και ερχόμενος σε ρήξη με όλους κι όλα, οραματίζεται μια “Νέα Ηθική” μέσα από την εφημερίδα “Πρόοδος” που εξέδιδε (και πιθανότατα ήταν ο μόνος πραγματικός της αναγνώστης).
ζ) Ο διαβόητος πλαστογράφος και ψευδολόγος Κωνσταντίνος Σιμωνίδης (1820 ή 1824 – 1867 ή 1890), αποτελεί αναμφίβολα την γοητευτικότερη περίπτωση “αλλόκοτου” που εξετάζει ο Σινιόσογλου. Πλαστογράφος ολκής, μια περίπτωση που θα μπορούσε να είναι πρόγονος των Πεσσόα και Μπόρχες, λοιδορήθηκε και χαρακτηρίστηκε ως “το μεγαλύτερο κάθαρμα που γέννησε η Ελλάδα”, μια περίπτωση που υπερέβη την στενή ελληνική πραγματικότητα, προκαλώντας σκάνδαλο στους Γερμανικούς πανεπιστημιακούς κύκλους, αλληλογραφώντας με Βρετανικές εφημερίδες, πλαστογραφώντας ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό, μπερδεύοντας τους πάντες.

“Οι Σαλοί του Διαφωτισμού είναι ένας μακρινός και ελάχιστα μελετημένος αστερισμός. Ξεκινούν πολλά υποσχόμενοι, μα οι ιδέες τους καταλήγουν ετερόκλητες και φυγόκεντρες, οι αναζητήσεις τεθλασμένες και οι συζητήσεις ακατάληκτες. Διατηρούν όμως μιαν ιδιαίτερη, παραγνωρισμένη φιλοσοφική σημασία. Ο αστερισμός τους αφενός δείχνει τα όρια του διαφωτιστικού εγχειρήματος, το σημείο δηλαδή όπου η γλώσσα και οι ιδέες του Νεοελληνικού Διαφωτισμού εξαντλούνται. Τούτο είναι σημαντικό, επειδή για να γνωρίσει κανείς τη δυναμική του Νεοελληνικού Διαφωτισμού οφείλει να γνωρίζει το σημείο καμπής όπου αυτή εκφυλίζεται ή μεταλλάσσεται: να κατανοήσει την ακμήν του.”


Ο Σινιόσογλου δεν ασχολείται με τις βιογραφίες των ανθρώπων αυτών. Τον ενδιαφέρουν οι ιδέες τους και η διαδρομή τους, η πολεμική που ασκήθηκε εναντίον τους από το κατεστημένο και την περίφημη κοινή λογική. Γράφει για τον καταλυτικό ρόλο της εκκλησίας (κυρίως στην περίπτωση των Καΐρη και Σοφιανόπουλου) και εγείρει το κρίσιμο ερώτημα, το οποίο βεβαίως αιωρείται από την πρώτη σελίδα του βιβλίου, τι ακριβώς είναι η (διαρκώς αναζητούμενη) “Ελληνικότητα” και τι περιέχει αυτή; Αυτοί οι επτά άνθρωποι, προσπάθησαν να χτίσουν τις γέφυρες μεταξύ αρχαιότητας και νέου Ελληνισμού ερχόμενοι σε ρήξη με ότι ήταν κοινώς αποδεκτό, άμεσα εμπλεκόμενοι στον αγώνα τους πληρώνοντάς το, με την περιθωριοποίηση τους (οι περισσότεροι), τον εξευτελισμό τους, τον εξοστρακισμό τους από την κοινωνία.

Γραμμένο με εξαιρετικό και απαράμιλλο ύφος του βιβλίο του Σινιόσογλου, έχει μεγάλες λογοτεχνικές (εκτός από τις προφανείς φιλοσοφικές) αρετές. Η γλώσσα του, ιδιαίτερη και σαγηνευτική, αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη που διαβάζει δυο και τρεις φορές την κάθε σελίδα, όχι ακριβώς λόγω δυσκολίας – το βιβλίο μπορεί να μην είναι το απλούστερο (πως θα μπορούσε άλλωστε;), αλλά δεν παρουσιάζει δυσκολία κατανόησης -, αλλά λόγω της γοητείας που αποπνέει ο ζωντανός και παθιασμένος λόγος του συγγραφέα. Η περιπέτεια των ιδεών που παραθέτει ο συγγραφέας είναι απολαυστική και ο αναγνώστης βγαίνει πολλαπλά κερδισμένος μετά την ολοκλήρωση αυτού του πολύτιμου βιβλίου.

* Το βιβλίο απέσπασε το βραβείο Δοκιμίου - Μελέτης, από το ηλεκτρονικό περιοδικό "Αναγνώστης" για το 2017.






 
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 04, 2017
posted by Librofilo at Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 04, 2017 | Permalink
Η πιο θλιβερή ιστορία (Ο καλός στρατιώτης)
Διάβασα για πρώτη φορά το μυθιστόρημα “Ο ΚΑΛΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ” (“The Good Soldier”), του σπουδαίου Βρετανού συγγραφέα Ford Madox Ford (Surrey,1873 – Ντοβίλ Γαλλία, 1939), την δεκαετία του '90, σε μετάφραση του Γ.Ι.Μπαμπασάκη, στην έκδοση του “Δελφινιού” (ενός εκδοτικού οίκου που είχε βγάλει αρκετά ενδιαφέροντα βιβλία της ξένης λογοτεχνίας), και το μόνο που θυμόμουν από το βιβλίο ήταν η έκπληξη για το ύφος του, και, η αμφίσημη διάθεση που μου είχε προκαλέσει, δεν με είχε συγκινήσει ιδιαίτερα, μάλλον με είχε μπερδέψει. Το ξαναδιάβασα τώρα, 20 χρόνια αργότερα, στην υπέροχη έκδοση της σειράς Aldina, των εκλεκτών εκδόσεων Gutenberg, στην ίδια (αλλά ξαναδουλεμένη) θαυμάσια μετάφραση του Μπαμπασάκη και κυριολεκτικά μαγεύτηκα από την δύναμη και την διεισδυτικότητα αυτού του μοναδικού λογοτεχνικού επιτεύγματος. Ανέκαθεν απέδιδα μεγάλη σημασία στην έννοια του “timing”, της χρονικής δηλαδή στιγμής που διαβάζεις ένα βιβλίο, στην περίπτωση του “Καλού στρατιώτη” επιβεβαιώθηκα πλήρως.


Ο “Καλός στρατιώτης”, ξεκινάει με μια πρόταση που από τη μια σοκάρει τον αναγνώστη, από την άλλη προκαλεί το αμέριστο ενδιαφέρον του: “Αυτή: η πιο θλιβερή ιστορία που έχω ποτέ μου ακούσει – η πιο θλιβερή.”
Ο αφηγητής αυτής της (όντως) θλιβερής ιστορίας είναι ο Αμερικανός Ντάουελ, ο οποίος με την σύζυγό του Φλόρενς, και το ζευγάρι των Βρετανών Έντουαρντ και Λεονόρα Άσμπερναμ είναι οι ήρωες μιας παράξενης και ιδιαίτερα νοσηρής ιστορίας που διαδραματίζεται σε ένα βάθος εννέα χρόνων, από την ημέρα γνωριμίας των τεσσάρων έως την τραγική κατάληξη των δύο εξ αυτών.

Η πλοκή του μυθιστορήματος είναι φαινομενικά απλή, αλλά, όπως σε όλα τα μεγάλα ψυχολογικά δράματα, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, και, κάτω από την λουστραρισμένη επιφάνεια κρύβονται πάθη, μίση, έχθρες και απέραντη κακία, παρ' ό,τι όπως συνεχώς τονίζει ο αφηγητής “ήταν όλοι καλοί άνθρωποι”.
Ο Ντάουελ αφηγείται την ιστορία της γνωριμίας του με την Φλόρενς, ένας γάμος συμφέροντος από την πλευρά της – εκείνη ήθελε να παντρευτεί έναν τζέντλεμαν με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και να ταξιδέψει στην Ευρώπη. Τον βρίσκει στο πρόσωπο του αφελούς Ντάουελ, και του ανακοινώνει από την αρχή του ταξιδιού της ότι πάσχει από την καρδιά της και χρειάζεται ησυχία. Αντιλαμβανόμαστε γρήγορα από τα λεγόμενα του αφηγητή, ότι ο γάμος τους είναι λευκός, εκείνος είναι πολύ δειλός, πολύ “κύριος” για να την πλησιάσει και να αμφισβητήσει τα λεγόμενα της "εύθραυστης" νεαράς συζύγου του.
Σε ένα ευρωπαϊκό θέρετρο (στην Έσση της Γερμανίας), γνωρίζουν το ζεύγος Άσμπερναμ, όπου ο Έντουαρντ, ο Προτεστάντης σύζυγος, είναι απόστρατος αξιωματικός του Αγγλικού στρατού (“ο καλός στρατιώτης” του τίτλου του βιβλίου), και εκείνη, η Λεονόρα είναι Καθολική Ιρλανδέζα από πολυμελή οικογένεια που βρισκόταν στα πρόθυρα χρεωκοπίας. Ο Έντουαρντ αντιμετωπίζει κι εκείνος (μάλλον πραγματικά) προβλήματα με την καρδιά του, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να συνάψει σχεδόν αμέσως, ερωτικές σχέσεις με την Φλόρενς, κάτι που ο Ντάουελ αργεί να συνειδητοποιήσει παρά τις εμφανείς (ολοφάνερες μάλλον) ενδείξεις.

“Αλλά ο αληθινός πυρετός του πόθου, η αληθινή κάψα ενός πάθους που δεν παύει να καίει, που δεν παύει να συναρπάζει, στην ψυχή ενός άντρα δεν είναι άλλη παρά η διακαής λαχτάρα του να ταυτιστεί με τη γυναίκα που αγαπά. Ποθεί να δει με τα ίδια μάτια, ν'ακούσει με τα ίδια αφτιά, ν'αγγίξει με την ίδια αίσθηση αφής, να απολέσει την ταυτότητά του, να τυλιχτεί, να τονωθεί. Γιατί ό,τι κι αν λέγεται για τις σχέσεις των φύλων, δεν υπάρχει άντρας που ν'αγαπάει μια γυναίκα και να μη λαχταράει σ'αυτήν να πάει μέσα της, εκεί, εντός, για να ξαναβρεί τις χαμένες του δυνάμεις, να ξανανιώσει το σθένος του, ν'αποκοπεί απ' ό,τι τον δυσκολεύει. Κι αυτό, ναι, αυτό θα ΄ναι, αυτό, ό,τι κι αν λένε, το κύριο κίνητρο του πόθου του γι' αυτήν. Ναι, τόσο φοβισμένοι είμαστε όλοι, τόσο μόνοι μας είμαστε όλοι, κι όλοι μας τόση ανάγκη έχουμε την έξωθεν επιβεβαίωση της αξίας μας στη ζωή, της αξίας μας στην ύπαρξη.”

Ο Ντάουελ τονίζει συνεχώς ότι οι Άσμπερναμ είναι “καλοί άνθρωποι” και νιώθει υπερηφάνεια για την κοινή τους παρέα. Ο Έντουαρντ είναι το πρότυπο στρατιώτη, εραστή, συζύγου, η δε Λεονόρα στιβαρή και πάντα δίπλα του να προλάβει κάθε απαίτηση. Η αφήγηση όμως ξεκινάει όταν έχει επέλθει το μοιραίο γεγονός του θανάτου της Φλόρενς και η απότομη αφύπνιση του Ντάουελ, που διαπιστώνει ότι πίσω από την φαινομενική κομψότητα και ηρεμία της παρέας τους, κρυβότανε ένα μεγάλο πάθος. Πίσω από την “ασθένεια” της συζύγου του υπήρχε η υποκρισία και η εκμετάλλευση, όχι μόνο με τον Έντουαρντ αλλά και με έναν νεανικό της έρωτα στο Παρίσι, πίσω από τον “αψεγάδιαστο” και ευγενικό τρόπο του Έντουαρντ υπήρχε μια έντονη αδυναμία να ελέγξει τις ορμές του, να σεβαστεί κάποια πράγματα, όπως έδειχνε και το παρελθόν του σε διάφορες μονάδες που υπηρέτησε με περιπτώσεις γυναικών που γοήτευσε. Πίσω από την ψύχραιμη και γλυκιά Λεονόρα, υπήρχε υπολογισμός και μεθόδευση που διαφαίνεται καθαρά προς το τέλος του μυθιστορήματος. Ο Ντάουελ αρνείται να πιστέψει αυτά που βλέπει, συνεχώς μονολογεί “δεν ξέρω, δεν ξέρω”, από την τυφλή εμπιστοσύνη περνάει σιγά αλλά σταθερά στο μίσος απέναντι στη νεκρή πλέον σύζυγό του, και ψάχνει παντού για απαντήσεις στις απορίες του. Τι είναι άραγε ο Ντάουελ, αφελής ή ιδιαίτερα πονηρός και πλεονέκτης;

Όπως βλέπουμε, ο αφηγητής του βιβλίου είναι παντελώς αναξιόπιστος καθώς συνεχώς αναιρεί τον εαυτό του, τα λεγόμενά του, η Φλόρενς είναι μια άκαρδη γυναίκα (που διατείνεται ότι είναι “καρδιακή”), ο Έντουαρντ είναι ένας άβουλος ερωτύλος, η Λεονόρα έχει την δική της ατζέντα. Τα δύο ζευγάρια τρώνε τις σάρκες τους υπογείως καθώς η επιφάνεια δείχνει αδιατάρακτη, μέχρι την μοιραία στιγμή που η Φλόρενς θεωρώντας ότι ο Έντουαρντ απέκτησε νέα ερωμένη, αφαιρεί τη ζωή της, διαλύοντας τα πάντα.

“Έχω, και το ξέρω, αφηγηθεί την ιστορία αυτή μ' έναν τρόπο ακανόνιστο, δίχως συνοχή, και θα 'ναι δύσκολο πολύ για τον καθένα να βρει το δρόμο του μέσα απ' αυτό που ίσως μοιάζει με λαβύρινθο. Αλλά δε μπορώ να κάνω τίποτα πια, δε μπορώ να βοηθήσω. Επέμεινα στην ιδέα πως βρίσκομαι σε κάποιαν αγρέπαυλη μ' έναν σιωπηλό ακροατή, που ανάμεσα απ' τις ριπές του αγέρα και τον αχό της απόμακρης θάλασσας ακούει την ιστορία μου όπως του τη λέω. Κι όταν κανείς αφηγείται μια τέτοια ιστορία – παρατεταμένη, λυπηρή, θλιμμένη -, πηδάει ακανόνιστα από το παρελθόν στο μέλλον κι από το μέλλον στο παρελθόν. Θυμάται άξαφνα σημεία που είχε ξεχάσει, και τα εξηγεί λεπτομερειακά, μια που διαπιστώνει πως δεν τα έθιξε όταν έπρεπε και πως ενδέχεται η άκαιρη παράλειψή τους να έχει δημιουργήσει εσφαλμένες εντυπώσεις. Παρηγοριέμαι στη σκέψη ότι πρόκειται για μιαν αληθινή ιστορία και ότι τελικά όλες οι αληθινές ιστορίες μεταδίδονται μ' αυτόν τον τρόπο καλύτερα, σα να πρόκειται για μια ιστορία που διηγείται κάποιος σε κάποιον άλλον, προφορικά. Έτσι, μοιάζουν πιο πειστικές, πιο αληθινές.”

Το μυθιστόρημα του Φορντ, αυτό το λογοτεχνικό μπρα-ντε-φερ, το τόσο μεστό, πυκνογραμμένο και με υπέροχο στυλ, δημιούργησε σχολή με το ιμπρεσιονιστικό τρόπο της αφήγησής του. Όλα τα παρακολουθούμε μέσα από την εν πολλοίς διαστρεβλωμένη ματιά του αφηγητή και τα συνεχή μπρος-πίσω του. Βρισκόμαστε συνεχώς μπροστά σε αινίγματα, σε μια μπάμπουσκα που από μέσα της βγαίνουν άλλες μικρότερες. Η επιφάνεια αδιατάρακτη, μεγαλοαστική και άκρως υποκριτική – από κάτω γίνεται της μουρλής και χωρίς να κουνηθεί βλέφαρο. Είναι όντως μια ιστορία πάθους, όπως είναι και ο υπότιτλος του βιβλίου, αλλά (κι εδώ είναι άλλη μια μεγάλη μαγκιά του συγγραφέα), με έναν αφηγητή άψυχο και χωρίς πάθος. Τι σαρκασμός, τι ειρωνεία!

Ο Αμερικανός Ντάουελ είναι ο άνθρωπος του “τέλους της εποχής”, του ανθρώπου των πρώτων χρόνων του 20ου αιώνα, που έχει τις σταθερές του αξίες, τα πιστεύω του, τον θαυμασμό του προς οτιδήποτε ευρωπαϊκό, του ανθρώπου που πιστεύει στην αγάπη, στον έρωτα, στις ανθρώπινες σχέσεις και όλα αυτά διαλύονται με την έναρξη του Α Παγκόσμιου πολέμου, όπου τα πάντα ανατρέπονται. Ο Ντάουελ ανήμπορος να κατανοήσει το τι γίνεται γύρω του, επιλέγει να “βλέπει” αυτά που τον βολεύουν θεωρώντας ότι μπορεί να πάει έτσι για τον υπόλοιπο βίο του, αλλά τα γεγονότα τον ξεπερνάνε. Ταυτόχρονο ο συγγραφέας κάνει έναν διάλογο με τον αναγνώστη του, τού δημιουργεί ερωτηματικά, τον ταρακουνάει συνεχώς, του αναποδογυρίζει τα δεδομένα, τον κάνει να νιώθει άβολα (αν νιώθουμε εμείς έτσι έναν αιώνα μετά, φανταστείτε τον αναγνώστη του 1915 όταν εκδόθηκε το βιβλίο) σε μια μεγαλειώδη και άψογα χορογραφημένη ελεγεία.

Λογοτεχνικός αφηγητής / ήρωας με τα χαρακτηριστικά του Ντάουελ ίσως και να παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην πεζογραφία καθιστώντας το έργο του Μάντοξ Φορντ απόλυτα πρωτοποριακό και μοντερνιστικό, αλλά βέβαια, το μυθιστόρημα θυμίζει έντονα Χένρι Τζέιμς, καθώς ο υπέροχος Μάντοξ Φορντ κεντάει, με το αφηγηματικό του ύφος, και την ψυχολογική ενδοσκόπηση των ηρώων του, η δε δομή του θα μπορούσε να είναι αυτή, ενός Γαλλικού μυθιστορήματος των Φλωμπέρ και Μπαλζάκ, ενώ όπως αναφέρει στο εξαίρετο επίμετρό του ο Γ.Ι.Μπαμπασάκης, με τον Τζόζεφ Κόνραντ ο Φορντ “συνεργάστηκε στη συγγραφή τριών μυθιστορημάτων και διδάχτηκε απ' αυτόν το πως θα πρέπει να χρησιμοποιούνται οι λέξεις και να συντίθενται τα μυθιστορηματα”.

Ένας κριτικός λογοτεχνίας της εποχής, χαρακτήρισε τον “Καλό στρατιώτη” ως “το καλύτερο γαλλικό μυθιστόρημα της αγγλικής γλώσσας”, ενώ ο Colm Toibin είδε στο βιβλίο  την μάχη για την εξουσία μεταξύ της Ιρλανδέζας Λεονόρας και του Έντουαρντ Άσμπερναμ. Σε ένα αριστουργηματικό μυθιστόρημα σαν κι αυτό, όλες οι ερμηνείες είναι ανοιχτές, αλλά εκείνο που μετράει περισσότερο είναι η απόλυτη λογοτεχνική απόλαυση που προσφέρει.

_____________________________________________________

Βαθμολογία: 89/100