Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2026
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2026 | Permalink
5 μυθιστορήματα
5 ωραία μυθιστορήματα, για τα οποία έγραψα στην προσωπική μου σελίδα στο FB τους τελευταίους μήνες. Είναι το "I LOVE DICK" της Αμερικανίδας Chris Kraus (το πιο αδύναμο απ' ολα), το αριστουργηματικό "ΕΓΩ" του Peter Flamm (το καλύτερο απ' όλα), το υπέροχο "ΑΜΝΟΙ ΚΑΙ ΛΕΟΝΤΕΣ" του Γ. Μόσχου (πραγματική έκπληξη!), το εξαιρετικό "ΥΠΟΘΕΣΗ ΣΠΑΡΣΟΛΤ" του πολύ καλού Βρετανού Allan Hollinghurst, και το θαυμάσιο "ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ" της Παλαιστίνιας Ibtisam Azem.
Τι ακριβώς είναι το «I LOVE DICK», το (κάτι σαν) μυθιστόρημα της Αμερικανίδας Chris Kraus (εκδ. Αλεξάνδρεια, μετάφρ. Μ.Φακίνου, σελ. 341); Πάνε μερικές μέρες που έχω ολοκληρώσει την (κάποιες φορές βασανιστική) ανάγνωσή του και ακόμα δεν έχω καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα.
Τι ακριβώς είναι το «I LOVE DICK», το (κάτι σαν) μυθιστόρημα της Αμερικανίδας Chris Kraus (εκδ. Αλεξάνδρεια, μετάφρ. Μ.Φακίνου, σελ. 341); Πάνε μερικές μέρες που έχω ολοκληρώσει την (κάποιες φορές βασανιστική) ανάγνωσή του και ακόμα δεν έχω καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα.
Το βιβλίο είναι τυπικά, ένα «επιστολικό μυθιστόρημα», αλλά διαφέρει ριζικά από τις «Επικίνδυνες σχέσεις» του Λακλός που μάλλον αποτέλεσε το πρότυπό του. Χωρισμένο σε δύο μέρη που έχουν ως τίτλο «Σκηνές από ένα γάμο» και «Κάθε γράμμα είναι ένα ερωτικό γράμμα», το βιβλίο ξεκινάει στο Λος Άντζελες, με τη «μοιραία βραδιά» της γνωριμίας της κινηματογραφίστριας πειραματικών ταινιών 39χρονης Κρις και του 56άχρονου Γάλλου συζύγου της Σιλβέρ, που είναι καθηγητής πανεπιστημίου στη Νέα Υόρκη, με τον Ντικ, έναν Άγγλο κριτικό που έχει μετοικήσει στο Λος Άντζελες για να διδάξει εκεί.
Οι τρεις τους θα συναντηθούν για ένα δείπνο, βασικά λόγω του επαγγελματικού ενδιαφέροντος του Ντικ για τον Σιλβέρ. Μετά το φαγητό, θα οδηγήσουν μέχρι το σπίτι του Ντικ και λόγω της κακοκαιρίας, το ζευγάρι θα κοιμηθεί εκεί. Καθ’ όλη τη διάρκεια της βραδιάς, η Κρις θεωρεί ότι υπάρχει έντονο φλερτ από τη μεριά του Ντικ, το περιγράφει δε το επόμενο πρωί στον σύζυγό της, ως «εννοιολογικό γαμήσι». Η Κρις και ο Σιλβέρ φεύγουν και για μέρες δεν σκέφτονται τίποτε άλλο παρά τον Ντικ. Η Κρις φαντάζεται τον εαυτό της ως σύγχρονη Έμμα Μποβαρύ κι όλα σβήνουν από μπροστά τους και συζητάνε μόνο γι’ αυτόν. Έτσι λοιπόν, αρχίζουν να γράφουν ανεπίδοτες ερωτικές (από τη μεριά της Κρις) επιστολές στον (τελείως αδιάφορο και εξαφανισμένο από τα τηλέφωνα) Ντικ. Επιστολές που τις διαβάζουν μεταξύ τους και αυτό συντελεί στην αναζωπύρωση της τελματωμένης σχέσης τους. Κάποια στιγμή συνειδητοποιούν ότι ο όγκος των επιστολών είναι πάνω από 80 σελίδες και η Κρις αποφασίζει να τις στείλει στον Ντικ – που συνεχίζει να μη βγαίνει στο τηλέφωνο, παρά μόνο έχει σποραδικές συνομιλίες επαγγελματικού ενδιαφέροντος με τον Σιλβέρ. Οι επιστολές παραδίδονται αλλά απόκριση καμία!
«Ιδού η συνταγή: τα έφτιαξα με τον Σιλβέρ επειδή είδα πως θα μπορούσα να τον βοηθήσω να βάλει σε μια τάξη τη ζωή του. Νιώθω έλξη για σένα επειδή βλέπω πώς μπορείς να με βοηθήσεις να διαλύσω τη δική μου…»
Η Κρις συνεχίζει να γράφει γράμματα στον Ντικ, εκθέτοντας διαρκώς τον εαυτό της σε μια κατάσταση εξευτελισμού, αλλά το βιβλίο στο δεύτερο μέρος του ξεφεύγει από αυτό το πλαίσιο και περιγράφει τη ζωή της Κρις με και χωρίς τον Σιλβέρ, το σπίτι τους σε μια επαρχία της πολιτείας της Νέας Υόρκης, ενώ διαβάζουμε και για εκθέσεις Τέχνης, την πολιτική κατάσταση στη Νικαράγουα, δείπνα με «αξιοσημείωτους ανθρώπους» και την συνεχή «δυσαρέσκεια» της Κρις, για το ότι αποτελούσε απλά συνοδεία του διακεκριμένου και αναγνωρισμένου συζύγου της.
Το «I LOVE DICK» με τον προκλητικό του τίτλο, αποτελεί μια κραυγή απόγνωσης για τη θέση μιας διανοούμενης γυναίκας σε έναν αντρικό κόσμο, για την «ανδρική εξουσία», για τη δυσκολία να πάρουν σοβαρά τα αισθήματά της, τις νευρώσεις της σχέσης – διότι το πιο ενδιαφέρον μέρος του βιβλίου, είναι η σχέση μεταξύ Σιλβέρ και Κρις. Εκεί που χάνει τον αναγνώστη, το μυθιστόρημα, τον αφήνει ενεό με ένα ευφυέστατο και συγκλονιστικό φινάλε.
Το βιβλίο είναι ένα γεμάτο ειρωνεία και ναρκισσισμό autofiction ιδεών και ταυτόχρονα μια αφοπλιστική εξομολόγηση, με αυτό το «ζευγάρι παλιάτσων» (όπως γράφει ένας κριτικός λογοτεχνίας). Κάποιες φορές απολαυστικό, κάποιες φορές θες να το πετάξεις μακριά, αλλά αυτά τα συναισθήματα που σου προκαλεί, το κάνουν άκρως ενδιαφέρον και ιντριγκαδόρικο.
«Εν συντομία» #8
Στο πρωτόλειο έργο του Peter Flamm, που εκδόθηκε το 1926 στη Γερμανία, με τίτλο «ΕΓΩ;» («ICH?»), αποκαλύπτοντας έναν συγγραφέα στιβαρό και με ιδιαίτερο προσωπικό ύφος, ήρωας είναι ένας άνδρας που εμφανίζεται στην οικογένειά του, μετά το τέλος του Α Παγκόσμιου πολέμου. Το δίλημμα τίθεται αμέσως! Ποιος είναι όμως αυτός ο άντρας; Είναι ο ευκατάστατος μεγαλοαστός χειρουργός Χανς Στερν ή ο ταπεινός φούρναρης Βίλχελμ Μπέτουχ;
Το βιβλίο που εκδόθηκε στη χρονιά που φεύγει από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε εξαιρετική μετάφραση της Μαρίας Μαντή, ξεκινάει με μια πρόταση που μπορεί να σημαίνει πολλά, ενδέχεται όμως να οδηγεί σε λανθασμένες εντυπώσεις: «Όχι εγώ, κύριοι δικαστές, ένας νεκρός είναι αυτός που σας μιλάει με το στόμα μου.» Άρα εδώ, έχουμε μια δίκη και ο κατηγορούμενος προσπαθεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του.
Εμπνεόμενος από την (αληθινή και καταγεγραμμένη σε νομικά έγγραφα της εποχής) ιστορία του αγρότη Μαρτέν Γκιέρ από τον 16ο αιώνα (από την οποία εμπνεύστηκε και η ταινία «Sommersby» πριν από μερικές δεκαετίες), ο Φλαμ ξετυλίγει μια ιστορία αινιγματική, στην οποία δεν υπάρχει ασφαλής κατάληξη για τον αναγνώστη.
Ο άνδρας που θεωρείται ότι είναι ο γιατρός Στερν, πιστεύει ο ίδιος ότι είναι ο φούρναρης Μπέτουχ και έχει καπηλευθεί το όνομα, την ταυτότητα του νεκρού Στερν. Επιστρέφει σπίτι, όλοι τον υποδέχονται συγκινημένοι, μόνο ο σκύλος του δεν τον αναγνωρίζει ως άλλος Άργος από την Οδύσσεια. Ο Χανς φέρεται και κινείται παράξενα, αλλά επιστρέφει στην εργασία του, την οποία διεκπεραιώνει κανονικά, ενώ ακόμα και η ερωμένη του θα του προτείνει να ξαναζήσουν ρομαντικές στιγμές. Ο Χανς όμως συνεχίζει να θεωρεί ότι είναι ένας άλλος, που καπηλεύεται την ταυτότητα του γιατρού.
Το ερώτημα αιωρείται από την πρώτη σελίδα. Ποιος αφηγείται; Ένας νεκρός που θεωρεί ότι είναι ακόμα ζωντανός ή ένας ζωντανός που έχει κλέψει την ταυτότητα ενός νεκρού; Πως μπορεί και ασκεί την Ιατρική, αλλά και γιατί η αδερφή του φούρναρη, τον αναγνωρίζει ως τον χαμένο αδερφό της; Μήπως πρόκειται για τον επιθανάτιο ρόγχο ενός ετοιμοθάνατου ανθρώπου; Μήπως ο Στερν πεθαίνοντας στο μέτωπο την τελευταία μέρα του πολέμου (σαν άλλος ήρωας του Ρεμάρκ) πεθαίνοντας, βλέπει ένα τελευταίο όνειρο;
Η κοινωνική κατάσταση στην ηττημένη χώρα περιγράφεται με σχολιαστικό ύφος, το δε μυθιστόρημα διακρίνεται από μια υπερβολή στα πρόσωπα και στις καταστάσεις χαρακτηριστικό του εξπρεσιονιστικού κινήματος που άνθισε στον μεσοπόλεμο κυρίως στον κινηματογράφο, από την τεχνική του οποίου δείχνει έντονα επηρεασμένος ο συγγραφέας με έντονη χρήση του μοντάζ στις εναλλαγές των σκηνών. Το μοντερνιστικό και με χρήση εσωτερικού μονολόγου μυθιστόρημα βέβαια, είναι ουσιαστικά μια αναζήτηση ταυτότητας, εαυτού με το διαρκές ερώτημα να αιωρείται: «Ποιος είμαι;».
Το «ΕΓΩ;», είναι ένα σύντομο, ρέον, πολύ ουσιώδες και γεμάτο δυναμισμό μυθιστόρημα, που μας συστήνει έναν άγνωστο στην ελληνική αγορά δημιουργό, ο οποίος με την άνοδο του Ναζισμού διέφυγε στην Αμερική όπου έκανε επιτυχημένη καριέρα ως Ψυχίατρος.
«Εν συντομία» #9
Μια από τις λογοτεχνικές εκπλήξεις της χρονιάς που έφυγε, έκανε ο (γνωστός ως συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας) Γιάννης Μόσχος (Μαγνησία,1982), με το (κάτι σαν) ελληνικό γουέστερν μυθιστόρημά του «ΑΜΝΟΙ ΚΑΙ ΛΕΟΝΤΕΣ» εκδόσεις Τόπος, σελ.285), ένα στιβαρό και απολαυστικό βιβλίο, που περιγράφει, μια περιπετειώδη ιστορία καταδίωξης και μια συγκινητική ιστορία ξεριζωμού – δυο φαινομενικά αταίριαστες καταστάσεις που όμως αριστοτεχνικά ενώνονται στη διάρκεια του μυθιστορήματος.
Ο Μόσχος στήνει την πλοκή του, στην ελληνική επαρχία του 1925 και κατά τη διάρκεια της βραχύβιας Δικτατορίας του Πάγκαλου. Εποχή αστυνομοκρατίας, αναδιαμόρφωσης του κράτους, που προσπαθεί (και το επιτυγχάνει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) να πατάξει την «ληστοκρατία» (δηλαδή την παρανομία με την ύπαρξη συμμοριών) στην επαρχία και κυρίως στις ορεινές περιοχές της χώρας. Ο διαβόητος Γιαγκούλας έχει εκτελεστεί, τα μηνύματα πλέον της «μηδενικής ανοχής» είναι σαφή και παλαιοί αδερφικοί φίλοι από όλες της πλευρές, δεν διστάζουν να καταδώσουν για να σωθούν.
Από τη μια λοιπόν έχουμε, μια συμμορία ληστών (που έρχεται από το βαρύ παρελθόν του 19ου αιώνα), στα απάτητα μέρη των Αγράφων, η οποία προσπαθεί να διαφύγει την εξολόθρευση (γιατί η σύλληψη συνεπάγεται εκτέλεση και περιφορά της κεφαλής σε κάποια πλατεία), από τα ειδικά Τάγματα που έχει συγκροτήσει η Χωροφυλακή και περιέχουν «μετανοημένους» Ληστές, πρώην ποινικούς και κάποιους χωροφύλακες. Στην καταδίωξη και οι δύο πλευρές πλιατσικολογούν και θερίζουν ότι βρεθεί στο δρόμο τους, σε μια απέλπιδα προσπάθεια επιβίωσης.
Από την άλλη έχουμε, τον πρόωρο εξοβελισμό ενός σαρακατσάνικου τσελιγκάτου από την γη που νοίκιαζε τους θερινούς μήνες, καθώς οι μικροϊδιοκτήτες (που προέκυψαν μετά την αναδιανομή της γης, στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα), θεωρούν ότι δεν τους συνέφερε πλέον η παραχώρηση γης σε ενοικιαστές. Οι οικογένειες των σαρακατσάνων αρχίζουν λοιπόν την πορεία τους προς τον κάμπο για να ξεχειμωνιάσουν, διωγμένοι (και οικονομικά εξαπατημένοι) από τους παλιούς τους συνεργάτες, χωρίς να ξέρουν τις τους περιμένει.
Συμμορίτες και τσέλιγκες, θα συναντηθούν ως απόβλητοι και ανεπιθύμητοι πλέον, θεωρούμενοι είτε ως επικίνδυνοι, είτε ως περιθωριακοί υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουν την κατάχρηση εξουσίας και την καχυποψία όλων.
Ο Μόσχος έγραψε ένα ιδιαίτερα βίαιο και σκληρό μυθιστόρημα, αφομοιώνοντας με τον καλύτερο τρόπο, κινηματογραφικές τεχνικές, όπου ο ρυθμός είναι καταιγιστικός, οι εικόνες μοναδικές, η αναπαράσταση της εποχής ζωντανή, ενώ είναι εμφανής η επιρροή των τεχνικών του McCarthy, είτε ως προς την περιγραφή των βίαιων σκηνών, είτε της ψυχολογικής αποτύπωσης των ηρώων του πολυπρόσωπου αυτού μυθιστορήματος. Το «ΑΜΝΟΙ ΚΑΙ ΛΕΟΝΤΕΣ», δεν είναι απλά ένα περιπετειώδες μυθιστόρημα, έχει ευδιάκριτο κοινωνικοπολιτικό σχόλιο, είναι φτιαγμένο με τα συστατικά ενός καθηλωτικού θρίλερ καταδίωξης, ενώ ταυτόχρονα είναι ένα απολαuστικότατο page-turner, που η καταιγιστική του δράση, δεν σ’ αφήνει να ηρεμήσεις στιγμή, διαβάζοντας το.
«Εν συντομία» #10
Το πρόσφατα εκδοθέν μυθιστόρημα «ΥΠΟΘΕΣΗ ΣΠΑΡΣΟΛΤ» («The Sparsholt affair») – (εκδόσεις Καστανιώτημετάφρ. Ορφέας Απέργης, σελ. 573) του πολυβραβευμένου Βρετανού συγγραφέα Alan Hollinghurst, δεν αποτελεί κάποια τομή στην εξαίρετη λογοτεχνική του πορεία, αλλά είναι ένα ωραίο, στυλάτο (στο γνώριμο ύφος του συγγραφέα) μυθιστόρημα.
Ο γεννημένος το 1954 συγγραφέας, δεν ξεφεύγει από το είδος της «Queer λογοτεχνίας», με την «ΥΠΟΘΕΣΗ ΣΠΑΡΣΟΛΤ». Στο μυθιστόρημά του καταγράφεται η πορεία της ζωής των ομοφυλόφιλων ανδρών από τα μέσα του 20ου αιώνα, έως τις αρχές του 21ου. Ο Χόλινγκχερστ συνθέτει με ηρεμία και υπομονή την πλοκή του βιβλίου γύρω από μια ιδιαίτερη και μάλλον «θολή» υπόθεση, χρησιμοποιώντας πολλούς χαρακτήρες μέσα στην πορεία των 70 ετών που είναι ο αφηγηματικός χρόνος της ιστορίας που περιγράφει.
Το βιβλίο χωρίζεται σε πέντε χαλαρά συνδεδεμένα μεταξύ τους μέρη, όπου το καθένα εκτυλίσσεται σε διαφορετικές περιόδους. Από την αρχή του Β παγκόσμιου πολέμου στη φοιτητική Οξφόρδη, στη δεκαετία του ’60 και την οικονομική άνοδο, στο swinging London των δεκαετιών 70’s και 80’s, στις δεκαετίες ’90 και 2000, με την ξέφρενη και άκρατη σεξουαλική ελευθερία, στην επέλαση του χρόνου με τους θανάτους κάποιων από τους χαρακτήρες. Διατρέχοντας την περίοδο αυτή, στο μυθιστόρημα περιγράφεται η πορεία της αποποινικοποίησης της ομοφυλοφιλίας στη Μεγάλη Βρετανία, οι αλλαγές στη γλώσσα, στην αποδοχή και στην κουλτούρα. Βέβαια το τελικό συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι η δυσκολία στις σχέσεις παραμένει παρά την μεγαλύτερη ελευθερία και ευκολία στην εύρεση συντρόφου και το άγχος για τα μοναχικά γηρατειά γίνεται βραχνάς.
Το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται ο τίτλος, είναι ο Ντέιβιντ Σπάρσολτ, ένας νεαρός άνδρας που εμφανίζεται τυχαία στην Οξφόρδη, ταράσσοντας με την ομορφιά του, τους πάντες και κυρίως μια παρέα αριστοκρατών νεαρών που σπουδάζουν εκεί. Στα χρόνια που περνάνε ο προαναφερόμενος, θα πάει στον πόλεμο, θα τιμηθεί και θα εξαργυρώσει τον βαθμό του, ασχολούμενος με επιχειρήσεις. Θα απασχολήσει την κοινή γνώμη της χώρας, με αφορμή ένα πολιτικοκοινωνικό και ερωτικό σκάνδαλο στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Η ιστορία αυτή, που οι λεπτομέρειές της, δεν αποκαλύπτονται στον αναγνώστη, θα παραμείνει ως «μύθος», στιγματίζοντας όμως την οικογένειά του και κυρίως τον γιο του Τζόνι, που είναι ο άτυπος πρωταγωνιστής της πλοκής του βιβλίου. Ο Τζόνι είναι ένας πολύ εμφανίσιμος νεαρός που ερχόμενος στο Λονδίνο να σπουδάσει, εντάσσεται στα καλλιτεχνικά κυκλώματα της πόλης και κυρίως στις παρέες των ανδρών που με τον ένα ή τον άλλον τρόπο είχαν γνωρίσει τον πατέρα του, κάποτε στην Οξφόρδη. Ο Τζόνι αναζητά την ταυτότητά του, σεξουαλική και κοινωνική, εμπλεκόμενος με άτομα μιας ανώτερης τάξης από αυτή που είναι και που στην πορεία της ιστορίας, αποδεικνύεται βασικό στοιχείο της, καθώς τα σύνορα είναι ευδιάκριτα και δύσκολα σπάνε.
Η αφήγηση εξελίσσεται μέσα από σιωπές, φήμες και συμπεράσματα μέσα από συμφραζόμενα, ενώ η ιστορία γύρω από την περίφημη «υπόθεση Σπάρσολτ» παραμένει αινιγματική και ομιχλώδης, αλλά αναφέρεται ως ένας διαρκής κίνδυνος διατάραξης της καθεστηκυίας τάξης. Ο Χόλινγκχερστ αποφεύγει τις κορυφώσεις στην πλοκή του βιβλίου, σε σημείο να κουράζει κάποιους αναγνώστες. Το σεξ για τον συγγραφέα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το κοινωνικό και οικονομικό στάτους, την τάξη που ανήκεις, την εκφορά του λόγου. Τονίζεται ότι η ανώτερη τάξη μπορεί να απορροφήσει ευκολότερα την κοινωνική κατακραυγή, η οποία σε «χαμηλότερες τάξεις» μπορεί να επιφέρει δραματικές εξελίξεις. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου, είναι η ενδελεχής παρατήρηση του συγγραφέα πάνω στην ανδρική ομορφιά, όπως και στα ερωτικά χαρακτηριστικά του ατόμου/προσώπου προς παρατήρηση, δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως ο Τζόνι γίνεται διάσημος πορτρετίστας χάρη στην ικανότητά του αυτή.
Η «Υπόθεση Σπάρσολτ» με τον διφορούμενο τίτλο (η λέξη «affair» δεν μεταφράζεται μόνο ως «Υπόθεση» αλλά και ως «Σχέση»), είναι ένα μυθιστόρημα εκλεπτυσμένου ύφους που θυμίζει Henry James, η ειρωνεία είναι διάχυτη, οι λεπτομέρειες σε κάθε συναίσθημα, σε κάθε κίνηση σχεδόν εξαντλητικές. Όλα αυτά με ένα στυλ αποστασιοποιημένο και με κάποια ψυχρότητα στις περιγραφές αποφεύγοντας τις δραματοποιήσεις και τις υπερβολές. Είναι ένα μυθιστόρημα για την μνήμη, την μυστικοπάθεια, την επιθυμία, τις καταπιεσμένες ορμές, τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις στις Βρετανικές ανώτερες τάξεις, την υποκρισία της Βρετανικής κοινωνίας, την αναζήτηση ομορφιάς αλλά και κυρίως την αναζήτηση ταυτότητας (κάθε είδους).
«Εν συντομία» #11
Το μυθιστόρημα της Παλαιστίνιας (που ζει στη Ν.Υόρκη) συγγραφέως Ibtisam Azem (Taybeh, 1985), με τίτλο “ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ” (εκδόσεις Gutenberg, μετάφρ. Πέρσα Κουμούτση), είναι ένα κείμενο πολιτικό και αλληγορικό-συμβολικό που μιλάει για την απουσία, τη μνήμη, την ταυτότητα.
Στο βιβλίο της Αζέμ, ουσιαστικά η προσπάθεια κριτικής αποτίμησης αρχίζει και τελειώνει με την εξιστόρηση των “what if…” γεγονότων που περιγράφει. Τι θα γινόταν αν, μια ωραία πρωία, οι Παλαιστίνιοι που ζουν στο Ισραήλ εξαφανίζονταν, χωρίς να καταλάβει κανείς, πως και τι. Από τη μια στιγμή στην άλλη, χάνεται κάθε ίχνος της παρουσίας τους. Το μόνο που μένει, είναι οι αναμνήσεις των ανθρώπων (Ισραηλινών εν προκειμένω), που τους έχουν γνωρίσει η συναναστραφεί με τον ένα ή τον άλλον τρόπο.
Ήρωες του μυθιστορήματος είναι ο Ισραηλινός δημοσιογράφος Άριελ και ο γείτονάς του στην πολυκατοικία του Τελ Αβίβ, ο Παλαιστίνιος Αλάα. Οι αφηγήσεις των δύο αντρών, η φιλία που εξελίσσεται σε σημείο που ο ένας να έχει κλειδιά του διαμερίσματος του άλλου περιγράφονται, μέχρι τη στιγμή που ο Άριελ θα συνειδητοποιήσει ότι ο φίλος του εξαφανίστηκε αλλά τα αντικείμενα του διαμερίσματός του παραμένουν ανέγγιχτα. Εκεί μέσα βρίσκει ένα σημειωματάριο, όπου περιέχονται οι μνήμες του Αλάα, από την γιαγιά του, την “Τάτα”, επιζήσασα της ήττας του ‘48 (που οι Παλαιστίνιοι περιγράφουν ως “Νάκμπα”=σφαγή).
Ο Άριελ μέσα από τις αφηγήσεις του Αλάα στο σημειωματάριο ανακαλύπτει έναν άνθρωπο λυρικό και συναισθηματικό αλλά και διχασμένο ανάμεσα στην προσαρμογή στην καθημερινότητα και στη συλλογική μνήμη. Οι καταγραφές του αφορούν συναισθήματα και καταστάσεις που δεν θα μπορούσε να συζητήσει ακόμα και με τον “προοδευτικότερο” Εβραίο (όπως θεωρούσε τον Άριελ - είναι όμως τόσο “ανοιχτός” ο τελευταίος;). Οι μυρωδιές της παλιάς Γιάφας (σημερινό Τελ Αβίβ), οι μνήμες και οι περιγραφές της τραγωδίας του ‘48, οι ονομασίες των οδών και των τόπων που άλλαξαν, οι μυρωδιές όπως τις μετέφερε η γιαγιά του.
Ο Άριελ νιώθει αμήχανα με όλα αυτά που διαβάζει, μπερδεύεται και οδηγείται σε βαθύτερες σκέψεις, νιώθει άβολα, αλλά μέσα από αυτή την ανάγνωση αντιλαμβανόμαστε ότι οι αντιστάσεις μέσα του είναι δυνατότερες απ’ ότι πιστεύει.
Μπορεί να αφήνει πολλά ερωτήματα που προκύπτουν από την ανάγνωση αναπάντητα, αλλά η Αζέμ, μέσα από ένα βιβλίο, άκρως αλληγορικό, συναισθηματικό και άμεσο, αφήνει στον αναγνώστη της να στοχάζεται με καίριες απορίες. όπως: Εξαφανίζεται η μνήμη; Εξαφανίζεται/Διαγράφεται η ταυτότητα; Πόσο έτοιμοι είμαστε να δεχτούμε μια διαφορετική άποψη;
Η κατάληψη του διαμερίσματος του Αλάα, από τον Άριελ και η απόφαση του, για την αλλαγή της κλειδαριάς με την οποία κλείνει το υπέροχο αυτό μυθιστόρημα, πράξη που στο μυαλό του έρχεται σχεδόν “φυσιολογικά”, δείχνει την πορεία των πραγμάτων.





