Πέμπτη, Δεκεμβρίου 22, 2016
posted by Librofilo at Πέμπτη, Δεκεμβρίου 22, 2016 | Permalink
Τρία λευκά φέρετρα
Οξύτατη πολιτική σάτιρα με στοιχεία θρίλερ και περιπέτειας, συνιστούν τα στοιχεία του θαυμάσιου μυθιστορήματος,  “ΤΡΙΑ ΛΕΥΚΑ ΦΕΡΕΤΡΑ” (“Tres autades blancos”), του Κολομβιανού συγγραφέα και δημοσιογράφου Antonio Ungar (Μπογκοτά, 1974), (Εκδ. Αλεξάνδρεια, μετάφρ. Κ.Παλαιολόγος, σελ. 294). Το βιβλίο, που κέρδισε το βραβείο Premio Heralde του 2010, είναι ένα ιδιότυπο λογοτεχνικό παιχνίδι, ενδεδυμένο την μορφή μιας καλοκουρδισμένης περιπέτειας που εντυπωσιάζει με την κατασκευή του και παρασέρνει τον αναγνώστη σε μια εξωφρενική όσο και εφιαλτική ιστορία.


Ο συγγραφέας τοποθετεί την δράση σε μια χώρα της Λατινικής Αμερικής που ονομάζει, Μιράντα και η οποία παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την πατρική του γη, την Κολομβία, μια χαρακτηριστική “μπανανία”. Ο ήρωας (και αφηγητής) της ιστορίας, Χοσέ Καντόνα, είναι ένας ρέμπελος και τελείως αντικοινωνικός τύπος που ζει με τον πατέρα του, παίζοντας κοντραμπάσο και πίνοντας ατελείωτες ποσότητες αλκοόλ καθημερινά. Κύριο χαρακτηριστικό του είναι η  εντυπωσιακή ομοιότητά του με τον ηγέτη της Αντιπολίτευσης Πέδρο Ακίρα, ο οποίος είναι πολύ πιθανόν στις επερχόμενες Προεδρικές εκλογές να ανατρέψει τον επί δεκαετίες δικτάτορα της χώρας, Τομάς δελ Πίτο, εκπρόσωπο της μεγαλοαστικής τάξης και των γαιοκτημόνων. Ο Ακίρα όμως, πέφτει νεκρός από τις σφαίρες ενός πληρωμένου δολοφόνου και ένας πρώην συμμαθητής του ανύποπτου Χοσέ που είναι το δεξί χέρι του νεκρού πολιτικού, του προτείνει να πάρει τη θέση του, υποδυόμενος τον Ακίρα, ο οποίος ως “επιζήσας” μετά την δολοφονική απόπειρα έχει ακόμα μεγαλύτερες πιθανότητες να κατακτήσει την εξουσία.

Ο ήρωας μας δέχεται την πρόταση, η οποία βέβαια είναι συγκεκριμένου χρόνου. Το σχέδιο είναι, ο Ακίρα να πάρει τις εκλογές ενώ δεν έχει διαφύγει τον κίνδυνο και αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, να δηλωθεί νεκρός. Τα πράγματα βέβαια, ως συνήθως δεν έρχονται όπως προγραμματίζονται, και ο Χοσέ  από ένας εντελώς στον κόσμο του τύπος, τελείως αδιάφορος προς τα κοινά, ενσωματώνει τον ρόλο που του ανατίθεται και μετατρέπεται σε έναν διαφορετικό Ακίρα χαλώντας το σενάριο και κάνοντας την ιστορία ροντέο με πολλούς νεκρούς, απαγωγές και καταδιώξεις. Οι πολλές ανατροπές της ιστορίας θα συνεχιστούν μέχρι το αινιγματικό φινάλε του μυθιστορήματος.

“Είναι εντυπωσιακά τα σπίτια των νεόπλουτων στη Σιουδάδ Αμουραγιάδα. Ο δυναμισμός, η πειθαρχία και το πείσμα που επέδειξαν για να εξαπατήσουν, να συσσωρεύσουν πλούτη και να σφαγιάσουν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Μιράντας αποτυπώνονται σε χλιδάτες οροφές με φατνώματα από γύψο, πολυτελή σιδερένια φιλιγκράν και κατασκευές από ξύλο δρυός που παραπέμπουν στις Χίλιες και μία νύχτες. Η παρομοίωση μ'αυτό το βιβλίο είναι του τουριστικού οδηγού, όχι δικιά μου. Την ώρα που απολαμβάνουμε τις προσόψεις, τις εισόδους, τα πρόστεγα, τα μπαλκόνια (Θεέ μου, κοιτάξτε εδώ υδρορροές, η φράση σχηματίζεται μόνη της στο πάγκρεάς μου) διασχίζει το δρόμο ένα γκρουπ από πάμπλουτους πολίτες. Όλοι τους φορούν άσπρα κεντημένα πουκάμισα, χακί παντελόνια και μικρά ψάθινα καπέλλα: μοιάζουν σαν να έχουν μεταμφιεστεί επί τούτου για μια γιάνκικη ταινία περί Λατινικής Αμερικής. Τριγύρω τους, βουίζοντας σαν σφήκες, περπατούν εκατοντάδες φτωχά παιδιά. Εκατοντάδες που μπορεί να είναι και χιλιάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες εκεί, στην κυψέλη από την οποία προέρχονται (στη σφηκοφωλιά).

Φορούν όλοι τους το λιτό, μινιμαλιστικό συνολάκι της συλλογής φτώχεια καλοκαίρι – καλοκαίρι. Είναι κοκκαλιάρικα, με φουσκωμένες κοιλιές, σκουρόχρωμα, κουρελιάρικα, βρόμικα. Άξιοι εκπρόσωποι της συνομοταξίας τους. Βουίζουν για ένα νόμισαμ. Προερχόμενα από τις χιλιάδες τρώγλες που, ως συνέπεια του πολέμου, εμφανίστηκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια γύρω από τη Σιουδάδ Αμουραγιάδα. Σ'αυτές κατοικούν άνθρωποι που εκδιώχθηκαν από τα αγροκτήματά τους μέσω α)σφαγής, β)πείνας, γ)αρπαγής του αγροκτήματος, δ) άφιξη πολυεθνικής εταιρείας, ε)όλων των προαναφερθέντων, στ)της υπόσχεσης ότι θα έχουν τη χαρά να ζήσουν σε έναν τροπικό παράδεισο, δέκα λεπτά μόλις απόσταση από ένα από τα μαργαριτάρια της αποικιακής αρχιτεκτονικής στην Καραϊβική: τρώγλες που τις κατοικούν όλοι εκείνοι που δεν διαβάζουν, που δεν ψηφίζουν, που δεν έχουν ιδέα ποιός είναι ο Τομάς δελ Πίτο (όλοι εκείνοι που δεν έχουν στον Πίτο μοίρα)."

Τα “Τρία λευκά φέρετρα” είναι ένα κυνικό και ανατρεπτικά σατυρικό βιβλίο, που έχει το άρωμα του εμβληματικού μυθιστορήματος του Γκ.Γκ.Μάρκες “Το φθινόπωρο του Πατριάρχη”. Ο αφηγητής του μυθιστορήματος, ακολουθεί μια διαδρομή αυτογνωσίας και ουσιαστικής ενηλικίωσης, συνειδητοποιώντας την πραγματική κατάσταση της χώρας και τα όχι και τόσο ανιδιοτελή σχέδια των συνεργατών του ήρωα που υποδύεται. Θα πραγματοποιήσει την εξέγερσή του προσπαθώντας να ξεσκεπάσει ένα καθεστώς που είναι δυνατότερο από αυτόν, τόσο δυνατό που το συναντάει μπροστά του ακόμα και στις πιο ανύποπτες στιγμές. Οι νίκες θα είναι πρόσκαιρες και μικρές, αλλά οι ήττες θα είναι συντριπτικές και (υπερβολικά) αιματοβαμμένες.


Στην πολιτική του δυστοπία, ο συγγραφέας επιλέγει ένα γκροτέσκο και υπερβολικό τόνο στην περιγραφή των γεγονότων. Ο ήρωας αυτοσαρκάζεται συνεχώς και η ειρωνία διαπερνάει την ραχοκοκκαλιά του βιβλίου. Υποθέτω ότι είναι ο ασφαλέστερος τρόπος να καταδείξει εμφαντικά την διαφθορά και την βία μιας απάνθρωπης δικτατορίας, η οποία κυριαρχεί με τον φόβο και τα όπλα. Το μυθιστόρημα σε πολλά σημεία ισορροπεί μεταξύ ενός καρτουνίστικου και σλάπστικ ύφους που μετατρέπει ορισμένους δευτερεύοντες χαρακτήρες σε χάρτινους και αναληθείς, χωρίς όμως, το στοιχείο αυτό, να του στερεί την δυναμική των γεγονότων που αφηγείται.

Εν κατακλείδι, τα “Τρία λευκά φέρετρα” είναι ένα συναρπαστικό και σαγηνευτικό πολιτικό θρίλερ, ωραιότατο page-turner βιβλίο, με το οποίο περνάς καταπληκτικά. Σε πολλά σημεία εφιαλτικό και αγωνιώδες, συνεχώς σου κλείνει το μάτι σε καταστάσεις και γεγονότα που είτε έχεις διαβάσει, είτε έχεις δει στην τηλεοπτική οθόνη. Ο συγγραφέας που ζει πλέον στο Ισραήλ, επιλέγει τον δρόμο της λογοτεχνίας για να τονίσει πράγματα και καταστάσεις της ηπείρου ή και της χώρας που γεννήθηκε, πολιτικές δολοπλοκίες που δεν θα μας φανούν τελείως άγνωστες, μια γκροτέσκα καθημερινότητα στην οποία ίσως θα πρέπει να συνηθίσουμε και αυτό κάνει το βιβλίο του ιδιαίτερα επίκαιρο και αιχμηρό.