Τετάρτη, Νοεμβρίου 16, 2016
posted by Librofilo at Τετάρτη, Νοεμβρίου 16, 2016 | Permalink
Ο χορταριασμένος δρόμος
Μια Ιρλανδέζικη οικογένεια (τι άλλο;) πρωταγωνιστεί στο πολύ καλό βραβευμένο μυθιστόρημα “Ο ΧΟΡΤΑΡΙΑΣΜΕΝΟΣ ΔΡΟΜΟΣ” (“The green road”), (Εκδ. Καστανιώτη, μετάφρ. Α.Καλοκύρης, σελ. 349), της πολύ αξιόλογης Ιρλανδής συγγραφέως Anne Enright (Δουβλίνο,1962), ένα στιβαρό δράμα οικογενειακών σχέσεων και διαψευσμένων προσδοκιών, μεγάλων και μικρών αποχωρισμών με έντονο κοινωνικό σχόλιο.

“Η ζωή είναι γεμάτη με πράγματα για τα οποία μετανιώνουμε”

Το μυθιστόρημα διατρέχει μια περίοδο 25 χρόνων, από το 1980 έως το 2005. Μέσα σ'αυτά τα χρόνια η χώρα αλλάζει και μαζί της η μητριαρχική οικογένεια Μάντιγκαν. Στο πρώτο μέρος που καταλαμβάνει πάνω από το μισό του βιβλίου, παρακολουθούμε σε διαφορετικές χρονικές περιόδους το κάθε μέλος της οικογένειας (εκτός από τον πατέρα), δηλαδή τα 4 παιδιά και την μητέρα. Το δεύτερο μέρος εκτυλίσσεται το 2005 κορυφώνοντας την ιστορία.

Στο αρχικό κεφάλαιο που παρακολουθεί την Χάνα, την μικρότερη κόρη της οικογένειας, υπάρχει μια χαρακτηριστική σκηνή, όπου η μητέρα, η Ρόζαλιν είναι στο κρεβάτι αρνούμενη να σηκωθεί, μένοντας εκεί επί μέρες, μετά την ανακοίνωση του μεγαλύτερου γιου της, του Νταν ότι θέλει να γίνει ιερέας. Είναι ο δικός της τρόπος διαμαρτυρίας αλλά και χειραγώγησης των 4 παιδιών της, τα οποία βλέπει σιγά-σιγά να χαράσσουν τους δικούς τους δρόμους φεύγοντας μακριά της.

Η Χάνα, ένα κορίτσι ατίθασο και έξυπνο, με περιέργεια για όλους και για όλα, μας εισάγει στον χώρο σε μια επαρχιακή παραθαλάσσια πόλη της Ιρλανδίας, κάπου στο Δυτικό Κλερ, αλλά και στην οικογενειακή ιστορία, με έναν πατέρα βιβλική αλλά και απόμακρη φιγούρα, σαν καρικατούρα, και μια μάνα που προσπαθεί να κοντρολάρει τους πάντες. Ο Νταν όχι μόνο ιερέας δεν θα γίνει, αλλά θα φύγει στη Ν.Υόρκη όπου θα δουλεύει σε γκαλερί, θα γνωρίσει την γκέι κοινότητα, θα ζήσει έντονα, θα δει τους κολλητούς του να φεύγουν από έιτζ, θα πειραματιστεί σε σχέσεις με γυναίκες και άνδρες για να βρει τον έρωτα στο πρόσωπο ενός βαθύπλουτου Καναδού φιλότεχνου. Η μεγαλύτερη αδερφή, η Κονστάνς προσπάθησε να ξεκολλήσει κι αυτή φεύγοντας στο Δουβλίνο να δουλέψει αλλά σύντομα κατέληξε πίσω  στον τόπο της, παντρεμένη με έναν εργολάβο οικοδομών ο οποίος εκμεταλλεύεται την οικοδομική έκρηξη της χώρας. Έχει  4 παιδιά, φοβάται για καρκίνο (στο μυθιστόρημα υπάρχουν μερικές σελίδες μεγάλης λογοτεχνικής αξίας στην επίσκεψή της για εξετάσεις σε μια κλινική), και είναι η μόνη που μένει κοντά στη μητέρα της και διατηρεί μαζί της στενή επαφή. Ο μικρότερος γιος ο Έμετ θα ακολουθήσει διαφορετικό δρόμο, έγινε γιατρός και ζει σε χώρες μακρινές, στην Αφρική και στην Ασία προσπαθώντας να σώσει παιδιά από τις ασθένειες και την πείνα και να βρει τον εαυτό του χωρίς να μπορεί να κρατήσει κοντά του τις γυναίκες που ερωτεύεται. Η δε Χάνα μετά από αποτυχημένες προσπάθειες στο θέατρο θα βουλιάξει στο ποτό, απομακρυσμένη από όλους.

Η Ρόζαλιν το 2005 είναι πλέον 76 ετών, ζει μόνη και αντιμετωπίζει έντονα προβλήματα στην υγεία της. Θέλει να ξαναδεί τα παιδιά της ίσως για τελευταία φορά. Τους στέλνει λοιπόν, Χριστουγεννιάτικες κάρτες με ευχές ανακοινώνοντάς τους ότι θέλει να πουλήσει το πατρικό τους σπίτι. Το γεγονός αυτό κινητοποιεί την οικογένεια, η οποία συγκεντρώνεται για τις γιορτές στο τεράστιο σπίτι της Κονστάνς, όπου τα αδέρφια θα ξαναβρεθούν μαζί μετά από αρκετά χρόνια προσπαθώντας να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος, κουρασμένα από τη ζωή που αλλιώς φέρθηκε στον καθένα από αυτούς και όπου η Ρόζαλιν και πάλι θα μονοπωλήσει το ενδιαφέρον τους.


Το μυθιστόρημα της Ενράιτ είναι γεμάτο με τα χρώματα της Ιρλανδίας, τις μυρωδιές της, τα τοπία της, τους ιδιαίτερους ανθρώπους της. Περιγράφει καταστάσεις που δεν διαφέρουν πολύ από τις δικές μας, τις στενά δεμένες οικογένειες που διαλύονται, την μητέρα που πάντα έχει τον τρόπο να περνάει το δικό της και να κυριαρχεί, την οικονομική φούσκα της χώρας που αλλάζει και από τόπο που υπέφερε από μακρές περιόδους πείνας, λιμού και τεράστιας φτώχειας μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, αίφνης μετατρέπεται σε οικονομικό παράδεισο και όπου τα σπίτια κοστίζουν τεράστια ποσά και κάποιοι γίνονται πλούσιοι πολύ γρήγορα. Είναι χαρακτηριστική η σκηνή όπου ο Νταν φτάνει στη χώρα και έχει πάει να τον παραλάβει η Κονστάνς με ένα τεράστιο Lexus αφήνοντάς τον με το στόμα ανοιχτό.

Το στυλ της Ενράιτ είναι εξαιρετικό και η συγκροτημένη και ώριμη γραφή της καθηλώνει τον αναγνώστη. Η ματιά της είναι διεισδυτική και λεπτομερής, οι συνομιλίες ακριβείς και καίριες ακόμα και οι πιο κοινότοπες. Το βιβλίο μιλάει ουσιαστικά για την απομάκρυνση και τον αποχωρισμό, για το τι κρύβεται κάτω από την επιφάνεια μέσα στις οικογένειες, για την αγάπη και την απόσταση. Πότε λυρικό, πότε αποστασιοποιημένο το ύφος της συγγραφέως φροντίζει να κρατάει σε εγρήγορση την αφήγηση μιας ιστορίας όπου δεν συμβαίνουν πολλά στην επιφάνεια και όλα γίνονται αντιληπτά σε δεύτερο ή και τρίτο επίπεδο.

Εν κατακλείδι, “Ο χορταριασμένος δρόμος”, είναι ένα μυθιστόρημα που εντυπωσιάζει με το ύφος του και την δύναμή του. Η Ενράιτ πλάθει ορισμένους καταπληκτικούς χαρακτήρες, με κεντρικότερο και κυρίαρχο αυτόν της μητέρας Ρόζαλιν, ανατέμνοντας μια οικογένεια και την αδυναμία της να επανασυνδεθεί ουσιαστικά.


Υ.Γ. Ο “χορταριασμένος δρόμος” που δίνει τον τίτλο στο μυθιστόρημα, είναι υπαρκτός και διατρέχει το Μπάρεν της κομητείας Κλερ, θεωρείται από τους Ιρλανδούς “ο πιο όμορφος δρόμος στον κόσμο...με τους βράχους να σχηματίζουν περιστασιακά τείχη πριν βουλιάξουν ξανά μέσα στα λιβάδια και στα μικρά πετρώδη βοσκοτόπια που τα άνθη τους ήταν χαριτωμένα και σπάνια.”