Τετάρτη, Μαΐου 31, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαΐου 31, 2017 | Permalink
Τρεις γυναίκες (Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό)
Το “Τσεχοφικής ατμόσφαιρας”, στιβαρό δραματικό μυθιστόρημα, του πολύ καλού Ιρλανδού συγγραφέα Colm Toibin “ΚΑΡΑΒΟΦΑΝΑΡΟ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ ΝΕΡΟ” (“The Blackwater lightship”), (Εκδ. Gutenberg – σειρά Aldina, μετάφρ. Α.Δημητριάδου, σελ. 330), είναι ένα πολυεπίπεδο βιβλίο όπου ξεδιπλώνεται ένας πολύχρωμος καμβάς καταστάσεων. Με αφορμή την "καταραμένη ασθένεια" του τελευταίου τέταρτου του 20ου αιώνα, θίγονται πολλά και ενδιαφέροντα θέματα ενδοοικογενειακών (και όχι μόνο) σχέσεων, σύγκρουσης γενεών, φιλίας και αφοσίωσης.

Τρεις γενιές γυναικών, η Έλεν, η μητέρα της Λίλι και η γιαγιά της Ντόρα Ντέβερο, συναντιούνται μετά από χρόνια και υποχρεώνονται εκ των δραματικών συνθηκών, να συνεργαστούν, να συζητήσουν ειλικρινά για πρώτη φορά στη ζωή τους, και ίσως να συμφιλιωθούν, καθώς ο θάνατος μέσα στην οικογένεια είναι πλέον ένα υπαρκτό και αναπόφευκτο γεγονός. Συγκρούσεις του παρελθόντος, μικροπαρεξηγήσεις, αδυναμία συνεννόησης, εγωισμοί πρέπει να πάνε στην άκρη καθώς πληροφορούνται ότι ο αδερφός της Έλεν (και νεαρότερο μέλος της οικογένειας), ο Ντέκλαν αργοσβήνει χτυπημένος από AIDS.

Ιρλανδία 1999, και ένας άγνωστος άνδρας εμφανίζεται στο κατώφλι του σπιτιού της Έλεν, ανακοινώνοντάς της ότι ο μικρός της αδερφός Ντέκλαν νοσηλεύεται σε ένα νοσοκομείο του Δουβλίνου και επιθυμεί να τη δει. Στον δρόμο για εκεί, της ανακοινώνει ότι ο Ντέκλαν πάσχει από AIDS μερικά χρόνια τώρα, αλλά πλέον η κατάσταση έχει χειροτερέψει σε πολύ επικίνδυνο βαθμό. Κανείς από την οικογένειά της δεν το γνωρίζει και η Έλεν αναλαμβάνει την υποχρέωση να το ανακοινώσει στην μητέρα της, με την οποία για αρκετά χρόνια δεν έχουν καμία επαφή, και στην γιαγιά της, με την οποία οι σχέσεις τους είναι λίγο καλύτερες, αλλά όχι κι ιδανικές. Η Έλεν αποφασίζει να το ανακοινώσει πρώτα στη (ογδοντάρα πλέον) γιαγιά της, η οποία μένει στην παλιά πανσιόν που διατηρούσε κοντά στον βράχο του Κους, και η οποία (πανσιόν), είναι σχεδόν αόρατη από τον δρόμο και μοιάζει να αιωρείται στον βράχο πάνω από την θάλασσα με τον φάρο του Blackwater να τους θυμίζει τα παιδικά τους χρόνια.

“Συνειδητοποιούσε ότι για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια – μπορεί και δέκα – γινόταν ξανά μέλος αυτής της οικογένειας, που είχε προσπαθήσει με κάθε τρόπο ν' αφήσει πίσω της. Για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια θα βρίσκονταν όλοι κάτω από την ίδια στέγη, σα να μην είχε μεσολαβήσει τίποτα. Αντιλαμβανόταν επίσης ότι τα άρρητα μεταξύ τους συναισθήματα στη διάρκεια του ταξιδιού και η αίσθηση ότι για μιαν ακόμη φορά οι τρεις τους ήταν ομάδα, τώρα που υπήρχε κρίση, έδειχναν φυσικότατα, αληθινός καταλύτης. Επέστρεφε εκεί όπου είχε ελπίσει ότι δε θα ξαναγύριζε ποτέ, στην πατρική της οικογένεια, κι άθελά της ένιωθε ανακουφισμένη.”

Οι αναμνήσεις της Έλεν από την διαμονή εκείνης και του Ντέκλαν στο σπίτι της γιαγιάς είναι πολύ έντονες καθώς εκείνη, τους φιλοξένησε καθ' όλη τη διάρκεια της μακροχρόνιας ασθένειας, και τελικά του θανάτου του πατέρα τους, όταν ήταν μικρά παιδιά. Από τότε δημιουργήθηκε ένα μεγάλο χάσμα μεταξύ μάνας και κόρης, καθώς η έφηβη Έλεν αδυνατούσε να κατανοήσει την μυστικοπάθεια της μητέρας της κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του πατέρα της. Η διαμάχη αυτή συνεχίστηκε για πολλά χρόνια, και η απόφασή της τώρα, να αφήσει τελευταία την μάνα της στην αναγγελία της ασθένειας του Ντέκλαν, ελήφθη εν μέρει και, από την αδυναμία προσέγγισης τους. Η Λίλι, είναι πλέον μια δυναμική businesswoman καθώς, η εταιρία παροχής υπηρεσιών διαδικτύου που έχει δημιουργήσει, μετά τον θάνατο του συζύγου της (και πατέρα της Έλεν και του Ντέκλαν) ακμάζει. Στα νέα της ασθένειας του Ντέκλαν και στη συνειδητοποίηση της κρισιμότητας της κατάστασής του, η Λίλι κινητοποιείται και αφήνει τα πάντα για να συμπαρασταθεί στο παιδί της. Ο Ντέκλαν όμως θέλει να αφήσει το νοσοκομείο και να περάσει ένα τριήμερο στο σπίτι της γιαγιάς, φέρνοντας μαζί του και δύο καλούς του φίλους,οι οποίοι του παραστέκονται και τον βοηθάνε.

Η επιθυμία του γίνεται σεβαστή και έτσι, οι τρεις γυναίκες μετά από πολλά χρόνια αναγκάζονται να συμβιώσουν στο παγωμένο και παλαιό σπίτι και να φροντίσουν τον Ντέκλαν, ο οποίος κάθε μέρα που περνάει χειροτερεύει. Παλιές κόντρες θα έρθουν στην επιφάνεια, καταπιεσμένα λόγια θα βγουν από το στόμα τους, καταστάσεις θα ξεκαθαρίσουν, παρεξηγήσεις θα λυθούν σε ένα μυθιστόρημα υπαινικτικό και χαμηλότονο, αλλά πολύ έντονο στα συναισθήματα που αναβλύζουν σε κάθε παράγραφο, σε κάθε σελίδα.

“Όταν πέθανε ο πατέρας μου, ο μισός μου κόσμος κατέρρευσε, εγώ όμως δεν το πήρα είδηση. Ήταν λες και μου είχαν τινάξει το μισό μου πρόσωπο στον αέρα, εγώ όμως συνέχιζα να μιλάω και να χαμογελάω, με την ιδέα ότι δε μου είχε συμβεί εμένα αυτό ή ότι με τον καιρό θα επανερχόταν. Όταν πέθανε ο πατέρας μου, η μητέρα μου και η γιαγιά μου με άφησαν μόνη μου. Ξέρω ότι είχαν τα δικά τους προβλήματα, ίσως και να μη μπορούσαν να με βοηθήσουν, άλλωστε μπορεί να είχε γίνει ήδη η ζημιά, αλλά ούτε η μία ούτε η άλλη προσπάθησαν να με παρηγορήσουν ή να μου τονώσουν το ηθικό. Οι δυο αυτές γυναίκες είναι τα κομμάτια του εαυτού μου που έχω θάψει, ναι, αυτό είναι κι οι δυο τους για μένα, γι' αυτό ακόμη θέλω να τις κρατάω σε απόσταση.”

Ο Τομπίν είναι ιδανικός στην περιγραφή οικογενειακών καταστάσεων, στην περιγραφή των σχέσεων μέσα στον στενό οικογενειακό πυρήνα, ενώ είναι πραγματικός μαέστρος στην σκιαγράφηση της γυναικείας ψυχολογίας. Η δράση είναι λιγοστή, αλλά οι συζητήσεις μεταξύ των τριών γυναικών είναι συναρπαστικές και καθηλωτικές. Το δράμα είναι έντονο και η συγκίνηση έρχεται αβίαστα χωρίς να πέφτει στο μελό - δείγμα της έξοχης γραφής του συγγραφέα. Πάνω από το κρεβάτι του σχεδόν ετοιμοθάνατου Ντέκλαν, συγκρούσεις αποφεύγονται στο παρά πέντε, προσβολές εκτοξεύονται και αν η γραφή γινόταν εικόνα, οι ματιές θα μπορούσαν να σκοτώσουν. Από την άλλη υπάρχουν και οι δύο φίλοι του Ντέκλαν, πολύτιμοι στη βοήθειά τους, που όμως εμπλέκονται στα οικογενειακά θέματα, τα οποία είναι πολλά και άλυτα.

Η ένταση είναι συνεχής και οξεία καθώς οι εγωισμοί είναι μεγάλοι και τα τόσα χρόνια απόστασης έχουν χτίσει ένα τοίχο μεταξύ των γυναικών που σιγά σιγά σπάει, και η κατανόηση έρχεται καθώς και η γεφύρωση κάποιων αποστάσεων. Ο θάνατος του πατέρα τις χώρισε, διότι η Λίλι αδυνατούσε να προσεγγίσει την μικρή τότε Έλεν, ο επερχόμενος θάνατος του Ντέκλαν θα τις ενώσει (έστω και πρόσκαιρα), καθώς οφείλουν να βάλουν νερό στο κρασί τους, τόσο διαφορετικές και οι τρεις αλλά και τόσο όμοιες.

Το μυθιστόρημα λιτό και χαμηλόφωνο, μια πρόζα δωματίου ουσιαστικά που θα μπορούσε να γίνει ένα έξοχο θεατρικό έργο, εκτός των ενδοοικογενειακών θεμάτων θίγει και το ουσιαστικό θέμα της ανιδιοτελούς και αφοσιωμένης φιλίας. Οι δύο κολλητοί του Ντέκλαν, ο Πολ και ο Λάρι αποδεικνύονται καταλυτικοί χαρακτήρες του βιβλίου, με τη συνεχή φροντίδα τους και την συμπαράστασή τους στον φίλο τους, πιο τρυφεροί και πιο μητρικοί από τα μέλη της οικογένειάς του, αποτελώντας παραδείγματα συμπεριφοράς.

Θαυμάσια ατμόσφαιρα και μουσικότητα στον ρυθμό δίνουν τον τόνο στο “Καραβοφάναρο...” , το οποίο πάνω απ' όλα, είναι ένα υπέροχο μυθιστόρημα για τις σχέσεις, την συμπόνια, την οικογένεια, τον πόνο, την συγχώρεση, την λύτρωση, το συναίσθημα, την αφοσίωση, την φιλία. Τα τοπία της Ιρλανδίας πάλι κυριαρχούν όπως σε όλα τα βιβλία του Τομπίν, το σκληρό θαλασσινό τοπίο, κατάμαυρο και έρημο, όπως βέβαια, και οι αλησμόνητοι γυναικείοι χαρακτήρες – οι πραγματικές δυνάμεις που κινούν αυτόν τον τόπο. Ένα έξοχο και πολύ διεισδυτικό μυθιστόρημα που θα συγκινήσει και τον πιο αποστασιοποιημένο αναγνώστη.