Τετάρτη, Μαΐου 10, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαΐου 10, 2017 | Permalink
Περιστέρια στη χλόη
“...σαν περιστέρια στη χλόη, αντιμετώπιζαν κάποιοι στοχαστές του πολιτισμού τους ανθρώπους, καθώς πάσχιζαν να τονίσουν το άσκοπο και φαινομενικά τυχαίο της ανθρώπινης ύπαρξης, να ελευθερώσουν τον άνθρωπο από τον Θεό, για να τον αφήσουν ανεμπόδιστο να φτερουγίσει στο τίποτα, δίχως σκοπό, δίχως αξίες, ελεύθερο και απειλούμενο από ξόβεργες, βορά στον χασάπη, όμως περήφανο για την υποτιθέμενη, από Θεό και θεϊκή καταγωγή, ελευθερία του, που δεν οδηγεί πουθενά αλλού παρά στην αθλιότητα και το τίποτα.”

Έξοχο δείγμα της μεταπολεμικής Γερμανικής λογοτεχνίας, αποτελεί το μυθιστόρημα “ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΣΤΗ ΧΛΟΗ” (“Tauben im gras”), του πολύ σημαντικού (και άγνωστου στη χώρα μας) συγγραφέα Wolfgang Koeppen (Γκράιφσβαλντ,Πομερανία 1906 – Μόναχο 1996), (εκδ. Κριτική, μετάφραση και επίμετρο Βασ. Τσαλής, σελ. 318), το οποίο πρωτοεκδόθηκε στην Γερμανία το 1951 και είναι το πρώτο (και μάλλον γνωστότερο), βιβλίο της “Τριλογίας της αποτυχίας”, με τα “Θερμοκήπιο” (1953) και “Ο θάνατος στη Ρώμη” (1954) να ακολουθούν.


Τα “Περιστέρια στη χλόη” είναι ένα μυθιστόρημα πολυφωνικό και πολυπρισματικό που εκτυλίσσεται μια ημέρα του Φεβρουαρίου 1951 στο Μόναχο. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη πλοκή, ενώ παρελαύνουν δεκάδες χαρακτήρες / φωνές ωσάν να βρίσκονται σε μια θεατρική σκηνή και το φως να πέφτει πάνω στον εκάστοτε αφηγητή, ο οποίος παρεμβαίνει και παίρνει τον λόγο.
Από όλα αυτά τα πρόσωπα που κινούνται στο μεταπολεμικό ρημαγμένο Μόναχο αυτής της κρύας μέρας του Φεβρουαρίου, επτά ξεχωρίζουν περισσότερο στην τριτοπρόσωπη αφήγηση, η οποία εναλλάσσεται με εσωτερικό μονόλογο, που έχει επιλέξει ως ύφος ο συγγραφέας – ο φακός ή ο φωτισμός στέκεται περισσότερο σ' αυτούς, στις ιστορίες τους, στην “ξεχωριστή ημέρα τους”.

Τα επτά πρόσωπα που φέρνει ο συγγραφέας εγγύτερα στον αναγνώστη διευκολύνοντας την ροή του βιβλίου είναι:

Ο Φίλιππος και η Εμίλια, ένα ιδιότυπο ζευγάρι, όπου εκείνος είναι ένας μοναχικός συγγραφέας, ο οποίος είναι ανίκανος να διαχειριστεί οτιδήποτε, από την σχέση του, μέχρι μια συνέντευξη που πρέπει να πάρει από έναν Αμερικανό ποιητή, που επισκέπτεται την πόλη. Χαμένος στη σκέψη του, στις μονομανίες του και στην ανασφάλειά του, σκοτώνει τον χρόνο του, χωρίς ουσιαστικά να κάνει τίποτα (οι κριτικοί εντόπισαν από την αρχή ένα alter-ego του συγγραφέα). Από την άλλη, η σύντροφός του, Εμίλια κληρονόμος μιας κάποτε πλούσιας οικογένειας με πολλά ακίνητα τα οποία είτε έχουν χάσει τελείως την αξία τους λόγω του καλπάζοντος πληθωρισμού, είτε έχουν ισοπεδωθεί από τους βομβαρδισμούς, “σκοτώνει” στους αντικέρ όποιο πολύτιμο αντικείμενο της έχει μείνει, για να μπορέσουν να περάσουν μερικές ημέρες με τον Φίλιππο.

Ο Οδυσσέας Κότον και ο Γιόζεφ ο αχθοφόρος του, ένας μαύρος Αμερικανός στρατιώτης που κινείται συνεχώς με ένα ραδιόφωνο ανοιχτό και δεν διστάζει να εμπλακεί σε τυχερά παιχνίδια, να τσακώνεται επιδεικνύοντας την φυσική του ρώμη και ο γηραιός βαστάζος που συνδέει τον παλαιό κόσμο με τον καινούργιο, ζώντας κι αυτός με αναμνήσεις πολέμων και αγώνων για επιβίωση. Ο Οδυσσέας Κότον είναι νικητής και κυρίαρχος στη νέα κατάσταση, και φροντίζει να το δείχνει σε κάθε του κίνηση, ο Γιόζεφ θα χάσει τη ζωή του άδικα αλλά και ως σημάδι της εποχής που αλλάζει.

Ο Ουάσιγκτον Πράις και η Κάρλα αυτό το “αταίριαστο” και χαρακτηριστικό ζευγάρι. Εκείνος ένας μαύρος στρατιώτης, κάποτε σπουδαίος αθλητής που υπηρετεί την θητεία του στο Μόναχο, εκείνη μια γυναίκα που προσπαθεί να πιαστεί από κάπου για να ζήσει. Ο Ουάσιγκτον είναι ο μοναδικός θετικός χαρακτήρας στο βιβλίο, κλασσικός αφελής Αμερικανός που βγαίνει πρώτη φορά έξω από το χωριό του και ερωτεύεται μια γυναίκα που εν πολλοίς αδιαφορεί γι' αυτόν αλλά του προσφέρεται λόγω ανέχειας, κάνει όνειρα να την πάρει μακριά στο Παρίσι και να ανοίξουν ένα μαγαζί που "όλοι θα είναι ευπρόσδεκτοι", κι εκείνη χαμένη στις ανασφάλειές της, χήρα πολέμου με ένα μικρό αγόρι που αλητεύει συνεχώς, μένει έγκυος από τον μαύρο στρατιώτη, και από τη μια προσπαθεί να “ξεφορτωθεί” το έμβρυο από την άλλη δεν θέλει να χάσει και τον ευεργέτη της.

Τέλος, ο Έντουιν, ο διάσημος Αμερικανός ποιητής που έχει φθάσει στην πόλη για μια διάλεξη. Χαρακτήρας καθαρά συμβολικός που με τις σκέψεις του, τις κινήσεις του και τελικά την αποτυχημένη του προσπάθεια να μιλήσει σε ένα χαλασμένο μικρόφωνο ανήμπορος να ακουστεί ή να επικοινωνήσει με το κοινό του, καταδεικνύει την ειρωνεία και την ματαιότητα του πνεύματος μπροστά στα ερείπια που άφησε πίσω του ο πόλεμος.

“Το σκηνικό προοριζόταν για τραγωδία, όμως αυτό που διαδραματιζόταν στο προσκήνιο, στο παλκοσένικο της Ιστορίας, οι παγκόσμιες διεργασίες, ήταν προς το παρόν μια κωμωδία.”

Γύρω τους, κινούνται, συναντιούνται στον δρόμο κατά τύχη μαζί τους, προσπερνάνε ο ένας τον άλλον, άνθρωποι κάθε είδους, που προσδίδουν την δική τους σημασία στο μυθιστόρημα. Η νεαρή Αμερικανίδα εκπαιδευτικός Κέι, ρομαντική και αφελής, γεμάτη ερωτήματα για τη ζωή, για τον έρωτα, οι δύο θεατρίνοι, ο Αλέξανδρος και η Μεσσαλίνα με τα συνεχή πάρτυ, το παιδί τους, η μικρή Χιλεγόνδη με την θρησκόληπτη γκουβερνάντα της Έμι, τα δύο παιδιά, ο Έζρα και ο Χάιντς  (γιός της Κάρλα), τόσο διαφορετικά αλλά και τόσο ίδια, που ένα αδέσποτο σκυλί γίνεται η αιτία συνάντησής τους, η κυρία Μπέρεντ, η μητέρα της Κάρλα που ζει με τις αναμνήσεις των “ωραίων ημερών του Εθνικοσοσιαλισμού” και ο Ρίτσαρντ, ο αμερικανός συγγενής που την ψάχνει και πολλοί άλλοι.

Ο Κέπεν περιγράφει με ολοζώντανα χρώματα, μια πόλη σε ανοικοδόμηση και μια κοινωνία σε αποσύνθεση. Η απελπισία ξεχειλίζει σε ένα χάος γεμάτο εικόνες, μια ατμόσφαιρα ζοφερή (παρακμιακή), σε μια “κατακτημένη χώρα”, όπου από τη μια, οι κάτοικοι προσπαθούν να επιβιώσουν με κάθε δυνατό τρόπο, κομπίνες, πορνεία, ξεπούλημα περιουσιών, διευκολύνσεις σε ξένους και από την άλλη, αρκετοί ονειρεύονται τις “παλιές καλές μέρες”, δεν έχουν σε τίποτα, να αρχίσουν να τραγουδούν ναζιστικούς ύμνους και να αισθάνονται προδομένοι και αδικημένοι. Ο συγγραφέας ειρωνεύεται την “αποναζιστικοποίηση”, αντιπαραβάλλει τις διώξεις των Εβραίων κατά τη Χιτλερική περίοδο με τις απαγορεύσεις που υφίστανται οι μαύροι στις Η.Π.Α., είναι απαισιόδοξος και μεταφέρει αυτό το κλίμα στον αναγνώστη.

Η σύνθετη μοντερνιστική δομή του μυθιστορήματος στην αρχή ξενίζει με τις πάνω από 100 μικρές ενότητες, όπου η μία παρεμβάλλεται μέσα στην άλλη, αλλά μ' αυτή την τεχνική σαν το κινηματογραφικό μοντάζ, εισχωρείς βαθιά μέσα στο μυθιστόρημα γίνεσαι συμμέτοχος της δράσης και της ροής της αφήγησης. Ο Κέπεν χρησιμοποιεί με ιδανικό τρόπο τις επιρροές του από τον Ντέμπλιν, τον Τζόις και τον Ντος Πάσος, ενώ η Καφκική ατμόσφαιρα ασφυξίας που δημιουργεί  είναι υπνωτιστική και σαγηνευτική.

Τα “Περιστέρια στη χλόη” είναι ένα μικρό αριστούργημα, ένα θαυμάσιο βιβλίο που μας γνωρίζει έναν δημιουργό που θεωρείται από τους σπουδαιότερους Γερμανούς πεζογράφους με μια ενδιαφέρουσα ζωή που περιγράφεται στο πλήρες και κατατοπιστικότατο επίμετρο, με το οποίο ο μεταφραστής Βασίλης Τσαλής, ολοκληρώνει την εξαιρετική δουλειά που έκανε με την μετάφραση του, η οποία, αποδίδει υπέροχα το ύφος του συγγραφέα σε αυτή την πολύ φροντισμένη έκδοση της Κριτικής.

“Είχαν σώσει τη ζωή τους, μια άχρηστη ύπαρξη, είχαν κουρνιάσει λυπημένοι σε χωριουδάκια, σε οροπέδια και κοιλάδες, σε καταφύγια και αγροκτήματα, ο αέρας καθάρισε από τον καπνό, αφουγκράζονταν τους εκσκαφείς, που εφορμούσαν στα ερείπια, αφουγκράζονταν από μακριά, εξόριστοι από τη Νινευή, τη Βαβυλώνα, τα Σόδομα, πόλεις αγαπημένες, εστίες θαλπωρής, φυγάδες σε καταναγκαστικό παραθερισμό, άφραγκοι τουρίστες, τους οποίους οι ντόπιοι αντιμετώπιζαν με καχυποψία, νοσταλγοί των πατρογονικών τους εστιών. Επέστρεψαν στα σπίτια τους, οι μπάρες ανασηκώθηκαν, το μισητό διάταγμα για την εσωτερική μετανάστευση έπεσε, ήρθησαν οι αποκλεισμοί, κοαμοσυρροή, πλημμυρίδα, ο πήχης ανέβηκε Η ΠΟΛΗ ΣΤΟ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, ΟΙ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ. Ήταν ξανά στα σπίτια τους, τακτοποιήθηκαν, στριμώχτηκαν ο ένας κοντά στον άλλον, εξαπάτησαν ο ένας τον άλλον, παζάρεψαν, δημιούργησαν, έκτισαν, θεμελίωσαν, γέννησαν, κάθισαν στις παλιές ταβέρνες, ανάσαναν τον οικείο μπαγιάτικο αέρα, περιεργάστηκαν τη γειτονιά τους, το νυφοπάζαρο, είδαν την άσφαλτο να ξαναστρώνεται στα σοκάκια, γέλια και καβγάδες και το ραδιόφωνο του γείτονα, πέθαναν στο κρατικό νοσοκομείο, μεταφέρθηκαν από το γραφείο κηδειών στο νεκροταφείο, στο νοτιοανατολικό σταυροδρόμι, υπό τον ήχο της κόρνας του τραμ, πνιγμένοι στην αιθαλομίχλη, ευτυχισμένοι στον τόπο τους. ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΥΠΕΡΒΟΜΒΑΡΔΙΣΤΙΚΑ ΣΤΑΘΜΕΥΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ."