Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 17, 2020
posted by Librofilo at Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 17, 2020 | Permalink
"Ιδού Εγώ"
11 χρόνια είχε να εκδώσει μυθιστόρημα, ο Jonathan Safran Foer, το άλλοτε «τρομερό παιδί» της Αμερικάνικης λογοτεχνίας και η αναμονή, όπως άλλωστε και οι προσδοκίες, ήταν μεγάλες. Όπως συμβαίνει με αυτά τα πράγματα, η εποχή του «Εξαιρετικά Δυνατά, Απίστευτα κοντά», αυτού του εξαιρετικού μυθιστορήματος που προκάλεσε τόσες συζητήσεις, έχει περάσει – και οι καταστάσεις στη ζωή του κάποτε φέρελπι συγγραφέα έχουν μεταβληθεί, είναι πλέον σαραντάρης, έχει βιώσει ένα διαζύγιο που προκάλεσε πάταγο στον λογοτεχνικό κόσμο. 
Στο «ΙΔΟΥ ΕΓΩ» («Here i am») – (εκδ. Κέδρος, μετάφρ. Α. Σφακιανάκης – Η. Σκάρου, σελ. 608), αυτό το ογκώδες και ιδιαίτερα φιλόδοξο πολυαναμενόμενο μυθιστόρημα, ο Jonathan Safran Foer (Washington D.C., 1977), περιγράφει τις αγωνίες και τα αδιέξοδα ενός διανοούμενου σαραντάρη Αμερικανοεβραίου, βάζοντας αυτοβιογραφικές πινελιές, μέσα σε ένα πλαίσιο εσχατολογικό που ουδόλως προσθέτει κάτι στο μυθιστόρημα. 


«Όλα τα ευτυχισμένα πρωινά μοιάζουν μεταξύ τους, όπως και όλα τα δυστυχισμένα, κι αυτό είναι τελικά που τα κάνει όλα τόσο βαθιά δυστυχή: η αίσθηση ότι αυτή η δυστυχία έχει υπάρξει και πριν, ότι κάθε προσπάθεια να την αποφύγεις θα την κάνει πιο δυνατή, ίσως μάλιστα να την επιδεινώσει, και ότι το σύμπαν, για κάποιον λόγο ασύλληπτο στον κοινό νου, αχρείαστο και άδικο, συνωμοτεί ενάντια σε μια αθώα καθημερινότητα ρούχων, πρωινού στο τραπέζι, βουρτσίσματος δοντιών, χτενίσματος μαλλιών, σχολικών τσαντών, παπουτσιών, μπουφάν και αποχαιρετισμών στην πόρτα.»

Ο γάμος του Τζέικομπ και της Τζούλια, περνάει κρίση. Κάποτε υποδειγματικό ζευγάρι στα μάτια συγγενών και φίλων, πλέον κινούνται σε ένα τεντωμένο σκοινί, που περιμένει μια καλή αφορμή για να σπάσει. Είναι και οι δύο μορφωμένοι και ταλαντούχοι – ο Τζέικομπ γράφει το σενάριο μιας πολύ δημοφιλούς τηλεοπτικής σειράς που συνεχίζεται στο διηνεκές, η Τζούλια είναι αρχιτέκτων που εργάζεται ως διακοσμήτρια εσωτερικών χώρων. Είναι και οι δύο δυσαρεστημένοι με την τροπή που έχει πάρει η επαγγελματική τους πορεία, ο Τζέικομπ θα προτιμούσε να ζει από τα βιβλία του κι όχι από την τηλεόραση, η Τζούλια αισθάνεται υποτιμημένη (γιατί θεωρεί τον εαυτό της μεγαλοφυία) που δεν αναλαμβάνει να κατασκευάσει κάποιο κτίριο, ενώ είναι αφόρητα τελειομανής και με άγχος να «κάνει το σωστό». Έχουν τρία αγόρια, τον έφηβο Σαμ, τον δεκάχρονο Μαξ και τον μικρούλη Μπένζι, που συναγωνίζονται σε εξυπνάδα και προσωπικότητα το ένα το άλλο. Ή πρώτη μεγάλη κρίση στην οικογένεια, έρχεται όταν ο Σαμ κατηγορείται από τον Ραβίνο τους, για ένα σημείωμα που έγραψε στο σχολείο με ρατσιστικούς χαρακτηρισμούς, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο το «μπαρ μίτσβα» του, που πρόκειται να γίνει σε μερικές εβδομάδες. Ο Τζέικομπ πιστεύει τον Σαμ που αρνείται ότι έγραψε ένα τέτοιο σημείωμα, η Τζούλια το θεωρεί σχεδόν σίγουρο ότι εκείνος είναι ο δράστης, κάτι που προκαλεί εκνευρισμό και καβγάδες μεταξύ τους, και που δεν περνάνε απαρατήρητοι από τα 3 παιδιά της οικογένειας που παρακολουθούν τα πάντα.

Ο Σαμ είναι ένα πολύ ιδιαίτερο παιδί που περνάει τον περισσότερο χρόνο του, στο εικονικό περιβάλλον της «Άλλης Ζωής», ένα διαδικτυακό παιχνίδι «ρόλων», όπου χάνεται εκεί μέσα συγχέοντας την πραγματικότητα με την φαντασία, ο Μαξ είναι ένα ιδιοφυές παιδί που πετάει τις ωραιότερες ατάκες και παρακολουθεί στενά ότι συμβαίνει μέσα στο σπίτι▪ η οικογένεια έχει κι ένα γηραιό σκύλο, τον Άργο που βρίσκεται στα τελευταία του, όπως κι ο παππούς του Τζέικομπ, ο σχεδόν αιωνόβιος Ισαάκ που περιμένει το «μπαρ-μιτσβά» του δισέγγονού του για να πεθάνει όπως δηλώνει. Όταν η Τζούλια θα ανακαλύψει κατά τύχη, το κρυφό κινητό του Τζέικομπ και με την βοήθεια του Σαμ θα το ανοίξει (ο δαιμόνιος Σαμ το είχε κάνει ήδη), θα διαβάσει μηνύματα σεξουαλικού περιεχομένου, που έστελνε ο σύζυγός της σε μια συνεργάτιδά του. Μηνύματα τόσο τολμηρά που την σοκάρουν και την κάνουν έξαλλη▪ η κρίση κορυφώνεται και η Τζούλια θέλει να χωρίσουν, αλλά δεν πρέπει να το μάθουν τα παιδιά, τα οποία (όπως νομίζει) θα ενημερωθούν αργότερα – τα παιδιά όμως συνδυάζοντας μεταξύ τους πληροφορίες, τα γνωρίζουν όλα. Ο Τζέικομπ βλέπει τη ζωή του να καταρρέει για ένα – όπως υποστηρίζει – επουσιώδες φλερτ, ένα παιχνίδι που έπαιζε με την συνεργάτιδά του, που δεν προχώρησε ποτέ παρακάτω. Η αφορμή όμως έχει δοθεί και η κατάσταση φαίνεται μη αναστρέψιμη. 

Η επίσκεψη στις Η.Π.Α. ενός εξαδέλφου του από το Ισραήλ για να παρευρεθεί στο «μπαρ μιτσβά» του Σαμ – που ακόμα είναι αμφίβολο αν θα γίνει -, θα συμπέσει με ένα γεγονός που αλλάζει τον κόσμο από τη μια στιγμή στην άλλη. Ένας σεισμός ισοπεδώνει κυριολεκτικά, την Ιερουσαλήμ αλλά και άλλες δύο πόλεις, καταστρέφοντας σχεδόν όλα τα μνημεία της Ιερής Πόλης καθιστώντας τη χώρα έρμαιο στις διαθέσεις των Αράβων γειτόνων της που ετοιμάζονται να εισβάλλουν, ενώ μαστίζεται και από επιδημία χολέρας και γενικότερο χάος. Το Ισραήλ καλεί όσους ζουν στη διασπορά να γυρίσουν πίσω, για να βοηθήσουν όπως μπορούν, για να πολεμήσουν. Ο Τζέικομπ, μπροστά στο αδιέξοδο της οικογενειακής του ζωής, θα το δει ως ευκαιρία να αλλάξει τη ζωή του, να κατανοήσει καλύτερα την «εβραϊκότητα» του, να ζήσει μια μοναδική στιγμή της ιστορίας πηγαίνοντας να πολεμήσει στο όνομα των προγόνων του. Όμως ούτε αυτό θα καταφέρει να κάνει, ενώ και η αυτοχειρία του παππού του Ισαάκ όπως και η τελική παραδοχή του Σαμ ότι ο ίδιος έγραψε το σημείωμα με τις ρατσιστικές φράσεις, θα επιδεινώσουν την ψυχολογική του κατάσταση.

«Ας πάμε στο κρεβάτι. Αυτές οι τέσσερις λέξεις διαφοροποιούν έναν γάμο από κάθε άλλο είδος σχέσης. Δεν πρόκειται να βρούμε τρόπο να συμφωνήσουμε, αλλά ας πάμε στο κρεβάτι. Όχι επειδή το θέλουμε, αλλά επειδή πρέπει. Αυτή τη στιγμή μισούμε ο ένας τον άλλο, αλλά ας πάμε στο κρεβάτι. Είναι το μόνο κρεβάτι που έχουμε. Ας πάει ο καθένας στην πλευρά του, αλλά σε πλευρές του ίδιου κρεβατιού. Ας αποσυρθούμε στον εαυτό μας, αλλά μαζί. Πόσες συζητήσεις έχουν λήξει με αυτές τις τέσσερις λέξεις; Πόσοι καβγάδες; 
Μερικές φορές πήγαιναν στο κρεβάτι και έκαναν άλλη μία προσπάθεια, σε οριζόντια θέση, να τα βρουν. Κάποια πράγματα που φαίνονταν απίθανα να συμβούν μέσα στην απεραντοσύνη του δωματίου, στο κρεβάτι γίνονταν πιθανά. Η οικειότητα της συνύπαρξης κάτω από το ίδιο σεντόνι, δύο κλίβανοι που συνεισφέρουν στην κοινή ζεστασιά, αλλά χωρίς να χρειάζεται να κοιτάξουν ο ένας τον άλλο. Η θέα του ταβανιού, και όλα αυτά που έρχονται στον νου καθώς κοιτάζει κανείς ένα ταβάνι. Ή ίσως να ήταν στο πίσω μέρος του εγκεφάλου, εκεί όπου μαζευόταν όλο το αίμα τέτοιες στιγμές, το σημείο όπου βρισκόταν ο λοβός της γενναιοδωρίας. 
Μερικές φορές πήγαιναν στο κρεβάτι και κυλούσαν στις άκρες του στρώματος, το οποίο εύχονταν, ο καθένας ξεχωριστά, να ήταν μεγαλύτερο, και ο καθένας ξεχωριστά ευχόταν να τελειώνει όλο αυτό, χωρίς να μπορούσαν να προσδιορίσουν τι ήταν αυτό. Αυτή η νύχτα; Αυτός ο γάμος; Αυτό το αδιέξοδο της οικογενειακής ζωής αυτής της οικογένειας; Πήγαιναν στο κρεβάτι μαζί όχι επειδή δεν είχαν άλλη επιλογή – κέιν μπρέιρε ιστ όιχ α μπρέιρε, όπως θα έλεγε ο ραβίνος στην κηδεία σε τρεις εβδομάδες▪ το να μην έχεις επιλογή είναι κι αυτό μια επιλογή. Ο γάμος είναι το αντίθετο της αυτοκτονίας, αλλά το μοναδικό της ταίρι ως απόλυτη πράξη βούλησης.»

Ο τίτλος του βιβλίου, προέρχεται από μια φράση της Παλαιάς Διαθήκης στη Γένεση (κεφάλαιο 22), όπου ο Αβραάμ τρεις φορές χρησιμοποιεί τη φράση «Ιδού εγώ», την πρώτη φορά όταν ο Θεός του ζητάει να θυσιάσει τον γιο του Ισαάκ, την δεύτερη όταν βρίσκονται οι δυο τους, πατέρας και γιος στον τόπο της θυσίας και ο Ισαάκ τον κοιτάει με απορημένο ύφος και την τρίτη φορά όταν ο Άγγελος τον φωνάζει λίγο πριν σφάξει τον Ισαάκ. Και στις τρεις περιπτώσεις, ο Αβραάμ δεν απαντάει τίποτα άλλο, παρά μόνο «Ιδού εγώ», κορυφώνοντας το δράμα αλλά και προκαλώντας συζητήσεις που κρατάνε αιώνες γύρω από αυτή την αντίδραση του. Ο έφηβος Σαμ αναρωτιέται πως γίνεται ο Αβραάμ να να αντικρούει τον εαυτό του, απαντώντας στον Θεό και τον Ισαάκ με τον ίδιο τρόπο, ουσιαστικά θέτοντας ένα από τα μεγάλα ερωτήματα του μυθιστορήματος του Safran Foer, τον διχασμό του σύγχρονου ανθρώπου μεταξύ των γονεϊκών του καθηκόντων και των επαγγελματικών του προσδοκιών και του τι σημαίνει να είσαι (ή να θεωρείσαι) «καλός γονιός».


Στο «Ιδού εγώ», ο Safran Foer θέτει συνεχώς ερωτήματα για την εβραϊκή ταυτότητα, αλλά και για την θέση των Αμερικανοεβραίων – τις περισσότερες φορές, δεν υπάρχει απάντηση αλλά προκύπτει κι άλλη ερώτηση. Ο Τζέικομπ και η Τζούλια σύγχρονοι Αμερικανοεβραίοι δεν διανοούνται να μην ακολουθήσουν τις παραδόσεις της φυλής τους, μια τελετή «μπαρ μιτσβά» γίνεται προτεραιότητα ακόμα και σ’ αυτούς τους σούπερ μορφωμένους και μοντέρνους, ο σεισμός στο Ισραήλ ξυπνάει τον εθνικιστή Εβραίο στον μέχρι τότε αδιάφορο Τζέικομπ που ξέρει ότι ούτε μια μέρα δεν θα αντέξει στην γη των προγόνων του. Ακόμα κι ο τίτλος, με την αινιγματική φράση του Αβραάμ, προσθέτει άλλο ένα λιθαράκι στις απορίες και στις εκκρεμότητες που προκύπτουν μέσα στο μυθιστόρημα. Τι σημαίνει ακριβώς το «Εδώ» - σημαίνει την διασπορά της Εβραϊκής φυλής; Το «Εγώ» σημαίνει τον εαυτό που βρίσκεται διχασμένος, την ταυτότητα που διαρκώς αναζητείται; Είναι ερωτήματα που έχει θέσει με διαφορετικό (και καλύτερο) τρόπο ο Φίλιπ Ροθ σε κάποια από τα βιβλία του, είναι ερωτήματα που απασχολούν τους Αμερικανοεβραίους συγγραφείς, διανοητές, καλλιτέχνες διαχρονικά – λίγο τις παλαιότερες ταινίες του Γούντι Άλλεν να προσέξουμε, αιωρούνται κι εκεί με σατυρικό τρόπο (αλλά πολύ πειστικά). 

Πέρα όμως από τις φιλοσοφικές ή μη αναζητήσεις περί εβραϊκότητας, που τίθενται διαρκώς στο βιβλίο, σε πρώτο επίπεδο, παρακολουθούμε την διάλυση ενός γάμου, τις επιπτώσεις της οικογενειακής κρίσης στα παιδιά, το πώς βιώνουνε οι ήρωες αυτές τις καταστάσεις. Οι ήρωες του βιβλίου, είναι «καλοί άνθρωποι» που δεν θέλουνε να κάνουνε κακό σε κανέναν και υφίστανται την φθορά του χρόνου ση σχέση τους. Και τα ερωτήματα διαρκώς αιωρούνται … Μετά από μια εικοσαετία αρμονικής (;) συνύπαρξης, είναι τόσο απλό να τα γκρεμίσεις όλα; Μήπως όλα εξαρτώνται από μια συγγνώμη που δεν θα ειπωθεί ποτέ; Τι συνιστά την ευτυχία, οικογενειακή και προσωπική; Τι σημαίνει «οικογενειακή στέγη» και τι «οικογένεια» για τον καθένα από εμάς; Και άλλα πολλά.

«Εκτός από εκείνες τις στιγμές που οι άνθρωποι θα έκαναν τα πάντα για να τις αποφύγουν, η ζωή είναι βασανιστικά αργή και αδιάφορη, χωρίς δράματα και έμπνευση.» 

Ο Τζέικομπ, είναι ένας άνθρωπος που βρίσκεται διαρκώς στη μέση. Το κάθε μέλος της ευρύτερης οικογένειας αντιμετωπίζει την κρίση στο Ισραήλ διαφορετικά και με τον δικό του τρόπο. Το κάθε μέλος της δικής του οικογένειας αντιμετωπίζει την κρίση στο σπίτι διαφορετικά και με τον δικό του τρόπο – ακόμα και ο μικρούλης Μπένζι. Εκείνος είναι διχασμένος και απογοητευμένος. Η προσωπική του ζωή είναι γεμάτη άγχη και υποχρεώσεις που αδυνατεί να ανταποκριθεί, ασάφειες και μπερδέματα, απογοητεύσεις και καταπιεσμένα συναισθήματα. Η ερωτική ζωή με την Τζούλια έχει χαθεί προ πολλού και ακούει συνεχώς πολιτικά podcasts για να χαλαρώσει, ενώ με τα παιδιά του, η επικοινωνία διαρκώς λιγοστεύει και η κόντρα με τον εαυτό του μεγαλώνει. 

Ο Safran Foer έγραψε το «Ιδού εγώ» μετά το διαζύγιό του με την έξοχη συγγραφέα Nicole Krauss (που κάποιοι την θεωρούν πιο σημαντική). Εκείνη, έγραψε το «Δάσος σκοτεινό», ένα περισσότερο απαιτητικό και με φιλοσοφικό βάρος μυθιστόρημα, πιο εσωστρεφές από το βιβλίο του πρώην συζύγου της. Και στα δύο βιβλία οι ήρωες είναι πρόσφατα χωρισμένοι, και στα δύο υπάρχει πολύ Ισραήλ μέσα και στα δύο, η προσωπική αναζήτηση κατέχει τον κεντρικό ρόλο. Προφανώς και οι δύο προσπάθησαν να ξεπεράσουν αυτό το σημαντικό γεγονός της ζωής τους, με την δημιουργία ενός λογοτεχνικού έργου. Όχι, ότι έχει κάποια μεγάλη σημασία – ο αναγνώστης που θα διαβάσει τα βιβλία, μπορεί κάλλιστα να το αγνοήσει, αλλά είναι πολύ ενδιαφέρον ως γεγονός.

Υπερφιλόδοξο και μαξιμαλιστικό το μυθιστόρημα του ικανότατου και ευφυέστατου Safran Foer, χάνεται κάπου μεταξύ της οικογενειακής ιστορίας και της «καταστροφής» του Ισραήλ. Πολύ ενδιαφέρον στο πρώτο του μισό, χάνεται και μπερδεύεται όσο προχωράει και προσπαθεί να χωρέσει τα πολιτικογεωγραφικά παιχνίδια μέσα στην ενδοσκόπηση του ήρωά του. Ατέρμονοι και ατελείωτοι διάλογοι «επί παντός επιστητού», σελίδες μεγάλης λογοτεχνικής απόλαυσης και τρομερά ενδιαφέρουσες στιγμές, εναλλάσσονται με σελίδες απόλυτης φλυαρίας και αδιαφορίας, όπου θα μπορούσε να λείπει τουλάχιστον το 1/3 του όγκου του. Η ικανότητα του συγγραφέα είναι δεδομένη και είναι ιδιαίτερα σαγηνευτικό το ύφος του – διαβάζεται ευχάριστα αλλά δεν νομίζω ότι αυτό ήταν πραγματικά το ζητούμενο. Το «Ιδού εγώ» είναι ένα μυθιστόρημα πραγματικά ανοικονόμητο, άνισο και χαοτικό όσο όμορφο τις περισσότερες στιγμές κι αν είναι, παραμένει όμως ένα αξιόλογο βιβλίο, μια ωραία  και περήφανη αποτυχία, που σίγουρα αξίζει να διαβαστεί.

Βαθμολογία 78 / 100


 
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 09, 2020
posted by Librofilo at Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 09, 2020 | Permalink
Ο φυγάς - ταξιδιώτης
Τον Οκτώβριο του 1942, ένα επιταγμένο από τη βρετανική κυβέρνηση πλοίο, τορπιλίζεται από ένα Γερμανικό υποβρύχιο 700 μίλια βορειοδυτικά από τις Αζόρες. 361 επιβάτες χάνουν τη ζωή τους, ανάμεσά τους και ένας σχετικά άγνωστος συγγραφέας εβραϊκής καταγωγής, ο Ulrich Boschwitz▪ ήταν μόλις 27 ετών, μαζί του είχε τα χειρόγραφα του τρίτου του μυθιστορήματος που είχε γράψει σε κέντρο κράτησης της Μελβούρνης, και (παρά τη νεαρή του ηλικία) είχε ήδη δημοσιεύσει, δύο μυθιστορήματα εκτός Γερμανίας, ένα είχε κυκλοφορήσει στη Σουηδία και το δεύτερο κυκλοφόρησε πρώτα στο Λονδίνο το 1939 με τίτλο «The Man who took Trains» και το 1940 στις Η.Π.Α. με τίτλο «The Fugitive».
Ο συγγραφέας δεν είχε δει ακόμα το βιβλίο του να εκδίδεται στα Γερμανικά, που ήταν και η μεγάλη του επιθυμία και δούλευε μια αναθεωρημένη εκδοχή του όταν τον βρήκε ο θάνατος▪ τα χειρόγραφά του χάθηκαν στο ναυάγιο. Πρέπει να περάσουν 76 χρόνια, το 2018 δηλαδή, για να εκδοθεί το μυθιστόρημα τού Ulrich Alexander Boschwitz (Βερολίνο 1915 – 1942) με τίτλο «Ο ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ» («Der Reisende») στην πατρίδα του, επιμελημένο από τον Πέτερ Γκραφ. Ευτυχώς, οι Έλληνες αναγνώστες, μπορούν να απολαύσουν αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο, στην ωραία έκδοση του Κλειδάριθμου από τα Γερμανικά, σε μετάφραση-εγγύηση της Μαρίας Αγγελίδου και εξαιρετικό επίμετρο του επιμελητή της γερμανικής έκδοσης (σελ.299).

 
Το βιβλίο του Μπόσβιτς, που περιέχει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία, εκτυλίσσεται την επομένη της «Νύχτας των Κρυστάλλων» στις αρχές Νοεμβρίου του 1938. Ο θάνατος του τρίτου γραμματέα της Γερμανικής πρεσβείας στο Παρίσι από ένα νεαρό Πολωνοεβραίο πυροδότησε (ή μάλλον πιο σωστά, έδωσε την αφορμή), για μαζικές καταστροφές των εβραϊκών καταστημάτων, συναγωγών ενώ ακολούθησε η αναστολή ελευθεριών και η κατάσχεση περιουσιών των απανταχού σε όλη την επικράτεια του Γ Ράιχ ανθρώπων εβραϊκής ή «ημι-εβραϊκής» καταγωγής. Ήταν μια καλή πρόβα για την «τελική λύση» που οραματίζονταν το Χιτλερικό καθεστώς και ότι επακολούθησε μερικά χρόνια αργότερα.
 
Ο Ότο Ζίλμπερμαν, ο ήρωας του μυθιστορήματος, είναι ένας άνθρωπος που βλέπει μέσα σε λίγες ώρες την ζωή του να αλλάζει, και από ευυπόληπτος επιχειρηματίας να μετατρέπεται σε κυνηγημένο φυγάδα. Με εξωτερική εμφάνιση Άρειου, και με τον αέρα της εξουσίας του επιτυχημένου να τον περιβάλλει, δεν εγείρει σε κανέναν παρατηρητή την υποψία ότι μπορεί να είναι Εβραίος. Πολέμησε στον Α παγκόσμιο πόλεμο και παρασημοφορήθηκε με τον Σιδηρού Σταυρό, λατρεύει την Γερμανία και οτιδήποτε Γερμανικό. Παντρεμένος με Γερμανίδα και ευκατάστατος μεγαλοαστός, έχει βάλει ως μέτοχο στην επιχείρησή του, έναν πρώην υπάλληλο του, διότι θέλει να «προλάβει» τα προβλήματα, έχοντας ως βιτρίνα ένα μέλος του Κόμματος. Αισθάνεται ανασφάλεια με αυτά που ακούει, αλλά κατά βάθος πιστεύει στη δύναμη του χρήματος και στην ισχύ που νόμιζε ότι έχει στον επιχειρηματικό κόσμο. Όταν όμως βλέπει τα τάγματα εφόδου των Ναζί, να εισβάλλουν σπίτι του, να τα κάνουν όλα λαμπόγιαλο αναζητώντας τον, το μόνο που τον νοιάζει είναι να γλυτώσει.
 
«Ίσως δεν είναι και τόσο χάλια τα πράγματα, ίσως είναι μια υστερία μόνο. Αλλά όχι, πρέπει επιτέλους να δω την αλήθεια. Θα έρθουν και χειρότερα, πολύ, πολύ χειρότερα! Αλλιώς δεν πρέπει να απορώ που άνθρωποι της φάρας του Μπέκερ μου τη φέρνουν. Ο παλιάνθρωπος! Μα τι νόημα έχει να νευριάζω τώρα; Πρέπει να φύγουμε από τη Γερμανία! Και δεν μπορούμε να πάμε πουθενά! Εδώ πρέπει ν’ αφήσεις τα λεφτά για να σ’ αφήσουν να φύγεις, εκεί σου τα ζητάνε για να σ’ αφήσουν να μπεις. Είναι να τρελαίνεσαι! Αν το προσπαθήσεις, κινδυνεύεις να σε πιάσουν. Αν δεν το προσπαθήσεις, σε πιάνουν σίγουρα. Όπως στο σχολείο. Λύνεις μόνος σου τις ασκήσεις στο διαγώνισμα των μαθηματικών, παίρνεις ένα δεκαράκι. Αντιγράφεις, παίρνεις ένα δεκάξι. Άμα σε πιάσουν ν’ αντιγράφεις όμως, ή αν δεν προσπαθήσεις καν να λύσεις αυτά που δεν ξέρεις, τότε σε κόβουν. Στο τέλος, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.»
 


Ο Ζίλμπερμαν, μαζεύει ότι χρήματα έχει σε μια βαλίτσα, προσπαθεί να συνεννοηθεί με τον γιο του που σπουδάζει στο Παρίσι, να του βγάλει μια βίζα εισόδου στη Γαλλία και φεύγει. Μπαίνει στο τρένο να βρει τον «συνέταιρό» του στο Αμβούργο, που έχει πάει να κλείσει μια συμφωνία και συναντώντας τον συνειδητοποιεί ότι πρέπει να του πουλήσει και την υπόλοιπη επιχείρησή του για ένα κομμάτι ψωμί, ξαναμπαίνει στο τρένο να φτάσει στα σύνορα με το Βέλγιο και να διαφύγει από εκεί, κουβαλάει μαζί του την τεράστια βαλίτσα του με τα χρήματα, «λαδώνει» δεξιά και αριστερά, περνάει στη γείτονα χώρα, τον εντοπίζουν οι Βέλγοι συνοριοφύλακες και τον γυρίζουν πίσω. Παρακαλάει τον γιο του να κινηθεί γρηγορότερα, εκείνος δεν μπορεί να κάνει τίποτα παραπάνω, ενώ ο αδερφός της συζύγου του, στον οποίον εκείνη είχε καταφύγει και είχε ευνοηθεί οικονομικά από τον Ζίλμπερμαν, του κλείνει την πόρτα στη μούρη. Περνάει τις μέρες του στα τρένα, από πόλη σε πόλη, αισθανόμενος μια μικρή ασφάλεια, όπως κινείται και βάσει της εμφάνισής του, αλλά ξέρει ότι η παράδοση στους Ναζί είναι θέμα χρόνου καθώς όπου και να στραφεί, μόνο αδιέξοδα συναντάει.
 
Ο ήρωας του βιβλίου, δεν θα αργήσει να αντιληφθεί ότι ολόκληρη η χώρα έχει μεταβληθεί σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης κι ότι το χρήμα που μάζευε τόσο καιρό και νόμιζε ότι ανοίγει όλες τις πόρτες, είναι ουσιαστικά άχρηστο. Βλέπει με τρόμο, τα βαγόνια να είναι κατειλημμένα από Εβραίους κάθε ηλικίας, τρομοκρατημένους ή με ένοχο ύφος που προσπαθούν να ξεφύγουν φθάνοντας κάπου – ούτε κι εκείνοι ξέρουν που, βλέπει «Γερμαναράδες» μικροαστούς επιβάτες να κοιτάνε βλοσυρά κι επιφυλακτικά δεξιά κι αριστερά, μη διστάζοντας να «καρφώσουν» όποιον του φαίνεται ύποπτος, βλέπει την κατάσταση όπως είναι και για πρώτη φορά στη ζωή του, νιώθει μόνος και ανυπεράσπιστος, ενώ βρίσκεται και σε μεγάλο εσωτερικό διχασμό, καθώς από τη μια περιφρονεί τους κακόμοιρους συμπατριώτες του που αγωνίζονται να διαφύγουν, από την άλλη αρνείται ακόμα να παραδεχτεί ότι κι αυτός είναι ένας από αυτούς, ενώ συνεχίζει να βλέπει με συμπάθεια τους Γερμανούς συνεπιβάτες του.
 
«Τώρα καταλαβαίνω πόσο κοντά είναι ο θάνατος. Δεν έχει κανείς παρά να τρέχει πάντα γρηγορότερα από κείνον. Όποιος σταθεί, βουλιάζει, πνίγεται. Εδώ που τα λέμε, πάντα έτρεχα. Γιατί λοιπόν τώρα δυσκολεύομαι, τώρα που το τρέξιμο είναι πιο αναγκαίο από ποτέ; Ο μεγαλύτερος κίνδυνος θα’ πρεπε να δίνει και μεγαλύτερη δύναμη▪ αντί γι’ αυτό, αφήνεται κανείς, αφήνει τις πρώτες αναποδιές να τον παραλύσουν.»
 
Ο συγγραφέας κατασκευάζει έναν ήρωα, που ακόμα και στις πιο δραματικές του στιγμές δεν γίνεται απόλυτα συμπαθής στον αναγνώστη. Είναι ένας εγωιστής και υπερφίαλος άνθρωπος, που δεν είχε αντιμετωπίσει ποτέ δυσκολίες στη ζωή του και νόμιζε ότι με το χρήμα μπορεί να εξαγοράσει τους πάντες. Η προσγείωσή του θα είναι πολύ απότομη και γι’ αυτό ιδιαίτερα επώδυνη. Η μαεστρία όμως του νεότατου Μπόσβιτς στην κατασκευή της ιστορίας που περιγράφει, φαίνεται στους χαρακτήρες που συναντάει στην φυγή του, ο Ζίλμπερμαν. Άνθρωποι κάθε είδους, από φανατικοί μικροαστοί μέχρι συμπονετικοί ανώνυμοι άνθρωποι, από γυναίκες που δεν τις ενδιαφέρει αν ο απέναντί τους είναι Εβραίος ή διωκόμενος, απλώς θέλουν να περάσουν καλά μερικές ώρες, έως κάποιους (τους περισσότερους ίσως) που αποστρέφουν το βλέμμα από αυτά που βλέπουν να γίνονται μπροστά στα μάτια τους.
 


Το βιβλίο είναι ένα (κυριολεκτικά) μυθιστόρημα – ντοκουμέντο, που περιγράφει ιστορικά γεγονότα τη στιγμή που γίνονται και ως εκ τούτου, αποκτάει περισσότερη αξία. Ο Μπόσβιτς όταν έγραψε το βιβλίο (μόλις 23 χρονών παρακαλώ!), δεν είχε ιδέα τι επρόκειτο να γίνει στον κόσμο λίγα χρόνια αργότερα – το πλήρωσε με τη ζωή του -, και εκπλήσσει με την διαύγεια της σκέψης του και το πώς περιγράφει γεγονότα που ενδεχομένως να ήταν αυτοβιογραφικά όπως αναφέρει ο επιμελητής της έκδοσης, στο υπέροχο επίμετρο που κλείνει το βιβλίο.
 
Δυστυχώς δεν θα μάθουμε ποτέ, πως θα ήταν η τελική μορφή αυτού του συναρπαστικού μυθιστορήματος, αν και είναι εμφανές ότι ο επιμελητής της Γερμανικής έκδοσης, έκανε τρομερή δουλειά. Είναι ένα βιβλίο μάθημα ζωής, που δεν έχει μόνο αξία ως ιστορικό ντοκουμέντο, αλλά παρουσιάζει μεγάλες αρετές στον ρυθμό του, που είναι καταιγιστικός, στον δυναμισμό που αποπνέει, στη ζωντάνιά του. Είναι μια ιστορία για την εξορία και την απέλαση, για τις ανατροπές στη ζωή, για την αναζήτηση ταυτότητας αλλά και για το αμείλικτο πρόσωπο του Ναζισμού και για την τρέλα του φανατισμού. Ο συγγραφέας πέθανε στα 27 του, νομίζω ότι ο καθένας καταλαβαίνει τι τρομερό ταλέντο χάθηκε από τον κόσμο της Λογοτεχνίας!
 
Βαθμολογία 84 / 100


 
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 02, 2020
posted by Librofilo at Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 02, 2020 | Permalink
"Η σκιά του ευνούχου"
«Όταν κοιτάζει πίσω του, ο κριτικός βλέπει τη σκιά ενός ευνούχου.» (G. Steiner)

 Ο εξαιρετικός Καταλανός συγγραφέας Jaume Cabre (Βαρκελώνη, 1947), έγινε πολύ δημοφιλής στη χώρα μας, με το έξοχο μυθιστόρημά του «Confiteor» που μεταφράστηκε πριν μερικά χρόνια, και γνώρισε (απρόσμενα για τόσο απαιτητικό βιβλίο) μεγάλη εμπορική επιτυχία. Το καλό αυτής της ιστορίας, είναι ότι το κοινό αγαπώντας το «Confiteor», αναζήτησε και το προηγούμενο μυθιστόρημα του συγγραφέα που κυκλοφορούσε στη χώρα μας για καιρό, χωρίς να ασχολούνται πολλοί μαζί του, το εκπληκτικό «Οι Φωνές του ποταμού Πάμανο» που με την ευκαιρία αυτή, «ξεπούλησε» κι αυτό. Η ελληνική βιβλιογραφία του Cabre, εμπλουτίστηκε πλέον, με την κυκλοφορία ενός παλαιότερου μυθιστορήματός του (γραμμένο την δεκαετία του ’90), του «Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΕΥΝΟΥΧΟΥ» («LOmbra de lEunuc») – (εκδ. Πόλις, μετάφρ. Ε. Σοφός, σελ. 512), βιβλίου που έχει περισσότερα κοινά με το «Confiteor», παρά με τις «Φωνές…», καθώς η μουσική διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην δομή του, ενώ όπως σε όλα τα βιβλία του Καταλανού συγγραφέα με το ευδιάκριτο αφηγηματικό στυλ, το παρελθόν και οι οικογενειακές ιστορίες σε συνδυασμό με την ταραγμένη ιστορία της χώρας, βρίσκονται στο προσκήνιο.


Ο Μικέλ Ζενζάνα, έχει απομείνει, ο τελευταίος απόγονος μιας εύπορης και σημαντικής οικογένειας της Καταλωνίας που διέμενε σε μια έπαυλη στο Φέσες, ένα μικρό χωριό κοντά στην Βαρκελώνη. Η πολυτελής και τεράστια έπαυλη έχει από χρόνια κατασχεθεί λόγω πτώχευσης της οικογενειακής επιχείρησης και πλέον, και διαμορφωθεί σε ένα μοδάτο ρεστωράν με μπερδεμένο μενού. Ο Μικέλ έχει προσκληθεί σε δείπνο από μια συνάδελφό του, σε αυτό ακριβώς το εστιατόριο και παρατηρεί τους χώρους που μεγάλωσε, που πλέον έχουν διαμορφωθεί σε κάτι διαφορετικό. Ο Μικέλ είναι πολιτιστικός συντάκτης σε ένα περιοδικό και η νεαρή συνάδελφός του, θέλει να γράψει ένα θέμα για τον αδελφικό του φίλο Μπολός που βρέθηκε νεκρός. Ο Μικέλ με τον Μπολός, που είχαν μεγαλώσει μαζί, στα φοιτητικά τους χρόνια είχαν στρατευθεί στον αντιδικτατορικό αγώνα και τους ένωνε ένα μεγάλο μυστικό – κάτι βέβαια που η δημοσιογράφος αγνοούσε -, είχαν απομακρυνθεί τα τελευταία χρόνια ακολουθώντας διαφορετικούς δρόμους. Ο Μπολός είχε γίνει πολιτικός και ο Μικέλ είχε απομακρυνθεί από όσα συνέβησαν στο παρελθόν, γράφοντας για το περιοδικό.

 «Η ζωή μου είναι γεμάτη από στιγμές σταθμούς που γλιστρούν μέσα από τα δάχτυλά μου σαν ψάρι καθώς χαζεύω μπροστά στην τηλεόραση ή λύνω ένα σταυρόλεξο.»

 Η συζήτηση όμως στο δείπνο, μπορεί να έχει ως αφορμή τον Μπολός, αλλά είναι ένας μονόλογος του Μικέλ για το παρελθόν του. Την ιστορία της οικογένειας, τα χρόνια του Φρανκισμού, την φυγή του πατέρα, την ιστορία του θείου Μαουρίσι, που θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις οικογενειακές εξελίξεις, για τις γυναίκες της ζωής του, που μπορεί να ήταν μόνο τρεις αλλά η σχέση του μαζί τους, κυριολεκτικά τον διέλυσε. Η «άπιαστη» Μπέρτα που για χάρη της, αυτός ο δειλός και ντροπαλός άνθρωπος έγινε «επαναστάτης», η Τζέμα με την οποία προσπάθησε να βρει την ηρεμία στη ζωή του και τέλος η μοναδική Τερέζα, η επιτυχημένη μουσικός, που ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα και έχασε πάλι ξαφνικά προτού προλάβει να της πει, πόσο την αγάπησε. Ο Μικέλ, πενηντάρης πλέον, είναι ένας απογοητευμένος άνθρωπος, που θεωρεί τον εαυτό του «ευνούχο», με την ταυτότητά του να φτιάχνεται από μικρά γεγονότα, λεπτομέρειες που την καθόρισαν με τις απώλειες να διαμορφώνουν ότι έγινε.


 Ο Μικέλ που απαρνήθηκε την οικογένειά του, αηδιασμένος, γυρνώντας της την πλάτη και προσπαθώντας να ζήσει μια ζωή ως επαναστάτης, περιγράφει το παρελθόν του με ειρωνικό και αποστασιοποιημένο ύφος. Στέκεται ιδιαίτερα στη σχέση του με τον «λοξό» και «απόβλητο» μέλος της οικογένειας, τον θείο του Μαουρίσι, το νόθο παιδί που υιοθετήθηκε από τον παππού του και εξοβελίστηκε στην εξορία ενός ψυχιατρικού ιδρύματος, και ο οποίος, αποτέλεσε το σκάνδαλο της οικογένειας, ως ομοφυλόφιλος και άνθρωπος των βιβλίων και της μουσικής, που τον μύησε στον κόσμο της τέχνης και της ευαισθησίας. Οικογενειακά «δέντρα» που μετατρέπονται, μνήμες από το παρελθόν μέσα από τις αφηγήσεις του Μικέλ και του (ιδιαίτερα καθοριστικού) Μαουρίσι – ενός αφηγητή που ίσως να είναι αναξιόπιστος – και ο οποίος, υπέργηρος πλέον περνάει τις τελευταίες του μέρες στο ίδρυμα, σε ένα βιβλίο που κυλάει αργά με συνεχείς ανατροπές και αναδρομές.

«Ένα από τα σημάδια της ωριμότητας είναι η συμφιλίωση με την ιδέα ότι, στη ζωή, δεν υπάρχει replay. Ότι η ζωή είναι ένα παιχνίδι όπου ρίχνουμε τα ζάρια μια μόνο φορά.»

Η μουσική είναι σε πρώτο πλάνο σε όλο το μυθιστόρημα (όπως άλλωστε και στο «Confiteor»), που ακολουθεί την δομή της τελευταίας σύνθεσης του Άλμπαν Μπεργκ (Βιέννη 1885-1935), «Κονσέρτο για Βιολί» («Violinkonzert») που ολοκληρώθηκε λίγο πριν τον θάνατο του συνθέτη σε ηλικία 50 ετών και αποτελεί το δημοφιλέστερο έργο του. Το «Κονσέρτο…» είναι αφιερωμένο στη «Μνήμη ενός Αγγέλου», όπως ακριβώς είναι ο τίτλος του δεύτερου κεφαλαίου του βιβλίου (το πρώτο μέρος έχει τίτλο «Το μυστικό του αορίστου»), ενώ το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τέσσερις κινήσεις – Andante, Allegretto, Allegro, Adagio.

Ουσιαστικά λοιπόν η αναπαράσταση μιας μουσικής σύνθεσης με λέξεις, το μυθιστόρημα του Cabre είναι ένα ταξίδι στο παρελθόν (εξάλλου στην αρχή του βιβλίου προτάσσεται η ρήση του Ίβλιν Γουό «for we posses nothing certainly except the past»), όχι μόνο της οικογένειας του Μικέλ Ζενζάνα, αλλά και της Ισπανίας. Οι περιγραφές των περιστατικών που σημάδεψαν την δική του ζωή, αλλά και των μελών της οικογένειάς του, δίνονται με πρωτοπρόσωπη αφήγηση που εναλλάσσεται με την τριτοπρόσωπη του Μαουρίσι - όπως δε γίνεται και στα επόμενα βιβλία του συγγραφέα - ακόμα και μέσα στην ίδια πρόταση, προσδίδοντας έναν πολυφωνικό τόνο στην αφήγηση που κατά το μεγαλύτερο μέρος της είναι τυπικά μονοφωνική.


Το βιβλίο είναι βέβαια απολαυστικό στο μεγαλύτερο μέρος του, ο Cabre είναι εξαίρετος τεχνίτης της αφήγησης αλλά έχει και μεγάλα διαστήματα φλυαρίας και πολλές (συνεχείς μάλλον) επαναλήψεις, που δεν κουράζουν και δεν ενοχλούν λόγω του εξαίσιου χιούμορ που μπορεί να ελαφρύνει ακόμα και τις πιο «βαριές» καταστάσεις. Ο Μικέλ και ο Μαουρίσι, δύο λογοτεχνικοί ήρωες τραγικοί και ταυτόχρονα συναισθηματικά ανάπηροι και ατελείς, μέσα από την αφήγηση αποκτούν διαφορετικούς τίτλους – Μικέλ Ζενζάνα, «ο άσωτος υιός», «ο ακρωτηριασμένος», «ο αποπροσανατολισμένος», Μαουρίσι «ο δίχως πατρίδα», «ο ηθικολόγος» κλπ.

Μυθιστόρημα αυτογνωσίας και αναζήτησης ταυτότητας, «Η σκιά ενός ευνούχου» του Jaume Cabre, μπορεί να μην είναι το καλύτερο του συγγραφέα, αλλά είναι ένα ίσως πιο συναισθηματικό και άμεσο από τα επόμενα δύο διάσημα έργα του που ακολούθησαν. Ένα σπαρακτικό οικογενειακό χρονικό, που μιλάει για όλα – χωρίς πάντα επιτυχία αλλά τουλάχιστον προσπαθεί με συνέπεια -, μελαγχολικό και με αγάπη για την μουσική που ξεχειλίζει από τις σελίδες του. Το σαγηνευτικό αφηγηματικό ύφος του συγγραφέα, όμως είναι πάνω απ’ όλα και είναι αυτό που συναρπάζει τον αναγνώστη και που κάνει το βιβλίο απολαυστικό.

 Βαθμολογία 82 / 100


 
 
Τετάρτη, Αυγούστου 26, 2020
posted by Librofilo at Τετάρτη, Αυγούστου 26, 2020 | Permalink
Μητέρες και κόρες ("Κάτω από την επιφάνεια")
Αρχικά απορείς με την ηλικία της συγγραφέως. Ένα μυθιστόρημα που εκδίδεται στην Αγγλία το 2018, φτάνει στο short-list του πολύ σημαντικού βραβείου Booker, και είναι γραμμένο από μια κοπέλα, που γεννήθηκε το 1990 σε ένα παραθαλάσσιο ειδυλλιακό χωριό (η νεότερη συγγραφέας που διεκδίκησε το βραβείο από την σύστασή του), δηλαδή το έγραφε στα 25 της; Και δεν είναι μόνο αυτό, διότι από την πρώτη σελίδα – από την εισαγωγή – αντιλαμβάνεσαι, ότι πρόκειται για ένα βιβλίο απαιτητικό και πυκνό, κι όχι ένα προϊόν κατανάλωσης ευχάριστου χρόνου. Μιλάω για το έξοχο μυθιστόρημα της Βρετανίδας Daisy Johnson (Paignton Devon 1990), με τίτλο «ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ» («Everything Under») – (εκδ. Καστανιώτη, (ωραία) μετάφρ. Μ. Βαρδοπούλου, σελ. 302), ένα βιβλίο που στην πρώτη του σελίδα, διαβάζεις μια παράγραφο αντάξια των λογοτεχνικών προγόνων της!

 «Ο τόπος όπου γεννιόμαστε επιστρέφει σ’ εμάς. Μεταμορφώνεται σε ημικρανίες, στομαχόπονους, αϋπνίες. Βρίσκεται στον τρόπο που ξυπνάμε μερικές φορές νιώθοντας ότι πέφτουμε στο κενό, ψάχνοντας τον διακόπτη του πορτατίφ, βέβαιοι πως όλα όσα χτίσαμε χάθηκαν μες στη νύχτα. Γινόμαστε ξένοι για τον τόπο που μας γέννησε. Εκείνος δε θα μας αναγνώριζε, αλλά εμείς θα τον αναγνωρίζουμε πάντα. Είναι το ίδιο μας το μεδούλι▪ μπολιάζεται μέσα μας. Αν μας γύριζε κανείς απ’ την ανάποδη, θα ‘βλεπε χάρτες χαραγμένους στην πίσω πλευρά του δέρματός μας▪ μην τυχόν και χάσουμε τον δρόμο της επιστροφής. Μόνο που στην πίσω πλευρά του δικού μου δέρματος δε θα έβρισκε κανάλια και σιδηροδρομικές γραμμές και ποταμόπλοια, αλλά πάντοτε: εσένα.»


Στο μυθιστόρημα, η Τζόνσον περιγράφει τη σχέση μεταξύ της Σάρας και της Γκρέτελ, μιας μητέρας και μιας κόρης. Η αφήγηση γίνεται στο μεγαλύτερο μέρος από την πλευρά της κόρης. Η Γκρέτελ είναι μια νέα γυναίκα που ζει μόνη της και εργάζεται ως Λεξικογράφος. Η Σάρα, η μητέρα της, την εγκατέλειψε τελείως ξαφνικά όταν εκείνη ήταν 13 ετών. Η Γκρέτελ ζει μια οργανωμένη και μάλλον αποστειρωμένη ζωή, ίσως ως αντίδραση στην χαοτική και «τσιγγάνικη» παιδική της ηλικία, όταν με την μητέρα της ζούσε σε ένα ποταμόσπιτο, αραγμένο στις όχθες ενός ποταμού στην κεντρική Αγγλία κοντά στην Οξφόρδη. Η Σάρα ήταν μια γυναίκα που δεν έμπαινε σε καλούπια, μια άναρχη φύση που το μικρό κορίτσι την λάτρευε και την φοβόταν. Μάνα και κόρη είχαν αναπτύξει την δική τους γλώσσα και είχαν επινοήσει, έναν εχθρό που αντιπροσώπευε όλες τις φοβίες τους, ένα τέρας της λίμνης (το οποίο είχαν ονομάσει «Μπόνακ»), που έβγαινε και σκότωνε και λεηλατούσε και το οποίο προσπαθούσαν να ανακαλύψουν και να εξολοθρεύσουν.

Η Γκρέτελ από τότε που ενηλικιώθηκε και ζει μόνη της, ψάχνει την μητέρα της, τηλεφωνώντας σε νεκροτομεία, νοσοκομεία κλπ. 16 χρόνια μετά την εγκατάλειψή της, λαμβάνει ένα τηλεφώνημα από την χαμένη μητέρα της, που πλέον έχει άνοια που επιταχύνεται. Παράλληλα με την αναζήτηση της μητέρας της, η Γκρέτελ ψάχνει εμμονικά τα ίχνη του Μάρκους, ενός περιπλανώμενου νεαρού, που είχε μείνει για λίγο στο ποταμόσπιτό τους, λίγο πριν την εξαφάνιση της Σάρα, και είχε ιδιαίτερη σχέση και με τις δυο τους, ενώ τις βοηθούσε να βρουν το «Μπόνακ». Η αναζήτηση του Μάρκους θα αποκαλύψει την αλήθεια για μια τραγική και ταυτόχρονα δραματική περίπτωση ενός ανθρώπου διχασμένου μέσα στο σώμα του, που ουσιαστικά θα φανερωθεί μέσα από τα θραύσματα μνήμης της Σάρα.

«Πάντα ξαναγυρνάω - αναπόφευκτα – στον τρόπο με τον οποίο μ’ εγκατέλειψες. Αυτό οφείλεται, μου εξηγείς από την πολυθρόνα σου, στο ότι είμαι εγωίστρια κι εξαρτημένη. Μου λες ότι ανέκαθεν ήμουνα έτσι. Μου λες ότι όσο μέναμε στο ποτάμι, σου είχα γίνει κολλιτσίδα και ούρλιαζα σαν λύκος, μέχρι που έπεφταν τα δέντρα. Καταφεύγεις συχνά σε τέτοιες υπερβολές. Όταν διηγείσαι μια ιστορία, δε μοιάζεις να καταγράφεις απλά τα γεγονότα, αλλά να σκάβεις για να τα ανασύρεις στην επιφάνεια. Είναι φορές που ακούς σιωπηλά. Είναι φορές που με διακόπτεις, και οι αφηγήσεις μας μπλέκονται, επικαλύπτουν η μια την άλλη.»

Η Τζόνσον αφηγείται την ιστορία της, έχοντας ως βάση τον μύθο του Οιδίποδα, τον οποίον ανασκευάζει – ο αναγνώστης εύκολα θα βρει τις αναφορές. Δεν «δανείζεται» όμως τον μύθο αλλά και τις παραμέτρους του, την έννοια της ουσιαστικής ελευθερίας αλλά και του πεπρωμένου. Η Γκρέτελ λειτουργεί περισσότερο ως παρατηρητής / αφηγητής, η συμμετοχή της στα γεγονότα που συνέβησαν όταν ήταν έφηβη, ήταν περιορισμένη και είναι σε θέση να τα δει αποστασιοποιημένα και ψύχραιμα – κάτι σαν τον Χορό της αρχαιοελληνικής τραγωδίας. Ο «δαίμονας» που αντιπροσωπεύει το άγνωστο και τρομακτικό «Μπόνακ» είναι μέσα στους πρωταγωνιστές της ιστορίας, απεικονίζοντας τους βαθύτερους φόβους και αγωνίες τους.

Οι λεπτομέρειες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο μυθιστόρημα. Το ποτάμι με την παρακμή του – στις όχθες υπάρχουν κουφάρια αυτοκινήτων, σκουπίδια, οι λέξεις με τις οποίες «παλεύει» καθημερινά η Γκρέτελ για να ζήσει ως λεξικογράφος, που συμπληρώνουν την ακατάληπτη γλώσσα που είχαν εφεύρει με την μητέρα της, μέσα στην οικειοθελή απομόνωσή τους, για να συνεννοούνται.


Παρότι λοιπόν, η ιστορία περιστρέφεται γύρω από την διασκευή του μύθου του Οιδίποδα, είναι η σχέση μάνας και κόρης που παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο πολυεπίπεδο μυθιστόρημα της Τζόνσον. Η Σάρα μόνιμα θυμωμένη κι οργισμένη, με την απόγνωση να την διακατέχει για όλους κι όλα, η εθελούσια φυγή της από τον «πολιτισμένο κόσμο», η σχέση της με την κόρη της, η αγάπη και το μίσος, η έλξη και η απώθηση, μεγεθύνονται και αποκαλύπτονται όταν οι δυο γυναίκες θα βρεθούν ξανά σ’ αυτή την επώδυνη και ταυτόχρονα λυτρωτική επανασύνδεση μετρώντας τις πληγές τους και τα τραύματα που έχει αφήσει στην Γκρέτελ το παρελθόν.

Γραμμένο με δυναμισμό και πυκνότητα, το «Κάτω από την επιφάνεια», είναι ένα μυθιστόρημα «δυσάρεστο» και «επώδυνο», που σε βασανίζει και σε στοιχειώνει αναγνωστικά. Το εξαιρετικό στυλ της νεαρότατης συγγραφέως εκπλήσσει με την ένταση και τον ρυθμό στην αφήγηση, την βιρτουοζιτέ στην τεχνική που εντυπωσιάζει.

Μπορεί να είναι λίγο περισσότερο περιπεπλεγμένο, θίγοντας πολλά θέματα με τη μία (οικογενειακές σχέσεις, αυτοσυνείδηση, αναζήτηση ταυτότητας, μύθο του Οιδίποδα, τα ερμαφρόδιτα στοιχεία σε ένα σώμα, η «αλληλοσφαγή» μάνας / κόρης, αρχέγονους μύθους για τα πλάσματα του νερού), και οι συμβολισμοί να πνίγουν κάπως την ροή, αλλά το μυθιστόρημα της Τζόνσον εκτός του ότι είναι πολύ εντυπωσιακό, είναι και ιδιαίτερα ουσιαστικό, με στοιχεία που δείχνουν ότι έχουμε μπροστά μας, μια συγγραφέα ώριμη παρά την ηλικία της και με μέλλον λαμπρό. Μάλλον είχε δίκιο ο σύντροφός της (όπως αναφέρει η συγγραφέας στις ευχαριστίες που κλείνουν το βιβλίο), που της υπενθύμισε μια παλιά ξεχασμένη φράση της: «Νομίζω πως αυτό θα είναι και γαμώ τα βιβλία».

Βαθμολογία 84 / 100



  

 
Πέμπτη, Αυγούστου 20, 2020
posted by Librofilo at Πέμπτη, Αυγούστου 20, 2020 | Permalink
Homo Sapiens Sapiens ("Αυτή η χώρα που τη δολοφονούν" + "Anima")

Με δύο θαυμάσια γαλλόφωνα νουάρ μυθιστορήματα θα ασχοληθεί σήμερα το blog. Είναι το αστυνομικό μυθιστόρημα «ΑΥΤΗ Η ΧΩΡΑ ΠΟΥ ΤΗ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΝ» («Ce pays qu'on assassine»), του έμπειρου Γάλλου συγγραφέα Gilles Vincent (1958, Ισύ λε Μουλινό) – (εκδόσεις Angelus Novus, μετάφρ. Γ. Καυκιάς, σελ.346) και το συγκλονιστικό νουάρ (αλλά περισσότερο σε γουέστερν παραπέμπει) μυθιστόρημα «ANIMA» του θεατρικού συγγραφέα (από το 2016 διευθυντή του Theatre Nationale de Colline στο Παρίσι), και σεναριογράφου Λιβανοκαναδού Wajdi Mouawad (Λίβανος, 1968) – (εκδόσεις 21ου, μετάφρ. με πολλές αυθαιρεσίες που προκαλούν προβληματισμό Ν. Κούρκουλος, σελ.431). Τα δύο αυτά μυθιστορήματα διαφορετικά μεταξύ τους, συγκλίνουν όσον αφορά την βία που τα διαπερνάει και στον τίτλο του τελευταίου κεφαλαίου του «Anima» που επιγράφεται «Homo Sapiens Sapiens»… Ας τα δούμε όμως περισσότερο αναλυτικά.

 Η δράση στο ματωβαμμένο «νεοπολάρ» μυθιστόρημα «Αυτή η χώρα που τη δολοφονούν», εκτυλίσσεται σε δύο παράλληλες αλλά απόλυτα συγγενείς μεταξύ τους τροχιές. Στην Μασσαλία ένα καλοκαιρινό βράδυ, εκτελείται με τρεις σφαίρες στο κεφάλι, ο Σύρος εύπορος επιχειρηματίας Ταρέκ Μπσαρανί. Οδηγούσε τη μηχανή του, και σε ένα φανάρι, σταμάτησε δίπλα του μια μαύρη BMW, ο οδηγός κατέβασε το τζάμι και τον πυροβόλησε στον λαιμό, γνωρίζοντας ότι ο Μπσαρανί φορούσε αλεξίσφαιρο γιλέκο. Μετά τον αποτελείωσε με δύο ακόμα σφαίρες, μία σε κάθε μάτι. Το αυτοκίνητο έφυγε μετά με την ησυχία του. Η σκηνή καταγράφηκε από διάφορες κάμερες που βρίσκονταν στα γύρω καταστήματα, ενώ υπάρχει και ένας αυτόπτης μάρτυρας που κάπνιζε στο μπαλκόνι του, ένα ηλικιωμένος που πρόλαβε να καλυφθεί, όταν ο δράστης πυροβόλησε το μπαλκόνι του, προτού εξαφανιστεί.

Την υπόθεση αναλαμβάνει η έμπειρη αστυνόμος Αϊσά Σαντιά με την ομάδα της και όταν αποκαλύπτεται η ταυτότητα του θύματος, αντιλαμβάνεται ότι έχει στα χέρια της, μια υπόθεση-ωρολογιακή βόμβα, καθώς ο Μπσαρανί εκτός από παιδικός φίλος του Άσαντ, ήταν διευθυντής της προεκλογικής εκστρατείας μιας νεαρής (μόλις 26 ετών) ανερχόμενης πολιτικού (και βουλευτή), του Εθνικού Κόμματος Γαλλίας, περισσότερο γνωστής ως ανηψιάς της προέδρου του Κόμματος Μαρίζ Πεάν (μια εμφανής παραπομπή στην Μαρί Λεπέν) . Ο Μπσαρανί, με πολλές σχέσεις με Ρώσους, Σύρους εξόριστους και μη, Κοσοβάρους – τύπος που ανέκαθεν άρπαζε τις ευκαιρίες για ανέλιξη και πλουτισμό, ήταν το δεξί χέρι της «ανηψιάς», η οποία δείχνει συντετριμμένη με την δολοφονία του.

Στο άλλο άκρο της χώρας, στον Βορρά στο Ενέν-Μπομόν, μια μικρή πόλη κοντά στο Καλαί, τα πτώματα δύο νεαρών Αφρικανίδων βρίσκονται σε ένα χωράφι μέσα στις λάσπες. Τα χέρια τους ήταν δεμένα πισθάγκωνα με σύρμα, υπήρχαν φανερά ίχνη βιασμού και ο θάνατος είχε επέλθει από στραγγαλισμό. Την υπόθεση αναλαμβάνει η νεαρή αστυνόμος Καρόλ Βερμέερ, που είναι η πρώτη της σοβαρή υπόθεση σε μια πόλη που ο φωτογενής δήμαρχος είναι εξέχων στέλεχος του Εθνικού Κόμματος Γαλλίας – έτσι κι αλλιώς η επαρχιακή αυτή πόλη είναι προπύργιο του Κόμματος.

Η Καρόλ Βερμέερ είναι άπειρη, με υψηλή αίσθηση καθήκοντος, που θεωρείται «συμπαθούσα» στις ιδέες του Εθνικού Κόμματος. Αντιλαμβάνεται ότι όλοι περιμένουν από αυτήν, να κλείσει τον φάκελο γρήγορα, καθώς οι νεαρές Αφρικανίδες από την Ερυθραία όπως αποκαλύπτεται γρήγορα, είναι δύο από τους χιλιάδες, που απλά περίμεναν την ευκαιρία να περάσουν στην άλλη πλευρά της Μάγχης, στην Μ.Βρετανία προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Αλλά κάτι μέσα της και μερικά ολοφάνερα ευρήματα, την κάνουν να στρέψει τις έρευνες προς εξέχοντα στελέχη της τοπικής κοινωνίας. 


«Ενσωμάτωση είναι να αποδέχεσαι την εξουσία»

Ο Vincent, περιγράφει εκ παραλλήλου τις δύο ιστορίες που εκτυλίσσονται το ίδιο χρονικό διάστημα, στον Βορρά και στον Νότο της χώρας, σε δύο περιοχές που δείχνουν παραδομένες στην επέλαση του ακροδεξιού Εθνικού Κόμματος, περιοχές με πολλούς μετανάστες, πρόσφυγες, τράφικινγκ και διαφθορά. Οι δύο γυναίκες που διεξάγουν τις έρευνες, μπορεί οι υποθέσεις τους να διαφέρουν, αλλά και οι δύο αγωνίζονται σκληρά να τις φέρουν εις πέρας παρά τις αντιξοότητες που συναντούν και (κυρίως στην υπόθεση των δύο κοριτσιών από την Ερυθραία) τις τρικλοποδιές που τους βάζουν. Πολιτικές πιέσεις, αντικρουόμενες πληροφορίες, αδιέξοδα και πισωγυρίσματα συνθέτουν ένα σκηνικό σχεδόν όμοιο και στις δύο περιπτώσεις, αν και στην υπόθεση της Μασσαλίας, οι απόπειρες δολοφονίας συνεχίζονται αυτή τη φορά, ενάντια σε μέλη της αστυνομικής ομάδας της Αϊσά, υπερτονίζοντας το γεγονός ότι η ιστορία αυτή έχει πολλά παρακλάδια. Το μυθιστόρημα κλείνει με την επίθεση στο Μπατακλάν και την σφαγή που επακολούθησε, οπότε όλες οι αστυνομικές υποθέσεις που «τρέχουν», κλείνουν όπως όπως, μπροστά στην βούληση του κράτους να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο. 

Τα θαυμάσια πορτρέτα των δύο γυναικών ηρωίδων του βιβλίου, προκαλούν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο βίαιο και βαθιά πολιτικό μυθιστόρημα του Vincent. Η έμπειρη και δυναμική Αϊσά και η εύθραυστη Καρόλ, θα πρέπει να διαβούν ένα βουνό για να αντιμετωπίσουν την καχυποψία, τις προσβολές των ανωτέρων τους. Η Καρόλ δεν θα αντέξει και θα κάνει απόπειρα αυτοκτονίας, έχει όμως προλάβει να γράψει σε ένα τετράδιο τις έρευνές της και τις προσπάθειες της. Θα το διαβάζει δίπλα στο κρεβάτι της, ο προϊστάμενός της, ο άνθρωπος που την εξευτέλιζε σχεδόν καθημερινά. Αυτά που αποκαλύπτονται οδηγούν προς την λύση της υπόθεσης αλλά όπως και στην ιστορία της Μασσαλίας, η διαλεύκανση και το ποιοι είναι οι ένοχοι, μικρή σημασία έχει για τον συγγραφέα, που ουσιαστικά ακτινογραφεί μια χώρα που «δολοφονείται» καθημερινά από τους πολιτικούς, τις πελατειακές σχέσεις, την διαφθορά σε όλα τα επίπεδα.


 
Ωραίο και πολύ σκοτεινό σύγχρονο μυθιστόρημα, άκρως πολιτικό που δεν γίνεται καταγγελτικό, προκαλώντας συνεχώς τον αναγνώστη να σκεφτεί και να προβληματιστεί με καταστάσεις που δεν μας είναι τόσο άγνωστες. Είναι ένα βιβλίο που σε σφίγγει σε σημείο να μη μπορείς να αναπνεύσεις, με κινηματογραφική ροή και δυναμισμό που αξίζει να προσεχτεί ιδιαίτερα, όχι μόνο από τους λάτρεις του είδους, αλλά από τον κάθε ανήσυχο αναγνώστη.

Βαθμολογία 82 / 100 

Δεν μπορείς να βγεις αλώβητος, από την ανάγνωση ενός τόσο πρωτότυπου και έντονου βιβλίου σαν το «Anima». Το εκπληκτικό νουάρ (πιο «νουάρ» δεν έχει) μυθιστόρημα του Wajdi Mouawad, βίαιο και ιδιαίτερα σκληρό, με σκηνές που κόβουν την ανάσα, περιγράφει μια ιστορία όπου, ο ήρωας διασχίζει το Κεμπέκ στον Καναδά, την γραμμή Μέισον και Ντίξον στις Η.Π.Α. για να φτάσει στο Λας Βέγκας και στο Νέο Μεξικό, μια ιστορία όπου αναμειγνύονται οι αυτοδιοικούμενες κοινότητες των Μοχόκ στον Καναδά, η σφαγή των Παλαιστινίων προσφύγων στα στρατόπεδα προσφύγων Σάμπρα και Σατίλα στον Λίβανο, οι κυνομαχίες και το λαθρεμπόριο. 


Το μυθιστόρημα του Μουαουάντ ξεκινάει στο Μόντρεαλ του Κεμπέκ, με την αναζήτηση του δολοφόνου ενός στυγερού εγκλήματος. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Γουάχς Ντεμπ, ένας Καναδός Λιβανέζικης καταγωγής, που επιστρέφει σπίτι του για να βρει την Λεονί, την έγκυο σύζυγο του, διαμελισμένη από τέσσερις μαχαιριές στον κόλπο της και μία στην κοιλιά της, ενώ ο δολοφόνος είχε εκσπερματώσει στην ανοιχτή πληγή της κοιλιάς της (!). Η Λεονί πάλεψε για να σωθεί και κατάφερε μια δυνατή δαγκωματιά στο πρόσωπο του ανθρώπου που την σκότωσε. Το Καναδικό σύστημα αναθέτει τις υποθέσεις αυτές, σε έναν «κόρονερ», ο οποίος είναι γιατρός – ανακριτής, ανεξάρτητος από την Ασφάλεια που ερευνά τις συνθήκες θανάτου και κάνει συστάσεις στην Αστυνομία. Ο κόρονερ αποκαλύπτει στον Γουάχς το όνομα του δολοφόνου, ο οποίος είναι κάτοικος μιας αυτοδιοικούμενης κοινότητας ινδιάνων Μοχόκ κοντά στο Μόντρεαλ – στο βιβλίο ο μεταφραστής επιλέγει να αφήσει αμετάφραστο τον όρο «Ρεζέρβα». 

«Οι άνθρωποι είναι κάτω απ’ το ζυγό μιας κατάρας που τους εξορίζει αδιάκοπα από την ευτυχία τους.»

Ο Γουάχς Ντεμπ πηγαίνει χωρίς άδεια στην κοινότητα και δεν αργεί να αντιληφθεί ότι κάτι περίεργο συμβαίνει με τον δολοφόνο, που όλοι γνωρίζουνε ποιος είναι αλλά φαίνεται να τον καλύπτουν και η Αστυνομία του Κεμπέκ να τον αφήνει ελεύθερο γιατί είναι βασικός της πληροφοριοδότης. Ο Γουάχς Ντεμπ, θα φιλοξενηθεί από μια περίεργη ντόπια γυναίκα, η οποία γνωρίζει τον δολοφόνο καλά, όπως άλλωστε όλοι οι κάτοικοι της κοινότητας, του αποκαλύπτει δε ότι δυο μέρες πριν, είχε κάνει έρωτα μαζί του στο ίδιο σπίτι που βρίσκονται τώρα μαζί. Ο Γουάχς Ντεμπ βρίσκεται σε μια παραζάλη, άυπνος και ταλαιπωρημένος, ούτε μπορεί να καταλάβει τι γίνεται γύρω του. Θα κοιμηθεί με την γυναίκα αυτή, και το επόμενο πρωί θα την βρει δολοφονημένη σχεδόν με τον ίδιο τρόπο όπως την σύζυγό του, διαμελισμένη και βιασμένη μετά θάνατον. Ο Γουάχς Ντεμπ πλέον αντιλαμβάνεται ότι το ζήτημα είναι προσωπικό και αποφασίζει να κυνηγήσει τον δολοφόνο, περισσότερο για να δει το πρόσωπό του και ποιος είναι, παρά για να τον σκοτώσει – εξάλλου απ’ότι μαθαίνει είναι σχεδόν αδύνατο να τα βάλει μαζί του, αφού ο τύπος είναι μια «πολεμική μηχανή».

Ξεκινάει λοιπόν, αρχικά με την βοήθεια των Ινδιάνων της κοινότητας, ένα κυνηγητό στα ίχνη του δολοφόνου, που θα τον φέρει στα σύνορα του Καναδά με τις Η.Π.Α., και μετά στις πόλεις του Βορρά. Στον Κόρονερ λέει ότι πηγαίνει να επισκεφθεί τον πατέρα του που ζει στην Αριζόνα, και το ταξίδι του θα τον φέρει να διασχίζει πόλεις με περίεργα ονόματα, «Κάιρο», «Ανγκόλα», «Ιερουσαλήμ», να συναντάει Γάλλους τουρίστες που πηγαίνουν σε ένα συγκεκριμένο μέρος κάθε χρόνο για να τιμήσουν τους συμπατριώτες τους που έπεσαν στον Αμερικανικό Εμφύλιο, ονόματα πόλεων που παραπέμπουν σε εμφυλίους, σφαγές και λεηλασίες για να φτάσει στο Νέο Μεξικό. Είναι ένα ταξίδι όπου ο Γουάχς Ντεμπ θα ανακαλέσει μνήμες του παρελθόντος, όταν υιοθετήθηκε από μια οικογένεια μετά την σφαγή της οικογένειάς του στο Λίβανο, είναι ένα ταξίδι στο βάθος της ύπαρξής του. 

«Είσαι από άγρια ράτσα, ένα ακατέργαστο βλαστάρι της φύσης. Πρέπει να παραμείνεις. Δεν θα σε εξημερώσω, δεν θα σε κάνω φοβιτσιάρη, υποταγμένο ζώο, ούτε τυφλό ζώο. Θα σου δώσω τη φωνή μου, θα σου δώσω τη γλώσσα μου, θα μου δώσεις τις σιωπές σου, θα μου δώσεις το παρόν σου. Είσαι σκύλος, από τη ράτσα των λύκων. Σκύλο είναι μια λέξη, είναι η λέξη που σε προσδιορίζει. Είμαι άνθρωπος από τη ράτσα των ανθρώπων. Άνθρωπος είναι μια λέξη, είναι η λέξη που με προσδιορίζει. Άνθρωπος και σκύλος πηγαίνουμε πλάι-πλάι στην επιφάνεια της γης. Αλλά μέσα σ’ έναν άνθρωπο που περπατάει υπάρχουν άλλοι άνθρωποι που περπατάνε και κάτω από τη γη υπάρχει άλλη γη και πίσω από τα ονόματα των χωρών υπάρχουν άλλες χώρες. Έχει σημασία να το ξέρεις.»


Η πρωτοτυπία του μυθιστορήματος είναι ότι η αφήγηση γίνεται από τα ζώα που βρίσκονται στους χώρους που εκτυλίσσεται η δράση. Μια γάτα, ένας σκύλος, μια νυχτερίδα, ένα ποντίκι, πουλιά κάθε είδους, ένας ικανότατος οικόσιτος χιμπαντζής, άλογα που μεταφέρονται, μια κατσαρίδα, μια αράχνη. Τα ζώα γίνονται οι αφηγητές και συμμετέχουν στη δράση, παρατηρώντας τους ανθρώπους και τις ενέργειές τους, μερικές φορές σχολιάζοντας κιόλας. Ο συγγραφέας «υποχρεώνει» τον αναγνώστη να «δει» και να «προσέξει» έντομα, μικρά ζώα που υπάρχουν στη φύση και να τα δει ως ενεργά εμπλεκόμενα μέρη στην ιστορία. Στην αρχή ο αναγνώστης θα δυσκολευτεί κάπως με τις λατινικές ονομασίες των ζώων, αλλά σιγά-σιγά θα συνηθίσει, εξάλλου το απίστευτο προτελευταίο μέρος περνάει μέσα από την αφήγηση ενός άγριου σκύλου, που θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ιστορία.


Το «Anima» με τον ρυθμό σαν ένα γουέστερν του παλιού καιρού, είναι ένα πολυεπίπεδο και πολυσύνθετο μυθιστόρημα, είναι ένα ταξίδι στα βαθύτερα σημεία του εαυτού, όπου τίποτα δεν είναι τυχαίο και όλα παραπέμπουν κάπου αλλού. Η καταπίεση των Ινδιάνων, οι όπου γης εμφύλιοι, η βία και η διαφθορά, η απανθρωπιά και το έγκλημα, η συγχώρεση και η εκδίκηση συνυπάρχουν στις σελίδες αυτού του «μετά-αποκαλυπτικού» μυθιστορήματος που δονεί και δονείται από δυναμισμό και πάθος. Τα γεγονότα του Λιβάνου, η σφαγή στη Σάμπρα και Σατίλα, διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στο βιβλίο – κάτι βέβαια που το αντιλαμβανόμαστε προς το τέλος του, όταν ο ήρωας θα μάθει αλλά και θα θυμηθεί τα γεγονότα που η μνήμη του είχε απωθήσει και θάψει. Το δραματικό φινάλε απλώς θα κλείσει με τον καλύτερο τρόπο την ιστορία. 

«Γεννήθηκα από μια σφαγή, πριν πολύ καιρό, η οικογένειά μου ματοκυλίστηκε μπροστά στον τοίχο του κήπου μας και σήμερα, χρόνια μετά, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, η μηχανική του αίματος μοιάζει να ξαναμπήκε σε λειτουργία. Από την Λεονί στην Τζάνις, από την Τζάνις στον Τσακ και στον κακόμοιρο το σκύλο του και από τον Τσακ στον Ρούνι, ξαναβλέπω ένα προς ένα τους φόνους που με είδαν να γεννιέμαι. Είναι σαν ένα μακάβριο κυνήγι του θησαυρού που παίζεται στη γη της Αμερικής, όπου άλλοι από μένα, Ινδιάνοι, άποικοι, Βόρειοι και Νότιοι, πέρασαν μέσα από τις ίδιες σφαγές και τώρα αρχίζω μόλις να το προαισθάνομαι. Δεν τέλειωσε γιατί αυτό συνεχίζει να ουρλιάζει και αυτό μοιάζει να με φωνάζει όλο και περισσότερο, αυτό μοιάζει να με ονοματίζει με το δικό μου όνομα.»

Από την υπερβολική βία και την απόλυτη κτηνωδία που περιγράφονται στις σελίδες αυτού του συγκλονιστικού μυθιστορήματος, που σκιαγραφεί το ανθρώπινο είδος στα απόλυτα όριά του, βγαίνει ένα εκπληκτικό αλλά ιδιαίτερα σκοτεινό βιβλίο (από τα καλύτερα που διάβασα φέτος), γεμάτο ένταση και δράμα που θυμίζει αρχαιοελληνική τραγωδία αλλά και Κόρμακ Μακάρθι στα καλύτερά του. Ο Μουαουάντ, που είναι περισσότερο γνωστός ως θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος (υπεύθυνος για το σενάριο του αριστουργηματικού φιλμ αλλά και θεατρικού έργου «Μέσα από τις φλόγες» («Incendies») του 2010), αποδεικνύεται στιβαρός και εξαίρετος αφηγητής, με ένα βιβλίο που μπορεί να προκαλεί σοκ (και δέος) και να μη προσφέρεται για αυτούς που δεν αντέχουν την πολλή βία, αλλά συνιστά μια απόλυτη λογοτεχνική απόλαυση από την οποία συνέρχεσαι πολύ δύσκολα.

Βαθμολογία 86 / 100


 
Κυριακή, Αυγούστου 16, 2020
posted by Librofilo at Κυριακή, Αυγούστου 16, 2020 | Permalink
Ο Δον Κιχώτης στην Παραγουάη ("Ο επαναστάτης με το ποδήλατο")

Πόσα πράγματα γνωρίζουμε για την Παραγουάη; Οι περισσότεροι δεν ξέρουν ούτε καν που βρίσκεται στον χάρτη, και την θυμούνται μόνο από τις παρουσίες της χώρας – κι αυτές όχι πολύ συχνές -, σε κάποια παγκόσμια κύπελλα ποδοσφαίρου ανά τετραετία. Η φτωχική χώρα της Νότιας Αμερικής που κατοικείται ως επί το πλείστον από ινδιάνους Γκουαρανί, είναι ένας τόπος ταλαιπωρημένος που βρίσκεται πάντα στην σκιά των ισχυρών γειτόνων της, την Βραζιλία και την Αργεντινή, τραυματικές ήττες σε πολέμους, έναν αιματηρό εμφύλιο και την διαχρονικά ισχυρή παρουσία των στρατιωτικών στην διακυβέρνηση της. Η μακρόχρονη (35 χρόνια) δικτατορία του Αλφρέδο Στρέσνερ μετέτρεψε τη χώρα σε κέντρο ναρκωτικών και διαφθοράς, μέχρι το 1989 που ανετράπη. Πλέον η χώρα είναι δημοκρατία και είναι μία από τις φτωχότερες της ηπείρου.

 

Η νεότερη ιστορία της Παραγουάης, περνάει μέσα από τις σελίδες του εξαιρετικού μυθιστορήματος «Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ ΜΕ ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ» («La revolución en bicicleta»), του Αργεντινού συγγραφέα και δημοσιογράφου, Mempo Giardinelli (1947 Resistencia, Τσάπο) – (εκδ. Ελληνικά Γράμματα, μετάφρ. Αλέξ. Ηλιόπουλος, σελ. 367), ενός βιβλίου που έχει γίνει σημείο αναφοράς για την Λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία, και πλέον κυκλοφόρησε στα ελληνικά σχεδόν 40 χρόνια από την πρώτη του έκδοση.

 «Η ιστορία του δεν ήταν παρά μια αφήγηση ηττών, ένα σύνολο αποτυχιών.»

 Στον «Επαναστάτη με το ποδήλατο», ο συγγραφέας αφηγείται με μυθιστορηματικό τρόπο την αληθινή ιστορία ενός ανθρώπου. Του Παραγουανού στρατιωτικού Δον Χουάν Μπαρτολομέ, ο οποίος έζησε εξόριστος, ένα μεγάλο μέρος της ζωής του, στην επαρχία Τσάπο της Αργεντινής, η οποία συνορεύει με την Παραγουάη – τις χωρίζει ένα ποτάμι. Στο βιβλίο ο ήρωας ονομάζεται Μπαρτόλο – διότι το βιβλίο κυκλοφόρησε όταν ακόμα στην Παραγουάη κυβερνούσε ο δικτάτορας Στρέσνερ και η ζωή του Μπαρτόλο κινδύνευε. Μετά την πτώση της δικτατορίας, που το βιβλίο κυκλοφόρησε ελεύθερα στην χώρα, το όνομα του ήρωα αποκαλύφθηκε. Αλλά για τον σημερινό αναγνώστη, που βρίσκεται πολύ μακριά από τον τόπο που εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα που περιγράφει ο συγγραφέας, όλα αυτά φαίνονται πολύ μακρινά και λίγη σημασία έχουν.

 Ο Μπαρτόλο ζει σε ένα χωριό στην επαρχία Τσάπο της Αργεντινής με την οικογένειά του. Είναι εξόριστος εδώ και πολλά χρόνια, αλλάζοντας πόλεις στην Αργεντινή, μέχρι που καταλήγει σ’ αυτό το χωριό και φυτοζωεί, ψήνοντας τούβλα, προσπαθώντας να τα πουλήσει στην τοπική αγορά. Είναι ένας κοντόχοντρος εξηντάρης και το μόνο που περιμένει από τη ζωή του πλέον, είναι να τον καλέσουν να ηγηθεί ή έστω να υπηρετήσει μια επανάσταση που ποτέ δεν έρχεται. Το αγρόκτημα που μένει, είναι απομακρυσμένο και κάθε κίνηση ενός διερχόμενου αυτοκινήτου φαίνεται από μακριά, οπότε περνάει τις μέρες του, περιμένοντας ένα μήνυμα, ένα σήμα, κάτι...

 «Καμιά φορά σκέφτομαι ότι το χειρότερο πράγμα στον πόλεμο είναι η αγάπη. Παραδόξως. Η αγάπη που νιώθεις για τους συντρόφους σου, οι οποίοι είναι, σας το δηλώνω με πάσα βεβαιότητα, τα πιο αγαπημένα πλάσματα στον κόσμο σε έναν πόλεμο. Όλοι πεθαίνουν, το ξέρετε, αλλά πονάμε μόνο γι’ αυτούς που είναι αποδέκτες της αγάπης μας. Επειδή πάντα υπάρχει χρόνος να αγαπήσεις κάποιους περισσότερο από κάποιους άλλους. Εγώ δεν πιστεύω ιδιαίτερα, αποφασιστικά, σε μια αφηρημένη αγάπη προς την Ανθρωπότητα. Ίσως επειδή βαθιά μέσα μου πιστεύω ότι η ίδια η Ανθρωπότητα είναι σκατά. Το σπουδαίο, το αξιολάτρευτο, το υπέρτατο είναι οι άνθρωποι.»

 Το μυθιστόρημα κινείται σε δύο επίπεδα. Στο ένα, σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, περιγράφεται η μονότονη καθημερινότητα του Μπαρτόλο, η ζέστη και ο ιδρώτας, η φτώχεια και η παρακμή. Στο άλλο επίπεδο, η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη και ο ήρωας εξιστορεί τη ζωή του, από την δεκαετία του 1910 που γεννήθηκε στο χωριουδάκι Μπελέν της βόρειας Παραγουάης, μέχρι την εξορία του την δεκαετία του 50, στην Αργεντινή. Ο Μπαρτόλο, είναι το μεγαλύτερο παιδί μιας αγροτικής και φτωχής οικογένειας, και ο μόνος που θα πάει σχολείο, στην πρωτεύουσα της Παραγουάης, την Ασουνσιόν. Παρότι πολύ μικρός, θα καταταγεί στον στρατό κατά την διάρκεια του πολέμου με την Βολιβία. Ο πόλεμος θα φέρει πολλούς νεκρούς στη χώρα, αλλά θα είναι νικηφόρος, και η έξαρση του πατριωτισμού, σε συνδυασμό με τη νεανική του ορμή, θα κάνουν τον Μπαρτόλο να αποφασίσει να ακολουθήσει στρατιωτική καριέρα.

 Ο Μπαρτόλο θα αντιληφθεί γρήγορα την κατάσταση όχι μόνο στο στράτευμα, αλλά στη χώρα συνολικά. Θα δει ότι η εκμετάλλευση των φτωχών ινδιάνων είναι μεγάλη και οι κοινωνικές αντιθέσεις τεράστιες. Η Παραγουάη είναι μια χώρα φτωχή, χωρίς υποδομές, δρόμους, υπηρεσίες, σχολεία. Σύντομα θα προαχθεί σε Λοχαγό και θα μετεκπαιδευτεί ένα χρόνο στην Βραζιλία όπου εκεί θα αντιληφθεί το μέγεθος του μιλιταριστικού καθεστώτος στη χώρα του, όπου οι αξιωματικοί φοράνε συνέχεια τη στολή για να αποπνέουν σεβασμό και τρόμο και όπου οι νόμοι δεν υπάρχουν γι’ αυτούς. Θα διαβάσει βιβλία, θα μορφωθεί περισσότερο, θα κάνει φιλίες με κομμουνιστές, η κοινωνική του συνείδηση θα αφυπνισθεί.

 Στην πόλη Κονσεψιόν όπου θα μετατεθεί, θα ηγηθεί της επανάστασης του 1947, η οποία μετά από αρκετά ηρωικά γεγονότα, θα συντριβεί από τις δυνάμεις του καθεστώτος. Ο Μπαρτόλο, που είναι πλέον Ταγματάρχης, θα γλυτώσει, περνώντας από το ποτάμι στην Αργεντινή και θα καταδικαστεί στην εξορία από την κυβέρνηση της πατρίδας του. Ποτέ όμως δεν θα εγκαταλείψει την ιδέα της επιστροφής και της προσπάθειας για ένα δημοκρατικό καθεστώς. Η Αργεντινή άλλοτε θα βοηθάει και άλλοτε θα υπονομεύει τις προσπάθειες των εξορίστων, αλλά η πίστη του Μπαρτόλο, είναι αυτή που θα τον κρατάει ζωντανό, να περιμένει μια κίνηση. Και τα χρόνια περνάνε…

 «…αν είναι μια φορά δύσκολο να συγκεντρώσεις τις σκέψεις σε οποιαδήποτε πολιτική διαδικασία, φανταστείτε πόσο δυσκολότερο είναι να το κάνεις στην εξορία, όπου οι άνθρωποι είτε καταλαμβάνονται από υπεραισιοδοξία, είτε από ηττοπάθεια, είτε από τρέλα.Υπάρχουν αυτοί που δεν βλέπουν καθαρά και πιστεύουν ότι όπου να’ ναι θα επιστρέψουν▪ άλλοι αρνούνται την πραγματικότητα και προσπαθούν να αφομοιωθούν αδιακρίτως στη νέα χώρα▪ κι άλλοι, τέλος, που δεν ξέρουν τι να σκεφτούν και τι να πιστέψουν και, αποκαρδιωμένοι, μπορεί να καταστραφούν ως άνθρωποι. Που αναπόφευκτα πέφτουν στην αυτολύπηση, στην άρνηση. Κι εμείς, οι υπεύθυνοι, που, θέλοντας και μη, τους φέραμε όλους σε αυτή την κατάσταση, είμαστε αυτοί που πρέπει να μαζέψουμε πάλι από την αρχή το κοπάδι, να το θρέψουμε με ελπίδα, αν του ξυπνήσουμε πάλι το κίνητρο. Σκληρή δουλειά. Κυρίως όταν περνάει ο καιρός, κι η ήττα αρχίζει να πονάει ολοένα περισσότερο. Επειδή οι ήττες πονάνε πάντα περισσότερο όταν τις βλέπεις στις ιστορικές τους διαστάσεις. Όταν έχει περάσει η κάψα της μάχης και η σύγχυση της στιγμής.»

 Όποιος έχει διαβάσει το εκπληκτικό μυθιστόρημα του Augusto Roa Bastos «Ο γιός του ανθρώπου» (εκδόθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 από τις εκδόσεις «Οδυσσέας»), θα αναγνωρίσει πρόσωπα και πράγματα, στην αφήγηση του μυθιστορήματος του Τζαρντινέλι, που είναι πιο απλή και κατανοητή από τον «μαγικό ρεαλισμό» που διέπει το (καλύτερο) βιβλίο του Bastos. «Ο επαναστάτης με το ποδήλατο» είναι ουσιαστικά ένα ιστορικό μυθιστόρημα που δεν έχει καμία σχέση με την λογοτεχνία του Γκ. Γκ. Μάρκες (παρότι έτσι διαφημίζεται στο οπισθόφυλλο της ελληνικής έκδοσης), έχοντας ως κεντρικό χαρακτήρα έναν άνθρωπο καθημερινό και ζωντανό, έναν «Δον Κιχώτη» που παλεύει όλη του τη ζωή για έναν ρομαντικό και ανθρώπινο σκοπό - περισσότερο ταιριάζει με τα βιβλία του Mario Vargas Llosa. Ο Μπαρτόλο δεν περιγράφεται ως Άγιος ή ως ιδανικός επαναστάτης, είναι ένας άνθρωπος γεμάτος αντιθέσεις και πολύ γήινος, ικανός για την μεγαλύτερη καλοσύνη και την πιο ηλίθια κουτουράδα, γυναικάς και γκρινιάρης, με συνεχείς κρίσεις άγχους.

 Το βιβλίο λοιπόν, είναι η ιστορία ενός ηττημένου ανθρώπου, που θα μπορούσε να φτάσει μέχρι το Προεδρικό αξίωμα, και αντί αυτού κατέληξε να είναι ένας φτωχός αγρότης που κινδυνεύει να χάσει ανά πάσα στιγμή το σπίτι του από χρέη. Ένα καπρίτσιο της μοίρας, κάποια λάθη, κάποιες αποφάσεις της στιγμής που πήγαν στραβά, στέρησαν την δικαίωση στον αγώνα του. Παρά το πέρασμα των χρόνων θα συνεχίσει εμμονικά να πιστεύει στον αγώνα, να περιμένει. Το ποδήλατο είναι το αγαπημένο του μεταφορικό μέσον. Το χρησιμοποιεί από παιδί και οδηγώντας το, έρχεται πιο κοντά στον κόσμο, είναι ένα λαϊκό όχημα, γιατί ο ίδιος ο Μπαρτόλο είναι ένας λαϊκός άνθρωπος, ένα κομμάτι του κόσμου που κλήθηκε κάποτε να σώσει από ένα σκληρό καθεστώς. Το ποδήλατο είναι η προέκταση της προσωπικότητάς του.

«Ο επαναστάτης με το ποδήλατο» είναι ένα υπέροχο μυθιστόρημα, με εντυπωσιακό αφηγηματικό ρυθμό, που εναλλάσσει αρμονικά την τριτοπρόσωπη με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, το παρόν με το παρελθόν. Γεμάτο χιούμορ και αμεσότητα, είναι μια ελεγεία για την εξορία, για τα χαμένα όνειρα και τις διαψευσμένες προσδοκίες. Είναι όμως κι ένα προσωπικό ταξίδι προς την αυτογνωσία και την συνειδητοποίηση. Το σαγηνευτικό ύφος του Τζαρντινέλι περιγράφει με τρυφερότητα αυτόν τον σύγχρονο Δον Κιχώτη που δεν σταματά να ελπίζει, συνοψίζοντας όλη την ιστορία του σε μια από τις τελευταίες φράσεις του βιβλίου: «η επανάσταση πάντα ξαναγεννιέται».

 Βαθμολογία 83 / 100