Πέμπτη, Φεβρουαρίου 14, 2019
posted by Librofilo at Πέμπτη, Φεβρουαρίου 14, 2019 | Permalink
"Ο συνοδοιπόρος"
«Είμαι κατάσκοπος, κοιμώμενος, διπρόσωπος. Δεν εκπλήσσει ίσως το ότι είμαι και δίβουλος. Δεν είμαι κάποιος μεταλλαγμένος απ’ αυτούς στα κόμικς ή στις ταινίες τρόμου, καίτοι μου έχουν φερθεί σαν να είμαι. Απλώς, είμαι ικανός να δω κάθε θέμα από δύο μεριές. Καμιά φορά, κολακεύομαι να πιστεύω ότι αυτό είναι ταλέντο, και μολονότι είναι, ήσσονος φύσεως βέβαια, πιθανόν να είναι και το μοναδικό που διαθέτω. Άλλοτε πάλι, όταν σκέφτομαι ότι δεν μπορώ παρά μόνον έτσι να παρατηρώ τον κόσμο, αναρωτιέμαι αν θα μπορούσε να θεωρηθεί ταλέντο αυτό που διαθέτω. Άλλωστε, ταλέντο σημαίνει κάτι που χρησιμοποιείς, κι όχι κάτι που σε χρησιμοποιεί. Το ταλέντο που δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις, το ταλέντο που σε κατέχει – είναι κάτι επικίνδυνο, οφείλω να πω. Αλλά τον μήνα που αρχίζει αυτή εδώ η εξομολόγηση, ο τρόπος μου να βλέπω τα πράγματα έμοιαζε να είναι μάλλον αρετή παρά ελάττωμα, κι έτσι εμφανίζονται για πρώτη φορά ορισμένοι κίνδυνοι.»

Αυτή είναι η εισαγωγική παράγραφος, του συγκλονιστικού μυθιστορήματος «Ο ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΣ» («The Sympathizer»), εντυπωσιακό λογοτεχνικό ντεμπούτο του Αμερικανοβιετναμέζου συγγραφέα Viet Thanh Nguyen (Βιετνάμ, 1971) – (εκδόσεις Utopia, μετάφρ. και ωραίο επίμετρο Γ.Ι.Μπαμπασάκης, σελ. 650), ένα βιβλίο που σε καθηλώνει από την αρχή! Η αφήγηση ενός Βιετναμέζου σε πρώτο πρόσωπο, ενός ανθρώπου που δεν κατονομάζεται παρά μόνο με τον βαθμό του, «Λοχαγός» - ενός διχασμένου κατασκόπου, είναι το κεντρικό θέμα του βιβλίου αλλά, αυτό είναι μόνο η επιφάνεια.


Ο Λοχαγός έχει συλληφθεί και ανακρίνεται. Η εξομολόγησή του που γράφει ως κομμάτι της ανάκρισής του, είναι η ιστορία του βιβλίου. Μια ιστορία που ξεκινάει με την πτώση της Σαϊγκόν και την μαζική φυγή των Αμερικανών και των Βιετναμέζων υψηλόβαθμων αξιωματικών με τις οικογένειές τους από την πόλη. Ο αφηγητής, ένας άνθρωπος χωρίς οικογένεια και συγγενείς, είναι το δεξί χέρι ενός Στρατηγού και φροντίζει για την διαφυγή της οικογένειας αυτού, ενώ από την άλλη ενημερώνει με όποιον τρόπο μπορεί τους Βιετκόνγκ που έχουν ήδη εισβάλλει στην πόλη, βομβαρδίζοντας και καταλαμβάνοντας το μεγαλύτερο μέρος της για τα τεκταινόμενα. Γιατί ο Λοχαγός, μπορεί να είναι βαθιά χωμένος στην στρατιωτική ιεραρχία, να έχει εκπαιδευτεί σε ρόλο ανακριτή (και πολύ καλού μάλιστα) από τους Αμερικανούς, αλλά ουσιαστικά υπηρετεί τους Κομμουνιστές του Βόρειου Βιετνάμ που τελικά θα κερδίσουν τον πόλεμο.

Ο Στρατηγός και διάφοροι άλλοι αξιωματούχοι, φτάνουν στις ΗΠΑ σώοι και ασφαλείς, μαζί τους κι ο Λοχαγός που έχει καταφέρει να διασώσει τον καλύτερό του φίλο, τον Μπον που η οικογένειά του ξεκληρίστηκε κατά την επιχείρηση διάσωσης. Αυτός, ο Μπον και ο τρίτος της σχολικής παρέας, ο Μαν είναι οι κολλητοί φίλοι από τα σχολικά χρόνια, που η ζωή και οι καταστάσεις τους χώρισαν. Ο αφηγητής και ο Μπον υπηρετούν τον στρατό του Νότιου Βιετνάμ, ο Μαν ο πιο ιδεολόγος και πιο χαρισματικός είναι υψηλόβαθμο στέλεχος του Βορειοβιετναμέζικου στρατού. Σ’ εκείνον παρέχει τις πληροφορίες ο Λοχαγός μέσω κρυπτογραφημένων μηνυμάτων που στέλνονται με το ταχυδρομείο στο Παρίσι.

«Πρόσφυγας, εξόριστος, μετανάστης – όποιο είδος εκτοπισμένου κι αν ήμαστε, δεν ζούσαμε απλώς σε δύο πολιτισμούς, σε δύο κουλτούρες, όπως φαντάζονταν οι εγκωμιαστές του μεγάλου αμερικανικού χωνευτηρίου. Οι εκτοπισμένοι ζούσαν συνάμα σε δύο ζώνες χρόνου, ζουν στο εδώ και στο εκεί, στο παρόν και στο παρελθόν, είναι διστακτικοί ταξιδιώτες του χρόνου. Αλλά ενώ η επιστημονική φαντασία φαντάστηκε τους χρονοταξιδιώτες που πηγαίνουν μπροστά ή πίσω στον χρόνο, αυτό εδώ το ρολόι στον τοίχο παρουσίαζε μια αλλιώτικη χρονομέτρηση. Το ανοιχτό μυστικό του ρολογιού αυτού, ένα μυστικό σε κοινή θέα, ήταν ότι εμείς άλλο δεν κάναμε από το να κινούμαστε σε κύκλους.»

Στο Λος Άντζελες (όπου θα διαμείνουν), η ζωή για τους πρόσφυγες είναι δύσκολη και επίπονη. Υπάρχει η βοήθεια του Αμερικανικού κράτους, όπως και κάποιες χορηγίες από τα διάφορα λόμπι, αλλά τα πράγματα αποδεικνύονται πολύ δύσκολα στην καθημερινότητά τους με την συνειδητοποίηση ότι μάλλον έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί τα παλιά μεγαλεία, ενώ η νοσταλγία για την Σαϊγκόν κυριαρχεί στις σκέψεις του Λοχαγού που πνίγει την μελαγχολία του στο ποτό και στις καλά καλυπτόμενες επιστολές προς τον Μαν.
Ο Στρατηγός θα ανοίξει μια κάβα και αργότερα ένα εστιατόριο, αλλά αυτά είναι βιτρίνες για να οργανώσει την εκστρατεία διείσδυσης στο Βιετνάμ, και ανακατάληψης της χώρας, ένα σχέδιο που θολώνει όσο περνάνε οι μήνες και τις συνεχείς απογοητεύσεις από την αδιαφορία της αμερικανικής κυβέρνησης να ξεχαστεί όσο γίνεται γρηγορότερα αυτή η πανωλεθρία. Δεξί χέρι του Στρατηγού και εκτελεστικός του βραχίονας, παραμένει ο Λοχαγός. Μαζί με τον Μπον θα εκτελέσουν έναν συνάδελφό τους αξιωματικό εν ψυχρώ, θα εκπαιδευτούν στον ανταρτοπόλεμο, θα παραμείνουν έστω επιφανειακά (για τον Λοχαγό) στην εξουσία του Στρατηγού. Ο Λοχαγός θα εργαστεί σε μια χαμηλόμισθη βοηθητική θέση σε ένα κολλέγιο, θα κατασκοπεύει τους άλλους πρόσφυγες, θα σχετιστεί με μια καθηγήτρια, θα δείχνει το πρόσωπο ενός «πιστού σκυλιού» του Στρατηγού, ενώ θα εργαστεί και ως σύμβουλος στα γυρίσματα μιας αμερικάνικης ταινίας που γυρίζεται στις Φιλιππίνες με θέμα τον πόλεμο του Βιετνάμ σε μερικές από τις πιο σπαρταριστές (αλλά και θαυμάσιες) σελίδες του βιβλίου. Μετά την εκτέλεση ενός δημοσιογράφου και αντεραστή του  ως «φιλοκομμουνιστή», ο Λοχαγός βλέπει την ζωή του να έχει πάρει μια καθοδική πορεία, και να κινδυνεύει να αποκαλυφθεί η διπλή του ταυτότητα. Η ενεργός συμμετοχή του, στην (καταδικασμένη ουσιαστικά) επιχείρηση αυτοκτονίας στο Βιετνάμ είναι μονόδρομος…


Πρωτοπρόσωπη αφήγηση με πολύ ρεαλισμό στις περιγραφές, και χιούμορ που σπάει κόκκαλα! Ο Nguyen με ζωντάνια και καλοκουρδισμένο ρυθμό, αφηγείται μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία μνήμης. Επηρεασμένος από την αληθινή ιστορία ενός διπλού πράκτορα που ζούσε στην Καλιφόρνια με την οικογένειά του, ο συγγραφέας θίγει ένα πολύ ευαίσθητο θέμα για τους Αμερικανούς που ξυπνάει φρικιαστικές αναμνήσεις στους περισσότερους κατοίκους της χώρας.

Ο κεντρικός χαρακτήρας είναι ένας αφερέγγυος αφηγητής, και το ξεκαθαρίζει από την αρχή στην ιστορία που περιγράφει, η οποία δίνεται από την δική του υποκειμενική σκοπιά. Ο ίδιος είναι διαρκώς αντιφατικός και πολυσύνθετος, μπορεί με την ίδια άνεση που θα πολιτικολογήσει, να κλάψει με ένα ρομαντικό τραγούδι, να δολοφονήσει έναν συνάδελφό του, να ερωτευθεί την λάθος γυναίκα. Απόλυτα μοναχικός και ονειροπόλος, ταλαιπωρημένος από τα φαντάσματα της παιδικής του ηλικίας, νόθος γιος ενός Γάλλου καθολικού ιερέα και μια αγρότισσας σε ένα απομακρυσμένο χωριό του Βιετνάμ (που είναι και ο τόπος καταγωγής του συγγραφέα), νιώθει αποσυνάγωγος και αποδιωγμένος από την κάθε κοινότητα στην οποία εντάσσεται. Η σχέση του με τον Στρατηγό, σχέση αφοσίωσης και μίσους, καθώς το αφεντικό του υποκαθιστά τον πατέρα που ποτέ δεν είχε, μεταφέρεται εκπληκτικά από τον συγγραφέα.

«Μια ζωή, από την αρχή, ήμουν διχασμένος, αν και αυτό μονάχα εν μέρει ήταν δικό μου λάθος. Ναι, εγώ είχα επιλέξει να ζω δύο ζωές και να είμαι άνθρωπος με δύο μυαλά, αλλά ήταν δύσκολο να μην το κάνω, αφού ανέκαθεν οι άλλοι με φώναζαν μπάσταρδο. Η ίδια μας η χώρα ήταν καταραμένη, μπασταρδεμένη, χωρισμένη σε Βορρά και Νότο, κι αν μπόρεσαν να πουν για μας ότι εμείς επιλέξαμε τον διχασμό και τον θάνατο στον μη εμφύλιο πόλεμό μας, ήταν και αυτό μονάχα εν μέρει αληθές. Δεν είχαμε επιλέξει εμείς να μας εξευτελίσουν οι Γάλλοι, να διαιρεθούμε απ' αυτούς σε μια ανόσια και διόλου αγία τριάδα Βορρά, Κέντρου και Νότου, να εκχωρηθούμε στις μεγάλες δυνάμεις του καπιταλισμού και του κομμουνισμού για περαιτέρω διχοτόμηση, και μετά να μας δοθούν ρόλοι συγκρουόμενων στρατιών στο σκάκι του Ψυχρού Πολέμου, που παίζουν σε κλιματιζόμενες αίθουσες άντρες λευκοί με κοστούμια και ψέμματα. Όχι, όπως η κακοποιημένη γενιά μου ήταν διχασμένη πριν από τη γέννησή της, έτσι κι εγώ ήμουν διχασμένος εκ γενετής, φερμένος σ' έναν επιλόχειο κόσμο, όπου σχεδόν κανείς δεν με δεχόταν γι' αυτό που ήμουν, αλλά πάντα με πίεζαν βάναυσα να επιλέξω τη μία ή την άλλη πλευρά μου. »

Αίσθηση από Γκράχαμ Γκρην και Λε Καρέ, ατμόσφαιρα από Κάφκα στις τελευταίες σελίδες του εγκλεισμού και τη ανάκρισης, και έξοχες σελίδες ανθολογίας, στην εγκατάλειψη της Σαϊγκόν από τους πανικοβλημένους αξιωματικούς και τις οικογένειές τους· στα γυρίσματα της ταινίας τύπου "Αποκάλυψη τώρα" στις Φιλιππίνες με τον αυταρχικό και απόλυτο σκηνοθέτη (μια καρικατούρα του Φ.Φ.Κόπολα) να αντιπαθεί σφόδρα τον αφηγητή· στην γκροτέσκα προσπάθεια εισόδου στο Βιετνάμ από την ομάδα Αμερικανών πρώην στρατιωτικών και Βιετναμέζων προσφύγων. Το βιβλίο που όσο φτάνει προς το τέλος του, γίνεται παράλογο και σκοτεινό, αγχώδες και αγωνιώδες είναι σαγηνευτικό και εντυπωσιακό στην εξέλιξή του.

Η απώλεια, ο νόστος, η μνήμη, τα διλήμματα και οι αγωνίες του να ισορροπείς μεταξύ αντιθέτων δυνάμεων, οι επιλογές που σε καθόρισαν, η αποξένωση αλλά και η δύναμη της φιλίας καθορίζουν αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα, που είναι κάτι μεταξύ κατασκοπευτικού θρίλερ, οξείας κοινωνικής και πολιτικής σάτιρας, πολεμικού μυθιστορήματος αλλά και ιστορία μοναξιάς και εγκλεισμού με μια καθηλωτική αφήγηση που δείχνει αρετές μεγάλου συγγραφέα. Το βιβλίο απέσπασε πολλές σημαντικές διακρίσεις, μεταξύ αυτών, το βραβείο Πούλιτζερ για μυθοπλασία το 2016.

«Το Μπανγκ Μπανγκ ήταν ο ήχος του πιστολιού της μνήμης μες στα κεφάλια μας, γιατί δεν μπορούσαμε να λησμονήσουμε τον έρωτα, δεν μπορούσαμε να λησμονήσουμε τον πόλεμο, δεν μπορούσαμε να λησμονήσουμε τους εραστές και τις ερωμένες, δεν μπορούσαμε να λησμονήσουμε τους εχθρούς, δεν μπορούσαμε να λησμονήσουμε την πατρίδα, και δεν μπορούσαμε να λησμονήσουμε τη Σαϊγκόν. »

Βαθμολογία 84 / 100














 
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 08, 2019
posted by Librofilo at Παρασκευή, Φεβρουαρίου 08, 2019 | Permalink
"Η Χαμένη Αναγνώστρια"

Εκφράζοντας το όνειρο πολλών βιβλιόφιλων συγγραφέων (κι όμως υπάρχουν, και ζουν ανάμεσά μας), ο Ιταλός συγγραφέας (και υπεύθυνος σε λογοτεχνικό οίκο της Ιταλίας), Fabio Stassi (Ρώμη,1962) έγραψε ένα άκρως βιβλιοφιλικό μυθιστόρημα με στοιχεία νουάρ, με τίτλο «Η ΧΑΜΕΝΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΡΙΑ» («La lettrice scomparsa ») – (εκδ. Ίκαρος, μετάφρ. Δ. Δότση, σελ.270). Ένα ευφυέστατο βιβλίο που ξεκινάει νωχελικά σαν διανοουμενίστικο παιχνίδι, για να βρει τον ρυθμό του μετά τις πρώτες εκατό σελίδες, και να παρασύρει τον αναγνώστη σε ένα υπέροχο λογοτεχνικό ταξίδι.


Ο Βίντσε Κόρσο (αναφορά στον ήρωα του μυθιστορήματος «Η Λέσχη Δουμάς ή Η σκιά τουΡισελιέ» του Αρτ. Πέρεθ Ρεβέρτε) είναι ένας γοητευτικός (όλοι του λένε ότι μοιάζει με τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ), ιδιαίτερα ρομαντικός και συναισθηματικός, άνεργος καθηγητής φιλολογίας, που αποφασίζει να ανοίξει ένα γραφείο «Συμβουλευτικής Βιβλιοθεραπείας», έχοντας την πεποίθηση ότι για όλες τα ψυχολογικά προβλήματα υπάρχει η λύση ενός σωστού βιβλίου που θα σε βοηθήσει. Το εγχείρημα πρωτοποριακό αλλά οικονομικά τελείως αβέβαιο και όπως αποδεικνύεται μάλλον αδιέξοδο. Ο Κόρσο, που δεν γνώρισε ποτέ του τον πατέρα του, γεννημένος μετά από μια σχέση μιας νύχτας που είχε η ρεσεψιονίστ (τότε) μητέρα του με έναν επισκέπτη του ξενοδοχείου της Κυανής Ακτής, είναι ένας άνθρωπος που λατρεύει την λογοτεχνία, ζει κι αναπνέει γι’ αυτήν, όλα στη ζωή του συνδέονται με τα βιβλία και τους συγγραφείς, ενώ στέλνει κάθε μέρα μια ανεπίδοτη καρτ-ποστάλ χωρίς διεύθυνση, στον πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ.

"Κάθε καρτ ποστάλ ενέχει κάτι το θρασύ και το παράτολμο μα και συγκινητικό, διότι δεν υπάρχει πιο τρωτό μέρος από έναν τόσο περιορισμένο χώρο. Ούτε και πιο λογοτεχνικό. Πρέπει όμως να είναι απελπισμένος κάποιος για να παραδίδει ανοχύρωτη τη φωνή του σε ένα ταχυδρομικό κουτί κι ύστερα σε μια ατέρμονη αλυσίδα αφίξεων και αναχωρήσεων, από την ταξινόμηση μέχρι το τέλος του ταξιδιού, αναμένοντας πότε θα φτάσουν οι λέξεις του στην ακριβή διεύθυνση. Αν υπάρχει ακριβώς διεύθυνση. Και αν πράγματι υπάρχει αποστολέας και παραλήπτης, και δεν καταλήγουμε εντέλει να γράφουμε πάντα στον εαυτό μας. Κάθε καρτ ποστάλ συνοψίζει όλα τα αφηγήματα και όλα τα μυθιστορήματα του κόσμου, την πλοκή τους, το πεπρωμένο τους. Εμείς πρέπει απλώς να την αποκωδικοποιήσουμε. Το μυστικό της βρίσκεται εκεί, μπροστά στα μάτια μας, για όποιον θέλει να το διαβάσει."

Ο Κόρσο νοικιάζει ένα στούντιο σε μια πολυκατοικία της Ρώμης και ξεκινάει ένα μάλλον σοβαρό εγχείρημα, παρότι οι ανασφάλειές του (για το αν θα τα καταφέρει και πως ακριβώς θα το κάνει) είναι πολύ ισχυρές. Αρχίζει να δέχεται κόσμο, λιγοστό βέβαια και μόνο γυναίκες με μικρότερα ή μεγαλύτερα προβλήματα, στις οποίες συστήνει πάντα ένα μυθιστόρημα. Οι συναντήσεις δεν έχουν πάντα επιτυχία, δεν βλέπει πως θα μπορέσει να συνεχίσει αυτή τη δουλειά, ώσπου ενημερώνεται από έναν φίλο του βιβλιοπώλη που έχει το μαγαζί του στην περιοχή, ότι μια γηραιά κυρία που μένει στην ίδια πολυκατοικία μ' αυτόν, εξαφανίζεται. Η κυρία Παρόντι (αναφορά στον "Δον Ισίδρο Παρόντι" των Μπόρχες-Μπιόι Κασάρες) έχει δολοφονηθεί ή μήπως έχει εκούσια εξαφανισθεί; Ο σύζυγός της συλλαμβάνεται ως κύριος ύποπτος, η γειτονιά κουτσομπολεύει αλλά είναι εμφανές ότι τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται. Ο Κόρσο χώνεται όλο και περισσότερο στην ιστορία όταν βλέπει την λίστα των μυθιστορημάτων που είχε δανειστεί η γηραιά κυρία από τον ευγενή βιβλιοπώλη, μια λίστα από σπουδαίους ως επί το πλείστον τίτλους που ο Κόρσο υποψιάζεται ότι μπορεί να περιέχουν κάποιο μήνυμα:

" "Η νύχτα των χρησμών" του Πολ Όστερ
"Η βουή και η μανία" του Γουίλιαμ Φώκνερ
"Ο μεγάλος αποχαιρετισμός" του Ρέιμοντ Τσάντλερ
"Χέρια" του Σέργουντ Άντερσον
"Σε τόπο εχθρικό" του Φ.Κ.Ντικ
"Άνθρωπος στο σκοτάδι" του Πολ Όστερ
"Τρέχα λαγέ" του Τζον Απντάικ
"Ταχυδρομείο" του Τσαρλς Μπουκόφσκι
"Δυτικά της Ρώμης" του Τζον Φάντε
"Ρώτα τη σκόνη" του Τζον Φάντε
"Ουέικφιλντ" του Ναθάνιελ Χώθορν
"Ένα θεωρητικά αστείο πράγμα που δεν θα ξανακάνω ποτέ" του Ντ. Φ. Γουάλας
"Η πιστή σύζυγος" του Μόρλεϊ Κάλαγκαν"

Ο συνεπής βιβλιόφιλος μόλις δει τον τίτλο "Ουέκφηλντ" (ένα από τα ωραιότερα διηγήματα που έχουν γραφτεί) θα αρχίσει να υποψιάζεται την συνέχεια του βιβλίου, που χωρίς να αποκτάει την μορφή θρίλερ, έχει περισσότερο ενδιαφέρον που αυξάνεται όσο προχωράει προς το εξαιρετικό φινάλε.
Έτσι κι αλλιώς, δεν νομίζω ότι το βιβλίο προσφέρεται για ανάγνωση σε οποιονδήποτε άλλον αναγνώστη εκτός του βιβλιόφιλου - μόνο εκείνος θα απολαύσει τα συνεχή κλεισίματα του ματιού, τις διαρκείς αναφορές σε βιβλία και συγγραφείς, το ακατάσχετο name-dropping τίτλων και παραπομπών. Είναι ανεξάντλητη η λίστα των συγγραφέων που παρατίθενται στο μυθιστόρημα του Στάσι και σίγουρα μπορούν να αποτελέσουν την αφορμή για όποιον ενδιαφέρεται να ασχοληθεί λίγο παραπάνω με την λογοτεχνία – ιδίως δε αν ακολουθήσει την λίστα με «τις συμβουλές ανάγνωσης» στο παράρτημα του βιβλίου.

" "Επομένως τα βιβλία είναι κατά κάποιον τρόπο ένα οπτικό λάθος;"
"Ναι, ακριβώς".
Η γυναίκα αυτή είχε μπει, με λίγες κουβέντες, στην καρδιά του προβλήματος. Θυμήθηκα ένα παράδειγμα που μπορεί να άρμοζε στην περίσταση.
"Σε μια επιστολή του ο Σελίν γράφει πως, αν βουτήξουμε ένα ξύλο σε μια λίμνη, για να το δούμε ολόκληρο θα πρέπει να το σπάσουμε. Τα μυθιστορήματα", είπα, "είναι σαν αυτή τη λίμνη, μια ανακλώμενη επιφάνει. Για να αναπληρώσουν όμως την ακεραιότητα ή την αλήθεια αυτού που θέλουμε να δείξουμε, πρέπει να τσακίσουν την πραγματικότητα, να τη διαστρεβλώσουν, να την ανατρέψουν. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τα όνειρα. Ανακατεύουμε δηλαδή την τράπουλα."
"Δεν έχετε την εντύπωση ότι ζούμε ήδη σ' έναν ψεύτικο κόσμο;"
"Αν τα μυθιστορήματα καταργούν την πραγματικότητα, το κάνουν για να την εκθέσουν, για να καταλάβουμε το πραγματικό πρόσωπο των πραγμάτων"."

Επηρεασμένος από το βιβλίο των Elderkin και Berthoud "The novel cure", ο Στάσι έγραψε ένα ευφυές ωραίο βιβλίο, που διαβάζεται ευχάριστα και γρήγορα αλλά δυστυχώς ξεχνιέται εύκολα...Η Ρώμη και οι συνοικίες της, οι μουσικές που είναι γεμάτο το μυθιστόρημα με αποσπάσματα από το τραγούδι του Ζακ Μπρελ "La chanson de vieux amants" αλλά και στίχους από άλλα γαλλικά μελωδικά τραγούδια, οι συζητήσεις κυρίως του Κόρσο με τον απογοητευμένο βιβλιοπώλη φίλο του, η συνεχής αναφορά σε συγγραφείς και βιβλία κάνουν τη γοητεία του μυθιστορήματος πραγματικά ακαταμάχητη, σε σημείο να ξεχνάς κάποια μειονεκτήματά του. Θεωρώ δε ότι το μάλλον προβλέψιμο αστυνομικό στοιχείο της ιστορίας, ίσως χρειαζόταν περισσότερο ανάπτυξη (και μάλλον περισσότερες σελίδες) καθώς θίγει τα θέματα της σχετικότητας της αλήθειας, της ταυτότητας, των ονομάτων που μας δίνουν ή οικειοποιούμαστε, της διπλής και της διχασμένης προσωπικότητας.

"Ο καθένας μας θα' πρεπε να γίνει ντετέκτιβ μονάχα της δικής του δυστυχίας."

"Η χαμένη αναγνώστρια" βεβαίως και πάνω απ' όλα, είναι ένα μυθιστόρημα για την αγάπη της λογοτεχνίας, και δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορο κανέναν πραγματικό βιβλιόφιλο. Γραμμένο με χιούμορ και ωραίο στυλ, αφήνει μια γλυκιά αίσθηση στον αναγνώστη. Σε αυτό βοήθησε βέβαια η εξαιρετική έκδοση με το υπέροχο εξώφυλλο, όπως και η πάντα καλή δουλειά της ικανότατης μεταφράστριας Δ. Δότση.

Βαθμολογία 80 / 100






 
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 01, 2019
posted by Librofilo at Παρασκευή, Φεβρουαρίου 01, 2019 | Permalink
"Κόκκινος σταυρός"

Ο έξοχος «ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ» το νέο μυθιστόρημα της συγγραφέως και σκηνοθέτιδας Μαρίας Γαβαλά (Κορωπί Αττικής, 1947) – (εκδ. Πόλις, σελ.470), είναι ένα πολυφωνικό και πολυσέλιδο βιβλίο, που εντυπωσιάζει με τον ρυθμό του και την πυκνότητα της γραφής του. Η συγγραφέας πέρα από την βασική ιστορία που ξετυλίγει στο βιβλίο της, προκαλεί τον αναγνώστη να σκεφτεί πάνω σε ιστορικά και κοινωνικά θέματα, δεν τον αφήνει να εφησυχάσει.


"Αυτό που τελικά κρατάμε από το πέρασμα των ανθρώπων είναι όσα ξεχωρίσαμε και διαλέξαμε, όχι μόνο για να τα απολαμβάνουμε όσο ζούμε μαζί τους, αλλά και για να μας συντροφεύουν, μετά τη φυγή τους, σε όλη την υπόλοιπη ζωή μας."

Η ηρωίδα του βιβλίου είναι η Αριάδνη Χόπε, μια νεαρή φοιτήτρια στο πανεπιστήμιο της Δρέσδης που ετοιμάζει την μεταπτυχιακή της εργασία πάνω στη σχέση της τέχνης με τις εκφραστικές δυνατότητες ανθρώπων ψυχικά διαταραγμένων, νοσηλευόμενων για πολλά χρόνια στην Γερμανία, οι οποίοι (στην πλειονότητά τους) εξοντώθηκαν από τους Ναζί. Η έρευνα της Αριάδνης επικεντρώνεται στην προσωπικότητα της Μπέρτα Γκέρτρουντ, μιας έγκλειστης σε ψυχιατρικό άσυλο γυναίκας, που γεννήθηκε το 1870 και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της σε ψυχιατρικά ιδρύματα μέχρι την εκτέλεσή της από τους Ναζί, το 1940.
Η Αριάδνη προσπαθεί να κατανοήσει τι κρύβεται πίσω από τους άτεχνους πίνακες ζωγραφικής της Γκέρτρουντ, τι μπορεί να σημαίνουν τα λουλούδια και τα μάτια μιας γάτας που απεικονίζονται σε αυτούς, αυτές οι «κραυγές βοήθειας» της ζωγράφου τι θέλουν να πουν.

Η Αριάδνη Χόπε είναι ελληνογερμανίδα, οι γονείς της έχουν χωρίσει πολλά χρόνια τώρα, και ο Γερμανός πατέρας, που ήταν διπλωματικός υπάλληλος, ζει πλέον στο Βερολίνο, ενώ η μητέρα της στο Χαλάνδρι της Αθήνας. Είναι και οι δύο συνταξιούχοι και η Αριάδνη κατά τη διάρκεια της ιστορίας θα φροντίσει τον πατέρα της που ασθενεί και θα επαναπροσδιορίσει την σχέση της μαζί του.

Στο βιβλίο παρακολουθούμε την ιστορία σε δύο επίπεδα. Στο ένα επίπεδο, έχουμε την αφήγηση της Μπέρτα Γκέρτρουντ από τον θάνατο του πατέρα της και μετά, τις προσπάθειές της να σπουδάσει, τον εγκλεισμό της σε ψυχιατρικά ιδρύματα, την ζωή της μέσα σε αυτά, την σχέση της με τον αδερφό της Μάρτιν, που έχασε το χέρι του κατά τη διάρκεια του Α παγκόσμιου πολέμου, την προσπάθεια επανένταξής του στο κοινωνικό σύνολο, την κατάσταση στα ψυχιατρικά ιδρύματα μετά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, την πορεία προς την εφαρμογή της πολιτικής της ευθανασίας, που προϋπήρχε ως ιδέα από το 1920 και έγινε νόμος από τον Χίτλερ το 1939 για να καταργηθεί το 1941.

"Τον Σεπτέμβριο του 1939, ειδικές ομάδες άρχισαν να καταγράφουν όλα τα δημόσια και ιδιωτικά νοσηλευτικά ιδρύματα που στέγαζαν ασθενείς με ψυχιατρικά προβλήματα. Τα ιδρύματα όφειλαν να συμπληρώνουν τα σχετικά δελτία, τα οποία αποστέλλονταν στο Βερολίνο προς καταχώρηση στην Κεντρική υπηρεσία της καγκελαρίας του Φύρερ. Αντίγραφα αποστέλλονταν επίσης σε ψυχίατρους, οι οποίοι, συνεκτιμώντας τα στοιχεία του κάθε ασθενούς, σημείωναν την απόφασή τους, για ζωή ή θάνατο με απλό σταυρό. Η μόνη διαφορά ήταν στο χρώμα: ο κόκκινος σταυρός σήμαινε θάνατο, η γαλάζια παύλα συνέχιση της ζωής."


Στο δεύτερο επίπεδο, παρακολουθούμε την αφήγηση της Αριάδνης Χίπε, την προσπάθειά της με το θέμα που επίλεξε για την μεταπτυχιακή της, τις σχέσεις της, ερωτικές και κοινωνικές, τις σκέψεις της, τους προβληματισμούς της, όπως και τις συγκρίσεις της τωρινής κατάστασης με το παρελθόν. Η ζωή στη Δρέσδη, ο ισπανός εραστής της που την προδίδει, ο Κούρδος φίλος τους που προσπαθεί να επιβιώσει σε ένα εχθρικό περιβάλλον, η αναδρομή στα παιδικά και εφηβικά χρόνια στην Ελλάδα περνάνε μέσα από την αφήγηση της Αριάδνης, ενώ η ίδια προσπαθεί να συνθέσει την έρευνα γύρω από το αίνιγμα της (άπιαστης) Μπέρτα Γκέρτρουντ και τις συνθήκες στα ψυχιατρικά ιδρύματα.

Εξαιρετική (πρωτοπρόσωπη) αφήγηση, προβληματισμός για την βία και την κτηνωδία, αναγωγή στην σύγχρονη εποχή με τις δύο ιστορίες να εκτυλίσσονται παράλληλα και έντονο κοινωνικό σχόλιο κατακλύζει το μυθιστόρημα. Η πορεία της Γερμανίας μέσα από την ζωή της Μπέρτα Γκέρτρουντ, η προσαρμογή του ανθρώπου στις εκάστοτε συνθήκες και η συζήτηση που προκύπτει για τα όρια του Κακού αλλά και για τις μηδενικές αντιδράσεις που υπάρχουν στο κοινωνικό σύνολο, τότε και τώρα - τότε έκαιγαν τις συναγωγές, τώρα τα κέντρα φιλοξενίας λέει κάπου μέσα στο βιβλίο, περνάνε μέσα από την ιστορία προκαλώντας συνεχώς την νοητική διέγερση του αναγνώστη. Από τη μια η οδυνηρή πορεία της Γκέρτρουντ σε αυτή τη κατεστραμμένη ζωή, από την άλλη ο προβληματισμός της Αριάδνης για την πορεία που θα πάρει η ζωή της, η ασθένεια και ο θάνατος του πατέρα της, οι ερωτικές της ατυχίες, η ζωή στη Δρέσδη και οι αναμνήσεις από την παιδική ηλικία, ενώ ενδιάμεσα οι αφηγήσεις νοσοκόμων από το ίδρυμα, όπως και στρατιωτών ενισχύουν ιδανικά, την πολυφωνικότητα της αφήγησης.

"Ανήκουμε πάντα στους ζωντανούς. Ξυπνάμε αντικρίζοντας το κλαμένο φως της μέρας, κοιμόμαστε νανουρισμένοι από το ψιθύρισμα της βροχής. Καμιά φορά τιναζόμαστε, μες στον ύπνο μας, τρομαγμένοι εξαιτίας του ανέμου που σφυρίζει μανιασμένα στα λιγοστά ανοίγματα του φρουρίου μας, κι άλλοτε πάλι αφήνουμε να μας γαληνέψει το ήρεμο ταξίδι της σελήνης πίσω από τα σύννεφα. Κι εκεί, ανάμεσα στα φωτεινά πέπλα του ουρανού, μετά από πολλές πολλές ώρες αμφιβολίας και δισταγμών, διαβάζουμε, λες κι είμαστε αποδέκτες μιας θείας έμπνευσης, αυτό που οφείλουμε, ως ταπεινοί άνθρωποι, με τις λιγοστές μας δυνάμεις, να πράξουμε."


Η Γαβαλά, με κινηματογραφικό ρυθμό στην ιστορία της (αξιοποιώντας την μακρόχρονη πορεία της στο σινεμά), χρησιμοποιεί ντοκουμέντα που τα αναμειγνύει θαυμάσια με την μυθοπλασία. Μπορεί η προσωπική ιστορία της Αριάδνης, να πλατειάζει και κάπου να επαναλαμβάνεται, ενώ δεν λείπουν και ορισμένες περιττές ευκολίες, αλλά είναι τέτοια η δύναμη του μυθιστορήματος και το ενδιαφέρον του θέματος που οι τυχόν ατέλειες εύκολα παραβλέπονται.

Ο "Κόκκινος σταυρός" είναι ένα επώδυνο μυθιστόρημα, βαθιά υπαρξιακό, που η ανάγνωσή του απαιτεί αναγνωστική εγρήγορση και αφοσίωση. Η έρευνα που έκανε η συγγραφέας για το θέμα της φαίνεται, όπως και η ισορροπία που κατάφερε να πετύχει μεταξύ του έντονου συναισθήματος και της αποστασιοποίησης. Είναι ένα πολύ σημαντικό βιβλίο, σε ένα είδος - το "μυθιστόρημα ιδεών" - που δύσκολα βρίσκουμε στην εγχώρια πεζογραφία, ίσως το αποκορύφωμα της λογοτεχνικής πορείας της Μ. Γαβαλά.  

Βαθμολογία 81 / 100



 
Πέμπτη, Ιανουαρίου 24, 2019
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιανουαρίου 24, 2019 | Permalink
"Ναρκωμένες αναμνήσεις"

«Το Παρίσι για μένα, είναι γεμάτο φαντάσματα, τόσα, όσοι και οι σταθμοί του μετρό και όλα τα φωτεινά τους σήματα, που εμφανίζονται όταν πατάει κανείς το κουμπί στον πίνακα με τις οδηγίες μετεπιβίβασης.»

Είχα αρκετά χρόνια να διαβάσω κάποιο βιβλίο του εξαίρετου Γάλλου συγγραφέα Patrick Modiano (Παρίσι, 1945) και χωρίς να μπορώ να το εξηγήσω, από την πρώτη σελίδα του νέου του βιβλίου, με τίτλο «ΝΑΡΚΩΜΕΝΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ» («Souvenirs Dormants») – (εκδ. Πόλις, μετάφρ. Αλεξ. Κωσταράκου, σελ. 126), με κατέκλυσε η ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι ιστορίες του, ξαναβρίσκοντας το μοναδικό στυλ του που με είχε κάνει να τον αγαπήσω.


Οι «Ναρκωμένες αναμνήσεις» είναι το πρώτο βιβλίο του Μοντιανό, που δημοσιεύτηκε στην πατρίδα του, μετά την απονομή του βραβείου Νόμπελ το 2014, και είναι ένα «τυπικό» δείγμα της ποιότητάς του, του ύφους του. Συνήθως μετά από ένα βραβείο σαν αυτό, με τις πολλές υποχρεώσεις, και τα πολλά χρήματα που το συνοδεύουν, ο συγγραφέας δύσκολα παράγει κάτι αξιόλογο (οι εξαιρέσεις πάντα υπάρχουν), σ’ αυτή όμως την νουβέλα, ο Μοντιανό επανέρχεται στα γνώριμά του εδάφη, στο ύφος που τον καθιέρωσε, σε αυτό που μπορεί να κάνει μοναδικά.

«…αρκεί να διασταυρωθείς με κάποιο πρόσωπο ή να το συναντήσεις δυο-τρεις φορές, ή να το ακούσεις να μιλάει σ’ ένα καφέ ή στον διάδρομο κάποιου τρένου, για να αδράξεις κάποια ψήγματα από το παρελθόν του.»

Οι «Ναρκωμένες αναμνήσεις» είναι μια μικρή νουβέλα, περιήγησης στο παρελθόν, περιγράφοντας κυρίως τις συναντήσεις του με έξι γυναίκες που συνάντησε στις αρχές της δεκαετίας του 60 μέχρι τα μέσα της, και στην πορεία απομακρύνθηκε από κοντά τους, για τον ένα ή τον άλλο λόγο. Με πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ο ήρωας μιλάει για αυτές τις γυναίκες που άλλη περισσότερο, άλλη λιγότερο, έπαιξαν κάποιο ρόλο στη ζωή του και κυρίως στις αναμνήσεις του. Περίπατοι στο Παρίσι, μια αίσθηση flaneur στα χωρίς νόημα σουλάτσα στους δρόμους της πόλης, επισκέψεις σε βιβλιοπωλεία, περίεργες συναντήσεις. Η κόρη ενός συνεργάτη του πατέρα του, που δεν συνάντησε ποτέ, παρά μόνο μίλησε μαζί της μια φορά τηλεφωνικώς και ένα ραντεβού που δεν έγινε ποτέ ▪ μια αρκετά μεγαλύτερη του γυναίκα φίλη της μητέρας του που τον φρόντισε όταν αρρώστησε ▪ μια νεαρή ιδιόρρυθμη κοπέλα που συναντούσε σε ένα καφέ και την είχε γνωρίσει σε ένα βιβλιοπωλείο απόκρυφων επιστημών, η οποία τον συστήνει σε μια «γιατρό» που ασχολείται με πνευματιστικές συγκεντρώσεις ▪ μια άλλη γυναίκα που είχε συναντήσει ελάχιστα και όταν την βλέπει αρνείται να επιστρέψει στο σπίτι της γιατί φοβάται τις αφρικάνικες μάσκες που στόλιζαν το σαλόνι της.

«…σ’ αυτό το βιβλιοπωλείο είχε βρει εκείνο το βιβλίο που με έκανε να σκεφτώ πολύ: “LEternel Retour du meme”. Σε κάθε σελίδα έλεγα στον εαυτό μου: αν μπορούσαμε να ξαναζήσουμε την ίδια ώρα, στα ίδια μέρη και στις ίδιες συνθήκες αυτά που είχαμε ήδη ζήσει, αλλά να τα ξαναζούσαμε πολύ καλύτερα από την πρώτη φορά, χωρίς τα λάθη, τα απρόβλεπτα και τους νεκρούς χρόνους … θα ήταν σαν αντιγράφαμε καθαρά ένα χειρόγραφο γεμάτο μουντζούρες…»

Υπάρχει όμως και το αστυνομικό στοιχείο στη νουβέλα, ένα γεγονός που συνέβη το καλοκαίρι του ’65, με έναν νεκρό άνδρα τον οποίον ο ήρωας γνώριζε αφού είχε πάει αρκετές φορές σπίτι του, και μια γυναίκα, φίλη του ήρωα, που εμπλέκεται άμεσα στην ιστορία, και το πιστόλι (το φονικό όργανο;), που πρέπει να εξαφανιστεί. Ο ήρωας/αφηγητής πρέπει να χειριστεί την κατάσταση στην οποία ξαφνικά ενεπλάκη και η ιστορία αυτή θα τον στοιχειώνει μέχρι το τέλος της ζωής του.

Σκηνές από το παρελθόν που είναι ολοζώντανο πενήντα χρόνια αργότερα, αναμνήσεις δυνατές αλλά και ξεθωριασμένες από το πέρασμα του χρόνου. Η μνήμη, διαρκώς παρούσα παίζει τα δικά της παιχνίδια, εμφανίζοντας γεγονότα ξεχασμένα για καιρό και εξαφανίζοντας άλλα, που κάποτε θεωρούσαμε σημαντικά. Ο Μοντιανό με ύφος κινηματογραφικό, όπως σε όλα τα βιβλία του, μας μεταφέρει στο ασπρόμαυρο Παρίσι των Γαλλικών ταινιών της δεκαετίας του 60, έχει υπέροχους διαλόγους που δεν οδηγούν συνήθως πουθενά, αναπαριστά έξοχα την ζωή στα καφέ, στα βιβλιοπωλεία, στις μικρές πανσιόν.

«Δεν είχα νέα για κανέναν τους, αυτά τα πενήντα χρόνια. Θα πρέπει να ήμουν αόρατος στα μάτια τους, εκείνη την εποχή. Ή μάλλον, πολύ απλά, η ζωή μας είναι έρμαιο κάποιων σιωπών.»



Με υπνωτιστικό ύφος, ο Μοντανιό παίρνει μαζί του τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι στο παρελθόν, το πολλές φορές ομιχλώδες και θολό, το παρελθόν που κοιταγμένο υπό το πρίσμα της ωριμότητας φαντάζει διαφορετικό, σε μια συνειδητοποίηση της φθοράς του χρόνου, και της αξίας των στιγμών.
Αναφορές σε λογοτεχνικά έργα, λυρισμός και τρυφερότητα, εξαίρετος ρυθμός και μια μελαγχολική αίσθηση αυτών που χάθηκαν κατακλύζουν τη νουβέλα. Όπως και στα προηγούμενα βιβλία του, ο συγγραφέας ακολουθεί το ευδιάκριτο, χαμηλότονο και χωρίς εξάρσεις ύφος που τον καθιέρωσε.

Οι «Ναρκωμένες αναμνήσεις» με τα έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία, είναι ένα διαφορετικό «πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία», και ένας φόρος τιμής στις γυναίκες που περνάνε από τη ζωή ενός άντρα, στις υπάρξεις που τον καθόρισαν και τον επηρέασαν. Νοσταλγικό, χωρίς να γίνεται μελοδραματικό, είναι μια υπέροχη νουβέλα, που απολαμβάνεις κάθε σελίδα της, κάθε παράγραφό της.

«Προσπαθώ να βάλω σε τάξη τις αναμνήσεις μου. Καθεμιά τους είναι ένα κομμάτι του παζλ, αλλά λείπουν πολλά, κι έτσι κάθε κομμάτι είναι απομονωμένο. Κάποιες φορές, καταφέρνω να συναρμολογήσω τρία ή τέσσερα, όχι περισσότερα. Οπότε σημειώνω τα αποσπάσματα που έρχονται άτακτα στο μυαλό μου, λίστες ονομάτων ή φράσεις, πολύ σύντομες. Εύχομαι αυτά τα ονόματα, σαν τους μαγνήτες, να τραβήξουν κι άλλα ονόματα στην επιφάνεια, κι αυτές οι αποσπασματικές φράσεις να σχηματίσουν παραγράφους και κεφάλαια που θα διαδέχονται το ένα το άλλο.»

Βαθμολογία 83 / 100



 
Πέμπτη, Ιανουαρίου 17, 2019
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιανουαρίου 17, 2019 | Permalink
"Οι εξομολογήσεις ενός δικαιωμένου αμαρτωλού"

Το μυθιστόρημα του Σκώτου συγγραφέα James Hogg (Ettrick 1770 – 1835), με τίτλο «ΟΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΔΙΚΑΙΩΜΕΝΟΥ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ» («The Private Memoirs and Confessions of a Justified Sinner»), είναι ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της αγγλοσαξωνικής πεζογραφίας, του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, το οποίο δεν είχε εκδοθεί ποτέ στη χώρα μας. Επιτέλους, αυτό το κενό καλύφθηκε, καθώς το έξοχο (και άκρως επιδραστικό στην παγκόσμια λογοτεχνία) αυτό μυθιστόρημα, εκδόθηκε από τις εκδόσεις Εξάντας (σελ. 409), στην «Λευκή σειρά», σε εξαιρετική μετάφραση (και εισαγωγή) της Ιωάννας Ηλιάδη.


Το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε ανώνυμα το 1824, στην εποχή του πούλησε ελάχιστα, εκδόθηκε ξανά πετσοκομμένο το 1837, και τράβηξε την προσοχή αρκετά χρόνια αργότερα, το 1895 που επανεκδόθηκε στην αρχική του μορφή. Ο περίφημος Γάλλος συγγραφέας Αντρέ Ζιντ ήταν εκείνος που με την εισαγωγή του στην επανέκδοση του 1947 έστρεψε πάνω του, την προσοχή κοινού και κριτικών αποδίδοντας στο βιβλίο την αδιαμφισβήτητη αξία του και την δεδομένη επιρροή του σε κορυφαία μυθιστορήματα μεταγενέστερων συγγραφέων (πολύ γνωστά στη χώρα μας), όπως τα φημισμένα «Δρ Τζέκιλ και Κος Χάιντ» και «Ο αφέντης του Μπαλαντρέ» του R.L.Stevenson, ή και το πιο σύγχρονο, «Η διαθήκη του Γεδεών Μακ» του James Robertson.

Το βιβλίο, χωρίζεται σε τρία μέρη και η ιστορία περιγράφεται από δύο πλευρές. Στο πρώτο μέρος, την ιστορία αφηγείται ο εκδότης του βιβλίου, στο δεύτερο μέρος ο ήρωας του βιβλίου Ρόμπερτ Ρίνγκιμ δίνει την δική του εκδοχή στα γεγονότα και στο τρίτο μέρος ο εκδότης επανέρχεται ολοκληρώνοντας την ιστορία αποκαλύπτοντας πως βρέθηκαν τα «απομνημονεύματα» του Αμαρτωλού στον τάφο του.

Η ιστορία που έχει έντονο το μεταφυσικό στοιχείο, είναι σχετικά απλή. Ο πλούσιος γαιοκτήμονας Τζορτζ Κόλγουαν, λόρδος του Νταλκάσλ παντρεύεται την Ρεϊμπίνα, η οποία αποδεικνύεται βαθιά θρησκευάμενη Καλβινίστρια που αρνείται μαζί του την οποιαδήποτε σωματική επαφή. Ο Κόλγουαν άνθρωπος αψύς και βίαιος, την στέλνει πακέτο στον πατέρα της στην Γλασκόβη. Μετά από κάμποσο διάστημα, η λαίδη Νταλκάσλ πείθεται να επιστρέψει στον πύργο των Κόλγουαν καθοδηγούμενη από τις προσταγές και την κατήχηση του πάστορα Ρίνγκιμ που την επηρεάζει όλο και περισσότερο.
Δύο αγόρια γεννιούνται στον πύργο με διαφορά ενός έτους. Το πρώτο παιδί, ο μικρός Τζορτζ αναγνωρίζεται από τον Τζορτζ Κόλγουαν ως νόμιμος διάδοχός του και φέρει το ονοματεπώνυμό του, ο δεύτερος γιός όμως, ο Ρόμπερτ, δεν αναγνωρίζεται από τον δύστροπο λόρδο ως παιδί του και θα μεγαλώσει στο σπίτι του πάστορα Ρίνγκιμ παίρνοντας το όνομά του – χωρίς να κατονομάζεται αφήνεται να εννοηθεί ότι είναι νόθος γιος του ιερέα. Ο Τζορτζ θα μεγαλώσει μέσα στα πλούτη και την χαλαρότητα ενώ ο Ρόμπερτ με αυστηρή Καλβινιστική παιδεία και καθοδήγηση του πάστορα. Τα δύο αδέλφια θα συναντηθούν στο Εδιμβούργο αργότερα και ο Ρόμπερτ αρχίζει να παρενοχλεί τον νεαρό Τζορτζ σε σημείο υπερβολής ευρισκόμενος συνεχώς κοντά του. Όταν ο Τζορτζ θα βρεθεί μαχαιρωμένος στο πίσω μέρος μιας ταβέρνας, ο κύριος ύποπτος θα θεωρηθεί ένας ευγενής με τον οποίο είχε λογομαχήσει νωρίτερα, αλλά δύο μάρτυρες που βρισκόντουσαν κοντά θα βεβαιώσουν ότι ο δολοφόνος ήταν κάποιος που έμοιαζε με τον Ρόμπερτ.
Η ιστορία θα αποσαφηνιστεί στο δεύτερο μέρος, με τα ημερολόγια του Ρόμπερτ Ρίνγκιμ, όπου εκείνος εξιστορεί τα παιδικά του χρόνια, την έντονη παρουσία του πάστορα Ρίνγκιμ στη ζωή του, την επιρροή του και την θρησκευτική του παιδεία στο Καλβινιστικό δόγμα του Προκαθορισμού, ενώ αργότερα περιγράφει την συνεχή παρουσία δίπλα του ενός σωσία, ενός ανθρώπου που τον προτρέπει σε εγκληματικές ενέργειες, καθώς σύμφωνα με το δόγμα αυτός είναι ένας από τους Εκλεκτούς που προορίζονται για την αιώνια Σωτηρία και δεν υπόκεινται στους ανθρώπινους νόμους.

«"Η αποστολή μου έχει σφραγιστεί από ψηλά" απάντησα, "κι αυτό θα φροντίσω να το μάθεις κι εσύ κι όλοι οι αμαρτωλοί. Έχω αφιερωθεί σ' αυτήν με τους πιο ιερούς όρκους, με τις πιο βαριές δεσμεύσεις. Είμαι το ξίφος του του Κυρίου, η Πείνα κι ο Λοιμός είναι αδέρφια μου. Αλίμονο στους αμαρτωλούς τούτης της χώρας, διότι πρέπει να πέσουν όλοι νεκροί, ώστε να καθαριστεί η εκκλησία!"»


Το μυθιστόρημα του Χογκ διαβάζεται απνευστί και είναι συγκλονιστικό. Είναι μια οξεία σάτιρα της θρησκευτικής μανίας και του παραλογισμού που μπορεί να προκύψει από τις διδαχές του δόγματος του Προκαθορισμού, του βασικού στοιχείου της Καλβινιστικής εκκλησίας που είχε μεγάλο ρεύμα στην Σκωτία. Σύμφωνα με αυτό, όλοι οι άνθρωποι είναι αμαρτωλοί και ανεπίδεκτοι προόδου, όμως ο Θεός επιλέγει μερικούς από αυτούς οι οποίοι είναι οι Εκλεκτοί του, και θα σωθούν. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι κάτι ξεχωριστό αλλά είναι επιλεγμένοι από τις ανεξερεύνητες βουλές του Κυρίου. Ο Χογκ με μυθιστορηματική υπερβολή και ανελέητο χιούμορ περιγράφει έναν άνθρωπο ολοφάνερα διαταραγμένο, υπό το κράτος των μεταφυσικών προσλήψεων, που είναι γαλουχημένος με αυτές τις αρχές θεωρώντας ότι είναι ένας από τους Εκλεκτούς και οι συνέπειες είναι ανυπολόγιστες.

Στο βιβλίο παρατηρούμε και την εισαγωγή στην αφήγηση ενός σωσία, ενός «doppelganger», στοιχείο πρωτοποριακό για την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο, που δίνει την έντονη ψυχολογική διάσταση στην ιστορία. Ο ήρωας συνομιλεί με αυτόν τον χαρακτήρα που πλάθει η φαντασία του, τον έχει συνεχώς δίπλα του και καθιστά εκείνον υπεύθυνο για τις πράξεις του. Ο Ρόμπερτ είναι σύμφωνα με μια σύγχρονη ανάγνωση ένας σίριαλ κίλερ, ένας κατά συρροή δολοφόνος, στο θολωμένο και φανατισμένο μυαλό του όλα είναι «δικαιωμένα», ανθρώπινα αλλά συγχρόνως και τρομακτικά.

«Αμέσως μετά τα γεγονότα αυτά, με κυρίευσε μια παράξενη ασθένεια, ακατανόητη τόσο για τους φίλους όσο και για τους γιατρούς μου, η οποία με περιόρισε στην κάμαρά μου επί αρκετές μέρες· εγώ ο ίδιος, όμως, ήξερα ότι μου είχαν κάνει μάγια, και υποψιαζόμουν την περιβόητη παλακίδα του πατέρα μου. Εξέφρασα τους φόβους μου στον σεβαστό μου προστάτη, και τους αντιμετώπισε με επιφυλακτικότητα, αλλά κατάλαβα από τα λόγια και την έκφρασή του ότι αντιλαμβανόταν πως είχα δίκιο. Εν γένει φανταζόμουν τον εαυτό μου ως δυο ανθρώπους. Όταν ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι θεωρούσα ότι υπήρχε κι άλλος ένας εκεί· όταν σηκωνόμουν, πάντοτε έβλεπα ένα άλλο άτομο, και πάντα στην ίδια θέση από το σημείο όπου καθόμουν ή στεκόμουν, περίπου τρία βήματα στ’ αριστερά μου. Δεν είχε σημασία πόσο πολλοί ή πόσο λίγοι ήταν παρόντες: τούτος ο δεύτερος εαυτός μου φρόντιζε να βρίσκεται πάντα στη θέση του· και αυτό επέφερε μια σύγχυση, σε ό,τι έλεγα και σκεφτόμουν, που κατέπληττε βαθιά τους φίλους μου, κάνοντάς τους όλους να δηλώνουν ότι όχι μόνο δεν ήμουν πνευματικά διαταραγμένος, αλλά ότι και ποτέ άλλοτε δεν είχα εκφραστεί στις συζητήσεις μου με τόση ενεργητικότητα ή με τόσο μεγαλειώδεις ιδέες· όμως παρ’ όλα αυτά, οι νοητικές μου ικανότητες και η λογική μου ήταν ανήμπορες μπροστά στη μοναδική αυτή ψευδαίσθηση ότι ήμουν δύο άνθρωποι. Το πιο διεστραμμένο κομμάτι της ήταν ότι σπανίως αντιλαμβανόμουν τον εαυτό μου ως ένα από τα δύο αυτά άτομα. Μάλλον πίστευα ότι το ένα ήταν ο σύντροφός μου και το άλλο ο αδερφός μου, και διαπίστωσα ότι το να μιλώ και ν’ απαντώ, υιοθετώντας τον χαρακτήρα ενός άλλου ανθρώπου ήταν, μακροπρόθεσμα, αυτό που μου προκαλούσε τη μεγαλύτερη ανησυχία.»

Το μυθιστόρημα του Χογκ είναι μια μεταφυσική γοτθική σάτιρα με έντονα ψυχολογικά στοιχεία και αστυνομική πλοκή, αγγίζοντας πολλά λογοτεχνικά είδη και όπως γίνεται εύκολα κατανοητό επηρεάζοντας μεταγενέστερα διάσημα λογοτεχνικά έργα. Πολυπρισματικό και πολυεπίπεδο, είναι ένα μυθιστόρημα πολύ μπροστά από την εποχή του, ξενίζοντας τους πάντες, που στάθηκαν αμήχανα απέναντί του αδυνατώντας να κατανοήσουν την πολυπλοκότητα και την αμφισημία του. Ο Χογκ δεν έβαλε όρια ανάμεσα στα είδη, αναμιγνύοντας αριστουργηματικά την παράδοση και τις θρησκευτικές συζητήσεις με μια ιστορία εκδίκησης και βίαιων φόνων.

Ο Αντρέ Ζιντ χαρακτήρισε το βιβλίο «Δέντρο της γνώσης» αδυνατώντας ή μη θέλοντας να το κατατάξει σε κάποιο είδος, δίνοντάς του όμως την ώθηση για την εισαγωγή του στα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το μυθιστόρημα γνώρισε πολλές θεατρικές διασκευές ενώ εκκρεμεί και η κινηματογραφική του μεταφορά.
Μπορεί να δείχνει παλαιικό, αλλά η ανάγνωσή του ρέει και είναι συναρπαστικό όπως και απολαυστικό ταυτόχρονα. Στην απόλαυση αυτού του έξοχου μυθιστορήματος συμβάλλει με την εξαίρετη μετάφραση και την ωραία εισαγωγή της (που δίνει στοιχεία για τον συγγραφέα και το έργο του), η (πάντα καλή) Ι. Ηλιάδη που έκανε μια θαυμάσια δουλειά συστήνοντάς μας έναν συγγραφέα και ένα βιβλίο που πρέπει να βρει τη θέση του σε κάθε απαιτητική βιβλιοθήκη.

Βαθμολογία 87 / 100




 
Τετάρτη, Ιανουαρίου 09, 2019
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιανουαρίου 09, 2019 | Permalink
Σοφία Μπραϊμάκου και Μαριαλένα Σεμιτέκολου - δύο νέες πολύ αξιόλογες συγγραφείς

Δύο πρωτοεμφανιζόμενες συγγραφείς οι οποίες εξέδωσαν εντός του 2018 τα βιβλία τους, η Σοφία Μπραϊμάκου και η Μαριαλένα Σεμιτέκολου, με μια συλλογή διηγημάτων η πρώτη, και, μια νουβέλα η δεύτερη, ξεχώρισαν μέσα από την τεράστια (για τα δεδομένα) εγχώρια παραγωγή. Δύο βιβλία που δεν έχουν κάτι κοινό μεταξύ τους, πέραν του ευδιάκριτου ύφους, του ωραίου χειρισμού της γλώσσας και της ενδιαφέρουσας θεματικής. Δύο φωνές που δείχνουν να κατέχουν με επάρκεια τις απαιτήσεις της γραφής και να καταθέτουν το δικό τους προσωπικό στυλ σε μια χειμαζόμενη ελληνική πεζογραφία. Ας τα δούμε ένα-ένα.


Η Σοφία Μπραϊμάκου, κειμενογράφος με εμπειρία στον περιοδικό τύπο, με το βιβλίο της «ΜΑΤΑΜΠΡΕ, ιστορίες που σκοτώνουν την πείνα» (εκδ. Νεφέλη, σελ.158), έγραψε μια συλλογή 16 έξυπνων και ευφάνταστων ιστοριών, έκτασης περίπου 10 σελίδων η καθεμία, οι οποίες έχουν ως νήμα που τις ενώνει, το φαγητό. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί το φαγητό σε κάθε ιστορία ως μέσο, ως όχημα, για να μιλήσει για καταστάσεις παλαιικές, καθημερινές.

«Την τελευταία μέρα του κόσμου λέω να φτιάξω μια απλή κοτόσουπα αυγολέμονο χωρίς πολλά πολλά. Μόνο κοτόπουλο και ρύζι. Άντε και λίγη πατάτα. Καρότο με τίποτα. Οι αμυγδαλές μου θα είναι πρησμένες από τις πρώτες ιώσεις του φθινοπώρου, τα παράθυρα ανοιχτά για να αεριστεί καλά ο χώρος από τα μικρόβια και θα σε περιμένω να γυρίσεις από τη δουλειά.»

Το φαγητό δεν πρωταγωνιστεί, δεν διαβάζουμε αφηγήσεις και περιγραφές γύρω από τα διάφορα πιάτα που υπάρχουν στις ιστορίες, ούτε συνταγές όπως ενδέχεται να πιστέψουν κάποιοι από τον υπότιτλο του βιβλίου («ιστορίες που σκοτώνουν την πείνα»). Οι 16 ιστορίες του βιβλίου μιλάνε για πάθη, ερωτικές και οικογενειακές σχέσεις, για το παρελθόν, για τη μοναξιά, για την αίσθηση της απώλειας και της θλίψης, του θυμού έχοντας μια αίσθηση τέλους, τέλους δραματικού και ολοκληρωτικού.

Ένας μοναχικός διορθωτής κειμένων, ένα ζευγάρι που περιμένει το τέλος του κόσμου, οι γίγαντες που ξυπνάνε οδυνηρές μνήμες σε έναν ξενιτεμένο, έρωτες που τσακίζονται και μελοδράματα που παραμονεύουν σε κάθε γωνία, ζευγάρια που χωρίζουν, άνθρωποι μοναχικοί, υπαρξιακά άγχη, οικογενειακή βία, άνδρες ως επί το πλείστον ανασφαλείς, γυναίκες (οι περισσότερες) δυναμικές και πάντα πληγωμένες. Γενικότερα στις ιστορίες της Μπραϊμάκου, υπάρχει πολύ συναίσθημα και στις περισσότερες από αυτές ισορροπία μεταξύ μελοδράματος και ρεαλισμού, κάτι που θυμίζει έντονα τον εμπειρότερο (αλλά σχετικά νέο) συγγραφέα Βαγγέλη Προβιά.

«Ξαφνικά το σπίτι είναι γεμάτο κόσμο. Κι εγώ δεν χρειάζεται να σε αντιμετωπίσω άλλο. Θα φάω το σκατοκοκκινιστό και θα κλειστώ στο δωμάτιό μου ξανά, να ζήσω το κρεσέντο της παρατεταμένης μου εφηβείας. Θα ξανακαυγαδίσουμε πολλές φορές ως το τέλος της ημέρας. Μέχρι που πολλές Κυριακές μετά θα ξυπνάω χωρίς απόψυξη, με ζεστό γαλλικό καφέ, καναπέ και φιλιά και ζεστά μάφινς. Αυτές τις ανέλπιστα όμορφες Κυριακές που έρχονται σε πλήρη αντιδιαστολή με τις δικές σου, τις σχεδίαζα κρυφά μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια κάτω από το πάπλωμά μου, όσο εσύ λιβάνιζες και έκανες απόψυξη. Κι όταν έρχεται το μεσημέρι, στρώνω τραπέζι με κραυγαλέα χρωματιστά φλοράλ τραπεζομάντιλα. Και το κοκκινιστό είναι μπουργκινιόν, γκουρμεδίλα που θα τη ζήλευε κι η Τζούλια Τσάιλντ. Και είναι ό,τι καλύτερο έχω γευτεί ποτέ.
Μα μου λείπει το δικό σου.»

Με γλώσσα άμεση και οικεία, ο αναγνώστης νιώθει ότι παρευρίσκεται σε μια φιλική συζήτηση, σε ένα οικογενειακό τραπέζι όπου θίγονται καταστάσεις γνώριμες ενώ το χιούμορ διεισδύει ακόμα και στις τραγικότερες σελίδες κλείνοντας το μάτι και τονίζοντας το κωμικοτραγικό στοιχείο της ζωής. Ο απόλυτος έλεγχος στον ρυθμό των ιστοριών, όπου υπάρχει εναλλαγή σε συναισθήματα και εντάσεις, αλλά και χαμηλότονα διαστήματα, η παλαιική ατμόσφαιρα και κάποιοι διάλογοι που φέρνουν στο νου, σκηνές από βιβλία του Κώστα Ταχτσή, δημιουργούν μια αίσθηση αναμονής για ένα μυθιστόρημα εν γενέσει, ένα μεγαλύτερο κείμενο που θα δώσει στην ικανότατη συγγραφέα (που μόνο άπειρη και πρωτοεμφανιζόμενη δεν θυμίζει) περισσότερο εύρος που κάποιες από τις ιστορίες της φαίνεται να το είχαν ανάγκη. Είμαστε σε αναμονή λοιπόν για το επόμενο βήμα μιας συγγραφέως που υπόσχεται πολλά.

Σε άλλες λογοτεχνικές σφαίρες κινείται η ωραία νουβέλα «ΟΙ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ» της Ψυχολόγου Μαριαλένας Σεμιτέκολου (Πειραιάς, 1973) – (εκδ. Ίκαρος, σελ.94), ένα υπαρξιακό βιβλίο, υπαινικτικό και καίριο που η υποδόρια επίδρασή του στον αναγνώστη, έρχεται σε πλήρη αντίθεση από τον χρόνο ανάγνωσής του που δεν υπερβαίνει τις δύο (ή ακόμα και λιγότερο) ώρες.

Με το 24ωρο στη ζωή μιας γυναίκας, έχει ασχοληθεί με μεγάλη επάρκεια, η σπουδαία Βιρτζίνια Γουλφ στην «Κυρία Νταλογουέι», μόνο που εδώ στις «Κυριακές το καλοκαίρι», η Σεμιτέκολου, εκκινεί από το ίδιο πλαίσιο αλλά το απλώνει διαφορετικά. Η νουβέλα της περιγράφει περίπου ένα 24ωρο από την ζωή μιας σχετικά νέας γυναίκας, της Μαρίνας. Είναι μια ζεστή Κυριακή του Αυγούστου (όλα έχουν σημασία στο βιβλίο, η συγκεκριμένη μέρα, (ίσως) το όνομα της ηρωίδας, ο συγκεκριμένος μήνας – διακοπών, αλλά και απολογισμού), όπου η ηρωίδα αποφασίζει να μείνει μέσα στο διαμέρισμά της. Είναι μια γυναίκα μόνη που αποφασίζει να μη κάνει απολύτως τίποτα παρά μόνο τις άκρως απαραίτητες κινήσεις. Κάθεται για ώρες στον καναπέ, ανοίγει το ψυγείο, την τηλεόραση χωρίς ήχο, τα ραδιόφωνο, τον ανεμιστήρα, κάνει μπάνιο, εξετάζει προσεκτικά το σώμα που παρακμάζει. Οι μόνες της ενέργειες είναι να ποτίσει τα φυτά ενός γειτονικού διαμερίσματος και να πάει σε ένα περίπτερο (διαφορετικό από το σύνηθες γιατί είναι Αύγουστος και όλα είναι κλειστά) να αγοράσει τσιγάρα. Σε πρώτη ανάγνωση όλα φαίνονται βαρετά και ακίνητα, πληκτικά και χωρίς νόημα.

«Μένει για λίγα λεπτά μετέωρη στο σκοτάδι, περιμένοντας λέξεις για να ντύσουν τους τόπους που μόλις επισκέφτηκε, τα πρόσωπα που συνάντησε, τις κουβέντες που αντάλλαξαν μεταξύ τους ή εν πάσει περιπτώσει τις καταστάσεις που έληξαν και μπορούν να αποτελέσουν περίφημες ευκαιρίες αφήγησης. Είναι σχεδόν πάντοτε ανώφελο▪ κείται άφωνη σ’αυτό το οικειοθελές σκοτάδι με την προσδοκία της προηγούμενης ασύνειδης ευγλωττίας, αλλά τίποτα. Οι ιστορίες παραμένουν πεισματικά άηχες, τα πρόσωπα βουβά και οι τόποι τόσο σιωπηλοί που στο τέλος γίνονται κατάλευκοι σαν απάτητο χιόνι. Μόνο μια κίνηση αισθάνεται – όλα μαζί, πρόσωπα, τόποι και ιστορίες τρέχουν βιαστικά κι αθόρυβα προς ένα ποτάμι εικόνων που κυλά λίγο πιο πάνω από το στομάχι της. Γυρίζει πλευρό και αυτόματα, με τα μάτια κλειστά, βγάζει λακωνικά και ασαφή ανακοινωθέντα για τον ασφαλή ή όχι απόπλου της ημέρας. Το εύθραυστο λεκτικό τους περίβλημα σπάει σε δευτερόλεπτα, είτε λόγω της επίμονης πίεσης στην κύστη που τη σπρώχνει στην τουαλέτα, είτε λόγω ασήμαντων αφορμών: τον ήχο, λόγου χάρη, του τηλεφώνου, την αγενή έφοδο μιας επίκαιρης λίστας πραγμάτων που πρέπει να γίνουν ή τη συνήθη εσωτερική οδηγία του τύπου άντε, σήκω να φτιάξεις καφέ.»

Η Μαρίνα είναι υπάλληλος σε φωτοτυπείο (όχι η συναρπαστικότερη δουλειά), πρόσφατα χωρισμένη μετά από μακροχρόνια σχέση, είναι άκεφη, δεν βρίσκει νόημα στις άσκοπες συζητήσεις, στις παρέες που έκανε τόσα χρόνια, στις ίδιες κινήσεις που επαναλαμβάνονται κάθε καλοκαιρινό σαββατοκύριακο.
Η ακινησία της, την ωθεί σε σκέψεις, αναμνήσεις, στιγμιότυπα από τη ζωή της. Μια σεξουαλική παρενόχληση από ένα θείο, την πάντα ατσαλάκωτη μητέρα της να κλαίει, την αδιέξοδη σχέση της με τον Μιχάλη, την κολλητή της φίλη που έκανε καριέρα. Νιώθει τελματωμένη, κουρασμένη, στα όρια μιας ελαφριάς κατάθλιψης, στα όριά της γενικώς.

«Οι Κυριακές το καλοκαίρι» είναι μια ευφυέστατη νουβέλα, μια θαυμάσια περιγραφή της ακινησίας. Βαθιά εσωτερική ψυχογραφία, λεπτοδουλεμένη και με προσοχή στις λεπτομέρειες, έχει μουσική χωρίς να ακούγεται τίποτα, έχει δράση παρά την εξωτερική αδράνεια, έχει κίνηση παρά την ατμόσφαιρα της «θερινής ραστώνης». Τα «λησμονημένα που ανέρχονται συγκεχυμένα» στο μυαλό της Μαρίνας δεν θα φέρουν αλλαγές στη ζωή της, η Δευτέρα δεν θα φέρει κάτι νέο, αλλά θα είναι μια αρχή.

«Οι πολυκατοικίες είναι κτήρια αλλόκοτα. Τα καλοκαίρια με τις μεγάλες ζέστες ανεβάζουν πυρετό και νοσούν. Οι ένοικοι κλείνουν τα παντζούρια τους και τις εγκαταλείπουν σε ένα άηχο, εμπύρετο παραλήρημα. Άλλοι πάλι παραμένουν με τις μπαλκονόπορτες κλειστές και τον κλιματισμό αναμμένο. Και τα κτήρια φυσάνε και ξεφυσάνε, μουγκρίζοντας και ξερνώντας καυτό αέρα στους δρόμους, και στάζουν κάτι αναιμικές ψιχάλες σε ανυποψίαστους περαστικούς που ενοχλημένοι σηκώνουν για λίγο το κεφάλι τους προς τα πάνω. «Ο χώρος κλιματίζεται», διαβάζεις στις επιγραφές των κτηρίων και είναι σα να σου ανακοινώνουν ότι ο χώρος νοσηλεύεται μέχρι νεωτέρας ή ότι μπήκε σε γύψο και θα του πάρει μήνες να αποκαταστήσει την κινητικότητά του. Προς το παρόν θέλει ησυχία και ξεκούραση. Έτσι νομίζουν όλοι, παραλείπουν τη διάγνωση της αφυδάτωσης και τα παρατάνε απότιστα.»

Η Σεμιτέκολου που δείχνει να έχει στέρεες λογοτεχνικές βάσεις, γράφει με σιγουριά και απόλυτο έλεγχο στον ρυθμό της αφήγησής της. Ούτε στιγμή δεν σου περνάει από το μυαλό (όπως ανέφερα παραπάνω για την Μπραϊμάκου), ότι διαβάζεις έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα. Επηρεασμένη από την Βιρτζίνια Γουλφ και τον Αλμπέρ Καμύ, δημιουργεί μια μοντέρνα νουβέλα με μια ηρωίδα μελαγχολική με τον τρόπο των αγγλικών μυθιστορημάτων του 19ου αιώνα, μια ηρωίδα που δεν την ξεχνάς εύκολα. Σίγουρα μια συγγραφέας που θα ξαναδιαβάσουμε.

Βαθμολογία (και των δύο βιβλίων) 79 / 100




 
Πέμπτη, Ιανουαρίου 03, 2019
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιανουαρίου 03, 2019 | Permalink
"Το τέλος της ιστορίας"
Ένα μυθιστόρημα για το τέλος μιας ερωτικής σχέσης, ουσιαστικά όμως, ένα βιβλίο για την συγγραφική τέχνη και για το πώς να γράψεις ένα μυθιστόρημα με ελάχιστα υλικά. Αυτό είναι το τόσο ιδιόμορφα υπέροχο «ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ» («The end of the story») – (εκδ. Παπαδόπουλος, μετάφρ. Ρ.Κολαΐτη, σελ. 265), μοναδικό μυθιστόρημα που έγραψε η διηγηματογράφος και μεταφράστρια Lydia Davis (Μασσαχουσέτη, 1947), βραβευμένη με Man Booker το 2013 και περισσότερο γνωστή για τα μικροδιηγήματά της, όπως και για τις μεταφράσεις της από τα Γαλλικά (Προυστ, Φλωμπέρ,Μπλανσό,Σιμενόν, Π.Ζ.Ζουβ και άλλους) αλλά και για τον γάμο της με τον Paul Auster (πρώτη του σύζυγος).

«Αν ρωτήσει κάποιος τι πραγματεύεται το μυθιστόρημα, απαντώ ότι πρόκειται για έναν άντρα που χάθηκε, γιατί δεν ξέρω τι να πω. Είναι, όμως, αλήθεια, ότι εδώ και καιρό δεν ξέρω πια που βρίσκεται, από τότε που το έμαθα και το ξέμαθα, το ξανάμαθα κι ύστερα πια τον έχασα και πάλι.»


Η ανώνυμη αφηγήτρια περιγράφει την ερωτική της ιστορία με έναν αρκετά νεότερο άνδρα, στην πανεπιστημιούπολη όπου δίδασκε. Περιγράφει την σχέση με λεπτομέρειες ξεκινώντας από το τέλος. Αναλύει τα συναισθήματα, τις μικρές στιγμές, τους τσακωμούς, τις ατελείωτες βόλτες και συζητήσεις. Ζώντας πλέον αρκετά μακριά από αυτή την πόλη και με έναν άλλον άνδρα, προσπαθεί να βρει τον παλιό της εραστή, για να βρει υλικό για το μυθιστόρημα το οποίο γράφει, που είναι η ιστορία μιας σχέσης που στην αρχή φαινόταν επιπόλαιη (και ίσως ήταν) αλλά καταγράφηκε βαθιά στην συνείδησή της.

Η αφήγηση χωρίζεται σε τέσσερα στάδια, τέσσερις αφηγηματικούς τρόπους. Στην αρχή η Ντέιβις παραθέτει τα γεγονότα της σχέσης, αρχή, μέση, τέλος· μετά παραθέτει την προσωπική της εμπειρία γύρω από το διάστημα της σχέσης· στη συνέχεια αφήνει τις αναμνήσεις να μιλήσουν, στιγμές που επανέρχονται, λόγια που στην αρχή φάνηκαν αδιάφορα, και δεν έφυγαν από τη μνήμη, κινήσεις που θυμάται· τέλος είναι η προσπάθεια συγγραφής και οργάνωσης του υλικού που συνεχώς διαφεύγει και η ανασφάλεια του συγγραφέα που συνεχώς επανέρχεται βασανιστικά.

«Αντιλαμβάνομαι ότι απομακρύνομαι κάπως από την αλήθεια, σε κάποια σημεία εντελώς τυχαία, σε άλλα σκοπίμως. Ανακατατάσσω αυτό που πραγματικά συνέβη έτσι ώστε να είναι όχι μόνον λιγότερο συγκεχυμένο και πιο πιστευτό, αλλά και πιο αποδεκτό ή ευπρόσδεκτο. Καθώς σκέφτομαι τώρα ότι δεν έπρεπε να με κυριέψει ένα συγκεκριμένο συναίσθημα τόσο νωρίς στη σχέση, το μεταθέτω σε μεταγενέστερο χρόνο. Καθώς σκέφτομαι πως ασφαλώς και δεν έπρεπε να με κυριεύσει, το σβήνω. Αν έκανα κάτι πολύ φρικτό για να ειπωθεί, είτε το αποσιωπώ είτε το περιγράφω ως φρικτό χωρίς πολλές λεπτομέρειες. Αν έκανα κάτι υπερβολικά άσχημο, το περιγράφω με πιο ήπιες λέξεις, ή δεν το αναφέρω καθόλου.»

Η σχέση των δύο αυτών ανθρώπων, περιγράφεται αποστασιοποιημένα, ψυχρά, η αφηγήτρια δεν αφήνει τα συναισθήματά της να ξεχυθούν στο κείμενο, ούτε αφήνει τον αναγνώστη να ταυτιστεί με κάποιον από τους ήρωές της. Από τη μια αναπολεί τη σχέση με τρυφερότητα, από την άλλη παραδέχεται ότι από την αρχή εμπεριείχε ημερομηνία λήξης, καθώς ήταν εμφανής η διαφορά σε όλα τα επίπεδα. Μέσα της όμως αισθάνεται ότι το τέλος ήταν βεβιασμένο, η ιστορία συνεχίζει να την ταλαιπωρεί νοητικά και προσπαθεί να βρει μια άκρη μέσα από τις αναμνήσεις, τα λάθη, τις ανοχές, πράγματα που δεν τελειώνουν ποτέ σε μια ενδοσκόπηση.

Μοντέρνα γραφή, συνεχής χρήση εσωτερικού μονολόγου, ενδοσκόπηση και η συνεχής βάσανος της συγγραφής, καθορίζουν το ύφος του μυθιστορήματος. Είναι ένα βιβλίο που λειτουργεί ως αυτοκάθαρση και ως ψυχανάλυση για την συγγραφέα, καθαρά επηρεασμένο από το ευρωπαϊκό ύφος αφήγησης. Είναι ένα μυθιστόρημα περίκλειστο και πολύ εσωτερικό που παίρνει μια ιστορία που θα μπορούσε να αποτελέσει υλικό για ένα διήγημα (ακόμα και δέκα σελίδων) και φτιάχνει ένα μυθιστόρημα κοντά 300 σελίδων.


«Ίσως έπρεπε να το αποδεχτώ. Αν η γραφή είχε γίνει ο μόνος τρόπος να τον κατέχω, τότε έκανα ότι μπορούσα. Και, προσωρινά, αυτό όντως με ικανοποιούσε, λες και όλος αυτός ο πόνος δεν ήταν μάταιος, λες και τον ανάγκαζα τελικά να μου δώσει κάτι, λες και ασκούσα κάποια εξουσία πάνω του, η διαφύλαττα κάτι που άλλως θα χανόταν. Στην πραγματικότητα, δεν τον εξανάγκαζα να μου δώσει κάτι, εγώ το έπαιρνα από μόνη μου. Δεν είχα εκείνον, αλλά είχα τις λέξεις μου, κι αυτές δεν μπορούσε να μου τις πάρει.
Προσπαθούσα να φανταστώ ότι αυτό που συνέβαινε τώρα, συνέβαινε και στο παρελθόν. Και, εφόσον το παρόν θα γινόταν σύντομα παρελθόν, μπορούσα να φανταστώ ότι το αναπολούσα από το μέλλον την ίδια στιγμή που βρισκόμουν μέσα σ’ αυτό. Έτσι το απομάκρυνα κάπως από μένα και ένιωθα καλύτερα.»

Παρά τους εσωτερικούς μονολόγους και την συνεχή επανάληψη σκηνών και συναισθημάτων, όπως και την απουσία διαλόγου, το μυθιστόρημα διαβάζεται εύκολα και ρέει ανεμπόδιστα. Ο εξαιρετικός του ρυθμός και το υπέροχο ύφος της Ντέιβις αφοπλίζουν τον αναγνώστη, σχεδόν τον μαγνητίζουν καθώς παρακολουθεί τις σκέψεις και τα επαναλαμβανόμενα γεγονότα, απολαμβάνοντας και τις προσπάθειες ενός συγγραφέα να διαχειριστεί το υλικό του.

Το «Τέλος της ιστορίας» είναι ένα σαγηνευτικό και βαθύ μυθιστόρημα που δεν προσφέρεται για τους λάτρεις της συναρπαστικής πλοκής ή των ιστοριών που περιέχουν ανατροπές και συγκινήσεις. Αποστασιοποιημένο και λιτό, γεμάτο χιούμορ και αυτοσαρκασμό, σε κάποιες στιγμές διασκεδαστικό, σε πολλές σπαρακτικό, είναι ένα βιβλίο που μας συστήνει μια έξοχη συγγραφέα. Μακάρι να εκδοθεί κάποια συλλογή διηγημάτων της για να μπορέσουμε να την απολαύσουμε στο είδος που έχει διακριθεί και βραβευτεί.

Βαθμολογία 82 / 100