Πέμπτη, Ιανουαρίου 16, 2020
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιανουαρίου 16, 2020 | Permalink
Η κυρία με τα περιστέρια ("Πλατεία Διαμαντιού")

Ένα από τα ωραιότερα βιβλία που διάβασα, την χρονιά που πέρασε (αναμφίβολα μέσα στα δέκα καλύτερα), είναι το εκπληκτικό μυθιστόρημα της Ισπανίδας (Καταλανής) Merce Rodoreda y Gurgui (Barcelona 1908 – Girona 1983), με τίτλο «ΠΛΑΤΕΙΑ ΔΙΑΜΑΝΤΙΟΥ» («La Placa del Diamant») – εκδ. Καστανιώτη, μετάφρ. Ευρ. Σοφός, επίμ. Γκ.Γκ.Μάρκες, σελ.237). Ένα βιβλίο που γράφτηκε στο τέλος της δεκαετίας του ’50, αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν η συγγραφέας ήταν εξόριστη στην Ελβετία και εκδόθηκε το 1962, γραμμένο εξαρχής στα Καταλανικά, για να αποτελέσει ένα βιβλίο – ορόσημο της Καταλανικής λογοτεχνίας.


Η «Πλατεία Διαμαντιού», είναι η ιστορία μιας γυναίκας, της Νατάλια που αποκαλείτο από τον αγαπημένο της Κιμέτ, «Κολομέτα» («Περιστεράκι») μου· είναι η ιστορία μιας γυναίκας που μας συστήνεται ως ένα αγνό και αθώο κορίτσι στην αρχή της ιστορίας, για να την εγκαταλείψουμε στο τέλος της (προς μεγάλη μας θλίψη), ώριμη και επιτέλους σχετικά ήρεμη μετά από τα δεινά που υπέστη, και τις περιπέτειες που βίωσε. Είναι όμως και η ιστορία μιας πόλης και των ανθρώπων της, είναι η απεικόνιση μιας ταραγμένης εποχής που κατέστρεψε μια χώρα.

Η Νατάλια γνωρίζει τον Κιμέτ, χορεύοντας στην πλατεία. Είναι κι οι δύο νέοι και άβγαλτοι. Ο Κιμέτ είναι ένα λαϊκό παιδί, λίγο αλητάκος, μελαχρινός, εντυπωσιακός εμφανισιακά, δεν θα δυσκολευτεί να γοητεύσει την Νατάλια που δουλεύει σε ζαχαροπλαστείο και μεγάλωσε ορφανή από μητέρα, και που έχει τυπική σχέση με τον πατέρα της. Οι δύο νέοι παντρεύονται και νοικιάζουν ένα ετοιμόρροπο διαμέρισμα που το κάνουν κατοικήσιμο με την βοήθεια των φίλων του Κιμέτ. Βρισκόμαστε στην Βαρκελώνη της δεκαετίας του '30 λίγο πριν τον Εμφύλιο. Η ζωή τους είναι δύσκολη, ο Κιμέτ δουλεύει ως μαραγκός, είναι λίγο ακαμάτης, κουράζεται εύκολα, συνεχώς παραπονιέται για όλα, και φέρεται άσχημα στην Νατάλια που σύντομα θα μείνει έγκυος και θα φέρει στον κόσμο ένα αγόρι, τον Αντόνι, λίγο καιρό δε αργότερα, θα έρθει κι ένα κορίτσι, η Ρίτα. Οι δουλειές στο ξυλουργείο που έχει ανοίξει ο Κιμέτ, δεν πάνε καλά και πάντα ανήσυχος, θεωρεί ότι εκτρέφοντας περιστέρια στην ταράτσα θα βγάλουν πολλά χρήματα. Τα περιστέρια κατακλύζουν το σπίτι και βρίσκονται παντού, με την Νατάλια να μη προλαβαίνει να καθαρίζει το σπίτι και να φροντίζει τα δύο μικρά παιδιά.

«Άκουγα μόνο γουργούρισμα περιστεριών. Σκοτωνόμουν να καθαρίζω τα περιστέρια. Βρομούσα ολόκληρη περιστέρι. Περιστέρια στην ταράτσα, περιστέρια στο διαμέρισμα, τα έβλεπα στον ύπνο μου. Η κοπέλα με τα περιστέρια. Θα φτιάξουμε ένα συντριβάνι, έλεγε ο Σιντέτ, με την Κολομέτα πάνω κι ένα περιστέρι στο χέρι. Όταν προχωρούσα στον δρόμο προς το σπίτι των αφεντικών μου να δουλέψω, το γουργούρισμα των περιστεριών με ακολουθούσε και χωνόταν στο κεφάλι μου σαν μπάμπουρας. Κάποιες φορές η κυρία μου μιλούσε κι εγώ, αφηρημένη, χωρίς να καταλαβαίνω, δεν της απαντούσα, κι εκείνη μου έλεγε, δεν με ακούτε;»


Οι οικονομικές δυσκολίες της οικογένειας, θα την υποχρεώσουν να εργαστεί, σε ένα μεγαλοαστικό σπίτι της πόλης ως υπηρέτρια, ενώ τα μικρά παιδιά μένουν μόνα στο σπίτι με τα περιστέρια να κάνουν πάρτι. Ξεσπάει ο εμφύλιος κι ο Κιμέτ παίρνει τα όπλα εντασσόμενος στις δυνάμεις των Δημοκρατικών. Τα προβλήματα γίνονται όλο και περισσότερα, καθώς οι εργοδότες της, την απολύουν, για πολιτικούς λόγους, χρήματα δεν υπάρχουν από πουθενά και η απελπισία την κατακυριεύει. Ο θάνατος του Κιμέτ στο μέτωπο θα έρθει να μεγαλώσει το αδιέξοδο με την Νατάλια - που δεν θα είναι πια Κολομέτα - να σκέπτεται σοβαρά την αυτοκτονία.

Τα περιστέρια κατακλύζουν την Νατάλια όπως και μερικές από τις ωραιότερες σελίδες του βιβλίου. Η μυρωδιά τους, το γουργούρισμά τους το ακούει παντού, ακόμα κι όταν δεν είναι τριγύρω από εκεί που βρίσκεται. Δεν μπορεί να παραπονεθεί, απλά να σκύβει το κεφάλι, είναι φορές που ο αναγνώστης την βρίσκει εκνευριστικά παθητική, η θλίψη της και η απάθειά της να κυριεύουν την αφήγηση, να γίνονται βραχνάς, να σε πνίγουν. Είναι τέτοιος ο δυναμισμός της γραφής της Ροδορέδα που αποκλείεται να μην επηρεαστείς.

«…σκέφτηκα να πιέσω τη θλίψη, να την κάνω μικροσκοπική για να μην επιστρέψει, να μην τρέξει ούτε ένα λεπτό ακόμα στις φλέβες μου και να πάψει να την περιτριγυρίζει. Να την κάνω μπάλα, μικρή μπαλίτσα, σκάγι. Να την καταπιώ.»

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Νατάλια, συγκλονίζει και η Ροδορέδα αποδεικνύεται συγγραφέας τεράστιου μεγέθους. Παρακολουθούμε τον Ισπανικό εμφύλιο, όχι μέσα από σκηνές μαχών ή γεγονότων, δεν διαβάζουμε ιστορίες ηρωισμού ή δειλίας, αλλά αφουγκραζόμαστε την καθημερινή αγωνία της γειτονιάς, την βάσανο των απλών, φτωχών ανθρώπων που βρίσκονται έρμαια των ιστορικών στιγμών. Συγκλονιστικές σελίδες της απόγνωσης και της αγωνίας για επιβίωση, της προσπάθειας της ηρωίδας να σώσει τα παιδιά της από την πείνα, όπως και, την προσπάθειά της να αποφύγει την τρέλα που την κυριεύει, και την απελπισία που την κατακλύζει.

Η συγγραφέας επικεντρώνει στις λεπτομέρειες και στις κινήσεις. Τα αντικείμενα έχουν ένα σημαντικό ρόλο στην αφήγηση - τα έπιπλα, οι πόρτες, οι καρέκλες, τα κουμπιά, οι ντουλάπες, οι καθρέφτες, τα κρεβάτια με τα καλύμματά τους, τα ρούχα των ανθρώπων, τα παπούτσια, τα νομίσματα, οι ζυγαριές, τα μαχαίρια κ.ο.κ., όπως και τα βλέμματα και οι εκφράσεις, τα χέρια. Η Νατάλια περιγράφει τα πάντα, και όλα αποκτούν μια συμβολική και μεταφορική διάσταση.

«Εκείνη η κυρία φαίνεται ότι το είπε σε μια άλλη. Κι εκείνη σε μια άλλη. Όλες το έλεγαν στο αυτί και όταν το έβλεπαν ότι πλησίαζα πάντα υπήρχε μία που ειδοποιούσε τις άλλες, έρχεται η κυρία με τα περιστέρια. Μερικές φορές κάποια που ακόμα δεν ήξερε την ιστορία ρωτούσε: ο πόλεμος τα σκότωσε; Μια άλλη έλεγε στη γειτόνισσα στο παγκάκι: και λέει ότι πάντα αυτό σκέφτεται… Μια άλλη εξηγούσε σ’ αυτές που δεν το ήξεραν, ο σύζυγός της της έφτιαξε έναν πύργο επίτηδες για να μπορέσει να τον γεμίσει με περιστέρια κι έμοιαζε με σύννεφο δόξας… Όταν μιλούσαν για μένα όπως πίστευαν ότι ήμουν, έλεγαν: νοσταλγεί τα περιστέρια, νοσταλγεί τα περιστέρια η κυρία με τα περιστέρια που ζει μόνο νοσταλγώντας τα περιστέρια και τον πύργο με τα παραθυράκια ψηλά ψηλά…»


Μοντερνιστικό ύφος και συνειδησιακή ροή χαρακτηρίζουν την αφήγηση της Ροδορέδα, σε ένα καθαρό «bildungsroman» («μυθιστόρημα ενηλικίωσης»). Η ηρωίδα μεγαλώνει και αλλάζει κατά την διάρκεια του βιβλίου, μετατρέπεται από ένα αφελές και λίγο χαζό κοριτσάκι που βρίσκεται μονίμως σε σύγχυση («...αυτό που εμένα μου συνέβαινε ήταν ότι δεν ήξερα για ποιο λόγο είχα έρθει στον κόσμο») σε γυναίκα, που πάντα μέσα σε μια απολύτως πατριαρχική και καταπιεστική κοινωνία, επιτέλους στο τέλος του βιβλίου θα βρει την ηρεμία σε ένα φινάλε από τα ωραιότερα και τρυφερότερα που μας έχει χαρίσει η παγκόσμια λογοτεχνία.

Η αίσθηση που σου αφήνει η «Πλατεία Διαμαντιού», μόνο με αυτή της ανάγνωσης του γοτθικού αριστουργήματος "Άβυσσος" ("Nada") της Κάρμεν Λαφορέτ (από χρόνια εξαντλημένο και εκτός εμπορίου πλέον στη χώρα μας), μπορεί να συγκριθεί. Το βιβλίο αυτό, που κυκλοφόρησε το 1945 στην Ισπανία, και περιγράφει την ατμόσφαιρα της Βαρκελώνης μετά τον Εμφύλιο, ενδέχεται να επηρέασε την Ροδορέδα, που έγραψε το δικό της εξαίσιο μυθιστόρημα μερικά χρόνια αργότερα, χαρίζοντάς μας μια ηρωίδα ισάξια αυτής της Λαφορέτ.

Το βιβλίο προκάλεσε μεγάλη αίσθηση από την ημέρα που κυκλοφόρησε και γνώρισε κριτική και εμπορική επιτυχία. Ένα άγαλμα της λογοτεχνικής ηρωίδας, της Κολομέτα, κοσμεί την πλατεία Διαμαντιού στην Βαρκελώνη, ως δείγμα αναγνώρισης σε αυτή την συγγραφέα που τόλμησε εν μέσω Φρανκισμού να εκδώσει ένα μυθιστόρημα στα Καταλανικά. Όμως, με το μαγευτικό μυθιστόρημα της Ροδορέδα, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για μια απλή αναγνωστική απόλαυση, αλλά για μια αφήγηση που σε παρασέρνει με αυτό το κράμα δυναμισμού και λυρισμού στην αφήγηση, ψυχολογικού βάθους και αλήθειας, αλλά και εκπληκτικής περιγραφής μιας κοινωνίας σε αναβρασμό. Δεν πετάς κυριολεκτικά τίποτα από ένα βιβλίο που αν το διαβάσεις νέος μπορεί να σε ακολουθεί για μια ολόκληρη ζωή.

Βαθμολογία 87 / 100



 
Κυριακή, Ιανουαρίου 12, 2020
posted by Librofilo at Κυριακή, Ιανουαρίου 12, 2020 | Permalink
Ο παππούς του πολάρ χτυπάει αλύπητα ("Ο Σπινόζα γαμάει τον Χέγκελ " και "Εθνική 86")


Ο Jean Bernard Pouy (Παρίσι, 1946), είναι ένας συγγραφέας που είχα πρωτοδιαβάσει στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν είχε μεταφραστεί στα ελληνικά, το (ίσως καλύτερο) μυθιστόρημά του, «Το αγόρι με το φαγωμένο αυτί», έκτοτε ότι δικό του, κυκλοφορεί στη γλώσσα μας (δεν είναι πολλά δυστυχώς), κυριολεκτικά το ρουφάω. Μια ευτυχής συγκυρία συνετέλεσε ώστε να εκδοθούν τα δύο προηγούμενα χρόνια, δύο έξοχα βιβλία του από διαφορετικές περιόδους, που κινούνται σε ένα τελείως διαφορετικό κλίμα το ένα από το άλλο, κάτι που δείχνει απεριόριστο εύρος των δυνατοτήτων του «παππού του πολάρ» (όπως αυτοαποκαλείται). Σε αυτό το κείμενο λοιπόν, θα μιλήσουμε για το πρώτο μυθιστόρημα του Pouy, με το οποίο έκανε δυναμική (πιο δυναμική δεν έχει) είσοδο στην Γαλλική λογοτεχνική σκηνή, το «Ο ΣΠΙΝΟΖΑ ΓΑΜΑΕΙ ΤΟΝ ΧΕΓΚΕΛ» («Spinoza encule Hegel») του 1983, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Oposito, σε μετάφραση του Ζ.Δ.Αϊναλή (σελ. 131)και το μεταγενέστερο «ΕΘΝΙΚΗ 86» ("RN 86"), που κυκλοφόρησε από τις  εκδόσεις Άγρα, σε (ωραία) μετάφραση Σπ. Γιανναρά και πρόλογο του Caryl Ferey (σελ. 252).

Ποιος είναι όμως, ο ιδιόρρυθμος αυτός συγγραφέας με το δυσκολοπρόφερτο όνομα; Ο Jean Bernard Pouy είναι ένα «παιδί του Μάη του ‘68», στοιχείο που φαίνεται καθαρά στο αναρχικό ύφος του πρώτου του μυθιστορήματος, «Ο Σπινόζα γαμάει τον Χέγκελ». Είναι ένας συγγραφέας της noir λογοτεχνίας, και πιο συγκεκριμένα του υποείδους που αποκαλείται "πολάρ", και έχει γράψει πάνω από 50 αστυνομικά μυθιστορήματα, έχει διευθύνει αστυνομικές λογοτεχνικές σειρές και είναι οπαδός της σχολής Ουλίπο , δηλαδή του συγγραφικού κινήματος για μια παιγνιώδη γραφή υπό περιορισμούς (λογοπαίγνια, ασκήσεις ύφους, αυτοπεριοριστικά τεχνάσματα) που κυριότεροι εκπρόσωποι του είναι το «Ζωή οδηγίες χρήσεως» του Περέκ και το «Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης» του Καλβίνο. Ο Πουύ είναι φανατικός οπαδός της λαϊκής λογοτεχνίας, αντισυμβατικός και ιδιαίτερα κυνικός, αιωνίως αναρχικός και μηδέποτε υποταγμένος, παρότι αναγκάζεται εκ των πραγμάτων να παίξει το παιχνίδι της αγοράς.

Η εμφάνισή του το 1983 με τη δυστοπική νουβέλα "Ο Σπινόζα γαμάει τον Χέγκελ" (στην ακρίβεια "Ο Σπινόζα σοδομεί τον Χέγκελ"), ήρθε να ταράξει τα νερά της αστυνομικής γαλλικής λογοτεχνικής σκηνής, με ένα βιβλίο αιρετικό και τελείως αναρχικό, όπου βεβαίως δεν συναντάμε κανέναν μεγάλο φιλόσοφο στις σελίδες του, απεναντίας θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε, ένα ευρωπαϊκό Μαντ Μαξ, με τρομερό χιούμορ και τέτοιο δυναμισμό και ζωντάνια στο στυλ, που δεν αφήνει τίποτα όρθιο στο πέρασμά του.

Σε μια Γαλλία που έχει κυριολεκτικά διαλυθεί, όπου τίποτα δεν έχει μείνει όρθιο και στις πόλεις κυριαρχούν οι συμμορίες, ο Ζουλιούς που έχει χάσει την οικογένειά του στις ταραχές που κατέστρεψαν το Παρίσι δυόμισι χρόνια πριν, έχει επιβιώσει με χίλια ζόρια και πλέον έχει μείνει άνεργος χάνοντας τη δουλειά στη ραδιοφωνία καθώς όλα πλέον ελέγχονται από τη λογοκρισία και την αυστηρότητα ενός καθεστώτος που προσπαθεί να βάλει τάξη στα πράγματα. Ο Ζουλιούς πήρε τα όπλα και βγήκε στους δρόμους, γιατί πιστεύει στην πλήρη ανατροπή των πάντων - φωτιά και τσεκούρι παντού. Ηγείται μιας ομάδας ενόπλων και έχει το παρατσούκλι "Σπινόζα", φοράει μια εσάρπα και μπότες από μωβ φιδοτόμαρο.

«Δεν είμαστε πια παρά έντεκα, διότι προκειμένου να είναι κανείς Σπινοζικός είναι απαραίτητο πέρα από κάθε τι άλλο να έχει διαβάσει τον Βιργιλίου θάνατο του Χέρμαν Μπροχ, τη Γνώση του πόνου του Κάρλο Γκάντα, το Κάτω απ’ το Ηφαίστειο του Μάλκολμ Λόουρυ, τη Μικρή αδερφή του Τσάντλερ και φυσικά Σπινόζα. Γιατί Σπινόζα; Είχα αποφασίσει ότι μου άρεσε πραγματικά ο σπασίκλας που έκρυβε μέσα του. Είναι εντελώς ηλίθιο.»



Οι "Σπινοζικοί" ψάχνουν για βενζίνη και χώρο, αντίπαλοί τους διάφορες ομάδες περιθωριακών που ακούνε στα ονόματα, "Κεφάλαιο Κινγκ-Κονγκ", "Κόκκινος Τορέ", "Κρας 69", "Κόκκινος Φουριέ", "Μπουρδέλο Μπορντίγκα", "Κάρλο Πόντι", "Ζντάνωφ", "Σταχάνωφ forever" και άλλα τέτοια παρανοϊκά! Όμως ο μεγάλος αντίπαλος είναι οι "Νέοι Χεγκελιανοί", μια ομάδα που ο Σπινόζα και οι δικοί του κυνηγάνε με λύσσα.

Αυτό όμως το «πανηγύρι» σύντομα θα πάρει τέλος. Το κράτος οργανώνεται, και γίνεται όλο και πιο αυταρχικό. Δεν παίζουν πλέον μόνες τους οι συμμορίες, βρίσκουν απέναντί τους δυνάμεις της Τάξης και του Νόμου. Η "Ένοπλη Σπινοζική Φράξια" θα συγκρουστεί μέχρι τελικής πτώσεως με τους "ΝεοΧεγκελιανούς" σε μια μάχη της "Ηθικής" με την "Αισθητική" (!) υπό τους ήχους του ραδιοφώνου της "Πέμπτης Διεθνούς" και του Sympathy for the Devil.

«…Οι ομάδες τελείωσαν. Θα τις ξεκάνουν μία-μία κι εκείνες δεν θα καταφέρουν καν να συσπειρωθούν για να φτιάξουν κοινό μέτωπο για μια τελευταία φορά. Δεν θα παραστώ σ’ αυτήν την αργή παρακμή, σ’ αυτή την απελπιστική απόρριψη. Δεν θα επιστρέψω στο Παρίσι για να καταστώ συνένοχος της επικείμενης επανάληψης. Δεν θέλω παι να πρέπει να ψάχνω να βρω κουβέρτα, δουλειά ή απασχόληση. Δεν θέλω πια να ζητιανεύω, δεν θέλω πια να περιμένω τις ευχαριστίες στο τέλος του μήνα, στο τέλος της καριέρας, στο τέλος της ζωής. Να είμαι μαλάκας τριακόσιες εξήντα τόσες μέρες τον χρόνο και στο τέλος να με ευχαριστούν που υπήρξα καλός μαλάκας. Δεν θα ξαναψάξω να βρω φίλους κι από μέσα μου να τους χλευάζω, δεν θα ψάξω να γοητεύσω μια σύντροφο για να νιώσω το δέρμα της και να αγκαλιάσω το κορμί της, για να της εξομολογηθώ τις στεναχώριες που δεν έχω πια και τις ελπίδες που δεν μπορώ να έχω.
Δεν μπορώ πια να νιώσω ούτε αγάπη, ούτε μίσος, ούτε συμπόνια, ούτε μεταμέλεια.»

Εν συντομία, βιβλιάρα από τις λίγες, που με την ολοκλήρωση της ανάγνωσης, λες του εαυτού σου, «πάμε, άλλη μια φορά»! Σπιντάτο και ασεβές, βαθιά αλληγορικό και μηδενιστικό, το τελείως πανκ μυθιστόρημα του Πουύ, διαβάζεται μέσα σε μια-δυο ώρες και δεν αφήνει τίποτα όρθιο στα διάβα του. Ονόματα λογοτεχνών και φιλοσόφων πετάγονται δεξιά κι αριστερά σε ένα ανηλεές name-dropping, γεμάτο χιούμορ και αναρχία. Οι γυναίκες είναι σκεύη ηδονής, μέχρι που ο "υπεργαμάτος" Σπινόζα θα βρει τον μάστορά του από αυτές - ο μοναχικός καουμπόι με την σούπερ μηχανή, θα πρέπει να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες και αυτό δεν θα του αρέσει καθόλου. Ένα απολαυστικό μυθιστόρημα, που υπό το πρόσχημα της ξέφρενης δράσης και του αίματος που πετάγεται δεξιά κι αριστερά, φανερώνει ένα σκηνικό κόλασης, ένα σύμπαν με ματαιωμένα όνειρα και ελπίδες.

Βαθμολογία 84 / 100



Σε τελείως διαφορετικό κλίμα, είναι το "Εθνική 86", ένα ελεγειακό και μελαγχολικό νουάρ, όπου ο Πουύ ξεκινά με μια μπανάλ ιστορία για να την απογειώσει στη συνέχεια, σε ένα μυθιστορηματικό ταξίδι του ήρωά του προς την αυτογνωσία, αλλά και την απελπισία στην οποία συνεχώς βουλιάζει.

Ο Λεονάρ μετά από δεκαπέντε χρόνια γάμου με την Λουσί, διαπιστώνει ότι κάτι δεν πάει καλά στη σχέση τους. Είναι δυο άνθρωποι που κοντεύουν την μέση ηλικία και έχουν ζήσει μια ήρεμη σχέση. Όμως μετά από ένα σεμινάριο στην επαρχία, η Λουσί, δεν γυρίζει σπίτι αμέσως, παρά μετά από ένα μήνα, ενώ το σεμινάριο διαρκούσε μια εβδομάδα. Στην επιστροφή της στο σπίτι, είναι απόμακρη αλλά ευγενική, το βλέμμα της όμως είναι άδειο, κενό. Δεν θέλει ερωτήσεις, δεν δίνει καμία εξήγηση γιατί της πήρε τόσο χρόνο να επιστρέψει και τι συνέβη εκεί που πήγε, και ο Λεονάρ αμήχανος αλλά τουλάχιστον ικανοποιημένος που ξαναγύρισε η γυναίκα του, δεν ρίχνει λάδι στη φωτιά, όμως μια μέρα που η Λουσί έλειπε, έψαξε την τσάντα της και το μόνο που βρήκε είναι η καρτ ποστάλ μιας γέφυρας κοντά στη Νιμ.

Και μια ωραία ημέρα, το τηλεφώνημα από την αστυνομία. Η Λουσί είναι νεκρή, μετά από μετωπική με ένα φορτηγό. Το δυστύχημα είναι τόσο περίεργο, σαν το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Λουσί να έπεσε επίτηδες πάνω στο μεγάλο όχημα. Όλα δείχνουν αυτοκτονία. Ο Λεονάρ διαλύεται, περνάει τρεις μήνες σε πλήρη κατάθλιψη και μετά αποφασίζει να μεταβεί στον τόπο του δυστυχήματος, αρνούμενος να παραδεχτεί το προφανές, ότι η Λουσί αυτοκτόνησε. Θα βρεθεί στα μέρη που έγινε το καθοριστικό, όπως φαίνεται, σεμινάριο. Στα χωριά γύρω από τη Νιμ και την Αβινιόν, στην Προβηγκία, με τα ειδυλλιακά τοπία και τα μέρη σαν ζωγραφιές, θα ακολουθήσει τα βήματα της αγαπημένης του, θα ανασυνθέσει τις τελευταίες ημέρες της ζωής της. Και θα ανακαλύψει δυσάρεστα πράγματα, για έναν άνθρωπο που είχε δίπλα του τόσα χρόνια και δεν γνώριζε σχεδόν τίποτα γι' αυτόν. Η Λουσί που θα ανακαλύψει θα είναι μια άλλη γυναίκα, γεμάτη αισθησιασμό και ζωντάνια, φαντασιώσεις και όνειρα που τα είχε θάψει. Μέσα από τις συζητήσεις με τους ντόπιους θα σχηματίσει μια εικόνα των καταστάσεων αλλά και πάλι κάτι θα του διαφεύγει.

«Έχουμε τις μαντλέν που μας αξίζουν»



Ο Πουύ παραθέτει το πορτρέτο ενός ανθρώπου κατεστραμμένου, που δεν θα ηρεμήσει αν δεν ανακαλύψει την αλήθεια. Μέσα από τους αργούς ρυθμούς της ζωής στην επαρχία, την ηρεμία των μικρών πόλεων και την βαβούρα της εθνικής οδού 86, που διασχίζει τις πόλεις αυτές, ο Λεονάρ ανασυνθέτει με επιμονή τις ημέρες και βυθίζεται όλο και περισσότερο στα μυστήρια και στις αντιφάσεις όχι μόνο της ζωής της Λουσί αλλά και της δικής του, στα λάθη του και στις παραλείψεις, στα πράγματα που αρνείτο να δει. Η απελπισία και οι παγίδες της ζωής αναπαρίστανται με εξαιρετικό στυλ, ενώ η δυσάρεστη και επώδυνη αλήθεια ξετυλίγεται αργά αργά.

Ψυχολογικό θρίλερ με πολλή εσωτερικότητα, η «Εθνική 86, εξερευνά τα μυστήρια της ανθρώπινης φύσης, τις εμμονές και τις ερωτικές φαντασιώσεις. Εκπληκτική ατμόσφαιρα, σελίδες γεμάτες οδύνη και σπαραγμό σε μια ιστορία που την σκέφτεσαι για αρκετό καιρό αφότου έχεις ολοκληρώσει την ανάγνωση του βιβλίου.

Βαθμολογία 82 /100



 
Τρίτη, Ιανουαρίου 07, 2020
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιανουαρίου 07, 2020 | Permalink
Δύο ελληνικές δυστοπίες ("Αίμα μηχανή" και "Κοιλάδες του Φόβου")
«Μέλλοντα ταυτα
Not on sad Stygian shore, nor in clear sheen
Of far Elysian plain, shall we meet those
Among the dead whose pupils we have been,
Nor those great shades whom we have held as foes;
No meadow of asphodel our feet shall tread,
Nor shall we look each other in the face
To love or hate each other being dead,
Hoping some praise, or fearing some disgrace.
We shall not argue saying “’Twas thus” or “Thus,”
Our argument’s whole drift we shall forget;
Who’s right, who’s wrong, ’twill be all one to us;
We shall not even know that we have met.
   Yet meet we shall, and part, and meet again,
   Where dead men meet, on lips of living men.
Δεν θα τους βρούμε στης Στυγός την πένθιμη ακτή
Ούτε και στα περίλαμπρα Ηλύσια Πεδία
Εκείνους που μας δίδαξαν και είναι πια νεκροί –
Ούτε θα δούμε τις σκιές που μοιάζαν με θηρία,
Δεν θα πατούμε ασφόδελους επάνω στον λειμώνα
Ούτε βλεμμάτων διάλογος προβλέπεται να γίνει
Με μίσος ή και με χαρά που είμαστε στο χώμα
Ψάχνοντας για τον έπαινο, τρέμοντας την αισχύνη.
Όποιο κι αν είν’ το θέμα μας, όπου και αν μας πάει,
Στη λήθη θα τη ρίχνουμε την κάθε σύγκρουσή μας
Ποιος έχει δίκιο ή άδικο, για μας δεν θα μετράει –
Ούτε καν γνώση θα’ χουμε για τη συνάντησή μας.
Κι όμως θα σμίγουμε ξανά, εχθροί, και πάλι φίλοι,
Εκεί που σμίγουν οι νεκροί, στων ζωντανών τα χείλη.»


Samuel Butler «Μέλλοντα ταύτα» (μετάφρ. Γ. Λαμπράκος)

Στις συνήθεις ερωτήσεις ανθρώπων που δεν με γνωρίζουν καιρό, για το αν υπάρχουν λογοτεχνικά είδη που δεν αγγίζω, η πρώτη απάντηση που μου έρχεται στο στόμα, είναι «η επιστημονική φαντασία». Έχω διαβάσει αρκετές δυστοπίες όπως και κάποια διηγήματα (περισσότερο) και μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας (Ε.Φ.), που μερικά από αυτά ήταν εξαιρετικά, αλλά ως είδος, ομολογώ είναι πολύ χαμηλά στις προτεραιότητές μου.

Γι’ αυτό λοιπόν, αποτέλεσαν ευχάριστη έκπληξη δύο μυθιστορήματα Ελλήνων συγγραφέων που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2019, που σε πρώτη ανάγνωση ανήκουν το ένα στο είδος της Ε.Φ., το έτερο στο είδος της δυστοπίας, δεν αποτελούν όμως καθαρά δείγματα αυτών για διαφορετικό λόγο το καθένα. Το ένα είναι το πρώτο μυθιστόρημα του έξοχου μεταφραστή και πολύ καλού δοκιμιογράφου, διηγηματογράφου και ποιητή Γιώργου Λαμπράκου (Αθήνα, 1977) με τίτλο «ΑΙΜΑ ΜΗΧΑΝΗ» - (εκδ. Γαβριηλίδης, σελ.428), ένα πληθωρικό και χορταστικό βιβλίο, όπου μέσα του αναμειγνύονται πολλά είδη – αρχαίο δράμα, φιλοσοφία, περιπέτεια, μελόδραμα. Το δεύτερο είναι το νέο μυθιστόρημα της στιβαρής διανοούμενης Αλεξάνδρας Δεληγιώργη, με τίτλο «ΚΟΙΛΑΔΕΣ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ» - (εκδ. Εκκρεμές, σελ.372), ένα βιβλίο με το οποίο η έμπειρη συγγραφέας και δοκιμιογράφος, χρησιμοποιεί την Δυστοπία σε πρώτο επίπεδο, για να θίξει θέματα για την ύπαρξη, την φιλοσοφία, την ηθική, τις επιστήμες, τις τέχνες.


Ας τα δούμε περισσότερο αναλυτικά.

Ο Βρετανός συγγραφέας, ποιητής και φιλόσοφος ΣάμιουελΜπάτλερ (1835-1902), συναντάει τον Σοφοκλή, στο «Αίμα μηχανή», το μυθιστόρημα του Γιώργου Λαμπράκου. Βρισκόμαστε στο μέλλον, και μετά το Δ Παγκόσμιο πόλεμο, η γη είναι μια «no mans land», όπου στην επιφάνειά της, ζουν σε πλήρη ένδεια οι εναπομείναντες άνθρωποι που ονομάζονται «Αμήχανοι». Την εξουσία την έχουν οι «Μηχανάνθρωποι» μια εξέλιξη του ανθρώπου και των μηχανών, οι οποίοι ζουν σε πόλεις φτιαγμένες κάτω από την γη, σε αυταρχικά καθεστώτα, όπου οι επιστήμονες («οι Μηχανικοί») διοικούν και όπου η προσπάθεια του καθεστώτος είναι να δημιουργήσει ένα νέο είδος ανθρώπου, τον «Βιο-Άγγελο» ώστε να αγγίξει επιτέλους την τελειότητα.

«Η μοναξιά είναι αρρώστια. Και η αρρώστια δεν ψεύδεται.»


Ο ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο Ρεστ, ένας συναισθηματικός και μοναχικός μηχανάνθρωπος, με πρόβλημα στην επικοινωνία και στις ερωτικές σχέσεις, που είναι αρθρογράφος σε ένα περιοδικό, και ασχολείται εμμονικά με το έργο του Σάμιουελ Μπάτλερ, ο οποίος εκτός από τα (λίγα αλλά πολύ σημαντικά) λογοτεχνικά του έργα, ασχολήθηκε με το θέμα της τεχνολογικής εξέλιξης σε κείμενά του, προφητεύοντας ότι ο άνθρωπος, έχοντας γίνει πλέον περιττός στο μέλλον, θα αντικατασταθεί από τις μηχανές. Ο Ρεστ, όμως δεν είναι ένας τυχαίος μηχανάνθρωπος που ζει και εργάζεται σε αυτή την ιδιότυπη κοινωνία, είναι γιος του ζεύγους που διοικεί το καθεστώς, παρότι ελάχιστες σχέσεις έχει μαζί τους. Μια μέρα λαμβάνει ένα μήνυμα από κάποια γυναίκα με το κωδικό όνομα Λ60, η οποία ζητάει να την σώσει. Τα mails της γυναίκας τον οδηγούν στο Ινστιτούτο Γενετικής, το οποίο διοικείται από τον «Βιομήχανο Ιωσήφ». Εκεί ο Ρεστ, ζητάει την βοήθεια ενός ανθρώπου με υψηλή θέση στο Ινστιτούτο, του καθηγητή Μέμορ τον οποίον εμπιστεύεται, και σύντομα ανακαλύπτει ότι η μυστηριώδης γυναίκα, λέγεται Λεκ και αποτελεί αντικείμενο πειράματος στο είδος των «Βιο-Αγγέλων». Οι εκπλήξεις όμως δεν σταματούν εκεί, καθώς αποκαλύπτεται ότι η Λεκ είναι αδελφή του Ρεστ, η οποία απήχθη μόλις γεννήθηκε από τον Βιομήχανο Ιωσήφ για να αποτελέσει μέρος των πειραμάτων για την δημιουργία των «Βιο-Αγγέλων». Η Λεκ είναι μια ασυναγώνιστη καλλονή, που μαγνητίζει όσους την βλέπουν, όταν θα συναντηθούν με τον Ρεστ, και θα αποκαλυφθούν τα μυστικά και τα ψέματα απ’ όλους, τα οποία καθόρισαν το παρελθόν και προγραμματίζουν το μέλλον τους, ως ήρωες αρχαίου δράματος, και γόνοι, του προεδρικού ζεύγους, θα σχεδιάσουν την εκδίκησή τους.

Το μυθιστόρημα όπως αναφέρει ο Λαμπράκος, αποτελεί φόρο τιμής στον Samuel Butler, του οποίου αποσπάσματα από έργα του, φράσεις, το εκπληκτικό ποίημα «Μέλλοντα ταύτα», παρατίθενται μέσα στο βιβλίο, ορισμένες δε φορές «συνομιλώντας» με αυτό διακειμενικά. Το βιβλίο όμως του Λαμπράκου δεν αποτελεί αντίγραφο κάποιου έργου του σπουδαίου Βρετανού, είναι ένα ωραίο λογοτεχνικό έργο, αρκετά πρωτότυπο που μπορεί σε πρώτο επίπεδο να φαίνεται ως ένα μυθιστόρημα Ε.Φ. αλλά εκείνο που κυριαρχεί θεματικά είναι το κοινωνικό και το πολιτικό κομμάτι.

«Ας είμαστε ευγνώμονες στον καθρέφτη που μας αποκαλύπτει μόνο την εμφάνισή μας.»


Ξεπερνώντας την αμηχανία και την φλυαρία, των πρώτων 100 σελίδων, η ιστορία εκτυλίσσεται ωραία, με αφηγηματικό ρυθμό που αποκτάει πολύ ενδιαφέρον από τη μέση του βιβλίου έως το αμφίσημο τέλος του. Η σάτιρα, κυριαρχεί ακόμα και στις πιο αγωνιώδεις στιγμές του «Αίμα μηχανή», όπου ο συγγραφέας παρεμβαίνει με ερωτήσεις προς τον αναγνώστη, ενώ θέτει στη διάθεσή του αρκετές (ίσως υπερβολικά πολλές) επιλογές για το φινάλε της ιστορίας.

Ο έρωτας και το πάθος, οι φιλοδοξίες και η βία, η εξουσία – πολιτική και γονεϊκή, τα όρια της ηθικής στις επιστήμες, οι κοινωνικές ανισότητες πράγματα και ερωτήματα φιλοσοφικά που διατρέχουν την ανθρωπότητα μέσα στους αιώνες, είναι τα θέματα που καλούνται να διαχειριστούν οι ήρωες του βιβλίου του Λαμπράκου, είτε μηχανάνθρωποι είναι, είτε βιοάγγελοι, είτε κλώνοι (στο θέμα των κλώνων ο προβληματισμός που αναπτύσσεται είναι πολύ καίριος). Ο συγγραφέας θίγει ίσως υπερβολικά πολλά θέματα – κάτι που διακρίνουμε συνήθως στις πρώτες μυθιστορηματικές απόπειρες -, αλλά (ευτυχώς) διαχειρίζεται με μεγάλη ικανότητα, την ιστορία που αφηγείται, ικανοποιώντας τον αναγνώστη στο τέλος, σε ένα πολύ αξιόλογο και ενδιαφέρον μυθιστόρημα που αξίζει να προσεχτεί ιδιαιτέρως.

Σε διαφορετικό κλίμα κινείται, η πολύ έμπειρη συγγραφέας Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, στην φιλοσοφική δυστοπία της, με τίτλο «Κοιλάδες του Φόβου», ένα πυκνογραμμένο και στοχαστικό μυθιστόρημα, που απαιτεί την εγρήγορση και όχι τον εφησυχασμό του αναγνώστη.

«…το παρελθόν δεν ήταν για να το αναπολείς. Καλύτερα ήταν να το ανακαλείς μήπως και καταλάβεις ποιο ήταν το κρίσιμο λάθος κι αν έπραττες διαφορετικά, τίποτα απ’ όσα έγιναν δεν θα’ χε γίνει. Γιατί, δεν μπορεί, κάποια στιγμή, στο μέλλον που καιροφυλακτεί, θα ξαναγίνουν τα ίδια και χειρότερα, αν δεν προλάβεις να χωνέψεις τις επιλογές και τις αποφάσεις που σε ξαναπήγαιναν ίσια εκεί.»

Βρισκόμαστε στο πολύ κοντινό μέλλον, μια Κυριακή του Σεπτεμβρίου, 2029 και μια σειρά από εκρήξεις βομβών σε μεγάλες πόλεις του κόσμου συγκλονίζουν την ανθρωπότητα. Η Αθήνα είναι μια από αυτές και η πλατεία Συντάγματος με τις γύρω περιοχές τινάζεται στον αέρα, δημιουργώντας ένα τεράστιο κρατήρα, με ανυπολόγιστο αριθμό θυμάτων. Η Αθήνα χωρίζεται στα δύο, το σοκ είναι μεγάλο και έρχεται ως επακόλουθο της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης που βασάνιζε τη χώρα για περίπου 20 χρόνια. Ο Δημοσθένης μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων, βρίσκει δουλειές σε χωράφια στην επαρχία για να μπορέσει να ζήσει, κουβαλάει πάντα μαζί του τον αγαπημένο του Ρώσο ποιητή Μάντελσταμ και επιβιώνει. Η αρχαιολόγος Ειρήνη κι αυτή σε πλήρη ένδεια, θα αναζητήσει την τύχη της στην επαρχία. Θα συναντηθεί με τον Δημοσθένη και μαζί θα προσπαθήσουν να οικοδομήσουν μια κοινή ζωή στις δύσκολες συνθήκες της αγροτικής ζωής.

Γύρω από αυτούς τους δύο βασικούς ήρωες της ιστορίας, κινούνται διάφοροι χαρακτήρες που διαδραματίζουν μικρό ή μεγάλο ρόλο στη πλοκή. Είναι τα χειρόγραφα ενός ημερολογίου (και πιο συγκεκριμένα το 6ο τετράδιο των ημερολογίων, που τα πρώτα 5, αποτελούσαν την νουβέλα της Δεληγιώργη «Ανέστιος»), είναι το δίδυμο του Δικαστή και του Ποιητή με τους ατελείωτους φιλοσοφικούς τους διαλόγους, είναι η ιστορία του εγγονού του Στίβεν Χώκινγκ που θα γνωρίσει έναν νεαρό πρόσφυγα, για να αναφέρω μόνο αυτούς που συνδέονται πιο άμεσα με το πρωταγωνιστικό ζευγάρι.

Η ιστορία δεν εξελίσσεται γραμμικά αλλά με πολλές διακλαδώσεις και σε ένα βάθος χρόνου, καθώς ο μύθος ξεκινάει το 2029 για να ολοκληρωθεί καμιά σαρανταριά χρόνια αργότερα. Μια ζοφερή εικόνα του μέλλοντος εκτυλίσσεται μέσα στις σελίδες του βιβλίου, μια συνεχής κρίση της ανθρωπότητας όπου τα προβλήματα διαιωνίζονται, η κατάσταση με το μεταναστευτικό/προσφυγικό έχει γίνει αφόρητη, οι εξουσίες γίνονται όλο και πιο αυταρχικές με απαγορεύσεις γεννήσεων και άλλα μέτρα που βλέπουμε σε πολλές ταινίες επιστημονικής φαντασίας, τα καθεστώτα είναι στρατοκρατούμενα, ενώ απαγορεύεται και ο διάλογος μεταξύ των ανθρώπων.

«Τώρα τι κάνουν; Αυτό ήταν το κρίσιμο ερώτημα κι ας γελούσαν πολλοί, ανακαλώντας τον συνειρμό «καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, τώρα τι κάνουμε;». Αρκεί να σήκωνες το κεφάλι να δεις τις γιγαντοαφίσες που πλεύριζαν τους δρόμους μεγάλης κυκλοφορίας, εκκλήσεις αναρτημένες παντού, κι ενώ όλο και κάτι κλωθογύριζε στο μυαλό των περαστικών, αυτό το ερώτημα παραδόξως έμενε αναπάντητο. Ερώτημα κρίσιμο, αν και δεν ήταν βέβαιο πως ήταν όντως κρίσιμο. Αλλά και τι ήταν βέβαιο; Προσωπικά δεν ήταν βέβαιος ούτε καν αν υπήρξε στ’ αλήθεια ποιητής.»


Τι θα σώσει τον κόσμο, η λογική ή η ποίηση; Το ερώτημα αυτό κυριαρχεί στο στοχαστικό μυθιστόρημα της Δεληγιώργη. Μακρές και ατελείωτες συζητήσεις, σε ένα βιβλίο διαλόγου και συνεχούς προβληματισμού για τον άνθρωπο και το μέλλον του, για τη ζωή, για τις σχέσεις οικογενειακές και ερωτικές, για τον πολιτισμό, για την ηθική. Οι ιδέες πέφτουν σαν το χαλάζι, σε κάθε διάλογο, σε κάθε κεφάλαιο του βιβλίου. Η λογοτεχνία λέει σε ένα παλαιότερο κείμενό της η συγγραφέας «καλύπτει έσχατες ανάγκες της ύπαρξης και είναι σαν το οξυγόνο στις κορφές των βουνών – ζαλίζει και αφυπνίζει τον ζαλισμένο», και οι ήρωες της καταφεύγουν στην ποίηση, μέσα από τον Μάντελσταμ και την Αχμάτοβα για να βρουν τις απαντήσεις.

Η Δεληγιώργη όμως μιλάει και για την κρίση με διαφορετικό τρόπο. Την κοινωνική και οικονομική κρίση που έχει διαλύσει τα θεμέλια της χώρας και τις καρδιές των ανθρώπων. Το λογοτεχνικό είδος της δυστοπίας ως κομματιού της Ε.Φ. που χρησιμοποιεί, είναι το πρόσχημα, το όχημα για να μπορέσει να αποδώσει την προβληματική της. Το καταφέρνει ή όχι, είναι κάτι καθαρά υποκειμενικό, σε ένα βιβλίο που υπερβαίνει τα όρια του «μ’ αρέσει» ή «δεν μ’ αρέσει» των κοινωνικών δικτύων, καθώς η πυκνή και γεμάτη νοήματα λογοτεχνία που υπηρετεί κινείται στα όρια μεταξύ λογοτεχνίας και δοκιμίου, μια ευαίσθητη ισορροπία που (όπως και στις «Κοιλάδες του φόβου») πολλές φορές λειτουργεί καλά, άλλες όμως μπορεί να παρασύρει τον συγγραφέα σε πλατειασμούς που αποβαίνουν εις βάρος του αφηγηματικού ρυθμού.

Ένα από τα σημαντικά ελληνικά λογοτεχνικά βιβλία της χρονιάς που πέρασε, είναι οι «Κοιλάδες του Φόβου». Μυθιστόρημα ιδεών – ένα είδος πολύ δύσκολο που δύσκολα το συναντάς πλέον – υπαρξιακό, που θέτει συνεχώς προβληματισμούς για την ζωή και τα όριά της, για την δύναμη ή την αδυναμία της λογικής, για την απώλεια και την συμπόνοια, για τον διάλογο με την τέχνη, για τον άνθρωπο και το μέλλον του.

Βαθμολογία (και για τα δύο μυθιστορήματα) 78 / 100








 
Τρίτη, Δεκεμβρίου 24, 2019
posted by Librofilo at Τρίτη, Δεκεμβρίου 24, 2019 | Permalink
"Η αφηγήτρια ταινιών"

«Όταν αφηγείσαι μια ταινία είναι σαν να αφηγείσαι ένα όνειρο.
Όταν αφηγείσαι μια ζωή είναι σαν να αφηγείσαι ένα όνειρο ή μια ταινία.»

Πως μπορεί η τέχνη γενικότερα και το σινεμά ειδικότερα να σου αλλάξει τη ζωή; Είναι γεγονός ότι με τις «κινούμενες εικόνες» (γιατί τι άλλο είναι το σινεμά;) μεταφέρεσαι σε έναν άλλο κόσμο, μερικές φορές ξεφεύγεις για λίγες ώρες από την μίζερη καθημερινότητά σου, άλλες φορές προβληματίζεσαι, κάποιες φορές στενοχωριέσαι και συμπάσχεις με τους ήρωες που βλέπεις στο πανί. Αυτήν ακριβώς την μαγεία του σινεμά, μεταφέρει στους φτωχούς μεροκαματιάρηδες ενός χωριού χαμένου στο πουθενά, η Μαρία Μαργαρίτα, η ηρωίδα της υπέροχης νουβέλας «Η ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ ΤΑΙΝΙΩΝ»La Contadora de Peliculas»), του Χιλιανού συγγραφέα Hernan Rivera Letelier (Τάλκα Χιλής, 1950) – (εκδ. Αντίποδες, μετάφρ. Μ. Φραγκοπούλου, σελ. 97).


«Στο σπίτι μας το χρήμα πήγαινε καβάλα στ' άλογο ενώ εμείς πηγαίναμε με τα πόδια. Έτσι, κάθε φορά που ερχόταν στον οικισμό μας καμιά ταινία που ο πατέρας μου τη θεωρούσε καλή - με μοναδικό κριτήριο το όνομα του πρωταγωνιστή ή της πρωταγωνίστριας - μάζευαν τα κέρματα ένα ένα, όσα ακριβώς χρειάζονταν για ένα εισιτήριο, και έστελναν εμένα να τη δω.
Και μετά, μόλις γυρνούσα από το σινεμά, έπρεπε να αφηγηθώ την ταινία στην οικογένεια που είχε συγκεντρωθεί και περίμενε σύσσωμη στο σαλονάκι μας.»

Δεκαετία του 50, στην έρημο Ατακάμα, στις βόρειες περιοχές της Χιλής, όπου σε μια τεράστια έκταση που δεν φυτρώνει τίποτα και είναι πλούσια σε νάτριο, σε ένα χωριό που έχει χτιστεί γύρω από μια μονάδα επεξεργασίας νατρίου, ζει η δεκάχρονη Μαρία Μαργαρίτα, με τον πατέρα της και τα τέσσερα αδέρφια της. Ο πατέρας της καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι μετά από ατύχημα, η σύζυγός του και μητέρα των παιδιών τον έχει εγκαταλείψει, λεφτά δεν υπάρχουν, ούτε για φαγητό. Ο πατέρας αγαπάει το σινεμά κυρίως τις δακρύβρεχτες Μεξικάνικες ταινίες και μεταφέρει την αγάπη του για την έβδομη τέχνη και στα παιδιά του, αλλά χρήματα δεν υπάρχουν, ίσα ίσα να μαζευτούν κάποιες δεκάρες για ένα εισιτήριο. Στον εσωτερικό διαγωνισμό της οικογένειας, για να επιλεχθεί το ένα παιδί που θα πηγαίνει στο τοπικό σινεμά να βλέπει την εβδομαδιαία ταινία και αργότερα να την αφηγείται στους υπόλοιπους, κερδίζει με άνεση η μικρή, η Μαρία Μαργαρίτα, που δεν αφηγείται απλά την ταινία, την ζει, μεταφέροντας όχι μόνο με λόγο αλλά και με κίνηση τα τεκταινόμενα στην οθόνη και όχι μόνο.

«Νομίζω ότι στο βάθος ήμουνα φύσει κουτσομπόλα, αφού έφτανε να κοιτάξω τις δυο τρεις φωτογραφίες που ήταν κολλημένες στην προθήκη, κι ύστερα, από το λάγνο βλέμμα του παπά, το αθώο ύφος της κοπέλας και τη συνωμοτική έκφραση της θεούσας, να σκαρώσω την πλοκή, να φανταστώ ολόκληρη την ιστορία και να παίξω την δική μου ταινία.»

Σύντομα, η φήμη της εξαπλώνεται στο χωριό και όλοι θέλουν να δουν και να ακούσουν την μικρή να αφηγείται τις ταινίες. Το μικρό κορίτσι τους αλλάζει τη ζωή, της δίνει ένα νόημα και έτσι, το μικροσκοπικό σαλόνι της καλύβας μεταμορφώνεται σε αίθουσα ακροάσεων και με ένα ελάχιστο αντίτιμο, η Μαρία Μαργαρίτα, μεταφέρει στους άναυδους χωρικούς, όλη τη μαγεία του σινεμά από μιούζικαλ, μέχρι ερωτικές σκηνές, από κωμωδίες, μέχρι γουέστερν και περιπέτειες. Όπως όλοι στο χωριό, θα πάρει κι αυτή ένα παρατσούκλι, θα την αποκαλούν «σινεράιδα» δηλαδή «Νεράιδα του σινεμά».

«Εκείνη την εποχή ανακάλυψα ότι σε όλους τους ανθρώπους αρέσουν οι ιστορίες. Θέλουν να ξεφύγουν για λίγο από την πραγματικότητα και να ζήσουν εκείνους τους φανταστικούς κόσμους των ταινιών, των ραδιοφωνικών σειρών, των μυθιστορημάτων. Τους αρέσει μέχρι και ψέματα να τους λένε, αν αυτά τα ψέματα είναι καλοειπωμένα. Γι' αυτό και γνωρίζουν επιτυχία οι απατεώνες, γιατί έχουν ευχέρεια στα λόγια.»


Η Μαρία Μαργαρίτα μεγαλώνει και γίνεται μια όμορφη έφηβη, ενώ η εισβολή της τηλεόρασης στο χωριό, έστω και μόνο στο μοναδικό καφενείο, αλλά και αργότερα στα σπίτια καθώς οι άνθρωποι δανείζονται για να αγοράσουν το «μαγικό κουτί», αλλάζει τα δεδομένα, ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται για αφηγήσεις ταινιών, σιγά σιγά θα τα έχει όλα στα πόδια του, και η ηρωίδα του βιβλίου θα αναγκαστεί να υποκύψει στις ορέξεις του μεσήλικα διευθυντή της εταιρείας νατρίου. Οι καιροί πλέον είναι πολύ πιο δύσκολοι και οι συνθήκες αλλάζουν γρήγορα με συνέπειες για όλους.

Οι αφόρητες συνθήκες ζωής στην έρημο, η φτώχεια και η εκμετάλλευση, αποτελούν το αντίβαρο στην ονειρική διάσταση των ταινιών που αφηγείται η Μαρία Μαργαρίτα. Με εξαιρετικό αφηγηματικό ρυθμό, ο βραβευμένος Χιλιανός συγγραφέας, Ριβέρα Λετελιέρ (σε αυτή την μικρή νουβέλα που είναι σαν μεγάλο διήγημα και διαβάζεται σε μια δυο ωρίτσες), χρησιμοποιώντας πρωτοπρόσωπη αφήγηση, περιγράφει την ζωή της ηρωίδας του (αλλά και της οικογένειάς της), την αφύπνιση της καθώς η ζωή δεν είναι (δυστυχώς) σινεμά, τον αγώνα της για επιβίωση, τα διαψευσμένα όνειρα και τις ματαιωμένες ελπίδες της.


Ο συγγραφέας περιγράφει όμως και τις αλλαγές στη κοινωνία του χωριού, τις συνθήκες ζωής σε αυτό το «νιτροχώρι», την εισβολή του «πολιτισμού», την άνοδο του Αλιέντε στην εξουσία, την δικτατορία που έρχεται. Ξεκινώντας από το νοσταλγικό ύφος που θυμίζει «Σινεμά ο Παράδεισος», περνάει στο ζοφερό κλίμα της παρακμής, μέσα από την ζωή της ηρωίδας του, χωρίς μελοδραματισμούς και εύκολες συγκινήσεις – παρότι οι καταστάσεις σε κάποια σημεία είναι μελοδραματικές. Από την μαγεία του σινεμά, ή έστω, της αφήγησης του παραμυθιού, στην πραγματική ζωή, η απόσταση μπορεί να είναι μικρή αλλά συνήθως είναι πολύ επώδυνη.

Ωραίο βιβλίο και πολύ σαγηνευτικό, η «Αφηγήτρια ταινιών» (που έχει μεταφερθεί στην θεατρική σκηνή), χαρίζει στιγμές αναγνωστικής απόλαυσης με την τρυφερότητα και την ευαισθησία, που προσεγγίζει το θέμα του ο Ριβέρα Λετελιέρ. Χρήσιμο και κυρίως, πολύ ενδιαφέρον, και το επίμετρο που συνοδεύει την έκδοση, που είναι ένα κείμενο του Χιλιανού νομπελίστα ποιητή Πάμπλο Νερούδα ο οποίος περιγράφει σ’ αυτές τις σελίδες, τις συνθήκες ζωής στα «νιτροχώρια» μέσα από την προσωπική του εμπειρία.

Βαθμολογία 81 / 100





 
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 20, 2019
posted by Librofilo at Παρασκευή, Δεκεμβρίου 20, 2019 | Permalink
Ένα μυθιστόρημα για το Brexit ("Μέση Αγγλία")

Υπάρχουν μυθιστορήματα που γράφονται γιατί ο δημιουργός τους, θέλει να "μιλήσει" για ένα επίκαιρο θέμα που τον "πνίγει". Όταν ο συγγραφέας είναι ατάλαντος και μέτριος, προκύπτει ένα βιβλίο "καταγγελίας", ένα αφόρητο πράγμα που συνήθως δεν διαβάζεται. Όταν όμως έχεις μπροστά σου, έναν έμπειρο και ικανότατο λογοτέχνη, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι εξαιρετικό ή στην χειρότερη περίπτωση ικανοποιητικό. Το δεύτερο συμβαίνει με την περίπτωση του πολύ καλού Βρετανού συγγραφέα Jonathan Coe (Worcestershire, 1961) και του νέου του μυθιστορήματος, με τίτλο "ΜΕΣΗ ΑΓΓΛΙΑ" ("Middle England") - (εκδ. Πόλις, μετάφρ. Αλκ. Τριμπέρη, σελ. 600), όπου ο ευφυέστατος Κόου, στήνει την πλοκή του βιβλίου του γύρω από το θέμα του Brexit, που είναι μακράν το πιο ενδιαφέρον κομμάτι, ενός γλυκόπικρου μυθιστορήματος, που είναι σαγηνευτικό μεν, πολύ άνισο δε.


Η "Μέση Αγγλία", αποτελεί ουσιαστικά συνέχεια (κλείνει την τριλογία), δύο σπουδαίων μυθιστορημάτων του Κόου (ίσως των καλύτερών του), της "Λέσχης των Τιποτένιων" και του "Κλειστού Κύκλου". Δεν χρειάζεται όμως κάποιος να έχει διαβάσει αυτά τα βιβλία για να παρακολουθήσει την πλοκή της "Μέσης Αγγλίας", η σύνδεση είναι χαλαρή και τα κυριότερα σημεία που πρέπει να θυμάται κανείς, αναφέρονται μέσα στο βιβλίο, από τον συγγραφέα. Το χρονικό πλαίσιο της ιστορίας, είναι 8 έτη, από το 2010 έως το 2018 διατρέχοντας μέσα από τους χαρακτήρες του, σημαντικές στιγμές της ιστορίας της χώρας από την εθνική υπερηφάνεια των Ολυμπιακών αγώνων του 2012, στον διχασμό του Brexit, μιας κρίσης που υπέβοσκε στον ψυχισμό του έθνους.

Ο Κόου ξεκινάει το μυθιστόρημά του ευρηματικά, με όλους τους κεντρικούς χαρακτήρες να εμφανίζονται στις πρώτες του σελίδες. Μετά την κηδεία της μητέρας του, ο Μπέντζαμιν που ζει σε ένα μύλο που είχε μετατραπεί σε κατοικία, στις όχθες ενός ποταμού στο Σριούσμπερι συγκεντρώνει τα μέλη της οικογένειάς του σπίτι του. Είναι ο άρρωστος συνταξιούχος πατέρας του, η αδερφή του Λόις και η κόρη της Σόφι, ενώ ο παλιός του συμφοιτητής Νταγκ επιτυχημένος δημοσιογράφος θα περάσει κι αυτός τη μέρα μαζί τους.

Το μυθιστόρημα ακολουθεί κυρίως τις ζωές του Μπέντζαμιν και της Σόφι, δυο ανθρώπων που ανήκουν σε διαφορετικές γενιές και η παγκόσμια οικονομική αλλά και πολιτισμική κρίση, έχει διαφορετική επιρροή επάνω τους. Ο Μπέντζαμιν Τρότερ, είναι 50άρης, μοναχικός και μόνος, ζει με την ανάμνηση του μεγάλου του έρωτα, της Σίσιλι που ζει πλέον παντρεμένη στην Αυστραλία, και γράφει ένα ογκώδες μυθιστόρημα που έχει ως κεντρικό σημείο τον έρωτά τους. Ζει με τις αναμνήσεις του, φροντίζει τον πατέρα του και είναι ένας άνθρωπος που έχει επιλέξει να ζει απομακρυσμένα από όλους και όλα. Η Σόφι – ο πιο ενδιαφέρον χαρακτήρας στην ιστορία - στην αρχή του βιβλίου, είναι 27 ετών και μετακομίζει στο Μπέρμιγχαμ να διδάξει στο εκεί πανεπιστήμιο Ιστορία της Τέχνης. Γνωρίζει τον Ίαν, έναν δάσκαλο οδήγησης, έναν άνθρωπο που αντιπροσωπεύει ένα είδος άνδρα διαφορετικού από αυτούς που συνήθως συναναστρεφόταν, αλλά είναι ακριβώς ότι η Σόφι ζητούσε, κουρασμένη από τους διανοούμενους φίλους της. Ο Ίαν όμως δεν είναι μόνο ένας ωραίος και στοργικός σύντροφος που κοιτάει την Σόφι σαν Θεά. Είναι κι ένας άνθρωπος που πιστεύει ότι για την κατάσταση στη χώρα του, φταίνε οι ξένοι που έχουν έρθει στη χώρα, ενώ η μητέρα του, που ζει μόνη της σε ένα απρόσωπο χωριό, είναι σε πιο ακραία κατάσταση, φερόμενη ανάγωγα στις αλλοδαπές βοηθούς που η πρόνοια της παρέχει, ενώ αναπαράγει τα λόγια του εθνικιστή πολιτικού Ίνοκ Πάουελ από τη δεκαετία του '70.

Γύρω από τους δύο κεντρικούς ήρωες του βιβλίου, υπάρχουν μια σειρά από δευτερεύοντες (στην πλοκή) χαρακτήρες, που διαδραματίζουν μεγαλύτερο ή μικρότερο ρόλο στα δρώμενα, συνήθως με ελάχιστο ενδιαφέρον ως προς την εξέλιξη της πλοκής - που δείχνει μετά τη μέση να κουράζει και να επαναλαμβάνεται. Ο επιτυχημένος δημοσιογράφος Νταγκ και η έλλειψη κάθε επικοινωνίας με την προβληματική και επαναστατημένη κόρη του Κοριάντερ, η οποία θα προκαλέσει μεγάλο πρόβλημα στην Σόφι με κάποιες ενέργειές της, η μητέρα του Ίαν, Ελένα με το πείσμα και την ξεροκεφαλιά της, ο χρεοκοπημένος φίλος του Μπέντζαμιν, ο Τσάρλι που δουλεύει ως κλόουν, η μουσουλμάνα συνάδελφος του Ίαν, η Ναχίντ και άλλοι.

Ο Κόου περιγράφει την οικονομική κρίση, την κυβέρνηση συνεργασίας του 2010, τις ταραχές του 2011, την εθνική ανάταση στους Ολυμπιακούς αγώνες του 2012, τον γελοίο Ντέιβιντ Κάμερον, την άνοδο του Μπόρις Τζόνσον, φτάνει μέχρι το Brexit, ισορροπώντας μυθοπλαστικά, μεταξύ των προσωπικών ιστοριών των χαρακτήρων του και της κατάστασης στην πολιτική σκηνή και στην κοινωνία. Περιγράφει οικογένειες διχασμένες από την εποχή της Θάτσερ και μετά, σε μια Αγγλία που βρίσκεται σε μια διαρκή αναταραχή (ο Μπέντζαμιν δεν μιλάει με τον αδελφό του, ο δημοσιογράφος Νταγκ δεν μπορεί να βρει κώδικα επικοινωνίας με την κόρη του) και τα προβλήματα να συνεχίζονται από την δεκαετία του ’70.

"...Νά' το, τελικά. Το θέμα που δεν έπρεπε να, που δεν γινόταν να συζητηθεί. Το θέμα που δίχαζε τους ανθρώπους περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο, το θέμα που πλήγωνε τους ανθρώπους περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο, επειδή τους έφερνε στο σημείο να ξεγυμνωθούν, να ξεγυμνώσουν τον συνομιλητή τους και να αναγκαστούν να κοιτάξουν ο ένας τη γύμνια του άλλου, εκτεθειμένοι, δίχως να μπορούν να αποστρέψουν το βλέμμα τους. Όποια απάντηση κι αν έδινε στην Ελένα, αυτή τη στιγμή - με όποια απάντηση κι αν προσπαθούσε να εκφράσει τη γνώμη της, τη διαφορετική οπτική - θα σήμαινε, αυτομάτως, πως θα αντιμετώπιζαν την ανομολόγητη αλήθεια: ότι η Σόφι (και όλοι οι όμοιοί της) και η Ελένα (και όλοι οι όμοιοί της) μπορεί να ζουν σε απόλυτη εγγύτητα στην ίδια χώρα, αλλά παράλληλα έχουν ζήσει σε διαφορετικά σύμπαντα και αυτά τα σύμπαντα διαχωρίζονται από ένα θεόρατο, αδιαπέραστο τείχος, ένα τείχος χτισμένο από φόβο και καχυποψία, ακόμη και - ενδεχομένως - από μια μικρή δόση από εκείνα τα απόλυτα αγγλικά χαρακτηριστικά, την αμηχανία και την ντροπή. Αδύνατο να αντιμετωπίσεις έστω και ένα από αυτά. Η μόνη εύλογη επιλογή ήταν να τα αγνοήσεις (αλλά για πόσο ακόμα θα παρέμενε στ' αλήθεια εύλογη;) και για να επιμείνεις, προς το παρόν, διατηρείς την απεγνωσμένη, καθόλου παρήγορη φαντασίωση ότι όλα αυτά απλώς ένα έλασσον ζήτημα διαφορετικών απόψεων, σαν να διαφωνείς με τον γείτονα για τους χρωματικούς συνδυασμούς του σπιτιού ή για τις αρετές μιας συγκεκριμένης τηλεοπτικής εκπομπής."

Με καυστικό και πνευματώδη τρόπο, ο συγγραφέας γράφει για την επέλαση της «πολιτικής ορθότητας» - οι σελίδες που η Σόφι αντιμετωπίζει τις άδικες κατηγορίες εναντίον της, είναι από τις ευρηματικότερες του βιβλίου -, για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την επίδρασή τους σε όλους τους κοινωνικούς τομείς, για τις αλλαγές στις εφημερίδες, για τα fake news, για το μπέρδεμα του κόσμου.

Ο Κόου είναι εξαιρετικός ανατόμος της κοινωνίας, σύγχρονος και με ευρύτητα πνεύματος, είναι ίσως ο καλύτερος Βρετανός συγγραφέας στην ικανότητα να αποτυπώνει τον παλμό και την ψυχή της Βρετανίας. Δεν χρειάζεται να γράψει για το Brexit ευθέως με δεδομένα, στατιστικές και βαθυστόχαστες αναλύσεις, στο βιβλίο του αντιλαμβάνεται ο (μη Βρετανός) αναγνώστης περισσότερα πράγματα για την κατάσταση από ότι έχει διαβάσει μέχρι τώρα ή έχει ακούσει σε τηλεοπτικές εκπομπές. Οι χαρακτήρες σχηματικοί και στερεοτυπικοί λογοτεχνικά, λειτουργούν θαυμάσια ως αντιπροσωπευτικοί της κατάστασης. Η Σόφι και ο Νταγκ είναι οι δεδομένα remainers, φιλοευρωπαϊστές που δεν μπορούν να διανοηθούν αυτό που γίνεται, ο Ίαν, η Έλένα, ο Τσάρλι, όλοι αυτοί οι τύποι που αντιπροσωπεύουν τον μικροαστό Άγγλο της επαρχίας είναι αυτοί που θα φέρουν το Brexit, είναι αυτοί που θεωρούν τους υπόλοιπους Ευρωπαίους (και γενικότερα ξένους) εν δυνάμει εχθρούς τους.

Το βιβλίο λοιπόν, παρουσιάζει αυτή την ανισότητα. Πολύ μέτριο και σχηματικό μυθοπλαστικά, με δεκάδες αδιάφορες σελίδες για τα τεκταινόμενα γύρω από τους δύο (άντε να βάλω και τον Νταγκ) πρωταγωνιστές, εξαιρετικό όμως στο δεύτερο επίπεδο που αφορά την αγγλική κοινωνία και όσα συμβαίνουν γύρω από αυτήν. Είναι βέβαια, δεδομένη, η ικανότητα και η αφηγηματική άνεση του Κόου, να κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, να σατιρίζει με το εξαίσιο χιούμορ τις καταστάσεις, και να μη χαρίζεται σε κανέναν. Οι αναμνήσεις από το παρελθόν για μια Αγγλία διαφορετική, κατακλύζουν τους μεγαλύτερους σε ηλικία ήρωες του βιβλίου, μόνο που αυτή η νοσταλγία είναι διαφορετική στον καθένα από αυτούς. Άλλα νοσταλγεί, ο πατέρας του Νταγκ που βλέπει το παλιό εργοστάσιο αυτοκινήτων που δούλευε μια ζωή, να έχει μετατραπεί σε Mall, άλλα η σκληροπυρηνική Ελένα που απεχθάνεται τις αλλοδαπές οικιακές βοηθούς που την πλένουν και την καθαρίζουν, άλλα οι παλιοί συμμαθητές Μπέντζαμιν και Νταγκ, που νοσταλγούν την δεκαετία του ’70, αλλά όλοι τους ζουν στο παρελθόν, αρνούμενοι ή και αδύναμοι, να κοιτάξουν τι βρίσκεται μπροστά τους. Ο αποτραβηγμένος από τα εγκόσμια Μπέντζαμιν, που θρηνεί ακούγοντας το αγαπημένο τραγούδι της μητέρας του “Adieu to old England”, αποτελεί τον συνδετικό κρίκο μεταξύ όλων των τάσεων αλλά και των χαρακτήρων, είναι ένας απόλυτα μπερδεμένος άνθρωπος, που φοβάται να πάρει θέση, ίσως αντιπροσωπευτικός της πλειονότητας των διανοούμενων της χώρας.

Η «Μέση Αγγλία», είναι ένα λαϊκό μυθιστόρημα που διαβάζεται πολύ ευχάριστα και έχει αξιοθαύμαστη ροή, δηλαδή ο αναγνώστης περνάει καλά μαζί του (εδώ εξηγείται και η μεγάλη εμπορικότητά του), καθώς η μαεστρία στην αφήγηση είναι κάτι που χαρακτηρίζει τον Κόου. Μυθοπλαστικά όμως είναι αδύνατο και έχει υπερβολικά πολλές αδιάφορες σελίδες με περιστατικά που συμβαίνουν στους ήρωές τους και δεν προσφέρουν τίποτα στην πλοκή, απογοητεύοντας μας, γιατί πάντα περιμένουμε κάτι παραπάνω από τον δεδομένα έξοχο συγγραφέα. Όπως όμως αναφέρω παραπάνω, το βιβλίο, είναι εντυπωσιακά καλό στην ανάδειξη των κοινωνικών αδιεξόδων και ιδιαίτερα αιχμηρό στις παρατηρήσεις για την πολιτική κατάσταση. Βλέποντάς το ως ουσιαστικά μια ιστορία της σύγχρονης Βρετανικής πραγματικότητας, σε κερδίζει, σε προβληματίζει, σε κάνει να βλέπεις πιο ξεκάθαρα, το τι συμβαίνει στην χώρα, και αξίζει να διαβαστεί κυρίως γι’ αυτό.

Βαθμολογία 78 / 100


 
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 12, 2019
posted by Librofilo at Πέμπτη, Δεκεμβρίου 12, 2019 | Permalink
Ένας άντρας πέφτει ("Σεροτονίνη")

Αυτό πια έχει καταντήσει μονότονο και βλέπω να επαναλαμβάνομαι σε κάθε κείμενο για τον Ουελμπέκ! Όσο με θυμώνει (και πολλές φορές με εξαγριώνει), ο Michel Houellebecq (St. Pierre, Reunion, 1958 ή 1956), αυτός ο τόσο δημοφιλής και προκλητικός Γάλλος συγγραφέας, όταν τον διαβάζω, τόσο με γοητεύει και με ελκύει με την δύναμη των κειμένων του. Αυτό συνέβη και με το νέο του μυθιστόρημα, με τίτλο «ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗ» («Serotonine») – (εκδ. Εστία, μετάφρ. Γ. Καράμπελας, σελ.316), ένα βιβλίο (όχι από τα καλύτερά του) ελεγειακό, με πολύ χιούμορ αλλά και πολλή θλίψη, ένα βιβλίο προβοκατόρικο και κυνικό, φλύαρο και σαγηνευτικό.


Τα τελευταία χρόνια, ο Ουελμπέκ, έχει αναγορευτεί από τα media ως ένα είδος Προφήτη της Λογοτεχνίας. Η Ισλαμική τρομοκρατία στην «Πλατφόρμα» (γραμμένο πριν την 11/9), η πιθανότητα της πολιτικής αλλαγής στην Γαλλία με μια κυβέρνηση Μουσουλμανική στην «Υποταγή», ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε την ίδια ημέρα που έγινε η σφαγή στο περιοδικό «Charlie Hebdo», και τώρα με την «Σεροτονίνη», που στο πιο ενδιαφέρον μέρος της, ασχολείται με την αγανάκτηση των αγροτών ενάντια στην πολιτική της Ε.Ε., και οι περισσότεροι συνέδεσαν με τις διαδηλώσεις των «Κίτρινων Γιλέκων» στην Γαλλία. Το θέμα είναι ότι ο Ουελμπέκ είναι ένας σύγχρονος συγγραφέας, που του αρέσει η πρόκληση, ένας άνθρωπος που θίγει τα προβλήματα της εποχής, πολύ συχνά στον δημόσιο λόγο του με άκομψο τρόπο, άσχετα με το αν διαφωνεί ή συμφωνεί κανείς μαζί του.

Ο Φλοράν-Κλωντ, ο ήρωας του βιβλίου, είναι ένας τυπικός Ουελμπεκικός χαρακτήρας. Άνδρας μεταξύ 40 με 50, μόνος ακόμα κι όταν είναι δεσμευμένος, κυνικός και ρομαντικός ταυτόχρονα (εξάλλου αυτά τα δύο πάνε μαζί), που το σεξ είναι συνέχεια στο μυαλό του, αναπολεί ένα παρελθόν που τα πράγματα ήταν αλλιώς κι αυτός ήταν νέος. Πλέον για να μπορέσει να λειτουργήσει, παίρνει ένα δυνατό αντικαταθλιπτικό, που αυξάνει την σεροτονίνη επιτρέποντας του να διάγει μια «φυσιολογική ζωή» αλλά όπως αναφέρει στις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου με κάποιες παρενέργειες: «…ναυτίες, εξαφάνιση της λίμπιντο, σεξουαλική ανικανότητα. Δεν υπέφερα ποτέ από ναυτίες.»

Το χρονικό πλαίσιο του μυθιστορήματος, είναι κάπου στο κοντινό μέλλον, αλλά ουσιαστικά μιλάει για το σήμερα (τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 2010 και Πρόεδρος είναι ο Μακρόν), και ο ήρωας είναι Γεωργικός Μηχανικός που εργάζεται στο Υπουργείο Γεωργίας. Συζεί με την Γιαπωνέζα Γιούζου, που είναι είκοσι χρόνια μικρότερή του, σε ένα μοντέρνο διαμέρισμα του Παρισιού, και φροντίζει να είναι ένα αντιδραστικό πνεύμα σε κάθε πτυχή της ζωής του. Οδηγεί ντιζελοκίνητο αυτοκίνητο για να ρυπαίνει το περιβάλλον, αρνείται να υπακούσει στον αντικαπνιστικό νόμο, όντας μανιώδης καπνιστής, σιχαίνεται τους πάντες και τα πάντα. Ψάχνοντας μια αφορμή για να απαλλαχθεί από την Γιούζου, που ουσιαστικά δεν την αντέχει, βρίσκει στο κινητό της, σκληρές ερωτικές σκηνές όπου η ίδια πρωταγωνιστεί με πολλούς παρτενέρ. Αποφασίζει να φύγει από το σπίτι, χωρίς καμία προειδοποίηση και πιάνει ένα δωμάτιο, στο μοναδικό ξενοδοχείο που γνωρίζει ότι δέχεται καπνιστές.

«Γνώρισα την ευτυχία, ξέρω τι είναι, μπορώ να μιλήσω γι’ αυτή μετά λόγου γνώσης, και γνωρίζω και το τέλος της, αυτό που επέρχεται συνήθως. Σου λείπει ένα μόνο ον και όλα είναι «ερημιά» όπως έλεγε ο άλλος, και ο όρος «ερημιά» είναι λίγος, ακούγεται κάπως σαν απομίμηση 18ου αιώνα, δεν υπήρχε ακόμα τότε η υγιής εκείνη βία του γεννώμενου ρομαντισμού, η αλήθεια είναι πως σου λείπει ένα μόνο ον και όλα είναι νεκρά, ο κόσμος είναι νεκρός και είσαι κι εσύ νεκρός, ή έχεις μεταμορφωθεί σε ανθρωπάκι από πηλό, και οι άλλοι είναι κι αυτοί ανθρωπάκια από πηλό, απολύτως απρόσβλητα από τη θερμότητα και τον ηλεκτρισμό, τίποτα τότε δεν μπορεί να σε αγγίξει, παρά μόνο οι εσωτερικές οδύνες, απόρροια του διαχωρισμού του αυτόνομου σώματός σου, αλλά δεν είχα φτάσει ακόμα εκεί, το σώμα μου προς το παρόν συμπεριφερόταν αξιοπρεπώς, ήταν απλώς που ήμουν μόνος, κυριολεκτικά μόνος, και δεν αντλούσα καμία ευχαρίστηση απ’ τη μοναξιά μου, ούτε απ’ την ελεύθερη λειτουργία του πνεύματός μου, είχα ανάγκη από αγάπη, και δη αγάπη γενικά αλλά ιδίως είχα ανάγκη ένα μουνί, υπήρχαν πολλά μουνιά, δισεκατομμύρια στην επιφάνεια ενός πλανήτη μικρού ωστόσο, είναι απίστευτο πόσα μουνιά υπάρχουν αν το σκεφτείς, ζαλίζεσαι, νομίζω κάθε άντρας έχει νιώσει αυτό τον ίλιγγο, από την άλλη και τα μουνιά έχουν ανάγκη πούτσους, τέλος πάντων έτσι τουλάχιστον φαντάζονται (ευτυχής πλάνη, στην οποία βασίζεται η ηδονή του άντρα, η διαιώνιση του είδους, ίσως ακόμα και της σοσιαλδημοκρατίας), στη θεωρία το ζήτημα επιδέχεται λύση αλλά στην πράξη όχι πια, και να πως πεθαίνει ένας πολιτισμός, χωρίς φασαρίες, χωρίς κινδύνους ούτε δράματα και με πολύ λίγη αιματοχυσία, ένας πολιτισμός πεθαίνει απλώς από κόπωση, επειδή μπούχτισε με τον εαυτό του, τι μπορούσε να μου προτείνει η σοσιαλδημοκρατία προφανώς τίποτα, μόνο μια διαιώνιση της έλλειψης, ένα κάλεσμα στη λήθη.»


Ο Φλοράν ουσιαστικά εξαφανίζεται, καθώς παραιτείται κι από τη δουλειά του, κλείνει τους λογαριασμούς του στις τράπεζες, αποφασισμένος να ζήσει απομυζώντας την (μεγάλη) πατρική κληρονομιά. Ζώντας μια μοναχική ζωή και αποφεύγοντας τις συναναστροφές, θυμάται τις δύο μεγαλύτερες σχέσεις που είχε, οι οποίες τον στοιχειώνουν. Οι αναμνήσεις τον φέρνουν σε κατάθλιψη, το αδιέξοδο είναι μεγάλο και αυτοκτονικές σκέψεις τον κυριεύουν - στοιχείο που βρίσκουμε σχεδόν σε κάθε μυθιστόρημα του Ουελμπέκ. Μετά από συμβουλή του γιατρού του, αποφασίζει να περάσει τα Χριστούγεννα μακριά από το Παρίσι και επισκέπτεται έναν παλιό συμφοιτητή του, γόνο αριστοκρατικής οικογένειας, τον Αιμερίκ, που ζει μόνος στον οικογενειακό πύργο, καθώς η σύζυγός του, τον άφησε για έναν πιανίστα μετά από μια μεγάλη επένδυση που είχαν κάνει, χτίζοντας με επιχορήγηση, εξοχικές κατοικίες κοντά στην ακτή προς ενοικίαση. Ο Φλοράν βρίσκει τον φίλο του σε άθλια ψυχολογική κατάσταση (χειρότερη κι από εκείνον), να πνίγει τον πόνο του πίνοντας ακατάπαυστα. Ο Αιμερίκ είναι ένας άνθρωπος που η φορολογία τον έχει γονατίσει, ενώ η αγροκτηνοτροφική μονάδα του, όπως και οι υπόλοιπες της περιοχής, βρίσκεται στα πρόθυρα καταστροφής, ασφυκτιώντας υπό τους νόμους της Ε.Ε. και τον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Με τους υπόλοιπους κτηνοτρόφους της περιοχής, θα αντιδράσουν δυναμικά και οι συνέπειες θα είναι τραγικές.

Η πτώση ενός άνδρα είναι συνήθως θορυβώδης· στο μυθιστόρημα του Ουελμπέκ αποδίδεται με τρόπο ελεγειακό και καταθλιπτικό. Μέσα από σκηνές κυνικές και άκρως σεξιστικές, με πεολιχείες σε ανθρώπους και σκύλους, παρτούζες, σχόλια για την εργατικότητα στη δουλειά και στο σεξ των γυναικών της Ανατολικής Ευρώπης, πολιτικά και κοινωνικά σχόλια για ανθρώπους, χώρες (ορισμένα ιδιαίτερα εμπνευσμένα, όπως αυτό για τον ρόλο της Ολλανδίας), ο ήρωας του βιβλίου ζει στο παρελθόν, αρνούμενος να προσαρμοστεί στην σημερινή πραγματικότητα. Ότι υπάρχει γύρω του, στον σύγχρονο κόσμο, είναι καταδικαστέο, εκτός από την θηριώδη ντιζελοκίνητη Μερσεντές του, την καλωδιακή τηλεόραση, και τα γκουρμέ φαγητά.

«Στο παρελθόν πρώτα χώνεσαι, αρχίζεις να χώνεσαι και μετά είναι σαν να βουλιάζεις, και τίποτα τότε δεν μπορεί να βάλει τέλος σ’ αυτό το βούλιαγμα.»


Το μυθιστόρημα που πλατιάζει επικίνδυνα σε πολλά σημεία, και δείχνει τελείως αδιέξοδο, βρίσκει τον ρυθμό του, μετά την άφιξη του ήρωα στον πύργο του Αιμερίκ, στον Γαλλικό Βορρά με την ανεργία και την οικονομική δυσπραγία των κτηνοτρόφων και τις αντιδράσεις που μπορεί να μην έχουν άμεση σχέση με τα "κίτρινα γιλέκα" παραπέμπουν όμως στις τόσες διαμαρτυρίες και απεργίες που κατακλύζουν την επικαιρότητα και απασχολούν την Γαλλική διανόηση με ωραίες κινηματογραφικές ταινίες ("Σε πόλεμο", "Ο νόμος τηςαγοράς" και άλλες). Ο Ουελμπέκ, που πριν από ένα χρόνο με άρθρο του στον Αμερικανικό τύπο εγκωμίασε την πολιτική Τραμπ (παρότι δεν δίστασε να τον χαρακτηρίσει κλόουν), στρέφει τα βέλη του κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των νόμων της, προς ένα μέλλον που δεν προμηνύει τίποτα αισιόδοξο.

Με τον μακροπερίοδο λόγο του, ο συγγραφέας σαγηνεύει τον αναγνώστη ακόμα κι όταν τον εξοργίζει. Λιγότερο οξύ από τα προηγούμενα μυθιστορήματά του, η "Σεροτονίνη", είναι ένα βιβλίο που κυριαρχεί η αφηγηματική δεινότητα του Ουελμπέκ και η πάντα ενδιαφέρουσα (συμφωνείς ή διαφωνείς) ματιά του, στη σύγχρονη πραγματικότητα. Ενοχλητικός και προκλητικός - τις περισσότερες φορές χάριν εντυπωσιασμού, δεν διστάζει να θίξει "δυσάρεστα" θέματα.
Εντυπωσιάζει όμως η άκρατη τρυφερότητα που βγαίνει σε πολλές σελίδες (κυρίως στην ανάμνηση του μεγάλου του έρωτα Καμίγ θυμίζοντας μεγάλους Γάλλους συγγραφείς του 19ου αιώνα) που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την κυνικότητα που γενικότερα χαρακτηρίζει το έργο του, ενώ η ικανότητά του στην περιγραφή της πορείας του μοναχικού και μισάνθρωπου ήρωά του προς την κάθοδο είναι εκπληκτική και έξοχα ψυχογραφημένη που μέσα στην κυνικότητά της, περισσότερο συγκινεί, παρά προκαλεί, και σίγουρα δίνει (μεγάλη) τροφή για σκέψη.

Βαθμολογία 80 / 100