Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2026
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2026 | Permalink
5 μυθιστορήματα

 

5 ωραία μυθιστορήματα, για τα οποία έγραψα στην προσωπική μου σελίδα στο FB τους τελευταίους μήνες. Είναι το "I LOVE DICK" της Αμερικανίδας Chris Kraus (το πιο αδύναμο απ' ολα), το αριστουργηματικό "ΕΓΩ" του Peter Flamm (το καλύτερο απ' όλα), το υπέροχο "ΑΜΝΟΙ ΚΑΙ ΛΕΟΝΤΕΣ" του Γ. Μόσχου (πραγματική έκπληξη!), το εξαιρετικό "ΥΠΟΘΕΣΗ ΣΠΑΡΣΟΛΤ" του πολύ καλού Βρετανού Allan Hollinghurst, και το θαυμάσιο "ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ" της Παλαιστίνιας Ibtisam Azem.

Τι ακριβώς είναι το «I LOVE DICK», το (κάτι σαν) μυθιστόρημα της Αμερικανίδας Chris Kraus (εκδ. Αλεξάνδρεια, μετάφρ. Μ.Φακίνου, σελ. 341); Πάνε μερικές μέρες που έχω ολοκληρώσει την (κάποιες φορές βασανιστική) ανάγνωσή του και ακόμα δεν έχω καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα.

Το βιβλίο είναι τυπικά, ένα «επιστολικό μυθιστόρημα», αλλά διαφέρει ριζικά από τις «Επικίνδυνες σχέσεις» του Λακλός που μάλλον αποτέλεσε το πρότυπό του. Χωρισμένο σε δύο μέρη που έχουν ως τίτλο «Σκηνές από ένα γάμο» και «Κάθε γράμμα είναι ένα ερωτικό γράμμα», το βιβλίο ξεκινάει στο Λος Άντζελες, με τη «μοιραία βραδιά» της γνωριμίας της κινηματογραφίστριας πειραματικών ταινιών 39χρονης Κρις και του 56άχρονου Γάλλου συζύγου της Σιλβέρ, που είναι καθηγητής πανεπιστημίου στη Νέα Υόρκη, με τον Ντικ, έναν Άγγλο κριτικό που έχει μετοικήσει στο Λος Άντζελες για να διδάξει εκεί.
Οι τρεις τους θα συναντηθούν για ένα δείπνο, βασικά λόγω του επαγγελματικού ενδιαφέροντος του Ντικ για τον Σιλβέρ. Μετά το φαγητό, θα οδηγήσουν μέχρι το σπίτι του Ντικ και λόγω της κακοκαιρίας, το ζευγάρι θα κοιμηθεί εκεί. Καθ’ όλη τη διάρκεια της βραδιάς, η Κρις θεωρεί ότι υπάρχει έντονο φλερτ από τη μεριά του Ντικ, το περιγράφει δε το επόμενο πρωί στον σύζυγό της, ως «εννοιολογικό γαμήσι». Η Κρις και ο Σιλβέρ φεύγουν και για μέρες δεν σκέφτονται τίποτε άλλο παρά τον Ντικ. Η Κρις φαντάζεται τον εαυτό της ως σύγχρονη Έμμα Μποβαρύ κι όλα σβήνουν από μπροστά τους και συζητάνε μόνο γι’ αυτόν. Έτσι λοιπόν, αρχίζουν να γράφουν ανεπίδοτες ερωτικές (από τη μεριά της Κρις) επιστολές στον (τελείως αδιάφορο και εξαφανισμένο από τα τηλέφωνα) Ντικ. Επιστολές που τις διαβάζουν μεταξύ τους και αυτό συντελεί στην αναζωπύρωση της τελματωμένης σχέσης τους. Κάποια στιγμή συνειδητοποιούν ότι ο όγκος των επιστολών είναι πάνω από 80 σελίδες και η Κρις αποφασίζει να τις στείλει στον Ντικ – που συνεχίζει να μη βγαίνει στο τηλέφωνο, παρά μόνο έχει σποραδικές συνομιλίες επαγγελματικού ενδιαφέροντος με τον Σιλβέρ. Οι επιστολές παραδίδονται αλλά απόκριση καμία!
«Ιδού η συνταγή: τα έφτιαξα με τον Σιλβέρ επειδή είδα πως θα μπορούσα να τον βοηθήσω να βάλει σε μια τάξη τη ζωή του. Νιώθω έλξη για σένα επειδή βλέπω πώς μπορείς να με βοηθήσεις να διαλύσω τη δική μου…»
Η Κρις συνεχίζει να γράφει γράμματα στον Ντικ, εκθέτοντας διαρκώς τον εαυτό της σε μια κατάσταση εξευτελισμού, αλλά το βιβλίο στο δεύτερο μέρος του ξεφεύγει από αυτό το πλαίσιο και περιγράφει τη ζωή της Κρις με και χωρίς τον Σιλβέρ, το σπίτι τους σε μια επαρχία της πολιτείας της Νέας Υόρκης, ενώ διαβάζουμε και για εκθέσεις Τέχνης, την πολιτική κατάσταση στη Νικαράγουα, δείπνα με «αξιοσημείωτους ανθρώπους» και την συνεχή «δυσαρέσκεια» της Κρις, για το ότι αποτελούσε απλά συνοδεία του διακεκριμένου και αναγνωρισμένου συζύγου της.
Το «I LOVE DICK» με τον προκλητικό του τίτλο, αποτελεί μια κραυγή απόγνωσης για τη θέση μιας διανοούμενης γυναίκας σε έναν αντρικό κόσμο, για την «ανδρική εξουσία», για τη δυσκολία να πάρουν σοβαρά τα αισθήματά της, τις νευρώσεις της σχέσης – διότι το πιο ενδιαφέρον μέρος του βιβλίου, είναι η σχέση μεταξύ Σιλβέρ και Κρις. Εκεί που χάνει τον αναγνώστη, το μυθιστόρημα, τον αφήνει ενεό με ένα ευφυέστατο και συγκλονιστικό φινάλε.
Το βιβλίο είναι ένα γεμάτο ειρωνεία και ναρκισσισμό autofiction ιδεών και ταυτόχρονα μια αφοπλιστική εξομολόγηση, με αυτό το «ζευγάρι παλιάτσων» (όπως γράφει ένας κριτικός λογοτεχνίας). Κάποιες φορές απολαυστικό, κάποιες φορές θες να το πετάξεις μακριά, αλλά αυτά τα συναισθήματα που σου προκαλεί, το κάνουν άκρως ενδιαφέρον και ιντριγκαδόρικο.
«Εν συντομία» #8


Στο πρωτόλειο έργο του Peter Flamm, που εκδόθηκε το 1926 στη Γερμανία, με τίτλο «ΕΓΩ;» («ICH?»), αποκαλύπτοντας έναν συγγραφέα στιβαρό και με ιδιαίτερο προσωπικό ύφος, ήρωας είναι ένας άνδρας που εμφανίζεται στην οικογένειά του, μετά το τέλος του Α Παγκόσμιου πολέμου. Το δίλημμα τίθεται αμέσως! Ποιος είναι όμως αυτός ο άντρας; Είναι ο ευκατάστατος μεγαλοαστός χειρουργός Χανς Στερν ή ο ταπεινός φούρναρης Βίλχελμ Μπέτουχ;
Το βιβλίο που εκδόθηκε στη χρονιά που φεύγει από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε εξαιρετική μετάφραση της Μαρίας Μαντή, ξεκινάει με μια πρόταση που μπορεί να σημαίνει πολλά, ενδέχεται όμως να οδηγεί σε λανθασμένες εντυπώσεις: «Όχι εγώ, κύριοι δικαστές, ένας νεκρός είναι αυτός που σας μιλάει με το στόμα μου.» Άρα εδώ, έχουμε μια δίκη και ο κατηγορούμενος προσπαθεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του.
Εμπνεόμενος από την (αληθινή και καταγεγραμμένη σε νομικά έγγραφα της εποχής) ιστορία του αγρότη Μαρτέν Γκιέρ από τον 16ο αιώνα (από την οποία εμπνεύστηκε και η ταινία «Sommersby» πριν από μερικές δεκαετίες), ο Φλαμ ξετυλίγει μια ιστορία αινιγματική, στην οποία δεν υπάρχει ασφαλής κατάληξη για τον αναγνώστη.
Ο άνδρας που θεωρείται ότι είναι ο γιατρός Στερν, πιστεύει ο ίδιος ότι είναι ο φούρναρης Μπέτουχ και έχει καπηλευθεί το όνομα, την ταυτότητα του νεκρού Στερν. Επιστρέφει σπίτι, όλοι τον υποδέχονται συγκινημένοι, μόνο ο σκύλος του δεν τον αναγνωρίζει ως άλλος Άργος από την Οδύσσεια. Ο Χανς φέρεται και κινείται παράξενα, αλλά επιστρέφει στην εργασία του, την οποία διεκπεραιώνει κανονικά, ενώ ακόμα και η ερωμένη του θα του προτείνει να ξαναζήσουν ρομαντικές στιγμές. Ο Χανς όμως συνεχίζει να θεωρεί ότι είναι ένας άλλος, που καπηλεύεται την ταυτότητα του γιατρού.
Το ερώτημα αιωρείται από την πρώτη σελίδα. Ποιος αφηγείται; Ένας νεκρός που θεωρεί ότι είναι ακόμα ζωντανός ή ένας ζωντανός που έχει κλέψει την ταυτότητα ενός νεκρού; Πως μπορεί και ασκεί την Ιατρική, αλλά και γιατί η αδερφή του φούρναρη, τον αναγνωρίζει ως τον χαμένο αδερφό της; Μήπως πρόκειται για τον επιθανάτιο ρόγχο ενός ετοιμοθάνατου ανθρώπου; Μήπως ο Στερν πεθαίνοντας στο μέτωπο την τελευταία μέρα του πολέμου (σαν άλλος ήρωας του Ρεμάρκ) πεθαίνοντας, βλέπει ένα τελευταίο όνειρο;
Η κοινωνική κατάσταση στην ηττημένη χώρα περιγράφεται με σχολιαστικό ύφος, το δε μυθιστόρημα διακρίνεται από μια υπερβολή στα πρόσωπα και στις καταστάσεις χαρακτηριστικό του εξπρεσιονιστικού κινήματος που άνθισε στον μεσοπόλεμο κυρίως στον κινηματογράφο, από την τεχνική του οποίου δείχνει έντονα επηρεασμένος ο συγγραφέας με έντονη χρήση του μοντάζ στις εναλλαγές των σκηνών. Το μοντερνιστικό και με χρήση εσωτερικού μονολόγου μυθιστόρημα βέβαια, είναι ουσιαστικά μια αναζήτηση ταυτότητας, εαυτού με το διαρκές ερώτημα να αιωρείται: «Ποιος είμαι;».
Το «ΕΓΩ;», είναι ένα σύντομο, ρέον, πολύ ουσιώδες και γεμάτο δυναμισμό μυθιστόρημα, που μας συστήνει έναν άγνωστο στην ελληνική αγορά δημιουργό, ο οποίος με την άνοδο του Ναζισμού διέφυγε στην Αμερική όπου έκανε επιτυχημένη καριέρα ως Ψυχίατρος.
«Εν συντομία» #9


Μια από τις λογοτεχνικές εκπλήξεις της χρονιάς που έφυγε, έκανε ο (γνωστός ως συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας) Γιάννης Μόσχος (Μαγνησία,1982), με το (κάτι σαν) ελληνικό γουέστερν μυθιστόρημά του «ΑΜΝΟΙ ΚΑΙ ΛΕΟΝΤΕΣ» εκδόσεις Τόπος, σελ.285), ένα στιβαρό και απολαυστικό βιβλίο, που περιγράφει, μια περιπετειώδη ιστορία καταδίωξης και μια συγκινητική ιστορία ξεριζωμού – δυο φαινομενικά αταίριαστες καταστάσεις που όμως αριστοτεχνικά ενώνονται στη διάρκεια του μυθιστορήματος.
Ο Μόσχος στήνει την πλοκή του, στην ελληνική επαρχία του 1925 και κατά τη διάρκεια της βραχύβιας Δικτατορίας του Πάγκαλου. Εποχή αστυνομοκρατίας, αναδιαμόρφωσης του κράτους, που προσπαθεί (και το επιτυγχάνει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) να πατάξει την «ληστοκρατία» (δηλαδή την παρανομία με την ύπαρξη συμμοριών) στην επαρχία και κυρίως στις ορεινές περιοχές της χώρας. Ο διαβόητος Γιαγκούλας έχει εκτελεστεί, τα μηνύματα πλέον της «μηδενικής ανοχής» είναι σαφή και παλαιοί αδερφικοί φίλοι από όλες της πλευρές, δεν διστάζουν να καταδώσουν για να σωθούν.
Από τη μια λοιπόν έχουμε, μια συμμορία ληστών (που έρχεται από το βαρύ παρελθόν του 19ου αιώνα), στα απάτητα μέρη των Αγράφων, η οποία προσπαθεί να διαφύγει την εξολόθρευση (γιατί η σύλληψη συνεπάγεται εκτέλεση και περιφορά της κεφαλής σε κάποια πλατεία), από τα ειδικά Τάγματα που έχει συγκροτήσει η Χωροφυλακή και περιέχουν «μετανοημένους» Ληστές, πρώην ποινικούς και κάποιους χωροφύλακες. Στην καταδίωξη και οι δύο πλευρές πλιατσικολογούν και θερίζουν ότι βρεθεί στο δρόμο τους, σε μια απέλπιδα προσπάθεια επιβίωσης.
Από την άλλη έχουμε, τον πρόωρο εξοβελισμό ενός σαρακατσάνικου τσελιγκάτου από την γη που νοίκιαζε τους θερινούς μήνες, καθώς οι μικροϊδιοκτήτες (που προέκυψαν μετά την αναδιανομή της γης, στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα), θεωρούν ότι δεν τους συνέφερε πλέον η παραχώρηση γης σε ενοικιαστές. Οι οικογένειες των σαρακατσάνων αρχίζουν λοιπόν την πορεία τους προς τον κάμπο για να ξεχειμωνιάσουν, διωγμένοι (και οικονομικά εξαπατημένοι) από τους παλιούς τους συνεργάτες, χωρίς να ξέρουν τις τους περιμένει.
Συμμορίτες και τσέλιγκες, θα συναντηθούν ως απόβλητοι και ανεπιθύμητοι πλέον, θεωρούμενοι είτε ως επικίνδυνοι, είτε ως περιθωριακοί υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουν την κατάχρηση εξουσίας και την καχυποψία όλων.
Ο Μόσχος έγραψε ένα ιδιαίτερα βίαιο και σκληρό μυθιστόρημα, αφομοιώνοντας με τον καλύτερο τρόπο, κινηματογραφικές τεχνικές, όπου ο ρυθμός είναι καταιγιστικός, οι εικόνες μοναδικές, η αναπαράσταση της εποχής ζωντανή, ενώ είναι εμφανής η επιρροή των τεχνικών του McCarthy, είτε ως προς την περιγραφή των βίαιων σκηνών, είτε της ψυχολογικής αποτύπωσης των ηρώων του πολυπρόσωπου αυτού μυθιστορήματος. Το «ΑΜΝΟΙ ΚΑΙ ΛΕΟΝΤΕΣ», δεν είναι απλά ένα περιπετειώδες μυθιστόρημα, έχει ευδιάκριτο κοινωνικοπολιτικό σχόλιο, είναι φτιαγμένο με τα συστατικά ενός καθηλωτικού θρίλερ καταδίωξης, ενώ ταυτόχρονα είναι ένα απολαuστικότατο page-turner, που η καταιγιστική του δράση, δεν σ’ αφήνει να ηρεμήσεις στιγμή, διαβάζοντας το.
«Εν συντομία» #10


Το πρόσφατα εκδοθέν μυθιστόρημα «ΥΠΟΘΕΣΗ ΣΠΑΡΣΟΛΤ» («The Sparsholt affair») – (εκδόσεις Καστανιώτημετάφρ. Ορφέας Απέργης, σελ. 573) του πολυβραβευμένου Βρετανού συγγραφέα Alan Hollinghurst, δεν αποτελεί κάποια τομή στην εξαίρετη λογοτεχνική του πορεία, αλλά είναι ένα ωραίο, στυλάτο (στο γνώριμο ύφος του συγγραφέα) μυθιστόρημα.
Ο γεννημένος το 1954 συγγραφέας, δεν ξεφεύγει από το είδος της «Queer λογοτεχνίας», με την «ΥΠΟΘΕΣΗ ΣΠΑΡΣΟΛΤ». Στο μυθιστόρημά του καταγράφεται η πορεία της ζωής των ομοφυλόφιλων ανδρών από τα μέσα του 20ου αιώνα, έως τις αρχές του 21ου. Ο Χόλινγκχερστ συνθέτει με ηρεμία και υπομονή την πλοκή του βιβλίου γύρω από μια ιδιαίτερη και μάλλον «θολή» υπόθεση, χρησιμοποιώντας πολλούς χαρακτήρες μέσα στην πορεία των 70 ετών που είναι ο αφηγηματικός χρόνος της ιστορίας που περιγράφει.
Το βιβλίο χωρίζεται σε πέντε χαλαρά συνδεδεμένα μεταξύ τους μέρη, όπου το καθένα εκτυλίσσεται σε διαφορετικές περιόδους. Από την αρχή του Β παγκόσμιου πολέμου στη φοιτητική Οξφόρδη, στη δεκαετία του ’60 και την οικονομική άνοδο, στο swinging London των δεκαετιών 70’s και 80’s, στις δεκαετίες ’90 και 2000, με την ξέφρενη και άκρατη σεξουαλική ελευθερία, στην επέλαση του χρόνου με τους θανάτους κάποιων από τους χαρακτήρες. Διατρέχοντας την περίοδο αυτή, στο μυθιστόρημα περιγράφεται η πορεία της αποποινικοποίησης της ομοφυλοφιλίας στη Μεγάλη Βρετανία, οι αλλαγές στη γλώσσα, στην αποδοχή και στην κουλτούρα. Βέβαια το τελικό συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι η δυσκολία στις σχέσεις παραμένει παρά την μεγαλύτερη ελευθερία και ευκολία στην εύρεση συντρόφου και το άγχος για τα μοναχικά γηρατειά γίνεται βραχνάς.
Το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται ο τίτλος, είναι ο Ντέιβιντ Σπάρσολτ, ένας νεαρός άνδρας που εμφανίζεται τυχαία στην Οξφόρδη, ταράσσοντας με την ομορφιά του, τους πάντες και κυρίως μια παρέα αριστοκρατών νεαρών που σπουδάζουν εκεί. Στα χρόνια που περνάνε ο προαναφερόμενος, θα πάει στον πόλεμο, θα τιμηθεί και θα εξαργυρώσει τον βαθμό του, ασχολούμενος με επιχειρήσεις. Θα απασχολήσει την κοινή γνώμη της χώρας, με αφορμή ένα πολιτικοκοινωνικό και ερωτικό σκάνδαλο στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Η ιστορία αυτή, που οι λεπτομέρειές της, δεν αποκαλύπτονται στον αναγνώστη, θα παραμείνει ως «μύθος», στιγματίζοντας όμως την οικογένειά του και κυρίως τον γιο του Τζόνι, που είναι ο άτυπος πρωταγωνιστής της πλοκής του βιβλίου. Ο Τζόνι είναι ένας πολύ εμφανίσιμος νεαρός που ερχόμενος στο Λονδίνο να σπουδάσει, εντάσσεται στα καλλιτεχνικά κυκλώματα της πόλης και κυρίως στις παρέες των ανδρών που με τον ένα ή τον άλλον τρόπο είχαν γνωρίσει τον πατέρα του, κάποτε στην Οξφόρδη. Ο Τζόνι αναζητά την ταυτότητά του, σεξουαλική και κοινωνική, εμπλεκόμενος με άτομα μιας ανώτερης τάξης από αυτή που είναι και που στην πορεία της ιστορίας, αποδεικνύεται βασικό στοιχείο της, καθώς τα σύνορα είναι ευδιάκριτα και δύσκολα σπάνε.
Η αφήγηση εξελίσσεται μέσα από σιωπές, φήμες και συμπεράσματα μέσα από συμφραζόμενα, ενώ η ιστορία γύρω από την περίφημη «υπόθεση Σπάρσολτ» παραμένει αινιγματική και ομιχλώδης, αλλά αναφέρεται ως ένας διαρκής κίνδυνος διατάραξης της καθεστηκυίας τάξης. Ο Χόλινγκχερστ αποφεύγει τις κορυφώσεις στην πλοκή του βιβλίου, σε σημείο να κουράζει κάποιους αναγνώστες. Το σεξ για τον συγγραφέα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το κοινωνικό και οικονομικό στάτους, την τάξη που ανήκεις, την εκφορά του λόγου. Τονίζεται ότι η ανώτερη τάξη μπορεί να απορροφήσει ευκολότερα την κοινωνική κατακραυγή, η οποία σε «χαμηλότερες τάξεις» μπορεί να επιφέρει δραματικές εξελίξεις. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου, είναι η ενδελεχής παρατήρηση του συγγραφέα πάνω στην ανδρική ομορφιά, όπως και στα ερωτικά χαρακτηριστικά του ατόμου/προσώπου προς παρατήρηση, δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως ο Τζόνι γίνεται διάσημος πορτρετίστας χάρη στην ικανότητά του αυτή.
Η «Υπόθεση Σπάρσολτ» με τον διφορούμενο τίτλο (η λέξη «affair» δεν μεταφράζεται μόνο ως «Υπόθεση» αλλά και ως «Σχέση»), είναι ένα μυθιστόρημα εκλεπτυσμένου ύφους που θυμίζει Henry James, η ειρωνεία είναι διάχυτη, οι λεπτομέρειες σε κάθε συναίσθημα, σε κάθε κίνηση σχεδόν εξαντλητικές. Όλα αυτά με ένα στυλ αποστασιοποιημένο και με κάποια ψυχρότητα στις περιγραφές αποφεύγοντας τις δραματοποιήσεις και τις υπερβολές. Είναι ένα μυθιστόρημα για την μνήμη, την μυστικοπάθεια, την επιθυμία, τις καταπιεσμένες ορμές, τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις στις Βρετανικές ανώτερες τάξεις, την υποκρισία της Βρετανικής κοινωνίας, την αναζήτηση ομορφιάς αλλά και κυρίως την αναζήτηση ταυτότητας (κάθε είδους).
«Εν συντομία» #11



Το μυθιστόρημα της Παλαιστίνιας (που ζει στη Ν.Υόρκη) συγγραφέως Ibtisam Azem (Taybeh, 1985), με τίτλο “ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ” (εκδόσεις Gutenberg, μετάφρ. Πέρσα Κουμούτση), είναι ένα κείμενο πολιτικό και αλληγορικό-συμβολικό που μιλάει για την απουσία, τη μνήμη, την ταυτότητα.
Στο βιβλίο της Αζέμ, ουσιαστικά η προσπάθεια κριτικής αποτίμησης αρχίζει και τελειώνει με την εξιστόρηση των “what if…” γεγονότων που περιγράφει. Τι θα γινόταν αν, μια ωραία πρωία, οι Παλαιστίνιοι που ζουν στο Ισραήλ εξαφανίζονταν, χωρίς να καταλάβει κανείς, πως και τι. Από τη μια στιγμή στην άλλη, χάνεται κάθε ίχνος της παρουσίας τους. Το μόνο που μένει, είναι οι αναμνήσεις των ανθρώπων (Ισραηλινών εν προκειμένω), που τους έχουν γνωρίσει η συναναστραφεί με τον ένα ή τον άλλον τρόπο.
Ήρωες του μυθιστορήματος είναι ο Ισραηλινός δημοσιογράφος Άριελ και ο γείτονάς του στην πολυκατοικία του Τελ Αβίβ, ο Παλαιστίνιος Αλάα. Οι αφηγήσεις των δύο αντρών, η φιλία που εξελίσσεται σε σημείο που ο ένας να έχει κλειδιά του διαμερίσματος του άλλου περιγράφονται, μέχρι τη στιγμή που ο Άριελ θα συνειδητοποιήσει ότι ο φίλος του εξαφανίστηκε αλλά τα αντικείμενα του διαμερίσματός του παραμένουν ανέγγιχτα. Εκεί μέσα βρίσκει ένα σημειωματάριο, όπου περιέχονται οι μνήμες του Αλάα, από την γιαγιά του, την “Τάτα”, επιζήσασα της ήττας του ‘48 (που οι Παλαιστίνιοι περιγράφουν ως “Νάκμπα”=σφαγή).
Ο Άριελ μέσα από τις αφηγήσεις του Αλάα στο σημειωματάριο ανακαλύπτει έναν άνθρωπο λυρικό και συναισθηματικό αλλά και διχασμένο ανάμεσα στην προσαρμογή στην καθημερινότητα και στη συλλογική μνήμη. Οι καταγραφές του αφορούν συναισθήματα και καταστάσεις που δεν θα μπορούσε να συζητήσει ακόμα και με τον “προοδευτικότερο” Εβραίο (όπως θεωρούσε τον Άριελ - είναι όμως τόσο “ανοιχτός” ο τελευταίος;). Οι μυρωδιές της παλιάς Γιάφας (σημερινό Τελ Αβίβ), οι μνήμες και οι περιγραφές της τραγωδίας του ‘48, οι ονομασίες των οδών και των τόπων που άλλαξαν, οι μυρωδιές όπως τις μετέφερε η γιαγιά του.
Ο Άριελ νιώθει αμήχανα με όλα αυτά που διαβάζει, μπερδεύεται και οδηγείται σε βαθύτερες σκέψεις, νιώθει άβολα, αλλά μέσα από αυτή την ανάγνωση αντιλαμβανόμαστε ότι οι αντιστάσεις μέσα του είναι δυνατότερες απ’ ότι πιστεύει.
Μπορεί να αφήνει πολλά ερωτήματα που προκύπτουν από την ανάγνωση αναπάντητα, αλλά η Αζέμ, μέσα από ένα βιβλίο, άκρως αλληγορικό, συναισθηματικό και άμεσο, αφήνει στον αναγνώστη της να στοχάζεται με καίριες απορίες. όπως: Εξαφανίζεται η μνήμη; Εξαφανίζεται/Διαγράφεται η ταυτότητα; Πόσο έτοιμοι είμαστε να δεχτούμε μια διαφορετική άποψη;
Η κατάληψη του διαμερίσματος του Αλάα, από τον Άριελ και η απόφαση του, για την αλλαγή της κλειδαριάς με την οποία κλείνει το υπέροχο αυτό μυθιστόρημα, πράξη που στο μυαλό του έρχεται σχεδόν “φυσιολογικά”, δείχνει την πορεία των πραγμάτων.
«Εν συντομία» #12


 
Τετάρτη, Οκτωβρίου 29, 2025
posted by Librofilo at Τετάρτη, Οκτωβρίου 29, 2025 | Permalink
3 διαφορετικά λογοτεχνικά έργα ("Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ", "ΕΠΙΚΗΔΕΙΑ ΠΡΟΙΚΑ", "ΤΑ ΠΕΡΣΙΝΑ ΧΙΟΝΙΑ")


Τρία λογοτεχνικά έργα, που ανήκουν σε διαφορετικά είδη, θα βρείτε παρακάτω. Βιβλία για τα οποία έγραψα τα σύντομα κείμενα στο προφίλ μου στο FB. Πρόκειται για το θαυμάσιο «Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ» του (πάντα) εξαιρετικού Mathias Enard, την απρόσμενα καλή και ευφυέστατη συλλογή διηγημάτων του Fernando Iwasaki, με τίτλο «ΕΠΙΚΗΔΕΙΑ ΠΡΟΙΚΑ», και το αριστουργηματικό «ΤΑ ΠΕΡΣΙΝΑ ΧΙΟΝΙΑ» του σπουδαίου Φον Ρετσόρι.


Το έχω γράψει και στο παρελθόν, τότε με την αλησμόνητη «ΠΥΞΙΔΑ», ο Γάλλος συγγραφέας, Mathias Enard (Νιορ, 1972), είναι σπουδαίος στυλίστας. Τα βιβλία του σε παρασύρουν με τον ρυθμό και την κίνησή τους, με την αφηγηματική δεινότητα και τον λυρισμό που εισβάλλει ακόμα και μέσα στην ρεαλιστικότερη των καταστάσεων. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με το έξοχο μυθιστόρημα «Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ» («Deserter») – (εκδ. Στερέωμα, μετάφρ. Χ. Σκιαδέλλη, σελ.262), που η ιδιομορφία του (διότι τίποτα στον Enard δεν είναι συνηθισμένο) συνιστάται, στο γεγονός ότι είναι ουσιαστικά δυο ιστορίες που (φαινομενικά) δεν συναντιούνται, κυριολεκτικά διακόπτουν το ένα το άλλο, εκτυλισσόμενα σε διαφορετικές περιόδους.


Από τη μια έχουμε την ιστορία ενός συμποσίου σε ένα ποταμόπλοιο, που αποτίνει φόρο τιμής σε έναν ιδιοφυή κομμουνιστή καθηγητή από την πρώην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, τον Πολ Χάιντεμπερ, που έμεινε πιστός στην επιλογή του να παραμείνει στο Ανατολικό Βερολίνο και μετά την κατάρρευση του Τείχους. Η κόρη του Ιρίνα θυμάται το συμπόσιο που είχε γίνει στις αρχές του 21ου αιώνα, την ξαφνική διακοπή του αλλά και την προσωπικότητα της μητέρας της, της Μάγια Σάρνχορστ, που παρέμεινε στο Δυτικό Βερολίνο, αέναα ερωτευμένη με τον Πολ και την Ιρίνα να πηγαινοέρχεται μεταξύ των δυο τους. Από την άλλη έχουμε την ιστορία ενός ανώνυμου στρατιώτη σε κάποιο βουνό μιας Μεσογειακής χώρας. Ο στρατιώτης έχει λιποτακτήσει και προσπαθεί να περάσει τα σύνορα για να σωθεί. Το παρελθόν του τον καταδιώκει και η συνάντηση με μια γυναίκα που δείχνει να τον γνωρίζει, κάνει πιο πολύπλοκη την κατάσταση.

Μυθιστόρημα υπαινικτικό, γεμάτο σιωπές, με έναν καθηλωτικό και υποβλητικό ρυθμό, που εγείρει και προκαλεί διαρκώς ερωτήσεις με τις αντιθέσεις που παραθέτει. Οι δυο Γερμανίες, ο εμμονικός ιδεολόγος που θυσιάζει την οικογενειακή και προσωπική του ευτυχία, η «συμβιβασμένη» και δυναμική σύζυγος και η ανάμεσά τους, η κόρη που προσπαθεί να ωριμάσει μέσα από αυτό το σχίσμα. Ο λιποτάκτης και η γυναίκα που προσπαθεί να διαφύγει από τη μοίρα της, δυο μορφές της εποχής μας, που αντιπροσωπεύουν αυτά που γίνονται σήμερα στον κόσμο.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται κατά τον Enard (και δεν έχει άδικο).Υπέροχη αφήγηση, σε ένα έξοχο μυθιστόρημα που μπορεί να αφήνει μετέωρο τον αναγνώστη στο τέλος, καθώς παρατηρείται μια διστακτικότητα του συγγραφέα να ολοκληρώσει τις δύο ιστορίες, αλλά η αίσθηση της αναγνωστικής απόλαυσης υπερισχύει.

«Εν συντομία» #5
 
Οι μικροϊστορίες που απαρτίζουν το κομψό τομίδιο είναι γύρω στις 100, σχεδόν όλες εκτείνονται μέχρι τη μέση της σελίδας και είναι οι περισσότερες εξαιρετικές!
Μιλάω για την "ΕΠΙΚΗΔΕΙΑ ΠΡΟΙΚΑ" ("Ajuar Funerario"), την συλλογή διηγημάτων του Περουβιανού συγγραφέα Fernando Iwasaki (Lima, 1961), που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις "Περικείμενο", σε μετάφραση της Ν. Αγγελή.

Ομολογώ ότι, δεν έχω προτίμηση στις ιστορίες τρόμου - κάπου τις βαριέμαι -, εκτός από αυτές που έχουν γράψει κορυφαίοι συγγραφείς (που διακρίνονται σε ότι έχουν γράψει εδώ που τα λέμε), όπως ο H. James, ο Μπόρχες, ο Χόφμαν, αρκετές του E.A. Poe (ο οποίος έχει γράψει και σαχλαμάρες αλλά με στυλ). Ο ευφυέστατος Iwasaki, σε αυτές τις μικροϊστορίες του, αποδεικνύεται άξιος συνεχιστής των μεγάλων που αναφέρω παραπάνω, αλλά επηρεασμένος και από Lovecraft και άλλους του είδους, γράφει ενσωματώνοντας σε αυτές, λαϊκές δοξασίες της οικογενειακής του ιστορίας (στο επίμετρο της έκδοσης, αναφέρει πόσο επηρεάστηκε από τις ιστορίες της γιαγιάς του), επεισόδια από pulp ταινίες, κομμάτια που θυμίζουν κόμικς, παιγνιώδεις καταστάσεις που παραπέμπουν σε εφιάλτες, μαγικό ρεαλισμό.


Με θαυμαστή οικονομία λόγου και μοναδικό στυλ, οι μικροϊστορίες του Iwasaki, είναι λιτές χωρίς περιττά στοιχεία και (το κυριότερο) διαθέτουν άφθονο χιούμορ. Οι περισσότερες από αυτές θα μπορούσαν να αποτελέσουν υλικό (ή την αρχή) για σενάρια ταινιών, ή ακόμα και μεγαλύτερων διηγημάτων ή μυθιστορημάτων.
Η αξία τους όμως βρίσκεται σε αυτή την οικονομία, στο "τόσο-όσο". Από την αρχή - από την πρώτη ιστορία - το καταλαβαίνεις, όλα βασίζονται στον "φόβο", αυτό το αρχέγονο συναίσθημα, που σε παραλύει, στην έκπληξη της τελευταίας παραγράφου ή πρότασης. Ισορροπώντας μεταξύ τρόμου, παραλογισμού, ειρωνείας, χιούμορ και μακάβριου, κάνει τον αναγνώστη συμμέτοχό του, σε ένα σύντομο αλλά μαγικό ταξίδι, πλήρους αναγνωστικής απόλαυσης.

"Εν συντομία" #6
 
Ένας μεγάλος συγγραφέας, ένα σπουδαίο βιβλίο! «ΤΑ ΠΕΡΣΙΝΑ ΧΙΟΝΙΑ» («Blumen im Schnee»), του Gregor Von Rezzori (1914-1998), πρώτο μέρος της αυτοβιογραφίας του, είναι ένα απολαυστικό memoir, που διαβάζεται σαν μυθιστόρημα. Έχοντας πάρει μια πρώτη γεύση από τη μαγεία της γραφής του συγγραφέα, με το εξαιρετικό «ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΗ» (για το οποίο είχα γράψει εκτενές κείμενο στο blog το 2021), η απόλαυση συνεχίζεται και στα «ΠΕΡΣΙΝΑ ΧΙΟΝΙΑ», όπου το ύφος γίνεται πιο προσωπικό, μέσα από την περιγραφή πέντε πορτρέτων, ανθρώπων που τον καθόρισαν κατά τη διάρκεια των παιδικών του χρόνων και της εφηβείας του.
 
«Μεγαλώσαμε μέσα στο μύθο ενός χαμένου, περασμένου μεγαλείου.»
 

Γεννημένος σε μια μεγαλοαστική οικογένεια, στο Τσέρνοβιτς της Μπουκοβίνα, μιας πόλης που αποτελούσε ένα χωνευτήρι πολιτισμών και ανήκε (όταν γεννήθηκε ο συγγραφέας) στην Αυστροουγγρική αυτοκρατορία, για να περάσει μετά στη Ρουμανία, κατόπιν στη Σοβιετική Ένωση καταλήγοντας εδώ και αρκετά χρόνια να αποτελεί μέρος της Ουκρανίας, ο Ρετσόρι περιγράφει το πρώτο μέρος των περιπετειών ενός βίου που πέρασε μέσα από δύο πολέμους (αν και τον δεύτερο, τον θεωρεί συνέχεια του πρώτου, με τον μεσοπόλεμο να αποτελεί ένα διάλειμμα μεταξύ τους), την διαρκή αλλαγή των συνόρων και τις περιπλανήσεις της οικογένειας.
 
Πέντε πρόσωπα, αποτελούν τα ισάριθμα μέρη του βιβλίου. Οι δύο γκουβερνάντες, η χωριάτισσα Κασσάνδρα που τον είχε μωρό, και η σοφιστικέ Στράουσσι, που αποτέλεσε παιδαγωγός της εφηβείας του, ανοίγουν και κλείνουν αντίστοιχα την αφήγηση. Στο ενδιάμεσο, υπάρχει το κεφάλαιο της μητέρας, του πατέρα και η δραματική ιστορία της μεγαλύτερης αδερφής του συγγραφέα, που πεθαίνει νεότατη αφήνοντας τον με ένα τεράστιο συναισθηματικό κενό. Η αφήγηση φτάνει μέχρι το τέλος του Β παγκόσμιου πολέμου και είναι ένα ζωντανό μωσαϊκό ανθρώπων, εικόνων, σκηνών γεμάτων χιούμορ αλλά και τραγωδιών, όπου ο συγγραφέας αναπαριστά έναν χαμένο κόσμο ανάμεικτων και αλληλεπιδρώντων πολιτισμών, όπου η προσωπική μνήμη μπερδεύεται με τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα.
 
«Περάσαμε τα παιδικά μας χρόνια ανάμεσα σε ανθρώπους αποσυντονισμένους από την απώλεια της αλλοτινής τους θέσης, σε μια αποσυντονισμένη εποχή της ιστορίας, σε μια μόνιμη αναταραχή ∙ κι εκεί όπου η αναταραχή οδηγεί στην οδύνη, και η οδύνη στο παράπονο, εκεί ακριβώς ανθίζει η ποίηση.»
 
Το ελεγειακό ύφος του συγγραφέα, και οι διαρκείς εναλλαγές των τραγικών και των σατυρικών στοιχείων, συντελούν σε μια υπέροχη λογοτεχνική απόλαυση, όπου θίγονται θέματα όπως, η μνήμη, η απώλεια, η ταυτότητα, η σχετικότητα των συνόρων, η διάλυση μιας αυτοκρατορίας, τα πολιτικά παιχνίδια. Απαράμιλλο αφηγηματικό στυλ, που φέρνει διαρκώς στο νου, τους Sebald και Magris, λυρισμός και ειρωνεία, συνθέτουν ένα υπέροχο βιβλίο.
(εκδόσεις Δώμα, μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου)
 
«Εν συντομία» #7
 
 
Τετάρτη, Αυγούστου 27, 2025
posted by Librofilo at Τετάρτη, Αυγούστου 27, 2025 | Permalink
4 μυθιστορήματα («Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΠΟΛΥ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ», «ΡΟΖ ΓΛΙΤΣΑ», «ΦΑΙΝΟΤΥΠΟΙ» και «Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟ ΚΑΤΑΧΕΙΜΩΝΟ»)

 

Παρατίθενται 4 «κριτικές» για τα βιβλία «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΠΟΛΥ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ», «ΡΟΖ ΓΛΙΤΣΑ», «ΦΑΙΝΟΤΥΠΟΙ» και «Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟ ΚΑΤΑΧΕΙΜΩΝΟ», που δημοσιεύτηκαν στο Facebook, στο προσωπικό μου προφίλ (https://www.facebook.com/profile.php?id=100009841542258).
Είναι μικρά αλλά (θεωρώ) ουσιαστικά κείμενα, που περιγράφουν το βιβλίο.
 
Η συνέχεια του blog, καθώς βαδίζει προς τον 20ο χρόνο της ζωής του, θα είναι κάπως έτσι. Θα μαζεύονται 4-5 «εν συντομία», και μετά θα δημοσιεύονται εδώ. Ελπίζω να έχω το κουράγιο ακόμα και γι’ αυτά.
 
Ιδού λοιπόν, τα κείμενα:
 

Θεατρικού ύφους, χαριτωμένη και άκρως βιβλιοφιλική νουβέλα του (άγνωστου στη χώρα μας) Γεωργιανού συγγραφέα Γκουράμ Ντοτσανασβίλι (1939-2021), το "Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΠΟΛΥ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ" (εκδ.
Loggia
, μετάφραση και επίμετρο του Δ. Τσεκούρα), αναπτύσσει σε λιγότερο από 90 σελίδες, μια πολιτική ιστορία που έχει ως όχημα την λατρεία για το μυθιστόρημα.
Μια (στημένη) κρατική δημοσκόπηση, που εκτρέπεται όταν ο δημόσιος υπάλληλος θα συναντήσει έναν εραστή της λογοτεχνίας, και ο διάλογος μεταξύ τους που περιέχει συνεχείς αναφορές σε μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, δίνει την αφορμή για ένα καίριο πολιτικό σχόλιο. Σαρκασμός και πνευματώδης διάλογος, συνθέτουν ένα βιβλίο που δεν ενθουσιάζει αλλά σε κάνει να περάσεις ωραία, διαβάζοντάς το.
 
("εν συντομία #1)
 


_________________________________________________



Παράξενο μυθιστόρημα, κατασκευασμένο για να σε ξεβολέψει, η "ΡΟΖ ΓΛΙΤΣΑ" της Ουρουγουανής Fernanda Trias (Μοντεβιδέο, 1976), είναι μια εφιαλτική δυστοπία με ξεκάθαρο και ευφυέστατο οικολογικό μήνυμα.
 
Η εν πολλοίς "δυσάρεστη" ιστορία της Τρίας, έχει στο κέντρο της μια θανατηφόρα επιδημία που εξοντώνει τον πληθυσμό του λιμανιού (που θα μπορούσε να είναι η πρωτεύουσα της χώρας της). Ο άνεμος είναι δηλητηριώδης, οι εναπομείναντες κάτοικοι εγκαταλείπουν την πόλη που ερημώνει, και το βασικό είδος τροφής που βγαίνει από τα εργοστάσια είναι ένα υποκατάστατο κρέατος, μια ροζ αλειφή.
Όλα έχουν καταρρεύσει στη ζωή της ηρωίδας του βιβλίου, ο αγαπημένος της νοσηλεύεται, η μητέρα της προσπαθεί κλεισμένη σε ένα σπίτι να επιβιώσει, η παιδική ηλικία επανέρχεται διαρκώς στη μνήμη και συν τοις άλλοις, έχει να φροντίσει κι ένα παιδί με νοητικά και σωματικά προβλήματα, που της έχουν "παρκάρει" οι γονείς του.
Ωραίος αφηγηματικός ρυθμός, φρίκη που εναλλάσσεται με λυρικότητα και μια νέα φωνή που υπόσχεται πολλά, σε ένα απολαυστικό βιβλίοκπληξη! (Εκδ. Carnivora, μετάφρ. Ι. Ντούμη, σελ.285).
 
("Εν συντομία" #2)
 
____________________________________________________
 

Τo εξαιρετικό μυθιστόρημα του βραζιλιάνου Paulo Scott (Πόρτο Αλέγκρε, 1966), με τον ιδιαίτερο τίτλο «ΦΑΙΝΟΤΥΠΟΙ» («Marrom e Amarelo»), εκτυλίσσεται στη Βραζιλία του σήμερα. Στο επίκεντρο του βιβλίου, δυο αδέρφια διαφορετικού χρώματος. Ο Φεντερίκο – αφηγητής και κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου - και ο Λορένσο. Ο μεγάλος (κατά ένα χρόνο) Φεντερίκο είναι μιγάς, ουσιαστικά λευκός, ο Λορένσο πιο σκουρόχρωμος, σχεδόν μαύρος. Οι δυο γονείς μιγάδες, η οικογένεια θεωρείται «μαύρη», άρα «κατώτερη», παρότι ευκατάστατη, σε μια κοινωνία έντονα ρατσιστική.
 
Ο Φεντερίκο, στα 50 του πλέον, είναι μια διασημότητα, ειδικός ερευνητής στα θέματα του ρατσισμού, και συμμετέχει σε μια επιτροπή στην Μπραζίλια, που μάλλον δεν θα βγάλει πουθενά, με τελείως αδιέξοδη προσωπική ζωή. Θα βρεθεί αντιμέτωπος με τα φαντάσματα της ταραγμένης εφηβείας του, όταν η Ρομπέρτα, η ανήλικη ανιψιά του, θα συλληφθεί σε μια αντικυβερνητική διαδήλωση, ενώ στην κατοχή της βρέθηκε ένα περίστροφο, που είχαν κρύψει με τον αδερφό του, πριν από πολλά χρόνια, και το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί από έναν φίλο τους σε μια συμπλοκή με τραγικά αποτελέσματα. Ο Φεντερίκο θα βρεθεί πάλι στο Πόρτο Αλέγκρε μετά από δεκαετίες, με το πρακτικό πρόβλημα της ανιψιάς του να τον απασχολεί, ενώ οι μνήμες του παρελθόντος ξυπνάνε και η συνειδητοποίηση της ταυτότητάς του, καθώς περιφέρεται στα μέρη της νεότητάς του, έρχεται απροειδοποίητα, καλώντας τον να πάρει αποφάσεις για το μέλλον του.

Πυκνός και μακροπερίοδος λόγος, σε ένα μυθιστόρημα επώδυνο, που θίγει τα θέματα του ρατσισμού, του κοινωνικού διαχωρισμού, της αστυνομοκρατίας. Οι έννοιες του αίματος και της φυλής, οι εσωτερικές αντιφάσεις, τα αδιέξοδα του (λογοτεχνικά στιβαρού) ήρωα του βιβλίου, δίνουν έναν δραματικό τόνο στην ενδιαφέρουσα ιστορία που δεν ολοκληρώνεται, αφήνοντας το τέλος ανοιχτό σε πολλές ερμηνείες. Το βιβλίο συνοδεύει ένα μικρό διήγημα με ηρωίδα την Ρομπέρτα, την ανιψιά του Φεντερίκο, ως μια ένδειξη της συνέχειας που μπορεί να υπάρξει.
(Εκδ. Gutenberg, θαυμάσια (ως συνήθως) μετάφραση της Α.Ψυλλιά).
 
"Εν συντομία" #3
 
______________________________________________________
 

Το ζευγάρι των εραστών που παρασύρεται από το πάθος τους και διαφεύγει προς τη Δύση. Η καταδίωξη, το σκηνικό της περιπλάνησης και του άγριου έρωτα μέσα στο καταχείμωνο και σε παράγκες κυνηγών στα βουνά. Οι βίαιες συμπλοκές και η κάθαρση του τέλους. Όλα αυτά συνθέτουν το θαυμάσιο γουέστερν μυθιστόρημα, «Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟ ΚΑΤΑΧΕΙΜΩΝΟ» («Heart in winter»), του Ιρλανδού Kevin Barry (Limerick,1969) – (μετάφρ. Δημ. Καρακίτσος, εκδόσεις Γεννήτρια, σελ. 218), ενός συγγραφέα που μας συστήθηκε με το εξαιρετικό «Νυχτερινό πλοίο για την Ταγγέρη» (εκδ. Gutenberg) μερικά χρόνια πριν.
 
Στην «Καρδιά το καταχείμωνο», ο βοηθός φωτογράφου, αλαφροΐσκιωτος και πρεζάκιας και μέθυσος Τομ με το baby-face, ένας τριαντάρης Ιρλανδός που βρίσκεται (χωρίς να έχει καταλάβει πως) σε ένα κωλοχώρι της Μοντάνα το 1891, ερωτεύεται την πολύ πρόσφατα παντρεμένη (με το «άτακτο» παρελθόν) Πόλλυ, που ταξίδεψε από το Σικάγο για να παντρευτεί (δι’ αλληλογραφίας), έναν ισχυρό άντρα της περιοχής που δεν είχε δει ποτέ στη ζωή της. Τα αισθήματα είναι αμοιβαία, από την πρώτη στιγμή, όπως και η αυθόρμητη απόφαση, να το σκάσουν προς την Καλιφόρνια, χωρίς πλάνο, χωρίς σχέδιο, στα κουτουρού. Οι δυο τους πάνω σε ένα άλογο, διασχίζουν τα βουνά της Μοντάνα και στο κατόπι τους, βρίσκονται οι Αρχές της περιοχής, αλλά και κυνηγοί κεφαλών που είναι πολύ πιο επικίνδυνοι.
 
Μυθιστόρημα εντυπωσιακό και βίαιο, που σε πολλές από τις εμπνευσμένες στιγμές του, θυμίζει Cormack McCarthy, δείχνει το ταλέντο ενός πολύ καλού (όπως αποδεικνύεται) συγγραφέα. Υπαινικτικό στυλ, ολοζώντανη και γλαφυρή αφήγηση, με τον λυρισμό να εναλλάσσεται δημιουργικά με τις πιο βίαιες περιγραφές και μια ερωτική ιστορία που δονεί με το πάθος της.
 
«Στάθηκε από πάνω της λίγο πιο πέρα. Έγειρε με την πλάτη του σε έναν κορμό για να βρει την κατάλληλη γωνία. Προσπάθησε να την καδράρει. Ήθελε να το δει σωστά, σαν ένα ταμπλώ βιβάν – τη γυναίκα, το άλογο, το δάσος. Μια αχτίδα χειμωνιάτικου ήλιου τρύπωνε από τα δέντρα κι έπεφτε στο πρόσωπό του. Ήταν ωραία. Ένιωσε τις απαρχές ενός προαισθήματος αλλά το προαίσθημα δεν έλεγε να πάρει μορφή. Το μέλλον ήταν άδηλο ακόμη. Αλλά ο Τομ δεν ανησυχούσε και πολύ. Πάντοτε ένιωθε ότι κάτι είχε γίνει λάθος με την πάρτη του κι όλα στραβά του πήγαιναν, αλλά τώρα είχε όλη την τύχη του κόσμου με το μέρος του. Απλωνόταν μπροστά του σαν ταμπλώ βιβάν.»

"Εν συντομία" #4