Τετάρτη, Μαΐου 05, 2021
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαΐου 05, 2021 | Permalink
"Ταμιευτήρας 13"
Ο Βρετανός Jon McGregor (1976, Βερμούδες) είναι μια ιδιότυπη και άκρως χαρισματική προσωπικότητα συγγραφέα, αφού και τα τέσσερα μυθιστορήματά του, έχουν διακριθεί είτε με μεγάλα λογοτεχνικά βραβεία, είτε μπαίνοντας στις βραχείες λίστες αυτών. Δεν μπορείς ως αναγνώστης να μείνεις ασυγκίνητος μπροστά στη μεγάλη αφηγηματική δεινότητα του McGregor, κάτι που μου συνέβη όταν διάβασα τα δύο βιβλία του που κυκλοφόρησαν στα ελληνικά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα (το «Αν δεν μιλάμε για τα σπουδαία πράγματα» και το «Τόσοι και τόσοι τρόποι για να γίνει μια αρχή»). Το πλέον πρόσφατο μυθιστόρημά του (το οποίο, κυκλοφόρησε στην Αγγλία το 2017), που εκδόθηκε την προηγούμενη χρονιά στα ελληνικά, το «ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΑΣ 13» («Reservoir 13») – (εκδ. Άγρα, μετάφρ. Αλ. Καλοφωλιάς, σελ. 296), είναι γεγονός, ότι άργησε λίγο, για εμάς τους θαυμαστές του έργου του συγγραφέα, αλλά είναι τόσο καλό, που αποζημιώνει (και με το παραπάνω) γι’ αυτή την «αργοπορία».


 
Στο «Ταμιευτήρας 13», ο McGregor, ακολουθεί την ίδια περίπου τεχνική, με το (καλύτερό του βιβλίο μέχρι τώρα), «Αν δεν μιλάμε για τα σπουδαία πράγματα», το οποίο παρακολουθεί ένα 24ωρο από την ζωή των κατοίκων μιας συνοικίας μετά από ένα τραγικό συμβάν. Μόνο που στον «Ταμιευτήρα 13», το χρονικό πλαίσιο εκτείνεται στα 13 χρόνια, ενώ το γεωγραφικό πλαίσιο καταλαμβάνει μεγαλύτερο χώρο, μια μικρή πόλη – έχουμε όμως και πάλι ένα τραγικό γεγονός, όπως και μια λεπτομερή περιγραφή της καθημερινότητας και την επίδραση που έχει αυτό το γεγονός στις ζωές των κατοίκων της.
 
«…Οι άνθρωποι το μόνο που ήθελαν ήταν να ανοίγουν το στόμα τους και να μιλάνε, χωρίς να τους νοιάζει ιδιαίτερα τι λένε. Μέχρι το πρώτο φως της ημέρας η ομίχλη είχε καθαρίσει. Από την κορυφή του χερσότοπου, καθώς οι άνθρωποι γύριζαν, μπορούσαν να δουν το χωριό: το δάσος με τις οξιές και τα μισθωμένα λιβάδια, το καμπαναριό της εκκλησίας και το γήπεδο κρίκετ, το ποτάμι και το λατομείο και το εργοτάξιο τσιμέντου δίπλα στον κεντρικό δρόμο που οδηγούσε στην κωμόπολη. Η έκταση που έπρεπε να καλύψουν ήταν μεγάλη και εκείνη θα μπορούσε να βρίσκεται σε πολλά μέρη. Ξεκίνησαν. Πού και πού φαινόταν κάποιο φως από την κίνηση στον αυτοκινητόδρομο, που μόλις διακρινόταν στον ορίζοντα. Οι υδροταμιευτήρες είχαν μια ομοιόμορφη γκρίζα μεταλλική απόχρωση. Μια πλατιά λωρίδα βροχής πλησίαζε. Το έδαφος τώρα ήταν πιο μαλακό, το λιπαρό καφετί νερό μούσκευε τις αρβύλες τους. Ένα ελικόπτερο που κάλυπτε τις ειδήσεις πετούσε πάνω από τη γραμμή των εθελοντών. Ήταν δύσκολο να μην κοιτάξεις ψηλά και να χαιρετήσεις. Αργότερα η αστυνομία οργάνωσε μια συνέντευξη τύπου στο Γκλάντστοουν, αλλά δεν είχαν τίποτε να ανακοινώσουν πέρα από όσα ήταν ήδη γνωστά. Το όνομα του αγνοούμενου κοριτσιού ήταν Ρεμπέκκα Σώ. Ήταν δεκατριών χρονών. Την τελευταία φορά που την είδαν φορούσε ένα λευκό φούτερ με κουκούλα, σκούρο μπλε ισοθερμικό αμάνικο μπουφάν, μαύρο τζην και πάνινα παπούτσια. Είχε ύψος ένα εξηνταπέντε και ίσια σκουρόξανθα μαλλιά μέχρι τους ώμους. Έγιναν εκκλήσεις στο κοινό να ειδοποιήσουν την αστυνομία αν έβλεπαν κάποιο άτομο που ταίριαζε με την συγκεκριμένη περιγραφή. Η έρευνα θα ξανάρχιζε όταν θα το επέτρεπαν οι καιρικές συνθήκες. Το βράδυ στην πλατεία υπήρχε μια λάμψη από φώτα της τηλεόρασης, καπνός που σηκωνόταν από τις γεννήτριες και δυνατές φωνές που έρχονταν από την αυλή πίσω από το παμπ. Οι αμφιβολίες είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους.»  
 
Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς σε ένα συνηθισμένο χωριό της βόρειας Αγγλίας, ένα όμορφο δεκατριάχρονο κορίτσι, η Ρεμπέκκα Σω, εξαφανίζεται. Είχε έρθει με τους γονείς της να περάσουν τις γιορτινές ημέρες, νοικιάζοντας ένα δωμάτιο. Οι αστυνομικές και οι τοπικές αρχές, όπως και οι κάτοικοι, κινητοποιούνται για την ανεύρεση της κοπέλας, χωρίς καμία επιτυχία. Δεν θα βρεθεί παρά το ενδελεχές «χτένισμα» της περιοχής. Οι μήνες περνάνε, το ενδιαφέρον παραμένει αμείωτο αλλά το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο αλλά ούτε ίχνος της κοπέλας. Οι κάτοικοι της μικρής πόλης, που είδαν την καθημερινότητά τους να αλλάζει, επιστρέφουν στις ζωές τους. Άλλοι παντρεύονται, άλλοι χωρίζουν, άλλοι πεθαίνουν, άλλοι χρεοκοπούν, καινούργιοι κάτοικοι έρχονται να ζήσουν εκεί, άλλοι φεύγουν. Η Ρεμπέκκα όμως που η θύμησή της σιγά σιγά ξεθωριάζει, δεν βρίσκεται…
 
Το μυθιστόρημα του McGregor, ξεκινάει στο πρώτο του κεφάλαιο σαν μια αστυνομική ιστορία εξαφάνισης και εκτυλίσσεται στα επόμενα δώδεκα που ακολουθούν τελείως διαφορετικά. Η πρώτη πρόταση των κεφαλαίων, είναι ακριβώς η ίδια «τα μεσάνυχτα όταν άλλαξε ο χρόνος…» και ακολουθεί μια περιγραφή των πυροτεχνημάτων για τον εορτασμό της νέας χρονιάς. Τα χρόνια περνάνε και ο συγγραφέας περιγράφει την καθημερινότητα των κατοίκων, παρακολουθώντας τους πανοραμικά.
 
Δεν επαναλαμβάνεται όμως μόνο ο εορτασμός κάθε πρωτοχρονιάς. Επαναλαμβάνονται οι τοπικές γιορτές, ένας ετήσιος αγώνας κρίκετ – με το ίδιο αποτέλεσμα, η περίοδος του θερισμού – ο κύκλος των γεγονότων θα διαρραγεί όταν η εφημέριος (και εξομολόγος και φίλη όλων) του χωριού θα μετακομίσει στο Μάντσεστερ και επιτέλους θα έρθει η πρώτη νίκη στο κρίκετ. Καθώς οι αστυνομικές έρευνες με τον καιρό σταματάνε, χωρίς ο φάκελος της υπόθεσης να κλείνει, η εξαφάνιση της Ρεμπέκκα περνάει στο συλλογικό υποσυνείδητο, στη μνήμη των εφήβων που πρόλαβαν να κάνουν παρέα μαζί της, στους γονείς που αγωνιούν αν το παιδί τους αργήσει ένα βράδυ να γυρίσει, στην καχυποψία που πάντα υπήρχε για ορισμένους από τους κατοίκους.
 
«..Στους ταμιευτήρες το νερό σχημάτιζε αφρισμένα κύματα. Είχε περάσει μια δεκαετία πια από τότε που είχε χαθεί το κορίτσι και παρόλο που δεν μιλούσαν πολύ γι’ αυτό, ήταν ακόμα στις σκέψεις των ανθρώπων. Την έλεγαν Ρεμπέκκα, ή Μπέκυ, ή Μπεξ. Φορούσε ένα λευκό φούτερ με κουκούλα και ένα μπλε σκούρο ισοθερμικό αμάνικο μπουφάν. Την είχαν δει στο δάσος με τις οξιές, να σκαρφαλώνει σε ένα δέντρο. Την είχαν δει στο σταθμό του τραίνου. Την είχαν ψάξει παντού. Θα μπορούσε να είχε κανονίσει να συναντήσει κάποιον και να την είχε παραλάβει ασφαλή κάποιο αυτοκίνητο. Θα μπορούσε να είχε πέσει σε κάποια τρύπα. Θα μπορούσαν να την έχουν έχουν χτυπήσει οι γονείς της κάποια κακιά στιγμή. Θα μπορούσε να έχει φύγε επειδή το διάλεξε ή επειδή δεν είχε άλλη επιλογή. Οι άνθρωποι συνέχιζαν να θέλουν να ξέρουν.»


 
Ο συγγραφέας με αριστοτεχνικό τρόπο, σταδιακά μετατοπίζει το κέντρο βάρους του μυθιστορήματος, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τον αναγνώστη η διαρκής αίσθηση ότι κάτι θα γίνει, κάτι δραματικό τον περιμένει στην επόμενη σελίδα, στο επόμενο κεφάλαιο. Τον McGregor όμως δεν δείχνει να τον ενδιαφέρει τι γίνεται με την αστυνομική ιστορία, μας περιγράφει τις αντιδράσεις και τις συμπεριφορές των κατοίκων μετά το συμβάν. Ένα κρεοπωλείο που χρεοκοπεί και κλείνει και το ζευγάρι των ιδιοκτητών του που χωρίζει απασχολεί περισσότερες σελίδες από το τραγικό γεγονός της εξαφάνισης, παρακολουθούμε τη ζωή των εφήβων / συνομηλίκων της Ρεμπέκκα για μια περίοδο 13 ετών, τις αλλαγές που συνέβησαν στη ζωή τους, την ενηλικίωσή τους, τις σπουδές τους, το μέλλον τους, ενώ θα συνεχίσουμε να ενημερωνόμαστε για τα επίπεδα του νερού στους ταμιευτήρες.
 
Η επιλογή του συγγραφέα ξενίζει και θέλει χρόνο για να την συνηθίσεις. Η εξαφάνιση του κοριτσιού είναι το MacGuffin του βιβλίου, το «δόλωμα» που ρίχνει ο συγγραφέας, η μεγάλη εικόνα όμως είναι η ζωή των κατοίκων στο χωριό, οι σχέσεις μεταξύ τους, η καθημερινότητά τους. Δεν υπάρχει κάποιος χαρακτήρας που να ξεχωρίσει, κάποιος πρωταγωνιστής στην ιστορία – οι ήρωές της είναι οι κάτοικοι της πόλης. Οι λεπτομερείς περιγραφές της μικρής πόλης, των σπιτιών, των δρόμων, της φύσης, ο μικρόκοσμος της μικρής πόλης, οι κοινωνικές και προσωπικές αλλαγές μέσα σε μια περίοδο 13 χρόνων είναι τα κεντρικά στοιχεία αυτού του παράξενου και ιδιαίτερα σαγηνευτικού μυθιστορήματος, που στριφογυρίζει διαρκώς, μην αφήνοντας τον αναγνώστη να εφησυχάσει.
 
Υπαινικτικός και στιβαρός λόγος, στυλάτη αφήγηση και μια απεικόνιση της «πραγματικότητας» στη ζωή μιας πόλης, που μας δείχνει με «υπνωτιστικό ρυθμό», πόσο παράλογη και μάλλον αναξιόπιστη, μπορεί αυτή η πραγματικότητα να γίνει. Στον «Ταμιευτήρα 13», βλέπουμε ότι τα αληθινά δράματα, μπορούν να είναι και αυτά που γίνονται πίσω από κλειστές πόρτες, είναι κι αυτά που εξελίσσονται αργά κατά τη διάρκεια μιας ζωής, χωρίς σκοπό, όταν ξυπνάς και συνειδητοποιείς ότι έχεις γίνει ένας άλλος, διαφορετικός άνθρωπος από αυτός που πίστευες ότι είσαι.
 
Ο McGregor σε αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα, μας υπενθυμίζει το πόσο σημαντικός συγγραφέας είναι, σε μια ιστορία γραμμένη με συμπόνια και τρυφερότητα, για την απώλεια και την καθημερινότητα, τους κύκλους της ζωής και τις αλλαγές που επέρχονται. Ένα βιβλίο που είναι αιχμηρό χωρίς να το καταλαβαίνεις και που εισέρχεται μέσα σου, με ήρεμο και «ύπουλο» τρόπο, καθιστώντας σε, αιχμάλωτό του. Λογοτεχνία που ξεβολεύει,  τολμηρή και δυναμική που μας περιγράφει με ενσυναίσθηση τους χαρακτήρες και τα απλά γεγονότα της ζωής.
 
Βαθμολογία 85 / 100


 
 
 
 
 
 
Τετάρτη, Απριλίου 28, 2021
posted by Librofilo at Τετάρτη, Απριλίου 28, 2021 | Permalink
"Αναμνήσεις ενός Αντισημίτη"
Διατρέχοντας τις σελίδες, του εκπληκτικού βιβλίου «ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΗ» («Denkwurdigkeiten eines Antisemiten»), του Αυστριακού συγγραφέα (και σεναριογράφου, ηθοποιού και πολλών άλλων ασχολιών) Gregor Von Rezzori (1914 Τσέρνοβιτς, Μπουκοβίνα – 1998, Τοσκάνη), μια φράση του σπουδαίου δοκιμιογράφου Daniel Mendelsohn, που υπάρχει στο συγκλονιστικό του βιβλίο «Χαμένοι», μού ερχόταν συνεχώς στο μυαλό: «Υπάρχει ένα ανέκδοτο για έναν άνθρωπο που γεννήθηκε στην Αυστρία, πήγε σχολείο στην Πολωνία, παντρεύτηκε στην Γερμανία, απέκτησε παιδιά στη Σοβιετική Ένωση και πέθανε στην Ουκρανία. Και όλα αυτά … χωρίς να κουνήσει ρούπι απ’ το χωριό του». Η φράση αυτή (που αν κάτσεις και την σκεφτείς λίγο, συνοψίζει την ιστορία της Κεντρικής Ευρώπης), καλύπτει κατά ένα μεγάλο μέρος, την περιπέτεια του Von Rezzori, ενός συγγραφέα που γνωρίζουμε επιτέλους, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, χάρη στην έξοχη έκδοση από τις Εκδόσεις Δώμα, στην υπέροχη μετάφραση της Μ. Ζαχαριάδου (που επίσης μετέφρασε τους «Χαμένους» που αναφέρω παραπάνω), με εισαγωγή, ένα ωραιότατο κείμενο της Ντέμπορα Άιζενμπεργκ από το New York Review Books (σελ.412).


 
Οι «ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΗ» θεωρείται μυθιστόρημα, είναι όμως; Ή είναι πέντε αυτόνομα διηγήματα που έχουν κοινά στοιχεία και ακολουθούν μια γραμμική χρονολογική πορεία, από την εφηβεία έως τα χρόνια της ωριμότητας του ήρωα. Μήπως είναι ένα memoir; Η διεθνής (και όχι μόνο) κριτική, όπως και οι περισσότερες αναλύσεις τείνουν προς την πρώτη άποψη. Μυθιστόρημα σε πέντε ιστορίες, όπως είναι και ο υπότιτλος της έκδοσης. Μάλλον εμπορικοί είναι οι λόγοι, όπως και ο τίτλος με την κραυγαλέα λέξη «Αντισημίτης» στον τίτλο. Μικρή σημασία έχουν όλα αυτά και δεν αφαιρούν τίποτα από την απόλαυση που εισπράττει ο αναγνώστης.
 
Η μνήμη και διαρκώς η νοσταλγία, κυριαρχεί στις ιστορίες του βιβλίου που αντιπροσωπεύουν πέντε στάδια της ζωής του ήρωα που ονομάζεται Γκρέγκορ (όπως και ο συγγραφέας τονίζοντας το αυτοβιογραφικό ύφος του βιβλίου). Από την εφηβική ηλικία της πρώτης ιστορίας στην δεκαετία του ‘20, περνάμε στο Βουκουρέστι του μεσοπολέμου στις δύο επόμενες ιστορίες, για να βρεθούμε στην τέταρτη ιστορία, στην Βιέννη πριν τον πόλεμο και την άνοδο και κυριαρχία του Ναζισμού και να ολοκληρωθεί η αφήγηση στην πέμπτη ιστορία πολλά χρόνια αργότερα, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Πράβντα (Αλήθεια)», στα μεταπολεμικά χρόνια και την ωριμότητα του ήρωα / αφηγητή.
 
Στην πρώτη ιστορία με τίτλο «Σκούτσνο» (μια ρώσικη λέξη που σημαίνει «μελαγχολική πλήξη»), το δεκατριάχρονο αγόρι με το στρογγυλό πρόσωπο που αποβάλλεται από το σχολείο του λόγω ευερέθιστου χαρακτήρα, πηγαίνει να μείνει σε αριστοκράτες συγγενείς σε μια μικρή απομακρυσμένη πόλη κοντά στο Τσέρνοβιτς. Μακριά από το τοξικό οικογενειακό περιβάλλον που ήταν φορτισμένο από τους διαρκείς καυγάδες των γονιών του, ο νεαρός κάνει περιπάτους στα δάση της περιοχής, βρίσκει κάποια γελοία ρούχα μιας αδελφότητας και τα φοράει, ενώ στο πρόσωπο του θείου Χούμπι βλέπει έναν οπαδό της «Μεγάλης Γερμανίας» και έναν φανατικό αντισημίτη. Ο νεαρός θα κάνει παρέα με έναν συνομήλικό του, τον Βολφ, ο οποίος παρά το γερμανικό του όνομα είναι εβραίος, γιος του γιατρού της περιοχής, που όμως δεν τυγχάνει της αποδοχής των αριστοκρατών της πόλης λόγω της καταγωγής του. Μέσα από την παρέα με τον Βολφ, ο αφηγητής θα δει τις αντισημιτικές προκαταλήψεις της οικογένειάς του και τον διάχυτο σνομπισμό απέναντι στους «κατώτερους» αντιπροσώπους της εβραϊκής φυλής, αλλά και τα στερεότυπα που είναι πιο δυνατά από ότι νομίζουμε.
 
Η δεύτερη ιστορία έχει τίτλο «Νιότη» και σε αυτήν ο αφηγητής βρίσκεται στα 19 του, στο Βουκουρέστι των αρχών της δεκαετίας του ’30, έχοντας εμμονή με το σεξ. Εργάζεται ως πωλητής σε μια εταιρεία καλλυντικών και αυτό του δίνει την δυνατότητα να κινείται διαρκώς στις περιοχές της πόλης που είναι γεμάτες με καταστήματα για γυναίκες. Θα κάνει δεσμό με μια μεσήλικα εντυπωσιακή Εβραία, την οποία θα ερωτευτεί, αλλά οι προκαταλήψεις του περιβάλλοντός του και η σεξιστική του συμπεριφορά θα βγουν στην επιφάνεια, όταν θα την χαστουκίσει δημόσια, χάνοντας την εκτίμηση των ανθρώπων που συναναστρέφεται καθημερινά.
 
«Γενικά πάντως η εβραϊκότητα των Εβραίων δεν με απωθούσε σε καμία περίπτωση τόσο όσο η εξαρχής καταδικασμένη σε αποτυχία προσπάθεια συγκάλυψης, απόκρυψης, άρνησης αυτής ακριβώς της εβραϊκότητας. Ο τρόπος ομιλίας τους, οι νευρικές χειρονομίες τους, η ανισορροπία τους, η αδιάκοπη εναλλαγή δουλοπρέπειας και αλαζονείας στη συμπεριφορά, όλα αυτά ήταν αναπόδραστα, αξεχώριστα στοιχεία της εβραϊκότητας. Ήταν πολύ ευχάριστο όταν φέρονταν με τον τρόπο που ήταν ο αναμενόμενος, ώστε να τους αναγνωρίζεις με την πρώτη. Τους έβλεπες πως έκαναν ό,τι έβγαινε από μέσα τους, κι αυτό ήταν αξιέπαινο. Απέναντι στους Εβραίους είχε κανείς την ίδια στάση που έχουν και οι Εγγλέζοι στην πατρίδα τους απέναντι στους «foreigners», τους αλλοδαπούς: το εκτιμάς όταν δεν συμπεριφέρονται όπως οι δικοί μας. Διότι, όταν το κάνουν, δεν πείθουν. Φαίνεται φτιαχτό, αταίριαστο. Όπως και οι Εγγλέζοι απέναντι σε έναν «foreigner» με τέλεια εγγλέζικη συμπεριφορά, έτσι κι εμείς θεωρούσαμε πως οι λεγόμενοι «αφομοιωμένοι» Εβραίοι απλώς μάς μαϊμούδιζαν.»
 
Στην «Πανσιόν Λέβινγκερ», την τρίτη ιστορία, η οποία αποτελεί μια χαλαρή συνέχεια της «Νιότης», το πλαίσιο είναι και πάλι το Βουκουρέστι και ο αφηγητής περιγράφει την διαμονή του σε μια πανσιόν της πόλης, με τους ενοίκους της να συνθέτουν μια τοιχογραφία χαρακτήρων, με πιο ενδιαφέρουσα μια νεαρή εβραία, η οποία έχει κληρονομήσει την κατοικία  των θείων της που την σπούδασαν και τώρα έχουν πεθάνει. Η δεσποινίς Άλβαρο, ζητάει από τον αφηγητή να την βοηθήσει στο άδειασμα του σπιτιού, εκείνος όμως έχει στο μυαλό του πως θα βρει την ευκαιρία να την προσεγγίσει ερωτικά, καθώς θεωρεί ότι οι εβραίες είναι κοινές πόρνες που απαιτούν ελάχιστο σεβασμό.
 
Η τέταρτη ιστορία αποτελεί την κορύφωση του βιβλίου και έχει τίτλο «Όρκοι», είναι δε, ίσως η πιο γνωστή του συγγραφέα, καθώς δημοσιεύτηκε αυτόνομη στο περιοδικό New Yorker το 1969. Εδώ, βρισκόμαστε στην Βιέννη πριν τον πόλεμο και είναι οι ημέρες του «Άνσλους», της προσάρτησης στην Χιτλερική Γερμανία. Ο αφηγητής είναι πολύ νεαρός, βλέπει την άνοδο του Ναζισμού, σχολιάζει το αντι-εβραϊκό κλίμα στο οποίο συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα, ενώ το θέμα της ταυτότητας τον απασχολεί όλο και περισσότερο. Η φιλική του σχέση (που γίνεται και ερωτική) με την κοσμοπολίτισσα Μίνκα που μένει έναν όροφο πιο πάνω από το σπίτι της γιαγιάς του, τον εισάγει στη νυχτερινή Βιέννη και στους κύκλους των μποέμ καλλιτεχνών – σχεδόν όλων Εβραίων, που αποτελούν την παρέα της Μίνκα. Το ταμπού όμως για την καταγωγή της, οι προκαταλήψεις που έχουν μπει βαθιά μέσα του, δεν τον αφήνουν να απολαύσει την σχέση τους. Θα είναι διαρκώς απόμακρος παρατηρητής στην αυξανόμενη δυστυχία που βλέπει γύρω του, με τους πρόσφυγες Εβραίους να κατακλύζουν πόλεις όπως το Σάλτσμπουργκ – όπου αισθάνονται περισσότερο ασφαλείς. Η μόνιμη επωδός του, ότι θα τα καταφέρουν με κάποιον τρόπο, αφού πάντα την γλυτώνουν είναι εκείνη που θα τον συνοδεύει.
 

«Και μόνο η υποψία πως κάποιος είχε αλλάξει το όνομά του τον καθιστούσε αυτομάτως Εβραίο – εκτός, βέβαια, κι αν ήταν Εγγλέζος, όπως ο γοητευτικός κύριος Γουντ, ο οποίος μια ωραία πρωία μεταμορφώθηκε σε λόρδο Χάλιφαξ ▪ αλλά αυτός ήταν διαφορετική περίπτωση. Αποτελούσε χαρακτηριστικά εβραϊκή τακτική ν’ αλλάζεις το όνομά σου, καθότι οι Εβραίοι, για ευνόητους λόγους, δεν ήθελαν να τους ξέρει ο κόσμος ως αυτό που ήταν. Και καθώς τα ονόματά τους μαρτυρούσαν την καταγωγή τους, έπρεπε να τα αλλάξουν, για καμουφλάζ. Κι εμείς στη θέση τους σίγουρα το ίδιο θα κάναμε, γιατί, απ’ ό,τι φαίνεται, είναι επώδυνο πράγμα να είσαι Εβραίος. Το έβλεπες ακόμα και σε ανθρώπους καλλιεργημένους – είτε από την επιφυλακτικότητα που έδειχναν είτε από μια υπερβάλλουσα ευγένεια και μια δουλοπρεπή προσήνεια. Αλλά ευτυχώς εμείς δεν ήμασταν Εβραίοι, οπότε, ακόμα κι αν καταλαβαίναμε τους λόγους που το έκαναν, το γεγονός ότι άλλαζαν το όνομά τους για να μοιάζουν μ’ εμάς μας φαινόταν ένδειξη θράσους απαράδεκτου.»
 
Η πέμπτη ιστορία, έχει τίτλο «Πράβντα (Αλήθεια)» και έχει ελεγειακή τριτοπρόσωπη αφήγηση. Εκτυλίσσεται στο τέλος της δεκαετίας του ’70 και ο μεσήλικας ήρωας που περπατάει στην Βία Βένετο της Ρώμης με ένα κουτί γλυκά στο χέρι, έχει ελάχιστα κοινά σημεία με τον έφηβο που έτρεχε στα δάση της Κεντρικής Ευρώπης την δεκαετία του ’20. Πενήντα και κάτι χρόνια μετά, αναπολεί τα θραύσματα της ζωής του, και αναρωτιέται για την στροφή που πήρε η ζωή του μετά τον πόλεμο. Με διάχυτη μελαγχολία περιγράφει για την γνωριμία και την σχέση του με την δεύτερη σύζυγό του, μια εβραία (τι ειρωνεία!) ηθοποιό, τους καυγάδες του και την συνεχή αποστασιοποίησή του απ’ όλους και όλα. Παρέμεινε ένας εστέτ, ένας «υπνοβάτης» που με στοχαστικό ύφος κάνει πλέον έναν απολογισμό της ζωής του.
 
Τα κοινά στοιχεία μεταξύ των πέντε ιστοριών είναι συνεχή και επανέρχονται σε κάθε μια από αυτές, δημιουργώντας μια αλυσίδα που παρά το αυτόνομο της κάθε ιστορίας, δίνει την αίσθηση στον αναγνώστη μιας αρμονικής συνέχειας. Ο αφηγητής είναι γόνος ευκατάστατων και όχι ιδιαίτερα ευτυχισμένων ανθρώπων, ο πατέρας του είναι ένας αδιάφορος τύπος που τον ενδιαφέρει μόνο το κυνήγι σε παρθένα δάση, ενώ η μητέρα είναι υπερπροστατευτική και μόνιμα υστερική. Η διαδρομή που ακολουθείται στις ιστορίες είναι από την Μπουκοβίνα, στο Βουκουρέστι και από εκεί στην Βιέννη της Ναζιστικής επέλασης και μετά με ένα χρονικό χάσμα στην Ρώμη της δεκαετίας του ’70.
 
Ο αναγνώστης που παρασύρεται από τον τίτλο του βιβλίου και περιμένει πως θα διαβάσει την ιστορία ενός τέρατος, ίσως ξαφνιαστεί από την ροή της αφήγησης. Ο αντισημιτισμός είναι εγγενής και αποτελεί μέρος της καθημερινότητας για τους ανθρώπους που περιγράφει ο αφηγητής (του εαυτού του συμπεριλαμβανομένου). Δεν παρακολουθούμε ένα «τέρας» ή έναν «εγκληματία», αλλά την υπόγεια και υποδόρια διαδρομή μιας κατάστασης στην οποία έζησαν οι μεγαλοαστοί και οι αριστοκράτες μιας πάλαι ποτέ αυτοκρατορίας, που μετά τον Α παγκόσμιο πόλεμο συρρικνώθηκε δραματικά.
Το 1914 η Αυστροουγγαρία ήταν μια αυτοκρατορία με πάνω από 30 εκατομμύρια κατοίκους – λίγο πολύ, κάλυπτε περιοχές που είναι τώρα η Ουγγαρία, η Τσεχία, η Σλοβακία, η Σλοβενία, η Κροατία, η Σερβία, η Βοσνία, η Ρουμανία, μέρος της Πολωνίας και της Ουκρανίας, μέρος της βορειοανατολικής Ιταλίας. Μετά το τέλος του Μεγάλου πολέμου, το 1918 ήταν πλέον μια χώρα που λεγόταν Αυστρία, με το ¼ της παλαιάς έκτασης και περίπου 6 εκατομμύρια πληθυσμό, οι δε μεγάλοι της λογοτέχνες όπως ο Γιόζεφ Ροτ, ο Κανέτι και ο Τσέλαν ήταν άνθρωποι που ζούσαν σε απομακρυσμένες περιοχές της αυτοκρατορίας, αλλά είχαν λάβει κοινή γερμανική παιδεία. Το χάσμα που προκλήθηκε από την διάλυση της αυτοκρατορίας στον ψυχισμό των κατοίκων της, ήταν τεράστιο και δεν έκλεισε ποτέ.
Αλλιώς βίωσαν αυτή την κατάσταση οι παλιές αριστοκρατικές οικογένειες των Αυστρογερμανών που ζούσαν σε απομακρυσμένες περιοχές όπως η οικογένεια του Φον Ρετσόρι που ζούσε στην Μπουκοβίνα, μια περιοχή που μετά τον πόλεμο έγινε μέρος της Ρουμανίας και αλλιώς η οικογένεια του εβραϊκής καταγωγής Πάουλ Τσέλαν που ζούσε στην ίδια περιοχή.
Ο αντισημιτισμός στην κοινωνική τάξη που αντιπροσώπευε ο Φον Ρετσόρι ήταν κάτι δεδομένο και υπήρχε ακόμα και στις απλούστερες εκφράσεις των χαρακτήρων που ζωντανεύει στο βιβλίο του, ο συγγραφέας – όπως η φράση που λέει η γιαγιά του, όταν βλέπει να χτυπάνε τον εβραίο γιατρό της οικογένειας, «είπαμε, να του ρίξουν μερικές, αλλά όχι και να τον χτυπήσουν τόσο πολύ». Οι εβραίοι αναφέρονται με υποτιμητικό τρόπο, όπως ίσως μιλάνε για τους μικροαστούς ή για τους ανθρώπους ταπεινής καταγωγής, ως κάτι ξένο γι’ αυτούς, ενώ είναι ευδιάκριτη η διαφορετική αντιμετώπιση των εβραίων ανδρών από τις εβραίες που αποτελούν αντικείμενα ερωτικού πάθους και η σχέση μαζί τους γίνεται αποδεκτή – μέχρι ενός ορίου.

Το γενικό όμως γίνεται προσωπικό και αποκτάει έντονο υπαρξιακό τόνο στις ιστορίες του βιβλίου «Αναμνήσεις ενός Αντισημίτη» που αποτελεί μέρος μιας χαλαρής τριλογίας – θα κυκλοφορήσουν και τα υπόλοιπα βιβλία από τις εκδόσεις Δώμα. Ο συγγραφέας σαν άλλος «υπνοβάτης» (από την περίφημη τριλογία του Ε.Μπροχ «Οι Υπνοβάτες»), έχει την ικανότητα και την διαύγεια της παρατήρησης του εαυτού του ως άλλον. Χωρίς καταγγελτικό ύφος, αλλά με σαρκασμό και ειρωνεία, αυτοσυνείδηση και συμπόνια, ο Φον Ρετσόρι περιγράφει την πορεία του ήρωά του (ουσιαστικά του ιδίου ας μη γελιόμαστε), τις αλλαγές που βιώνει στην διάρκεια της ζωής του, την σχετικότητα των εννοιών («αλήθεια – ψέμα», «μίσος – αγάπη»).
 
Ο ήρωας του Φον Ρετσόρι είναι ένας άνθρωπος κοσμοπολίτης και δεν σκαλίζει ιδιαίτερα τι υπάρχει κάτω από την επιφάνεια. Μπορούμε να πούμε ότι στις κινήσεις του, βλέπουμε το «βάρος της ελαφρότητας». Τον ενδιαφέρει να περνάει καλά και όσο γίνεται πιο ανώδυνα, να είναι παρατηρητής, που όμως μετά το τέλος του Β παγκόσμιου πολέμου όπου καταφέρνει κακήν κακώς να επιβιώσει, μετατρέπεται σε έναν πιο στοχαστικό και εμφανώς αλλαγμένο άνθρωπο που πλέον έχει κατανοήσει πολλά.
 
Αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα μαθητείας, αλληγορικό δράμα σε θραύσματα, αυτόνομα διηγήματα, αλλά ίσως και περισσότερο memoir (αφήγημα). Είναι στην κρίση του αναγνώστη να αποφασίσει, αλλά εκείνο που δεν μπορεί παρά να παραδεχτεί είναι η τεράστια γοητεία που ασκεί το στιλάτο, πλημμυρισμένο με μαύρο χιούμορ και σοφιστικέ (αλλά όχι επιτηδευμένο), λογοτεχνικό ύφος του Φον Ρετσόρι, που σε πολλά σημεία θυμίζει αυτό του Κλ. Μάγκρις στον «Δούναβη» και τους «Μικρόκοσμους». Οι υπέροχες «Αναμνήσεις ενός Αντισημίτη» είναι ένα βιβλίο για την μνήμη και την νοσταλγία και, μια σαγηνευτική και αφοπλιστική περιγραφή ενός κόσμου χαμένου, ενός παρελθόντος που ανήκει πλέον μόνο στην Ιστορία και στην μυθοπλασία, είναι ένα ταξίδι από αυτά που μόνο η αληθινή Λογοτεχνία μπορεί να σου χαρίσει.
 
Βαθμολογία: 87 / 100


 
Τρίτη, Απριλίου 20, 2021
posted by Librofilo at Τρίτη, Απριλίου 20, 2021 | Permalink
Οι ιστορίες του Bernard Malamud ("Το Μαγικό Βαρέλι και άλλες ιστορίες")
Ο άνθρωπος βρίσκεται στο επίκεντρο του λογοτεχνικού σύμπαντος, του μεγάλου Αμερικανοεβραίου συγγραφέα Bernard Malamud (1914-1986, Νέα Υόρκη, Η.Π.Α.). Ο καθημερινός βίος με τις απογοητεύσεις και τους φόβους του, το καθημερινό βάσανο και οι ταλαιπωρίες, τα καθημερινά προβλήματα και οι μικροχαρές απεικονίζεται στη μυθοπλασία του συγγραφέα. Κάθε λογοτεχνικό έργο του Μάλαμουντ, που μεταφράζεται και εκδίδεται στη χώρα μας, προσφέρει ύψιστη λογοτεχνική απόλαυση, από το «Ενοικιοστάσιο» των αρχών της δεκαετίας του ’80 έως τον πιο πρόσφατο «Μάστορα».
 
Η έκδοση μιας σχεδόν πλήρους συλλογής των διηγημάτων του Μάλαμουντ, συνιστά από μόνη της ένα εκδοτικό γεγονός. Ο καλαίσθητος τόμος με τις 30 ιστορίες με τίτλο «ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΒΑΡΕΛΙ και άλλες ιστορίες» (εκδ. Καστανιώτη, μετάφρ. Σταυρ. Αργυροπούλου και εισαγωγή του επιμελητή της πρωτότυπης έκδοσης Ρ. Ζιρού, σελ. 508), παρότι δεν είναι πλήρης (λείπουν 25 ιστορίες από τον τόμο «Complete stories», που ίσως προειδοποιούν για Β τόμο στην ελληνική έκδοση), προσφέρει ένα πανόραμα του ύφους του συγγραφέα.
 

Τα διηγήματα του τόμου αυτού, ξεκινάνε από την δεκαετία του 40 και τα περισσότερα εκτυλίσσονται στη Νέα Υόρκη, εκτός από 5 ιστορίες που διαδραματίζονται στην Ιταλία (κυρίως στη Ρώμη) των τελευταίων χρόνων της δεκαετίας του 50, ενώ το βιβλίο κλείνει με ένα ευφυέστατο θεατρικό μονόπρακτο. Παρατηρούμε το ύφος του Μάλαμουντ να μεταβάλλεται όπως προχωράνε χρονολογικά οι ιστορίες, να γίνεται πιο σύνθετο, με περισσότερο χιούμορ (που είναι πολύ έντονο στις «Ιταλικές ιστορίες») ενώ να εισέρχονται φαντεζί στοιχεία στον άκρατο αρχικό ρεαλισμό.
 
Ίσως το αντιπροσωπευτικότερο διήγημα του συγγραφικού ύφους του Μάλαμουντ, είναι αυτό που δίνει τον τίτλο στη συλλογή. «Το μαγικό βαρέλι» είναι μια ιστορία που συνδυάζει τον ρεαλισμό με το φανταστικό στοιχείο μέσα σε ένα κωμικοτραγικό πλαίσιο. Η αναζήτηση της κατάλληλης συντρόφου για τον επίδοξο ραβίνο Λίο Φινκλ, τον φέρνει στην ανάγκη της χρησιμοποίησης ενός προξενητή που μοιάζει να έρχεται από ένα απόκοσμο πλαίσιο. Όσο προχωράνε οι συζητήσεις και η προσφορά συζύγων, η κατάσταση γίνεται όλο και πιο ιδιόρρυθμη, με τις αρχικές προθέσεις του Φινκλ να μεταβάλλονται αντικατοπτρίζοντας τις εσωτερικές του παλινωδίες, έως ότου η λύση θα προκύψει από κάτι πολύ κοντινό και τελείως αναπάντεχο.
 
Ο κάθε αναγνώστης, θα βρει τα διηγήματα που του ταιριάζουν περισσότερο ή θα σταθεί σε αυτά. Το αγαπημένο μου της συλλογής, είναι το αριστουργηματικό «Τα πρώτα εφτά χρόνια», όπου έχουμε μια τυπική «Μαλαμουντιανή κατάσταση», η οποία εκτυλίσσεται στην εβραϊκή γειτονιά (στο γκέτο) της Νέας Υόρκης σε μια αφοπλιστική ιστορία. Ο τσαγκάρης πατέρας θέλει να παντρέψει την μονάκριβη κόρη του, με έναν νεαρό φοιτητή που θεωρεί σοβαρό και με «καλές προοπτικές», ο οποίος όμως απογοητεύει την νεαρά με τις πεζές και καθαρά φιλοχρήματες ιδέες του. Την ίδια ώρα, ο βοηθός του τσαγκάρη, ένας άχρωμος και άγευστος άνθρωπος που ουσιαστικά κρατάει το μαγαζί, παραιτείται απογοητευμένος με την προσπάθεια του τσαγκάρη να παντρολογήσει την κόρη του. Διότι ο βοηθός είναι από χρόνια κρυφά ερωτευμένος μαζί της και μάλιστα δουλεύει με έναν μισθό της πείνας, για να βρίσκεται κοντά της και να την βλέπει. Ο Μάλαμουντ θέτει εξαρχής τα ηθικά διλήμματα που προκύπτουν – την σχέση ύλης και πνεύματος, τι μπορεί να σημαίνει «καλό μέλλον», «ευτυχισμένη ζωή», «επιτυχημένος γάμος».
 
Μεροκαματιάρηδες, μικροέμποροι, μπακάληδες, τεχνίτες, ραβίνοι, χήροι, παντρεμένοι, ζευγάρια, ξενοδόχοι, πωλητές, σπιτονοικοκύρηδες και νοικάρηδες, οι περισσότεροι (αν όχι όλοι) ήρωες των ιστοριών του Μάλαμουντ, είναι Εβραίοι που έχουν απογοητευτεί από τη ζωή, έχουν καταπιέσει τα συναισθήματα και τις ανάγκες του, μάχονται για την καθημερινότητα με πολλές φορές αμφισβητήσιμη ηθική, όπως στο εκπληκτικό διήγημα «Ο λογαριασμός», όπου ένας θυρωρός δημιουργεί ένα μεγάλο (για τα δεδομένα) χρέος στο μικρό μπακάλικο του γείτονά του και αποφεύγει να το πληρώσει μέχρι που ο τελευταίος αρρωσταίνει και πεθαίνει.
 
Στις ιστορίες που εκτυλίσσονται στην Ιταλία, τα βασικά μοτίβα παραμένουν, αλλά το εξωτερικό πλαίσιο διαφοροποιείται. Οι ήρωες των διηγημάτων αυτών, είναι Αμερικανοί που βρίσκονται στη Ρώμη και στην Φλωρεντία, με ή χωρίς υποτροφία, και προσπαθούν να κατανοήσουν τους Ιταλούς που ταλαιπωρημένοι και οικονομικά κατεστραμμένοι από τον Β παγκόσμιο πόλεμο, προσπαθούν να επιβιώσουν. Οι καταστάσεις που δημιουργούνται είναι άλλοτε δραματικές, άλλοτε κωμικές, ενώ και πάλι ξεχωρίζει η οπτική του Μάλαμουντ πάνω στους ανθρώπους και στα προβλήματά τους, η έμφαση στην καθημερινότητά τους.
 
«Η Ίντα κοίταξε το ρολόι. Ήταν δέκα και μισή. Για μια στιγμή μπήκε στον πειρασμό να κλείσει το μαγαζί, αλλά αποφάσισε να μην το κάνει. Το σουπερμάρκετ A & P ήταν κλειστό. Αυτή ήταν η μοναδική ώρα που μπορούσε να ελπίσει ότι θα έβγαζε μερικά σεντς. Αποθαρρημένη, αναλογίστηκε τη ζωή της. Ύστερα από είκοσι χρόνια έγγαμου βίου, ένα παγωμένο διαμέρισμα κι ένα εξαθλιωμένο μπακάλικο. Κοίταξε γύρω της το μαγαζί μισώντας κάθε του ίντσα, το βρώμικο παράθυρο, τα άδεια ράφια όπου στα σημεία που δεν υπήρχαν κονσέρβες φαινόταν η παλιά καφετιά ταπετσαρία, το παλιομοδίτικο ξύλινο ψυγείο, τους λεκιασμένους μαρμάρινους πάγκους, το σκληρό πάτωμα, την κακομοιριά, τη φτώχεια, και τα δύσκολα χρόνια της δουλειάς – κι όλα αυτά γιατί; -, για να δέχεται προσβολές από έναν άντρα που δεν καταλάβαινε και δεν εκτιμούσε τις θυσίες της και την παράταγε μόνη της για να πάει επάνω να κοιμηθεί. Έξω άκουγε τον αέρα να λυσσομανά κι ένιωθε ότι κρύωνε. Έπρεπε να ανασκαλέψει τη σόμπα και να τη γεμίσει κάρβουνο, αλλά ήταν τόσο κουρασμένη. Η Ίντα αποφάσισε να κλείσει το μαγαζί. Δεν άξιζε να το κρατήσει ανοιχτό. Ήταν καλύτερα γι’ αυτήν να πάει για ύπνο και να σηκωθεί την επομένη όσο αργά της άρεσε. Ας πιάσει αυτός να ετοιμάσει μόνος του το πρωινό του και το δείπνο του. Ας κάτσει να σφουγγαρίσει το πάτωμα της κουζίνας και να καθαρίσει το ψυγείο. Ας κάνει αυτός όλα τα πράγματα που έκανε εκείνη, και τότε θα μάθει πώς πρέπει να της μιλάει. Κλείδωσε την μπροστινή πόρτα, έκλεισε τα φώτα της βιτρίνας και τράβηξε το κορδονάκι σε καθεμία από τις λάμπες του ταβανιού, σβήνοντας τα φώτα καθώς πήγαινε προς την πόρτα του διαδρόμου.» («Το Μπακάλικο»)


 
Ο Μάλαμουντ έχει ως σημείο εκκίνησης στις ιστορίες του, τον Εβραίο αλλά δεν στέκεται σε στερεότυπα και χαρακτηριστικά των ανθρώπων της φυλής του. Ο εβραίος για τον Μάλαμουντ (ως πιο οικεία φιγούρα) είναι ο ανοχύρωτος άνθρωπος που (ίσως και λόγω ιδιοσυγκρασίας) έχει έντονο το μελοδραματικό στοιχείο στην προσωπικότητά του, αυτός που παλεύει για την επιβίωσή του. Ο συγγραφέας, στέκεται με συμπόνια απέναντι στους ήρωές του, συμπάσχει και ιδρώνει, αγωνιά και μάχεται μαζί τους – προβάλλει μέσω τους μια γενικότερη θεώρηση της ανθρωπιστικής φιλοσοφίας του.
 
Μπορεί στις ιστορίες του να βρίσκουμε σημάδια από τα έργα των μεγάλων Ρώσων κλασσικών (Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Τσέχωφ κυρίως), αλλά είναι γεγονός ότι, η μεγάλη αφηγηματική Αμερικανική παράδοση (κυρίως συγγραφέων όπως Χώθορν και Μέλβιλ) είναι διαρκώς παρούσα στο έργο του, όπως άλλωστε είχε πολλές φορές υπογραμμίσει και ο ίδιος, που θεωρούσε τον Crane, τον S. Anderson και τον Χέμινγουέι ως πρότυπά του.
Έχοντας όμως την μεγάλη εβραϊκή κληρονομιά της προφορικής αφήγησης στο DNA του, ο σπουδαίος αυτός συγγραφέας, είναι ένας αφοπλιστικός παραμυθάς της καθημερινότητας, που υπακούοντας στη δύναμη μιας καλής ιστορίας, μιας στέρεης μυθοπλασίας έρχεται σε αντίθεση με τους «μοντέρνους» συγγραφείς της αφαίρεσης και της έμφασης στην κατασκευή παρά στην μυθοπλασία.
 
Ο Μάλαμουντ χρησιμοποιεί την παραβολή και την αλληγορία στις ιστορίες του, χωρίς όμως να γίνεται διδακτικός. Η μοναξιά, η αγάπη, οι σχέσεις, η ενοχή (κυρίως αυτή), οι ανασφαλείς και εύθραυστοι χαρακτήρες, η διαρκής οικονομική αβεβαιότητα και δυσπραγία, όλα αυτά (και πολλά άλλα) περνάνε μέσα από αυτές τις εξαιρετικές ιστορίες που όλες είναι ξεχωριστές και μοναδικές.

Είναι πολύ δύσκολο να βρεις συλλογή με τόσα πολλά διηγήματα που το ένα είναι καλύτερο από το άλλο, εδώ όμως στο «ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΒΑΡΕΛΙ και άλλες ιστορίες», έχουμε μια τέτοια περίπτωση. Μάθημα αφήγησης και ύφους είναι αυτή η συλλογή που αποτελεί και μια ευκαιρία να γνωρίσει τον μεγάλο αυτό συγγραφέα, ένα πλατύτερο κοινό.
 
Βαθμολογία 87 / 100
 
Τρίτη, Απριλίου 13, 2021
posted by Librofilo at Τρίτη, Απριλίου 13, 2021 | Permalink
"Τα αγόρια του Νίκελ"
Δυο χρόνια πριν, διάβασα το πολυβραβευμένο μυθιστόρημα του Colson Whitehead (1969, Νέα Υόρκη), «Υπόγειος σιδηρόδρομος» και έμεινα άφωνος μπροστά στην αφηγηματική δεινότητα του Αφροαμερικανού συγγραφέα. Διαβάζοντας το επόμενο μυθιστόρημα του συγγραφέα «ΤΑ ΑΓΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΕΛ» («The Nickel boys») – (εκδ. Ίκαρος, μετάφρ. Μυρσίνη Γκανά, σελ.259), που βραβεύτηκε και αυτό με το Pullitzer για το 2020 (ενώ βρέθηκε στη λίστα των Times με τα καλύτερα μυθιστορήματα της δεκαετίας), τα συναισθήματα που βίωσα είναι τα ίδια. Αν δεν είναι αυτό απόδειξη ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα συγγραφικό φαινόμενο, έναν δημιουργό που ενσωματώνει με αριστοτεχνικό τρόπο όχι μόνο την παλαιότερη (όπως έκανε με τον «Υπόγειο σιδηρόδρομο») αλλά και την νεότερη αμερικανική ιστορία μέσα στην μυθοπλασία, τότε ποιο είναι;

Ο δημιουργός του βιβλίου, εμπνέεται από ένα αληθινό γεγονός, την ιστορία του πολιτειακού αναμορφωτηρίου Doziers στην Φλόριδα των Η.Π.Α., που λειτουργούσε για 111 χρόνια, και για μερικά χρόνια ήταν το μεγαλύτερο ίδρυμα του είδους του στη χώρα, ενώ ήταν περιβόητο για την βία, τους βιασμούς, τα βασανιστήρια αλλά και για τους θανάτους των τροφίμων/μαθητών του. Η Πολιτεία της Φλόριδα υποχρεώθηκε από τις πολλές ένορκες καταγγελίες να κλείσει το ίδρυμα το 2011 και ένα χρόνο αργότερα, λόγω των αναρίθμητων ερωτημάτων για δηλωθέντες ως αναιτιολόγητα νεκρούς εφήβους και για τάφους χωρίς διακριτικά, διατάχθηκε ανθρωπολογική έρευνα, που την ανέλαβε το πανεπιστήμιο της South Florida. Τα ευρήματα ήταν σοκαριστικά, αφού βρέθηκαν 55 πρόχειρα σκαμμένοι τάφοι εκτός του νεκροταφείου και πάνω από 100 θάνατοι στο σχολείο. Η υπόθεση δεν έχει κλείσει ακόμα, γιατί υπάρχουν οικογένειες των νεκρών που μηνύουν την πολιτεία, διαδικασίες με αναγνώριση σκελετών με DNA, τάφοι καινούργιοι ανακαλύπτονται με την βοήθεια της τεχνολογίας κ.ο.κ.
 
Η περίπτωση του Doziers λοιπόν, χρησίμευσε στον Whitehead για να τοποθετήσει την δράση του μεγαλύτερου μέρους του μυθιστορήματός του, σε ένα ίδρυμα, που ονομάζεται Νίκελ και βρίσκεται στην Φλόριδα. Εκεί καταλήγει ο πολλά υποσχόμενος και ευφυέστατος έφηβος Έλγουντ Κέρτις, λίγο πριν τις εξετάσεις για το Κολέγιο, όπου έχει επιλέξει να σπουδάσει. Βρισκόμαστε στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60 και ο Έλγουντ μεγαλώνει στη μικρή πόλη, με την γιαγιά του, καθώς οι γονείς του έχουν εξαφανιστεί. Είναι επηρεασμένος από τις ιδέες του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, περί «αξιοπρέπειας» και «αυτοσεβασμού», ονειρεύεται έναν καλύτερο και πιο δίκαιο κόσμο, δουλεύει για να βοηθήσει το σπίτι του, και ένα μεγάλο μέρος της μόρφωσής του, το κάνει μόνος του, με βιβλία από την βιβλιοθήκη.
 
«Υπήρχαν τέσσερις τρόποι να φύγεις. Μέσα στην αγωνία της επόμενης μεταμεσονύκτιας αϋπνίας του ο Έλγουντ αποφάσισε ότι υπήρχε και ένας πέμπτος τρόπος.
Να εξαφανίσεις το Νίκελ.»
 
Από ένα γύρισμα της τύχης (κάνει ωτοστόπ για να πάει σε ένα μάθημα κι ο οδηγός του πολυτελούς αυτοκινήτου που σταματάει μόλις το έχει κλέψει), ο Έλγουντ βρίσκεται μπλεγμένος χωρίς να φταίει και καταλήγει να εκτίσει ποινή δύο ετών στο Νίκελ. Στην αρχή εντυπωσιάζεται από την αρχιτεκτονική των κτιρίων και την άπλα των εγκαταστάσεων, αλλά σύντομα διαπιστώνει ότι κι εκεί ισχύουν επί το χείριστον οι κοινωνικοί διαχωρισμοί, οι συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές για τους μαύρους έγκλειστους, που τιμωρούνται σκληρότερα από τους λευκούς ότι κι αν κάνουν. Πολύ γρήγορα συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται σε ένα τόπο άκρατης βίας και απανθρωπιάς, διαρκούς τρόμου και εκμετάλλευσης, καθώς θα νιώσει στο πετσί του τι σημαίνει «τιμωρία» στο Νίκελ. Θα υπερασπιστεί ένα αγόρι που κακοποιείται στις τουαλέτες και θα βρεθεί τα ξημερώματα στον «Λευκό Οίκο» ή «Εργοστάσιο Παγωτού», ένα κτίριο που λεγόταν έτσι, επειδή όποιος έμπαινε άλλαζε όλα τα είδη χρωμάτων από τις μελανιές. Ο Έλγουντ θα καταλήξει μισοπεθαμένος στο νοσοκομείο κι εκεί θα γνωρίσει τον Τέρνερ, έναν πανούργο παλαιότερο τρόφιμο, που καταφέρνει να ξεγλιστράει με διάφορα τεχνάσματα από τις τιμωρίες και τις εργασίες.
 
Η φιλία του Έλγουντ με τον Τέρνερ είναι καθοριστική για τον ήρωα του βιβλίου. Ο Τέρνερ θα του διδάξει ότι για να επιβιώσει πρέπει να κρατάει «χαμηλό προφίλ», αλλά ο Έλγουντ διατηρεί την πίστη του στους ανθρώπους και θέλει να ακολουθήσει τις διδαχές του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Θα κρατάει αρχείο με τις καθημερινές κομπίνες του προσωπικού, με τις βιαιότητες που βλέπει να διαπράττονται χωρίς πρόβλημα, και θα προσπαθήσει να πείσει τον Τέρνερ να καταγγείλουν στις Αρχές ότι βιώνουν.
 

Οι επιπτώσεις του ρατσισμού στη σύγχρονη Αμερική, τονίζονται καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορίας που αφηγείται ο συγγραφέας με ηρεμία και χωρίς καταγγελτικό ύφος. Παρ’ ότι βρισκόμαστε αμέσως μετά την ψήφιση του νόμου περί ισότητας του 1964, διαπιστώνουμε ότι οι νόμοι παραβιάζονται από τους ανθρώπους που πρέπει να τους εφαρμόσουν. 100 χρόνια μετά την λήξη του Εμφυλίου, τονίζεται εμφαντικά στο μυθιστόρημα, ότι ο Νότος έχει άλλους κανόνες και οι μαύροι τρόφιμοι, είναι τα μόνιμα θύματα μιας παράλογης και αναίτιας βίας, ενώ η Κου Κλουξ Κλαν, είναι παρούσα στο παρασκήνιο, με τους φύλακες και τους απασχολούμενους στο αναμορφωτήριο να βρίσκονται μεταξύ των μελών της. Τα θύματα της ανεξέλεγκτης βίας θάβονται σε ένα κρυφό νεκροταφείο, διαφορετικό από το «επίσημο» ενώ και οι επίσημες αρχές γνωρίζουν αλλά κάνουν τα «στραβά μάτια» συνεχώς.
 
«Πρέπει να πιστέψουμε στην ψυχή μας ότι είμαστε κάποιοι, ότι είμαστε σημαντικοί, ότι είμαστε άξιοι και οφείλουμε να περπατάμε στους δρόμους της ζωής κάθε μέρα με αυτή την αίσθηση αξιοπρέπειας και αυτή την αίσθηση ότι είμαστε κάποιοι.»
 
Ο Whitehead αποδεικνύει σε κάθε σελίδα, την αφηγηματική του δεξιοτεχνία, με ένα έξοχο βιβλίο που ισορροπεί με ακρίβεια και δημιουργικό τρόπο, μεταξύ της ψυχολογικής φόρτισης που αποφέρει μια τέτοιου είδους ιστορία και του ελεγχόμενου συναισθήματος που φροντίζει να μη βαρύνει την ιστορία του. Με συμπόνια και ανθρωπιά περιγράφει τους άτυχους ήρωές του, σε αυτόν τον αγώνα τους για επιβίωση και αξιοπρέπεια, ενώ τονίζει διαρκώς την αντίθεση μεταξύ ανομίας και πίστης για δικαιοσύνη.
 
«Τα αγόρια του Νίκελ», είναι ένα υπέροχο μυθιστόρημα για τον μοναχικό αγώνα του κάθε ανθρώπου για επιβίωση, για την φιλία και την καλοσύνη, για την αλήθεια και την δικαιοσύνη. Η ευφυέστατη ανατροπή του τέλους, δικαιώνει την επιλογή του συγγραφέα, καθώς ο αναγνώστης δεν περιμένει ένα τέτοιο φινάλε (καθώς όλα τα σημάδια οδηγούσαν προς μάλλον κάτι κοινότοπο), που κλείνει αρμονικά την ιστορία. Δεν φτάνει στο ύψος του «Υπόγειου Σιδηρόδρομου», αλλά είναι κι αυτό ένα θαυμάσιο και συγκλονιστικό μυθιστόρημα από έναν συγγραφέα που θα μας χαρίσει πολλές (ακόμα) ωραίες στιγμές στο μέλλον.
 
Βαθμολογία 84 / 100


 
Τετάρτη, Απριλίου 07, 2021
posted by Librofilo at Τετάρτη, Απριλίου 07, 2021 | Permalink
"Κορίτσι, γυναίκα, άλλο"
Ομολογώ ότι με δυσπιστία ξεκίνησα να διαβάζω το βραβευμένο με το (ιδιαίτερα σημαντικό) βραβείο Booker του 2019 (εξ ημισείας με την σπουδαία Margaret Attwood), μυθιστόρημα, «ΚΟΡΙΤΣΙ, ΓΥΝΑΙΚΑ, ΑΛΛΟ» («Girl, Woman, Other»), της Αγγλονιγηριανής συγγραφέως Bernardine Evaristo (1959, Λονδίνο) – (εκδ. Gutenberg, σειρά Aldina, (έξοχη) μετάφρ. Ρ.Χατχούτ, σελ. 639). Η αμφισημία μου αυτή, οφειλόταν κατά το μεγαλύτερο μέρος της, στο υπερβολικό hype γύρω από αυτό το βιβλίο, τις ενθουσιώδεις κριτικές που άκουγα και διάβαζα, τα επιφωνήματα θαυμασμού – στοιχεία που με συγκρατούσαν και ξεκίνησα να το διαβάζω με αμφίσημη διάθεση και «ζωσμένος» με προκαταλήψεις.
 

Ευτυχώς, η ορμή και η ζωντάνια του μυθιστορήματος της Εβαρίστο, με ηρέμησαν και χωρίς να ενθουσιάζομαι από την αρχή, διάβασα τις πρώτες σελίδες. Το βιβλίο όμως με κράτησε και με «αιχμαλώτισε», μετά τη μέση του, όταν το χιούμορ είναι διάχυτο, οι χαρακτήρες αποκτούν ταυτότητα και είναι στέρεοι ενώ νιώθεις, ότι όλα γίνονται για κάποιο λόγο και τα πολλά μηνύματα που θέλει να περάσει η συγγραφέας, δεν βαραίνουν την εξέλιξη του βιβλίου, που από κάποια στιγμή (και χωρίς να καταλάβεις πως) θέλεις να το διαβάζεις όπου κι αν βρίσκεσαι.
 
Το «Κορίτσι, Γυναίκα, Άλλο» αποτελείται από τις ιστορίες 12 διαφορετικών μεταξύ τους γυναικών, όλες μαύρες ή μιγάδες που με κάποιο τρόπο, έστω και χαλαρό, συνδέονται μεταξύ τους. Δεν μιλάμε εδώ για την θεωρία του «six degrees of separation» (ότι κάθε άνθρωπος στον πλανήτη συνδέεται μέσω μιας αλυσίδας συμπτώσεων, που έχει τουλάχιστον πέντε ενδιάμεσους), παρότι το μυαλό καθενός μπορεί να πάει εκεί.
 
Η Εβαρίστο συνδέει τις ιστορίες της σε τέσσερα κεφάλαια, που το καθένα έχει την αφήγηση τριών από αυτές τις ηρωίδες, αλλά το βιβλίο ουσιαστικά δομείται γύρω από το ανέβασμα ενός έργου της Άμα Μπονσού (μιας από τις 12 ηρωίδες του βιβλίου), με τίτλο «Η τελευταία Αμαζόνα της Δαχομέης». Το έργο δεν ανεβαίνει σε κάποιο περιθωριακό θέατρο, αλλά στο National Theatre, και αποτελεί το επιστέγασμα και την δικαίωση της μακράς πορείας της Άμα, από ακτιβίστρια συγγραφέα και σκηνοθέτη σε αναγνωρισμένη δημιουργό. Είναι η βραδιά της πρεμιέρας και στο κοινό κάθονται οι περισσότερες από τις 12 ηρωίδες του βιβλίου, οπότε η σκυτάλη περνάει από την μία στην άλλη, σαν να βρίσκεσαι σε ένα πάρτι και η οικοδέσποινα (στην προκειμένη περίπτωση η Εβαρίστο) να σου συστήνει τις καλεσμένες της.
 
Η αφήγηση λοιπόν, ξεδιπλώνεται από την Άμα, μια δυναμική, ανεξάρτητη ομοφυλόφιλη, που ξεκίνησε με ένα μικρό ανατρεπτικό θίασο την δεκαετία του ’80 και τώρα νιώθει ανασφαλής μετά από τόσα χρόνια, περιμένοντας οι κριτικοί να την κατασπαράξουν που έγινε «mainstream» όπως πιστεύει. Έχει μια κόρη την Γιαζ, που σπουδάζει Αγγλική Φιλολογία, είναι μια τυπική 19χρονη, που αγαπάει να μισεί τη μητέρα της (και τούμπαλιν), την απασχολούν τα γκομενικά, το τι θα κάνει στη ζωή της, με κριτική διάθεση απέναντι στα πάντα. Η παλαιότερη φίλη της Άμα, είναι η Ντομινίκ που θα έρθει στο Λονδίνο από την Καλιφόρνια για την παράσταση. Μαζί με την Άμα κάποτε φτιάξανε τον θίασο, οργάνωναν ακτιβιστικές δράσεις, θα ερωτευτεί όμως κεραυνοβόλα μια Αμερικανίδα εντυπωσιακή γυναίκα και θα φύγει μαζί της για μια περιπέτεια που καταλήγει άσχημα. Θα παραμείνει όμως στις Η.Π.Α. αξιοποιώντας εκτός από την Βρετανική προφορά της και την ικανότητά της στις live εκδηλώσεις, κάνοντας καριέρα εκεί.
 
Το δεύτερο κεφάλαιο, παρακολουθεί τις ιστορίες της Κάρολ, της Μπούμι και της ΛαΤίσα, ίσως (κυρίως οι δύο πρώτες) οι πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες του βιβλίου. Η Κάρολ θα μπορούσε να είναι μια από τις Αμαζόνες πρωταγωνίστριες του θεατρικού έργου της Άμα. Μετά από έναν επώδυνο βιασμό στα 13 της, που παραλίγο να της καταστρέψει τελείως τη ζωή, συνέρχεται με την βοήθεια μιας καθηγήτριάς της και διαπρέπει, σπουδάζοντας με υποτροφία στην Οξφόρδη (οι σελίδες γύρω από τις σπουδές της είναι εκπληκτικές), προσπαθώντας να αποτινάξει από πάνω της, την Νιγηριανή κληρονομιά της. Θα κάνει καριέρα στον τραπεζικό τομέα, και θα ερωτευτεί έναν λευκό άνδρα αριστοκρατικής καταγωγής, σοκάροντας την μητέρα της, την Μπούμι που δούλευε καθαρίστρια για να μεγαλώσει την κόρη της, χωρίς σύντροφο. Η Μπούμι, που θα κάνει δικιά της εταιρεία καθαρισμού θα συνειδητοποιήσει σιγά σιγά την δύναμή της και ουσιαστικά μέσα από την ιστορία θα ωριμάσει. Η ζωή της ΛαΤίσα, κάποτε κολλητής φίλης τής Κάρολ, θα ανατραπεί όταν θα βιώσει την φυγή του πατέρα της. Η ΛαΤίσα, προβληματική ως έφηβη, θα κάνει παιδιά από τρεις διαφορετικούς άντρες και θα αγωνίζεται διαρκώς να τα φέρνει βόλτα με την αβάσταχτη καθημερινότητα.
 
«…την έχουν πατήσει
Ετσι κι αλλιώς την έχουν πατήσει όλες, συμφωνούν
όταν τελειώσουν το πανεπιστήμιο θα έχουν ένα τεράστιο χρέος, ενώ ο τρελός ανταγωνισμός για δουλειές και τα εξωφρενικά νοίκια σημαίνουν ότι η γενιά της θα πρέπει να γυρίσει στο πατρικό σπίτι γ ι α π ά ν τ α, γεγονός που θα οδηγήσει ακόμα περισσότερα απ’ αυτά τα παιδιά να απελπιστούν για το μέλλον, από τη μια με τον πλανήτη που ετοιμάζεται να διαλυθεί κι από την άλλη με το Ηνωμένο Βασίλειο που σύντομα θα αποχωρήσει από την Ευρώπη που και η ίδια έχει πάρει την κατρακύλα στην κατηφόρα της αντίδρασης και φέρνει τον φασισμό ξανά στη μόδα και είναι σκέτη τρέλα το ότι ο αηδιαστικός πορτοκαλής δισεκατομμυριούχος έχει ρίξει σε νέα τάρταρα το πνευματικό και ηθικό επίπεδο με το να είναι πρόεδρος της Αμερικής και βασικά όλα αυτά σημαίνουν ότι η προηγούμενη γενιά ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ και η δική της γενιά είναι καταδικασμέεεεεενη εκτός κι αν αποσπάσουν τον πνευματικό έλεγχο από τους μεγαλύτερους τους
όσο το δυνατόν πιο γρήγορα»
 
Στο τρίτο κεφάλαιο, παρακολουθούμε τις ιστορίες των δύο καθηγητριών του σχολείου που φοίτησαν η Κάρολ και η ΛαΤίσα (με διαφορετικά αποτελέσματα), της Σέρλι και της Πενέλοπι, όπως και της μητέρας της πρώτης, Γουίνσομ. Η Σέρλι που ουσιαστικά μεταμόρφωσε και διαμόρφωσε την Κάρολ, είναι μια καθηγήτρια που ξεκινάει με όνειρα την καριέρα της για να αποσυντονιστεί στη συνέχεια και να απογοητευτεί από το εκπαιδευτικό σύστημα. Στην αρχή ουσιαστικά ανταγωνίστριες με την μεγαλύτερη και πιο έμπειρη συνάδελφό της Πενέλοπι, αργότερα καθώς είναι και οι δύο κουρασμένες και χωρίς κίνητρα από το σύστημα, έρχονται πιο κοντά, ενώ και οι γάμοι τους καταρρέουν για διαφορετικούς λόγους. Η Γουίνσομ είναι η μητέρα της Σέρλι που αφού εξιστορεί την σχέση της με τον άντρα της και τις δυσκολίες της προσαρμογής του στην Αγγλία από τις Δυτικές Ινδίες, αποκαλύπτεται ότι είναι ερωτευμένη με τον σύζυγο της κόρης της, Σέρλι, τον αρρενωπό Λένοξ.
 
Το τέταρτο κεφάλαιο, περιλαμβάνει τους τρείς τελευταίους χαρακτήρες του βιβλίου και έναν από τους πιο καθοριστικούς και αμφιλεγόμενους, αυτόν της Μέγκαν που γίνεται Μόργκαν μετά από μια ζωή γεμάτη ουσίες και οικογενειακή απόρριψη, ενώ αυτοκαθορίζεται ως μη-δυαδική (είναι το «Άλλο» του τίτλου) και βιώνει μια μοναδική αναγνωρισιμότητα μέσω των κοινωνικών δικτύων. Το Μόργκαν και η ερωτική του σύντροφος Μπίμπι, επισκέπτονται συχνά την Χάτι στη φάρμα της. Η Χάτι είναι 93 ετών και μαζί με την κόρη της Γκρέις, κλείνουν την πινακοθήκη των 12 χαρακτήρων του βιβλίου και μέσα από τις ιστορίες τους, θα περιηγηθούμε σε μια εκατονταετία κοινωνικών διακρίσεων και αλλαγών της Βρετανικής κοινωνίας.
 
Στο πέμπτο κεφάλαιο, και με την ευκαιρία της δεξίωσης μετά την παράσταση, αρκετοί από τους χαρακτήρες του βιβλίου, θα μιλήσουν, θα γνωριστούν ή θα ξαναθυμηθούν ο ένας τον άλλον, ενώ μια αποκάλυψη για την πραγματική ταυτότητα μιας από τις ηρωίδες, κλείνει με τον καλύτερο τρόπο το μυθιστόρημα.
 
«…παρατήρησε τις φίλες της που αστειεύονταν, όπως συνήθως, καθώς ετοιμάζονταν να καθίσουν στα πίσω θρανία και να κάνουν χαβαλέ στην τάξη
τη ΛαΤίσα, που θεωρούσε ότι η μελέτη ήταν για βλαμμένους, μάγκα μου, για βλαμμένους
την Κλόι, που είχε μια παράλληλη απασχόληση στο σχολείο ως προμηθεύτρια έκστασι
τη Λόρεν, που την ενδιέφερε μόνο το επόμενο πήδημα
και της Κάρολο τής φάνηκε σαν να τις έβλεπε σε μια οθόνη σ’ ένα ντοκιμαντέρ για ένα κακό δημόσιο σχολείο του Λονδίνου, με τις φούστες ανασηκωμένες, τις γραβάτες λυμένες, έχοντας παραβεί κάθε σχολικό κανονισμό για τα μαλλιά, το βάψιμο και τα κοσμήματα
είδε το μέλλον τους και το δικό της, ανήλικες μητέρες να σπρώχνουν καροτσάκια, να σπρώχνουν ωρολογιακές βόμβες χωρίς πατέρα
ψάχνοντας συνέχεια στις πτυχές των καναπέδων για να βρουν ψιλά να βάλουν στον μετρητή αερίου, σαν τη μαμά
να ψωνίζουν από φτηνομάγαζα, σαν τη μαμά
να τριγυρίζουν στις λαϊκές αγορές την ώρα που έκλειναν ψάχνοντας για αποδιαλέγματα, σαν τη μαμά
όχι εγώ, όχι εγώ, όχι εγώ, είπε, θα πετάξω πάνω και πέρα
θα φύγω    από ουρανοξύστες με ασανσέρ που βρωμάνε κάτουρο
θα φύγω    από ελεεινές κακοπληρωμένες δουλειές ή τις ουρές για τα
                 επιδόματα ανεργίας
θα φύγω    από το να μεγαλώσω τα παιδιά μόνη μου
θα φύγω    από το να μην μπορώ ποτέ να αποκτήσω δικό μου σπίτι, σαν
                 τη μαμά
                 ή να μην μπορώ να πηγαίνω τα παιδιά μου διακοπές ή στον
                 ζωολογικό κήπο σαν τη μαμά
                 ή στον κινηματογράφο ή στο πανηγύρι ή οπουδήποτε εκτός
                 από την εκκλησία»
 


Το λογοτεχνικό ύφος της Εβαρίστο, εντυπωσιάζει από την πρώτη σελίδα. Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο, χωρίς τελεία (αυτό το σημείο στίξης απουσιάζει εντελώς), σε παραγράφους που θυμίζουν ποίημα, με μακροπερίοδο λόγο, που όμως έχει παύσεις. Το βιβλίο είναι δομημένο με τέτοιο αξιοθαύμαστο τρόπο, που ρέει (βοηθούσης της εξαιρετικής μετάφρασης της Ρένας Χατχούτ) αβίαστα, και διαβάζεται πολύ άνετα και εύκολα, αφού ο αναγνώστης μπει στον (τελείως φαινομενικά χαλαρό) ρυθμό του.
 
Η συγγραφέας περιγράφει τις ηρωίδες της, σε στιγμές καθημερινότητας – πηγαίνοντας στη δουλειά, χαλαρώνοντας με ένα ποτήρι κρασί, μιλώντας σε οικογενειακά δείπνα -, αφήνοντας έτσι τις ιστορίες να κυλήσουν κατά τέτοιο τρόπο, που, ο αναγνώστης να αντιληφθεί το ποια είναι και πως έφτασε εδώ η κάθε μια από τους χαρακτήρες που έχει επιλέξει. Είναι γεγονός ότι δεν είναι όλοι οι χαρακτήρες ενδιαφέροντες, ενώ κάποιες φορές νιώθεις ότι οδηγούμαστε σε καρικατούρες προσώπων με τις κάπως υπερβολικές και πολύ κραυγαλέες εκφράσεις που χρησιμοποιούνται, αλλά με την εξέλιξη του βιβλίου, οι χαρακτήρες πυκνώνουν σε δομή, γίνονται πιο στέρεοι (η Μπούμι, η Σέρλι, η Χάτι, η Γκρέις) και περισσότερο αυθεντικοί.
 
Το βιβλίο είναι ουσιαστικά μια τοιχογραφία όχι μόνο της «Αφρικανικής διασποράς», αλλά και των τελευταίων 100 χρόνων της Βρετανικής κοινωνίας σε σχέση με τους μετανάστες και την αλλαγή στην δομή της κοινωνίας. Η Εβαρίστο πανοραμικά μεταφέρει τη δράση της, από τις εξεγέρσεις στην Αφρικανική ήπειρο στο πρώτο μισό του 20 αιώνα, στη μαύρη αγορά πετρελαίου στη Νιγηρία, έως τις προκαταλήψεις της Αγγλικής κοινωνίας απέναντι σε μικτούς (λόγω χρώματος) γάμους σε επαρχιακές πόλεις και στην επέλαση του Brexit στα βόρεια της χώρας. Οι ηρωίδες του βιβλίου, μετανάστες ή παιδιά αυτών, παλεύουν να ενσωματωθούν κοινωνικά και επαγγελματικά, πολλές φορές με όλες τις συνθήκες και τα γεγονότα εναντίον τους.
 
Μπορεί κάπου να κυριαρχεί η φλυαρία και οι ιστορίες να είναι ανισομερείς σε ενδιαφέρον, αλλά το «Κορίτσι, γυναίκα, άλλο», είναι υπόδειγμα ποιοτικής λαϊκής (με την έννοια του «crossover»), queer λογοτεχνίας, που μπορεί να διαβαστεί παντού, σε ΜΜΜ, σε παραλίες, σε καφέ. Χωρίς να καταγγέλει, με ευφυέστατο και φαινομενικά απλό τρόπο περνάει τα μηνύματα που θέλει ακόμα και στον πιο ανυποψίαστο αναγνώστη. Πλημμυρισμένο από σελίδες (μαύρης) χαράς και πόνου, από χιούμορ, ζωντάνια, δυναμισμό και ένταση, βαθιά ενσυναίσθηση και εμφανούς κοινωνικού σχολίου, είναι ένα «βιβλίο αναφοράς», που δικαίως συζητιέται και εντυπωσιάζει.
 
Βαθμολογία 84 / 100


 
Τετάρτη, Μαρτίου 31, 2021
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαρτίου 31, 2021 | Permalink
Φωνές
«Είμαι τόσο λίγο σε μένα, που αυτό που κάνουν από μένα, σχεδόν δεν μ’ ενδιαφέρει.» (145)
 
Για τους ανθρώπους σαν κι εμάς, που έχουμε τα χρονάκια μας, η αποκάλυψη / ανακάλυψη του Αργεντινοιταλού Antonio Porchia (1885 Κονφλέντι, Ιταλία – 1968 Μπουένος Άιρες, Αργεντινή), στις αρχές της δεκαετίας του 90, στην έκδοση-κόσμημα της Στιγμής «Επιλογή από τις Voces» σε μετάφραση του Ε.Χ.Γονατά, αποτέλεσε όχι μόνο μια έκπληξη, αλλά και ένα αναγνωστικό σοκ. Ο Γονατάς απέδωσε περίπου 300 αφορισμούς σε αυτόν τον μικρό τόμο, και αργότερα ήρθε η πλήρης έκδοση της Ινδίκτου, στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, με 1082 αφορισμούς μεταφρασμένους από τον Βασίλη Λαλιώτη, να υπενθυμίσει εμφαντικά την αξία του σπουδαίου συγγραφέα. Η νέα πλήρης, συλλεκτική και καλαίσθητη έκδοση από τις εκδόσεις Bibliotheque, του μικρού τομιδίου «ΦΩΝΕΣ» («Voces»), στην μετάφραση και εξαιρετικό πρόλογο, του Βασίλη Λαλιώτη (σελ.145), δεν διαφέρει από αυτήν των εκδόσεων Ίνδικτος, η οποία όμως είναι από καιρό εξαντλημένη, και ήρθε να γνωρίσει τον Porchia σε νεότερες γενιές αναγνωστών, αλλά και να εμπλουτίσει τις βιβλιοθήκες ημών των φανατικών του σπουδαίου Αργεντίνου συγγραφέα.
 

«Μπαίνει ένας καινούργιος πόνος στο σπίτι και οι παλιοί πόνοι του σπιτιού τον υποδέχονται σιωπηλοί, όχι πεθαμένοι.» (74)
 
Ο Αντόνιο Πόρτσια, ήταν μια ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου και συγγραφέα. Μέχρι τα 17 του έζησε στον Ιταλικό Νότο και λίγο καιρό αφότου πέθανε ο πατέρας του, η μητέρα του παίρνει τα έξι από τα εφτά παιδιά της και μεταναστεύουν στην Αργεντινή, όπου ζουν σε ιδιαίτερα φτωχικές συνθήκες, με τον Αντόνιο να κάνει χειρωνακτικές εργασίες για να βοηθήσει την οικογένεια.
 
«Θα φύγω από σένα, αλλά εσύ μη φεύγεις από μένα. Γιατί θα φύγω από σένα όπως φεύγω από όλα, χωρίς τίποτα να φεύγει από μένα.» (585)
 
Μερικά χρόνια αργότερα, αγοράζουν ένα τυπογραφείο με τον αδερφό του, όπου ο Αντόνιο δουλεύει εκεί μέχρι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’30, που αφήνει τη δουλειά του και αγοράζει ένα σπίτι με κήπο σε μια συνοικία του Μπουένος Άιρες, όπου ασχολείται με την κηπουρική. Έχει ήδη αρχίσει να γράφει τις «Φωνές».
 
«Να γελάς από το να μην γελάς, να κλαις από να μην κλαις: να υπάρχεις από το να μην υπάρχεις.» (831)
 
Ο Πόρτσια, άνθρωπος ταπεινός και μονήρης, αυθύπαρκτος και ευγενής, έκανε παρέα με γλύπτες, ζωγράφους, γενικότερα καλλιτέχνες της εποχής. Συχνάζει στην συνοικία Μπόκα, δεν γράφει πολύ – πέντε, έξι, αφορισμούς τον χρόνο, που τους δούλευε διαρκώς -, είναι ιδανικός στο να υποδέχεται φίλους στο μικρό του σπίτι, κερνώντας τους με άφθονο κρασί, αλλαντικά, φρούτα από τον κήπο του, τα Ισπανικά του είναι λίγο ιδιόμορφα – κάτι που φαίνεται στα γραπτά του.
 
«Δεν έχεις τίποτα και θα μου έδινες έναν κόσμο. Σου χρωστάω έναν κόσμο.» (232)
 
Τις «Φωνές» τον πείθουν να τις βγάλει σε βιβλίο, οι φίλοι του, που τον βλέπουν να τις γράφει σε φύλλα χαρτιού και να τους τις μοιράζει. Η πρώτη έκδοση, των 1000 αντιτύπων, θα εκδοθεί το 1943 και περνάει τελείως απαρατήρητη. Όπως περιγράφει ο φίλος του Roberto Juarroz, δεν ξέρει τι να κάνει με τα αντίτυπα και τα δωρίζει σε μια εταιρεία που διευθύνει μια σειρά από λαϊκές βιβλιοθήκες σε όλη την Αργεντινή.
 
«Η πρώτη μου απογοήτευση υπήρξε η τελευταία μου απογοήτευση. Κατόπιν είχα περισσότερες απογοητεύσεις, γιατί στην ανθρώπινη ψυή πάντα, χωράει  μια απογοήτευση επιπλέον.» (795)
 
Αντίτυπα λοιπόν, των «Φωνών» βρίσκονται σε απομακρυσμένες γωνιές της χώρας, όπου τα ανακαλύπτουν οι απλοί άνθρωποι, που συχνάζουν σε αυτές και η φήμη του βιβλίου, που δεν υπάρχει πλέον στην αγορά, διαδίδεται από στόμα σε στόμα.
 
«Σου χρωστούν τη ζωή κι ένα κουτί σπίρτα και θέλουν να σου πληρώσουν ένα κουτί σπίρτα, γιατί δεν θέλουν να σου χρωστούν ένα κουτί σπίρτα.» (331)
 
Ο Πόρτσια, «υποχρεώνεται» εκ των συνθηκών, να προχωρήσει σε δεύτερη έκδοση, εμπλουτισμένη αυτή τη φορά, με νέες «φωνές» που έγραψε τα πέντε χρόνια που μεσολάβησαν. Τα πράγματα αρχίζουν να παίρνουν τον δρόμο τους, όταν ένας Γάλλος κριτικός που εργαζόταν στην Αργεντινή, θα πιάσει στα χέρια του τις «Φωνές» και θα ενθουσιαστεί. Του προτείνει να γράφει στο μέγιστο λογοτεχνικό περιοδικό της εποχής, το Sur, αλλά η συνεργασία δεν ευοδώθηκε, επειδή οι επιμελητές και οι διορθωτές του περιοδικού, θέλησαν να διορθώσουν τα «τυπικά συντακτικά λάθη» των αφορισμών, αρνούμενοι να κατανοήσουν το μοναδικό εκφραστικό ύφος του συγγραφέα τους.

 
«Ο συγγραφέας του όλου μου δεν είμαι εγώ. Εγώ είμαι ο συγγραφέας τού πως είναι το όλον μου.» (1010)
 
Οι «Φωνές» μεταφράζονται στα Γαλλικά, και προκαλούν τον θαυμασμό συγγραφέων και κοινού. Υπάρχει και μια χαριτωμένη ιστορία, όπου ο Πόρτσια βλέπει στη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου του Μπουένος Άιρες, τη Γαλλική έκδοση, ενώ του είχαν αρνηθεί κάποτε την τοποθέτηση της πρωτότυπης. Σπεύδει να την αγοράσει και ο πωλητής του την συστήνει με θερμά λόγια!
 
«Μια ζωή τελείως συνειδητή, κανείς δεν θα μπορούσε να την υποφέρει.» (870)
 
Η φήμη του εξαπλώνεται, θα προταθεί για βραβεία, θα τον καλέσουν στην Γαλλία όπου θα αρνηθεί να ταξιδέψει, το βιβλίο θα αρχίσει να εκδίδεται σε άλλες χώρες, θα γίνει ιδιαίτερα γνωστός στον αγγλοσαξωνικό κόσμο με την εμβληματική μετάφραση του ποιητή W.S.Merwin, αλλά εκείνος, αφού πρώτα μετακομίσει σε μικρότερο σπίτι λόγω οικοινομικής δυσχέρειας, θα ασχολείται μόνο με τα φυτά του και τους φίλους του.
 
«Αν ήσουν όπως εγώ σε ήθελα, θα ήσουν όπως εγώ ο ίδιος▪ και σαν εμένα ίδιο, δεν θα σε ήθελα.» (1008)
 
Ο Πόρτσια, δεν θα παντρευτεί ποτέ, λίγα πράγματα είναι γνωστά για την ερωτική του ζωή. Θα πεθάνει με τραγικό τρόπο σε ηλικία 83 ετών, όταν χτύπησε το κεφάλι του, πέφτοντας από μια σκάλα που ήταν ανεβασμένος κλαδεύοντας ένα δέντρο στο εξοχικό ενός φίλου του.
 
«Θέλησα να πλησιάσω το σωστό από σωστούς δρόμους. Κι έτσι άρχισα να ζω λάθος.» (248)
 
Τι είναι όμως οι «Φωνές», αυτά τα επιγράμματα που δεν σταματάς να τα διαβάζεις, σαγηνευμένος από την αμφίσημη γοητεία τους και την σοφία που κρύβουν μέσα στις λέξεις τους; Οι μελετητές των αφορισμών αυτών, έχουν ανακαλύψει επιρροές από Επίκουρο, Λάο Τσε, Λα Ροσφουκώ, Κάφκα, Λίχτενμπεργκ, Βουδισμό, Ταοϊσμό, ότι μπορεί να σκεφτεί κανείς. Ο Πόρτσια τα αρνήθηκε όλα, όποτε ερωτάτο για αυτό. Ισχυριζόταν ότι δεν τους γνώριζε καν, δεν τους είχε διαβάσει ποτέ.
 
«Δεν ξέρεις πια τι να κάνεις, ούτε όταν ξαναγίνεσαι παιδί. Και είναι θλιβερό να βλέπεις ένα παιδί που πια δεν ξέρει τι να κάνει.» (402)
 
Στην βιβλιοθήκη του, δεν βρέθηκε κανένα βιβλίο των ανωτέρω. Εξάλλου, δεν διεκδίκησε ποτέ κάτι, έγραφε τις μικρές του προτάσεις και τις μοίραζε σε φίλους…
 
«Όταν βρίσκομαι κοντά σου, λησμονώ το καλό που υπάρχει σε σένα, κι όταν βρίσκομαι μακριά σου, λησμονώ το κακό που υπάρχει σε σένα.» (1047)
 
Μαθήματα ζωής, μαθήματα ήθους από έναν ταπεινό μετανάστη, που μέσα του παρέμεινε ως τέτοιος, μιλώντας με άνεση τα Ιταλικά μέχρι το τέλος της ζωής του, παρότι δεν βγήκε για 66 χρόνια από την Αργεντινή. Οι «Φωνές» αποκαλύπτουν μια ανάγκη για στοχασμό παρά για δράση, για τη μελαγχολία ενός σκεπτόμενου ανθρώπου πάνω στο βάσανο της ύπαρξης.

 
«Ο κόσμος συγχωρεί τα ελαττώματά σου, όχι τις αρετές σου.» (769)
 
Οι αφορισμοί του Πόρτσια δεν έχουν ίχνος έπαρσης, είναι απλά γραμμένες, κατανοητές από τον καθένα, και ερμηνεύονται όπως ο αναγνώστης τους επιθυμεί. Δεν είναι όλοι αφορισμοί στο ίδιο ποιοτικό επίπεδο, ενώ υπάρχουν πολλές επαναλήψεις, που δείχνει ότι τον συγγραφέα τους, δεν τον ενδιέφερε ιδιαίτερα η δημοσίευσή τους. Είναι μικρά κείμενα που δεν γράφονται για κάποιον σκοπό, αλλά ως μια τελείως προσωπική (άρα απόλυτα οικουμενική) ερμηνεία της ζωής. Και γι’ αυτό είναι ιδιαίτερα πολύτιμα.
 
«Φορές πιστεύω πως το κακό είναι όλα και πως το καλό είναι μονάχα ένας ευσεβής πόθος του κακού.» (343)
 
Προσωπικά θεωρώ ότι οι «Φωνές» ανήκουν στη Λογοτεχνία. Όπως ο Μπόρχες έγραψε κάπου: «ο αναγνώστης νιώθει την άμεση (την διαρκή) παρουσία ενός ανθρώπου και του πεπρωμένου του», ή, όπως έλεγε ο Juarroz, οι «Φωνές» είναι μια «απόπειρα βιογραφίας» του συγγραφέα.
 
«Πόσοι, κουρασμένοι από το να ψεύδονται, δεν αυτοκτονούν σε οποιαδήποτε αλήθεια.» (267)
 
Θα έλεγα ότι είναι μια συλλογή υπαρξιστικών μικροϊστοριών, που μπορείς να τις διαβάζεις χωρίς σειρά, και χωρίς πρόγραμμα, ανά πάσα στιγμή. Δεν συνιστάται η ανάγνωσή τους σε «βουλιμικούς αναγνώστες» που διατρέχουν τις σελίδες των βιβλίων, αγωνιώντας να διαβάσουν το επόμενο βιβλίο της λίστας τους, τις «Φωνές» τις διαβάζεις αργά – ίσως και ανάμεσα σε άλλες αναγνώσεις σου -, τις απολαμβάνεις σαν ένα υπέροχο γλυκό, και τις σκέπτεσαι μετά για ώρες.
 
«Το να βρίσκεσαι σε συντροφιά δεν είναι να είσαι με κάποιον, αλλά να είσαι σε κάποιον.» (1082)