Τρίτη, Ιουλίου 07, 2020
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιουλίου 07, 2020 | Permalink
Ένα αλησμόνητο τουρ στην "Άγια Πόλη"

Ένα πολυπρόσωπο μυθιστόρημα που έχει όμως ως πρωταγωνιστή μια πόλη. Ένα καθαρόαιμο νουάρ, που εκρήγνυται στα χέρια του αναγνώστη σαν βόμβα. Ένα "βλάσφημο και ασεβές" βιβλίο που συναρπάζει με τον κυνισμό και την σκληρότητά του. Μιλάω για την υπέροχη "ΑΓΙΑ ΠΟΛΗ" ("Ciudad Santa"), το βραβευμένο (με το βραβείο Dashiell Hammett το 2009) αστυνομικό μυθιστόρημα, του Αργεντίνου συγγραφέα και δημοσιογράφου Guillermo Orsi (Μπουένος Άιρες, 1946), που εκδόθηκε στα ελληνικά από τις νέες και ιδιαίτερα καλαίσθητες εκδόσεις Carnivora (μετάφρ. Ασ. Καμπύλη, σελ. 406).


Μια βόλτα στη λούμπεν πλευρά του Μπουένος Άιρες είναι το μυθιστόρημα του Όρσι. Η "Άγια Πόλη" θα μπορούσε ειρωνικά να αποκαλείται η πρωτεύουσα της χώρας, παραπέμπει όμως και στο όνομα ενός θεματικού πάρκου (που διαδραματίζει τον δικό του ρόλο στην λαβυρινθώδη πλοκή του βιβλίου), της Tierra Santa μιας διαφορετικής Ντίσνεϊλαντ (που βρίσκεται πολύ κοντά στο αεροδρόμιο για πτήσεις εσωτερικού της πόλης), που είναι αφιερωμένο στην θρησκεία - μιας "Ιερουσαλήμ από παπιέ μασέ", όπως χαρακτηριστικά την αποκαλεί ο συγγραφέας.

"Ξέρει ότι η ζωή δεν είναι παιδική χαρά - δυο άντρες στο χώμα είναι τίτλος σπουδών πιο αυθεντικός απ' το πτυχίο της Νομικής του Πανεπιστήμιου του Μπουένος Άιρες -, δεν είναι πεπρωμένο, ούτε σύμπτωση, ούτε κάρμα, ούτε καμιά απ' αυτές τις παπαριές στις οποίες ο κόσμος πέφτει με τα μούτρα, ονειρεύεται το μέλλον του, κάνει ασφάλειες ζωής, εγκαταλείπει το ταίρι του, αλλάζει το παλιό αυτοκίνητο για ένα καινούργιο με μηδενικό κοντέρ. Η ζωή είναι κάτι άλλο, είναι ένα τέρας περίπλοκο όπως η ίδια, ένας καμπούρης που ζητάει αγάπη και του δίνουν ελεημοσύνες - όταν δεν του δίνουν κλοτσιές - πριν του κλείσουν την πόρτα στα μούτρα. Νομίσματα που ξαφνιάζουν, κέρματα, ψιλά για σύντομα ταξίδια με τα λεωφορεία της γραμμής και δικαίωμα να κατέβεις σε οποιαδήποτε γωνιά της οποιασδήποτε άγνωστης πολιτείας."

Η Βερόνικα Μπερούτι, είναι μια χυμώδης σαραντάρα δικηγόρος (ποινικολόγος), που χήρεψε πριν μερικά χρόνια, όταν ο αστυνομικός σύζυγός της, σκοτώθηκε χωρίς ποτέ να αποκαλυφθούν οι δολοφόνοι του. Είχε "ενοχλήσει" πολλούς μετά την κατάθεσή του για τα χρόνια της Δικτατορίας. Η Άνα Τορέντε είναι μια Βολιβιανή πρώην "Μις Βολιβία" στη χώρα της, με την "σαξονική ομορφιά" που την κάνει να ξεχωρίζει, η οποία, ήρθε στην Αργεντινή για να ξεφύγει από το τριτοκοσμικό πλαίσιο της χώρας της. Ο Φρανσίσκο Γκόγια (!) που όλοι ξέρουν με το παρατσούκλι "Πακογκόγια" είναι ένας ελαφρώς σιτεμένος Παραγουανός ζιγκολό, που δουλεύει για ένα κρουαζιερόπλοιο και βγάζει έξτρα μεροκάματα "βολεύοντας" τους μεσήλικες τουρίστες ανεξαρτήτως φύλλου και προτιμήσεων. Η Άνα Τορέντε θα χρειαστεί τις υπηρεσίες της Βερόνικα μετά την δολοφονία του εραστή της, ενώ ο Πακογκόγια που κοιμάται όποτε πιάνει το πλοίο στο Ρίο ντε λα Πλάτα στο κρεβάτι της Βερόνικα, έχει στήσει μια μεγαλειώδη κομπίνα που ελπίζει να του αποφέρει ένα τεράστιο χρηματικό ποσόν.

Στο σκηνικό εισβάλλουν και κάποιοι αστυνομικοί, με κυριότερους εκπρόσωπούς τους, τον ξερακιανό και κουρασμένο Ουρουγουανό Γουόλτερ Καρόσα, που είναι ερωτευμένος από χρόνια με την Βερόνικα - χωρίς όμως ανταπόκριση, πρώην κολλητός του συζύγου της, και που κάτι γνωρίζει για την δολοφονία του, και ο θηριώδης και βίαιος Όσο Μπερλουσκόνι, που έχει την δικιά του ατζέντα, κινούμενος όπως γουστάρει και διαπλεκόμενος με όλους. Και τα δύο αυτά σκληρά αγόρια περιφέρονται γύρω από την "Μις Βολιβία" που τα έχει ελαφρώς μπλέξει από τις πολλές δολοπλοκίες και την υπέρμετρη φιλοδοξία της για χρήμα και δύναμη. Ανάμεσά τους κινούνται, διάφορες περίεργες μούρες, από αστυνομικούς, λαθρέμπορους, δημάρχους και τοπικούς άρχοντες - ενώ στην πλοκή θα εισβάλλει και ο αινιγματικός "Τζάγκουαρ" που σπέρνει στο διάβα του κομμένα κεφάλια.


"Οι αστυνομικοί επισκέπτονται τον τρόμο όπως οι ταξιδιώτες του χρόνου κάνουν μια βόλτα στο παρελθόν, φροντίζοντας να μην αγγίζουν τίποτα, να μην αλλοιώνουν τις συντεταγμένες και τους μεσημβρινούς της παράνοιας ή της αγαλήνευτης μοναξιάς. Η σκηνή του εγκλήματοςή ο ναός όπου κείτεται η αιγυπτιακή μούμια δεν πρέπει να ποδοπατούνται άσκοπα, ούτε είναι φρόνιμο να ταξιδεύεις δίχως πυξίδα. Ακόμα και το κενό έχει προκαθορισμένα μονοπάτια, κι όποιος χαθεί, πεθαίνει."

Ο Όρσι κατασκευάζει ένα σύμπαν παράνοιας, έναν κόσμο που η ζωή δεν έχει καμία αξία. Με σκηνικό την περιοχή που γίνεται το μεγαλύτερο παζάρι με κλεμμένα είδη, και στο ποιος θα κυριαρχήσει εκεί, μέχρι τις απαγωγές επιλεγμένων πλούσιων ζευγαριών από το κρουαζιερόπλοιο που έχει προσαράξει στο Ρίο ντε λα Πλάτα, υπάρχουν συμμορίες που αλληλοεξοντώνονται, μυστηριώδεις τύποι που κινούν τα νήματα, συμμαχίες που αλλάζουν, εμπόριο ναρκωτικών και έρωτες που υποβόσκουν. Καλοί και κακοί δεν υπάρχουν - εκτός ίσως της Βερόνικα Μπερούτι και του Ψυχολόγου φίλου της με τον οποίο μοιράζεται το γραφείο της -, όλοι είναι ικανοί για τα πάντα δημιουργώντας μια εφιαλτική ατμόσφαιρα.


"Ξέρει που πηγαίνει ο επιβάτης του τελευταίου καθίσματος. Ξέρει την πόλη, την έχει ονειρευτεί, δεν υπάρχει γωνιά της που να μην έχει επισκεφτεί κάποια νύχτα, τρέμοντας απ' το κρύο, κουλουριασμένος στις σκάλες του μετρό, σκεπασμένος με εφημερίδες στα κατώφλια εκκλησιών και υπουργείων, κάτω απ' τον ουρανό πάνω στα παγκάκια των πάρκων. Ώσπου έπεσε πάνω στην Άγια Πόλη, φτάνοντας πια στον ποταμό, ένα ηλιόλουστο χειμωνιάτικο πρωινό και, τότε, είπε μέσα του:
Εδώ θα μείνω, αυτή γη είναι ιερή, εδώ θα εξαγνιστώ."

Η σκιά των χρόνων της Δικτατορίας πέφτει βαριά πάνω στους ήρωες του βιβλίου, καθώς, κάποιων ο ρόλος ήταν σκοτεινός αυτή τη περίοδο χωρίς ποτέ να αποσαφηνιστεί, άλλοι ήταν συνεργάτες που την γλύτωσαν εντασσόμενοι στο νέο καθεστώς. Η δράση είναι ιλιγγιώδης και συνεχής, ο ρυθμός καταιγιστικός όπως και οι φόνοι και τα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών. Το χιούμορ είναι διάχυτο στην υπέροχη αφήγηση του συγγραφέα που με μικρά κεφάλαια, προσδίδει συνεχή fade-outs στη ροή της ιστορίας, η οποία, δείχνει μπερδεμένη με τα πολλά πρόσωπα που εισβάλλουν διαρκώς στην εξέλιξή της, αλλά από τη μέση του βιβλίου και μετά το τοπίο ξεκαθαρίζει.

"...υπάρχει μια κάποια αρμονία στο έγκλημα στις πολιτείες σαν το Μπουένος Άιρες, είναι μια όμορφη παλιά ορχήστρα χωρίς βιρτουόζους, όπου όμως κανείς δεν φαλτσάρει, ακόμα και οι έφηβοι είναι βετεράνοι ενός πολέμου ο οποίος εκτυλίσσεται στην παραδίπλα γωνία, δε χρειάστηκε να μελετήσουν στρατιωτικά εγχειρίδια, μεγάλωσαν στους ανθρώπινους σκουπιδότοπους της πόλης, έφαγαν το πρώτο ξύλο πριν καλά καλά μάθουν να περπατάνε, ξέρουν ότι δεν μπορούν ν' αποφύγουν τις μπαμπεσιές αν είναι να κρατηθούν στη ζωή, ότι θα μετανιώσουν μονάχα επειδή δεν πρόλαβαν να πυροβολήσουν πρώτοι."


Όπως προανέφερα, το Μπουένος Άιρες προβάλλει πάνω από όλους τους χαρακτήρες (και είναι πολλοί) ως ο πρωταγωνιστής της ιστορίας που αφηγείται ο ευφυέστατος Όρσι. Μια πόλη με πολλές αντιφάσεις, που αυτοπροβάλλεται (και είναι) ως μια Ευρωπαϊκή πόλη μέσα στη Λατινική Αμερική, με τις συνεχόμενες οικονομικές και πολιτικές κρίσεις τα τελευταία 50 χρόνια που την έχουν πληγώσει ανεπανόρθωτα. Πίσω από την τουριστική πλευρά της πόλης, τα ζουμερά και θελκτικά κρέατα, τα ζευγάρια που χορεύουν τάνγκο στις κεντρικές πλατείες, τα μέγαρα και τα υπέροχα σπίτια του κέντρου, τις συνοικίες των πλουσίων με τους ελέγχους των μονάδων ασφαλείας και την επίπλαστη ηρεμία, τις μεγάλες λεωφόρους και τους σικάτους επιχειρηματίες με τα ακριβά κοστούμια, ξεπροβάλλουν οι συνοικίες με τις καλύβες, η άκρατη μετανάστευση από τις άλλες Λατινοαμερικάνικες χώρες (που φαντάζονται την πόλη ως "πύλη του Παραδείσου"), τα σκουπίδια, τα ποντίκια και οι άνθρωποι που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα προσπαθώντας να εξοικονομήσουν το πιάτο της ημέρας. Οι σελίδες που αφιερώνει ο συγγραφέας, στις περιγραφές της πόλης είναι συγκλονιστικές και ιδιαίτερα ατμοσφαιρικές καθορίζοντας ολόκληρο το ύφος του βιβλίου.

Η "Άγια Πόλη" είναι ένα θαυμάσιο νουάρ, που καθηλώνει και σαγηνεύει τον αναγνώστη, ο οποίος, εάν δεν σταθεί στην ιδιαίτερα μπερδεμένη ιστορία και αφεθεί, θα το απολαύσει στο έπακρο. Με επιρροές από το hard-boiled Αμερικάνικο νουάρ, από το ύφος των (Πατριαρχών του είδους) Χάμετ και Τσάντλερ, με σπιρτάδα και καίριο κοινωνικό σχόλιο που δεν "κραυγάζει", ο Όρσι αποτελεί μια ωραιότατη αναγνωστική έκπληξη.

Βαθμολογία 82 / 100  




 
Πέμπτη, Ιουλίου 02, 2020
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιουλίου 02, 2020 | Permalink
"Σκληρή βροχή"

Σκοτεινά δωμάτια φτηνών ξενοδοχείων, μπιλιαρδάδικα, παραβατικές συμπεριφορές, υποφωτισμένα μπαρ, βία στους δρόμους, αναμορφωτήρια και κελιά φυλακών, μοναξιά και αποξένωση, συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα στο εκπληκτικό "μυθιστόρημα μαθητείας (bildungsroman)", του Αμερικανού Don Carpenter (Καλιφόρνια 1931 - 1995) «ΣΚΛΗΡΗ ΒΡΟΧΗ» («Hard rain falling») - (εκδ. Κλειδάριθμος, μετάφρ. Κατ. Σχινά - εισαγωγή George Pelecanos, σελ. 459). Το βιβλίο που χαρακτηρίστηκε ως αντιπροσωπευτικό της μπίτνικ λογοτεχνίας, είναι ένα μίγμα λογοτεχνίας δρόμου αλλά και λογοτεχνίας φυλακής,  απόλυτα ρεαλιστικό και διεισδυτικό ψυχογράφημα της ζωής των απόκληρων στην μεταπολεμική Αμερική.


Πως μπορείς να επιβιώσεις όταν βγαίνεις από το ορφανοτροφείο στα 17 σου, χωρίς εφόδια και με άδειες τσέπες; Είναι το 1947 και ο Τζακ Λέβιτ, ο ήρωας του μυθιστορήματος του Κάρπεντερ, δεν γνώρισε γονείς, καθώς οι δύο ντεσπεράντος νέοι της δεκαετίας του ’30 που τον έφεραν στον κόσμο βρήκαν τον θάνατο πολύ γρήγορα – εκείνος ήταν ήδη από μωρό στο ίδρυμα, όπου βιάζεται από τα μεγαλύτερα παιδιά και μαθαίνει πώς να επιβιώνει παρασιτικά. Ο Τζακ περιπλανιέται στους δρόμους του Πόρτλαντ, αλητεύει, κάνει μικροκλοπές και περνάει άπειρες ώρες με την παρέα κάποιων εφήβων και καπάτσων νεαρών στα μπιλιαρδάδικα της πόλης. Στους δρόμους θα γνωρίσει την αδικία και την βία, το νόμο της ζούγκλας, βλέπει ότι η πολυπόθητη ανεξαρτησία εκεί έξω, δεν έχει τίποτα το ρομαντικό, έχει μέσα του πολύ θυμό και θέλει να σκοτώσει, να βιαιοπραγήσει για να βγάλει από μέσα του όλα αυτά που τον πνίγουν. Είναι μια κινούμενη απειλή μέχρι να γίνει η έκρηξη. Σε μια διάρρηξη που διοργανώνεται από την παρέα του, στη μονοκατοικία ενός ανθρώπου που νόμιζαν ότι είναι πολύ πλούσιος, ο Τζακ θα βανδαλίσει και θα φερθεί σαν ζώο μέσα στον συνολικό χαμό.

«Εντάξει. Όλα είναι όνειρο. Τίποτα δεν διαρκεί. Πηγαίνεις από το ένα όνειρο στο άλλο και δεν υπάρχει κανένα νόημα σ' αυτή την αλλαγή. Τα μάτια σου βλέπουν και τα αυτιά σου ακούν, αλλά τίποτε απ' όσα βλέπεις ή ακούς δεν έχει λογική. Θα ήταν ευκολότερο να πιστεύεις στον Θεό. Τότε θα μπορούσες να ξυπνήσεις και να χασμουρηθείς και να ανακλαδιστείς και να χαμογελάσεις διάπλατα σ' έναν κόσμο πλασμένο βάσει ενός σχεδίου: συγχώρηση στον θάνατο, τιμωρία του κακού, χαρά για το καλό· ακόμη κι αν το παιχνίδι ήταν παρανοϊκό, τουλάχιστον είχε κανόνες. Ο Τζακ ωστόσο νόημα δεν έβγαζε. Ποτέ του δεν είχε βγάλει νόημα. Και το πρόβλημα τώρα που δεν ήταν ούτε κοιμισμένος ούτε ξύπνιος ήταν ότι όσα έβλεπε και άκουγε πάλι δεν έβγαζαν νόημα.
Μπάχαλο, σκέφτηκε. Ξέρεις αρκετά για να αναγνωρίσεις ότι αυτό που αισθάνεσαι είναι παράλογο, όχι όμως αρκετά για να καταλάβεις το γιατί. Το να κάθεσαι σ' ένα ακόμη άθλιο δωμάτιο ξενοδοχείου περιμένοντας δυο κορίτσια που δεν έχεις δει ποτέ σου για να κάνεις πράγματα που έχει κάνει τόσες φορές σου φέρνει ανατριχίλα και μόνο που το σκέφτεσαι. Πράγματα. Να κάνεις. Που τα ονειρευόσουν όταν δεν μπορούσες να τα έχεις. Όταν υπήρχε στ' αλήθεια μονάχα ένα πράγμα που σ' έκανε να νιώθεις καλά, και τώρα που το έχεις κάνει τόσο πολλές φορές είναι σαν να τραβάς μαλακία. Μόνο που  ποτέ σου δεν το έκανες πραγματικά, έτσι δεν είναι; Ποτέ σου δεν σκότωσες κανέναν στ' αλήθεια. Αυτό ήθελες πάντα να κάνεις, να τινάξεις τα μυαλά κάποιου ανθρώπου στον αέρα· να τον λιώσεις, να τον συνθλίψεις, ώσπου να μην απομείνει τίποτα εκτός από σένα. Αλλά ποτέ δεν το έκανες.»

Σε ένα μπιλιαρδάδικο, αυτός και η παρέα του θα γνωρίσουν τον μικρότερό τους Μπίλι Λάνσινγκ, ένα πανέξυπνο και ανοιχτόχρωμο μαύρο αγόρι από το Σιάτλ που το έχει σκάσει από το σπίτι του για να γίνει πρωταθλητής μπιλιάρδου και να ζήσει από αυτό. Ο Μπίλι βρίσκεται πάντα με χρήματα στη τσέπη από τα στοιχήματα που κερδίζει στο μπιλιάρδο, ο Τζακ στην αρχή κάνει παρέα μαζί του με σκοπό να τον ληστέψει αλλά η προσωπικότητα του Μπίλι θα επιβληθεί σε αυτά τα χωρίς ηθικούς φραγμούς παιδιά. Ο Τζακ όμως θα συλληφθεί για την διάρρηξη και θα σταλεί σε μια φυλακή ανηλίκων, εκεί θα του σπάσουν τον τσαμπουκά με απομονώσεις και τιμωρίες. Θα βγει μετά από μερικά χρόνια και θα κάνει απόπειρες να κερδίσει το ψωμί του, παίζοντας μποξ, αλλά η αφέλειά του θα τον ξαναστείλει στη φυλακή, όταν με ένα φίλο του θα αποπλανήσουν δύο βλαχαδερά κορίτσια που έψαχναν για τη μεγάλη ζωή στη πόλη υποκρινόμενες τις σταρλετίτσες. Ο Τζακ μπλέκει για τα καλά, η ταλαιπωρία του σε αυτή τη ζωή συνεχίζεται, θέλει να ανατινάξει όλο τον κόσμο και τον εαυτό του μαζί – στα μέσα της δεκαετίας του ’50, θα καταλήξει στο διαβόητο Σαν Κουέντιν, όπου προς μεγάλη του έκπληξη θα βρεθεί μπροστά στον παλιόφιλο Μπίλι Λάνσινγκ.

Ο Μπίλι είχε σπουδάσει, είχε μορφωθεί, είναι έξυπνος και συνεχίζει να κάνει κομπίνες, θα την πατήσει σαν πρωτάρης από ακάλυπτες επιταγές και θα πάρει υπό την προστασία του τον ατίθασο Τζακ. Δίπλα του εκείνος θα ηρεμήσει, θα βρει την χαμένη του ανθρωπιά, θα βγει από την ζωώδη κατάσταση που είχε περιέλθει μετά το τουρ στις φυλακές και στα ιδρύματα της Δύσης. Οι δύο νέοι – είναι ακόμα πολύ νέοι – θα έρθουν κοντά, θα μείνουν στο ίδιο κελί, θα ερωτευτούν και ο Μπίλι θα μάθει στον Τζακ, ότι το σεξ δεν είναι άσκηση βίας, ούτε υπεροχής, ενώ στον έρωτα μπορεί να θυσιαστείς γι’ αυτόν που αγαπάς. Ο Τζακ όμως έχει ακόμα να μάθει πολλά, το πρώτο βήμα όμως για την προσαρμογή του στην κοινωνία έχει γίνει. Θα προσπαθήσει να επανενταχτεί κάνοντας οικογένεια αλλά το παρελθόν είναι εκεί, διαρκώς παρόν για να τον στοιχειώνει.

«Μια παγερή οργή τον πλημμύρισε, οργή για τους άγνωστους γονείς του, οργή για τη ζωή που του δόθηκε για τόσο τετριμμένους, ηλίθιους λόγους! Για ένα άγριο δευτερόλεπτο εκσπερμάτωσης! Γι' αυτό είχε γεννηθεί. Αυτό που τον κρατούσε ξύπνιο τις νύχτες και αναπόδραστα τον μετέτρεπε σε χαρωπή αδελφή ήταν η αιτία της ύπαρξής του. Δεκαπέντε ή είκοσι λεπτά σ' ένα ξεχασμένο κρεβάτι, και δυο ενδεχομένως άγνωστοι μεταξύ τους του είχαν προσφέρει είκοσι τέσσερα χρόνια δυστυχίας, πόνου και βασάνων! Στη σκέψη αυτή, ορκίστηκε εκτός κι αν ήταν γραφτό του να πεθάνει νωρίτερα, να συνεχίσει να προσφέρει δυστυχίασ τον εαυτό του για σαράντα ή πενήντα χρόνια ακόμα, κλειδωμένος σ' ένα μικρό δωμάτιο, χωρίς ελπίδα για ελευθερία, αγάπη, ζωή, αλήθεια ή κατανόηση. Ένα πέος εκτοξεύει ένα υγρό, κι εγώ καταδικάζομαι σε μια ζωή που δεν διαφέρει από τον θάνατο. Σίγουρα είναι παράνοια και σίγουρα υπάρχει Θεός, γιατί μόνο ένας παρανοϊκός Θεός θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει ένα τέτοιο σύμπαν.»

Σπουδαίο μυθιστόρημα, που συνιστά αναγνωστική αποκάλυψη η «Σκληρή Βροχή» (όπως γράφει ο George Pelecanos στην ωραία εισαγωγή του βιβλίου), λογοτεχνία φυλακής αλλά κυρίως υπαρξιακό νουάρ, με το απόλυτα κινηματογραφικό ύφος αφήγησης που υιοθετεί ο Κάρπεντερ. Καλύπτει μια περίοδο 40 ετών, από το 1923 με την εμφάνιση των γονιών του Τζακ σε ένα αλησμόνητο πρώτο κεφάλαιο, που προδιαθέτει για την εκπληκτική συνέχεια, έως το 1963 σε ένα ειδυλλιακό μέρος της Γαλλίας και τον ήρωα του βιβλίου, να αντιμετωπίζει τους δαίμονές του.

Απόηχοι από το «Στον Δρόμο» του Κέρουακ, αλλά και την περίφημη ταινία «The Hustler» («Ο κόσμος είναι δικός μου») του Robert Rossen, συνδυασμένα με αρκετή δόση από Norman Mailer και Cormack McCarthy. Είναι ένα μεγάλο Αμερικάνικο μυθιστόρημα, αλλά και ένα πολύ σκληρό βιβλίο, με μοναδικές σκηνές απόλυτου ρεαλισμού που σε χτυπάνε στο κεφάλι, με καταιγιστικό ρυθμό που σε θα σε παρασύρει μαζί του, σπαρακτικό αλλά και στοχαστικό μαζί που εναλλάσσει το συναίσθημα με τον κοινωνικό σχολιασμό, τον σαρκασμό και την κυνικότητα με την ανθρωπιά. Δεν χαϊδεύει το αναγνώστη, ούτε «λουστράρει» καταστάσεις το μυθιστόρημα του Κάρπεντερ. Χωρίς να καταγγέλλει, ούτε να ηθικολογεί, θέτει ερωτήματα για το σωφρονιστικό σύστημα, τη δομή της κοινωνίας, τις αξίες της και την διάχυτη βία της.

Η «Σκληρή Βροχή», ήταν το πρώτο βιβλίο του Don Carpenter και εκδόθηκε το 1966, κατηγοριοποιήθηκε ως αστυνομικό βιβλίο, είχε ελάχιστη επιτυχία και έγινε περισσότερο γνωστό στους φιλολογικούς κύκλους ως cult μυθιστόρημα, ενώ εξαφανίστηκε από την αγορά για πολλά χρόνια. Η επανέκδοσή της, πριν λίγα χρόνια, από το NYRB (που αυτή την έκδοση απολαμβάνουμε από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος), επανέφερε στην λογοτεχνική επικαιρότητα τον άκρως υποτιμημένο Κάρπεντερ – που αυτοκτόνησε σε ηλικία 64 ετών -, ο οποίος έγραψε αρκετά βιβλία ακόμα χωρίς όμως κανένα από αυτά να φτάσει στην αξία του πρώτου. 
Η «Σκληρή Βροχή» (που σε κάποιους θα θυμίσει το εξαιρετικό «Φάλκονερ» του Τσίβερ – μόνο που το βιβλίο του Κάρπεντερ είναι καλύτερο), είναι ένα βιβλίο που θα γίνει κλασσικό (ίσως ήδη να θεωρείται τέτοιο), ένα βιβλίο αναφοράς για την Αμερικανική κουλτούρα, ένα πολύ σημαντικό μυθιστόρημα του 20ου αιώνα.

Βαθμολογία 87 / 100



 
Δευτέρα, Ιουνίου 29, 2020
posted by Librofilo at Δευτέρα, Ιουνίου 29, 2020 | Permalink
"Παρέγκλισις"

Προσπαθώντας τις ημέρες της υποχρεωτικής καραντίνας, να τακτοποιήσω τις κούτες με τα αδιάβαστα στο σπίτι μου και να κάνω ένα αναγκαίο ξεκαθάρισμα, ανέσυρα ένα βιβλίο που ήταν χωμένο κάπου, δεν θυμόμουν ότι το είχα στη διάθεσή μου, αν και κατά καιρούς σκεφτόμουν να ασχοληθώ μαζί του. Με πολλή καθυστέρηση (3 χρόνια αφότου εκδόθηκε στα ελληνικά) λοιπόν, διάβασα το βιβλίο του Αμερικανού καθηγητή Ανθρωπιστικών Σπουδών στο Χάρβαρντ, Stephen Greenblatt (Βοστώνη Η.Π.Α., 1943), «ΠΑΡΕΓΚΛΙΣΙΣ, ο Λουκρήτιος και οι απαρχές της νεωτερικότητας» («The Swerve, How the Renaissance began» -  (εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., (εξαιρετική) μετάφρ. Δ.Κανελλοπούλου, σελ. 537) και κυριολεκτικά μαγεύτηκα. 
Να διευκρινίσω (και ταυτόχρονα να αποτρέψω τους ειδικούς απ’ το να συνεχίσουν να διαβάζουν το κείμενο αυτό) ότι, το βιβλίο το διάβασα ως φανατικός αναγνώστης της Λογοτεχνίας και όχι με το βλέμμα ενός Ιστορικού (που δεν είμαι) ή ενός Φιλολόγου, Λατινιστή ή κάτι παραπλήσιου, άρα το κρίνω όπως θα προσέγγιζα ένα μυθιστόρημα – διότι ένα από τα επιτεύγματα του συγγραφέα είναι ότι το βιβλίο του, διαβάζεται ως ένα απόλυτα σαγηνευτικό λογοτεχνικό έργο μεγάλων αξιώσεων.


Ένα βιβλίο που μιλάει για ένα άλλο βιβλίο, είναι η «Παρέγκλισις». Ένα βιβλίο για το πώς ανασύρθηκε από την λήθη, ένα πολύ σημαντικό έργο της αρχαιότητας. Ένα βιβλίο για έναν κυνηγό βιβλίων, έναν άνθρωπο που έβλεπε πολύ μπροστά από την εποχή του που δεν ήταν και η καλύτερη. Είναι η εύρεση ενός «επικίνδυνου» χειρογράφου, που ερχόταν σε αντίθεση με τις επικρατούσες ιδέες της εποχής. Την ιστορία αυτή περιγράφει με αξιοθαύμαστο (και ταυτόχρονα ζηλευτό) τρόπο, ο Σαιξπηριστής καθηγητής και ιστορικός της λογοτεχνίας Stephen Greenblatt, αποσπώντας μια σειρά από μεγάλα βραβεία, αλλά και ταυτόχρονα δεχόμενος μεγάλη κριτική από συναδέλφους του για τον τρόπο περιγραφής της ιστορίας που αφηγείται (αλλά και για την ακρίβεια του υποτίτλου του βιβλίου).

Ο βιβλιοθήρας είναι ο Πότζο Μπρατσολίνι (1380 – 1459), που ξεκινώντας από φτωχική οικογένεια της Φλωρεντίας, σταδιοδρόμησε στην υπηρεσία του Πάπα της Ρώμης αλλά και διαφόρων άλλων ισχυρών της εποχής. Το βιβλίο, το οποίο ανέσυρε από την λήθη και τη σκόνη μιας βιβλιοθήκης ενός μοναστηριού στην Έσση της Γερμανίας, είναι το περίφημο «Περί Φύσεως» («De Rerum Natura») του Λουκρήτιου, ενός άκρως αιρετικού ποιητικού έργου, απαγορευμένου και καταδικασμένου από τις εκκλησιαστικές αρχές. Είναι το 1417 και ο Πότζο ειδικεύεται στο να βρίσκει στα απομακρυσμένα μοναστήρια και στις σκονισμένες βιβλιοθήκες, χειρόγραφα αξίας, που θα μπορούσε να αντιγράψει. Ως γνήσιος διανοούμενος της εποχής του, ο βιβλιοθήρας έτρεφε απεριόριστο θαυμασμό για την αρχαία ελληνική και την Λατινική γραμματεία και θεωρούσε (δικαίως) ότι ο κόσμος στον οποίο ζούσε δεν μπορούσε να συγκριθεί μαζί τους. Έψαχνε λοιπόν είτε υπό την υπηρεσία κάποιου μαικήνα, είτε του Πάπα, να βρει χειρόγραφα από τις εποχές της κλασσικής γραμματείας. Από την άλλη, έτρεφε απέχθεια για τα μοναστήρια και τις μεθόδους τους, για τους μοναχούς και τους ανθρώπους που δεν έβλεπαν μπροστά τους από τον σκοταδισμό που είχε επιβάλλει ο θρησκευτικός τους φανατισμός – ήταν δε μάρτυρας αυτών των μεθόδων, όταν έβλεπε φωτισμένους εξεγερμένους ανθρώπους να καίγονται στην πυρά.

«Όπως και πολλοί από τους συναδέλφους του, ο Πότζο ήταν ακαταπόνητος επιστολογράφος, και μέσα από τις επιστολές αυτές τον βλέπουμε να αντιπαλεύει τον κυνισμό, την αηδία και την απογοήτευση από αυτόν τον κόσμο, που φαίνεται ότι είχαν προσβάλει τους πάντες στο περιβάλλον του πάπα. Τα μοναστήρια, γράφει σ’ έναν φίλο του, δεν είναι «συναθροίσεις πιστών ή τόποι ευσεβών ανδρών, αλλά εργαστήρια εγκληματιών», η κουρία είναι «οχετός ανθρώπινης ακολασίας». Όπου και να κοιτάξει τριγύρω του στη Ρώμη, ο κόσμος γκρεμίζει αρχαίους ναούς για να πάρει τον ασβέστη από τις πέτρες και, μέσα σε μια δυο γενιές, τα πιο πολλά από τα ένδοξα απομεινάρια του παρελθόντος, τόσο πιο πολύτιμα από το άθλιο παρόν μας, θα έχουν χαθεί. Χαραμίζει τη ζωή του και πρέπει να βρει μια έξοδο διαφυγής: «Πρέπει να δοκιμάσω τα πάντα για να καταφέρω κάτι, κι έτσι να σταματήσω να υπηρετώ άλλους και να έχω χρόνο για τη λογοτεχνία».»


Ο Πότζο είχε αναπτύξει στο έπακρον τις ικανότητές του στην αντιγραφή και την καλλιγραφία. Ιδιαίτερα μορφωμένος για την εποχή του, ήταν επαρκέστατος Λατινιστής και Λόγιος, ενώ είχε μάθει καλά πώς να ελίσσεται ανάμεσα στις μηχανορραφίες της εξουσίας και πώς να πλουτίζει βρίσκοντας χειρόγραφα αξίας ή υπηρετώντας με επάρκεια τους εκάστοτε προστάτες του. Βρίσκοντας το «Περί Φύσεως», ένα ποίημα για το οποίο είχε διαβάσει εγκώμια και αναφορές από Λατίνους συγγραφείς, κυρίως δε τον θαυμασμό γι’ αυτό από τον Οβίδιο, γνώριζε ότι έχει στα χέρια του έναν χαμένο θησαυρό.

Ο Τίτος Λουκρήτιος Κάρος έζησε τον 1ο αιώνα π.Χ., λίγο πριν τον Βιργίλιο και το «Περί Φύσεως» είναι μια ποιητική σύνθεση (επηρεασμένη από την Επικούρεια Φιλοσοφία, και την Ατομική θεωρία του Δημόκριτου), που αναπτύσσει την ιδέα ότι το σύμπαν δεν έχει όρια, οι δεισιδαιμονίες μόνο πνευματική βλάβη προκαλούν, τον άνθρωπο δεν πρέπει να τον απασχολεί η ιδέα του θανάτου αφού ο ίδιος δεν θα είναι παρών όταν αυτός έρθει, άρα δεν πρέπει να τον απασχολεί η «μεταθανάτια ζωή», ότι οι Θεοί (αν υπάρχουν) δεν ενδιαφέρονται καθόλου για τα τεκταινόμενα των ανθρώπων, ενώ (και το κυριότερο), η ύλη αποτελείται από απειροελάχιστα σωματίδια (τα άτομα), αόρατα, άφθαρτα και συνεχώς κινούμενα ενώ ο κόσμος έχει προέλθει από τις απρόβλεπτες πορείες αυτών των ατόμων (από μια απόκλιση ή «παρέγκλιση»).

Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, τον Πότζο ελάχιστα (ή ίσως και καθόλου) τον ενδιέφεραν οι ιδέες που αναπτύσσονται στο «Περί Φύσεως», θαύμασε το ύφος και την φινέτσα του Λουκρήτιου, την γοητεία ενός κόσμου άγνωστου σε αυτόν, την ελευθερία και την χαρά της ζωής που διαπερνάει απ’ άκρη σ’ άκρη το ποίημα. Γνώριζε όμως ότι κρατούσε στα χέρια του και αντέγραφε κάτι που θα μπορούσε να πυροδοτήσει αντιδράσεις και να ανατρέψει δεδομένα.

«Το «Περί Φύσεως» δεν είναι ευκολοδιάβαστο κείμενο. Αριθμεί συνολικά 7.400 στίχους σε τυπικό δακτυλικό εξάμετρο, το μετρικό σχήμα που υιοθέτησαν στα έπη τους ποιητές όπως ο Βιργίλιος και ο Οβίδιος για να μιμηθούν τα ελληνικά του Ομήρου. Χωρισμένο σε έξι βιβλία χωρίς τίτλο, το ποίημα συνταιριάζει στιγμές έντονης λυρικής ομορφιάς και φιλοσοφικούς στοχασμούς πάνω στη θρησκεία, την ηδονή και τον θάνατο με περίτεχνες θεωρίες για τον φυσικό κόσμο, την εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών, τους κινδύνους και τις χαρές της ερωτικής πράξης και τη φύση των νόσων. Η γλώσσα είναι συχνά μπερδεμένη και δύσκολη, η σύνταξη περίπλοκη και το όλο πνευματικό εγχείρημα απίστευτα φιλόδοξο.»

Ο Greenblatt αναφέρει πως η ανακάλυψη του «Περί Φύσεως» του κατά πολλούς θεωρούμενο ως ένα από τα δυο-τρία ωραιότερα ποιήματα που έχουν γραφτεί, τροφοδότησε την Αναγέννηση μετά την δημοσιοποίησή του. Το ποίημα που αποθεώνει την ζωή και τις απολαύσεις της, επηρέασε ζωγράφους και συγγραφείς – από τον Μποτιτσέλι και τον Ντα Βίντσι, έως τον Σαίξπηρ και τον Μονταίνιο έως τον Τόμας Τζέφερσον, αλλά και τον Γαλιλαίο και τον Δαρβίνο. Ήταν η αρχή μια εποχής αλλά και το τέλος μιας άλλης.

Διαβάζοντας το αριστουργηματικό αυτό βιβλίο, ο αναγνώστης προσκαλείται σε ένα ταξίδι γνώσης και σκέψης. Με εκπληκτική δομή, ο Greenblatt προβάλλει σε πρώτο επίπεδο, την ανακάλυψη του χειρόγραφου από τον ακάματο Πότζο, εξιστορώντας τις περιπέτειες του και την ζωή του, και αυτό του δίνει την δυνατότητα να περιγράψει μια ολόκληρη εποχή, σκοταδισμού και δεισιδαιμονιών, εντελώς αντίθετη με τους στίχους του ποιήματος, που ο βιβλιοθήρας φέρνει στο φως.

Η «Παρέγκλισις» δεν είναι μυθοπλασία  - είναι βιβλίο Ιστορίας με μεγάλη βιβλιογραφία και παραπομπές - αλλά διαβάζεται ως τέτοια, αφού η γλαφυρότητα και η ικανότητα του συγγραφέα, καταπλήσσει και γοητεύει σε σημείο να μη μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου. Σε προκαλεί (και προσκαλεί), με γλώσσα απέριττη και κατανοητή από τον μέσο αναγνώστη, να ψάξεις για τον Λουκρήτιο και για το «Περί Φύσεως» (ή «Για την Φύση των Πραγμάτων» όπως λέγεται στην τελευταία έκδοσή του στα ελληνικά), αλλά και να δεις ότι η λογοτεχνική απόλαυση μπορεί να προκύψει από τα πιο αναπάντεχα κείμενα.



 
Τρίτη, Ιουνίου 23, 2020
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιουνίου 23, 2020 | Permalink
"Και μετά από αυτούς τα παιδιά τους"
Ευχάριστη έκπληξη (υπό την έννοια ότι δεν πολυσυζητήθηκε στη χώρα μας), αποτέλεσε το βραβευμένο με το εγκυρότατο βραβείο  Γκονκούρ του 2018, πολυσέλιδο μυθιστόρημα του (σχετικά νέου) Γάλλου Nicholas Mathieu (Epinal, 1978), που έχει ως τίτλο «ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥΣ» («Leurs enfants après eux») – (εκδ. Στερέωμα, μετάφρ. Σ. Διονυσοπούλου - επιμ. Κ. Σχινά, σελ. 635). Ένα μυθιστόρημα πικρό, ρεαλιστικό και σκληρό, που απεικονίζει με ζωντάνια την κοινωνικοοικονομική κρίση, σε μια περιοχή που μαστίζεται από ανεργία και παραβατισμό, κι όπου το μέλλον δείχνει ζοφερό και αδιέξοδο.




«Ήταν αυτό το κομμάτι που έπαιζε ξανά και ξανά στο κανάλι Μ6. Γενικά, σε έκανε να θέλεις να σπάσεις μια κιθάρα ή να βάλεις φωτιά στο σχολείο σου· σ' εκείνο τον κήπο όμως, οι πάντες βυθίστηκαν σε περισυλλογή. Ήταν ακόμη καινούργιο, ένας τίτλος που προερχόταν από μια αμερικανική, εξίσου σκουριασμένη πόλη, μια σκατούπολη χαμένα πέρα μακριά, εκεί όπου μικροί λιγδιασμένοι λευκοί με καρό πουκάμισα έπιναν φτηνές μπίρες. Και κείνο  το τραγούδι, σαν ιός, εξαπλωνόταν παντού όπου υπήρχαν εξαθλιωμένοι γιοι προλετάριων, ατίθασοι έφηβοι, απόβλητα της κρίσης, κορίτσια που είχαν γίνει πρόωρα μητέρες, αποβράσματα με μοτοσακό, χασικλήδες και μαθητές τεχνικών λυκείων. Στο Βερολίνο είχε πέσει το Τείχος και ήδη η ειρήνη αναγγελόταν σαν τρομερός οδοστρωτήρας. Σε κάθε πόλη που ανήκε σ' αυτόν τον αποβιομηχανοποιημένο κόσμο, σ' αυτόν τον μονόδρομο, σε κάθε ξεπεσμένη κωμόπολη, πιτσιρίκια χωρίς όνειρα άκουγαν τώρα εκείνο το γκρουπ από το Σιάτλ που ονομαζόταν Νιρβάνα. Άφηναν τα μαλλιά τους να μακρύνουν και προσπαθούσαν να μετατρέψουν τη μελαγχολία τους σε οργή, την κατάθλιψή τους σε ντεσιμπέλ. Ο παράδεισος ήταν για τα καλά χαμένος, η επανάσταση δεν θα γινόταν· το μόνο που τους απέμενε ήταν να κάνουν θόρυβο.»

 

Ο Αντονί, η Στεφανί κι ο Χασίν είναι οι τρεις πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος. Το 1992 ο Αντονί είναι 14 ετών, οι άλλοι δυο-τρία χρόνια μεγαλύτεροι. Γύρω τους κινούνται παιδιά της ίδιας πάνω-κάτω ηλικίας, που αλητεύουν, κάνουν μικροκλοπές, ξέφρενα πάρτι, ερωτεύονται, κολυμπάνε στη λίμνη, τρέχουν με μηχανάκια, μπλέκουν με ναρκωτικά, ανακαλύπτουν το σώμα τους. Ο Αντονί θα γνωρίσει την Στεφανί τυχαία, όταν μετά από την κλοπή ενός κανό, στην παραλία που θα αράξει με τον συνεργό και μεγαλύτερο ξάδερφό του, εκείνη θα κολυμπάει μαζί με μια φίλη της. Θα τους καλέσουν σε ένα πάρτι σε μια κοντινή κωμόπολη. Ο Αντονί θα χρησιμοποιήσει για τη μετάβασή τους, την παλιά μηχανή του πατέρα του, που βρίσκεται στο γκαράζ τους, χωρίς να χρησιμοποιείται για χρόνια αλλά που αποτελεί αντικείμενο λατρείας γι’ αυτόν, καθώς την προσέχει και την φροντίζει διατηρώντας την.

Στο πάρτι ο Αντονί θα αντιληφθεί ότι η Στεφανί «παίζει σε άλλη κατηγορία» από εκείνον, κορίτσι διαφορετικής οικονομικής και κοινωνικής επιφάνειας, με παρέες στις οποίες εκείνος δεν μπορεί να μπει. Κάποια στιγμή θα προσπαθήσουν να εισβάλλουν στο πάρτι ο Χασίν, ένα Μαροκινό αγόρι με πολύ κακή φήμη στο σχολείο και ένας φίλος του - τους διώχνουν ως παρείσακτους με βρισιές και σπρωξίματα. Όταν μετά από ώρες μεθυσιού, ο Αντονί κι ο ξάδερφός του πάνε να πάρουν τη μηχανή να φύγουν, δεν βρίσκουν τίποτα, έχει χαθεί. Θα γυρίσουν κακήν κακώς σπίτι κι ο Αντονί μετά από ημέρες άγονου ψαξίματος, θα αναγκαστεί να ομολογήσει στην μητέρα του, την απώλεια της μηχανής και τις υποψίες του για τον Χασίν. Εκείνη θα τον πάρει μαζί της και θα πάνε στην πολυκατοικία που μένει ο Μαροκινός μαζί με τον πατέρα του. Δεν θα τον βρουν και η μάνα του Αντονί θα προσβάλλει τον στωικό μεροκαματιάρη πατέρα του Χασίν, ο οποίος αγνοεί τι έχει συμβεί αλλά ξέρει τον γιο του. Το γεγονός αυτό, μαζί με την κλοπή της μηχανής και όσα θα επακολουθήσουν, θα πυροδοτήσει μια βεντέτα και μια αντιζηλία που θα κρατήσει για έξι χρόνια μεταξύ των δύο οικογενειών.


 Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται σε μια χρονική περίοδο 6 ετών από το 92 έως το 98. Περίοδος που σηματοδοτεί σημαντικές στιγμές τη ζωή των ηρώων του, οι οποίοι σχηματίζουν μια ανομοιογενή ομάδα πρωταγωνιστών. Αυτές οι τέσσερις ενότητες έχουν ως τίτλο ένα τραγούδι - από το Smells like teen spirit, στο You could be mine, στο La Fevrier για να καταλήξουν στο τελευταίο κεφάλαιο στο διαχρονικό και αμφίσημο I will survive. Ο μυθιστορηματικός τόπος είναι η Λωραίνη στην Ανατολική Γαλλία και οι παρακμάζουσες κωμοπόλεις που βρίσκονται δίπλα στα σύνορα με το ακμάζον Λουξεμβούργο.


Τα παιδιά που ζουν στην παρακμάζουσα κωμόπολη, βλέπουν το είδος  ζωής που τους περιμένει και θέλουν να αντιδράσουν. Ο Αντονί της μικροαστικής οικογένειας με την εντυπωσιακής εμφάνισης μητέρα, παρατηρεί τους γονείς του, ο πατέρας του χάνει τα πάντα λόγω του ποτού, χωρίζει με την μητέρα του, συντρίβεται ψυχολογικά και κοινωνικά. Η Στεφανί μετά τις σεξουαλικές αναζητήσεις και τα ατελείωτα πάρτι βλέπει το αδιέξοδο που προβάλλει μπροστά της, θα βάλει στόχο να σπουδάσει νομικά και να πάει στο Παρίσι, ο Αντονί δεν έχει αυτές τις δυνατότητες, θα καταταγεί στον στρατό. Ο Χασίν θα σταλεί στο Μαρόκο να ζήσει με την μητέρα του και τους συγγενείς του, εκεί θα αντιληφθεί ότι μπορεί να βρει το κατάλληλο κανάλι για να διοχετεύει ναρκωτικά στη Γαλλία και θα κάνει τα αδύνατα, δυνατά για να το πετύχει. Οι τρεις έφηβοι τις περισσότερες φορές χρησιμοποιώντας περίεργες μεθόδους θα προσπαθήσουν να αποφύγουν το πεπρωμένο, να βουλιάξουν στο ποτό και στην ενδοοικογενειακή βία στην περίπτωση του Αντονί, στην πλήξη της επαρχιακής ζωής στην περίπτωση της Στεφανί, στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μετανάστες στην περίπτωση του Χασίν. Μπορούν όμως;

 

«Σύμφωνα με κείνον, στη ζωή σού δίνονταν επιλογές. Μπορούσες να γίνεις σαν τον πατέρα σου, να διαμαρτύρεσαι και να τα βάζεις με τ' αφεντικά, να περνάς τον καιρό σου ζητιανεύοντας και να μετράς τις αδικίες. Ή μπορούσες, όπως εκείνος, να επιδείξεις τόλμη, επιχειρηματικό πνεύμα και να προκαλέσεις το πεπρωμένο σου. Το ταλέντο ανταμειβόταν: το αποδείκνυε ο ίδιος περίτρανα. Έτσι λοιπόν, παρασιτώντας στο περιθώριο της κοινωνίας, υιοθετούσε τις πλατύτερα διαδεδομένες ιδέες. Πρέπει να αναγνωρίσουμε στο χρήμα την εκπληκτική δύναμη αφομοίωσης, που μετατρέπει τους κλέφτες σε μετόχους, τους διακινητές σε κομφορμιστές, τους νταβατζήδες σε εμπόρους και τανάπαλιν.»

Ο Ματιέ περιγράφει με δυνατές εικόνες την καθημερινότητα της ζωής στην επαρχιακή πόλη, τα αδιέξοδα και τις απογοητεύσεις, την εγκληματικότητα και την βία, την απελπισία μπροστά στα προσωπικά και οικονομικά προβλήματα. Η ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος είναι βαριά, διότι αντιλαμβανόμαστε ότι δεν υπάρχει διέξοδος για αυτά τα παιδιά που παρά την δίψα τους για ζωή και για κάτι διαφορετικό, δείχνουν εγκλωβισμένα και απόλυτα συνδεδεμένα με την μοίρα του τόπου όπου ζουν. Λίγες ανάσες ελπίδας, σταγόνες ανθρωπιάς αφήνουν κάποια στιγμή σχισμές φωτός να εισβάλλουν, αλλά το ζοφερό γενικότερο πλαίσιο παραμένει, και η μόνη λύση είναι η φυγή.

Εύκολα μπορείς να φανταστείς το μέλλον γι’ αυτά τα παιδιά, γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Οι περισσότεροι θα είναι οι μελλοντικοί ψηφοφόροι της Λεπέν, που θεωρούν ότι όλοι και όλα τους φταίνε, κάποιοι από αυτούς θα συμμετέχουν στις διαδηλώσεις των «Κίτρινων γιλέκων», απελπισμένοι και αηδιασμένοι με την κατάσταση, καθώς δεν διακρίνουν ελπίδα από πουθενά.

Ιλιγγιώδης αφήγηση και κινηματογραφικός ρυθμός στο εξαιρετικό «Και μετά από αυτούς τα παιδιά τους», που δείχνει προορισμένο να μεταφερθεί στην μεγάλη ή την μικρή οθόνη. Έντονες εικόνες που χαράσσονται στη μνήμη, ρεαλισμός και βία, δυνατό κοινωνικό και πολιτικό σχόλιο, έρωτας και δράμα, το Παγκόσμιο κύπελλο του ’98 στη Γαλλία και τα πανηγύρια που κάνουν τον κόσμο να ξεχάσει τα προβλήματά του – έξοχη απεικόνιση μιας δεκαετίας, το πολυφωνικό μυθιστόρημα του Ματιέ δεν αφήνει τον αναγνώστη να πάρει ανάσα, μεταφέροντάς του την απελπισία και τον θυμό του ανώνυμου ανθρώπου της επαρχίας.

Βαθμολογία 82 / 100


 

 

 

 


 
Τρίτη, Ιουνίου 16, 2020
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιουνίου 16, 2020 | Permalink
Γυναίκα-αράχνη ("Το μυστικό της Λαίδης Όντλεϊ)

Βικτωριανή λογοτεχνία στα καλύτερά της, μέσα από το είδος του «sensation novel» (αισθηματικό μυθιστόρημα μυστηρίου), είναι το έξοχο μυθιστόρημα, «ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΛΑΙΔΗΣ ΟΝΤΛΕΪ» («Lady Audley's secret»), της δημοφιλέστατης το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, Αγγλίδας συγγραφέως, Mary Elisabeth Braddon (Λονδίνο 1835 - 1915), που κυκλοφόρησε επιτέλους στα ελληνικά την περασμένη χρονιά από τις εκδόσεις Εξάντας («μαύρη σειρά»), σε (ωραία) μετάφραση και (κατατοπιστικότατη) εισαγωγή, της Έφης Φρυδά (σελ. 759).


«Sensation novels» - όρος που δεν χρησιμοποιείται πλέον - χαρακτηρίζονταν τα μυθιστορήματα των δεκαετιών 1860 - 1870, απόγονοι του γοτθικού μυθιστορήματος, όπου συνδυάζεται η αισθηματική ιστορία με το μυστήριο, η αγωνία επικρατεί μαζί με κάποιο/α έγκλημα/τα. Στις ιστορίες αυτές, υπάρχουν πολλά κοινωνικά στοιχεία, οι καταστάσεις περιπλέκονται και τα ηθικά διλήμματα κυριαρχούν. Το πιο γνωστό μυθιστόρημα αυτού του είδους, είναι το αριστουργηματικό «Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΣΠΡΑ» του σπουδαίου Wilkie Collins, αλλά την εποχή εκείνη η Braddon, τον συναγωνίστηκε σε δημοφιλία με το «Μυστικό της Λαίδης Όντλεϊ» που δημοσιευόταν σε συνέχειες για περισσότερο από ένα χρόνο σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής, και εκδόθηκε σε βιβλίο μετά από λίγο, καθιστώντας την συγγραφέα του πασίγνωστη στο ευρύ κοινό.

Ο κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος της Braddon, είναι η Λούσυ Όντλεϊ, μια γυναίκα, λογοτεχνική ηρωίδα larger than life, που κυριαρχεί με την προσωπικότητά της στο βιβλίο αφού είναι (στην κυριολεξία), ένας άνθρωπος με «χίλια πρόσωπα και ταυτότητες», μια γυναίκα που μεταβάλλεται συνεχώς ενσαρκώνοντας το «απόλυτο κακό» αλλά και ταυτόχρονα εντυπωσιάζοντας με το ανεξάρτητο πνεύμα της και το μυστήριο που την περιβάλλει.

Ο γάμος της νεαρής και πανέμορφης πρώην γκουβερνάντας Λούσι Γκράχαμ, με τον πάμπλουτο 56άχρονο βαρόνο Μάικλ Όντλεϊ, ιδιοκτήτη του επιβλητικού Όντλεϊ Κορτ, δεν προκάλεσε ιδιαίτερα σχόλια στην περιοχή, καθώς ο επί πολλά χρόνια χήρος αριστοκράτης, ήταν πολύ συμπαθής σε όλους. Για το παρελθόν της Λούσι δεν γνώριζε κανείς τίποτα, ενώ η κόρη του βαρόνου, η Αλίσια που μόλις έχει ενηλικιωθεί, είναι μάλλον καχύποπτη μπροστά στην φαινομενική γλυκύτητα της μητριάς της.

Ο πρώην αξιωματικός Τζορτζ Τάλμποϊς επιστρέφει στην Αγγλία και στην σύζυγό του Έλεν, που άφησε μαζί με το παιδί του - μάλλον τους παράτησε για να είμαστε ακριβείς -, για να πάει στην Αυστραλία να βρει την τύχη του. Επιστρέφει πλούσιος αλλά μόλις αποβιβάζεται μαθαίνει ότι η Έλεν μόλις έχει κηδευτεί κι ο πατέρας της με τον μικρό τους γιο έχουν πάει στο Σαουθάμπτον. Ο Τζορτζ είναι πλέον ένας ζωντανός-νεκρός χαμένος μέσα στις τύψεις του αφού νιώθει ότι έχει χάσει τα πάντα. Ο στενός του φίλος Ρόμπερτ Όντλεϊ, ανηψιός του βαρόνου Όντλεϊ, νέος δικηγόρος που ασκεί πολύ χαλαρά το επάγγελμα, αναλαμβάνει να βοηθήσει τον κολλητό του, να βρει πάλι τον εαυτό του, προσκαλώντας τον για μικρές διακοπές στο ειδυλλιακό Όντλεϊ Κορτ προς μεγάλη χαρά της εξαδέλφης του Αλίσια.

Οι δύο άντρες πάνε στο Όντλεϊ Κορτ, αλλά η νεαρή νύφη και αντικείμενο προσοχής στην περιοχή, απουσιάζει συνέχεια λες και θέλει να τους αποφύγει. Λίγο προτού φύγουν, καταφέρνουν να μπουν στην έπαυλη και βλέπουν έναν πίνακα που απεικονίζει την Λαίδη Όντλεϊ - ο Τζορτζ συγκλονίζεται με την εικόνα της νεαρής γυναίκας σαν να είδε φάντασμα. Την επόμενη μέρα, οι δύο φίλοι πάνε για ψάρεμα, ενώ έχουν μια πρόσκληση να πάνε για φαγητό στο Όντλεϊ Κορτ, καθώς έχει επιστρέψει και η Λαίδη. Κατά την διάρκεια του ψαρέματος, ο Τζορτζ Τάλμποϊς αφήνει τον Ρόμπερτ Όντλεϊ να παίρνει έναν υπνάκο και πηγαίνει στον Πύργο όπου βλέπει την Λαίδη Όντλεϊ. Δεν θα επιστρέψει ποτέ. Ο Ρόμπερτ Όντλεϊ κινεί γη και ουρανό να τον βρει, αλλά ο φίλος του είναι άφαντος.

«Έμμεσες αποδείξεις (…), ο υπέροχος αυτός καμβάς, ο φτιαγμένος από «άχυρα» που συγκεντρώνονται από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, από ολόκληρο το φάσμα, κι όμως είναι τόσο ισχυρά, ώστε να στείλουν έναν άνθρωπο στην κρεμάλα. Πώς απειροελάχιστες λεπτομέρειες μπορούν να δώσουν τη λύση στο μυστήριο, να διαλευκάνουν ένα αμαρτωλό μυστικό – να κάτι ανεξήγητο ακόμα και για τους σοφότερους αυτής της γης! Ένα κομματάκι χαρτί, ένα σχισμένο κουρελάκι, ένα κουμπί παλτού, μια λέξη που ίσως ξέφυγε μέσα από χείλη σφραγισμένα από την ενοχή, το απόσπασμα μιας επιστολής, το ανοιγοκλείσιμο μιας πόρτας, ο ίσκιος από το πατζούρι του παραθύρου, η ακρίβεια της στιγμής δοκιμασμένη σε ένα αλάνθαστο, ακριβό ρολόι – χιλιάδες στοιχεία τόσο μικρά και ασήμαντα, που ο εγκληματίας τα ξεχνά, αποτελούν όμως τους σιδερένιους κρίκους στην υπέροχη αλυσίδα που η επιστήμη του αστυνομικού ντετέκτιβ σφυρηλατεί. Και να που η αγχόνη στήνεται. Και μια σκοτεινή αυγή η καμπάνα κτυπά πένθιμα, η καταπακτή τρίζει κάτω από ένοχα πόδια, και το έγκλημα τιμωρείται.»

Από αυτό το σημείο, ξεκινάει η αναζήτηση του Τζορτζ από τον Ρόμπερτ Όντλεϊ που θα αποτελέσει τον σκοπό της (μέχρι τότε ανούσιας) ζωής του. Όταν επισκέπτεται τον πατέρα της «νεκρής» Έλεν, θα μάθει για μια μυστηριώδη ξανθιά γυναίκα που επισκέπτεται τον Τζόρτζι, τον μικρό γιο του Τζορτζ Τάλμποϊς και τον γεμίζει δώρα, οι υποψίες του δε εντείνονται, ακολουθώντας τα βήματα της ζωής της συζύγου του Τάλμποϊς από τότε που τον γνώρισε μέχρι την φυγή του φίλου του για την Αυστραλία. Μετά από ενδελεχή έρευνα είναι πλέον σίγουρος ότι η Λαίδη Όντλεϊ είναι η Έλεν Τάλμποϊς και γνωρίζει, ή μάλλον είναι υπεύθυνη, για το τι συνέβη στον φίλο του, που το πιθανότερο είναι, να είναι θαμμένος κάπου μέσα στο Όντλεϊ Κορτ.

Η Λαίδη Όντλεϊ δεν είναι ένας εύκολος αντίπαλος. Ισχυρός χαρακτήρας, χρησιμοποιεί την γοητεία και την εκθαμβωτική ομορφιά της, αλλά και την κοινωνική της θέση για να ξεγλιστράει. Δαιμονική γυναίκα που από τη μια στιγμή στην άλλη προτάσσει μια αφοπλιστική αθωότητα και μια αγνότητα που εντυπωσιάζει, πονηρή και μεθοδική, φροντίζει να βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά από τον επίμονο ανιψιό του συζύγου της, στην προσπάθειά του να αποκαλύψει την αλήθεια. Ο σύζυγός της δεν υποψιάζεται τίποτα και μόνο η γκουβερνάντα της γνωρίζει τι έχει γίνει και αμείβεται αναλόγως. Βασικά δεν υπάρχει ένα μυστικό, υπάρχουν πολλά τέτοια, διότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια μυστηριώδη και αινιγματική προσωπικότητα, μια λογοτεχνική ηρωίδα που σαγηνεύει και ταυτόχρονα απωθεί, ενώ ο αναγνώστης θα νιώσει ανατριχίλα, διαβάζοντας την ομολογία της, όταν πλέον όλα κοντεύουν να αποκαλυφθούν.

«Όταν λέτε ότι σκότωσα τον Τζορτζ Τάλμποϊς, λέτε την αλήθεια. Όταν όμως λέτε ότι τον δολοφόνησα ύπουλα, μοχθηρά, τότε ψεύδεστε. Τον σκότωσα γιατί ΕΙΜΑΙ ΤΡΕΛΗ! Γιατί το μυαλό μου είναι μετατοπισμένο στη λάθος πλευρά του στενού εκείνου ορίου που χωρίζει τη λογική από την παράνοια. Επειδή, όταν ο Τζορτζ Τάλμποϊς με προκαλούσε, όπως με προκαλέσατε κι εσείς και με επικρίνατε και με απειλήσατε, το μυαλό μου, που ποτέ δεν ήταν απόλυτα ισορροπημένο, έχασε τελείως την ισορροπία του, και εγώ παρανόησα! Φέρτε τον σερ Μάικλ, και φέρτε τον γρήγορα. Αν σκοπεύετε να του πείτε κάτι, να του τα πείτε όλα. Θέλω να μάθει το μυστικό της ζωής μου!»

Πολυεπίπεδο και πολυσύνθετο το μυθιστόρημα της Braddon, χρησιμοποιεί την αγωνιώδη πλοκή με τις πολλές και συνεχείς ανατροπές στην εξέλιξη της ιστορίας σε πρώτο επίπεδο. Μη λησμονούμε ότι είναι μια ιστορία που δημοσιεύεται σε συνέχειες στον τύπο της εποχής, οπότε αναπόφευκτα θα έχει επαναλήψεις, πισωγυρίσματα, απίθανες συμπτώσεις και με το «τυχαίο» να διαδραματίζει ρόλο στην εξέλιξη της. Παρότι όμως, γνωρίζουμε και δεν μας αφήνει αμφιβολία η ενοχή της Λαίδης Όντλεϊ, είναι θαυμαστή η ικανότητα της συγγραφέως να διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη καθ’ όλη τη διάρκεια του βιβλίου.

Ποια είναι όμως η Λούσι / Έλεν Όντλεϊ; Είναι μια διαταραγμένη προσωπικότητα ή μια γυναίκα που δεν κατάλαβε κανείς; Είναι τόσο κακιά και μοχθηρή ή είναι ένα θύμα που προσπαθεί να ξεφορτωθεί το κακό και τραυματισμένο της παρελθόν για να ζήσει τη ζωή που ονειρεύτηκε; Ζώντας σε μια ταξική κοινωνία και μέσα στη φτώχια η Έλεν, προδόθηκε από τον Τζορτζ Τάλμποϊς, τον νεαρό αξιωματικό που την γοήτευσε στην επαρχιακή πόλη που ζούσε με τον μέθυσο πατέρα της και μετά την εγκατέλειψε χωρίς δικαιολογία για να πάει να βρει την τύχη του στην Αυστραλία. Εκείνη, δουλεύοντας και εκμεταλλευόμενη την εμφάνισή της, σαγήνευσε τον πάμπλουτο βαρόνο Όντλεϊ, τον άρχοντα της περιοχής, δεν του είπε τίποτα για το παρελθόν της και αίφνης μαθαίνει ότι γύρισε ο νόμιμος σύζυγός της και την αναζητάει. Τα γεγονότα αυτά, την οδηγούν στην παράνοια και την εγκληματικότητα – είναι ένας λογοτεχνικός χαρακτήρας πέραν του καλού και του κακού, προάγγελος των «μοιραίων γυναικών» που κυριάρχησαν στην μαζική κουλτούρα του 20ου αιώνα, των «γυναικών-αράχνη» που συναντάμε σε μυθιστορήματα και ταινίες.

Το μυθιστόρημα εμπεριέχει έντονο κοινωνικό σχόλιο σε μια εποχή που μεταβάλλεται, με την αυξανόμενη αστικοποίηση της κοινωνίας και καθώς η βιομηχανική επανάσταση βρίσκεται στο αποκορύφωμά της, με τις αλλαγές στην Βρετανική κοινωνία να είναι ταχύτατες, τις δε γυναίκες να διεκδικούν όλο και μεγαλύτερο ρόλο στα δρώμενα.
Δεν είναι τυχαίο που οι γυναίκες του μυθιστορήματος της Braddon, είναι δυνατότερες και πιο συγκροτημένες από τους αντρικούς χαρακτήρες. Η Λαίδη Όντλεϊ, η Αλίσια Όντλεϊ, η Κλάρα Τάλμποϊς η αδελφή του Τζορτζ Τάλμποϊς (που θα διαδραματίσει ρόλο στην πλοκή του μυθιστορήματος), είναι γυναίκες που αντιπροσωπεύουν διαφορετικές μεταξύ τους, γυναίκες με ισχυρές και αυτόνομες προσωπικότητες, που διεκδικούν έναν πιο ενεργό ρόλο στην ανδροκρατούμενη κοινωνία της εποχής. Ακόμα και η Κλάρα Τάλμποϊς, άκρως θετικός χαρακτήρας του βιβλίου, δεν θα έρθει σε ευθεία σύγκρουση με τον ξεροκέφαλο και αρτηριοσκληρωτικό πατέρα της που είχε αποκληρώσει τον γιο του, αναγκάζοντάς στην ξενιτειά, αλλά θα λειτουργήσει ήρεμα και δυναμικά στηρίζοντας τον Ρόμπερτ Όντλεϊ στην εξιχνίαση του μυστηρίου.

Θαυμάσιο μυθιστόρημα «Το μυστικό της Λαίδης Όντλεϊ», ξεφεύγει από τις ερωτικές ιστορίες με τα παντρολογήματα που ασχολείτο στην πλειονότητά της η λογοτεχνία της εποχής και διαβάζεται απνευστί και προσφέρει αναγνωστική απόλαυση. Στέρεοι και πολύ ζωντανοί μυθιστορηματικοί χαρακτήρες με αντιφάσεις, εξαίσια πλοκή που σε κρατάει μέχρι την τελευταία σελίδα, κινηματογραφικός ρυθμός, πολλά επίπεδα ανάγνωσης, και ωραίο αφηγηματικό ύφος με σκηνές έντασης που διανθίζονται με χιούμορ.
Είναι ένα έξοχο δείγμα Βικτωριανής λογοτεχνίας (πέρα από «subgenres» - ψυχολογικό θρίλερ, αστυνομικό μυθιστόρημα, sensation novel, όπως θέλεις πέστα), που αγαπήθηκε πολύ από το κοινό της εποχής, ενώ (όπως αναφέρει η Έφη Φρυδά στην ωραία και χρήσιμη εισαγωγή της) ο εκδότης του βιβλίου από τα κέρδη των πωλήσεων, έχτισε την «Έπαυλη Όντλεϊ» πίνοντας προφανώς στην υγειά της μυστηριώδους Λαίδης…

Υ.Γ. Το βιβλίο έχει γνωρίσει πολλές κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές, έχει διασκευασθεί για την θεατρική σκηνή, ενώ υπήρξε και μια ραδιοφωνική διασκευή σε συνέχειες.

Βαθμολογία 85 / 100










 
Τετάρτη, Ιουνίου 10, 2020
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουνίου 10, 2020 | Permalink
"You're so vain" ("Ένας επικίνδυνος γόης")

Παλιός γνώριμος στους παλαιότερους βιβλιόφιλους, ο Γάλλος συγγραφέας Julien Gracq (St. Florent-le-Vieil 1910 - 1997), που διαβάζαμε με θαυμασμό την δεκαετία του '90 και, μας σαγήνευε με τα αρκετά (για το είδος) βιβλία του που είχαν μεταφραστεί στη γλώσσα μας. Με χαρά ξαναβρήκα τον σπουδαίο συγγραφέα, με την κυκλοφορία την προηγούμενη χρονιά στη χώρα μας, ενός από τα πρώτα του μυθιστορήματα, του ιδιαίτερα ατμοσφαιρικού «ΕΝΑΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ ΓΟΗΣ» («Un beau tenebreux») - (εκδ. Καστανιώτη, μετάφρ. Ιφιγ. Μποτουροπούλου, σελ. 233), που πρωτοεκδόθηκε το 1945 στην Γαλλία.


Ιδιόμορφος συγγραφέας ο Γκρακ, σχετικά λησμονημένος πλέον στη χώρα του (και όχι μόνο), ήταν ένας πολυγραφότατος δημιουργός επηρεασμένος από τους σουρεαλιστές (Μπρετόν, Αραγκόν, Ελιάρ) αλλά και σε προέκταση από τον Λωτρεαμόν, τον σκοτεινό και ρομαντικό κόσμο των Γερμανών, του Ε.Α.Πόε και τα παλαιότερα γοτθικά μυθιστορήματα των Ματούριν, Ράντκλιφ και άλλων. Ο Julien Gracq (ψευδώνυμο του Louis Poirier) ήταν καθηγητής Ιστορίας σε Λύκεια της επαρχίας και του Παρισιού, έκανε ιδιαίτερη αίσθηση με το πρώτο του βιβλίο, το (αμετάφραστο στη χώρα μας) «Au chateau d' Argol», που εκδόθηκε το 1939. Ισχυρογνώμων και παθιασμένος, υπηρετούσε στον Γαλλικό στρατό κατά την διάρκεια του Β παγκόσμιου πολέμου και φυλακίστηκε κατά στην Σιλεσία, ενώ το 1951 βραβεύτηκε με το Γκονκούρ για το (διασημότερο) βιβλίο του, το εκπληκτικό «Η ακτή των Σύρτεων» (εκδ. Ζαχαρόπουλος), αρνήθηκε όμως το βραβείο συνεχίζοντας την κόντρα του με το λογοτεχνικό κατεστημένο που είχε ξεσπάσει με αφορμή ένα άρθρο του, ένα χρόνο νωρίτερα.  

«…Είναι αυτά τα μικρά τίποτε, τα τίποτε που είναι τα πάντα: τα δάχτυλα που χτυπούν ελαφρά το τραπεζομάντιλο όταν ο καφές που αργεί να φτάσει παρατείνει επικίνδυνα το τετ-α-τετ – αυτό το υπερβολικά περιποιητικό κατά τα άλλα βλέμμα προς τον ανοιχτό ορίζοντα μέσα από τα παράθυρα -, η πρώτη εμφάνιση, ακόμα διακριτική, πάνω στο τραπέζι μιας αρμαθιάς κλειδιών, χαρτιών, χαρτιών αλληλογραφίας, επαγγελματικών εγγράφων, αποκομμάτων εφημερίδων, σημάδια που δείχνουν ότι το ζευγάρι στον μήνα του μέλιτος οδεύει προς μια συνθήκη με λαθραία μυστικά που επιδεινώνεται λίγο πολύ γύρω στα σαράντα και καταλαμβάνεται εξαπίνης μέσα από τη χαραμάδα μιας πόρτας, μια αστική οικογένεια που περιορίζεται στις ανώδυνες συζητήσεις μετά το δείπνο.»

Το σκηνικό στον «Επικίνδυνο γόη», είναι ένα πολυτελές ξενοδοχείο σε μια παραθαλάσσια πόλη της Βρετάνης. Το χρονικό πλαίσιο χωρίς να αναφέρεται, είναι ο μεσοπόλεμος – δεκαετία του ’30. Ο αφηγητής είναι ο Ζεράρ, συγγραφέας και μάλλον σε ώριμη ηλικία, που συναναστρέφεται μια παρέα νέων που διασκεδάζουν και κάνουν ατελείωτες βόλτες στην παραλία. Είναι καλοκαίρι – ο Ζεράρ είναι εκεί από την αρχή του και βλέπει τις αλλαγές στον κόσμο που έρχεται για τις διακοπές του, και πως ζωντανεύει το ξενοδοχείο. Μια όμορφη και εμφανώς κοσμοπολίτισσα νεαρή γυναίκα, η Κριστέλ προσελκύει το ενδιαφέρον του Ζεράρ, ο οποίος προσπαθεί να την γνωρίσει καλύτερα. Οι μέρες κυλάνε νωχελικά, μέχρι τη στιγμή που καταφθάνει στο ξενοδοχείο – απαιτώντας το καλύτερο δωμάτιο χωρίς όμως τύχη -, ο Άλαν Μάρτσισον και η σύντροφός του Ντολόρες.


Ο Άλαν από την αρχή γοητεύει τους πάντες που δεν μπορούν να αντισταθούν σε αυτό που εκπέμπει, έναν συνδυασμό λάμψης και σκότους, ομορφιάς και κινδύνου, μυστηρίου και αρχοντιάς, ματαιοδοξίας και απελπισίας. Δίπλα του η Ντολόρες, σέξι και ελκυστική, που όμως λες και σβήνει, μπροστά στον δαίμονα που προσελκύει όλα τα βλέμματα στο πέρασμά του. Ο Άλαν δεν χρειάζεται ούτε να κουνήσει το δαχτυλάκι του, γύρω του περιφέρονται άπαντες. Η δε Κριστέλ δείχνει τόσο ερωτευμένη από την πρώτη στιγμή, που μοιάζει να τον παρακαλάει να ασχοληθεί μαζί της. Ο Ζεράρ παρακολουθεί τα πάντα από απόσταση στην αρχή, σιγά σιγά όμως υποκύπτει κι αυτός στη γοητεία του νεοφερμένου και προσπαθεί να τον γνωρίσει καλύτερα.

Ο Ζεράρ είτε από το μπαλκόνι του, είτε από την ακτή, ακτινογραφεί τις κινήσεις του Άλαν, προσπαθεί να επιλύσει το μυστήριο αυτού του ανθρώπου, που δείχνει προορισμένος για κάτι μεγάλο, με μια ευφυία εντυπωσιακή, και μια αύρα που σε τραβάει κοντά του και ταυτόχρονα σε τρομάζει, ενώ μια νοσηρότητα και κάτι μοιραίο διαφαίνεται στις κουβέντες του. Τι ήρθε να κάνει εκεί; Ο αφηγητής μπερδεύεται με αυτή την παρουσία που μοιάζει να είναι ενός φαντάσματος, ενός ανθρώπου που ήρθε από το πουθενά και δείχνει άπιαστος και ακατανόητος εκμαυλίζοντας και σαγηνεύοντας γυναίκες και άντρες; Θα επιλύσει το μυστήριο ή ο Άλαν θα πάρει την Ντολόρες ή όποια άλλη και θα φύγει μακριά μέσα στην ομίχλη που σκεπάζει την ακτή, καθώς το φθινόπωρο έρχεται;

Η νουβέλα του Γκρακ, «απαιτεί» να βυθιστείς στην ατμόσφαιρά της, στον κόσμο αυτόν της (καλλιεργημένης) ασάφειας και ρευστότητας. Ο αναγνώστης μετά τις πρώτες σελίδες, εισέρχεται σε έναν πίνακα του Μαγκρίτ ή σε ένα κινηματογραφικό πλάνο. Η αμμώδης παραλία, κάποια ερειπωμένα κτίσματα, περίπατοι στο πουθενά, το καζίνο και ο χορός μεταμφιεσμένων, φτιάχνουν ένα σκηνικό απόκοσμο και ονειρικό, απομόνωσης και παρακμής, θανάτου και τέλους του κόσμου. Οι διάλογοι είναι τις περισσότερες φορές φιλοσοφικοί και αδιέξοδοι ενώ η μελαγχολία διαπερνάει τις σελίδες του βιβλίου.

Ο σημερινός αναγνώστης θα παραξενευτεί και ίσως θα δυσκολευτεί να παρακολουθήσει αυτό το σαγηνευτικό, ονειρικό μυθιστόρημα, που δείχνει τα χρόνια του. Θυμίζοντας ταινίες του Ερίκ Ρομέρ με τους αινιγματικούς διαλόγους, το μυθιστόρημα του Γκρακ, που έχει μεταφερθεί στον κινηματογράφο, στο θέατρο και στην όπερα, είναι ένα βιβλίο που θα μπεις στο κλίμα του και θα γοητευτείς ή θα το παρατήσεις στην 50η σελίδα – ευτυχώς μου συνέβη το πρώτο…

«Δεν υπάρχει τίποτα, το έχω πει στον Ζακ, που να κάνει τον άνθρωπο να επαναστατεί τόσο, όσο το να ομολογήσει τη μυστική, την άμεση εξουσία που ασκεί επάνω του κάποιος όμοιός του. Δεν υπάρχει ίσως τίποτε άλλο που να είναι πιο συχνό, πιο καθημερινό. Εξουσία βίαιη, τυχαία σαν τον κεραυνό, όπου η ευφυΐα, η αξία, η ομορφιά, η γλώσσα δεν είναι τίποτα, παρά μόνο ζωικός ηλεκτρισμός, μια πόλωση που δημιουργείται ξαφνικά. Υποκύπτεις στη γοητεία. Και χωρίς επιστροφή.»

Αισθητική πληρότητα, σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, χαρακτήρες που κινούνται σαν φαντάσματα, ρομαντισμός βαρύς γοτθικού ύφους, ποιητικοί διάλογοι, ο Ρεμπώ κι ο Σατωμπριάν διαρκώς παρόντες όχι μόνο στις συζητήσεις των χαρακτήρων του βιβλίου αλλά και στην ατμόσφαιρα. Ωραίες γυναίκες και άνδρες, η «ομορφιά που θα κατακτήσει τον κόσμο», η Κριστέλ και η Ντολόρες, δύο γυναίκες – δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, ο Άλαν με την αχλύ του ιππότη της Αποκάλυψης ή του Διαβόλου, αινιγματικές προσωπικότητες που κάτι κρύβουν επιμελώς.
Ομιχλώδεις και θολές εικόνες, αδιέξοδοι έρωτες, κι ένας διαβολικός και άκρως ενδιαφέρων αλλόκοτος και απόμακρος λογοτεχνικός ήρωας, συνιστούν το πλαίσιο αυτού του έξοχα δομημένου, παράξενου, αλληγορικού, και αρκετά παλαιικού μυθιστορήματος που κάποιοι θα το τοποθετούσαν και στο είδος της «φιλοσοφίας του μπουντουάρ». Η ωραία μετάφραση της Ιφιγένειας Μποτουροπούλου, μεταφέρει στον αναγνώστη την θαυμάσια ατμόσφαιρα του βιβλίου.

Βαθμολογία 80 / 100