Παρασκευή, Απριλίου 03, 2020
posted by Librofilo at Παρασκευή, Απριλίου 03, 2020 | Permalink
We're caught in a trap ("Η ιστορία ενός γάμου")

Όταν προσπαθεί ένας δημιουργός στη λογοτεχνία, το θέατρο, ή το σινεμά να περιγράψει τις συζυγικές σχέσεις, η σκιά της αριστουργηματικής ταινίας του μεγάλου Σουηδού σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν «Σκηνές από ένα γάμο» πέφτει βαριά. Η ταινία «δωματίου» του 1973 (που πρώτα προβλήθηκε ως τηλεοπτική σειρά και αργότερα με το κατάλληλο μοντάζ έγινε κινηματογραφική ταινία), που περιγράφει την ιστορία δύο επιτυχημένων και αγαπημένων ανθρώπων, οι οποίοι οδηγούνται στο διαζύγιο μετά από εικοσαετή ανέφελη σχέση, θεωρείται (και είναι) ένα αξεπέραστο έργο, μια τομή στην αποτύπωση των ανθρώπινων σχέσεων. Βέβαια ο Μπέργκμαν δεν βρήκε παρθένο έδαφος, «πάτησε πάνω» στα θεατρικά έργα του Αυγούστου Στρίνμπεργκ, ο οποίος στο τέλος του 19ου αιώνα, περιέγραψε με βασανιστικές λεπτομέρειες (με έντονο μισογυνισμό βέβαια) τις σχέσεις των δύο φύλων στα εκπληκτικά θεατρικά του έργα. Οι ανθρώπινες σχέσεις γενικώς συγκινούν και προβληματίζουν, ας μη ξεχνάμε ότι, μέσα στο 2019, είχαμε την επιτυχία της ταινίας «Ιστορία Γάμου», όπου ο πολύ καλός σκηνοθέτης Νόα Μπόμπακ (εμφανώς επηρεασμένος από τον Μπέργκμαν αλλά και τον Γούντι Άλλεν), περιγράφει την διάλυση της σχέσης δύο ανθρώπων του θεάματος με ωραίο στυλ και εξαιρετικές ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές του.

Από τον Μπέργκμαν στον Μπόμπακ, ο δρόμος είναι μακρύς και ενδιάμεσα έχουν γίνει πολλές ταινίες, έχουν γραφτεί πολλά βιβλία γύρω από μια σχέση, ένα γάμο, τα περισσότερα υπακούουν στα στερεότυπα – ο άνδρας, η γυναίκα, οι διακριτοί ρόλοι μέσα στη σχέση κλπ. Ο Νορβηγός συγγραφέας και εκδότης Geir Gulliksen (Kongsberg, 1963), επιλέγει έναν διαφορετικό τρόπο να αφηγηθεί την ιστορία μιας συζυγικής σχέσης, στο διεισδυτικό και καίριο μυθιστόρημά του «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΓΑΜΟΥ» («Historien om et ekteskap») – (εκδ. Ποταμός, μετάφρ. Σ. Σουλιώτης, σελ. 219), περιγράφοντας την πορεία μιας σχέσης, ενός μοντέρνου και αντισυμβατικού ζευγαριού αστών, στη σύγχρονη Νορβηγία του 21ου αιώνα. Ο άνδρας είναι ο αφηγητής της ιστορίας ενός γάμου ευτυχισμένου που ξαφνικά (;) διαλύεται, χωρίς να το καταλάβουν καλά-καλά οι άμεσα εμπλεκόμενοι.


«Με κοίταζε με στοργή γεμάτη οικειότητα, μια οικειότητα τρομακτική. Όχι: για μένα δεν ήταν τόσο τρομακτική, ούτε για εκείνη ήταν, όχι τότε πάντως. Μόνο αργότερα άρχισε να βλέπει αυτήν τη στοργή που ανταλλάσσαμε, σαν ακριβώς αυτό: κάτι που ανταλλάσσαμε μεταξύ μας, πληρώναμε ο ένας τον άλλο για την εγγύτητά του.
Εκεί ήταν αυτός, σ' εκείνους τους χώρους, εκείνος που ήταν άντρας της, που την ακολουθούσε με το βλέμμα όταν εκείνη διέσχιζε τον χώρο. Τώρα εκείνη δεν θυμάται πια το πρόσωπό μου, δεν μπορεί να το φέρει στο νου της, εκτός από όταν συναντιόμαστε τυχαία. Δεν θυμάται πως την ακολουθούσε το πρόσωπό μου, πόσο δοτικός ή ανοιχτός ήμουν. Ξέρει ότι μάλλον έτσι θα ήταν, ότι την κοίταζα, καλοδιάθετα, με ανοιχτή καρδιά, θαυμασμό, έρωτα. Δεν θυμάται όμως πως ήταν να ζει κάτω από αυτό το βλέμμα αυτό το πρόσωπο.»

Από την αρχή της νουβέλας του Γκούλικσεν, γνωρίζουμε την κατάληξη της ιστορίας. Η Τίμι θα χωρίσει με τον Γιον. Ένα ζευγάρι που έζησε έναν θυελλώδη έρωτα και είχε έναν ζηλευτό και αντισυμβατικό γάμο με δύο παιδιά θα οδηγηθεί στην διάλυση της σχέσης τους. Η σχέση περιγράφεται μέσα από την ματιά του Γιον, ενός δημοσιογράφου και συγγραφέα παιδικών βιβλίων, που επιλέγει να δουλεύει από το σπίτι και να είναι αυτός που θα αναλάβει το νοικοκυριό, την φροντίδα των παιδιών, τα ψώνια, το μαγείρεμα. Η Τίμι είναι μια επιτυχημένη και πολύ οργανωτική γιατρός που λείπει αρκετές ώρες, την απασχολεί πολύ η δουλειά της και η καθημερινή της άσκηση. Η συμβίωση δείχνει (και ίσως είναι) αρμονική, υπάρχει μια μεγάλη ερωτική και σεξουαλική έλξη μεταξύ τους, ακόμα και μετά από τόσα χρόνια, η συμφωνία τους για ένα γάμο χωρίς συμβάσεις, μακριά από τα καθιερωμένα και βαρετά φαίνεται να λειτουργεί.

Ο Γιον θα χωρίσει εν μια νυκτί (κυριολεκτικά) από την προηγούμενη σύζυγό του, με την οποία είχε μια κόρη. Θα της ανακοινώσει ότι ερωτεύτηκε μια άλλη, θα πάρει τα πράγματά του και θα φύγει από το σπίτι, αφήνοντάς την εμβρόντητη. Είκοσι χρόνια αργότερα, και χωρίς να το περιμένει, θα μείνει αυτός ξεκρέμαστος και διαλυμένος - με την προφητεία της πρώην να υλοποιείται. Η Τίμι. όταν γνωρίζει τον Γιον, είναι μια νεαρή κοπέλα 25 ετών▪ πλέον είναι μια συγκροτημένη και ώριμη γυναίκα που βαδίζει με σίγουρα βήματα προς την επαγγελματική επιτυχία. Δεν έχουμε δηλαδή σε αυτή τη σχέση, τους «παραδοσιακούς» και στερεοτυπικούς ρόλους ενός ζευγαριού, η δε συμφωνία τους για έναν «ανοιχτό γάμο», όπου ο καθένας μπορεί να βγαίνει με όποιους θέλει μοιάζει να μην αποτελεί πρόβλημα. Ο Γιον φαντασιώνεται την σύντροφό του να κάνει έρωτα με άλλους άνδρες, προτρέπει την Τίμι να του περιγράψει πως την φλερτάρουν, τι της λένε οι άλλοι  – συνάδελφοι, φίλοι – με τους οποίους συναναστρέφεται. Όταν όμως τα πράγματα σοβαρεύουν εκείνος δεν μπορεί να το ανεχθεί, αποδεικνύοντας πως η μάχη για «εξουσία» σε μια σχέση, μπορεί να καλύπτεται όμορφα και «πολιτισμένα», αλλά όταν τα πράγματα δυσκολέψουν, ο έλεγχος πιθανότατα θα χαθεί.

«Της μιλούσα σαν να με είχε απατήσει, πράγμα που φυσικά δεν συνέβαινε. Με άκουγε να γελάω κοροϊδευτικά με αυτήν τη λέξη - απάτησε ή δεν απάτησε, ήταν, θαρρείς, κατώτερο του επιπέδου μας να χρησιμοποιούμε τέτοιες λέξεις. Της είπα ότι μπορεί να κάνει έρωτα και μ' εκείνον και με όποιον άλλον ήθελε, όσο δεν έγραφε κανονικά εμάς. Δεν ήθελα να πάψω να χρησιμοποιώ αυτή την έκφραση τώρα που την βρήκα. Ένιωθα ότι με έγραφε, με άφηνε στην απέξω, αυτά με άκουγε να λέω. Αυτή η φράση αντιπροσώπευε όλα όσα είχαν αρχίσει να με στενοχωρούν. Μια άλλη φορά της εξήγησα ότι, αν τα έφτιαχνε μ' εκείνον, θα προλάβαινε να ζήσει πιο πολύ καιρό μ' αυτόν παρά μ' εμένα. Συνέχεια, ξανά και ξανά της διατύπωνα όσα φοβόμουν, έφερνα στο προσκήνιο όσα δεν ήθελα να συμβούν. Εκείνη φανταζόταν το πρόσωπό μου σφιγμένο, θυμωμένο και πληγωμένο. Εγώ στεκόμουν και άδειαζα το πλυντήριο πιάτων ενώ μιλούσα, έκλεινα με πάταγο τα ντουλάπια. Αμέσως μετά της είπα ότι ήταν ελεύθερη να κάνει ό,τι ήθελε με όποιον ήθελε. Όσο ήταν η σύντροφός μου, μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε με όποιον ήθλε, αυτό της είπα. Στεκόμουν μπροστά της, αλλά ήμουν κατακόκκινος, με μάτια θολά και έκφραση τρελού και φανατισμένου οπαδού. Κι εκείνη ήθελε απλώς να την αφήσω στην ησυχία της.»


Ο χωρισμός, η διάλυση μιας σχέσης ακόμα και της πιο αρμονικής. Πόσο κοινότοπο και «μπανάλ», αλλά και πόσο ακαταμάχητο και ελκυστικό! Από τους νταλκάδες των λαϊκών (και ελαφρολαϊκών) και ποπ τραγουδιών (καριέρες έχουν χτιστεί πάνω στο κλάμα του χωρισμού) μέχρι τις πιο «ποιοτικές» και διανοουμενίστικες απόπειρες, η ουσία είναι μία όπως θα έλεγε κι ο δυστυχής Γιον. Τα πράγματα ισορροπούν μεταξύ (grande) τραγωδίας και υστερικής κωμωδίας, ανάλογα με τον τύπο του καθενός, τα έχει τραγουδήσει ο βάρδος: «Γέλα κυρία μου, γέλα μαζί μου», τίποτε άλλο. Κι αν τα γεγονότα τα διαβάζουμε από την πλευρά ενός (αξιόπιστου ή μη δεν έχει σημασία) αφηγητή, ο οποίος προσπαθεί να κατανοήσει τη δυναμική της σχέσης, του τι οδήγησε τα πράγματα σε αυτό το σημείο, είναι μια σημαντική μεν, αλλά μικρή λεπτομέρεια.

Ο Γκούλικσεν (συνεργάτης και εκδότης του Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ με ότι αυτό συνεπάγεται), με αυτή την χαρακτηριστική άνεση των Σκανδιναβών να αναλύουν τα εσώψυχά τους, ψυχαναλύεται θέτοντας διαρκώς ερωτήματα χωρίς να δίνει απαντήσεις. Μπορούν να μπουν όρια σε μια σχέση; Τι σημαίνει «μοντέρνος γάμος» και μια «ανοιχτή σχέση» περιλαμβάνει ότι ο άλλος μπορεί να ανεχθεί τα πάντα; Τι σημαίνει «ελευθερία» σε μια δέσμευση; Μήπως δεν είμαστε τόσο ανεκτικοί και τόσο χαλαροί όσο νομίζουμε; Μπορούμε να δεχτούμε ότι ο σύντροφός μας αλλάζει (όπως κι εμείς άλλωστε) κατά τη διάρκεια μιας μακρόχρονης σχέσης; Ερωτήματα συνεχή που τίθενται διαρκώς μέσα στην αφήγηση, πολλά από αυτά επαναλαμβανόμενα με διαφορετικά λόγια κάθε φορά.

«Were caught in a trap» όπως τραγουδάει ο Presley στον ύμνο «Suspicious minds», και όπως γίνεται με αυτές τις ιστορίες, το θέμα τους σε «πλακώνει» και σε στενοχωρεί απ’ όποια πλευρά και να το βλέπεις. Η αμεσότητα της γλώσσας και του ύφους του Γκούλικσεν, δεν αφήνει ασυγκίνητο τον αναγνώστη, ανεξάρτητα με τις εμπειρίες ζωής του. Σε αυτό το ευφυέστατο και ευανάγνωστο, ωραίο αλλά και  «δυσάρεστο» μυθιστόρημα, ο συγγραφέας, βάζει βαθιά το δάχτυλο στην πληγή και το στρίβει διαρκώς, αφήνοντας τον αναγνώστη στο τέλος, με μια αίσθηση πικρίας και ματαιότητας. Ο συγγραφέας κατηγορήθηκε από την πρώην σύζυγό του, ότι περιέγραψε (με λεπτομέρειες και μονομερώς) την διάλυση της σχέσης τους, εκείνη μάλιστα εξέδωσε και βιβλίο ως απάντηση, εκείνος το αρνείται κατηγορηματικά…

Βαθμολογία 81 / 100










 
Δευτέρα, Μαρτίου 30, 2020
posted by Librofilo at Δευτέρα, Μαρτίου 30, 2020 | Permalink
"Σε ποιον ανήκει η κόλαση"

Συλλογή διηγημάτων ή υβριδικό μυθιστόρημα; Η απορία συνοδεύει τν αναγνώστη κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, του έξοχου βιβλίου (σε αυτό το κείμενο θα αποφύγω να το κατηγοριοποιήσω) «ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΑΝΗΚΕΙ Η ΚΟΛΑΣΗ», του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη (Λάρισα, 1970) – (εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 436), ενός συγγραφέα που από την πρώτη του πεζογραφική εμφάνιση το 2002, ασχολείται με το μυθιστόρημα, έχοντας γράψει μέχρι τώρα εννέα (και ακόμα ένα θεατρικό έργο και ένα παιδικό βιβλίο).


Οι 162 ιστορίες που απαρτίζουν το πολυσέλιδο αυτό βιβλίο, ασύνδετες σε πρώτο επίπεδο μεταξύ τους, αποτελούν ένα μωσαϊκό, την σύνθεση ενός πίνακα μεγάλων διαστάσεων, με μικρές καθημερινές ή όχι σκηνές, επεισόδια αυτόνομα που όμως συνδέονται υποδόρια με μια κοινή οπτική, το τοπίο μιας χώρας, μέσα από τους ανθρώπους της, τις τραγικές και τις γελοίες τους στιγμές, τις καθημερινές νίκες και ήττες τους, τις απογοητεύσεις και τις χαρές τους, τον τραγέλαφο και το δράμα.

                        «Μεγάλη χώρα»

«Τις προάλλες από σύμπτωση βρεθήκαμε σε μια μάλλον ετερόκλητη παρέα. Ανάμεσά μας και ένας ανώτερος υπάλληλος της υπηρεσίας κτηματογράφησης. Έδινε την εντύπωση ανθρώπου προσηνούς και επιπλέον σαν έγινε οι συστάσεις αναφέρθηκε σε με κολακευτικά λόγια σε κάποιο από τα πρώτα βιβλία μας. Έτσι, πήραμε το θάρρος να τον ρωτήσουμε τι φταίει και τόσα χρόνια δεν ολοκληρώνεται το κτηματολόγιο. Φάνηκε προβληματισμένος και ψιθύρισε κάτι που ακούστηκε σχεδόν μεταφυσικό. Κατόπιν όμως μας ρώτησε αν γνωρίζουμε τη νομοθεσία που ισχύει για ευαίσθητες περιοχές, η οποία και επιτρέπει σε κάποιον να χτίσει μόνο αν διαθέτει γη πάνω από τέσσερα στρέμματα. Όντως κάτι είχαμε διαβάσει σχετικά και του το είπαμε. Όπως μας εξομολογήθηκε μειδιώντας εκείνος ο προσεκτικός και έμπειρος άνθρωπος, τα μισά νησιά των Κυκλάδων, για παράδειγμα, σύμφωνα με τα έγγραφα στις τοπικές πολεοδομίες, εμφανίζονται σχεδόν τρεις φορές μεγαλύτερα σε έκταση από ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Σκοπεύαμε να μάθουμε αν αστειεύεται, κι αν όχι, μη γίνονται τα ίδια κι αλλού, μα κάποιος εκμεταλλεύτηκε τα ξάφνιασμά μας, σχολίασε θετικά τη σαλάτα καβουρόψιχας που είχε μόλις καταφτάσει και η κουβέντα ξεμάκρυνε σε άλλα θέματα.»

Η φωτογραφία στο εξώφυλλο είναι ενδεικτική. Μια εικόνα νεοελληνικής «λεβεντιάς» όπως έχει αποτυπωθεί από τον φακό του Αλέξη Δαμιανού στην «Ευδοκία» του – μια ταινία που έχει σημαδέψει μια εποχή του ελληνικού κινηματογράφου. Ο σεκλετιασμένος φαντάρος που ετοιμάζεται να χορέψει, είναι μια εικόνα που έχει περάσει στο συλλογικό υποσυνείδητο ως ένδειξη λεβεντιάς και (κατά πολλούς) ανδρικού κάλλους, είναι όμως έτσι; Ή είναι μια ένδειξη «σταρχιδισμού» (τύπου «εγώ θα κάνω το δικό μου, no matter what»), που θα μπορούσε με τον ίδιο πρωταγωνιστή να είναι κομμάτι μιας άλλης ταινίας, της «Παραγγελιάς» του Π. Τάσιου, σκηνής που γνωρίζουμε πως καταλήγει – με μια σφαγή. Αυτό ακριβώς το αμφίσημο της ελληνικής καθημερινότητας, της ελληνικής ιστορίας, καταγράφει ο Τζαμιώτης με τις ιστορίες του βιβλίου.

Η Αθήνα κι ο Πειραιάς, η Λάρισα και τα γύρω χωριά της Θεσσαλίας κυρίως αλλά και κάποια άλλα μέρη της χώρας, είναι οι τόποι που εκτυλίσσονται οι ιστορίες του βιβλίου. Άλλες μικρές σε όγκο, άλλες λίγο μεγαλύτερες, με εικόνες δυνατές που μένουν χαραγμένες στη μνήμη. Σκηνές από το παρελθόν, από γεγονότα ιστορικά με πρόσωπα που διαδραμάτισαν ρόλο στην πολιτική πραγματικότητα του τόπου, σκηνές από την ιστορία από το 21 έως τη Χούντα, σκηνές της καθημερινότητας με τραγικές οικογενειακές ιστορίες, πολύ ανθρώπινες που διαρκώς ισορροπούν μεταξύ κωμωδίας και τραγωδίας, κάποιες στιγμές δε, συνυπάρχουν αρμονικά, σκηνές από την παιδική ηλικία, σκηνές πιο προσωπικές όπου ο συγγραφέας αφήνει την τριτοπρόσωπη αφήγηση, και η ευαισθησία κι ο λυρισμός επικρατούν έναντι του συνήθως αποστασιοποιημένου και τις περισσότερες φορές σατιρικού ύφους που επικρατεί στο βιβλίο.

                       «Πως μυρίζουν τα ποτάμια»

«Εκεί γύρω στα δέκα με έντεκα δύο πάθη τον κατέτρεχαν: η παρασκευή αρωμάτων με βάση τα λουλούδια του κήπου τους και η συλλογή μικρών λείων χαλικιών, μαζεμένων πολύ επιλεκτικά από τα ξερά ποτάμια της περιοχής, που τα επισκέπτονταν οικογενειακώς κάποια Σαββατοκύριακα. Τα πολύτιμα αυτά χαλίκια, αφού μούλιαζαν για μέρες στα δικά του αρώματα, τοποθετούνταν κατά τη διάρκεια ενός συγκεκριμένου παιχνιδιού με ιατρική σχολαστικότητα στις άγουρες σχισμές των συνομήλικων κοριτσιών της γειτονιάς του, όπου παρέμεναν κάποιες ώρες πριν αφαιρεθούν με την ίδια πάντα λεπτότητα. Κατόπιν φυλάσσονταν σε γυάλινα βάζα που έκτοτε άνοιγαν σπάνια. Ίσως γι’ αυτό μέχρι σήμερα στη μνήμη του ως γυναίκες της ζωής του εγγράφονται μόνο όσων η μυρωδιά τού θυμίζει πως μυρίζουν πραγματικά τα ποτάμια.»

Ο Τζαμιώτης στις ιστορίες του, δεν καθησυχάζει τους αναγνώστες του, δεν τους χαϊδεύει, εξετάζει τις λεπτομέρειες πίσω από γεγονότα με ακρίβεια εντομολόγου. Όλα αυτά όμως με πολλή αγάπη απέναντι στον άνθρωπο που είναι σε αυτό το βιβλίο το κέντρο των πάντων. Με όπλο του το χιούμορ (συνήθως μαύρο, κατάμαυρο) στήνει έναν καθρέφτη, όπου απεικονίζονται τα πάντα και όπου κυριαρχεί η ρήση του Ν. Δήμου, «Ο Έλληνας, όταν βλέπει τον εαυτό του στον καθρέφτη, αντικρίζει είτε τον Μεγαλέξαντρο, είτε τον Κολοκοτρώνη, είτε (τουλάχιστον) τον Ωνάση. Ποτέ τον Καραγκιόζη...».

Τα 162 κείμενα του βιβλίου, είναι ένα μάθημα οικονομίας χαρακτήρων (και είναι πολλοί οι άτιμοι). Εστιάζοντας στις λεπτομέρειες ο συγγραφέας, όπως αναφέρω παραπάνω, παρατηρεί τις κινήσεις, τα βλέμματα, τις χειρονομίες, τις εκφράσεις. Είναι κείμενα που ίσως «καίγονται» καθώς τα περισσότερα αποτελούν υλικό για μυθιστορήματα ή νουβέλες, δηλαδή ιστορίες που θα μπορούσαν να επεκταθούν περισσότερο και να αξιοποιηθούν δραματουργικά, αλλά πρέπει να σεβαστούμε την επιλογή του συγγραφέα, εξάλλου για έναν δημιουργό τόσο παρατηρητικό, ιστορίες πάντα θα υπάρχουν.


                 «Υπερβολική διακριτικότητα»

«Η σύζυγος ενός ασφαλιστή ανακάλυψε τυχαία σε κάποιο συρτάρι ένα ημερολόγιο του άντρα της. Αν και παραξενεύτηκε, γιατί ποτέ δεν της είχε αναφέρει πως κρατούσε ημερολόγιο, έβαλε ξανά στη θέση του το πυκνογραμμένο τετράδιο δίχως να διαβάσει έστω μια αράδα. Μερικές μέρες αργότερα, ενώ τακτοποιούσε την ντουλάπα τους, βρήκε στο παλτό του τη φωτογραφία μιας νέας και όμορφης γυναίκας. Υπέθεσε ωστόσο πως επρόκειτο για κάποια πελάτισσα που σχετιζόταν με καμιά ασφαλιστική υπόθεση και ξανάβαλε τη φωτογραφία εκεί που τη βρήκε. Σε λιγότερο από μία βδομάδα έπιασε τον άντρα της να ψιθυρίζει στο τηλέφωνό του ενώ ήταν κλεισμένος στο μπάνιο, μα σκέφτηκε πως το έκανε για να μην την ενοχλήσει, γιατί όταν επέστρεψε στο σπίτι τού είχε πει πως βασανίζεται από τρομερό πονοκέφαλο. Ένα βράδυ ο άντρας της δεν γύρισε στην ώρα του, παρά μόνο αφού είχε αρχίσει να ξημερώνει. Δεν το έκανε όμως θέμα, γιατί ήξερε πόσο απαιτητικός ήταν ο διευθυντής του και φαντάστηκε πως τον είχε κρατήσει στο γραφείο. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα, ενώ έβαζε πλυντήριο, εντόπισε ίχνη κραγιόν στον γιακά του, μα και πάλι δεν πήγε ο νους της στο κακό, γιατί κάθε χρόνο τέτοια εποχή γινόταν ένα μεγάλο πάρτι στην εταιρία του. Ίσως κάποια συνάδελφός του, ενώ τον ασπαζόταν, να τον είχε λερώσει κατά λάθος. Το πρωινό της Πρωτοχρονιάς ο σύζυγος έβγαλε από την αποθήκη την κυνηγετική καραμπίνα του, κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρα, όπου η γυναίκα του κοιμόταν ακόμη, και την πυροβόλησε εξ επαφής, δύο φορές στο κεφάλι. Μετά τηλεφώνησε στην αστυνομία για να παραδοθεί. Κατά την εξέτασή του απέδωσε τη δολοφονία στην υπερβολική διακριτικότητα της γυναίκας του. Όπως εξήγησε στους αστυνομικούς, εδώ και δύο χρόνια προσπαθούσε με κάθε τρόπο να την πείσει πως την απατά και να την αναγκάσει να τον εγκαταλείψει, μα εκείνη παραήταν διακριτική.»

Σε ποιον ανήκει η κόλαση λοιπόν; Σ’ εμάς, στους άλλους; Στοχαστική και συνήθως σατιρική η ματιά του Τζαμιώτη, χωρίς όμως διάθεση να υποδείξει κάτι ή να τονίσει κάτι παραπάνω, στοιχείο που αποτελεί μία από τις αρετές αυτού του υπέροχου και απολαυστικού βιβλίου, που συνομιλεί διακειμενικά με λογοτεχνικά αριστουργήματα όπως οι "Αόρατες πόλεις" του σπουδαίου Ίταλο Καλβίνο. Οι 162 ιστορίες που το απαρτίζουν θα μπορούσαν να ήταν πολύ περισσότερες χωρίς ο αναγνώστης να ενοχληθεί, καθώς είναι τόσο ωραία η αφήγηση που σε παίρνει μαζί της.
Τελικά, το ερώτημα της αρχής μπορεί να απαντηθεί; Τι είναι αυτό το βιβλίο; Κάτι μέσα μου με προκαλεί να το χαρακτηρίσω μυθιστόρημα, ας το αφήσω όμως στην διακριτική ευχέρεια του κάθε αναγνώστη, εξάλλου ταιριάζει και με το αμφίσημο των ιστοριών που θα διαβάσει, με αυτή την δημιουργική ορμή που το χαρακτηρίζει, και εγγυάται αναγνωστική απόλαυση πέρα από κατατάξεις και λογοτεχνικά είδη που στο κάτω-κάτω αφορούν μόνο τους ειδικούς.

Βαθμολογία 83 / 100


 
Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2020
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2020 | Permalink
"Γη χωρίς τέλος"
Ένα μυθιστόρημα που είναι «κάτι σαν…» αλλά και λίγο απ’ όλα. Κάτι σαν αστυνομικό μυθιστόρημα, κάτι σαν επιστημονική φαντασία, κάτι σαν οικολογική δυστοπία, αλλά και όχι. Αδύνατο να κατατάξεις, το πολύ ενδιαφέρον, λογοτεχνικό ντεμπούτο του Σκωτσέζου συγγραφέα Martin Macinnes (Inverness, 1983), με τίτλο «ΓΗ ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ» («Infinite ground») – (εκδ. Κριτική, (ωραία) μετάφρ. Αλ. Καλοφωλιάς, σελ. 335), που ξαφνιάζει, ξεκινώντας ως ένα τυπικό νουάρ για να εξελιχθεί σε ένα γριφώδες και αινιγματικό μυθιστόρημα, αλληγορικό, γεμάτο μυστήρια και με πλήθος λογοτεχνικών αναφορών.


Ο τόπος, μια χώρα της Λατινικής Αμερικής, το χρονικό πλαίσιο άγνωστο. Ο Κάρλος, ένας 29χρονος υπάλληλος ενός οικονομικού οργανισμού, αγνοείται. Εξαφανίστηκε κατά την διάρκεια ενός οικογενειακού δείπνου σε ένα ρεστωράν, όταν δεν γύρισε ποτέ από την τουαλέτα. Μετά από τρεις άγονες εβδομάδες αναζήτησης (;), η υπόθεση ανατίθεται σε έναν συνταξιούχο αστυνομικό επιθεωρητή, με την διαβεβαίωση ότι θα του παρέχονταν όλοι οι πόροι και η απόλυτη ελευθερία στις κινήσεις του, για να βρει τον αγνοούμενο. Ο επιθεωρητής είναι χήρος και πέφτει με τα μούτρα στην υπόθεση, η οποία ενώ στην αρχή φαίνεται απλή και τετριμμένη, τον οδηγεί σε μια σειρά από αναπάντητα ερωτήματα και αδιέξοδα.

«Μπορούσε να υπολογίσει πόσοι διάλογοι είχαν γίνει στα δωμάτια. Το έκανε διαισθητικά, αλλά συνήθως έπεφτε μέσα. Ένας χώρος είχε πιο ταραχώδη αίσθηση μετά τη γλωσσική επικοινωνία. Ίσως οι άνθρωποι που μιλούσαν περισσότερο κινούνταν και διαφορετικά▪ ίσως αυτό να ήταν όλο. Πίστευε ότι είχε την ικανότητα να βλέπει τα λόγια στα σημεία όπου έπεφταν. Τα λεκτικά φορτία που συσσωρεύονταν σε μια ιδιαίτερα πρόσφορη ορθή γωνία. Ένα από τα πράγματα που έκαναν τα μπάνια να ξεχωρίζουν ήταν η απουσία των λέξεων. Τα δωμάτια που επηρεάζονταν περισσότερο από τη γλώσσα ήταν πιο μαλακά, πιο ζεστά. Εκεί όπου δεν είχε μιλήσει κανείς για πολλή ώρα έκανε κρύο. Όλες αυτές οι μικρές ενδείξεις ήταν σημαντικές όταν ένας άνθρωπος είχε εξαφανιστεί. Όλα όσοα προηγουμένως ήταν αόρατα, ενισχύονταν, μεγεθύνονταν. Κάθε λεπτομέρει υπήρχε για να αποκωδικοποιηθεί▪ ήταν το κλειδί για την κατανόηση ενός χαμένου πολιτισμού. Και οποιαδήποτε λεπτομέρεια μπορούσε να τους φέρει πίσω.»

Η οικογένεια του Κάρλος και οι συνάδελφοί του, δεν μπορούν να βρουν κάποιο λόγο που να δικαιολογεί την εξαφάνισή του. Οι έρευνες του επιθεωρητή επικεντρώνονται στην εταιρεία που δούλευε ο νέος άντρας εδώ και 6 χρόνια μετά την αποφοίτησή του από το πανεπιστήμιο. Ο οικονομικός αυτός οργανισμός βρίσκεται μεταξύ συνεχών μετοχικών αλλαγών, με τους ιδιοκτήτες να εναλλάσσονται και αυτή τη στιγμή δεν έχει καν όνομα και συγκεκριμένο τομέα εργασιών. Το μόνο σίγουρο είναι ότι έχει στην κατοχή του, τεράστιες εκτάσεις στον Αμαζόνιο και αντιμετωπίζει μια σειρά από μηνύσεις από οικολογικές οργανώσεις. Το πιο περίεργο όμως είναι, ότι η εταιρεία, μίσθωνε ηθοποιούς με βραχυχρόνια ή και μακροχρόνια συμβόλαια, για να γεμίζουν τα γραφεία του και να κάνουν ότι εκτελούν τις καθημερινές εργασίες. Ο επιθεωρητής διαπιστώνει ανακρίνοντας την μητέρα του Κάρλος, ότι στην πραγματικότητα μιλάει με μια ηθοποιό που υποδύεται την μητέρα του, ενώ αρχίζει και αναρωτιέται αν ο Κάρλος ήταν στην πραγματικότητα εργαζόμενος στον οργανισμό ή ηθοποιός που παρίστανε τον εργαζόμενο. Και αν το δείπνο ήταν μεταξύ ηθοποιών που παρίσταναν την οικογένεια;

Το διαμέρισμα του Κάρλος είχε ήδη δοθεί σε ένα στέλεχος της εταιρείας, οπότε το μόνο μέρος στο οποίο μπορούσε να επικεντρώσει τις έρευνές του ο επιθεωρητής, ήταν το ακόμα άδειο γραφείο του αγνοούμενου. Στα γραφεία της εταιρείας, που δεν καταλαβαίνεις ποιος δουλεύει και πάνω σε τι, ο επιθεωρητής βρίσκει στο γραφείο του Κάρλος, μετά από αναλύσεις, στοιχεία ότι ο Κάρλος είχε σωματικά αλλά και ψυχικά συμπτώματα, ενδεχομένως υπέφερε από κάποια λοίμωξη, ήταν υποσιτισμένος και το σώμα του φιλοξενούσε κάποιους μικροοργανισμούς. Ο επιθεωρητής διαπιστώνει ότι το κάθε μικρό εύρημα, ανοίγει μια πόρτα σε κάτι μεγαλύτερο και η σύγχυση μεγαλώνει, όπως και τα ερωτηματικά. Θα αποφασίσει να πάει στις εγκαταστάσεις της εταιρείας στον Αμαζόνιο, ως μοναδική του ελπίδα να βρει τη λύση του μυστηρίου.

«Είχε συνηθίσει τις μέρες, είχε συνηθίσει να μη βασίζεται καν στο ότι είχε μέρες, είχε συνηθίσει το ότι υπήρχαν πάντα μέρες, γιατί τι άλλο θα μπορούσε να υπάρχει, αν όχι μέρες; Όμως είχε επίσης συνηθίσει στην ιδέα ότι οι ημέρες ήταν έτοιμες να αυτοακυρωθούν και να περάσουν στην ανυπαρξία, να μεταλλαχθούν, τρόπος του λέγειν, σε μη μέρες, εξαντλώντας τον ίδιο τους τον εαυτό. Αυτό που έπρεπε να κάνει εκείνος, λοιπόν, ήταν να εξαντλεί τις μέρες. Αυτή ήταν η δουλειά του. Να μετατρέπει ασταμάτητα τη μια μέρα στην επόμενή της. Αξιόλογο επίτευγμα βεβαίως, καθώς υπήρχαν ένα σωρό πράγματα που έπρεπε να φροντίσει, και όλα την ίδια στιγμή – ήταν θαύμα, σκέφτηκε, που οποιοσδήποτε το είχε καταφέρει έστω και για μια φορά, να περάσει από τη μια μέρα στην άλλη κρατώντας τα πάντα σε λειτουργία με τέτοιον τρόπο.»


Είναι πολύ εντυπωσιακό το μυθιστόρημα του Μακίνες και νιώθεις ότι περικλείει τόσα πολλά εντός του, που ένα πνίξιμο σε συνοδεύει σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσής του. Ιδιαίτερα κλειστοφοβικό, αναπτύσσει την δράση του, με υπαινικτικότητα και άκρως κρυπτογραφικά, με σκηνές που παραπέμπουν περισσότερο σε ταινίες του Ντ. Λιντς (το «Blue Velvet» έρχεται συνέχεια στο νου), παρά σε λογοτεχνικά έργα, όπου βέβαια οι επιρροές αλλά και οι αναφορές είναι εμφανείς, ξεκινώντας από την φράση της Κλαρίσε Λισπέκτορ που παρατίθεται στην αρχή του βιβλίου. Τα κρυπτογραφικά παιχνίδια των Μπόρχες, Κορτάσαρ, Μπιόι Κασάρες και Σέζαρ Άιρα, το αινιγματικό σύμπαν του Paul Auster, ο Κόνραντ με την «Καρδιά του Σκότους», τα μυστήρια του Πόε, το «παράξενο» του J.G.Ballard και της Κλ. Λισπέκτορ, ο «μαγικός ρεαλισμός» της Λατινοαμερικάνικης σχολής, είναι όλα εκεί, συγκοινωνούντα δοχεία.

Ωραία όλα αυτά θα ρωτήσει κάποιος, και η weird ατμόσφαιρα και το κάπως σαν «βρισκόμαστε όλοι σε ένα limbo» σκηνικό που έχει στήσει ο ικανότατος όπως αποδεικνύεται, και πολλά υποσχόμενος νέος συγγραφέας – που πρέπει να στο υπενθυμίζει κάποιος ότι αυτό είναι το πρώτο του μυθιστόρημα για να το πιστέψεις -, υπάρχει τίποτα από κάτω ή είναι όλα βιρτουοζιτέ, μεταμοντερνισμοί με αρκετή ευαισθησία και επίδειξη γνώσεων, ένα κατασκεύασμα χωρίς υπόβαθρο; Απάντηση δεν έχω, τόσες εβδομάδες μετά την ανάγνωση του βιβλίου, είμαι ακόμα μπερδεμένος και για το μόνο που μπορώ να μιλήσω είναι τα εμφανή.

Καταρχάς, αυτό που πρέπει να δούμε ως κυρίαρχο στοιχείο, είναι ότι η ιστορία χρησιμεύει ως πρόσχημα, διότι εδώ έχουμε ένα βιβλίο για την απουσία και την αναζήτηση ταυτότητας - με το θέμα του «σωσία» να κυριαρχεί, διότι το ερώτημα που αιωρείται από την αρχή του βιβλίου, είναι «ποιος είναι ο Κάρλος;», αυτός ο αφανής κεντρικός χαρακτήρας που δεσπόζει με την απουσία του (ή καλύτερα με την «μη παρουσία» του), στην ιστορία.
Βεβαίως και πρώτιστα, οικολογικό θρίλερ, όπου ο τόπος διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην πλοκή του, είναι όμως κι ένα βιβλίο για την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια, για το ποιος είναι ποιος – θεωρίες αναπτύσσονται και διαψεύδονται, κατά τη διάρκεια της ιστορίας, ηθοποιοί και εργαζόμενοι μπερδεύονται, πρόσωπα εμφανίζονται και μετά διαπιστώνεις ότι μπορεί και να μην υπήρξαν ποτέ, ο επιθεωρητής (ο μοναδικός στέρεος χαρακτήρας σε ένα έργο που είναι γεμάτο σκιές), είναι σε μόνιμη ψυχική διαταραχή και του συμβαίνουν ή φαντάζεται να του συμβαίνουν διάφορες απίθανες καταστάσεις.

Δεν είναι ένα «εύκολο» μυθιστόρημα, το «Γη χωρίς τέλος», και ο αναγνώστης πρέπει να το διαβάσει με την προσοχή που απαιτεί, καθώς οι λεπτομέρειες (ακόμα και οι πιο μικρές) διαδραματίζουν ρόλο στην ιστορία, ενώ υπάρχει και το (εκπληκτικό) κεφάλαιο 6 του δεύτερου (και καλύτερου) μέρους του βιβλίου, όπου κάτω από τον υπότιτλο «Τι συνέβη στον Κάρλος, υποψίες, φήμες, συσχετίσεις», ο συγγραφέας, παραθέτει 29 πιθανές (αλλά και απίθανες) εκδοχές της ιστορίας, ολοκληρώνοντας η μπερδεύοντας ακόμα περισσότερο το παζλ που έχει κατασκευάσει.

Είναι ένα βιβλίο που το εκτιμάς και κάποιες στιγμές το θαυμάζεις και μένεις με το στόμα ανοιχτό, αλλά δεν μπορείς να το αγαπήσεις και να το νιώσεις. Ίσως μια δεύτερη ή και τρίτη ανάγνωση να είναι απαραίτητες για αυτό το απαιτητικό πρωτόλειο, που είναι σαγηνευτικό αλλά και αφόρητο ταυτόχρονα, ωραίο αλλά και βασανιστικά κρυπτογραφημένο, βαρυφορτωμένο και ίσως μπερδεμένο αλλά που αποκαλύπτει έναν συγγραφέα τολμηρό και γεμάτο ιδέες, που κάποια στιγμή θα δημιουργήσει ένα πολύ μεγάλο έργο.

Βαθμολογία 79 / 100




 
Παρασκευή, Μαρτίου 20, 2020
posted by Librofilo at Παρασκευή, Μαρτίου 20, 2020 | Permalink
"Άνθρωπος στη σκιά"

Μετά από πλήθος μελετών και δύο συλλογές διηγημάτων (όπου η πρώτη «Γυναίκα με ποδήλατο» είναι εξαιρετική), ένας από τους στιβαρότερους (και σοβαρότερους) διανοούμενους της εποχής μας, ο καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θες/νίκης, Νικόλας Σεβαστάκης (Καρλόβασι Σάμου, 1964), έγραψε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο «ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΗ ΣΚΙΑ» (εκδ. Πόλις, σελ.280). Ένα θαυμάσιο και πολύτιμο βιβλίο, που ξεκινάει σαν αστυνομική ιστορία με την ανεύρεση ενός νεκρού και εξελίσσεται σε ένα βαθιά πολιτικό αλλά και έντονα υπαρξιακό μυθιστόρημα, με πολλά επίπεδα και προεκτάσεις.


Βρισκόμαστε στο 2015, και ένας άντρας βρίσκεται κρεμασμένος από ένα δέντρο, σε μια πλαγιά του Υμηττού. Είναι ο Φάνης Αυγερινός, διοικητικός υπάλληλος του Πανεπιστημίου επί σειρά ετών. Τα αρχεία της αστυνομίας όμως δείχνουν ότι τα αποτυπώματά του εμπλέκονται σε μια πολιτική δολοφονία ενός δικηγόρου μετά την πτώση της Χούντας, όπου ο δράστης δεν είχε ποτέ βρεθεί. Ο εξηντάχρονος αυτόχειρας, εκτελεστής; Ένας άνθρωπος που δεν είχε δώσει ποτέ δικαίωμα, ένας άχρωμος και ήσυχος δημόσιος υπάλληλος μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης; Ποιος ήταν πραγματικά ο Φάνης Αυγερινός που ζούσε στη σκιά τόσα χρόνια;

«Στάθηκε λοιπόν, πάνω από το μνήμα διώχνοντας τα μυγάκια από το ελαφρώς ιδρωμένο της μέτωπο. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως δεν τον ήξερε αυτόν τον άνθρωπο. Ωραία δικαιολογία, λες και ήταν κανένας άγνωστος στη θέση του Φάνη. Φυσικά και θυμόταν πολύ καλά το μεθυσμένο βράδυ όταν, για πρώτη φορά, ο Φάνης της μίλησε σοβαρά για τη θεωρία των εστιών και για τη δημιουργία ενός νέου λαϊκού ρεύματος. Ήδη όμως τότε εκείνη είχε πάρει την απόφαση να μην ακούει με προσοχή, να περνάει σ’ άλλο θέμα, αφήνοντας τα λόγια του να αιωρούνται στο δωμάτιο, να γλείφουν τις επιφάνειες και να εξατμίζονται μόλις εκείνος έφευγε. Μήπως τον είχε υποτιμήσει εξαρχής; Ίσως επειδή τον ένιωθε κοντινό της τον σκεφτόταν σαν οποιονδήποτε άνθρωπο της εποχής τους, έναν ακόμα που αυτοσχεδιάζοντας οργάνωνε μεγάλες ανατροπές; Και η ίδια όμως δεν ήταν το ίδιο, μέχρι που την παραμέρισαν απαλά για να μην μπλέκεται στα πόδια τους; Ο ένας τότε δανειζόταν τα λόγια και τα αισθήματα του άλλου και κανείς τους δεν ήξερε ποιος απ’ όλους τους θα τα έπαιρνε κατά γράμμα.»

Μια παρέα φίλων στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο Φάνης, ο Κωστής, ο Αντρέας με τις ανησυχίες και τις αγωνίες για το μέλλον, δεν έχουν καμιά αντιστασιακή δράση, ανακατεύονται με την καθημερινότητα, ακούνε μουσική, παθιάζονται με το ποδόσφαιρο. Ο Φάνης θα γνωρίσει την Κατερίνα που έχει ταλέντο στο πιάνο και θέλει να συνεχίσει τις σπουδές της στο εξωτερικό και πιο συγκεκριμένα στο Βέλγιο. Σχεδιάζει να την βοηθήσει ένας θείος της, ο μεσήλικας και ευκατάστατος Άρης Πάικος που ζει με την Φλαμανδή Δάφνη και στο σπίτι του πηγαίνουν καλεσμένοι η Κατερίνα κι ο Φάνης, όπου ο δεύτερος γοητεύεται από τον κοσμοπολιτισμό του Πάικου και την ομορφιά της Δάφνης. Ο Πάικος μαζί με έναν φίλο του, τον Στέφανο Παπατζίμα, θα επικεντρώσουν την προσοχή τους στον Φάνη που έλκεται από τις αντιστασιακές ιστορίες που του αφηγούνται, το επαναστατικό τους υπόβαθρο. Ο Πάικος ήταν πολιτικός πρόσφυγας στην Τσεχοσλοβακία και αργότερα ασχολήθηκε με επιχειρήσεις κι ο Παπατζίμας συγγραφέας με πλούσιο έργο, πιο σκληροτράχηλος και πιο ευθύς στην προσέγγισή του, δεν θα δυσκολευτούν να στρατολογήσουν τον Φάνη, ο οποίος θα συνοδεύσει την Κατερίνα στο Βέλγιο για να συνεχίσει την θεωρητική εκπαίδευσή του.

Ο Φάνης αποτελεί το κατάλληλο υλικό για διαμόρφωση. Μεγαλωμένος σε ένα φτωχικό και αξιοπρεπές περιβάλλον, με έναν πατέρα που βασανίστηκε στην Μακρόνησο και από τότε είναι ψυχολογικά τραυματισμένος, και με μια μάνα στοργική και καταπιεστική, θα γοητευτεί από τα ωραία κρασιά και το περιβάλλον του μεγαλοαστού Πάικου και τα ωραία λόγια του Παπατζίμα. Ο μελαχρινός (με το παρατσούκλι «Μαύρος») Φάνης, είναι ένας άνθρωπος παρορμητικός και ακούραστος, με πολλή ενέργεια και χωρίς τη δυνατότητα εμβάθυνσης και στοχασμού, αρκετά επιφανειακός και με πολύ θυμό μέσα του, που πρέπει κάπου να ξεσπάσει. Είναι ολιγόλογος και σχετικά απόμακρος, που γίνεται όμως συμπαθής και η διάχυτη φιλοδοξία του για αποδοχή και συμπάθεια, τον κάνει να αφοσιώνεται σε ανθρώπους που πιστεύει.
Στο Βέλγιο η σχέση του με την Κατερίνα θα χαλάσει, μετά από την δικιά της επιθυμία, καθώς δεν αναγνωρίζει, ούτε γουστάρει ιδιαίτερα αυτό που ο Φάνης μετατρέπεται στην πορεία των πραγμάτων. Όταν εκείνος θα γυρίσει στην δημοκρατική πλέον Ελλάδα, θα ενταχθεί στην ομάδα που έχουν σχηματίσει οι καθοδηγητές του, με σκοπό την ανατροπή του καθεστώτος. Θα πρέπει να ζει διπλή ζωή, από τη μια ένας απλός και αόρατος δημόσιος υπάλληλος, από την άλλη, ένας εκτελεστής. Πλέον έχει απομακρυνθεί από την παλιά του παρέα, ο Κωστής θα γίνει ταξιτζής και ο Αντρέας ποιητής που θα πεθάνει νεότατος. Όλα όμως θα πάνε λάθος.

«Η υπόθεση, εντέλει, είχε ιστορικό ενδιαφέρον. Όπως και ο έρωτάς τους με τον Φάνη ή οι μνήμες της από την αυλή του ωδείου και τη νευρική φιγούρα που την περίμενε προσπαθώντας να σκεπάζει την ανυπομονησία του. Όλα είχαν πια απλώς ιστορικό ενδιαφέρον.»


Η πορεία του αυτόχειρα Φάνη, εξιστορείται μέσα από τις αφηγήσεις αυτών που τον γνώριζαν, μέσα από τη ματιά τους και την προσωπική τους οπτική. Αν στο πρώτο μέρος, που έχει ως τίτλο «Μύηση και χωρισμοί», κυριαρχεί η αφήγηση του παλιού του φίλου Κωστή, που αγνοεί ή συμπεραίνει τα περισσότερα, καθιστώντας τον, με ωραία λογοτεχνική οπτική, έναν αναξιόπιστο εν πολλοίς αφηγητή, στο δεύτερο μέρος με τίτλο «Κληρονομιές και αποκληρώσεις», η ιστορία διαμορφώνεται μέσα από τις ιστορίες ή αφηγήσεις των ανθρώπων που συνετέλεσαν στην πορεία προς την απελπισία και την αυτοχειρία του Φάνη.

Ο Σεβαστάκης με πυκνότητα και χωρίς φλυαρίες, περιγράφει την πορεία ενός ανθρώπου και τις επιλογές που τον καθόρισαν. Περιγράφει την ρευστότητα μιας εποχής και την σχετικότητα του καλού και του κακού, το πώς ένας άνθρωπος με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, μπορεί να βρεθεί με ένα όπλο στα χέρια αφαιρώντας ζωές και να επιστρέφει στο κρεβάτι του, θεωρώντας ότι έκανε κάτι σημαντικό, το πώς ένας άνθρωπος, χωρίς κάποιο ιδεολογικό υπόβαθρο ή κάποια ιδιαίτερη αφορμή μπορεί από τη μια στιγμή στην άλλη και μέσω κάποιων συγκυριών να πάρει μια μη αναστρέψιμη πορεία. Ο συγγραφέας αποφεύγει να αναφερθεί ή να περιγράψει την δημοσιοϋπαλληλική καριέρα του Φάνη, τονίζοντας με αυτόν τον τρόπο, την άχρωμη και μονότονη καθημερινότητά του, σε αντίθεση με την ταραχώδη και γεμάτη ανατροπές δεύτερη ζωή του, αφήνει τον αναγνώστη να αναπνεύσει και να σκεφτεί για πράγματα και καταστάσεις που σημάδεψαν την ζωή του τόπου.

Ωραίο μυθιστόρημα, ο «Άνθρωπος στη σκιά», που τις μυθοπλαστικές του αδυναμίες, τις αναπληρώνει με τον στοχασμό και την ωραία αφήγηση της ιστορίας. Ο Σεβαστάκης, με χαμηλότονο ύφος και υπαινικτικότητα, ασχολείται με μια ταραγμένη περίοδο της χώρας, χωρίς διδακτισμό και εξυπνάδες, χωρίς ευκολίες και περικοκλάδες, ασχολούμενος με το ψυχαναλυτικό υπόβαθρο και με έξοχη αξιοποίηση δευτερευόντων στην ιστορία χαρακτήρων μέσα από τις αφηγήσεις τους, δίνει ένα πανόραμα της πολιτικής ζωής των τελευταίων 50 ετών. Αξιοποιώντας την εγνωσμένη γλαφυρότητά του, δεν δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί στις ανάγκες του μυθιστορήματος, είδους που ίσως του ταιριάζει καλύτερα, παραδίδοντάς μας ένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά βιβλία της χρονιάς που πέρασε.

Βαθμολογία 82 / 100


 
Σάββατο, Μαρτίου 14, 2020
posted by Librofilo at Σάββατο, Μαρτίου 14, 2020 | Permalink
"Γερμανικό φθινόπωρο"

Το φθινόπωρο του 1946, ένα χρόνο και κάτι μήνες, αφότου είχε τελειώσει ο Β Παγκόσμιος πόλεμος, η Σουηδική εφημερίδα Expressen, στέλνει τον ήδη διάσημο συγγραφέα Stig Dagerman  (Ουψάλα, 1923 - Στοκχόλμη, 1954), στην ηττημένη Γερμανία για μια σειρά ανταποκρίσεων σχετικά με την κατάσταση της κατεστραμμένης χώρας. Ο Σουηδός συγγραφέας, που ήταν τότε μόλις 23 ετών, αλλά έχοντας ήδη εκδώσει 2 μυθιστορήματα θεωρείτο το next best thing της λογοτεχνίας της χώρας, είχε από την διεύθυνση της εφημερίδας την πλήρη ελευθερία να περιγράψει ότι ακριβώς θα έβλεπε στις πόλεις που θα επισκεπτόταν, να αποδώσει σε μια σειρά μέχρι 10 άρθρων την κατάσταση που θα βίωνε. Τα άρθρα τελικά ήταν 12 και δημοσιεύτηκαν στην Expressen σε ένα διάστημα μερικών μηνών μεταξύ 1946 και 1947 και εκδόθηκαν σε βιβλίο με τίτλο «Tysk höst» την ίδια χρονιά.


Στα ελληνικά, η συλλογή των αφηγημάτων του Ντάγκερμαν, εκδόθηκε την περασμένη χρονιά με τίτλο «ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ», από τις εκδ. Καστανιώτη (μετάφρ. Αγγ. Νάτση, σελ.154). Στο βιβλίο περιλαμβάνονται 13 κείμενα, 11 από αυτά που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα και 2 αδημοσίευτα, εκ των οποίων το ένα (το εισαγωγικό) δίνει τον τίτλο στην ελληνική έκδοση. Εξαρχής το ερώτημα που προκύπτει είναι, πως γίνεται να ενδιαφέρει τον σημερινό Έλληνα, μια σειρά κειμένων που γράφτηκαν για ένα έντυπο 65 χρόνια πριν. Η απάντηση δίνεται από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου και είναι αφοπλιστική. Αν δεν τον ενδιαφέρει αυτό το βιβλίο, τότε τι; Είναι τέτοιο το αφηγηματικό στυλ του συγγραφέα που σε παίρνει μαζί του σε ένα ταξίδι στην κόλαση επί γης. Ο Ντάγκερμαν δεν γράφει ρεπορτάζ, γράφει απλή και καθαρή λογοτεχνία, που συγκλονίζει και δονεί, που συγκινεί και αφυπνίζει συνειδήσεις.

«Γιατί στη Γερμανία υπάρχουν πολλοί τίμιοι αντιφασίστες που είναι περισσότερο απογοητευμένοι, άστεγοι και νικημένοι απ' ότι θα είναι ποτέ οι ναζιστές λακέδες; Είναι απογοητευμένοι γιατί η απελευθέρωση δεν αποδείχτηκε τόσο δραστική όσο την είχαν φανταστεί, άστεγοι γιατί αποστασιοποιούνται από τη γενική γερμανική δυσαρέσκεια στην οποία εντοπίζουν έναν λανθάνοντα υπέρμετρο ναζισμό αλλά και από την πολιτική των Συμμάχων, αντιμετωπίζοντας με έκπληξη την υποχωρητικότητά τους στο θέμα των πρώην ναζιστών. Και τελικά νικημένοι επειδή αμφισβητούν ότι ως Γερμανοί συνέβαλαν στην τελική νίκη των Συμμάχων, ενώ ταυτόχρονα δεν είναι πεπεισμένοι ότι ως αντιναζιστές δεν έχουν κανένα μερίδιο στη γερμανική ήττα. Έχουν καταδικάσει τον εαυτό τους σε μια ολοκληρωτική παθητικότητα, μιας και "δράση" σημαίνει συνεργασία με τα ύποπτα στοιχεία που έμαθαν να μισούν αυτά τα δώδεκα χρόνια καταπίεσης.»

Ο Ντάγκερμαν, φτάνει στην Γερμανία με σκοπό να μην αναπαράγει κλισέ και να μη δει την κατάσταση από απόσταση. Ταξιδεύει με το τρένο στην κατεστραμμένη χώρα μαζί με τον κόσμο, ακούει τις ιστορίες τους με ενσυναίσθηση, ψάχνει για την αλήθεια των πραγμάτων και των αφηγήσεων, μπαίνοντας στα σπίτια των οικογενειών που προσπαθούν να επιβιώσουν μόνο με βραστές πατάτες, βλέπει τα παιδιά που ζουν στις λάσπες και στα χιόνια, αλλά συναναστρέφεται και λογοτέχνες που αντιμετωπίζουν με χιούμορ και καρτερικότητα την κατάσταση, πουλώντας τις γραφομηχανές τους για ένα κομμάτι ψωμί.

Ο συγγραφέας δεν μπορεί να κρύψει το σοκ του, από το ερειπωμένο Αμβούργο, όπου μια ολόκληρη πόλη έχει ισοπεδωθεί και το τρένο διασχίζει έρημες εκτάσεις που κάποτε ήταν οι συνοικίες του μεγάλου λιμανιού. Η Γερμανία ήταν υπεύθυνη για τον πόλεμο, για τους νεκρούς, για τις καταστροφές, για τις θηριωδίες αλλά πλέον είναι μια «έρημη χώρα», μια κόλαση, όπου η ανθρώπινη ζωή δεν έχει καμία αξία, με πλημμυρισμένα από κόσμο υπόγεια και καλύβες, την πείνα να θερίζει. Περιγράφει τους απλούς στρατιώτες – αιχμαλώτους πολέμου να γυρίζουν σπίτια τους (αν έχει μείνει τίποτα), ψυχικά διαταραγμένοι ή στην καλύτερη περίπτωση καταθλιπτικοί και τους παλιούς αριστοκράτες ή ευκατάστατους αξιωματικούς τους, που τους έδιναν τις διαταγές για μαζικές εκκαθαρίσεις πόλεων και πληθυσμών, να είναι οι περισσότεροι στα κτήματά τους στην επαρχία, μετά από ολιγόμηνη φυλάκιση, κυνηγώντας και περνώντας μια χαρά.


«Η Γερμανία δεν έχει μόνο μία χαμένη γενιά, αλλά περισσότερες. Σίγουρα μπορείς να διαφωνήσεις σχετικά με το ποια είναι η πιο χαμένη, πότε όμως για το ποια είναι η πιο αξιόπιστη. Όσοι είναι γύρω στα είκοσι συχνάζουν στους σιδηροδρομικούς σταθμούς των μικρών γερμανικών πόλεων, βαθιά χωμένοι στο σκοτάδι, χωρίς να περιμένουν κάποιο τρένο ή κάτι άλλο. Εκεί εκτυλίσσονται μικρές απεγνωσμένες ληστρικές απόπειρες τις οποίες διεξάγουν νευρικοί νεαροί που τινάζουν επιθετικά τα μαλλιά τους όταν τους συλλαμβάνει η αστυνομία. Μπορεί επίσης να δει μεθυσμένες κοπελίτσες να κρέμονται από τον λαιμό συμμαχικών στρατιωτών ή να είναι μισοξαπλωμένες στα παγκάκια των αιθουσών αναμονής παρέα με μεθυσμένους νέγρους. Καμιά άλλη νέα γενιά δεν έχει βιώσει παρόμοια μοίρα, δηλώνει ένας γνωστός Γερμανός εκδότης σε ένα βιβλίο που αναφέρεται σε αυτά τα νιάτα. Κυρίευσαν τον κόσμο στα δεκαοκτώ για να χάσουν τα πάντα στα είκοσι δύο.»

Η χαοτική κατάσταση που περιγράφει ο Ντάγκερμαν, επεκτείνεται σε όλους τους τομείς της ζωής. Δίκες συνεργατών του Ναζιστικού καθεστώτος (που άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο, συνετέλεσαν σε αυτό το έκτρωμα), μετατρέπονται σε παρωδία, λόγω γραφειοκρατίας, μαρτύρων που εμφανίζονται από το πουθενά, υπερασπιζόμενοι «τον αγνό και άμοιρο οικογενειάρχη», ποινές - χάδια και ένα αίσθημα ατιμωρησίας που επικρατεί στην ατμόσφαιρα (μετά τις Δίκες της Νυρεμβέργης) που απελπίζει όλο και περισσότερο, τους Γερμανούς που ήταν αντίθετοι με το καθεστώς, που υπέφεραν ή υπέμειναν και τώρα τιμωρούνται ίσως περισσότερο από τους πραγματικά υπεύθυνους σε κάθε χωριό και συνοικία.


Τα κείμενα του Ντάγκερμαν είναι λογοτεχνικά διαμάντια. Ο λυρισμός εναλλάσσεται με τον ρεαλισμό και με εικόνες γεμάτες πόνο και δυστυχία. Ο συγγραφέας συντάσσεται με τον απλό άνθρωπο, αυτόν που υποφέρει (διότι πέρα από το «δίκαιο» ή το «άδικο», το έχει πει ο Μπρετόν καλύτερα απ' όλους, «ο άνθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση»), τον παρακολουθεί από κοντά, δεν πολυενδιαφέρεται για τις απεργίες κλπ, όπως αναφέρει σε μια επιστολή προς ένα συνάδελφό του «Καμιά όρεξη δεν έχω να οικειοποιηθώ όλες τις ελεεινές συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν τον τέλειο δημοσιογράφο. Δυσκολεύομαι πολύ να κατανοήσω τον κόσμο που συναντώ στο ξενοδοχείο των δημοσιογράφων - πιστεύουν ότι μια απεργιούλα πείνας είναι πιο σημαντική από την πείνα των εκατομμυρίων. Οι πορείες και οι διαδηλώσεις για την πείνα δημιουργούν σίγουρα μεγάλη αίσθηση, ενώ η ίδια η πείνα δεν προκαλεί καμιά εντύπωση.»

To ζοφερό και ελεγειακό «ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ», δεν είναι μόνο, μια έξοχη περιγραφή των δεινών, της παρακμής και της απελπισίας μιας κατεστραμμένης χώρας, δεν είναι μόνο η ματιά ενός προικισμένου συγγραφέα και η απόδειξη της λογοτεχνικής του ποιότητας, είναι κι ένα μάθημα δημοσιογραφίας και το πως αυτό το (κάποτε) λειτούργημα συγγενεύει με την λογοτεχνία.
Ο Ντάγκερμαν λίγα χρόνια αργότερα, κουβαλώντας πολλά ψυχολογικά προβλήματα, θα αυτοκτονήσει σε νεότατη ηλικία, μόλις 31 χρονών. Η ωραία έκδοση του βιβλίου στα ελληνικά, συνοδεύεται από το εξαιρετικό (και λίγα λέω), επίμετρο της μεταφράστριας  Αγγελικής Νάτση.

«Κι ενώ το αεροπλάνο υψώνεται στο χειμωνιάτικο βράδυ μέσα σε ένα σύννεφο γερμανικής βροχής και γερμανικού χιονιού και οι επιζήσαντες γερμανικοί αετοί εξαφανίζονται από κάτω μας στο σκοτάδι του αεροδρομίου, καθώς τα φώτα της Φρανκφούρτης σβήνουν στα νεφελώδη σκοτάδια και το σουηδικό αεροπλάνο υψώνεται πάνω από τον γερμανικό πόνο με ταχύτητα τριακοσίων χιλιομέτρων την ώρα, μία είναι η σκέψη που καταδυναστεύει τον ταξιδιώτη: Πως θα ήταν αν έπρεπε να μείνει εδώ, αν έπρεπε να πεινάει κάθε μέρα, αν έπρεπε να κοιμάται σε υπόγεια, αν έπρεπε κάθε ώρα και στιγμή να παλεύει με τον πειρασμό να κλέψει, αν έπρεπε να τρέμει διαρκώς από το κρύο, αν έπρεπε να παλεύει όλη μέρα κι όλη νύχτα με τις πλέον δύσκολες συνθήκες. Θυμάσαι και ανθρώπους που συνάντησες, ανθρώπους που έπρεπε να παλεύουν με όλα τα παραπάνω. Και, κυρίως, θυμάσαι κάποιους λογοτέχνες, κάποιους καλλιτέχνες, όχι επειδή ήταν πιο πεινασμένοι ή υπέφεραν περισσότερο από τους άλλους, αλλά επειδή είχαν επίγνωση των δυνατοτήτων που προσφέρει ο πόνος, είχαν προσπαθήσει να μετρήσουν την απόσταση μεταξύ τέχνης και πόνου.»

Βαθμολογία 85 / 100








 
Τρίτη, Μαρτίου 10, 2020
posted by Librofilo at Τρίτη, Μαρτίου 10, 2020 | Permalink
(Πάντα υπάρχει) "Ένας κόκκος αλήθειας"

Ωραία αναγνωστική έκπληξη, αποτέλεσε το αστυνομικό μυθιστόρημα «ΕΝΑΣ ΚΟΚΚΟΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ» («Ziarno prawdy»), του βραβευμένου Πολωνού συγγραφέα και δημοσιογράφου, Zygmunt Miloszewski (Βαρσοβία, 1976) - (εκδ. Στερέωμα, μετάφρ. (από τα Πολωνικά) Αναστ. Χατζηγιαννίδη, σελ. 468). Επιλέγοντας το βιβλίο σχεδόν από τύχη, βρέθηκα μπροστά σε ένα εξαιρετικό page-turner μυθιστόρημα, που ξεδιπλώνει μια ιστορία φρίκης με πολλές ανατροπές, καθηλώνοντας τον (τυχερό) αναγνώστη.


Μια επαρχιακή κωμόπολη στην Πολωνία, το Σαντόμιες, πολύ τουριστική, με βαρύ ιστορικό παρελθόν και αβέβαιο μέλλον, η οποία αποτέλεσε το σκηνικό για μια επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά μυστηρίου, είναι ο τόπος που θα φιλοξενήσει μια σειρά από τελετουργικές δολοφονίες. Ο σαραντάρης εισαγγελέας Τέοντορ Σάτσκι, μετά από επιτυχημένη καριέρα στην Βαρσοβία, έχει επιλέξει αυτή την ειδυλλιακή αλλά νυσταλέα πόλη ως τόπο μετάθεσής του, μετά την διάλυση του γάμου του λόγω, μιας (αποτυχημένης) εξωσυζυγικής σχέσης. Σύντομα όμως διαπιστώνει ότι μάλλον έκανε μια βιαστική κίνηση. Η πόλη είναι πολύ επαρχιακή, χωρίς ζωή, ο καφές είναι χάλια, το φαγητό μετριότατο, οι άνθρωποι χωρίς ενδιαφέρον και η εισαγγελία γεμάτη αδιάφορους (τουλάχιστον έτσι νομίζει) συναδέλφους.

Ο Σάτσκι με την γοητευτική εμφάνιση (χιονάτα μαλλιά, στυλ Κλιντ Ίστγουντ, αλύγιστος και αυστηρός), είναι στο κρεβάτι με την καλλονή της μικρής πόλης, όταν σκάει η πρώτη δολοφονία. Μια από τις πιο δημοφιλείς και ενεργούς κατοίκους του Σαντόμιες, βρίσκεται κατακρεουργημένη και γυμνή στον περίβολο της παλιάς συναγωγής της πόλης. Το όπλο του εγκλήματος που βρίσκεται πεταμένο εκεί κοντά, είναι ένα μαχαίρι που χρησιμοποιείται για τη σφαγή ζώων από Εβραίους σφαγείς, έτσι ώστε η τροφή να είναι κόσερ (να έχει υποστεί αφαίμαξη, όπως άλλωστε και το πτώμα της άτυχης γυναίκας). Ο εισαγγελέας θα αναλάβει την υπόθεση (επειδή δεν γνωρίζει κανέναν από την πόλη), που δείχνει να έχει περισσότερες προεκτάσεις από έναν απλό φόνο, αλλά ούτε ο προφανής ύποπτος, ο σύζυγος είναι ένας άνθρωπος που εγείρει υποψίες (εκλεγμένος επι σειρά ετών δημοτικός σύμβουλος στην πόλη, γενικότερα εκείνος και η σύζυγός του ήταν ένα ζευγάρι-πρότυπο για το Σαντόμιες), ούτε μπορεί να καταλάβει τι γίνεται από τις αντικρουόμενες πληροφορίες. Ο Σάτσκι βρίσκεται προ αδιεξόδου, όταν συνειδητοποιεί ότι όλοι γνωρίζονται με όλους σε αυτή την πόλη, όλοι μπορεί να ξέρουν κάτι που εκείνος αγνοεί, καθώς τα πάντα παρακολουθούνται εκ του σύνεγγυς.

«...έχω παρατηρήσει ότι, εκτός από το έγκλημα εν βρασμώ ψυχής, υπάρχει και κάτι που θα το ονομάζαμε έγκλημα με χολή. Πολύ χαρακτηριστική γι' αυτήν τη γωνιά της Γης, την οποία, θέλοντας και μη, αποκαλούμε πατρίδα. Ο βρασμός ψυχής είναι μια ξαφνική έκρηξη συναισθημάτων, μια στιγμή διέγερσης και τύφλωσης, η οποία αίρει όλους τους φραγμούς που έχουν επιβληθεί από την κουλτούρα. Μπροστά μας πέφτει ένα κόκκινο πανί και σημασία έχει παρά μόνο μια σκέψη: η δολοφονία. Η χολή είναι κάτι διαφορετικό. Η χολή συγκεντρώνεται αργά, σταγόνα - σταγόνα. Αρχικά εμφανίζεται μόνο ως σποραδικό ρέψιμο· έπειτα μετατρέπεται σε δυσάρεστη καούρα, επηρεάζει την ποιότητα ζωής, γίνεται μια ολοένα και πιο ενοχλητική βοή στο βάθος, κάτι σαν ελαφρύς πονόδοντος, με τη διαφορά ότι τα αίτια της χολής δεν τα αφαιρούμε με μία επέμβαση. Λίγοι ξέρουν πως να τη διαχειριστούν, ενώ κάθε στιγμή είναι μια ακόμη σταγόνα οργής. Τακ, τακ, τακ.(...) Στο τέλος νιώθουμε πια μόνο χολή· τίποτε άλλο δεν υπάρχει μέσα μας· θα κάναμε τα πάντα για να ξεμπερδέψουμε, για να μην αισθανθούμε ξανά αυτή την πίκρα, αυτή την ταπείνωση. Είναι η στιγμή που οι άνθρωποι τα βροντάνε και φεύγουν· για παράδειγμα όταν η χολή συγκεντρώνεται στην επαγγελματική ζωή. Μερικοί πέφτουν από κάπου. Από γέφυρες ή ουρανοξύστες. Άλλοι ορμάνε σε κάποιον. Στη σύζυγο, τον πατέρα, τον αδερφό.»

Στο χέρι της δολοφονημένης γυναίκας βρίσκεται ένα εβραϊκό σύμβολο, ο φόνος γίνεται με πρότυπο έναν πίνακα που είναι καλυμμένος πλέον μέσα στην μητρόπολη της πόλης, ένα πίνακα που αναπαριστά Χριστιανούς να υποφέρουν στα χέρια μοχθηρών Εβραίων. Ψάχνοντας την ιστορία, ο Σάτσκι βρίσκεται αντιμέτωπος με την πραγματικότητα της πόλης στην οποία πλέον κατοικεί, μια πόλη γεμάτη με ρατσισμό και εθνικισμό, όπου το μίσος για τους Εβραίους είναι διάχυτο – γιγαντώθηκε δε κατά την διάρκεια του Κομμουνιστικού καθεστώτος όταν αρκετοί με Εβραϊκή καταγωγή λόγω της ναζιστικής θηριωδίας, υπηρέτησαν το νέο καθεστώς -, και η καχυποψία κυριαρχούσε ανέκαθεν. Οι έρευνες προχωράνε, παράνομες ερωτικές σχέσεις αποκαλύπτονται καθώς η δολοφονημένη γυναίκα ήταν ερωτευμένη με τον πλουσιότερο κάτοικο (και ευεργέτη) της πόλης, ενώ η ατμόσφαιρα βαραίνει όλο και περισσότερο με τα τηλεοπτικά κανάλια να μυρίζονται αίμα, τον εθνικισμό να κυριαρχεί πλέον στην τοπική κοινωνία, παλιά μίση να ξεθάβονται, ιστορίες από το παρελθόν να ζητάνε δικαίωση, τις θεωρίες συνωμοσίας να κλιμακώνονται, και τον εισαγγελέα να εξετάζει αυτό το μυστήριο του αίματος, και να ψάχνει τον κόκκο αλήθειας που βρίσκεται πίσω από κάθε ιστορία, κάθε παράδοξο γεγονός, κάθε φήμη.

«Παλιά μίση. Πρέπει να ζει κανείς στην επαρχία για να γνωρίζει το μίσος αυτό· στην πόλη δεν υπάρχει. Οι άνθρωποι μια βλέπονται, μια όχι· πρέπει να το κανονίσουν για να βρεθούν. Όμως στο χωριό ο ένας κρυφοκοιτάζει στο παράθυρο του άλλου. Δηλαδή, αν σας κερατώσει η γυναίκα σας, αλλά στο μεταξύ τα ξαναβρείτε, κάθε μέρα στον δρόμο και κάθε βδομάδα στην εκκλησία θα βλέπετε τον τύπο που του τον έπαιζε. Χολή συγκεντρώνεται· το μίσος δυναμώνει. Ακόμη και αν δεν κάνετε τίποτα, λέτε τι καθάρματα που είναι οι Τάδ. Ο γιος σας ακούει. Και όταν στο σχολείο παίξει ξύλο με τον γιο του Τάδε, δεν θα το κάνει μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για σας. Δηλαδή με περισσότερη δύναμη. Και έτσι λιθαράκι - λιθαράκι, μέχρι που στο τέλος κάποιος σκοτώνεται, εξαφανίζεται, πνίγεται.»


Το μυστήριο θα λυθεί μετά από αρκετές ανατροπές μιας ιστορίας που (μάλλον) θέτει περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις. Ο ευφυής, αλλά και συναισθηματικά ανασφαλής εισαγγελέας, θα χρειαστεί την βοήθεια ενός ερευνητή γενεαλογικών δέντρων για να φθάσει στην καρδιά του ζητήματος, θα  υποπτευτεί τους πάντες και τα πάντα, ακόμα και την συνεργάτιδά του με την οποία αναπτύσσει μια ερωτική σχέση. Υπάρχουν βέβαια πολλά πράγματα που μένουν αναπάντητα από την ακατάσχετη ροή πληροφοριών του πρώτου μισού του βιβλίου, αλλά ο αναγνώστης σίγουρα θα τα λησμονήσει μπροστά στην δυναμική της ιστορίας που αφηγείται ο Μιλοζέφσκι.

Ο Πολωνός συγγραφέας αποδεικνύεται μεγάλος μάστορας του είδους, καθώς ξεδιπλώνει με στιβαρότητα και αφηγηματική ορμή, μια μπαρόκ ιστορία, με πολύ μυστήριο και παραπομπές, μια ιστορία με σκοτεινούς καθεδρικούς ναούς, σύμβολα, πίνακες, υπόγειες στοές και πολύ μυστήριο, όπου το ένα γεγονός έρχεται να καλύψει το άλλο, δημιουργώντας έναν θαυμάσιο γρίφο, ο οποίος ξετυλίγεται αργά και μεθοδικά.

Χρησιμοποιώντας την αστυνομική ιστορία όμως, ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για την σύγχρονη πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της χώρας του. Εθνικισμός και ρατσισμός, αποξένωση και προκαταλήψεις, αμοραλισμός και λατρεία του χρήματος, να κυριαρχούν στην ζωή του τόπου, με την παντοδύναμη Καθολική Εκκλησία πανταχού παρούσα και με το ιστορικό παρελθόν να αποτελεί για κάποιους στοιχείο υπερηφάνειας και για άλλους στοιχείο ενοχών και τύψεων.

Σε μια πόλη-μουσείο, που αποτελεί από μόνη της σκηνικό τρόμου γεμάτη σκοτεινά μυστικά, νεκροταφεία που κρύβουν ιστορίες, στοές που καλύπτουν μυστήρια, ο συγγραφέας είναι ο ιδανικός «ξεναγός» σε αυτό το έξοχο αστυνομικό μυθιστόρημα. Διανθισμένο με πολύ χιούμορ, ανακουφίζοντας την βαρυφορτωμένη με συμβολισμούς ατμόσφαιρα, το βιβλίο του Μιλοζέφσκι (που μπορεί να υπακούει κι αυτό σε κάποια στερεότυπα του είδους), είναι συναρπαστικό και σαγηνευτικό, κυριολεκτικά δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου.

Βαθμολογία 83 / 100


 
Τετάρτη, Μαρτίου 04, 2020
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαρτίου 04, 2020 | Permalink
Μαύρο νερό

Ένας πατέρας και ο ανάπηρος γιος του, προσπαθούν να επιβιώσουν με κάθε τρόπο σε ένα έρημο κι απομακρυσμένο χωριό της Ηπείρου, στην εξαιρετική νουβέλα «ΜΑΥΡΟ ΝΕΡΟ», του συγγραφέα και (έξοχου) μεταφραστή Μιχάλη Μακρόπουλου (Αθήνα, 1965) - (εκδ. Κίχλη, σελ. 77), ενός πολυεπίπεδου βιβλίου που εντυπωσιάζει από τις πρώτες σελίδες ανάγνωσης, με την πυκνότητα του ύφους και την λυρικότητα της γλώσσας, αλλά και με την δύναμη της ιστορίας που αφηγείται ο πολύπειρος συγγραφέας.


Δεν έχουν μείνει πάνω από 12 άνθρωποι σε ένα απομονωμένο χωριό της Ηπείρου, ένα τόπο κατεστραμμένο πλέον, από παλιές εξορύξεις υδρογονανθράκων, που τον έχουν καταστήσει μια «έρημη γη», που δεν μπορεί να επιβιώσει κανείς. Μαγαζιά δεν υπάρχουν, και ούτε παπάς στην μοναδική εκκλησία - μόνο ο ψάλτης κι αυτός τυφλός έχει μείνει. Ο Πατέρας και ο γιός του, Χριστόφορος είναι δύο από τους λιγοστούς κατοίκους που παραμένουν πεισματικά στο χωριό αρνούμενοι να το εγκαταλείψουν. Ο Χριστόφορος γεννήθηκε ανάπηρος, με την μάνα του να πεθαίνει όταν ήταν μωρό, όπως έσβησαν και οι υπόλοιποι πλην ελαχίστων, κάτοικοι του χωριού, από το μολυσμένο νερό. Ο Πατέρας τον κουβαλάει στις πλάτες του, τον πλένει με μοναδική τρυφερότητα, τον φροντίζει, όταν μπορεί στις επισκέψεις του στα Γιάννενα για ψώνια, του αγοράζει κάποιο βιβλιαράκι γιατί ο Χριστόφορος λατρεύει το διάβασμα.

«Στη στάση περίμεναν αυτός και άλλοι τρεις: ο Γιάννης Τσάτσας, ο Κώστας Μυριούνης, η Λένη του Γκέρτσου. Ο Γιάννης και η Λένη ήταν γέροι▪ ο Κώστας ήταν γερασμένος πρόωρα, όπως αυτός, ο Πατέρας. Και η Λένη ήταν η μία από τις τρεις γυναίκες πού’ χαν απομείνει στο χωριό. Σε τούτο, όπως και σε τόσα άλλα, ο κόσμος είχε αναποδογυρίσει. Οι γυναίκες ήταν εκείνες που αρρώσταιναν πιο συχνά και πέθαιναν.
Είχαν κι οι τρεις εκείνη την κλειστή και άδεια όψη, σαν των σπιτιών. Τα μάτια τους στέκονταν για πολλή ώρα σ’ ένα σημείο δίχως να το βλέπουν. Τα χέρια τους είχαν μια αφύσικη ακινησία▪ ήταν βουβά χέρια, που είχαν χάσει τη γλώσσα των νοημάτων, όπως είχαν χαθεί από τη λαλιά τους οι πιο πολλές λέξεις, γιατί ήταν άχρηστες και σ’ αχρησία. Αυτός όμως διέφερε, γιατί ‘χε τον Χριστόφορο να μιλά, και γιατί του Φόρη του άρεσαν τα βιβλία▪ έτσι στο σπιτικό τους οι λέξεις παρέμεναν ζωντανές.»

Οι εννέα άντρες και οι τρεις γυναίκες, οι μοναδικοί κάτοικοι ενός μέρους που ουσιαστικά δεν υπάρχει πια στον χάρτη, ανεφοδιάζονται κάθε εβδομάδα, παίρνοντας το λεωφορείο που πραγματοποιεί το εβδομαδιαίο δρομολόγιο, αλλά τα νέα δεν είναι καλά. Είναι υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουν άμεσα τα σπίτια τους, το κράτος τους έχει έτοιμα κάποια νεόκτιστα διαμερίσματα έξω από τα Γιάννενα και συν τοις άλλοις, διακόπτει το δρομολόγιο του λεωφορείου ενώ περικόπτει και το μηνιαίο επίδομα και την ηλεκτροδότηση σε όσους παραμείνουν αρνούμενοι να υπακούσουν.

Κάποιοι δέχονται, οι περισσότεροι όμως αρνούνται να φύγουν. Ανάμεσά τους, ο Πατέρας και ο Χριστόφορος που δεν θέλουν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους. Η κατάσταση όσο πάει και γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Δεν φτάνουν πια οι λεηλασίες των ερειπωμένων σπιτιών από τον Πατέρα - κάτι που έκανε καιρό τώρα. Γύρω τους, οι εναπομείναντες αυτοκτονούν, τρελαίνονται, ένας συγχωριανός δολοφονεί έναν κρατικό υπάλληλο που ήρθε για να τους πείσει να φύγουν, το σκάει για τα βουνά με την βοήθεια του Πατέρα. Τι μέλλον μπορεί να υπάρξει για τους δύο ήρωες του βιβλίου;

«Το ήθελε αλλά δεν μπορούσε να πάει, ένας μόνος του, σ’ εκείνα τα άδεια σπίτια που είχαν μέσα τα πάντα, αλλά στις καινούργιες τους καρέκλες δεν καθόταν κανένα φάντασμα ούτε έτρωγε στα καινούργια τους τραπέζια ούτε πηγαινόφερνε τα αθόρυβα βήματά του στα πατώματα. Ως και στα πιο ερειπωμένα σπίτια του χωριού ζούσαν ακόμα φαντάσματα, κοιμόνταν στα μουχλιασμένα στρώματα, ψηλαφούσαν με άυλα δάχτυλα τις παλιές φωτογραφίες πίσω απ’ το σκονισμένο τζάμι▪ τα σαπισμένα σανίδια έτριζαν άηχα κάτω από τα βήματά τους. Ως και στα χαλάσματα ακόμα: στο σπίτι του Θοδωρή Ντεμίρη, που ήταν από τους πρώτους που έφυγαν, κι έπειτα έπεσε η σκεπή και ρήμαξαν όλα μέσα▪ ως και στης Ρίνας του Λιάπη, και στων Μπαδημαίων, που μονάχα λιθοσουριές είχαν μείνει από τους τοίχους τους, ζούσε ένα απομεινάρι από τα φαντάσματα, μια αχνή πνοή, στις γκρεμισμένες πέτρες. Όταν με την αφή της μνήμης το χέρι άγγιζε την κρύα πέτρα, τα φαντάσματα τη ζέσταιναν με το νεκρό τους χνότο. Τα παλιόξυλα γίνονταν ξανά κάσες και γρεντιές, με το πισωγύρισμα του χρόνου ξεμπούκωνε το τζάκι από τα χώματα και τα κλαριά, μια φωτιά έκαιγε ξανά και ίσκιοι νεκρών σκιρτούσαν στους τοίχους. Δανείζονταν από τον άνεμο φωνή και καβγάδιζαν, φίλιωναν, λυπόνταν, χαίρονταν. Με το κουρασάνι της μνήμης οι ίσκιοι των νεκρών έστηναν τη μία πέτρα πάνω στην άλλη, και τα χαλάσματα γίνονταν σπίτια ξανά.»

Το μεστό και καίριο αυτό βιβλίο (με το υπέροχο εξώφυλλο), αν και μικρό σε έκταση (ουσιαστικά 65 σελίδες), έχει πολλά επίπεδα. Ο διάλογος περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα, και ο συγγραφέας δημιουργεί εικόνες δυνατές που μένουν χαραγμένες. Σε πρώτο επίπεδο έχουμε μια ιστορία επιβίωσης σε ένα τόπο ρημαγμένο, ένα ελληνικό γουέστερν με πρόσωπα σκληρά και μέρη που δεν πατάει κανείς, με καραμπίνες και μαχαίρια, όπως και ντεσπεράντος που δημιουργούν συμμορίες και εμφανίζονται από το πουθενά.
Ο Πατέρας και ο Χριστόφορος, είναι άνθρωποι (όπως και οι υπόλοιποι κάτοικοι του χωριού), που έχουν χάσει τα πάντα και προσπαθούν να μείνουν στον τόπο τους, που γι’ αυτούς σημαίνει περισσότερο από ένα σπίτι ή ένα καταφύγιο, είναι η ύπαρξή τους και η ταυτότητά τους, αυτό που τους καθορίζει στη ζωή, είναι τα ξωκλήσια που επισκέπτονται στις μικρές εκδρομές τους, όπου ο πατέρας κουβαλάει στη πλάτη του τον γιο, σε μια άδολη χειρονομία που σημαίνει πολλά περισσότερα από μια βοήθεια στη μετακίνηση. Οι άνθρωποι αυτοί, μέσα από τον μοναχικό τους αγώνα, βρίσκονται αντιμέτωποι πρώτα με τον εαυτό τους και μετά με τις εξωτερικές συνθήκες.

Η ιστορία που έχει κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις, όπως και έντονο θρησκευτικό συναίσθημα, είναι κι ένας διάλογος μεταξύ νεκρών και ζωντανών, έχουμε ένα χωριό όπου οι νεκροί στο νεκροταφείο είναι περισσότεροι από αυτούς που έχουν απομείνει. Η ατμόσφαιρα του βιβλίου φέρνει στο μυαλό ταινίες και βιβλία, όπως το «ΣΤΑΛΚΕΡ» του Αντρέι Ταρκόφσκι αλλά και την εμφανή επιρροή του αριστουργήματος του Juan Rulfo «ΠΕΔΡΟ ΠΑΡΑΜΟ», ενώ οι εικόνες της ερήμωσης και της οικολογικής καταστροφής, τον «ΔΡΟΜΟ» του Κόρμακ ΜακΚάρθι – οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες νιώθουν σαν να είναι οι τελευταίοι επιζώντες και είναι υποχρεωμένοι να παλέψουν για την επιβίωσή τους, όπως ακριβώς στο εκπληκτικό μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα. Η νουβέλα όμως του Μακρόπουλου, δεν συνδιαλέγεται μόνο με αυτά τα δύο γνωστά κι αγαπημένα μυθιστορήματα, είναι συγγενής και με τις ιστορίες της Φλάνερι Ο’ Κόνορ, μιας ιδιαίτερης συγγραφέως του Αμερικανικού Νότου αλλά και με το εντυπωσιακό μυθιστόρημα του Ισπανού Χεσούς Καράσκο, «Άγρια ερημιά» κυρίως όσον αφορά την δημιουργία ατμόσφαιρας που είναι σχεδόν ίδια.

Λιτό και περιεκτικό και ταυτόχρονα λυρικό και συγκινητικό χωρίς να εκβιάζει συναισθήματα, το «Μαύρο νερό», αποτελεί το καλύτερο λογοτεχνικό έργο του συγγραφέα μέσα από μια μεστή διαδρομή, αλλά και μια σημαντική στιγμή για τα ελληνικά γράμματα. Η αλληγορική δυστοπία του Μιχάλη Μακρόπουλου, με αξιοθαύμαστη οικονομία λόγου, και με εικόνες που μένουν βαθιά χαραγμένες στη μνήμη του αναγνώστη, είναι ένα βιβλίο για το οποίο θα μιλάμε για αρκετά χρόνια.

Βαθμολογία 84 / 100