Πέμπτη, Οκτωβρίου 21, 2021
posted by Librofilo at Πέμπτη, Οκτωβρίου 21, 2021 | Permalink
Αναζήτηση ουτοπίας ("Παραγουάη")
Κάθε μυθιστόρημα του Μιχάλη Μοδινού (1950, Αθήνα), παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στιβαρός συγγραφέας, με μεγάλο αφηγηματικό χάρισμα, εξαίρετος κριτικός λογοτεχνίας και φανατικός αναγνώστης της, ο Μοδινός στις πιο επιτυχημένες του συγγραφικές στιγμές, προτιμάει να απλώνει την πλοκή των βιβλίων του σε μακρινούς προορισμούς, δείγμα του κοσμοπολιτισμού που τον διακρίνει και τον κάνει να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους συναδέλφους του.
 
Το πιο πρόσφατο μυθιστόρημα του Μιχάλη Μοδινού, η «ΠΑΡΑΓΟΥΑΗ», (εκδ. Καστανιώτη, σελ. 378), μοιάζει σε πολλά, αλλά διαφέρει και σε αρκετά από τα υπόλοιπα έργα του συγγραφέα. Έχουμε και πάλι τον τόπο να κυριαρχεί στο κέντρο της αφήγησης, όπως άλλωστε και στον «Μεγάλο Αμπάι», στην «Χρυσή Ακτή» και στην (επινοημένη αλλά γεωγραφικά προσδιορισμένη) «Εκουατόρια». Έχουμε και πάλι τις διακειμενικές αναφορές σε βιβλία και συγγραφείς, πράγμα που ο πολυδιαβασμένος Μοδινός επιχειρεί με άνεση και συνήθως δημιουργικά (όπως στο καλύτερο ίσως βιβλίο του, την «Σχεδία»). Έχουμε και πάλι τους έντονους υπαρξιακούς προβληματισμούς, όπως αναπτύσσονται σχεδόν σε όλο το έργο του.


 
Η «Παραγουάη», είναι χωρισμένη σε τρία αφηγηματικά επίπεδα, που ο συγγραφέας προτείνει στον αναγνώστη, μετά την πρώτη ανάγνωση να ξαναδιαβάσει το βιβλίο ακολουθώντας την ομαδοποίηση των κεφαλαίων (Α+Β+Γ), εάν θέλει – χωρίς να βγάζει ιδιαίτερο νόημα αυτό! Στα κεφάλαια Α, όπου ο μυθιστορηματικός χρόνος είναι η σύγχρονη εποχή, κεντρικός χαρακτήρας είναι ο Γαβριήλ, ένας μεσήλικας από την Καρδίτσα που τα παρατάει όλα για να μεταναστεύσει στην Παραγουάη. Στα κεφάλαια Β, μεταφερόμαστε στον 18ο αιώνα και ήρωας είναι ένας μακρινός πρόγονος του Γαβριήλ, ο ανήσυχος και πολυπράγμων Γεώργιος Σούρλας, που μετά από πολλές περιπέτειες κατέληξε στα 25 του, στην περιοχή της Λατινικής Αμερικής που είναι πλέον η Παραγουάη, υιοθετώντας το όνομα Χόρχε Σούρλα Μπάστος, ενώ στα (λίγα) κεφάλαια Γ, πρωταγωνιστής είναι ο τόπος (η Παραγουάη δηλαδή) και η ιστορία του – τα κεφάλαια αυτά, ίσως τα πιο ενδιαφέροντα του βιβλίου, έχουν δοκιμιακό χαρακτήρα και περιγράφουν τις προσπάθειες οικοδόμησης από τους Ιησουίτες μιας ουτοπικής κοινωνίας, που όπως άλλωστε οι περισσότερες προσπάθειες αυτού του είδους, συντρίβεται.
 
«…Το κεφάλαιο Ελλάδα έπρεπε να κλείσει οριστικά, μαζί του και το κεφάλαιο νόστος. Όχι άλλες ακρογιαλιές δειλινά, όχι φθινοπωρινές μελαγχολίες με την ανάμνηση του ονόματος σας που εσύ κι εκείνη χαράξατε στην αμμουδιά, όχι άλλο αιγαιοπελαγίτικο γαλάζιο ή βαθυκύανο του ταραγμένου πελάγους, όχι άλλες ναυτικές, πειρατικές ή λιμανίσιες περιπέτειες. Όχι γυναικείες φιγούρες που ατενίζουν τους ύστατους κυματισμούς με τα ξέπλεκα μαλλιά τους να υποδηλώνουν ότι κάποιον περιμένουν να επιστρέψει (εννοείται ότι εκείνος αποκλείεται να επανεμφανιστεί, και, μεταξύ μας, πολύ καλά θα κάνει). (…) Με άλλα λόγια, ξεμπέρδεψα μια και καλή με τον κυρίαρχο κατά τη γνώμη μου εθνικό μας μύθο και τις ποικίλες μορφές προσαρμογής του στα σύγχρονα δεδομένα. Όχι οπτικά μελοδράματα. Όχι άλλος Καβαδίας ή Ελύτης – με κίνδυνο να τους αδικώ. Καλύτερα ο Αναγνωστάκης με εκείνο το «Φτάνει πια η γαλάζια αιθρία του Αιγαίου / με τα ποιήματα που ταξιδεύουν σ’ ασήμαντα νησιά / για να ξυπνήσουν την ευαισθησία μας». Διαφορετικά θα έπρεπε να υποκύπτω κάθε τρεις και λίγο στη νοσταλγία – κι εδώ που τα λέμε, υπάρχουν αρκετά πράγματα να νοσταλγήσει κανείς, που δεν προτίθεμαι να αρχίσω να απαριθμώ, μιας και θα έπεφτα ακριβώς στην παγίδα που τόσο επιμελημένα προσπάθησα να αποφύγω. Ξεμπέρδεψα επιπλέον με τα διεθνοποιημένα στερεότυπα: όχι Μαλδίβες και Μπαλί, κυρίως όχι Ιπανέμα και Κοπακαμπάνα με ποδόσφαιρο στην άμμο, παντοειδείς κώλους με φιλ ντεντάου και μόνιμες προετοιμασίες για το Καρναβάλι. Όχι στο ιδεατό κάποιας – ανύπαρκτης πλέον – Βραζιλίας, ναι στο γειωμένο όραμα μιας άγνωστης, απομονωμένης, αυτάρκους, υποβαθμισμένης στην κοινή συνείδηση χώρας.»
 
Αφορμή αποτέλεσε η φωτογραφία ενός ιαγουάρου, στην αφίσα ενός ταξιδιωτικού γραφείου, που διαφήμιζε οργανωμένα ταξίδια στη Λατινική Αμερική. Ο Γαβριήλ είχε πρωτοακούσει το όνομα «Παραγουάη» στα πολύ νιάτα του, από ένα συγκρότημα σε ένα επαρχιακό φεστιβάλ, αργότερα  ένας Παραγουανός συνθέτης (ο Μπάριος Μανγκορέ) του άρεσε ιδιαίτερα όταν μάθαινε κιθάρα. Δουλεύοντας μετά το πανεπιστήμιο, στο εργοστάσιο του θείου του στην Καρδίτσα, ως γεωπόνος, ο Γαβριήλ ήταν ένας επιτυχημένος αστός της επαρχίας, που όμως το 2004 αντιμετωπίζει μια υπαρξιακή κρίση. Η χώρα (υποτίθεται ότι) βρίσκεται στην πλήρη ακμή της, αλλά εκείνος νιώθει άδειος, με τον γάμο του σε αδιέξοδο. Προγραμματίζει ένα ταξίδι στη Λατινική Αμερική, με επίκεντρο την Παραγουάη, όπου μαγεύεται όχι μόνο από τη φύση, αλλά και από την «αγνότητα» μιας χώρας για την οποία ουσιαστικά δεν γνώριζε τίποτα. Μαγεύεται όμως και από τα θέλγητρα μιας Παραγουανής, που γνωρίζει την παραμονή της Πρωτοχρονιάς εκείνης της χρονιάς. Επιστρέφει στην πόλη του, αλλά νιώθει σαν αγρίμι στο κλουβί. Η οικονομική κρίση θα δώσει το τελειωτικό χτύπημα, αλλά και την λύση, κι έτσι κάποια χρόνια αργότερα, ο Γαβριήλ χωρίς πλέον δουλειά και σύζυγο, θα επιστρέψει για τα καλά στην Παραγουάη για να βρει την ουτοπία.
 
Κάνοντας έρευνες για τον τόπο, ο Γαβριήλ ανακαλύπτει ότι ένας μακρινός του συγγενής, στα μέσα του 18ου αιώνα, είχε αφήσει το στίγμα του στην ευρύτερη περιοχή. Ο Γιωργής Σούρλας, Βλάχος ή Σαρακατσάνος, από γιδοβοσκός, μετά από σπουδές και περιπέτειες ερωτικής φύσεως, φεύγει από την Ευρώπη, ως ναυτικός και στρατιώτης της Ισπανίας παίρνοντας το όνομα Χόρχε Σούρλα Μπάστος. Στις όχθες του Ρίο ντε λα Πλάτα και στην περιοχή που αργότερα θα ονομαζόταν Παραγουάη, μέσα από παιχνίδια εξουσίας και αλληλοσκοτωμούς, περιπέτειες ερωτικής φύσης και γλυτώνοντας πολλές φορές από του Χάρου τα δόντια, ο Χόρχε θα ανακαλύψει τις Ρεντουσσιόνες, τις Ιησουίτικες ιεραποστολές που προσπάθησαν να διασώσουν τους αυτόχθονες Γκουαρανί, τα έθιμα και τη γλώσσα τους ιδρύοντας αγροτικές κοινότητες σε μια ουτοπία που δεν μακροημέρευσε.
 
«Η οικονομία των Ρεντουσσιόνες είναι ανταγωνιστική προς εκείνη της αποικίας, ή έτσι τουλάχιστον το βλέπουν οι Αρχές. Νομίζουν ότι φτιάχνουμε ένα κράτος εν κράτει – κι εδώ που τα λέμε, αυτό ακριβώς θα θέλαμε, μιας και περηφανευόμαστε για ό,τι καταφέραμε ως τώρα. Δεν μυρίζει μόνο κερί και λιβάνι στις Ρεντουσσιόνες. Συγκροτούμε μια νέα κοινωνία, με όλες τις λειτουργίες της.»
 
Οι δύο ιστορίες που χρησιμοποιεί ο Μοδινός, στην αφήγησή του – πρωτοπρόσωπη η πρώτη, τριτοπρόσωπη η δεύτερη, αλληλοσυμπληρώνονται με γέφυρα το τρίτο, ουσιαστικά αυτόνομο μέρος του βιβλίου, όπου περιγράφεται η ιστορία, η γεωγραφία και η κοινωνική δομή του τόπου όπου θα καταφύγει ο ήρωας του βιβλίου. Εάν θέλουμε να το αναπαραστήσουμε, το Γ μέρος αποτελεί την μεγάλη εικόνα όπου συγκλίνουν οι ιστορίες των δύο ανθρώπων που «ξεφεύγουν» αναζητώντας κάτι που τους διαφεύγει αλλά μέσα τους γνωρίζουν ότι θα το βρουν. Δεν υπάρχει λόγος να διαβαστούν αυτόνομα, απλά κάποιος θα μπορούσε να επικεντρωθεί στο Α+Β, χωρίς να στερηθεί την πλοκή του βιβλίου.
 
Το εύρημα αυτό, ακολουθεί κατά ένα τρόπο, την μεθοδολογία του «Κουτσού» του Χ.Κορτάσαρ αν και εδώ τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Δεν είναι η μόνη διακειμενική αναφορά του Μοδινού, εξάλλου σε όλα του τα μυθιστορήματα έχει αρκετές, εδώ όμως το Β μέρος, δηλαδή η ιστορία του Χόρχε Σούρλα Μπάστος (εδώ χρησιμοποιείται από τον συγγραφέα το όνομα του μεγάλου Παραγουανού συγγραφέα Αουγκούστο Ρόα Μπάστος), είναι μια κατευθείαν συνομιλία με το αριστουργηματικό «Σάμα» του Ντι Μπενεντέτο (όνομα που χρησιμοποιείται και σε έναν δευτερεύοντα χαρακτήρα του βιβλίου). Ο συγγραφέας κάνοντας ένα χρονικό άλμα προς τα πίσω (το Σάμα εκτυλίσσεται στο τέλος του 18ου αιώνα), τοποθετεί τον ήρωά του σε ένα μέρος της ιστορίας του Ντον Ντιέγκο ντε Σάμα με δημιουργικό τρόπο, που δεν το αντιλαμβάνεται κανείς παρά μόνο οι λάτρεις του αναφερόμενου μυθιστορήματος. Επίσης άλλο στοιχείο προσοχής είναι τα ονόματα που χρησιμοποιεί ο Μοδινός στους δευτερεύοντες χαρακτήρες, που παραπέμπουν σε (περισσότερο ή λιγότερο) γνωστούς ποδοσφαιριστές της Λατινικής Αμερικής.


 
Το έντονο κοινωνικοπολιτικό στοιχείο του μυθιστορήματος, που είναι μια ψύχραιμη και με πικρό χιούμορ (αλλά και αυτοσαρκασμό), καταγραφή του ελληνικού τραγέλαφου των πρώτων 20 χρόνων του 21ου αιώνα, συμπληρώνεται με τα γνώριμα θέματα του Μοδινού, που είναι η αναζήτηση της ουτοπίας, με την εκτενή περιγραφή των Ρεντουσσιόνες, όπως και η σχέση του ανθρώπου με την φύση. Διαφέρει όμως σε μεγάλο βαθμό από τα μοτίβα αυτά που χρησιμοποιούνται και σε άλλα του βιβλία, στην ισχυρή επιρροή του ερωτικού στοιχείου που κυριαρχεί σε όλο το βιβλίο.
 
Έντονα υπαρξιακό μυθιστόρημα η «Παραγουάη», με κύριο πρωταγωνιστή τον τόπο, την Παραγουάη, αυτή τη χώρα με τα πολλά ποτάμια, την λιγότερο ίσως τουριστική από τις χώρες της ηπείρου, τόπος που προσφέρεται για μια ζωή καινούργια, για να ξαναβρεί κανείς το νόημα της ύπαρξης που είχε χάσει ή δεν είχε βρει ποτέ. Στο βιβλίο όμως κυριαρχούν επίσης, θέματα όπως η αναζήτηση εαυτού, η φυγή, η αναζήτηση ενός παραδείσου (μιας ουτοπίας), τα προσωπικά αδιέξοδα, η εσωτερική απόγνωση και η ανάγκη για το «ανήκειν».
Η «Παραγουάη» είναι, ένα ωραίο μυθιστόρημα, από αυτά που χαίρεσαι να διαβάζεις καθώς η φαντασία του Μοδινού είναι ανεξάντλητη. Βιβλίο σαγηνευτικό, που δεν αποφεύγει τα περιττά (κυρίως στην ιστορία του Γαβριήλ) αλλά είναι γραμμένο με ωραία γλώσσα και έχει καλοκουρδισμένο ρυθμό, από έναν ανήσυχο συγγραφέα που αποφεύγει τους διδακτισμούς και τις ευκολίες, διαλέγοντας πάντα θέματα που κεντρίζουν και που ωθούν σε προβληματισμό και σκέψη.
 
Βαθμολογία 80 / 100


 
 
 
 
 
 
 
  
 
Πέμπτη, Οκτωβρίου 14, 2021
posted by Librofilo at Πέμπτη, Οκτωβρίου 14, 2021 | Permalink
Περί μεταμφιέσεων και εξαπατήσεων ("Ο μεγάλος απατεώνας")

 

«Όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή
Και όλοι, άνδρες και γυναίκες, απλώς ηθοποιοί,
Που κάνουν τις εισόδους τους και εξόδους τους
Κι ο κάθε άνθρωπος στην ώρα του παίζει ρόλους πολλούς.»
W.Shakespeare «Όπως σας αρέσει» (μετάφρ. Χ.Γιαννακόπουλος)
 
Μετά τις πρώτες σελίδες, ανάγνωσης του βιβλίου «Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΠΑΤΕΩΝΑΣ» («The Confidence-Man: His Masquerade»), τελευταίου (όσο ήταν εν ζωή) μυθιστορήματος του σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα Herman Melville (1819 Νέα Υόρκη – 1891 Μασαχουσέτη), που εκδόθηκε το 1857, το δίλημμα που τίθεται είναι, τι ακριβώς είναι αυτό το αινιγματικό βιβλίο που διαφέρει τόσο πολύ από τα υπόλοιπα που έγραψε ο συγγραφέας του εμβληματικού «Μόμπι Ντικ» λίγα χρόνια πριν (1851). Διότι «Ο μεγάλος απατεώνας» μάλλον δεν είναι ένα μυθιστόρημα που θα περίμενε ο αναγνώστης των υπόλοιπων βιβλίων του Μέλβιλ, είναι περισσότερο ένα μυθιστόρημα ιδεών, ένα πικαρέσκο και σατιρικό έργο που θυμίζει αρκετά τα βιβλία του (έτερου μεγάλου Αμερικανού) Mark Twain, μια σπουδή πάνω στην ανθρώπινη φύση και τις αδυναμίες της, που ισορροπεί μεταξύ φιλοσοφικού δοκιμίου και μυθοπλασίας.
 

Το αμετάφραστο μέχρι σήμερα στα ελληνικά έργο του Μέλβιλ, που ανέλαβε να μεταφέρει στη γλώσσα μας, με οξυδέρκεια και ζωντάνια ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος (εκδόσεις Πατάκη, ωραίο και ιδιαίτερα χρήσιμο επίμετρο της Ελένης Κεχαγιόγλου, σελ.494), ξεκινάει ανάλαφρα και με πολλή σατιρική διάθεση, με τους χαρακτήρες να εναλλάσσονται και μετά το δεύτερο μέρος, συνεχίζεται με ένα καταιγισμό εννοιών και ιδεών.
 
Δεν μπορείς να πεις πολλά για την πλοκή του «Μεγάλου Απατεώνα». Τα γεγονότα συμβαίνουν στο διάστημα μιας μέρας, της 1ης Απριλίου, από την αυγή έως τα μεσάνυχτα πάνω στο ατμόπλοιο «Φιντέλ» που διαπλέει τον ποταμό Μισισιπή, στο δρομολόγιο Σεντ Λούις – Νέα Ορλεάνη. Στο πλοίο επιβιβάζονται άνθρωποι όλων των φυλών και ανάμεσα τους βρίσκεται ένας ή πολλοί (μεγάλοι ή και μικρότεροι) απατεώνες, που σκοπό έχουν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των (περισσότερο ή λιγότερο) αφελών επιβατών, με σκοπό να αποκομίσουν οικονομικά οφέλη.
 
Το ατμόπλοιο ως περίκλειστο μέσον, αποτελεί το ιδανικό μέρος για τον ή τους απατεώνες που προσπαθεί / προσπαθούν (τις περισσότερες φορές επιτυχημένα) να πουλήσει μετοχές χρεοκοπημένων εταιρειών, φάρμακα που υπόσχονται άμεσες θεραπείες σε όλα τα προβλήματα, να αποσπάσει χρήματα για αγαθοεργίες σε ανύπαρκτα ιδρύματα για χήρες ή για ορφανά ή και ακόμα να ζητήσει χρήματα χωρίς ιδιαίτερο λόγο κερδίζοντας την εμπιστοσύνη των συνομιλητών του.
 
«… Η ζωή είναι μια γιορτή μεταμφιεσμένων ▪ και πρέπει ο καθένας μας να συμμετέχει, να διαλέγει έναν ρόλο, να είναι έτοιμος να υποδυθεί ακόμα και τον τρελό με έναν λογικό τρόπο. Με το να εμφανίζεται κανείς με συνηθισμένα ρούχα και με τα μούτρα κατεβασμένα, σαν κανένας γέρος σοφός, το μόνο που πετυχαίνει είναι να προκαλεί δυσφορία στον εαυτό του και μια κηλίδα στη σκηνή.»
 
Το βιβλίο χωρίζεται σε 45 κεφάλαια, όπου στον τίτλο τους, ο συγγραφέας μας δίνει το στίγμα αυτού που θα ακολουθήσει («Ένας μουγγός επιβιβάζεται σ’ ένα πλοίο στον Μισισιπή», «Ένας κύριος με χρυσά μανικετόκουμπα», «Μια φιλάνθρωπη κυρία», «Αξίζει να σκεφτόμαστε αυτούς για τους οποίους μπορεί να αποδειχθεί ότι αξίζει να τους σκέφτεται κανείς», «Ένας φιλάνθρωπος αναλαμβάνει να αλλάξει τα μυαλά ενός μισάνθρωπου, αλλά δεν κατορθώνει τίποτα περισσότερο από το να αντικρούσει τις ιδέες του» κ.ο.κ.). Στα πρώτα είκοσι κεφάλαια του «Μεγάλου Απατεώνα», μεταφερόμαστε σχεδόν σε όλους τους χώρους του πλοίου, όπου λαμβάνουν χώρα διάφορες συναλλαγές από ανθρώπους που ζητάνε χρήματα με κάθε τρόπο έως ότου στο δεύτερο μισό του βιβλίου, το τοπίο ξεκαθαρίζει με τον Απατεώνα να παίρνει την οριστική του μορφή, ως «Κοσμοπολίτης» ή «Φρανκ» και είναι ο χαρακτήρας στον οποίο επικεντρώνεται η ιστορία.
 
Ο Μέλβιλ δεν ξεκαθαρίζει, αν στο πρώτο μισό του βιβλίου ήταν ο ίδιος άνθρωπος – μάλλον απίθανο βέβαια να βρίσκεται από τη μια στιγμή στην άλλη σε διάφορες πλευρές του ατμόπλοιου, αλλά γίνεται σαφές ότι ο κεντρικός χαρακτήρας, μεταμφιέζεται με πολύ ευφάνταστο τρόπο (ίσως τις περισσότερες φορές προς χάριν της ίδιας της απόλαυσης της μεταμφίεσης, παρά για το οικονομικό όφελος που πλειστάκις είναι πενιχρό). Διαπλέοντας τον Μισισιπή που αποτελεί μια «εμπορική λεωφόρο» και όπου οι πόλεις από διαφορετικές Πολιτείες ενώνονται, κι όπου συναντάς κάθε καρυδιάς καρύδι, οι διάλογοι είναι ευφυείς και σπιρτόζοι, και όλοι έχουν τα αυτιά και τις αισθήσεις τους ανοιχτές για κάθε επιχειρηματική ευκαιρία. Η «εξαπάτηση» είναι ουσιαστικά το κεντρικό θέμα του μυθιστορήματος, καθώς σε όλη τη διάρκειά του, άνθρωποι εξαπατούν και εξαπατώνται.
 
«Ο πιονέρος είναι ένας μοναχικός άνθρωπος. Είναι ένας συμπονετικός άνθρωπος. Είναι ένας άνθρωπος δυνατός και απλός. Παρορμητικός, είναι αυτό που κάποιος μπορεί να το έλεγε αδίστακτος. Σε κάθε περίπτωση, είναι ένας πεισματάρης ▪ είναι ένας που λιγότερο ακούει τι έχουν να πουν οι άλλοι για τα πράγματα, και περισσότερο κοιτάζει από μόνος του για να δει τι ακριβώς είναι αυτά τα πράγματα. Κι’ όταν είναι στριμωγμένος, δεν υπάρχουν πολλοί για να τον βοηθήσουν ▪ δεν έχει για να στηριχθεί παρά μόνο τον εαυτό του ▪ πρέπει διαρκώς να φροντίζει ο ίδιος τον εαυτό του. Αποκεί προέρχεται και η αυτονομία του, ως τον βαθμό τού να γίνεται ο ίδιος κριτής του εαυτού του, παρόλο που είναι μόνος.»
 
Το πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο του μυθιστορήματος, είναι αυτό που λειτουργεί ως υπόβαθρο και καθορίζει τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ του απατεώνα και των επιβατών. Βρισκόμαστε τέσσερα περίπου χρόνια πριν την έναρξη του πιο βίαιου εμφύλιου της ιστορίας, και η Αμερική ισορροπεί μεταξύ της κληρονομιάς των Πουριτανών αποίκων με την εγγενή αυστηρότητα τους, και της ταχύτατης εκβιομηχάνισης των Ανατολικών Πολιτειών που ανυπομονούν να επεκταθούν Δυτικότερα. Ο συγγραφέας μέσα από τις συζητήσεις παραθέτει και υπαινικτικά σχολιάζει την επεκτατική αντίληψη, που αποτελούσε την κυρίαρχη ιδεολογία που είχε διαμορφωθεί μετά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα στη νέα και πολύ δυναμική χώρα. Τονίζεται η βία του καπιταλιστικού συστήματος, που έβλεπε ως εχθρό ή ως αναλώσιμο αντίπαλο όποιον στεκόταν εμπόδιο στην οικονομική ανάπτυξη των νέων εκμεταλλεύσιμων εδαφών (όπως οι Ινδιάνοι ή νοτιότερα οι Μεξικανοί).
 
Οι σχέσεις, τονίζει ο συγγραφέας, είναι απρόσωπες και έχουν ως στόχο την εμπορική συναλλαγή. Όλοι ψάχνονται για «business», για ευκαιρίες. Η δύναμη του κεφαλαίου, μετατρέπει τα πάντα σε προϊόν, οι περισσότερες συζητήσεις, είναι ουσιαστικά εμπορικές συναλλαγές. Η ζοφερή εικόνα που παρουσιάζεται μπροστά μας, με σατιρικό τρόπο αποτελεί μια ξεκάθαρη αναπαράσταση της εκμετάλλευσης και του κυνισμού που κυριαρχεί στο πλοίο.
 
Στις 45 συζητήσεις του βιβλίου στα αντίστοιχα κεφάλαια, με τους 40 περίπου χαρακτήρες που έχουν λόγο και δεκάδες άλλους που απλά αναφέρονται, ο Μέλβιλ στέκεται λιγότερο ή περισσότερο και σχολιάζει με τον ιδιαίτερο τρόπο του, διαφορετικά φιλοσοφικά είδη, από τον κυνισμό και την ευδαιμονία έως την (επίκαιρη τότε) αμερικανική φιλοσοφία του «Υπερβατισμού» («Transcendentalism»), που κύριος εκπρόσωπός της, ήταν ο διανοητής,  δοκιμιογράφος και φιλόσοφος Ralph Waldo Emerson (1803-1882). Βασικά στοιχεία αυτού του φιλοσοφικού κινήματος ήταν η πίστη στην καλοσύνη του ανθρώπου και στην αγνότητα της φύσης, με την κοινωνία να διαφθείρει το άτομο, το οποίο βρίσκεται στην καλύτερή του στιγμή, όταν είναι αυτάρκες και ανεξάρτητο.
 
Ο άσος των μεταμφιέσεων (που μπορεί να μην είναι ο μόνος απατεώνας που εμπλέκεται σε συζητήσεις, αλλά σίγουρα είναι ο πρωταγωνιστής στις περισσότερες), με το να επιζητεί διαρκώς την φιλανθρωπία των επιλεγμένων θυμάτων που προσεγγίζει, εκθέτει την αφέλειά τους, τις ενοχές τους και τα ηθικά τους ελαττώματα, ενώ εκμεταλλεύεται την ρευστότητα του κοινωνικού ιστού σε μια περίοδο μεγάλων κοινωνικών αλλαγών, ώστε να παραπλανήσει ανυποψίαστους ή μη ανθρώπους, που θεωρούν τον εαυτό τους έξυπνο ή ειδήμονα ή ανώτερο.
 
«Υπάρχει και μια άλλη κατηγορία αναγνωστών, με την οποία συντασσόμαστε, οι οποίοι παρακολουθούν ένα ψυχαγωγικό έργο επιδεικνύοντας ανοχή, όπως παρακολουθούν κι ένα θεατρικό έργο, με τις ίδιες προσδοκίες και τα ίδια συναισθήματα. Περιμένουν από τη φαντασία να δημιουργήσει σκηνές οι οποίες να διαφέρουν από το γνωστό πλήθος που συγκεντρώνεται γύρω από τον πάγκο του τελωνείου, και από τα γνωστά πιάτα που γεύονται στο τραπέζι του ξενώνα, και με χαρακτήρες που να διαφέρουν από τους φίλους και τους γνωστούς που συναντάνε κάθε μέρα με την ίδια διάθεση στους ίδιους δρόμους. Και, όπως, στην πραγματική ζωή, η κοσμιότητα δεν παρέχει το προνόμιο στους ανθρώπους να συμπεριφέρονται με την ελευθερία που επιτρέπεται στη σκηνή, έτσι, στα έργα φαντασίας, αναζητούν όχι μόνο περισσότερη διασκέδαση, αλλά, κατά βάθος, ακόμα περισσότερη πραγματικότητα απ’ αυτήν που η πραγματική ζωή μπορεί να επιδείξει. Κι έτσι, μολονότι επιθυμούν πρωτοτυπία, επιθυμούν επίσης και τη φύση ▪ τη φύση όμως αχαλίνωτη, σε κατάσταση ενθουσιασμού, ουσιαστικά μεταμορφωμένη. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, οι άνθρωποι σε ένα έργο φαντασίας, όπως κι οι άνθρωποι σ’ ένα θεατρικό έργο, δεν πρέπει να ντύνονται ακριβώς όπως οι υπόλοιποι, δεν πρέπει να μιλάνε ακριβώς όπως οι υπόλοιποι, δεν πρέπει να συμπεριφέρονται ακριβώς όπως οι υπόλοιποι. Με τη φαντασία είναι όπως και με τη θρησκεία: οφείλει να παρουσιάζει έναν άλλο κόσμο, με τον οποίο ωστόσο να αισθανόμαστε ότι συνδεόμαστε.»


 
Τίποτα δεν είναι τυχαίο, στο βιβλίο του Μέλβιλ. Το πλοίο σαλπάρει την Πρωταπριλιά (ημέρα φάρσας και εξαπάτησης που θεωρείτο σημαντική στις ΗΠΑ της εποχής), το ατμόπλοιο ονομάζεται «Φιντέλ», που σημαίνει «πιστός», ενώ στο ταξίδι του διαπλέει Πολιτείες που επιτρέπεται το δουλεμπόριο, αλλά και Πολιτείες (όπως το Μισούρι) που οι σκλάβοι έχουν ελευθερωθεί και το δουλεμπόριο απαγορεύεται από τον νόμο. Το γεγονός αυτό, δημιουργεί ένα αμάλγαμα διαφορετικών απόψεων στο πλοίο, για το θέμα και αφορμή για συζητήσεις πάνω σ’ αυτό.
 
Το «Φιντέλ» όμως (και πάνω απ’ όλα) είναι μια θεατρική σκηνή, όπου οι ηθοποιοί (οι επιβάτες του πλοίου), εισέρχονται και εξέρχονται ενδυόμενοι διάφορους ρόλους. Οι συχνές αναφορές στα έργα του William Shakespeare τονίζουν την θεατρικότητα του βιβλίου, ενώ ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και τεχνικές του είδους, όπως οι ψεύτικες ταυτότητες, η υιοθέτηση των διαλέκτων, οι συχνές παρεξηγήσεις μεταξύ των συνομιλητών, η επανάληψη των διαλόγων και των καταστάσεων, όπως και οι παραλλαγές πάνω στο ίδιο θέμα που είναι συχνές. Οι επιβάτες του πλοίου σε πλείστες όσες περιπτώσεις λειτουργούν ως χορικό αρχαίας τραγωδίας ενώ γενικότερα υπάρχει ένα πλήθος χαρακτήρων που εμπλέκονται σε σχοινοτενείς αφηγήσεις, αφηρημένους και ανερμάτιστους διαλόγους. Οι πολλές παραπομπές σε αρχαίους μύθους, προφορικές ιστορίες της Δύσης, Πλατωνικούς διαλόγους και θεατρικά έργα, υποχρεώνουν τον αναγνώστη να είναι ενεργός, σε μια διαρκή αναζήτηση, του τι κρύβεται σε καταστάσεις όπου όλοι (δείχνουν να) υποκρίνονται.
 
Λειτουργώντας ως παραλλαγή ενός μοντέρνου πικαρέσκου μυθιστορήματος και ισορροπώντας διαρκώς μεταξύ σάτιρας και στοχασμού πάνω στις έννοιες εμπιστοσύνη (λέξη που επανέρχεται διαρκώς στις συζητήσεις), καχυποψία, ηθική, εκμετάλλευση, ο Χ.Μέλβιλ ουσιαστικά εξετάζει τη σχετικότητα, αλλά και τα αδιέξοδα των φιλοσοφικών θεωριών που αποτυγχάνουν να δώσουν λύσεις στον μέσο άνθρωπο και που περισσότερο μπερδεύουν παρά επιλύουν. Σε αυτή την σπουδή πάνω στην ανθρώπινη φύση, κάποιοι κριτικοί έχουν αναγνώσει το βιβλίο ως μια αλληγορία για τον Σατανά και τις διάφορες μορφές του, ενώ το ανοιχτό τέλος δίνει την αίσθηση του ανολοκλήρωτου (και ίσως μιας συνέχειας) ή ακόμα περισσότερο, ενός ατελείωτου εφιάλτη, μιας ιστορίας κυκλικής που δεν σταματά να επαναλαμβάνεται.
 
Προσωπικά δεν κατατάσσω το «Ο μεγάλος απατεώνας» στα αγαπημένα μου έργα του Herman Melville. Είναι ένα βιβλίο που το θαυμάζεις αλλά δεν το αγαπάς. Ο επίμονος αναγνώστης θα σαγηνευτεί από το μοναδικό ύφος του συγγραφέα, την δομή και την ανάπτυξη των συζητήσεων, αλλά δεν είναι όλες (οι συζητήσεις) ενδιαφέρουσες, ούτε ανάλογα όλα τα θέματα που θίγονται. Δεν απορώ για την εμπορική και κριτική αποτυχία που γνώρισε το μυθιστόρημα αυτό, στην εποχή του, τραυματίζοντας ανεπανόρθωτα την ψυχολογία του συγγραφέα.
«Ο μεγάλος απατεώνας», το κατά τον Φ. Ροθ «ζοφερά απαισιόδοξο και τολμηρά επινοητικό» μυθιστόρημα μεταμφιέσεων και εξαπάτησης, είναι ένα βιβλίο ιδιαίτερα απαιτητικό, και μάλλον «μεταμοντέρνο», που ίσως ταιριάζει περισσότερο στην σύγχρονη εποχή των κοινωνικών δικτύων, όπου το παιχνίδι της «ταυτότητας» και της υιοθέτησης ορισμένων συμπεριφορών είναι διαρκές και γι’ αυτό είναι ένα έργο που μάλλον θα καταλάβει καλύτερα ο αναγνώστης του σήμερα.
 
Βαθμολογία 84 / 100
 
Υ.Γ. Τα περισσότερα σημεία του κειμένου, αντλήθηκαν από την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για τον «Μεγάλο Απατεώνα» που έγινε στα πλαίσια της Λέσχης Ανάγνωσης Librofilo, το Σάββατο 9 Οκτωβρίου,2021, με την ενεργό συμμετοχή του εξαίρετου μεταφραστή και ποιητή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου.



 
Τετάρτη, Οκτωβρίου 06, 2021
posted by Librofilo at Τετάρτη, Οκτωβρίου 06, 2021 | Permalink
Μεγάλη Λογοτεχνία ("Το Βουνί")
Εκεί που δεν το περιμένεις, έρχεται μια τεράστια αναγνωστική έκπληξη! «ΤΟ ΒΟΥΝΙ», το μυθιστόρημα της Κύπριας συγγραφέως Λουίζας Παπαλοΐζου (Μόρφου, 1972), μόλις το δεύτερό της βιβλίο, και μάλιστα σε απόσταση δεκαετίας από το πρώτο, δεν είναι ένα συνηθισμένο βιβλίο, είναι ένα μεγάλο μυθιστόρημα. Στην υπέροχη (ως συνήθως) έκδοση του «Ροδακιού» και σε 477 σελίδες μεγάλου μεγέθους, ξεδιπλώνεται ίσως το καλύτερο ελληνόφωνο μυθιστόρημα της χρονιάς, ένα στιβαρό και μεστό έργο.


Το «Βουνί», είναι ένα πολυφωνικό και σύνθετο μυθιστόρημα, που ξετυλίγεται σε τρία μέρη, φαινομενικά αυτόνομα μεταξύ τους. Τα τρία αυτά μέρη, καλύπτουν μια περίοδο περίπου 70 ετών, αποτελώντας μια σπουδή στον κυπριακό αγροτικό (και όχι μόνο – αφού αυτός είναι η αφορμή) βίο, μέσα από διαφορετικές καταστάσεις και με οδηγό το ιστορικό πλαίσιο, που γίνεται κατανοητό ακόμα και στον πιο αδαή γύρω από τα κυπριακά θέματα αναγνώστη.
 
Το γεωγραφικό πλαίσιο που εκτυλίσσονται οι τρεις ιστορίες της Παπαλοΐζου, είναι η περιοχή της Τηλλυρίας, η ορεινή χερσόνησος της Κύπρου, στο βορειοδυτικό μέρος του νησιού, που ένα μεγάλο μέρος της βρίσκεται στα Κατεχόμενα εδάφη. Πιο συγκεκριμένα στο βιβλίο αναφέρονται το (ιδιαίτερα εντυπωσιακό) αρχαίο θέατρο των Σόλων (τέλος 2ου-αρχές 3ου αιώνα μ.Χ.) και το ύψωμα «Βουνί», όπου υπήρχε η αρχαία πόλη Αίπεια. Τις ανασκαφές στους Σόλους και στο Βουνί, ανέλαβε η Σουηδική Αρχαιολογική Αποστολή από το 1927 έως το 1931 – ιστορία που καλύπτει το τρίτο μέρος του βιβλίου. Οι Σόλοι όμως δεν ήταν γνωστοί μόνο για τις αρχαιότητες αλλά και για τα μεταλλεία που διαδραματίζουν ρόλο στο πρώτο μέρος του βιβλίου. Η περιοχή αυτή, βρίσκεται σήμερα στα Κατεχόμενα εδάφη.
 
Όπως προανέφερα το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη. Το πρώτο ονομάζεται «Η επιστροφή (1970-1971)», το δεύτερο «Ο βουθός» και το τρίτο «Το βουνό (1928 – 1929)». Τα μέρη αυτά, είναι αυτόνομα και με διαφορετικό αφηγηματικό ύφος, ενώ ποικίλλουν και τα χρονικά πλαίσια στα οποία εκτυλίσσονται. Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη στα δύο πρώτα μέρη,  (με έντονη προφορικότητα στο δεύτερο μέρος) και ημερολογιακή στο τρίτο μέρος, ενώ το άκρως μυθοπλαστικό πρώτο μέρος, διαδέχονται από τη μια ο μονόλογος της «Κόρης» του δεύτερου και οι ημερολογιακές καταγραφές του τρίτου.
 
Στο πρώτο μέρος «Η επιστροφή (1970-1971)», κεντρικός χαρακτήρας και αφηγητής είναι ο ναυτικός Ξενής (Ξένιος), που επιστρέφει στη γενέθλια γη, στο τέλος του ’69, μετά από ένα σοβαρό ατύχημα που τον καθιστά ανίκανο για εργασία στα πλοία. Ο Ξενής ήταν ασυρματιστής, «διαβασμένος και διαβαστερός», μονήρης και εσωστρεφής, που είχε βρει στη θάλασσα το ιδανικό μέρος για να «ξεφεύγει». Γυρίζει στο χωριό του, στην περιοχή της Τηλλυρίας και βρίσκεται αντιμέτωπος με την στενή επαρχιακή πραγματικότητα. Πολυμελής οικογένεια, οι αδελφές του (που προίκισε) παντρεμένες, η χήρα μάνα του να του ψάχνει νύφη, καταστάσεις που δεν αλλάζουν όσα χρόνια κι αν περάσουν. Ο Ξενής ασφυκτιά, δεν αποκτά ξανά την χαμένη πλέον οικειότητα με τον τόπο, τους παλιούς φίλους – είναι ένας άνθρωπος που δεν ασχολείται με τα περασμένα, θέλει την ησυχία του, ενώ γύρω του φουντώνουν οι πολιτικές αντιπαραθέσεις και ένα εμφυλιοπολεμικό κλίμα που θα οδηγήσει στο αδιέξοδο. Το μοναδικό ενδιαφέρον βρίσκεται στη γνωριμία του με ένα ζευγάρι Βρετανών περιηγητών τους οποίους θα ξεναγήσει στο αρχαίο θέατρο, δίνοντας στη ζωή του το χαμένο της νόημα.
 
«Πιο παλιά δε, όταν ζούσαμε ακόμα στα βουνά, γιατί αργότερα κατέβηκαν τα δικά μας χωριά στη θάλασσα και από ορεινά έγιναν παραθαλάσσια —με τις δουλειές στα γειτονικά μεταλλεία—, πιο παλιά οι άνθρωποι για ψύλλου πήδημα πιάνονταν στα χέρια. Χωριανοί εν βρασμώ ψυχής έβγαζαν μαχαίρι. Για το νερό, τα βοσκοτόπια, τα μάτια καμιάς ομορφονιάς. Έβαζε και το ποτό το χεράκι του. Είχαμε και μέθυσους στα χωριά.
Γεωγραφικά δε, ανήκαμε στη χερσόνησο της Τηλλυρίας. Το χωριό μας ήταν κοντά στη μεθόριο γραμμή, τα ανατολικά προπύλαια τρόπον τινά της Τηλλυρίας. Εξαιτίας δε της μορφολογίας του εδάφους, το οποίο είναι ιδιαίτερα λοφώδες και κρημνώδες προς τα δυτικά —πώς είναι οι λόφοι εκεί στα Κόκκινα που κατεβαίνουν σαν αίλουροι από ψηλά— ενώ στα ανατολικά απλώνεται η ανοιχτοσύνη του κάμπου της Μόρφου, ανέκαθεν είχαμε το βλέμμα στραμμένο προς την ανατολή.
Δεν νιώθαμε Τήλλυροι. Χώρια που Τήλλυρος την τότε εποχή ισούνταν με βρισιά. Οι Τήλλυροι ήταν ξακουστοί καρβουνιάρηδες, μεγάλοι τεχνίτες, γύριζαν μέρα νύχτα τα χωριά και πωλούσαν κάρβουνο για να βγάλουν τα προς το ζην. Μέσα στα σακιά όμως ελέγετο πως έβαζαν και πέτρες —ούτε καν άνθρακας ο άνθρακας δηλαδή— και είχαν βγάλει όνομα πως ήταν μεγάλοι παραπόττες. Τα χρόνια εκείνα δεν ήθελες πολλά για να σου βγει το όνομα. Ένα-δυο περιστατικά ήταν αρκετά για να διασύρουν συλλήβδην ολόκληρα χωριά.»
 
Στο δεύτερο μέρος, που είναι γραμμένο εξ ολοκλήρου στην κυπριακή διάλεκτο, «Ο βουθός», το χρονικό πλαίσιο είναι οι αρχές του 20ου αιώνα, σε ένα χωριό στους πρόποδες του Βουνού «Η μάνα, ο τζύρης, θκυο γιούδες τζαι μια κόρη ζουν εις το τέρμα του χωρκού, σ’ έναν μακρινάριν με σανιδωτά παράθυρα». Ο κεντρικός χαρακτήρας είναι η Ροδού, η κόρη, όπου μέσα από την αφήγησή της, εκτυλίσσεται η σκληρή (και όπως φαίνεται πλέον σ’ εμάς απάνθρωπη) ζωή των χωρικών της εποχής.
 
«Η μάνα μου κουκκουφά με που το πρωίν ώς την νύχταν. Σχολείον έν επήεν μα αρέσκει της να κάμνει την δασκάλαν.
«Αν ήσουν παντρεμένη, έν ήτουν να βάλλεις έτσι σκέψεις με τον νουν σου. Ούτε να υποφέρεις, να γεμώννεις κοτσινίλλες. Αν είσιες άντραν τζιαι κοπελλούθκια έν θα έβρισκες αθκειάσην. Ψώραν έν έσιεις, μα κάτι σε τρώει, κάτι λιώννει το πετσίν σου. Ίντα πάει να πει να καύκεται, κόρη, το πετσίν σου; Ίντα βάσανον καύκεται μέσα σου; Γιατί έν πνάζεις;».»


Η μητέρα σκληρή και αλύγιστη, ο πατέρας απών και βίαιος, τρυφερός μόνο με τα ζώα του, που χτυπάει αλύπητα τα έντρομα (και μόνο στη παρουσία του στον χώρο) μέλη της οικογένειάς του. Ο ένας αδελφός θα ερωτευτεί Τουρκάλα και αυτόματα θα μετατραπεί σε μαύρο πρόβατο της οικογένειας, ο έτερος αδελφός ο Ττιμής, αργόστροφος που δεν παίρνει από γράμματα είναι ο αγαπημένος της Ροδούς που τον έχει υπό την προστασία της. Η Ροδού βιώνει τα οικογενειακά δράματα (ο πατέρας θα πεθάνει στα μεταλλεία) και τις ασθένειες με καρτερία, έχει πάθος για τη ζωή, τη φύση, τα χρώματα, τη θάλασσα, είναι διψασμένη και θέλει να ζήσει, να μάθει.
 
«Άλλην κουβέντα ο τζύρης μου έν λαλεί. Πάει στην αυλήν, ξιδήννει την μούλαν. Ξεκινά για το χωράφιν. Εν’ το γυρίν του να ποτίσει. Θωρώ τον που ξομακρίζει στον κατήφορον. Τζείνος ομπρός, η μούλα πίσω. Σσυφτός, χωματσιασμένος, με την τσάππαν στον ώμον. Ούλα πάνω του εγείρασιν, μα τα πόθκια του ακόμα στέκουν όπως τα δέντρα τα ξερά μέσα στες ποδίνες. Έναν ισιοτόπιν εν έσει ο τόπος μας. Γιαν αν φυτέψεις έναν κουτσίν, πρέπει να σκάψεις το βουνόν.»
 
Στο τρίτο μέρος, «Το βουνό (1928 – 1929)», αλλάζει πάλι ο αφηγηματικός ρυθμός. Αφηγητής εδώ, είναι ένας ανώνυμος Σουηδός αρχαιολόγος, που συμμετέχει στην Σουηδική Αρχαιολογική Αποστολή στις ανασκαφές του ανακτόρου του Βουνού. Μέσα από το ημερολόγιο που κρατάει ο Σουηδός και από τις επιστολές που στέλνει στους γονείς του πίσω στην πατρίδα του, μαθαίνουμε όχι μόνο για την πορεία των ανασκαφών, αλλά για τη ζωή στην Κύπρο μέσα από τα μάτια ενός «προηγμένου» Ευρωπαίου, τις σχέσεις του με τους ντόπιους, τις ερωτικές του ανησυχίες, την αποτύπωση της κοινωνικής πραγματικότητας.
 
«Αν ένα κορίτσι λοιπόν σε κοιτάζει, θα το υποψιαστείς από τους ώμους της. Τα μάτια της χαμηλωμένα, ποτέ δεν θα κοιτάξει ευθέως προς το μέρος σου, οι ώμοι της όμως σε κοιτάζουν, πώς δεν σε κοιτάζουν! Εδώ τα πάντα γίνονται χωριστά ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες. Ακόμα και ανάμεσα στα αντρόγυνα. Το αντρόγυνο σμίγει μόνο στο σιδεροκρέβατότ του και αυτό για όσο η γυναίκα βρίσκεται σε αναπαραγωγική ηλικία. Μετά χωρίζουν ακόμα και στον ύπνο τους. Δεν υπάρχουν μεικτοί χώροι πουθενά. Δεν θα βρεις πουθενά αγόρια και κορίτσια να μαθαίνουν ο ένας τον άλλο. Όλα γίνονται χωριστά. Στην εργασία, στα χωράφια, στην εκκλησία, στις γιορτές, ακόμα και στον χορό. Δεν έχω δει ούτε ένα χορό που να τον χορεύουν άντρες και γυναίκες μαζί. Έχω καταλήξει λοιπόν πως με τα ακατάπαυστα πειράγματα και υπονοούμενα οι άντρες στήνουν τον μεικτό χορό που δεν έχουν, τον χορό της αχαλίνωτης φαντασίας και του οργιαστικού ζευγαρώματος!»
 
Ο Σουηδός αρχαιολόγος άλλοτε μαγεύεται από το τοπίο και τα ευρήματα, άλλοτε προβληματίζεται. Ο βοηθός του, ο Χρίστος, πολιτικοποιημένος και ανήσυχος, βλέπει τα πράγματα από μια πολιτική σκοπιά, είναι καχύποπτος και δίνει μια άλλη διάσταση του πως βλέπουν οι ντόπιοι τις ανασκαφές. Στο τρίτο μέρος, η Παπαλοΐζου, μέσω των συζητήσεων και μιας συνάντησης που θα έχει η Σουηδική αποστολή με τον Άγγλο πρόξενο, δίνει μια πολιτική διάσταση στο μυθιστόρημα.
 
«Σπάνια ταξιδεύουμε χωρίς παρατράγουδα. Σκηνές λατρείας και μίσους μάς συνοδεύουν όπου πάμε. Άλλοι μας υποδέχονται ως ευεργέτες του τόπου, άλλοι ως σωτήρες του έθνους και άλλοι μας βρίζουν και μας μηνύουν με δικηγόρους για τα χωράφια τους. Σαν να μην μας έφταναν οι ντόπιοι, μας έγιναν στενός κορσές κι οι Άγγλοι.
Δόθηκε η λάθος εντύπωση στους κατοίκους του νησιού, λέει η αγγλική κυβέρνηση, και οι Σουηδοί οφείλουν να ξεδιαλύνουν τις παρανοήσεις. Γιατί πριν από τους Έλληνες στο νησί είχαν εγκατασταθεί οι Φοίνικες, οι Αιγύπτιοι, και μετά από τους Έλληνες ήρθαν οι Ρωμαίοι, οι Φράγκοι, οι Ενετοί, οι Οθωμανοί. Πριν από την ιστορία υπήρξε η προϊστορία και μετά από την ιστορία πάλι η ιστορία. Η συνεχιζόμενη ιστορία, αυτή που γράφεται συνεχώς και συνέχεια, γιατί το παρελθόν από μόνο του δεν αποδεικνύει τί-πο-τα!
Το φυσούν και δεν κρυώνει οι Άγγλοι με την γκάφα που έπαθαν να μας επιτρέψουν να σκάψουμε τα χώματα του νησιού. Αλήθεια, τι ήλπιζαν ότι θα ξεθάβαμε; Απολιθώματα δεινοσαύρων;
Ιδέα δεν έχω πώς θα καταφέρουμε να απεμπλακούμε από τα πλοκάμια αυτού του παμφάγου που ονομάζεται πολιτική. Αργά η γρήγορα θα μας κατασπαράξει όλους. Να το θυμηθείτε!»
 

Εάν στο πρώτο και στο τρίτο μέρος, η αφήγηση της Παπαλοΐζου είναι πιο στρωτή και χωρίς δυσκολίες για τον ελλαδίτη αναγνώστη, το δεύτερο μέρος γραμμένο στην Κυπριακή διάλεκτο, στην αρχή τον προβληματίζει, όπου διαπιστώνει ότι χρειάζεται διαρκώς το γλωσσάρι που βρίσκεται στο τέλος του βιβλίου. Αυτή είναι όμως η αρχική αίσθηση, εάν αφεθεί ο αναγνώστης στη λυρικότητα της αφήγησης, στον ακαταμάχητο μουσικό ρυθμό του γάργαρου λόγου, ανακαλύπτει κάτι μοναδικό, μια λογοτεχνική εμπειρία ζωής. Και είναι ακριβώς αυτό το δεύτερο μέρος, που συγκινεί και «παίρνει μαζί του» τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι, που δεν είναι πρωτεύον το να κατανοεί τα πάντα, αλλά να νιώσει την ποιητικότητα του λόγου, την μαγεία κάποιων σελίδων που λειτουργούν ως πεζοποιήματα, αυτόνομα και αριστουργηματικά!
 
Ομολογώ ότι δεν είναι επαρκής η γνώση μου για την κυπριακή λογοτεχνία – δεν μ’ αρέσει να την ξεχωρίζω από την ελληνική, αφού η γλώσσα είναι ίδια, διαβάζουμε τα ίδια πράγματα. Το μυθιστόρημα όμως της Παπαλοΐζου είναι μια αποκάλυψη. Όχι μόνο για την λογοτεχνική του αξία, που την αντιλαμβάνεσαι από τις πρώτες σελίδες – αλίμονο, αλλά και για την κοινωνική του διάσταση. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, περνάει ο διχασμός που είναι βαθιά χαραγμένος στους κατοίκους του νησιού, είτε είναι βουνίσιοι, είτε κατοικούν στα παράλια – ψευδοδίλημμα βέβαια σε ένα τόπο που το ένα απέχει από το άλλο μερικά χιλιόμετρα, η καχυποψία απέναντι στους πολιτικούς και στους ξένους – μόνιμους καταπατητές του νησιού, την αρχέγονη (και πλέον καταπιεσμένη βαθιά) επιθυμία για Ένωση.


Το υπαρξιακό πρόσημο των ιστοριών είναι διαφορετικό από τη μια στην άλλη. Και οι τρείς ήρωες αυτών (οι δύο άντρες και η Κόρη) είναι «ξένοι», νιώθουν κατ’ αυτό τον τρόπο μέσα στην καθημερινότητά τους. Ο Ξενής βέβαια νιώθει έτσι σε όλη του τη ζωή, δεν μπορεί να «ενταχθεί» πουθενά, ούτε στα πλοία που εργάζεται, ούτε στις ξένες χώρες που επισκέπτεται, ούτε όμως και στον τόπο του, που είναι «ξένος» γι’ αυτόν, η Κόρη είναι ουσιαστικά μόνη της μέσα σε ένα πολύβουο οικογενειακό περιβάλλον, που προσπαθεί να συνειδητοποιήσει την ταυτότητά της, το ποια είναι, ενώ ο νεαρός Σουηδός που νοσταλγεί το σπίτι και την οικογενειακή θαλπωρή, νιώθει κι αυτός «ξένος», δεν μπορεί να κατανοήσει ή να έρθει εγγύτερα στους ντόπιους.
 
Οι εικόνες που μεταφέρει στο χαρτί, η συγγραφέας είναι ιδιαίτερα έντονες. Το χώμα και η μυρωδιά του, τα φρούτα, τα λουλούδια, ο μόχθος των ανθρώπων, το πάθος στις κουβέντες που παραμορφώνει τα χαρακτηριστικά τους, η πείνα  και η δίψα, τα έντομα, το ζεστό καλοκαίρι, ο δυνατός ήλιος, οι μυρωδιές. Η Κύπρος υπάρχει σε κάθε σελίδα, τα πάθη του λαού, οι αγωνίες του, τα χαρίσματα και οι αδυναμίες του.
 
Μυθιστόρημα μεγάλης πνοής «Το Βουνί», στοιχείο που έχουν μόνο τα σημαντικά έργα. Με έντονες επιρροές από τον Παπαδιαμάντη αλλά και από μεγάλους Αγγλοσάξονες (τον Φώκνερ κυρίως), το βιβλίο συνδυάζει έξοχα τα διαφορετικά αφηγηματικά στυλ, εναλλάσσει με επιτυχία τον ρυθμό, δομεί εξαιρετικά τις ιστορίες ώστε να εντάσσονται σε ένα αρμονικό σύνολο. Βιβλίο που προκαλεί θαυμασμό, δεν φεύγει εύκολα από μέσα σου, μένει βαθιά χαραγμένο και αυτό είναι το σπουδαιότερο επίτευγμα της συγγραφέως.
 
Βαθμολογία 87 / 100

 
 
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 27, 2021
posted by Librofilo at Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 27, 2021 | Permalink
"Μάχη"

 

Στη μέση του Β παγκοσμίου πολέμου, τον Μάρτιο του 1942, στη πόλη / λιμάνι Σεν-Ναζέρ της Γαλλίας, έγινε μια από τις πιο ηρωικές αλλά και πλέον αιματηρές μάχες. Βρετανοί κομάντος επιτέθηκαν στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη των εγκαταστάσεων του λιμανιού, τις οποίες είχαν κατασκευάσει οι Γερμανοί κατακτητές της Γαλλίας. Η σχεδόν αυτοκτονική επιχείρηση, πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 28 Μαρτίου, 1942, σχεδιασμένη από το επιτελείο του Μαουντμπάτεν και είχε την ονομασία «Επιχείρηση Chariot»
 
Το γεγονός αυτό, ενέπνευσε τον εξαίρετο και πολυγραφότατο Αργεντινό συγγραφέα Federico Jeanmaire (1957, Baradero Buenos Aires), στο εικοστό του βιβλίο, να αναμίξει τα ιστορικά γεγονότα και το auto-fiction (την «αυτομυθοπλασία»), στο πολύ καλό μυθιστόρημά του «ΜΑΧΗ» («Werra») – (εκδ. Opera, μετάφρ. Αχ.Κυριακίδης, σελ. 367), που είναι μια αφήγηση πάνω στην έννοια του πολέμου και στην σχετικότητα των πραγμάτων, όπως φαίνονται εκ των υστέρων.


 
Για άλλο λόγο πήγε ο Ζανμέρ στο Σεν-Ναζέρ, αλλού κατέληξε! Φιλοξενούμενος σε μια εστία για συγγραφείς και μεταφραστές στη πόλη, και ευρισκόμενος στο τελευταίο στάδιο ολοκλήρωσης ενός μυθιστορήματός του, επηρεάστηκε τόσο από τα δραματικά γεγονότα που συνέβησαν πριν από μερικές δεκαετίες, λίγα μέτρα μακριά από το καφέ που επισκεπτόταν, που παράτησε το κείμενο που ετοίμαζε, και αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη λεπτομερή περιγραφή όχι μόνο της «επιχείρησης Chariot» αλλά και σε ένα στοχασμό για τον πόλεμο και τις συνέπειές του, την (άπιαστη) ειρήνη και το τι σημαίνει για την ανθρωπότητα.
 
«Ο πόλεμος είναι επινόηση του ανθρώπου. Μία από τις αρχαιότερες και μακροβιότερες επινοήσεις μας. Και αποκλειστικής χρήσεως, συν τοις άλλοις. Θέλω να πω, άγνωστη σε όλα τα άλλα πλάσματα που κατοικούν στον πλανήτη. Τα ζώα ενός είδους μπορεί να μάχονται εναντίον ζώων άλλου είδους. Μπορεί να συμβαίνει. Συμβαίνει. Αυτό, όμως, έχει να κάνει με την ανάγκη τροφής ή επιβίωσης. Ακόμα και τα φυτά μπορεί ν’ αγωνίζονται εναντίον άλλου είδους φυτών για να κερδίσουν ένα χώρο πιο ευνοϊκό ώστε ν’ αναπτυχθούν και να πολλαπλασιαστούν επιτυχώς.
Αλλά δεν πολεμούν μεταξύ ομοίων.
Ποτέ.»
 
Ο συγγραφέας στο μυθιστόρημα του, περιγράφει όχι μόνο την μοιραία ημέρα του Σαββάτου 28 Μαρτίου 1942, αλλά και την προετοιμασία, τον σχεδιασμό της «επιχείρησης Chariot» από τους Βρετανούς, την σημασία του Σεν – Ναζέρ για την έκβαση του πολέμου, αναφέρει με περισσότερες λεπτομέρειες τα στοιχεία κάποιων από τους εμπλεκόμενους, ενώ κάθε κεφάλαιο του βιβλίου, έχει ως τίτλο το όνομα καθενός από τους πεσόντες. Ο Ζανμέρ, αισθάνεται οικειότητα με το μέρος, τους θαμώνες του καφέ που συχνάζει, τον δονεί η ιστορία της μάχης που διεξήχθη, και περιγράφει το πώς βιώνουν οι σημερινοί κάτοικοι της πόλης, ένα ιδιαίτερα «βαρύ» περιστατικό που συνέβη πριν επτά-οκτώ δεκαετίες, καθώς πίνει το ποτό του ρεμβάζοντας στον λιμάνι, ενώ κάποτε οι δρόμοι του ήταν γεμάτοι αίμα και οι Γερμανοί έβγαζαν τον κόσμο από τα κοντινά σπίτια ψάχνοντας για επιζώντες Βρετανούς.
 
Το λιμάνι του Σεν-Ναζέρ βρίσκεται στις εκβολές του ποταμού Λίγηρα και λόγω της γειτνίασης με τον Ατλαντικό ωκεανό, βρίσκεται σε ιδανική θέση για όποιον κατέχει την πόλη σε περίοδο πολέμου, για να ελέγξει τις διόδους του Ατλαντικού. Εκτός των άλλων, το Σεν – Ναζέρ, είχε μια μεγάλη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη, όπου προπολεμικά κατασκευάστηκαν εκεί υπερωκεάνεια, ενώ διαθέτει τη μεγαλύτερη δεξαμενή (dry dock) στον κόσμο. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι Γερμανοί είχαν κατασκευάσει μια μεγάλη βάση υποβρυχίων (των «U-Boot»), που ήταν τόσο καλά καλυμμένη που ήταν απρόσβλητη από τους βομβαρδισμούς που συχνά-πυκνά επιχειρούντο από τα βομβαρδιστικά των Άγγλων. Στις αρχές του ’42, ολοκληρώθηκε και η κατασκευή του θωρηκτού «Τίρπιτς», που αποτελούσε φόβητρο για τον Αγγλικό στόλο.


 
Οι Βρετανοί σχεδίασαν την επιχείρηση, με σκοπό να καταστρέψουν ή να προκαλέσουν τεράστια ζημιά στις εγκαταστάσεις, ώστε να μη μπορούν οι Γερμανοί να τις χρησιμοποιούν για ορμητήριο των σκαφών τους. Το σχέδιο ήταν παράτολμο, μάλλον αυτοκτονικό. Εν ολίγοις, χρησιμοποιήθηκε ένα παλιό πλοίο, το αντιτορπιλικό «Κάμπελτάουν» που δεν μπορούσε να χρησιμεύσει σε μάχες, για να μετατραπεί σε κινούμενη βόμβα που περιείχε 4,5 τόνους εκρηκτικών. Το σχέδιο ήταν το ειδικά διαμορφωμένο πλοίο, που στο κατάστρωμά του θα ήταν ξαπλωμένοι κομάντος, να συνοδευτεί από μικρά περιπολικά σκάφη, επανδρωμένα με στρατιώτες. Το αντιτορπιλικό, θα ανέπτυσσε όλη του την ταχύτητα και θα έπεφτε με δύναμη πάνω στη πύλη της δεξαμενής, εκείνη την ώρα θα πηδούσαν στο λιμάνι οι στρατιώτες για να προκαλέσουν καταστροφές, ενώ το πλοίο ήταν προγραμματισμένο έτσι ώστε, τα εκρηκτικά να εκραγούν λίγη ώρα μετά την πρόσκρουση.
 
Το σχέδιο δεν είχε και μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας, όμως ουσιαστικά λειτούργησε, έστω και με κάποιες αποκλίσεις, αλλά οι απώλειες των Βρετανών ήταν τεράστιες. Τα 18 μικρά σκάφη που συνόδευαν την αποστολή, βυθίστηκαν όλα, ενώ από τους 621 κομάντος που συνόδευαν την αποστολή, επέστρεψε το 1/3 από αυτούς, 169 σκοτώθηκαν, 215 αιχμαλωτίστηκαν. Από στρατηγικής όμως άποψης, ήταν ένας θρίαμβος, η δεξαμενή αχρηστεύτηκε κι έτσι το Τίρπιτς δεν μπορούσε να επιστρέψει, εγκλωβίστηκε στα Νορβηγικά φιορδ, όπου τελικά βυθίστηκε από τους Άγγλους.
 
«Οι πόλεμοι είναι σκατά. Αλλά συναρπαστικά σκατά. Αυτή η δήλωση, αν και καταφατική, τώρα που τη βλέπω γραμμένη, μου φαίνεται κάπως αμφιλεγόμενη. Αυτό που ήθελα να πω είναι ότι οι πόλεμοι μπορεί να είναι σκατά, αλλά, κατά κάποιον παράξενο τρόπο, κρύβουν κάτι συναρπαστικό.
Μοιάζει με αντίφαση.
Από την άλλη, αν θεωρούσαμε ότι οι πόλεμοι είναι μόνο σκατά, δεν θα υπήρχαν, κι αν ότι είναι μόνο συναρπαστικοί, δεν θα σταματούσαν ποτέ. Να, όμως, που τίποτα απ’ αυτά τα δύο ακραία δε συμβαίνει. Αυτό που όντως συμβαίνει, είναι ότι οι άνθρωποι συνηθίζουμε να διαθέτουμε χώρο στο νου, ή στην καρδιά μας, σε τόσο πολλά θέματα, ώστε τα θέματα αυτά συγκρούονται μεταξύ τους. Ανελέητα. Ενδόμυχες αλήθειες που καθιστούν τον πόλεμο ισοβαρώς ενδόμυχη αλήθεια με όλες μας τις άλλες: να σκέφτεσαι ότι κάτι είναι σκατά και, ταυτόχρονα, ότι αυτό το κάτι, που είναι ολοφάνερα σκατά, σε συναρπάζει.»
 
Ο Ζανμέρ ανασύρει μια αρχαία γερμανική λέξη για τον πόλεμο, ως τίτλο στο βιβλίο του «Werra», από την οποία προέρχονται οι λέξεις που χρησιμοποιούν οι Άγγλοι («war»), οι Γάλλοι («Guerre»), και οι Ισπανοί («Guerra»), στις γλώσσες του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο τονίζει τον οικουμενικό χαρακτήρα του βιβλίου, που ναι μεν περιγράφει ένα σημαντικότατο και μοναδικό γεγονός που συνέβη στον Β παγκόσμιο πόλεμο, αλλά του δίνει την δυνατότητα να μιλήσει για όλους τους πολέμους της ιστορίας.

 
Ο συγγραφέας, που στα μικρά αυτοτελή του κεφάλαια, ξεκινάει την αφήγησή του, προβληματιζόμενος από τους γαλλικούς βομβαρδισμούς στη Συρία, επικεντρώνεται στη μάχη του Σεν-Ναζέρ, θυμάται και παραλληλίζει με την ήττα (ή μάλλον τον εξευτελισμό) των Αργεντινών δυνάμεων στα Φόκλαντς (τις Μαλβίνες κατά τους Αργεντινούς), και ανασύρει από τις αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας, την εμβληματική τηλεοπτική σειρά «Μάχη» («
Combat»), αγαπημένη σειρά όλων των παιδιών (και όχι μόνο) τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 (που προβλήθηκε στη χώρα μας). Σε αυτή τη σειρά, ένα απόσπασμα Αμερικανών στρατιωτών αποκόπτεται και περιπλανιέται στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς, Γαλλία. Στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν και να προκαλέσουν δολιοφθορές, έχουν απώλειες, διασώζουν αμάχους και προσπαθούν από τη μια να επιβιώσουν, από την άλλη, να διατηρήσουν την ανθρωπιά τους μέσα σε συνθήκες φρίκης και άκρατης βίας.
 
«Ωστόσο, μπορεί και να μην πρόκειται για παράνοια, ούτε για υπερβολική φαντασία. Ούτε να οφείλεται στα τόσα απογεύματα που έβλεπα τη Μάχη δίπλα στον πατέρα μου. Ίσως δεν είναι παρά μια φυσιολογική αντίδραση που’ χει να κάνει με την ιστορία της ζωής μου.
Οι στρατιωτικοί γυρόφερναν τη ζωή μου από παιδί.
Το ίδιο και οι δικτατορίες.
Και σ’ αυτόν τον σχεδόν οικείο ιστορικό τρόμο συμβάλλουν ως και οι χοντροί αστυνομικοί του χωριού μου που, μια φορά, χωρίς λόγο, με κράτησαν στο τμήμα ένα ολόκληρο απόγευμα. Μεγάλωσα με φόβο για τις στολές. Και με τρόμο για τα όπλα που μεταφέρουν αυτοί οι ένστολοι.
Δεν υπήρξα ποτέ γενναίος.»
 
Η τηλεοπτική σειρά επηρέασε τον συγγραφέα που την παρακολουθούσε στην παιδική του ηλικία, μαζί με τον πατέρα του και τώρα στην μικρή γαλλική πόλη, βρίσκει την ευκαιρία να στοχαστεί γι’ αυτήν μέσα από την περιγραφή μιας πραγματικής και ιδιαίτερα βίαιης μάχης που διεξήχθη στα μέρη που τώρα πίνει τον καφέ του και βολτάρει ως φιλοξενούμενος. Στοχάζεται λοιπόν, πάνω στην έννοια του πολέμου, από τον Όμηρο έως τις μέρες μας, για το τι σημαίνει «ήρωας», για τα συναισθήματα των στρατιωτών που συμμετείχαν σε μια αποστολή που γνώριζαν ότι το πιθανότερο θα ήταν να πεθάνουν, για τον θάνατο, για τον παραλογισμό του να λύνονται οι διαφορές ανθρώπων με τον πόλεμο.


 
Ο Ζανμέρ, όπως είδαμε και στο προηγούμενο βιβλίο του, που κυκλοφορεί στη χώρα μας, το θαυμάσιο «Απ’ τον αέρα πιο ελαφριά», είναι σπουδαίος στυλίστας και αφηγητής. Στη «Μάχη», ένα μυθιστόρημα που χρησιμοποιεί δημιουργικά τον όρο «auto-fiction», περιγράφει το δραματικό γεγονός που επηρέασε τον Β παγκόσμιο πόλεμο, με λυρικό και στοχαστικό ύφος, χωρίς εντάσεις, ζωντανεύοντας με σπαρακτικό (που αφήνει να περνάει και σαρκασμός μέσα του) τρόπο, όχι μόνο το μοιραίο (και πολύ δραματικό) Σάββατο του Μάρτη του 42, αλλά και την προετοιμασία που προηγήθηκε, όπως και τα επακόλουθα.
Με τον τρόπο του, απευθύνει μια έκκληση για παγκόσμια ειρήνη, χωρίς φανφάρες και μεγαλοστομίες, κάνοντας το μήνυμα του βιβλίου, ακόμα πιο ηχηρό και επιδραστικό. Η «Μάχη» είναι ένα βιβλίο που αξίζει να προσεχθεί ιδιαίτερα, όχι μόνο από τους λάτρεις της καλής λογοτεχνίας, αλλά και από τους αναγνώστες των βιβλίων Ιστορίας.
 
Βαθμολογία 82 / 100


 
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 21, 2021
posted by Librofilo at Τρίτη, Σεπτεμβρίου 21, 2021 | Permalink
"Η συνωμοσία των αγγέλων"
Το (κάτι σαν μυθιστόρημα) «Η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ» («Заговор ангелов») του Ρώσου συγγραφέα Igor Sakhnovsky (1958, Ιρκούτσκ – 2019, Αικατερίνμπουργκ) – (Εκδόσεις Ποταμός, μετάφρ. Στ. Αργυροπούλου, σελ.290), είναι ένα παράξενο και πολύ σαγηνευτικό βιβλίο, μια λογοτεχνική έκπληξη, από έναν βραβευμένο συγγραφέα που έφυγε νεότατος, τον οποίον αγνοούσα – όπως υποθέτω και οι περισσότερο εξ ημών.


«Η συνωμοσία των αγγέλων», είναι ουσιαστικά ένα (μεταφυσικό) βιβλίο που μοιάζει να περιέχει τα πάντα. Ένα ταξίδι στον χρόνο, από την Παλαιά Διαθήκη και την Αίγυπτο, στην Αναγέννηση και την Ισπανία του 16ου αιώνα, από τον Β παγκόσμιο πόλεμο και την εισβολή των Ναζί στην Ουκρανία μέχρι τα βάθη της Ρωσίας, από την παγανιστική αρχαία Ελλάδα, στην σύγχρονη Αγγλία, από τη βάσανο της γραφής στο πως γίνεσαι συγγραφέας, για τον έρωτα και την αυτογνωσία, για τα θαύματα καθημερινά ή όχι, ενώ το παιχνίδι των αγγέλων ή της μοίρας (μάλλον του πεπρωμένου) καθορίζει τις ζωές των ηρώων του.
 
«Θα μας χρειαστούν τριακόσια χρόνια ενήλικης ζωής για να αντιληφθούμε ότι βαθμιαία η ψυχή γίνεται θνητή. Εκατοντάδες ανηλεώς ενήλικα χρόνια για να αποσαφηνιστεί ότι οι όποιοι κομπασμοί γύρω από το θέμα του θανάτου ή ακόμα και η αληθινή προσωπική αφοβία αποτελούν προνόμιο του μοναχικού ανθρώπου,  αυτού που απέφυγε τη στενή συνάφεια με οποιονδήποτε. Όσο μεγαλύτερη είναι στη ζωή σου αυτή η συνάφεια, τόσο μεγαλύτερες είναι οι ανησυχίες και οι φόβοι, τόσο σφιχτότερα γαντζώνεσαι από τη ζωή. Ουσιαστικά, ο ίδιος ο χώρος της εσωτερικής ελευθερίας περιζώνεται και περιορίζεται από τα όρια δέσμευσης της καρδιάς.»
 
Στο «ταξίδι μέσα στον χρόνο» που σε προσκαλεί ο Σαχνόφσκι, παρακολουθείς με απλό καθημερινό τρόπο, ενταγμένες σε ένα ρεαλισμό που αφοπλίζει, την ιστορία της Λίλιθ, την γέννηση του Χριστού («Ο σύζυγος και η έγκυος γυναίκα του έφτασαν σε μια απόμερη ασιατική πόλη, όπου δεν βρήκαν μέρος σε ξενοδοχείο για να μείνουν. Κι εκείνη γέννησε ένα αγοράκι σε κάποιο φτωχικό στάβλο.»), την εκτέλεση της Άννας Μπολέιν, την κάθοδο του Ορφέα στον Άδη. Οι ήρωες των ιστοριών, είναι οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, χωρίς τίποτα το εξωπραγματικό, χωρίς λούστρο και υπερβολές, ουσιαστικά μέσα από τα μάτια τους εκτυλίσσονται οι αφηγήσεις – πως θα ήταν άραγε αν μπορούσαν αυτοί να τις αφηγηθούν; Πόση «μαγεία» θα είχαν;
 
Στο επίκεντρο της ιστορίας, είναι η Γυναίκα. Η γυναίκα με την μορφή της Λίλιθ, η γυναίκα που δεν ανήκει πουθενά, όπως η αινιγματική Μαρία ντελ Ροζάριο που απεικονίζεται σε μια ελαιογραφία του 16ου αιώνα, ένα πορτρέτο που από μια σύμπτωση βρίσκεται στα χέρια μιας οικογένειας στη Ρωσία. Η γυναίκα του πορτρέτου εμφανίζεται στους άντρες της οικογένειας κάθε φορά λίγο πριν από τον θάνατό τους – ένας προάγγελος θανάτου. «Αν συναντούσα στην πραγματική ζωή αυτή τη γυναίκα, θα την αναγνώριζα αλάνθαστα, κι αυτό ίσως χάρη στο βεδουίνικο σχήμα των ματιών της, στην αισθησιακά ανασηκωμένη μακρουλή μύτη, στις ακρούλες των βλεφάρων που ήταν τραβηγμένες και μυτερές, παραπέμποντας στη μόδα της αρχαίας Αιγύπτου, για να μη μιλήσω για τη μικρή ελιά ανάμεσα στο μάτι και στον αριστερό κρόταφο.»
 
Γύρω από αυτό το πορτρέτο, αυτή την αινιγματική γυναίκα που με έναν υπερφυσικό τρόπο, κάνει την εμφάνισή της, κινούνται οι ζωές τριών ανδρών, από την βιομηχανική πόλη των Ουραλίων και την Σοβιετική εποχή, έως το Λονδίνο και την Αγγλική εξοχή, που περιγράφεται ως μια ζώνη ελευθερίας και έρωτα. Μεταφυσικά γεγονότα, θαύματα που συμβαίνουν, περιγράφονται κι αυτά ως πράξεις ενταγμένες σε μια καθημερινότητα – η γυναίκα που χάνεται στο τρένο της φυγής από την Ουκρανία και εμφανίζεται μετά από δύο ημέρες στα παιδιά της, ένας άντρας που γλυτώνει από τις νάρκες και από τις ανατινάξεις γύρω του, η γυναίκα του πορτρέτου που διασχίζει τους αιώνες, όλα αυτά τα απεικονίζει ο συγγραφέας ως σκηνές φαινομενικά διάσπαρτες, που όμως στο τέλος του βιβλίου ενώνονται.
 

«Όσο περισσότερο (…) ερευνάς κάποια ζητήματα, τόσο σαφέστερα φωτίζεται το παρασκήνιο. Σ’ αυτά τα φονικά σκαμπανεβάσματα, στη συνέργεια των αγγέλων και των θηρίων που συνυπάρχουν στον ίδιο άνθρωπο κρύβεται πιθανότατα και η απάντηση στο ερώτημα για το παράνομο περιεχόμενο εκείνου του μαύρου κουτιού που μια ζωή το κουβαλάς μέσα σου δίχως να ρισκάρεις, δίχως καν να ξέρεις πώς να κοιτάξεις εντός του.»

 Είναι πρακτικά αδύνατο να περιγράψεις την ιστορία αυτού του βιβλίου, οποιαδήποτε προσπάθεια, είναι καταδικασμένη στην αποτυχία και στην παραπλάνηση του αναγνώστη. Η αφήγηση είναι θραυσματική, χρησιμοποιώντας την τεχνική του κολάζ, ενώνει κομμάτια, σαν διηγήματα, που ενώ (και εδώ ακριβώς έγκειται η δεξιοτεχνία του συγγραφέα) αρχικά δίνουν την αίσθηση αυτόνομων ιστοριών, στο τέλος ενώνονται τόσο αρμονικά, οι κύκλοι κλείνουν, όλα αποκτούν νόημα – ακόμα και ιστορίες που ναι μεν την ώρα που τις διαβάζεις σε γοητεύουν αλλά από την άλλη αναρωτιέσαι που κολλάνε. Η τεχνική αυτή αποκαλύπτει την βαθιά εσωτερικότητα του βιβλίου ενώ δικαιώνει τον χαρακτηρισμό «μυθιστόρημα».
 
Μόνο θαυμασμό προκαλεί αυτή η ιδιόμορφη μυθιστορηματική σύνθεση του Σαχνόφσκι. Ο αναγνώστης έχει διαρκώς την αίσθηση ότι κάτι του διαφεύγει, κάπου χάνει το νόημα, κάτι δεν καταλαβαίνει. Ο καλύτερος τρόπος για να το απολαύσεις, είναι να αφεθείς στην μεγάλη γοητεία του ύφους, του στυλ – έτσι κι αλλιώς αυτά που διαβάζεις είναι υπέροχα. Βρίσκεσαι μεταξύ συμπαντικών μυστηρίων και αντιφάσεων της ζωής, χάνεσαι μέσα στις μαύρες τρύπες της ύπαρξης, ψάχνοντας για φως μέσα στο σκοτάδι.
 
Είναι εμφανής η επιρροή του Χόρχε Λουίς Μπόρχες στην σαγηνευτική «Συνωμοσία των αγγέλων». Αυτό το παιχνίδι με την παγκόσμια ιστορία και τις σημαντικές ή ασήμαντες λεπτομέρειες που έκανε ο μέγας Αργεντίνος, το παρατηρούμε και στο μυθιστόρημα του Σαχνόφσκι, ενός συγγραφέα που πρόλαβε προτού φύγει από τη ζωή να γράψει μερικά σημαντικά βιβλία που εύχομαι να δούμε στη γλώσσα μας.
Ένας σαγηνευτικός λαβύρινθος («σαν να έχουμε αναμειχθεί ισόβια σε μια συνωμοσία τον στόχο της οποίας λησμόνησαν να μας ανακοινώσουν»), ένα παζλ που ενώνεις τα κομμάτια του είναι αυτό το υπέροχο πληθωρικό και ταυτόχρονα περιεκτικό μυθιστόρημα, που παρασύρει και προκαλεί τον ενεργό αναγνώστη του, σε ένα οδοιπορικό αυτογνωσίας, ουσιαστικά εκμαυλίζοντάς τον.
 
Βαθμολογία 84 / 100
 


 
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 15, 2021
posted by Librofilo at Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 15, 2021 | Permalink
Homo homini lupus κλπ ("Λύκος ανάμεσα σε λύκους")

 

Η έκδοση και η μετάφραση του magnum opus «ΛΥΚΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΛΥΚΟΥΣ» («Wolf unter Wolfen»), του μεγάλου Γερμανού συγγραφέα Hans Fallada (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Rudolf Wilhelm Friedrich Hitzen), (1893, Greifswald – 1947, Βερολίνο), είναι ένα γεγονός για τα λογοτεχνικά πράγματα της χώρας μας. Οι δύο τόμοι, των συνολικά 1501 σελίδων, στη σειρά Orbis Literae των εκδόσεων Gutenberg, στην μετάφραση (και εισαγωγή), της Ιωάννας Αβραμίδου, δεν είναι κάτι απλό για την σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα, όσο δημοφιλής και αγαπητός κι αν είναι ο Φάλαντα πλέον στη χώρα μας, μετά την έκδοση αρκετών εξαιρετικών βιβλίων του.
 

Η μεγάλη ικανοποίηση για την έκδοση αυτής της saga του Φάλαντα, δεν μπορεί να μη σκιάζεται από μια σειρά από προβληματισμούς που εγείρονται και τον «τρόμο» που προκαλεί ο όγκος του βιβλίου. Πόσοι έχουν την δυνατότητα να διαθέσουν τα (κάτι πάνω από) 40 ευρώ για την αγορά του βιβλίου; Πόσοι αναγνώστες υπάρχουν, που θα ασχοληθούν με τον όγκο του βιβλίου, όταν βλέπουμε γύρω μας, τον κόσμο να δηλώνει ότι δεν μπορούν να διαβάσουν βιβλία πάνω από 300 σελίδες; Πόσοι θα έχουν την υπομονή να εισέλθουν στον κόσμο που περιγράφει ο Φάλαντα στην ιστορία του, να αφιερώσουν ημέρες και νύχτες ανάγνωσης; Οι περισσότεροι, το ξέρουν, θα «βγουν νικητές» με την αφοσίωσή τους αυτή, πόσοι όμως είναι διατεθειμένοι να το προσπαθήσουν;
 
Το βέβαιο είναι ότι, η ανάγνωση του «Λύκος ανάμεσα στους Λύκους», αποτελεί αναγνωστική εμπειρία ολκής. Το μυθιστόρημα του Χανς Φάλαντα, απεικονίζει με άκρως ρεαλιστικό τρόπο, την ατμόσφαιρα των ημερών «της Βαϊμάρης», της ταραγμένης εποχής, που η Γερμανία, τραυματισμένη και ταλαιπωρημένη από την περιπέτεια του Α Παγκοσμίου πολέμου, με φανερές της πληγές της ήττας, προσπαθεί να συνέλθει. Το βιβλίο διαδραματίζεται το δεύτερο μισό της χρονιάς – ορόσημο, του 1923. Είναι μια χρονιά που το γερμανικό μάρκο έχει πιάσει πάτο (ή πιο σωστά έχει εξευτελιστεί τελείως). Χαρακτηριστικά, όταν ξεκινάει το μυθιστόρημα, τον Ιούλιο του 1923, η αντιστοιχία του έναντι του Αμερικανικού δολαρίου ήταν 414.000 (1 δολάριο=414.000 μάρκα) και τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, λίγο πριν την επιβολή του καινούργιου νομίσματος, του Rentenmark, η αναλογία είχε φτάσει στο αστρονομικό νούμερο των 4 τρις ανά δολάριο (1 δολάριο = 4 τρισεκατομμύρια μάρκα – μάλλον πατσαβούρες πλέον). Ο υπερπληθωρισμός αυτός, είχε συντελέσει στο να υπάρχει ουσιαστική διάλυση στην Γερμανική οικονομία που διακινείτο μόνο με δολάρια ή χρυσά μάρκα, ενώ η κοινωνία υπέφερε και το εμπόριο περίμενε να πάει 12 το μεσημέρι, να ανακοινωθεί η ισοτιμία της ημέρας.


 
Σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας και παρακμής, εκτυλίσσεται η ιστορία που περιγράφει ο Φάλαντα στις σελίδες του βιβλίου. Βασικός ήρωας είναι ο Βόλφγκανγκ Πάγκελ (με πολλά κοινά στοιχεία με την πραγματική ζωή του συγγραφέα), ένας ευπαρουσίαστος νεαρός 23 χρονών, ήδη βετεράνος του Μεγάλου πολέμου, που έχει καταντήσει τζογαδόρος. Παίζει στη ρουλέτα εκατομμύρια μάρκα κάθε βράδυ, στα παράνομα καζίνο του Βερολίνου, τριγυρισμένος από κοκαϊνομανείς, πόρνες, έχει ουσιαστικά εκδιωχθεί από το σπίτι του και στην αρχή του βιβλίου, είναι άλλος ένας από τους νέους της εποχής στη χώρα του, που γέρασαν απότομα και γρήγορα, χωρίς παρόν, χωρίς μέλλον, χωρίς την παραμικρή προοπτική.
 
«Κι όμως δεν ήταν εντάξει! Δεν είχε ζωντάνια μέσα του, δεν ενθουσιαζόταν με τίποτε, δεν θύμωνε. Το παλικάρι ήταν είκοσι τριών ετών – δεν ήταν δυνατόν να τριγυρνά μ’ αυτό το κρυφό μειδίαμα και να μην παίρνει τίποτα στα σοβαρά. Λες κι όλος ο κόσμος ήταν μια απάτη και μόνον αυτός το είχε ανακαλύψει! Αν το σκεφτόσουν, ήταν λες και τον έβλεπες πίσω από ένα θολό, μουντό πέπλο – σαν να μη ζούσε, μόνο φυτοζωούσε, λες και η συναισθηματική του ζωή είχε παραλύσει!»
 
Στην ιστορία όμως πρωταγωνιστούν τρεις άνθρωποι, που οι περιστάσεις τους ενώνουν. Οι τρεις κεντρικοί χαρακτήρες του βιβλίου, συμπολεμιστές στον Α παγκόσμιο πόλεμο, που οι ζωές τους ακολούθησαν διαφορετικό δρόμο μετά την συνθηκολόγηση της Γερμανίας, συναντιούνται ξανά πέντε χρόνια μετά, τυχαία, σε μια επανένωση που θα τους αλλάξει τη μοίρα.
 
Ο απόστρατος ίλαρχος Φον Πράκβιτς, παντρεμένος με την κόρη ενός μεγαλοκτηματία και αριστοκράτη, του μυστικοσύμβουλου Φον Τέσοβ, βρίσκεται διαρκώς υπό την σκιά της καχυποψίας του πεθερού του (ενός ανθρώπου που το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η εξουσία που έχει απέναντι στους αγρότες που δουλεύουν στα κτήματά του, και που βλέπει με μέγιστη αντιπάθεια τον άντρα που του «έκλεψε» τη μονάκριβη κόρη), που του έχει εκμισθώσει με όρους αποικιοκρατικούς μια μεγάλη έκταση, για εκμετάλλευση. Η αντιπάθεια που έτρεφε ο πεθερός του για τον ίλαρχο, δεν ήταν απολύτως αδικαιολόγητη. Ο Φον Πράκβιτς, δεν είναι ικανός, όχι μόνο να κουμαντάρει και να βγάλει κέρδος από την καλλιέργεια των εκτάσεων, αλλά ούτε και να φέρει εις πέρας τις απλούστερες πράξεις που απαιτεί η διαχείριση ενός κτήματος.
 
Στην αρχή του Α τόμου, ο Φον Πράκβιτς έχει μεταβεί στο Βερολίνο, για να βρει φθηνά εργατικά χέρια για την ετήσια συγκομιδή σίκαλης και πατάτας. Σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο θα συναντήσει μετά από πέντε χρόνια τον παλιό του συμπολεμιστή, τον Φον Στούτμαν που εργάζεται εκεί ως ρεσεψιονίστ. Ο υπερφίαλος ίλαρχος, σοκάρεται με την εικόνα του Φον Στούτμαν (που οι ικανότητές του στην οργάνωση είναι αδιαμφίσβητες), να βγάζει το ψωμί του με τρόπο που εκείνος θεωρεί «ταπεινό». Μετά από μια γκροτέσκα σκηνή που διαδραματίζεται στο ξενοδοχείο και υπεύθυνος για τον χαμό που δημιουργείται, θεωρείται ο Στούντμαν, ο Φον Πράκβιτς του προτείνει να αναλάβει διαχειριστής του κτήματος του. Ο Στούτμαν μέσα στην απελπισία του, μετά την αδικαιολόγητη απόλυσή του από το ξενοδοχείο, θα δεχτεί την πρόταση του ίλαρχου και μεταβαίνουν σε ένα κεντρικό καφέ να συζητήσουν τις λεπτομέρειες της συνεργασίας τους. Εκεί συναντούν τον μεθυσμένο Πάγκελ, τον κάποτε έφηβο συμπολεμιστή τους, που έτρεμε τα κανόνια, και τώρα τον βρίσκουν σε χαοτική κατάσταση με ένα τεράστιο χρηματικό ποσό στα χέρια του, έτοιμο να αυτοκτονήσει.
 
Ο 23άχρονος Βόλφγκανγκ Πάγκελ, είναι μια διαφαινόμενη χαμένη περίπτωση. Γόνος αστικής οικογένειας, με τον νεκρό πλέον πατέρα του, να υπήρξε διάσημος ζωγράφος και μεγαλωμένος από μια καταπιεστική και εξουσιαστική μητέρα, είναι πλέον εθισμένος στον τζόγο, ποντάροντας κάθε μέρα στα παράνομα καζίνο που έχουν πλημμυρίσει την πόλη. Συζεί με τα την Πέτρα (που την αποκαλεί Πέτερ), ένα όμορφο νεαρό κορίτσι, από τα δεκάδες χιλιάδες που ωρίμασαν γρήγορα, μετά την κατάρρευση της Γερμανίας, και η ανάγκη για επιβίωση, τα έβγαλε στους δρόμους, να κάνουν δουλειές του ποδαριού, κάποιες να εκπορνεύονται αραιά και που, για να συμπληρώσουν το εισόδημά τους. Η Πέτρα είναι ερωτευμένη με τον Πάγκελ και ανέχεται τις εκρήξεις του, την μανία του να παίζει καθημερινά ότι έχει και δεν έχει, να ισορροπούν μεταξύ πείνας και έρωτα, σε μια πολυκατοικία που θυμίζει κοινόβιο. Εκτός των άλλων, η Πέτρα, είναι πλέον έγκυος και το ζευγάρι έχει κανονίσει να παντρευτούν εκείνη ακριβώς τη μέρα. Το προηγούμενο όμως βράδυ, ο Πάγκελ είχε μια πολύ άτυχη βραδιά στο καζίνο και μέσα στην απελπισία του, θα πάει στο πατρικό του, και θα πάρει τον πιο διάσημο πίνακα του πατέρα του, που θα τον πουλήσει σε μια γκαλερί. Στο ενδιάμεσο, η Πέτρα απελπισμένη που ο σύντροφός της δεν έχει γυρίσει σπίτι, βγαίνει στον δρόμο, φορώντας μόνο μια καπαρντίνα, να τον περιμένει – εκεί θα την δει ένας αστυνομικός που έχει καθυστερήσει στη δουλειά του και για να δικαιολογήσει την αργοπορία του, την συλλαμβάνει για πορνεία.
Ο Πάγκελ με όλα αυτά τα χρήματα στα χέρια, συνειδητοποιεί ότι τα έχει θαλασσώσει. Απελπισμένος κάνει σκέψεις αυτοκτονίας και εκείνη τη στιγμή εμφανίζονται μπροστά του, οι παλιοί ανώτεροί του στον λόχο, που βλέποντάς τον σε αυτή την κατάσταση, του προσφέρουν μια θέση εργασίας – αδιευκρίνιστη στην αρχή, κάτι σαν μαθητευόμενος -, στο αγρόκτημα. Εκείνος δέχεται, αφού μετά από αρκετά ποτά, θα παρασύρει τους δύο συμπολεμιστές του, σε μια θεότρελη βραδιά στο καζίνο, ενώ η άμοιρη Πέτρα, μάταια θα περιμένει κάποιο χέρι βοήθειας.
 
«Αχ, πώς απογυμνώθηκε ο κόσμος, πώς χάθηκε ο κομψός τρόπος ομιλίας, πώς εξανεμίστηκαν οι χαριτωμένες φράσεις! Μέσα στην οικογενειακή ζωή, τα φτιασίδια ξεβάφουν και η κούφια νεκροκεφαλή του εγωισμού σού χαμογελά μέσ’ από τις μαύρες κοιλότητες των ματιών. Ο Πάγκελ είδε ξαφνικά τον εαυτό του σαν φάντασμα ξαπλωμένο δίπλα στην Πέτρα στο δωμάτιο της Μαντάμ Γιογιό, είδε τις βρόμικες κουρτίνες να κρέμονται μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα. Τώρα του φαίνονταν σαν κάποιο σύμβολο, ή μάλλον όχι! Σαν τα προκαταρκτικά μιας δύσκολης δοκιμασίας. Τότε μπορούσε να πάρει τη βαλίτσα του και να φύγει σαν δειλός, εδώ κάτι τέτοιο είναι αδύνατον! Τέρμα τα χαριτωμένα ψέματα με τη γλυκιά τους γεύση, πέταξε μακριά η τρυφερή μορφή της αγάπης – άνθρωπος εναντίον ανθρώπου, λύκος ανάμεσα σε λύκους, πρέπει να είσαι σταθερός στην απόφασή σου αν θέλεις να επιβληθείς!»
 
Στο βιβλίο που γράφτηκε μέσα σε δέκα μήνες, από το καλοκαίρι του ’36 έως την άνοιξη του ’37, μέσα στην ακμή της Ναζιστικής περιόδου, ο συγγραφέας, για ευνόητους λόγους δεν μπορούσε παρά να αποφύγει «ευαίσθητα θέματα». Εβραίοι δεν αναφέρονται, το όνομα του Χίτλερ δε, καθόλου, ενώ ένα πραξικόπημα που ετοιμάζεται και αποτυγχάνει, αξιωματικών του στρατού και απόστρατων, δεν είναι τίποτε άλλο, από μια απεικόνιση της αποτυχημένης εξέγερσης του Μονάχου κατά της Βαυαρικής κυβέρνησης που προκάλεσε την φυλάκιση του Χίτλερ. Ο Φάλαντα προσεκτικός, περιορίζεται στην απεικόνιση της εποχής και επικεντρώνεται στις ζωές των δεκάδων χαρακτήρων που περνάνε από τις σελίδες του.


 
Εκτός λοιπόν, από τους τρεις πρωταγωνιστές του βιβλίου, τον ήρωα του, Βόλφγκανγκ Πάγκελ και τους δύο παλιούς συμπολεμιστές του, από το μυθιστόρημα παρελαύνουν μια σειρά από περισσότερο ή λιγότερο ενδιαφέροντες χαρακτήρες. Κυρίως στο δεύτερο μέρος, που η δράση περνάει στα κτήματα του ίλαρχου Φον Πράκβιτς (αν και ουσιαστικά αυτά ανήκουν στον μυστικοσύμβουλο Φον Τέσοβ), οι χαρακτήρες είναι τόσοι πολλοί που μόνο θαυμασμό μπορεί να προκαλέσει η άψογη δομή του βιβλίου. Βεβαίως η προσοχή από τη μέση του Β τόμου και μετά πέφτει πάνω στον Βόλφγκανγκ Πάγκελ που προβάλλει ως ο απόλυτος ήρωας του βιβλίου, εξελισσόμενος διαρκώς ως χαρακτήρας, αποσυνάγωγος και loser στην αρχή του βιβλίου, βαίνοντας προς την ωριμότητα και την συνειδητοποίηση της ταυτότητάς του.
 
Εξαρχής το μυθιστόρημα θέτει τον αναγνώστη του, μπροστά σε δύο τελείως διαφορετικούς ρυθμούς. Στον Α τόμο, που ο αφηγηματικός χρόνος είναι 24 ώρες, απεικονίζεται η ζωή στο παρακμιακό και ξέφρενο Βερολίνο, που τη νύχτα είναι μια άλλη πόλη. Παράνομα καζίνο, πόρνες, λαμπερά ή μη καφέ, εκατομμύρια μάρκα να γίνονται φτερά, γκροτέσκες καταστάσεις. Στον Β τόμο (και πολύ πιο ενδιαφέροντα), περιγράφεται η ζωή στην ύπαιθρο, όπου οι οικογενειακές και ερωτικές ίντριγκες είναι πολλές, η δράση γίνεται εντονότερη και η μοχθηρία των ανθρώπων πιο έντονη.
 
Σε αυτόν τον διαρκή αγώνα για επιβίωση, δεν αντέχεις αν δεν μεταμορφώνεσαι σε Λύκο! Μπορεί το πρώτο συνθετικό του ονόματος του Βόλφγκανγκ Πάγκελ να παραπέμπει εκεί, αλλά ουσιαστικά (και όπως αναφέρει συχνά-πυκνά ο συγγραφέας) ήταν μια «λαίμαργη εποχή, η εποχή των λύκων», οι εφημερίδες αγοράζονταν μόνο για να παρακολουθούν τις διακυμάνσεις του νομίσματος, κανείς δεν ενδιαφερόταν για τον διπλανό του, για το ποιος κυβερνάει. Όλοι είναι πάμπτωχοι, εκτός από την ανώτερη αστική τάξη (που κι αυτή δυσκολεύεται), μόνο να ζήσουν μέρα με τη μέρα τους ενδιαφέρει. Οι σκηνές από τις εξαθλιωμένες οικογένειες που ζουν στοιβαγμένες στα διαμερίσματα, η εξωφρενική ανεργία, η πείνα όχι μόνο στις πόλεις αλλά και στην ύπαιθρο, που παλεύουν για ένα κομμάτι σίκαλης ή μια πατάτα, συνταράσσουν και συγκλονίζουν.
 
Μυθιστόρημα μαθητείας αλλά πανόραμα μιας εφιαλτικής εποχής, το βιβλίο (που μεταφέρθηκε στηντηλεόραση το 1964 σε μορφή μίνι-σειράς 4 επεισοδίων), αποτελεί μια σκληρή και απόλυτα ρεαλιστική τοιχογραφία ενός κόσμου, μιας κοινωνίας που αποσυντίθεται καθημερινά, όπου οι καλοί γίνονται κακοί ή ακόμα καλύτερα, οι διαφορές μεταξύ Καλού και Κακού είναι ρευστές. Ο μόνος χαρακτήρας που παραμένει μοχθηρός και κακός καθ’ όλη τη διάρκεια του βιβλίου είναι ο μυστικοσύμβουλος Φον Τέσοβ, οι υπόλοιποι μεταβάλλονται διαρκώς είτε προς το καλύτερο, είτε προς το χειρότερο, καθώς «ανήμποροι και μοιραίοι» θα υποχρεωθούν κάποια δεδομένη στιγμή να κοιτάξουν το συμφέρον τους, ανήμποροι να ελέγξουν τη ροή των εξελίξεων.
 
Επικό μυθιστόρημα (με μια μετάφραση της Ι. Αβραμίδου που αποτελεί άθλο), το «Λύκος ανάμεσα σε λύκους», μια κοινωνικοπολιτική saga, που μπορεί να περιγράφει με έντονα χρώματα μια εποχή ζόφου και εξελίξεων, όμως, η αφηγηματική μαεστρία του Φάλαντα, περνάει σελίδες γεμάτες σαρκασμό και χιούμορ δίνοντας άλλη διάσταση και αναδεικνύοντας πολλές φορές το κωμικοτραγικό κάποιων γεγονότων. Με αυτό τον τρόπο αποφορτίζεται το κλίμα, και αποστασιοποιείται ο αναγνώστης από τις μελοδραματικές καταστάσεις που θα μπορούσαν να προκύψουν.
Πορτρετίστας μοναδικός ο Φάλαντα έγραψε ένα βιβλίο χωρίς ηθικολογίες και διδακτισμό, που «ρουφιέται» κυριολεκτικά, γραμμένο απλά, με σχεδόν δημοσιογραφική γλώσσα, με μια ιστορία που ολοκληρώνεται αφήνοντας κάποιες ελπίδες στο τέλος, μια αχτίδα αισιοδοξίας μέσα στη σκοτεινιά – ίσως και για λόγους λογοκρισίας. Όπως κι αν το δει κανείς πάντως, πρόκειται για ένα μυθιστόρημα μεγάλης πνοής, ζωντανό και άκρως επίκαιρο, καθαρή λογοτεχνική απόλαυση.
 
Βαθμολογία 87 / 100