Τρίτη, Φεβρουαρίου 20, 2024
posted by Librofilo at Τρίτη, Φεβρουαρίου 20, 2024 | Permalink
Η μανία με τον Κινγκ ("Σκότωσε σαν τον Στίβεν Κινγκ")

 

Με τον Στίβεν Κινγκ (Portland, 1947), δεν έχω καμιά ιδιαίτερη σχέση. Ομολογώ ότι έχω διαβάσει ελάχιστα βιβλία του, και αυτά, δεν ξέρω αν τον αντιπροσωπεύουν απόλυτα, αφού είναι μυθιστορήματα που δεν τα λες θρίλερ ή «αστυνομικά», όπως το «Καρδιές στην Ατλαντίδα», «Στάσου πλάι μου», «Τελευταία έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ», «Η μπαλάντα της ελαστικής σφαίρας», ενώ βρήκα κάποιες ταινίες βασισμένες στα βιβλία του εξαιρετικές – παρότι την μεταφορά της «Λάμψης» (τι μεγαλειώδης ταινία) την αποκήρυξε ο συγγραφέας, και κάποιες (ταινίες και τηλεοπτικές σειρές) που βρήκα αφόρητες! Είναι λοιπόν, η εμπιστοσύνη μου στις λογοτεχνικές ικανότητες του Δημήτρη Μαμαλούκα, που με έκανε να διαβάσω ένα βιβλίο αφιερωμένο στον αγαπημένο του συγγραφέα.
 
Εάν δεν έγραφε ο Δημήτρης Μαμαλούκας (Αθήνα, 1968), ένα μυθιστόρημα homage, στον Στίβεν Κινγκ, ποιος θα έγραφε, είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι, αντικρίζοντας το «ΣΚΟΤΩΣΕ ΣΑΝ ΤΟΝ ΣΤΙΒΕΝ ΚΙΝΓΚ» (εκδ. Κέδρος, σελ. 346). Η δεύτερη σκέψη είναι, πόσα άραγε θα χάσεις όταν δεν έχεις διαβάσει πολύ Στίβεν Κινγκ, από το βιβλίο; Η απάντηση είναι: Πολλά! Περίπου 30-40%, διότι οι παραπομπές είναι συνεχείς, όπως και οι αναφορές, ενώ διαβάζοντας στα Περιεχόμενα του βιβλίου, ότι «η αρίθμηση των κεφαλαίων παραπέμπει στο μηχανικό οδόμετρο της Plymouth Fury του 1958, την Κριστίν, του ομώνυμου μυθιστορήματος του Στίβεν Κινγκ, στην οποία τα μίλια γύριζαν ανάποδα», αισθάνεσαι λίγο «εκτός», ενθυμούμενος δε, ότι η ταινία του Carpenter, το 1983, δεν σου άρεσε καθόλου, νιώθεις λίγο άβολα.


Παρά τα «ανησυχητικά» μηνύματα όμως, όλα ξεπερνιούνται μετά τις πρώτες σελίδες, όταν αφήνεσαι να σε παρασύρει η γοητευτική ιστορία που ξετυλίγεται στις σελίδες του βιβλίου.
Ο φανατικός συλλέκτης βιβλίων του Στίβεν Κινγκ, Ρέι Στέμπινς, είχε βάλει μια αγγελία στις εφημερίδες των ΗΠΑ, ότι ενδιαφερόταν για αγορά σπάνιων βιβλίων του συγγραφέα (του «Βασιλιά» όπως τον αποκαλούν οι θαυμαστές του), με πληρωμή τοις μετρητοίς. Θα δεχτεί ένα μήνυμα από μια κοπέλα, που ονομάζεται Κριστίν Άσλεϊ και θα συναντηθεί μαζί της. Εκείνη έχει στην κατοχή της ένα αντίτυπο του «Σάλεμς Λοτ» που δεν δείχνει κάτι ιδιαίτερο ως έκδοση, αλλά το εντυπωσιακότερο είναι, ότι έχει μαζί της, μια φωτογραφία τραβηγμένη αρκετές δεκαετίες πίσω, όπου απεικονίζεται ο Στίβεν Κινγκ, μαζί με δυο άντρες, που τους αναγνωρίζει αμέσως ο φανατικός συλλέκτης. Ο ένας από τους άλλους δυο, συνδέεται με μια συλλογή έργων που ονομάζεται «αντίτυπα Σούτερ», όπου ο Τζον Σούτερ – φίλος παλιός του Κινγκ – είχε τυπώσει σε ένα μικρό τυπογραφείο που είχε σπίτι του. Το σπίτι είχε καεί, και τα αντίτυπα χάθηκαν, ώσπου η (εμφανισθείσα από το πουθενά) δεσποινίς Άσλεϊ, βεβαιώνει ότι έχει ένα αντίτυπο.
 
Ο Ρέι Στέμπινς μοιράζεται την «μανία με τον Κινγκ», με άλλους τρεις βαριά χτυπημένους από αυτήν, τον οδηγό λιμουζίνας Μπράιαν που δεν έχει τις οικονομικές δυνατότητες των υπολοίπων και αγοράζει φθηνές εκδόσεις, τον πάμπλουτο εκκεντρικό Νταρνέλ και τον παλαιοβιβλιοπώλη Τζέικ που συνδύαζε το εμπόριο με την προσωπική του τρέλα. Παθιασμένοι συλλέκτες που θα μπορούσαν να φτάσουν οπουδήποτε και να κάνουν οτιδήποτε, στα πλαίσια των δυνατοτήτων τους, για την απόκτηση κάποιου βιβλίου, γκάτζετ, ταινίας του Βασιλιά. Κοιτάνε με ζήλια αλλά μοχθηρία έναν άλλο συλλέκτη, με το ψευδώνυμο Ρόλαντ που κτυπούσε κάθε δημοπρασία, ενώ γύρω τους περιφέρεται άλλος ένας πλούσιος συλλέκτης, ο μεσόκοπος Λέμκε που είναι ιδιοκτήτης γραφείου κηδειών και ζει με μια παλιά αγαπημένη του Ρέι. Ο Ρέι θα εμπιστευτεί τα νέα για την φωτογραφία και την ανεύρεση ενός «αντίτυπου Σούτερ» στον Μπράιαν, ο οποίος όμως δεν μπορέσει να κρατήσει το μυστικό για πολύ, ενημερώνοντας τους υπόλοιπους για το εύρημα του Ρέι και προσδοκώντας να βγάλει από αυτό αρκετά χρήματα, κάτι που θα οδηγήσει σε μια σειρά από μπλεξίματα.
 
Την ίδια περίοδο, μια σειρά από άγριες επιθέσεις συμβαίνουν. Αφορούν είτε συλλέκτες, είτε ανθρώπους που πούλησαν βιβλία του Βασιλιά. Τις επιθέσεις τις διαπράττει ένας μυστηριώδης τύπος, που ονομάζεται Σταρκ κατόπιν ανάθεσης από κάποιον άγνωστο. Στο ενδιάμεσο, ο παλαιοβιβλιοπώλης Τζέικ θα βρεθεί νεκρός στο μαγαζί του, με τα πλάνα από τις γειτονικές κάμερες να μην έχουν καθαρή εικόνα του δολοφόνου του.Ο Σταρκ θα αρχίσει να παρακολουθεί τους δύο φίλους που ακολουθούν τα στοιχεία για την ανεύρεση αντιτύπων της «συλλογής Σούτερ», τα οποία τους παραπέμπουν στην Μεγάλη Βρετανία, με την ιστορία να περιπλέκεται, φθάνοντας μέχρι τις Εβρίδες νήσους της Σκωτίας και έναν Μαύρο Πύργο…
 
«Δεν μπορείς εύκολα να εξηγήσεις σε κάποιον τους λόγους, αλλά κυρίως το πόσο σου αρέσουν τα βιβλία του Βασιλιά. Είναι η μαγεία του Κινγκ.
Η μανία με τον Κινγκ.
Είναι τα θέματά του, η γραφή του, ο τρόπος που ζωντανεύει τους εφιάλτες ή τα όνειρα του καθενός, η μοναδική του μαεστρια να μιλάει στην καρδιά του κάθε ανθρώπου στη γη ξεχωριστά. Είναι σχεδόν ανατριχιαστική η αίσθηση που συναντάς σε κάθε του βιβλίο, αυτό που νομίζεις ότι ζεις μαζί με τους ήρωές του, ταυτίζεσαι μαζί τους, λες και τους γνωρίζεις χρόνια, λες και σε γνωρίζουν κι εκείνοι.
Κι έπειτα είναι οι αναρίθμητες καθηλωτικές σκηνές των βιβλίων του. Οι σκηνές τρόμου που σου παγώνουν το αίμα, οι αριστοτεχνικοί διάλογοι και μονόλογοι, όπως και πολλά διηγήματα ή νουβέλες που σε σημαδεύουν για πάντα, όπως η «Κάντιλακ του Ντόλαν».
Έτσι δεν χρειάζεται να ανταλλάξεις ούτε κουβέντα με κάποιον άλλο φανατικό του αναγνώστη. Αρκεί ένα βλέμμα, ή αρκεί να τον δεις να περπατάει κουβαλώντας στο χέρι το ογκώδες Κοράκι, γεμάτο χαρτάκια σημειώσεων να περισσεύουν απ’ τις σελίδες. Η αρκεί να είστε δίπλα δίπλα σε μια ουρά για μια υπογραφή του Βασιλιά. Βλέπεις, η προσμονή για την ανεκτίμητη στιγμή της υπογραφής και της αφιέρωσης έχει μια μοναδική λάμψη, καθρεφτίζεται σαν λαμπρός πρωινός ήλιος στο πρόσωπο όλων.»


Ο φανατικός αναγνώστης του Στίβεν Κινγκ, ήδη από τα λίγα που έγραψα για την ιστορία που περιγράφει ο Μαμαλούκας, θα αντιληφθεί τις αναφορές στα έργα του «Βασιλιά». Η επιτυχία όμως του βιβλίου είναι στην δημιουργία της ατμόσφαιρας, που μεταφέρει το κινγκικό σύμπαν, ακόμα και στον πλέον ανυποψίαστο και άσχετο με το λογοτεχνικό έργο του Κινγκ, αναγνώστη. Με το γνώριμό του ύφος από τα περισσότερα βιβλία του, ο Μαμαλούκας, αναπτύσσει την ιστορία με ρυθμό, αγωνία και την ολοκληρώνει με έξοχο τρόπο, στο τελευταίο μέρος, που παραπέμπει περισσότερο σε gothic μυθιστόρημα, παρά σε σύνηθες αστυνομικό.
 
Οι εμμονές «βασανίζουν» τον Μαμαλούκα, από τα πρώτα του έργα (και μάλλον σε ότι έχει γράψει έως τώρα). Στο παρόν μυθιστόρημα, σε πρώτο πλάνο, προβάλλεται η εμμονή του συλλέκτη, που το πάθος του, τον κυριεύει και δεν τον αφήνει ούτε λεπτό – αυτή η «ανθρωποφάγα εμμονή» όπως γράφει σε ένα σημείο του βιβλίου, που εμπεριέχει στοιχεία εγωισμού, απληστίας και παραπέμπει σε πολλά ψυχολογικά σύνδρομα. Ο Μαμαλούκας βέβαια αναγνωρίζει την ματαιότητα όλων αυτών, το αδιέξοδο κυνήγι της απόκτησης όλο και περισσότερων έργων του Κινγκ, ενώ η ανατροπή του φινάλε προσθέτει το γλυκόπικρο συναίσθημα, που συνήθως αναβλύζει από τα βιβλία του συγγραφέα.
 

Το «ΣΚΟΤΩΣΕ ΣΑΝ ΤΟΝ ΣΤΙΒΕΝ ΚΙΝΓΚ», είναι ένα ωραίο αγωνιώδες μυθιστόρημα, μια σπουδή πάνω στον Αμερικανό συγγραφέα και ταυτόχρονα ένας φόρος τιμής, που έχει μέσα του, πολλή και ενδελεχή έρευνα και λεπτομέρειες που προκαλούν θαυμασμό. Οι αγνοούντες την πλειονότητα των δημιουργιών του Κινγκ, σίγουρα χάνουμε ένα μεγάλο κομμάτι της απόλαυσης που θα εισπράξουν οι φανατικοί θαυμαστές του. Ακόμα κι έτσι όμως, μπορούμε να εκτιμήσουμε την αξία ενός βιβλίου-αναφοράς και ομολογίας θαυμασμού. Εύχομαι να φτάσει με κάποιον τρόπο, μεταφρασμένο, στα χέρια του Στίβεν Κινγκ.
 
Βαθμολογία 82 / 100


 
Κυριακή, Φεβρουαρίου 04, 2024
posted by Librofilo at Κυριακή, Φεβρουαρίου 04, 2024 | Permalink
Colm Toibin "Ο Μάγος"
Η «μυθιστορηματική βιογραφία», είναι ένα λογοτεχνικό είδος που δεν ευδοκιμεί ιδιαίτερα στη χώρα μας, σε αντίθεση με τον αγγλοσαξωνικό κόσμο. Είναι ένα ιδιαίτερα απαιτητικό είδος, που απαιτεί μεγάλη τεχνική για να μη γίνει «σκανδαλοθηρικό ανάγνωσμα» ή βαρετή απεικόνιση καθημερινότητας που δεν προσθέτει τίποτα σε μια βιογραφία. Μια απαραίτητη συνθήκη στο «βιογραφικό μυθιστόρημα», είναι ο αναγνώστης να κατανοήσει ότι δεν διαβάζει μια επιστημονική ή πιστή βιογραφία της ζωής ενός προσώπου, αλλά περισσότερο ένα μυθιστόρημα, μια μυθοπλαστική αναπαράσταση στιγμών, συζητήσεων, πράξεων, που στηρίζονται σε απομνημονεύματα, βιογραφίες, φωτογραφίες. Οι διάλογοι στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι κατασκευασμένοι και υπάρχει (συνήθως) αυθαίρετη κατασκευή κάποιων καταστάσεων, δεδομένων των συνθηκών που έχουν ήδη περιγραφεί .
 
Ο έξοχος Ιρλανδός συγγραφέας Colm Toibin (Enniscorthy, 1955), είναι ένας συγγραφέας που σε όλη του τη λογοτεχνική διαδρομή, δημιουργεί χαρακτήρες αληθινούς, με ένταση και ζωντάνια, ενδιαφέρον και δυναμική. Ένα από τα εξαιρετικά του μυθιστορήματα, ήταν η βραβευμένη «μυθιστορηματική βιογραφία», με τίτλο «Χένρι Τζέιμς, ο Δάσκαλος» (2004), που μετέφερε με υπέροχο στυλ, μερικά χρόνια από τη ζωή του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα. Εκεί όμως, ο Toibin, δεν έγραψε για τη ζωή του James, στάθηκε σε μια περίοδο της ζωής του, αφιερώνοντας πολλές σελίδες στην (καταπιεσμένη) ομοφυλοφιλία του και στις επιλογές που έκανε για την καριέρα του. Αρκετά χρόνια αργότερα, ο Τομπίν επανέρχεται με μια μυθιστορηματική βιογραφία, ενός άλλου λογοτεχνικού μύθου, ακόμα μεγαλύτερου από τον Henry James, του Thomas Mann, ενός εκ των πέντε-έξι εμβληματικότερων συγγραφέων του περασμένου αιώνα και δημιουργεί μια συγκλονιστική οικογενειακή saga, ένα επικό μυθιστόρημα 686 σελίδων, με τίτλο «Ο ΜΑΓΟΣ» («The Magician») – (εκδ. Ίκαρος, μετάφραση Αθ. Δημητριάδου).


Το μυθιστόρημα ακολουθεί τη ζωή του Τόμας Μαν, από τα εφηβικά χρόνια της ζωής του, και πιο συγκεκριμένα από το 1891 στο Λίμπεκ, που ο νεαρός Τόμας ήταν 16 ετών (γεννήθηκε το 1875), έως πέντε χρόνια πριν πεθάνει (απεβίωσε το 1955), στην επιστροφή του στην Ευρώπη το 1950. Αυτά τα 60 χρόνια που περνάνε μέσα, από 18 κεφάλαια σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, από την τριτοπρόσωπη αφήγηση του συγγραφέα, μας προσφέρουν ένα (σχεδόν) πλήρες πορτρέτο της προσωπικότητας του ήρωά του, που αποκαλείτο «Μάγος» από τα παιδιά του, αρχικά λόγω κάποιων τρικ που τους έκανε με τα χέρια του, αλλά και ως ένδειξης σεβασμού προς την λογοτεχνική του αξία.
 
Ο Toibin, θέτει διαρκώς το ερώτημα προς αναγνώστη και προς εαυτόν, αν μπορεί ένας τόσο μεγάλος δημιουργός να ζήσει τη ζωή ενός καθημερινού ανθρώπου. Το βιβλίο που ξεκινάει με μια σκηνή αντάξια των καλύτερων λογοτεχνικών στιγμών του Τόμας Μαν, με την Βραζιλιανογερμανίδα μητέρα του Τόμας και του Χάινριχ Μαν (μεγαλύτερου αδερφού του Τόμας), να ετοιμάζεται για μια δεξίωση, με τα παιδιά να παρακολουθούν έκθαμβα, περιγράφει την εφηβική ηλικία του Μαν, τον θάνατο του πατέρα και την φυγή της οικογένειας από το Λίμπεκ για το Μόναχο, με την περιουσία να περνάει σε οικογενειακή διαχείριση, με αυστηρές ακόμα και για την χήρα Τζούλια προδιαγραφές. Ο Τομπίν δείχνει την διάσταση των δύο αδελφών, του Χάινριχ που έχει από μικρός πολύ ισχυρή προσωπικότητα, αρνούμενος να αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση και επιμένοντας να γίνει συγγραφέας, ενώ οι αριστερές του απόψεις τον έφερναν σε σύγκρουση σχεδόν με όλους και του Τόμας που ονειρευόταν αυτοκρατορικά μεγαλεία για τη χώρα του, εμφανώς απολιτικού στην αρχή και ουσιαστικά μέχρι τη μέση της ζωής του.
 
Ο Τόμας θα γράψει και θα εκδώσει το πρώτο του μυθιστόρημα τους «Μπούντεμπροκ» σημειώνοντας πάταγο στη χώρα, με μεγάλη κριτική αλλά και εμπορική αποδοχή. Θα παντρευτεί την Κάτια – ένας γάμος που προκάλεσε την σχετική έκπληξη - που ήταν από πάμπλουτη οικογένεια Γερμανοεβραίων και θα κάνει μαζί της έξι παιδιά. Η καταπιεσμένη ομοφυλοφιλία του, που είχε εκδηλωθεί με σχέσεις στο Λίμπεκ και στο Μόναχο, θα περιοριστεί εμφανώς ακόμα περισσότερο, ενώ η σχέση του με την ευφυέστατη και συγκροτημένη Κάτια, θα έχει τους δικούς της κανόνες.
 

«Στα χρόνια του γάμου τους, με την προσεγμένη εποπτεία της, είχαν καταλήξει σε έναν διακανονισμό. Είχε αρχίσει συμπτωματικά, χωρίς πολλή σκέψη, όταν η Κάτια ανακάλυψε πως ένα συγκεκριμένο κρασί, το Ρίσλινγκ του Ντομέν Βαίνμπαχ, ζωντάνευε τον Τόμας, τον έκανε φλύαρο και ταυτόχρονα πρόθυμο ν’ ακύει προσεκτικά ό,τι του έλεγαν. Μετά το κρασί ο Τόμας έπινε ευχαρίστως ένα κονιάκ, μπορεί και δύο. Και μετά η Κάτια, αφού τον καληνύχτιζε, ανέβαινε επάνω, σίγουρη ότι οσονούπω ο Τόμας θα άνοιγε την πόρτα του δωματίου της.
Ανάμεσα στους όρους της σιωπηρής συμφωνίας τους ήταν ένας που έλεγε ότι ακριβώς όπως ο Τόμας δεν θα έκανε ποτέ το παραμικρό που θα έθετε σε κίνδυνο την οικογενειακή τους ευτυχία, έτσι και η Κάτια θα αναγνώριζε χωρίς παράπονα τη φύση των πόθων του, θα αντιμετώπιζε καλοπροαίρετα τις μορφές στις οποίες το βλέμμα του έσπευδε να σταθεί και θα δήλωνε ξεκάθαρα την προθυμία της, ανάλογα με την περίσταση, να αναγνωρίζει την αξία του ασχέτως των εκάστοτε συμπεριφορών του.»
 
Ο Toibin περιγράφει το πως προέκυψαν τα σπουδαία έργα του Τόμας Μαν, το «Ο θάνατος στη Βενετία» (μια σχεδόν αυτοβιογραφική ιστορία που προκάλεσε την συντηρητική κοινωνία της Γερμανίας), το «Μαγικό Βουνό» (μετά την εισαγωγή και διαμονή της Κάτιας σε μια Ελβετική κλινική αλλά και τη δική του διαμονή εκεί), την απονομή του βραβείου Νόμπελ, που τον μετέτρεψε σε λογοτεχνικό σύμβολο της χώρας του. Την οικογενειακή «γαλήνη» που προσπαθεί να οικοδομήσει η Κάτια για την οικογένεια των Μαν, με τα έξι παιδιά που ήρθαν σχετικά νωρίς, θα διαταράξουν ο Α παγκόσμιος πόλεμος (ο Τομπίν περιγράφει πως στήριξε ο Τόμας την Γερμανική πολιτική και τη στρατιωτική μεγαλομανία), και η περίοδος που ακολούθησε όταν κινδύνευσε η ζωή του συγγραφέα, ο οποίος θεωρείτο συντηρητικός και αντίθετος με τα επαναστατικά ρεύματα της εποχής, αλλά και τα οικογενειακά δράματα που προέκυπταν το ένα μετά το άλλο.
 
Η οικογένεια των Μαν, ζούσε σε μια διαρκή φυγή και μετακίνηση. Η περίοδος των Ναζί, η μετανάστευση αρχικά στην Ελβετία και αργότερα στις Η.Π.Α., περιγράφονται με γλαφυρό τρόπο και ο Toibin, παραθέτει τις αλλαγές που συμβαίνουν στην αντίληψη του Τόμας Μαν, που αρνείται από τη μια να καταδικάσει ανοιχτά τα Ναζιστικά εγκλήματα, σκεπτόμενος την εμπορική πορεία των βιβλίων του, κι από την άλλη, την τεράστια αποδοχή που γνώρισε στις Η.Π.Α., με τον Ρούζβελτ να σκέφτεται την πιθανή ανάληψη της ηγεσίας στη νέα Γερμανία που θα προέκυπτε μετά τη λήξη του Β Παγκοσμίου πολέμου από τον Τόμας Μαν, ενώ την ίδια στιγμή του ζητείτο μετ’ επιτάσεως να μη προπαγανδίζει την είσοδο των Η.Π.Α. στον πόλεμο παρά τις συνεχείς εκκλήσεις του. Ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας θα βιώσει την πολιτική αμφισβήτηση, όταν λίγο πριν το τέλος της ζωής του, θα δει το FBI να σκαλίζει το παρελθόν το δικό του και των πιο κοντινών του ανθρώπων, ως υπόπτων για «αντιαμερικανική δράση»
 
«Τα σεξουαλικά του όνειρα είχαν βρει τη θέση τους στα διηγήματα και στα μυθιστορήματά του, όμως στη μυθοπλασία μπορούσαν να περάσουν σαν λογοτεχνικά παιχνίδια. Από τη στιγμή που ήταν πατέρας έξι παιδιών, κανείς δεν τον είχε κατηγορήσει ποτέ για κρυφές διαστροφές. Αν όμως δημοσιεύονταν τα ημερολόγια, δεν θα άφηναν περιθώρια αμφιβολίας για το ποιος ήταν και τι ονειρευόταν. Θα αποκάλυπταν ότι ο απόμακρος, σχολιαστικός τόνος του, η χαρακτηριστική του ακαμψία, η ανάγκην να τον τιμούν και να τον παρακολουθούν δεν ήταν άλλο από μάσκες που στόχο είχαν να συγκαλύπτουν τους ποταπούς γενετήσιους πόθους του.»


Μαζί με όλα αυτά, παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα εντός της οικογένειας των Μαν. Από την διαμονή στην Ελβετία, μέχρι την πολυτελή έπαυλη που έχτισαν στην Καλιφόρνια, ο Toibin, περιγράφει την καθημερινότητα μιας διαφορετικής οικογένειας. Με τα δύο μεγαλύτερα παιδιά, τον Κλάους – ήδη καθιερωμένο συγγραφέα – και την Έρικα με την ισχυρή προσωπικότητα, έως τα μικρότερα παιδιά και τον μεγάλο αδελφό, τον Χάινριχ, που δεν γνώρισε ποτέ την αναγνωρισιμότητα που ίσως του άξιζε (πέραν του «Γαλάζιου Άγγελου»). Ο Toibin, θίγει διακριτικά το θέμα της ομοφυλοφιλίας, ως κάτι που ήταν εμφανές σε όλους, παραθέτοντας σκηνές, βλέμματα, ελάχιστες κουβέντες με σερβιτόρους και λοιπούς αστραφτερούς νεαρούς, πάντα υπό την άοκνη παρακολούθηση της Κάτιας, με την οποία υπήρχε μια σιωπηρή συμφωνία, δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να «ρεζιλευτεί» η οικογένεια. Ο Τόμας Μαν περιγράφεται ως εστέτ, ως ένας άνθρωπος που του άρεσε το «ωραίο» ανεξαρτήτως φύλου, ως ένας καταπιεσμένος άνθρωπος που δεν μπορούσε (ή ήταν πολύ αδύναμος) να εκδηλώσει τα συναισθήματά του, ακόμα και στους πιο κοντινούς του ανθρώπους. Η μοναδική φορά που βρίσκεται σε πανικό, είναι όταν τα ημερολόγια του, κινδύνευαν να πέσουν στα χέρια των Ναζί, μετά τη βιαστική φυγή της οικογένειας από το Μόναχο και την παραμονή στην Ελβετία. Σκέπτεται τι θα γινόταν εάν αυτά δημοσιοποιούντο, διαβάζει τι συνέβη στον Όσκαρ Ουάιλντ και ζει μια περίοδο φρίκης μέχρι να λυθεί το θέμα.
 
Η ζωή της οικογένειας των Μαν, περιγράφεται με κινηματογραφικό τρόπο και ο αναγνώστης νιώθει ότι παρακολουθεί μια εξαίσια λογοτεχνική saga, με τον κεντρικό ήρωα – σύμβολο και έμβλημα – να κυριαρχεί με την παρουσία του και όλους (μα όλους) τους οικείους του, να περιφέρονται γύρω του. Δεν είναι τυχαίο, που όλα του τα παιδιά (εκτός της Ελίζαμπεθ που «απελευθερώθηκε» ουσιαστικά μετά τον πόλεμο), εξαρτώντο από εκείνον, ούτε η βαριά σκιά που έριχνε η προσωπικότητά του πάνω σε οτιδήποτε προσπαθούσαν να κάνουν. Μια οικογένεια που λες και βγήκε μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα του σήμερα, πολυφωτογραφημένη (είναι εκατοντάδες οι φωτογραφίες που μπορεί να βρει κανείς στο διαδίκτυο με τον «Πατριάρχη» Τόμας, να στέκεται στη μέση και γύρω του ολόκληρη η οικογένεια σε παράταξη) και που απολάμβανε ένα τρομακτικό hype στην επαρχιακή στη νοοτροπία Αμερική των 30’s και 40’s, ενδεχομένως μόνο ανάλογο με αυτό που απολάμβανε η οικογένεια Κένεντι στα 60’s.
 
Οι σχέσεις του Τόμας Μαν, με τα παιδιά και τον αδελφό του Χάινριχ, καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος του Toibin. Οι πολιτικές διαφωνίες με τον Χάινριχ και η πίεση που ασκούσαν τα δύο μεγαλύτερα παιδιά, ο Κλάους και η Έρικα στο να βγει περισσότερο δυναμικά ο Τόμας στο κοινό, καταδικάζοντας τους Ναζί προσδίδουν τεράστιο ενδιαφέρον στο βιβλίο, όπως και τα γενικότερα θέματα της οικογένειας. Ο απόμακρος και πάντα ευρισκόμενος σε ένα βάθρο – ακόμα και μέσα στο ίδιο του το σπίτι συγγραφέας και η επιρροή του στους πάντες, αποδίδονται θαυμάσια μέσα από τη φαντασία του Τομπίν, με λογοτεχνικές λεπτομέρειες που σαγηνεύουν – εξάλλου ο Μαν ήταν κι εκείνος στα βιβλία του, μάστορας της λεπτομέρειας και της κυριολεκτικής απεικόνισης κινήσεων και βλεμμάτων, κι εδώ ο Τομπίν, λογοτέχνης μεγέθους κι αυτός, ανταποκρίνεται με τρόπο εκπληκτικό.
 
«Υπήρχαν δύο άντρες στους οποίους δεν εξελίχθηκε και απ’ αυτούς θα μπορούσε να γράψει ένα βιβλίο, αν κατόρθωνε να επικαλεστεί όπως έπρεπε το πνεύμα τους. Ο ένας άντρας ήταν ο εαυτός του χωρίς το ταλέντο του, χωρίς τη φιλοδοξία του αλλά με την ίδια ευαισθησία. Κάποιος απόλυτα ικανοποιημένος σε μια γερμανική Δημοκρατία. Ένας άντρας που του άρεσε η μουσική δωματίου, η λυρική ποίηση, η οικιακή γαλήνη, η σταδιακή μεταρρύθμιση. Ένας άντρας όλο συνείδηση, ο οποίος θα είχε παραμείνει στη Γερμανία, ακόμη και στη φάση που η Γερμανία εκβαρβαριζόταν, ζώντας μια ζωή μέσα στο φόβο σαν εξωτερική εξορία.
Ο άλλος άντρας ήταν κάποιος που δεν ήξερε τι θα πει επιφυλακτικότητα, που η φαντασία του ήταν παράφορη και ασυμβίβαστη όσο και η σεξουαλική του ορμή, ένας άνθρωπος που κατέστρεφε όσους τον αγαπούσαν, επεδίωκε να κάνει μια τέχνη αυστηρή που περιφρονούσε κάθε παράδοση, μια τέχνη εξίσου επικίνδυνη όσο και ο κόσμος που έπαιρνε σιγά σιγά σχήμα. Ένας άντρας που τον είχαν αγγίξει οι δαίμονες, που το ταλέντο του ήταν το απότοκο συμβολαίου με τους δαίμονες.»


Λείπουν βέβαια από το βιβλίο, όπως μπορεί να διαπιστώσει εύκολα κανείς, οι λεπτομερείς αναφορές στα βιβλία, στα έργα του Τόμας Μαν, κάτι που μπορεί να προκαλέσει συζητήσεις ή ίσως και δυσαρέσκεια σε μια μερίδα αναγνωστών. Ο Τομπίν μάλλον θεωρεί ότι οι ιστορίες που απασχολούν τον Μαν, εντάσσονται μέσα στη ζωή του και τα βιβλία του είναι ουσιαστικά μια συνέχειά της. Ασχολείται λοιπόν, με τις «μεγάλες συνθέσεις» του Τόμας Μαν, σε άλλες περισσότερο Δόκτωρ Φάουστους» και «Θάνατος στη Βενετία») σε άλλες λιγότερο Ο Ιωσήφ και οι αδελφοί αυτού», «Η Λόττε στη Βαϊμάρη») και καθόλου στις μικρές νουβέλες ή στα διηγήματα του μεγάλου συγγραφέα, ενώ μαθαίνουμε λίγο απότομα για τους «Μπούντεμπροκ» και την επιτυχία τους στα πρώτα κεφάλαια του μυθιστορήματος. Το βιβλίο όμως δεν είναι βιογραφία – όπως αναφέρω στην αρχή του κειμένου -, ούτε επιστημονική διατριβή, είναι ένα μυθιστόρημα, που μπορεί να διαβαστεί άνετα και από κάποιους που δεν έχουν ιδέα για το έργο του Τόμας Μαν, ως μια εξαίσια οικογενειακή saga.
 
Το πιο ενδιαφέρον όμως (τουλάχιστον για τον γράφοντα) στοιχείο του εξαιρετικού μυθιστορήματος του Toibin, είναι η μεταστροφή (και η μετεξέλιξη) του Τόμας και της Κάτιας, όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο, σε σχέση με την πατρίδα τους. Ο Μαν ήταν ένας άνθρωπος που παρέμεινε Γερμανός σε όλο του τον βίο, αλλά ήταν κι ένας άνθρωπος που σιχάθηκε την Γερμανία όπως είχε μετατραπεί. Ξεκινώντας από την αρχή της διακυβέρνησης των Ναζί, έβλεπε ότι η χώρα που λάτρευε γινόταν κάτι ξένο, κάτι εφιαλτικό. Δεν ήταν βέβαια κάτι περίεργο να το νιώσει αυτό ο Μαν – όπως περιγράφει ο Τομπίν -, το λογοτεχνικό του ύφος, πολιτισμένο, ήρεμο, τελετουργικό, ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με αυτό των Ναζί, το άγριο και βάρβαρο, το ορμητικό και βίαιο. Η Κάτια κατά τη διάρκεια του πολέμου, υποστήριζε ότι η Γερμανία πρέπει να ισοπεδωθεί, «να γίνει πατατοχώραφο» ώστε να τροφοδοτεί ολόκληρη την Ευρώπη και δεν ήθελε με τίποτα να ακούει για επιστροφή στη χώρα τους. Ο εμβληματικός συγγραφέας δε, υποστήριζε ότι ο Ναζισμός έχει ρίζες στην ίδια τη δομή, στον χαρακτήρα του γερμανικού πολιτισμού, ήταν δηλαδή θέμα κουλτούρας κι όχι κάτι μεμονωμένο και περιστασιακό, που προέκυψε από το πουθενά. Η επιστροφή του στη Γερμανία για μια σειρά ομιλιών – η οποία κλείνει το βιβλίο – έχει νοσταλγία και πικρία αλλά και συνειδητοποίηση της ταυτότητάς του.
 
«Ο Μάγος», είναι ένα βιβλίο με τόσες λεπτομέρειες που μπορεί κανείς να μιλάει ώρες γι’ αυτό ή να γράψει σελίδες επί σελίδων. Η αινιγματική φυσιογνωμία του Τόμας Μαν, οι πολλοί χαρακτήρες που παρελαύνουν από τις σελίδες του, τα τόσα γεγονότα που αναφέρονται, το καθιστούν ένα μυθιστόρημα μεγάλης πνοής, ένα έργο που διαβάζεται απνευστί και καθηλώνει τον αναγνώστη του. Πρέπει να τονιστεί η εξαιρετική μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου (που γνωρίζει και αποδίδει έξοχα το ύφος του Colm Toibin), που συμβάλλει απεριόριστα στην απόλαυση αυτού του υπέροχου μυθιστορήματος.
 
Βαθμολογία 86 / 100


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  

 
Τετάρτη, Ιανουαρίου 24, 2024
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιανουαρίου 24, 2024 | Permalink
Santiago Gamboa "Η νύχτα θα είναι μεγάλη"
Μια ενέδρα σε έναν επαρχιακό δρόμο, που καταλήγει σε σφαγή, ένας αυτόπτης μάρτυρας, πτώματα που εξαφανίζονται και μέσα σε λίγες ώρες, ουδείς φαντάζεται ότι έγινε κάτι στην περιοχή. Κάποιοι που πιστεύουν ακόμα στη Δικαιοσύνη, σε μια χώρα που ο ένας θάνατος διαδέχεται τον άλλον και η διαφθορά είναι μονίμως και διαρκώς παρούσα, ενώ, Εκκλησίες ανταγωνίζονται η μία την άλλη, με σκοτεινούς σκοπούς. Το νέο μυθιστόρημα του πολύ καλού Κολομβιανού συγγραφέα, Santiago Gamboa (Μπογκοτά, 1965), με τίτλο «Η ΝΥΧΤΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ» («Sera larga la noche») – (εκδ. Διόπτρα, μετάφρ. Δ. Σταυρίδου, σελ. 521), εκτυλίσσεται στη Κολομβία, μια χώρα τόσο αντιφατική, όσο είναι και η άγρια ομορφιά της, μια χώρα που δεν μπορεί να ηρεμήσει και να προχωρήσει, ταλαιπωρημένη από τη βία και την διαφθορά.
 

Η ιστορία που περιγράφει ο ικανότατος συγγραφέας, εκτυλίσσεται στις μέρες μας, στα τέλη της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, με τον εμφύλιο πόλεμο που ταλάνιζε τη χώρα για 50 χρόνια να έχει (τύποις) τελειώσει, οι πόλεμοι των ναρκωτικών (υποτίθεται ότι) δεν είναι στο προσκήνιο πλέον, αλλά οι φόνοι βρίσκονται διαρκώς στη καθημερινότητα και τίποτα δεν εκπλήσσει πια κανέναν.
Μια αυτοκινητοπομπή διασχίζει μια μακρινή περιοχή της χώρας, πολλές ώρες μακριά από την Μπογκοτά. Η περιοχή της Τιεραντέντρο, είναι γνωστή για την αρχαιολογική της αξία, όπου υπάρχουν θολωτοί τάφοι που είναι «μνημεία παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς», ενώ είναι ουσιαστικά περιοχή των ιθαγενών ινδιάνων Πάες ή Νάσα.
Σε αυτή την περιοχή, η αυτοκινητοπομπή με τα θηριώδη jeep, δέχεται επίθεση με όπλα τελευταίου τύπου, και υπάρχουν πολλοί νεκροί. Κανείς δεν βλέπει όμως ότι, όλα τα παρακολουθεί ένα παιδί πάνω σε ένα δέντρο. Μετά από λίγες ώρες,  ένα ανώνυμο τηλεφώνημα ενημερώνει την αστυνομία της περιοχής, η οποία ειδοποιεί τις Κεντρικές Αρχές της Μπογκοτά. Μόλις όμως ενημερώνεται ο αρμόδιος Εισαγγελέας, η υπόθεση εξαφανίζεται και τα στόματα κλείνουν. Παρά τις κλήσεις της Εισαγγελίας, οι Αρχές της περιοχής διαβεβαιώνουν ότι δεν έχουν βρει τίποτα και γι’ αυτούς δεν υπάρχει συμβάν.
 
Ο Εισαγγελέας που ενημερώθηκε για το περίεργο αυτό γεγονός, είναι ο Έντιλσον Χαβιέρ Χουτσινιαμούι, ινδιάνικης καταγωγής, ένας πολύ τίμιος πενηντάρης και μονήρης άνθρωπος που είναι αφοσιωμένος στο καθήκον του. Γνωρίζει ότι δεν θα μπορέσει να βρει κάτι κινούμενος από την υπηρεσιακή οδό, και λέει την ιστορία σε μια καλή του φίλη, την ανεξάρτητη δημοσιογράφο Χουλιέτα Λεζάμα, που ψάχνει για θέματα βίαια και με πολλούς θανάτους, αφού αυτές οι ιστορίες πουλιούνται καλύτερα στα Μέσα της Βόρειας Αμερικής με τα οποία συνεργάζεται. Η Χουλιέτα είναι μια χωρισμένη γυναίκα με δυο έφηβους και με έντονα προβλήματα αλκοολισμού, αλλά είναι ικανότατη στη δουλειά της και πολύ έμπιστη. Βοηθός της είναι η ευφυής και δυναμική Χουάνα, που βίωσε την αδικία από την εφηβεία της στο Κάλι και έγινε αντάρτισσα, πολεμώντας στον Εμφύλιο. Πλέον συνεργάζεται με την Χουλιέτα και εκείνη είναι που της γνώρισε τον Εισαγγελέα Έντιλσον. Αυτό το ιδιόμορφο τρίο, θα βρεθεί μπροστά σε μια δαιδαλώδη υπόθεση με πολλές προεκτάσεις, που στην αρχή τουλάχιστον δεν μπορεί να φανταστεί κανείς.
 
«Στη γειτονιά μου τριγύριζαν διάφορες ομάδες, πολιτοφύλακες και παραστρατιωτικοί, κάθε τρεις και λίγο ακούγονταν πυροβολισμοί. Εμένα μου άρεσαν αυτοί των FARC γιατί είχαν μυστηριώδη αέρα και ήταν σκληροί. Καθόλου με το γάντι, αυτός ήταν ο τρόπος. Ένας ξάδελφός μου, ο Τόμπι, ήταν ήδη μέλος τους. Μίλησα μαζί του και μου έδωσε φυλλάδια για τον ανταρτοπόλεμο κι ένα φθαρμένο βιβλίο, το πώς δενότανε τ’ ατσάλι, του Νικολάι Οστρόφσκι. Ήταν τόσο πολυδιαβασμένο και βρόμικο, που νόμιζα ότι θα κολλήσω ψώρα ξεφυλλίζοντάς το. Δεν κατάλαβα τίποτα, όμως μου άρεσε. Μου άρεσε η ιδέα ότι έπρεπε να μελετήσω και να μάθω την Ιστορία, με κεφαλαίο. Αυτό έκανα, μόνη μου, καθ’ όλη τη διάρκειατου ανταρτοπόλεμου: πολεμούσα και μελετούσα. Πολλές φορές αυτά τα δυο ήταν το ίδιο. Πριν κλείσω τα δεκάξι είχα ήδη πάει στο Τοριμπίο μαζί με τον αδελφό μου, τον Κάρλος Ντουβάν. Καταφέραμε να βρούμε έναν σύνδεσμο και ζητήσαμε να ενταχθούμε στις FARC. Μας δέχτηκαν. Ολοκληρώσαμε την πολιτική καθοδήγηση και μετά τη στρατιωτική εκπαίδευση. Μέσα σε λίγους μήνες, ακούγοντας τις ιστορίες των συντρόφων, η οργή μου είχε καταλαγιάσει. Αυτό που είχε συμβεί στον αδελφό μου και σ’ εμένα δεν ήταν τίποτα μπροστά στις θηριωδίες που είχαν βιώσει άλλοι.
Θυμάμαι που σκέφτηκα: Αυτή η κωλοχώρα στην οποία είχα την ατυχία να γεννηθώ, είναι ένα πεδίο εκτελέσεων, μια αίθουσα βασανιστηρίων, μια μηχανική πρέσα που ξεκοιλιάζει τους αγρότες, τους αυτόχθονες, τους μιγάδες και τους μαύρους. Δηλαδή τους φτωχούς. Οι πλούσιοι αντίθετα είναι θεοί εξ ορισμού. Κληρονομούν περιουσίες και ονόματα, δεν δίνουν δεκάρα για τη χώρα και την απαξιώνουν. Πίσω από τα κομψά ονοματεπώνυμα τι υπάρχει; Ένας απατεώνας προπάππος, ένας δολοφόνος προπροπάππος. Ληστές των πόρων και της γης. Τότε πήρα την απόφαση: Θα τους γαζώσω αυτούς τους μπάσταρδους με σφαίρες, είναι το μόνο που φοβούνται και σέβονται, το μόνο που ακούν. Σφαίρες που τρυπούν το κορμί για να μάθουν.»
 
Η Χουλιέτα πηγαίνοντας στην περιοχή όπου έγινε το συμβάν, δεν θα αργήσει να βρει στοιχεία που το αποδεικνύουν – καθώς η εκπαιδευμένη στον ανταρτοπόλεμο Χουάνα ξέρει που να ψάξει -, ενώ βρίσκει και το αγόρι, έναν έφηβο, που το όνομά του είναι Φράνκλιν και είναι ο γιος ενός ζευγαριού ανταρτών που ο πατέρας του έχει σκοτωθεί και η μητέρα του αγνοείται. Ο Φράνκλιν είναι σε διαρκή αναζήτησή της και ψάχνει στο διαδίκτυο για πληροφορίες ενώ βοηθάει και σε μια Ευαγγελική εκκλησία που δραστηριοποιείται στην περιοχή. Η Χουλιέτα ψάχνοντας συνεχώς στοιχεία, πέφτει πάνω στον ηγέτη της Ευαγγελικής Εκκλησίας, έναν σκοτεινό τύπο που θυμίζει έμπορο ναρκωτικών και ο οποίος έχει έρθει πρόσφατα στην περιοχή και παρουσιάζεται ως Μεσσίας. Όσο εισέρχονται περισσότερο στην υπόθεση, η Χουλιέτα και η Χουάνα, βλέπουν τον ανταγωνισμό μεταξύ Εκκλησιαστικών δογμάτων και αυτοπροσδιοριζόμενων «σωτήρων» που εκμεταλλεύονται τις αγροτικές περιοχές όχι μόνο της Κολομβίας αλλά και των γειτονικών χωρών, όπου η κεντρική εξουσία είναι απούσα και αδιαφορεί τελείως.
 
Ο Γκαμπόα αναπαριστά με πειστικό τρόπο, την ατμόσφαιρα στη χώρα μετά τον πολυετή και αιματηρό εμφύλιο, που εξολόθρευσε την Κολομβιανή ενδοχώρα. Οι αντιθέσεις ισχυρών και αδύναμων, πλούσιων και φτωχών διογκώθηκαν, και τα μεγάλα συμφέροντα, είτε αυτά λέγονται Εκκλησίες, είτε λέγονται πολυεθνικές επιχειρήσεις, είτε βέβαια καρτέλ ναρκωτικών, εξουσιάζουν και μάχονται μεταξύ τους για την εξουσία και το χρήμα. Η ζωή στις περιοχές που περιγράφει ο συγγραφέας συνιστά ένα επικίνδυνο σπορ, μια πράξη ηρωισμού, με την κατάσταση να μην αλλάζει, μετατρέποντας τον λαό σε απαθή και αδιάφορο για το τι συμβαίνει μπροστά στα μάτια του.
 
«Το μενού έμοιαζε πλούσιο, ωστόσο όταν ξαναδιάβασε τις αναφορές συνειδητοποίησε ότι όλες αφορούσαν περιπτώσεις του παρελθόντος. Το τεράστιο κύμα του εμφύλιου, ο οποίος είχε πια τελειώσει, συνέχιζε να ξεβράζει πτώματα στην ακτή. Η χώρα εξακολουθούσε να ξεπατώνει την πανέμορφη βλάστησή της για να ξεθάψει από τη γη χιλιάδες μοναχικά οστά, έτσι ώστε καθένα από αυτά να ξαναβρεί το όνομά του και να πει την ιστορία του.
«Κολομβία, ένα απέραντο οστεοφυλάκιο», μουρμούρισε.»


Με όπλο του το φλεγματικό (που κάποιες φορές μοιάζει αγγλοσαξωνικό) χιούμορ, ο Γκαμπόα περιγράφει τα γεγονότα, με ένταση – αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο προσόν του βιβλίου –, και ξεδιπλώνει μια ιστορία αρκετά μπερδεμένη, που όμως κρατάει διαρκώς τον αναγνώστη της σε εγρήγορση. Περισσότερο επηρεασμένος από το αμερικανικό νουάρ, παρά από την βαριά λογοτεχνική κληρονομιά της χώρας του, ο συγγραφέας επιμελείται με προσοχή το αγωνιώδες και θριλερίστικο στοιχείο στην ιστορία του με ιδιαίτερα έντονες εικόνες που θυμίζουν κινηματογραφικές σκηνές.
 
Το βιβλίο όμως, είναι κυρίως πολιτικό, και ίσως σε αυτόν τον παράγοντα να ενισχύεται η αξία του. Ο Γκαμπόα επικεντρώνεται και τονίζει τον ρόλο των Εκκλησιών και το πώς χρησιμεύουν ως κέντρα εξουσίας και επιρροής. Στέκεται στον αντιδραστικό ρόλο τους, στο δημοψήφισμα για ειρήνευση (όταν οι Εκκλησίες χρησιμοποίησαν την επιρροή τους για το «Όχι» σε αυτό), όπως και την εξάπλωσή τους για ακροδεξιές ιδέες που κερδίζουν έδαφος στην Αμερικάνικη ήπειρο (και μάλλον, όχι μόνο). Τονίζει επίσης, το θέμα των ορφανών παιδιών του Εμφυλίου και της μοίρας τους, καθώς ένα μέρος της ιστορίας του, αποτελεί η προσπάθεια του μικρού Φράνκλιν να βρει τη μητέρα του. Τα ορφανά του Εμφυλίου, είναι ένα μεγάλο αγκάθι για την Κολομβιανή κοινωνία, καθώς μιλάμε για χιλιάδες ανθρώπους που χάσανε τους γονείς τους μέσα σε αυτά τα χρόνια και ψάχνουν για ίχνη τους.
 
Σχεδόν ισάξιο του έξοχου «Νυχτερινές ικεσίες», το «Η ΝΥΧΤΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ», είναι ένα μυθιστόρημα που συναρπάζει και συγκινεί, μια ιστορία δράσης με πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις και με υπέροχα σκιαγραφημένους χαρακτήρες, με το τρίο των ηρώων του να είναι ακαταμάχητο. Ο Γκαμπόα χρησιμοποιεί μια ιστορία βίας και διαφθοράς, προδοσίας και μάχης για την εξουσία, αγώνα για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, για να δείξει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο, την κατάσταση στη χώρα του. Μπορεί το τέλος του βιβλίου, να δείχνει αμήχανο, αλλά η γενικότερη αίσθηση και η απόλαυση που αποκομίζει ο αναγνώστης κατά τη διάρκειά του, τον έχουν αποζημιώσει πλήρως.
 
Βαθμολογία 82 / 100


 
Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2024
posted by Librofilo at Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2024 | Permalink
Renata Vigano "Η Ανιέζε βαδίζει προς τον θάνατο"

 

Δεν είναι ένα τυχαίο βιβλίο, το μυθιστόρημα της Ιταλίδας Renata Vigano(Bologna, 1900-1976), «Η ΑΝΙΕΖΕ ΒΑΔΙΖΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ» («LAgnese va a morire») – (εκδ. Ακυβέρνητες Πολιτείες, (ωραία) μετάφρ. Μ. Φραγκούλη, σελ. 285). Είναι ένα εμβληματικό βιβλίο της Ιταλικής λογοτεχνίας, υπερβαίνοντας το είδος της «αντιστασιακής λογοτεχνίας», καθώς το ενδιαφέρον του είναι πολυεπίπεδο και πολυποίκιλο. Γραμμένο αμέσως μετά τον πόλεμο, με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, ξεσήκωσε θόρυβο (σε μια ταραγμένη ούτως ή άλλως εποχή), όχι μόνο για τα πράγματα που θίγει η συγγραφέας μέσα, αλλά και για το αντιηρωικό του ύφος.


Ηρωίδα του βιβλίου, είναι η Ανιέζε, μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας που ζει σε μια αγροτική περιοχή της Ιταλίας, πιο συγκεκριμένα στην Εμίλια Ρομάνα, γύρω από την μικρή πόλη του Κομάκιο (κοντά σχετικά στην Φεράρα), όπου υπάρχει η κοιλάδα του Κομάκιο (Vali di Comacchio), μια λιμνοθάλασσα με ρηχά νερά. Η ιστορία εκτυλίσσεται από το φθινόπωρο του ’43 έως λίγο πριν την απελευθέρωση της Ιταλίας, το ’45. Για να κατανοήσει ο αναγνώστης τα γεγονότα, να πω σε γενικές γραμμές, ότι βρισκόμαστε στην περίοδο μετά την πτώση του Μουσολίνι, όταν οι Γερμανοί έχουν καταλάβει την περιοχή, οι Αμερικανοί και οι Άγγλοι αναπτύσσονται και υπάρχει ένα έντονο παρτιζάνικο αντιστασιακό κίνημα. Να μη ξεχνάμε ότι μετά την μικρή περίοδο που μεσολάβησε μεταξύ της πτώσης του Μουσολίνι και της Γερμανικής Κατοχής, και όπου εκδηλώθηκαν ανοιχτά οι (καταπιεσμένοι επί δεκαετίες) δημοκρατικοί πολίτες, υπάρχει ένας μικρός εμφύλιος μεταξύ των Ιταλών, καθώς οι υποστηριχτές του παλιού καθεστώτος έχουν συνταχθεί με τους Γερμανούς, εκδικούμενοι και καταπιέζοντας εκείνους που πανηγύρισαν την πτώση του Δικτάτορα.
 
Η Ανιέζε όμως δεν ασχολείτο με αυτά, ήταν μια φτωχή και αγράμματη γυναίκα που έπλενε ρούχα και ζούσε σε μια αγροικία. Ο άντρας της, ήταν Κομμουνιστής και βοηθούσε την Αντίσταση, αλλά συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς για να μεταφερθεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, αλλά στη διαδρομή δεν αντέχει και πεθαίνει. Τα νέα μεταφέρει στην απελπισμένη Ανιέζε, ένας συνοδοιπόρος του που διέφυγε, κι εκείνη αποφασίζει να βοηθήσει την Αντίσταση, είτε κρύβοντας πράγματα στο σπίτι, είτε μεταφέροντας μαζί με τους μπόγους τα ρούχα που παίρνει για πλύσιμο, παράνομη αλληλογραφία. Το σπίτι της γίνεται μια αντιστασιακή φωλιά, όμως ένας μεθυσμένος Γερμανός στρατιώτης θα αλλάξει τα πράγματα, καθώς σκοτώνει την αγαπημένη γάτα της Ανιέζει. Εκείνη δεν θα διστάσει, θα τον σκοτώσει και θα φύγει για να βρει τους αντάρτες.
 
«… Ο Κουρτ, ένας χοντρός στρατιώτης, ερχόταν από τον δρόμο. Κρατούσε το πολυβόλο σφιχτά στο στήθος, σαν παιδί. Ήταν μεθυσμένος, μα προσπαθούσε να περπατάει ίσια.(…) Η γάτα πήδηξε από το παράθυρο και περπάτησε αργά αργά στο αλώνι, έδωσε ένα σάλτο στο πλάι και άρχισε να τρέχει. Ίσως έψαχνε το ποντίκι. Η ριπή την πέτυχε με ένα μικρό νέφος σκόνης, η γάτα κύλησε καταγής, συνθλίφτηκε.(…) Ο Κουρτ μπήκε στην κουζίνα της Ανιέζε, κάθισε πλάι στο τραπέζι κι είπε: «Katz kaput, μαμά».
Η Ανιέζε είχε μείνει ακίνητη, όρθια δίπλα στο παράθυρο Το φως χτυπούσε το χλωμό, φαρδύ κι ιδρωμένο πρόσωπό της. Βγήκε αργά στο αλώνι, μάζεψε τη νεκρή γάτα, λέρωσε με αίμα τα χέρια και την ποδιά, την κράτησε έτσι, χωρίς να την κοιτάει. Μετά την ακούμπησε στο χώμα κάτω από τη ροδακινιά, κάθισε στο χορτάρι, αφού σκούπισε για ώρα τα χέρια με το μαντίλι. Όταν σχεδόν σκοτείνιασε, σηκώθηκε, πήγε προς το σπίτι, σταμάτησε στην πόρτα. Της φάνηκε πως είδε τη γάτα κουλουριασμένη στην επίπεδη επιφάνεια της σκάφης, εκεί που βρισκόταν πάντα. Ο Κουρτ, ο χοντρός στρατιώτης, είχε αποκοιμηθεί με το κεφάλι ακουμπισμένο στο μπράτσο. Η Ανιέζε κοιτούσε: το μαύρα πράγμα που της είχε φανεί σαν τη γάτα ήταν το πολυβόλο του Κουρτ.
Το βήμα της έγινε ξάφνου ελαφρύ και αθόρυβο: άγγιξε ίσα ίσα τις πέτρες του πατώματος, το έφερε κοντά στη σκάφη. Τέντωσε το χέρι και ακούμπησε το κρύο όπλο, με το άλλο άρπαξε τον γεμιστήρα. Δεν είχε εμπειρία απ’ αυτά και δεν έβλεπε. Τον έβαλε ανάποδα, δεν ήξερε να τον τοποθετήσει στην υποδοχή. Τότε έπιασε γερά το πολυβόλο από την κάννη, το σήκωσε, το έριξε απότομα στο κεφάλι του Κουρτ, όπως όταν χτυπούσε στις σανίδες του πλυσταριού τα βαριά διπλωμένα σεντόνια, φορτωμένα με νερό.»


Η Ανιέζε κερδίζει την εμπιστοσύνη του «Διοικητή», ενός στιβαρού ανθρώπου που είναι υπεύθυνος για το παρτιζάνικο αντιστασιακό κίνημα στην περιοχή, όπου δεν λείπουν οι συμπλοκές με τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής αλλά και τους ντόπιους Φασίστες που είναι ακόμα πιο σκληροί. Η Ανιέζε θα γίνει η «μητέρα του λόχου», μαγειρεύοντας και πλένοντας για τους αντάρτες, στους εκάστοτε καταυλισμούς τους, ενώ θα γίνει και υπεύθυνη ενός δικτύου γυναικών που μπορούν να περνάνε μέσα από τις γραμμές των Γερμανών, μεταφέροντας επιστολές προς άλλες μονάδες. Η εμφάνιση της Ανιέζε δεν προκαλεί υποψίες, μια υπέρβαρη μεσήλικας που κουβαλάει συνήθως μπόγους με ρούχα είναι…
 
Η Ανιέζε δεν κάνει ερωτήσεις, δεν κουράζεται, δεν κοιμάται πολύ. Είναι πάντα διαθέσιμη και βοηθάει τους πάντες. Από την άλλη, τα πράγματα έχουν σοβαρέψει πολύ και οι παρτιζάνοι έχουν πολλές απώλειες, όχι μόνο από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς φασίστες, αλλά και από τα Αγγλικά αεροπλάνα που πετάνε πάνω από τη λιμνοθάλασσα και βομβαρδίζουν στην τύχη, πολλές φορές πολυβολούν τις βάρκες που μέσα τους βρίσκονται παρτιζάνοι. Η Ανιέζε δεν σκέπτεται, μόνο δρα. Δεν συζητάει για πολιτικά ή άλλα θέματα, την ενδιαφέρει μόνο η επιβίωση και να βοηθήσει τους ανθρώπους που την σώσανε. Προσπαθεί να είναι πάντα «καλή» (ρωτάει συνεχώς τον Διοικητή γι’ αυτό), διαθέσιμη και πρόθυμη.
 
Από την αρχή του βιβλίου (και από τον τίτλο του ακόμα) γνωρίζουμε ότι, η Ανιέζε θα πεθάνει. Παρακολουθούμε την επίπονη πορεία της προς επιβίωση και πολλές φορές θα σταθεί τυχερή – όλοι γύρω της πεθαίνουν εκείνη όμως τα καταφέρνει, σηκώνει το κεφάλι, πάντα ανέκφραστη, με πρόσωπο σκληρό σαν πέτρα και προχωράει. Θα κατανοήσει με τον χρόνο, ότι μπορείς να πεθάνεις για μια ιδέα, για έναν σκοπό, κάτι που ούτε καν να το διανοηθεί μπορούσε, και έτσι (έστω κι αργά) συνειδητοποιημένη, θα βαδίσει προς το τέλος.
 
«… Στη ζωή των παρτιζάνων, που διεπόταν από δικούς της νόμους, υπαγορευμένους από μια προσωπική ανάγκη τιμής, πίστης, ηθικής καθαρότητας, εσωτερικής τάξης, αλίμονο αν δεν υπήρχε εκείνη η εθελοντική μορφή δικαιοσύνης, ακόμη και σε ό,τι φάνταζε μηδαμινό. Απέβαλλαν κατευθείαν όποιον πρόδιδε, ακόμη κι ένα μικρό λάθος τιμωρούνταν με αυστηρότητα: ήταν λοιπόν απαραίτητο να αναγνωρίζονται και να λαμβάνονται υπόψη η πίστη, το θάρρος, η αγάπη για την αντίσταση. Δεν υπήρχαν ανταμοιβές, βραβεία, υποσχέσεις για το μέλλον, ούτε ρητορικές φράσεις. Αρκούσε μια λέξη, ένα νεύμα, για να αποδείξει ότι ο σύντροφος διοικητής, ο σύντροφος στέλεχος ή οι σύντροφοι αγωνιστές είχαν καταλάβει την αξία του ανθρώπου, το μέγεθος της θυσίας, της θέλησης και της ικανότητάς του.»
 
Όπως σχεδόν σε όλα τα μυθιστορήματα της περιόδου αυτής, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα! Άσπρο-Μαύρο. Οι καλοί παρτιζάνοι, οι κακοί Γερμανοί και «Γερμανοτσολιάδες». Τι γίνεται όμως με τους Βρετανούς, που ρίχνουν βόμβες και δεν τους νοιάζει τι κινείται στην περιοχή; Η Βιγκανό το αναφέρει με πικρία, ίσως και με μια δόση «τι να κάνουμε; Παράπλευρες απώλειες…», εκείνο που ενδιαφέρει την συγγραφέα, πέρα από την εξαιρετική αναπαράσταση της εποχής, που προβάλλει ολοζώντανη μπροστά στα μάτια του αναγνώστη, είναι η Ανιέζε!


Η Ανιέζε στο βιβλίο, υπερβαίνει (κατά πολύ) τον όρο «μυθιστορηματική ηρωίδα»∙ είναι ένας χαρακτήρας «larger than life», μια γυναίκα που κυριαρχεί στην αφήγηση, που όλο το μυθιστόρημα περιστρέφεται γύρω της, την κίνησή της, το βλέμμα της, τις πράξεις της, την αφέλεια και την πονηριά της, τον αυθορμητισμό και τους φόβους της, τον ηρωισμό και την ανθρωπιά της. Η Ανιέζε είναι σίγουρα ένα σύμβολο. Ένα σύμβολο του αγώνα (του κάθε αγώνα), ένα σύμβολο του απλού ανθρώπου που ξεσηκώνεται γιατί δεν αντέχει πια, ένα σύμβολο αφοσίωσης και υπέρβασης εαυτού. Η Ανιέζε δεν βαδίζει μόνο προς τον θάνατο – το γνωρίζει, το περιμένει, δεν τη νοιάζει -, αλλά κατακτά την αυτογνωσία και ωριμάζει ως άνθρωπος. Με τις αντιφάσεις του βέβαια, δεν θα διστάσει να σκοτώσει, να τσακωθεί, να αδικήσει και να δικαιώσει αλλά είναι αυτή που κρατάει την ιστορία στα χέρια της και είναι μέσα από αυτήν, που η Βιγκανό περιγράφει τις ανώνυμες γυναίκες που θυσιάστηκαν.
 
Όπως αναφέρει ο Σεμπαστιάνο Βασάλι στον πρόλογο του μυθιστορήματος, όλα γύρω από την Ανιέζε θαμπώνουν, χρησιμεύουν ως φόντο στο μυθιστόρημα. Η Ανιέζε αναλαμβάνει μια «δουλειά», να υπηρετήσει τον «αγώνα» και τριγύρω της όλοι οι άλλοι γίνονται δευτερεύουσες φιγούρες – ακόμα κι ο Διοικητής, που παλεύει ενάντια σε συνθήκες δύσκολες και πρωτόγνωρες.
 
Το αφηγηματικό ύφος της Βιγκανό, είναι απλό και οι περιγραφές της φύσης, της λιμνοθάλασσας, της ομίχλης, του σφοδρού χειμώνα και των βομβαρδισμών, είναι άμεσο και εντυπωσιακά ζωντανό. Το «Η ΑΝΙΕΖΕ ΒΑΔΙΖΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ», είναι ένα βιβλίο συγκινητικό και συναρπαστικό, που οι Έλληνες θα κατανοήσουν ακόμα καλύτερα, λόγω πολλών κοινών χαρακτηριστικών με τα δικά μας ιστορικά δεδομένα. Όπως γράφει η Βιγκανό στο επίμετρο που συνοδεύει την (εξαιρετική) έκδοση, η Ανιέζε ήταν μια γυναίκα που αρχικά την αηδίασε με την εμφάνισή της, αλλά αργότερα όταν την γνώρισε καλύτερα, αντελήφθη το μεγαλείο της, την ξεροκεφαλιά και την δύναμή της : «Όταν ο διοικητής την μάλωνε, έκλαιγε, αλλά έκλαιγε κι όταν μάλωνε εμένα, δίνοντας συγχρόνως δίκιο σ’ αυτήν. Ένα κλάμα σύντομο, αραιά δάκρυα που αμέσως στέγνωναν στο αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό της, και μετά από πολλές ώρες έμοιαζε θυμωμένη κι ήταν θλιμμένη, και όντως με μια απλή και θλιμμένη λέξη συμφιλιωνόμασταν»
 
Υ.Γ. Η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου το 1976, ευτύχησε σκηνοθετικά (και με (ωραιότατη) μουσική του Ε.Μορικόνε), αν και προσωπικά μ’ ενόχλησε η επιλογή της Ίνγκριντ Τούλιν στον ρόλο της Ανιέζε. Η ταινία υπάρχει ολόκληρη στο YouTube, την βλέπετε εδώ (δυστυχώς χωρίς την δυνατότητα υποτίτλων).
 
Βαθμολογία 83 / 100




 
Τρίτη, Ιανουαρίου 02, 2024
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιανουαρίου 02, 2024 | Permalink
Patrick Raynal "Καιρός για πόλεμο"
Συνιστά αναγνωστική απόλαυση να ξαναβρίσκεις μετά από χρόνια, έναν αγαπημένο συγγραφέα του γαλλικού polar, όπως είναι ο (γηραιός πλέον) Patrick Raynal (Παρίσι, 1946), που με το πιο πρόσφατο νουάρ του, το «ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΠΟΛΕΜΟ» («Lage de la guerre») – (εκδ. Πόλις, μετάφρ. Μ. Μαντά, σελ. 245), δείχνει στους νεότερους συναδέλφους του, πώς πρέπει να γράφεται ένα σύγχρονο κοινωνικοαστυνομικό μυθιστόρημα, με άψογο ρυθμό και πολύ στυλ.


Ο Raynal, στα βιβλία του χρησιμοποιεί ως σκηνικό τη Νίκαια, την μεγαλούπολη της Νότιας Γαλλίας, όπου έζησε για πολλά χρόνια. Στη πόλη αυτή, σπούδασε φιλολογία και κατόπιν εργάστηκε ως ασφαλιστής και κριτικός βιβλίου. Για 14 χρόνια (1991-2005) διηύθυνε τη σειρά αστυνομικών μυθιστορημάτων Serie Noire για τον εκδοτικό οίκο Gallimard και από το 2005 έως το 2009 τη νουάρ σειρά για τις εκδόσεις Fayard. Έχει γράψει σενάρια για ταινίες και στην Ελλάδα έχουν κυκλοφορήσει αρκετά βιβλία του στο παρελθόν (σχεδόν όλα εξαντλημένα πλέον), από τις εκδόσεις Τραυλός, Μεταίχμιο και βέβαια Πόλις. Επηρεασμένος από το αμερικανικό hard-boiled αστυνομικό μυθιστόρημα των Τσάντλερ και Χάμετ, χρησιμοποιεί πολλά στοιχεία από αυτή τη σχολή στα έργα του, που έχουν όμως όλα έντονο πολιτικό πρόσημο λόγω της αριστερής ιδεολογίας του.
 
Στο «Καιρός για πόλεμο», ξαναβρίσκουμε τον ήρωα του μυθιστορήματός του «Παράθυρο με θέα γυναίκες», Φιλίπ Κλερ στα εβδομηνταπέντε του χρόνια, συνταξιούχο πλέον ασφαλιστή, μετά από μακρά ακτιβιστική δράση, που παγιδεύεται, εμπλεκόμενος σε μια ιστορία χωρίς να μπορεί να καταλάβει τον λόγο. Ο γηραιός πλέον αλλά πάντα ανήσυχος Φιλίπ Κλερ, θα ξυπνήσει με την έφοδο της αστυνομίας στο δωμάτιο μιας έπαυλης, όπου βρίσκεται ξαπλωμένος δίπλα σε μια νεκρή γυμνή γυναίκα εκπάγλου καλλονής. Ούτε θυμάται, πώς βρέθηκε εκεί και ποια είναι αυτή η γυναίκα – όλα έχουν σβήσει στο μυαλό του, μετά από μια επίσκεψη στο μπαρ του ξενοδοχείου «Negresco» για ένα ραντεβού με κάποιον που τον έστησε εκεί.
 
«… Είναι μία από εκείνες τις καταστάσεις, πολύ συνηθισμένες στα αμερικάνικα pulps, όπου ο ήρωας, καμιά δεκαριά σελίδες και μερικά μπουνίδια πιο κάτω, ανακαλύπτει πως του έστησαν παγίδα εξαιτίας της ακατάσχετης ροπής του προς τις γυναίκες των άλλων και τα σκληρά ποτά. Δεν θα’ λεγα πως είναι η δική μου περίπτωση, ή τουλάχιστον έχει πάψει πια να είναι. Μόλις γιόρτασα τα εβδομηκοστά πέμπτα γενέθλιά μου, και η λίμπιντο μου κι εγώ έχουμε ξεκινήσει καιρό τώρα σοβαρές ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις. Με άλλα λόγια, όχι μόνο δεν θυμάμαι καθόλου πώς βρέθηκα σε αυτό το κρεβάτι, αλλά και διατηρώ σοβαρές αμφιβολίες για το αν είχα στ’ αλήθεια κάποιο λόγο να βρίσκομαι εκεί. Το μόνο βέβαιο είναι πως η κοπέλα έχει πεθάνει. Τραβάω τα σεντόνια για να την ξεσκεπάσω τελείως και κάνω μια τρομερή ανακάλυψη: ούτε αίμα, ούτε ίχνη βίας, παρά μόνο η σιγουριά πως δεν ξεχνάς εύκολα μια τέτοια γυναίκα, ιδίως αν έχεις καταφέρει να τη ρίξεις γυμνή στο κρεβάτι.»
 
Ο Φιλίπ Κλερ συλλαμβάνεται και οδηγείται στη φυλακή με συνοπτικές διαδικασίες. Δεν θυμάται τίποτα, ενώ γρήγορα αποδεικνύεται ότι δεν έχει αγγίξει τη νεκρή γυναίκα που ήταν η νεαρή σύζυγος ενός Ελβετού τραπεζίτη και γνωστή στη Νίκαια για τις σεξουαλικές της περιπέτειες με καλλίγραμμους νεαρούς – τελείως εκτός δηλαδή, από αυτό που αντιπροσωπεύει ο ύποπτος της ιστορίας. Την υπόθεση αναλαμβάνει ένας παλιός γνωστός του, ο επιθεωρητής Μεγκρέ (με σαφείς λογοτεχνικές αναφορές στο όνομα), που θεωρεί τον Φιλίπ Κλερ αθώο, αλλά όλα τα στοιχεία είναι εναντίον του. Μέσα στη φυλακή όμως, ο Φιλίπ Κλερ ακούει ένα όνομα: «Μασενά»… Κάποιος του λέει για τον παλιό συμμαθητή του στο σχολείο, πρώην σύντροφο στις Μαοϊκές οργανώσεις, αργότερα αρχιλαμόγιο και μεγαλομαφιόζος της πόλης, που έχει κηρυχθεί επισήμως νεκρός από τις αρχές. Ο εμβρόντητος Φιλίπ Κλερ, μαθαίνει ότι υπάρχει ενδιαφέρον για τον Μασενά και ότι ίσως να μην είναι τελικά νεκρός.
 
Τα πράγματα αρχίζουν να ξεκαθαρίζουν. Ένας αυτόπτης μάρτυρας παρουσιάζεται που δηλώνει ότι ο Κλερ είναι αθώος, ενώ δύο δικηγόροι – ο ένας που αναθέτει την υπόθεσή του ο Κλερ και ένας αρκετά γνωστός μεγαλοδικηγόρος – ασχολούνται με την ιστορία και πως θα αθωώσουν τον Κλερ. Ο Κλερ προσλαμβάνει και μια ιδιωτική ντετέκτιβ, διότι το πνεύμα πρόθυμο, η σαρξ όμως ασθενής, λόγω ηλικίας, καθώς η υπόθεση αρχίζει και αποκτά πολιτικό ενδιαφέρον – εκτός από το αστυνομικό -, διότι βρισκόμαστε και προ δημοτικών εκλογών για την ανάδειξη Δημάρχου της Νίκαιας. Αυτοί που έστησαν την δολοφονία της νεαρής, πιστεύουν ότι η ηλικία του Κλερ δεν του επιτρέπει πολλά-πολλά αλλά πέφτουν έξω, καθώς εκείνος αποδεικνύεται «πολύ σκληρός για να πεθάνει», ενώ, θεωρούν ότι ο μπορεί να τους οδηγήσει στον Μασενά που πιστεύουν ότι είναι ακόμα ζωντανός, ο Κλερ προσπαθεί να ξεδιαλύνει το μυστήριο, ποιος κρύβεται πίσω από πού και γιατί, ενώ βλέπει ότι η ζωή του – όχι μόνο η δική του, αλλά και της παλιάς του αγάπης που ξαναγύρισε κοντά του – κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή. Ο Κλερ είναι έτοιμος – από καιρό – για να χορέψει τον «τελευταίο χορό», μόνο που μαζί του, σαν ιδεολόγος και ρομαντικός, είναι αποφασισμένος να ξεκαθαρίσει λίγο από την «κόπρο του Αυγεία» της πόλης.
 
«Κολλημένο στην πλάτη μου, το Glock μού μπήγεται στο δέρμα. Ίσως να πρόκειται για σημάδι. Πάντα πίστευα πως οι Γάλλοι μπάτσοι αυτοκτονούν με τέτοια ευκολία επειδή κοιμούνται σχεδόν αγκαλιά με το υπηρεσιακό τους περίστροφο. Ενώ οι Εγγλέζοι μπάτσοι δεν αυτοπυροβολούνται και τόσο εύκολα επειδή μάλλον δεν επιτρέπεται να παίρνουν τα όπλα μαζί τους στο σπίτι, εκεί δηλαδή που μπορούν να τα πίνουν και να μελαγχολούν με την ησυχία τους.
Καταλήγω να συμφωνήσω με τον εαυτό μου πως δεν ήρθε ακόμη αυτή η ώρα, πως η κατάσταση δεν έχει φτάσει στο απροχώρητο και πως, μέχρι τότε, υπάρχει ακόμα ένα μικρό περιθώριο ∙ μα, πάνω απ’ όλα, ότι θα ήταν μαλακία να τα τινάξω πριν μάθω αν ο άνθρωπος που μου έδωσε ραντεβού στο μπαρ του «Negresco» ήταν ή δεν ήταν ο Μασενά.
Γιατί, αν όντως συνέβη κάτι τέτοιο, αυτός ο καριόλης ήταν τελικά που μ’ έριξε μες στα σκατά, κι εδώ είναι που αρχίζω να βαράω μπιέλα.»


Γεμάτο χιούμορ και με κινηματογραφικό ρυθμό, το βιβλίο του Raynal, αποτελεί πρότυπο polar μυθιστορήματος συνδυάζοντας ευρηματικά την αστυνομική δράση και πλοκή με το πολιτικοκοινωνικό σχόλιο. Ο υπέροχος ήρωάς του – ολοκληρωμένος και ολοζώντανος μυθιστορηματικός χαρακτήρας -, Φιλίπ Κλερ σε όλο το βιβλίο αμύνεται και μάχεται για τη ζωή και την αξιοπρέπειά του, για το παρελθόν που δεν έχει προδώσει και για τις αξίες που ακόμα πιστεύει, δεν είναι κάποιος ατρόμητος ή αλάνθαστος ντετέκτιβ, αλλά κάποιος που αγανακτεί και θυμώνει και με το πάθος που τον διακρίνει, δεν θα ξαφνιάσει μόνο, αυτούς που τον ενέπλεξαν στην ιστορία, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό.
 
Το μυθιστόρημα είναι γεμάτο με πολιτικές αναφορές, σχολιασμό και αιχμηρά σχόλια. Όχι μόνο για το τι συμβαίνει σε έναν πλούσιο και με δυναμική Δήμο, όπως είναι αυτός της Νίκαιας, αλλά και για την κεντρική πολιτική σκηνή της χώρας, καθώς ο συγγραφέας δεν κρύβει την άποψή του για τον Μακρόν και την διακυβέρνησή του. Τα έντονα υπαρξιακά στοιχεία του βιβλίου – είναι συνεχής ο στοχασμός του ήρωα -, συνοδεύουν τις δαιδαλώδεις διαδρομές της πλοκής, που συχνά-πυκνά μπερδεύει τον αναγνώστη, για να τον ανταμείψει στο τέλος με το εξαιρετικό φινάλε του βιβλίου.
 
Μυθιστόρημα ελεγειακό και πυκνογραμμένο, το στυλάτο «ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΠΟΛΕΜΟ», σχολιάζει καίρια την πολιτική κατάσταση όχι μόνο της χώρας του αλλά και της Ευρώπης σε γενικότερο πλαίσιο. Ο Raynal, πατώντας γερά πάνω στη παράδοση του νουάρ, μας χάρισε ένα βιβλίο απολαυστικό, με θαυμαστή δομή και κλιμάκωση της δράσης, που δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου.
 
Βαθμολογία 84 / 100