Παρασκευή, Αυγούστου 03, 2018
posted by Librofilo at Παρασκευή, Αυγούστου 03, 2018 | Permalink
Le Corre X 2 - Δύο μυθιστορήματα του Herve Le Corre

Με δύο εξαιρετικά μυθιστορήματα του Γάλλου συγγραφέα και εκπαιδευτικού Herve Le Corre (Bordeaux, 1955) θα ασχοληθεί σήμερα το blog. Είναι το πολυβραβευμένο "ΚΑΡΔΙΕΣ ΣΑΚΑΤΕΜΕΝΕΣ" ("Les coeurs dechiquetes") - (βραβεία "Mystere", "Μεγάλο βραβείο Αστυνομικής λογοτεχνίας και "Βραβείο Γαλλικού Αστυνομικού μυθιστορήματος" της Nouvel Observateur) και το πιο πρόσφατο "ΠΕΡΝΩΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΛΥΚΟΥΣ ΓΙΑ ΣΚΥΛΙΑ" ("Prendre les loups pour des chiens"). Και τα δύο βιβλία έχουν εκδοθεί από τις (πάντα καλές) Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σε μετάφραση Γιάννη Καυκιά. Θεωρώ τον Le Corre έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους Γάλλους πεζογράφους πέρα από τον ανούσιο διαχωρισμό των λογοτεχνικών ειδών, έναν μοναδικό στυλίστα της γραφής που κάθε του μυθιστόρημα αποτελεί αναγνωστική εμπειρία.
Ας δούμε όμως τα δύο βιβλία αναλυτικότερα:


Στο συγκλονιστικό νουάρ "Περνώντας του λύκους για σκυλιά" (σελ. 315), το σκηνικό από την αρχή προδιαθέτει για την τραγωδία που θα επακολουθήσει. Ένα απομονωμένο σπίτι στην καρδιά ενός δάσους δεν διαφέρει και πολύ από την φυλακή που βρισκόταν ο ήρωας του μυθιστορήματος Φρανκ. Είχε καταδικαστεί σε πενταετή φυλάκιση μετά την ληστεία που διέπραξε με τον αδερφό του Φαμπιάν. Ο Φρανκ, δεν μίλησε, δεν κατέδωσε τον συνεργό του, ο οποίος κατάφερε να διαφύγει. Μετά από πέντε χρόνια, από την φυλακή τον παραλαμβάνει η Τζέσικα, η σύντροφος του Φαμπιάν η οποία θα τον φιλοξενήσει στο σπίτι της οικογένειάς της, που βρίσκεται κάπου στο πουθενά.
Σ' αυτό το σπίτι διαμένουν, οι γονείς της Τζέσικα και η μικρή της κόρη Ραχήλ. Ένα παράξενο κορίτσι, οκτώ χρονών, που δεν μιλάει πολύ, έχει καλούς τρόπους και δείχνει αποκομμένο από το πολύ τοξικό περιβάλλον της αγροικίας. Σύντομα ο Φρανκ συνειδητοποιεί ότι χώνεται όλο και περισσότερο σε μια μίζερη και επικίνδυνη κατάσταση, κανείς δεν ξέρει που ακριβώς βρίσκεται ο Φαμπιάν ο αδερφός του - κάπου στην Ισπανία για δουλειές τού λένε, βλέπει την οικογένεια να ζει από κομπίνες με κλεμμένα αυτοκίνητα που κάνει ο πεθερός του αδερφού του, ενώ διαπιστώνει ότι η Τζέσικα είναι εξαρτημένη από τα ναρκωτικά και κοιμάται με όποιον βρει, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Φρανκ χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία.
Ο Φρανκ βλέπει το μέλλον να προδιαγράφεται δυσοίωνο όσο περνάνε οι μέρες, η μοναδική ακτίνα αισιοδοξίας και αθωότητας έρχεται από την αξιαγάπητη Ραχήλ. Η Τζέσικα και οι γονείς της φέρονται όλο και πιο παράξενα, νέα από τον Φαμπιάν δεν υπάρχουν, και διάφοροι μαφιόζοι απειλούν με τον ένα ή τον άλλον τρόπο την οικογένεια που τον φιλοξενεί. Το ξέσπασμα της βίας θα είναι ακαριαίο και αιματηρό· κανείς δεν πρόκειται να βγει αλώβητος.

"Προσπαθούσε να σκεφτεί τις εβδομάδες που ακολούθησαν την αποφυλάκισή του και την τωρινή του κατάσταση, κι είχε την εντύπωση πως ήταν ένα αγρίμι που πιάστηκε σε παγίδα, πως το έδαφος υποχώρησε ξαφνικά κάτω απ' τα πόδια του καθώς περπατούσε κι έπεσε σ' ένα λάκκο όπου περίμενε τώρα να έρθουν οι κυνηγοί να τον βγάλουν για να τον κλείσουν για τα καλά στο κλουβί. Και του φαινόταν ότι ο εγκλεισμός του θα ήταν λιγότερο ανυπόφορος απ' το λάκκο όπου γύριζε γύρω γύρω  εξαντλημένος απ' τις προσπάθειες να σκαρφαλώσει  στ' απότομα τοιχώματα που τρίβονταν κάτω απ' τα χέρια και τα πόδια του."

Το "Περνώντας τους λύκους για σκυλιά" είναι, ένα ιδιαίτερα κλειστοφοβικό και σκοτεινό μυθιστόρημα, με τρομερή ένταση και υποβλητική ατμόσφαιρα. Οι περιγραφές των ημερών στην απομονωμένη αγροικία είναι χαρακτηριστικές, νιώθεις ότι συμμετέχεις στους τσακωμούς, στις φωνές, στην βρωμιά και στις μυρωδιές της κουζίνας. Ο Λε Κορ "παίζει" με τις σιωπές, την ηρεμία πριν την έκρηξη, τα πάθη που υποβόσκουν, την ζέστη του καλοκαιριού. Από τις πρώτες σελίδες ο αναγνώστης περιμένει το ξέσπασμα, την βία που θα ξεχειλίσει, το αίμα που θα τρέξει και ο συγγραφέας επιτείνει αργά και βασανιστικά την εξέλιξη της ιστορίας.

Ο Φρανκ (εξαιρετικός μυθιστορηματικός ήρωας) στην αρχή του βιβλίου είναι παρατηρητής, αποστασιοποιημένος που προσπαθεί να καταλάβει που βρίσκεται, σιγά σιγά όμως θα αλλάξει, θα μεταστραφεί, δεν μπορεί να είναι αμέτοχος πλέον, η εξαφάνιση του Φαμπιάν θα τον απασχολήσει όλο και περισσότερο, ενώ η σωτηρία της Ραχήλ θα είναι ένας αγνός σκοπός στον οποίον θα αφοσιωθεί.

Μια κοινωνία σε παρακμή, ένας κόσμος που καταρρέει περνάνε από τις σελίδες του βιβλίου. Ο Λε Κορ, μέγας στυλίστας, αφηγείται την ιστορία του, με έναν ακαταμάχητο συνδυασμό χειρουργικής ακρίβειας στις λεπτομέρειες, χιούμορ και με δόσεις λυρισμού οδηγώντας τον αναγνώστη σε μια απνευστί λογοτεχνική απόλαυση.

________________________________________________________

"Οι σακατεμένες καρδιές που μιλούν στα φαντάσματα" Λ.Φερέ

Μόνο ερωτικό δεν είναι το μυθιστόρημα "Καρδιές σακατεμένες" (σελ. 452), παρά τον τίτλο του, που παραπέμπει σε κάτι τέτοιο. Ο τίτλος όμως είναι ακριβέστατος (και είναι ένας στίχος από το τραγούδι του Γάλλου τραγουδοποιού Λεό Φερέ "A toi"), γιατί είναι ένα βιβλίο που μιλάει ακριβώς γι' αυτό: για ανθρώπους σακατεμένους και λειψούς από την εξέλιξη της ζωής τους, από τα γεγονότα που τους στιγμάτισαν για πάντα.

Δύο είναι οι ήρωες αυτού του εκπληκτικού νουάρ, ο αστυνόμος Πιέρ Βιλάρ που η ζωή του άλλαξε ολοκληρωτικά την ημέρα της εξαφάνισης του γιού του Πάμπλο, ο οποίος σε ηλικία 10 ετών έπεσε θύμα απαγωγής από το σχολείο του, και του έφηβου Βικτόρ, ενός μαθητή γυμνασίου που γυρνώντας από το σχολείο του ένα απόγευμα, βρίσκει την μητέρα του Ναντιά, νεκρή στο διαμέρισμά τους.

Ο συγγραφέας παρακολουθεί παράλληλα τις ζωές των δύο τραγικών ηρώων του, "καρδιών σακατεμένων που μιλούν στα φαντάσματα". Ο Βιλάρ αναλαμβάνει την υπόθεση της διαλεύκανσης της δολοφονίας της Ναντιά, μιας καθαρίστριας που δούλευε περιστασιακά ως πόρνη. Ο Βικτόρ θα πάει σε ίδρυμα, όπου από εκεί θα φιλοξενηθεί σε μια οικογένεια στην εξοχή. Σύντομα θα διαπιστώσει ότι παρακολουθείται από έναν πρώην εραστή της μητέρας του και η ζωή του κινδυνεύει, ενώ και ο αστυνόμος Βιλάρ βλέπει να καταδιώκεται από έναν μυστηριώδη άγνωστο που πάντα βρίσκεται ένα βήμα μπροστά από αυτόν σε οτιδήποτε κάνει.

Ο Βιλάρ δεν έχει σταματήσει αρκετά χρόνια τώρα, να ψάχνει τα ίχνη του Πάμπλο, τον βοηθάει ένας απόστρατος αξιωματικός, ο οποίος όμως όταν του δίνει ραντεβού διότι έχει βρει πληροφορίες που ενδέχεται να οδηγήσουν κάπου, δολοφονείται εν ψυχρώ. Ο Βιλάρ νιώθει να βρίσκεται εντός ενός ασφυκτικού κλοιού και τα αδιέξοδα είναι συνεχή καθώς μια συνάδελφος και καλή φίλη της Ναντιά, που δούλευε κι αυτή περιστασιακά ως πόρνη, δολοφονείται και αυτή (αφήνοντας ορφανό το μικρό αυτιστικό αγόρι της), βυθίζοντας την υπόθεση περισσότερο στο σκοτάδι ενώ κι ο Βικτόρ δεν βρίσκει την ηρεμία στην οικογένεια που φιλοξενείται καθώς ο διώκτης του παραμονεύει.

"Ο Βιλάρ κούνησε το κεφάλι. Το είχε ήδη ακούσει αυτό. Η Ναντιά και η Σάντρα, και τώρα η Σελίν, όλες αυτές οι γυναίκες που κατάφερναν να σταθούν στα πόδια τους γιατί είχαν τα παιδιά με το μέλλον τους μπροστά τους, όπως προσπαθούσαν να το φανταστούν, εκτιμώντας ότι το δικό τους μέλλον έμοιαζε, στα τριάντα τους χρόνια, με μαύρη τρύπα."

Ελεγειακό νουάρ μυθιστόρημα, έχοντας την μορφή του αστυνομικού θρίλερ είναι συναρπαστικό στην εξέλιξή του με πολλές ανατροπές και έντονο κοινωνικό σχόλιο. Εκτός από τους δύο πρωταγωνιστές της ιστορίας, σημαντικό ρόλο στην πλοκή διαδραματίζουν οι γυναίκες μετανάστριες, που μεγαλώνουν παιδιά μόνες, στις οποίες ο συγγραφέας στέκεται ιδιαίτερα καθώς αποτελούν στο βιβλίο τα μεγάλα θύματα, κακοποιημένες, σκεύη ηδονής και στο τέλος νεκρές.

Μυθιστόρημα για την απώλεια, για την θλίψη που κατατρώει τους δύο ήρωές του, που βλέπουν τη ζωή τους να αλλάζει, να καταστρέφεται. Μυθιστόρημα για την εγκατάλειψη, τα προβλήματα των παιδιών που εγκαταλείπονται για τον ένα ή τον άλλο τρόπο, για την κακοποίησή τους και την απάθεια του κόσμου απέναντί τους. Ο Λε Κορ δεν αφήνει ούτε στιγμή τα συναισθήματα να τον κατακλύσουν, αποφεύγει με μαεστρία τις παγίδες του εύκολου μελοδραματισμού και προσφέρει ένα έξοχο λογοτεχνικό έργο που το αδικεί η σφραγίδα της τυποποίησης του νουάρ.


Πολλά είναι τα κοινά στοιχεία στα δύο μυθιστορήματα και το νήμα που τα συνδέει είναι εμφανές. Και τα δύο (όπως σχεδόν όλα τα βιβλία του Λε Κορ), διαδραματίζονται στην ευρύτερη περιοχή του Μπορντώ, στην επαρχία Ζιροντό, τόπο καταγωγής και διαμονής του συγγραφέα. Οι οικογένειες που περιγράφονται είναι δυσλειτουργικές, η βία (λεκτική και σωματική) είναι διαρκής, τα αδιέξοδα στις σχέσεις, ερωτικές και κοινωνικές ατελείωτα. Οι ήρωες των δύο βιβλίων είναι άνθρωποι που το παρελθόν τους έχει σημαδέψει και το μέλλον τους προδιαγράφεται αβέβαιο. Τα δύο παιδιά που κυριαρχούν στα βιβλία, περισσότερο ο Βικτόρ στις «Καρδιές σακατεμένες» και λιγότερο η μικρή Ραχήλ στο «Περνώντας τους λύκους για σκυλιά» έρχονται κατευθείαν από τα βιβλία του Κ.Ντίκενς, εντυπωσιάζουν και κερδίζουν τον αναγνώστη με την πρώτη ματιά. Οι αφετηρίες τους είναι διαφορετικές αλλά παλεύουν με τον τρόπο τους για επιβίωση και για σωτηρία. Ο συγγραφέας στέκεται από πάνω τους με βλέμμα τρυφερό περιγράφοντας σκηνές που χτυπάνε κατευθείαν στην καρδιά.

Ο Le Corre, δεινός παρατηρητής της ανθρώπινης φύσης είναι ιδανικός στο να περιγράφει τις σιωπές και τις βίαιες εκρήξεις που ξεσπάνε, την εισβολή του παρελθόντος στο παρόν. Και στα δύο βιβλία που παρουσιάζονται παραπάνω (όπως και στο εξαιρετικό "Μετά τον πόλεμο"), οι εικόνες που μεταφέρει στον αναγνώστη είναι αφοπλιστικές (πολλές φορές δείχνει να είναι επηρεασμένος από φωτογράφους παρά συγγραφείς), το στυλ του είναι απαράμιλλο και ιδιαίτερα σαγηνευτικό, μετρημένο και χωρίς υπερβολές θυμίζοντας σε πολλά σημεία περισσότερο Αμερικανούς συγγραφείς παρά σύγχρονους ή παλαιότερους συμπατριώτες του που ασχολούνται με το νουάρ. Ένας μεγάλος συγγραφέας που πρέπει να τον ανακαλύψει το ελληνικό κοινό.

Βαθμολογία (και των δύο μυθιστορημάτων) : 82 / 100



 
Τρίτη, Ιουλίου 31, 2018
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιουλίου 31, 2018 | Permalink
"Το αρχιπέλαγος μιας άλλης ζωής"

Ο Andrei Makine (Κράσνιογαρκ, Σιβηρία 1957), ο γεννημένος στην ΕΣΣΔ και από το 1987 κάτοικος Γαλλίας (και πολιτογραφημένος πλέον Γάλλος), συγγραφέας είναι ένας μεγάλος στυλίστας της γραφής, και η ανακάλυψή του, το 1997 με το αριστουργηματικό του μυθιστόρημα "Η κληρονομιά" αποτέλεσε μια προσωπική αποκάλυψη, αίσθηση που δεν μειώθηκε διαβάζοντας τα επόμενα βιβλία του που κυκλοφόρησαν στη χώρα μας (εξαντλημένα και δυσεύρετα τα περισσότερα δυστυχώς). Με το τελευταίο του θαυμάσιο μυθιστόρημα "ΤΟ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΖΩΗΣ" ("L'arhipel d'une autre vie") - (εκδ. Utopia, μετάφρ. Γ.Στρίγκος, σελ.262), ο Μακίν, μας υπενθυμίζει πόσο σπουδαίος συγγραφέας είναι σε ένα βιβλίο (με αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία), συναρπαστικό και ταυτόχρονα φιλοσοφικό.


"Εκείνη τη στιγμή της εφηβείας μου το ρήμα "ζω" άλλαξε έννοια. Τώρα πια σήμαινε τη μοίρα όσων είχαν κατορθώσει να φτάσουν ως τη θάλασσα των νήσων Σαντάρ. Για όλες τις εκφάνσεις ύπαρξης σε τούτον τον κόσμο το ρήμα "υπάρχω" θα μου ήταν πλέον αρκετό."

Μια περιπέτεια που διαδραματίζεται σε τρία χρονικά πλαίσια αλλά  κατά το μεγαλύτερο μέρος της στην Σταλινική περίοδο είναι το "Αρχιπέλαγος μιας άλλης ζωής". Ο αφηγητής θα γνωρίσει στην εφηβεία του έναν μυστηριώδη άνθρωπο που θα του διηγηθεί μια απίστευτη ιστορία καταδίωξης που συνέβη το 1952, εποχή του πολέμου της Κορέας και των πυρηνικών δοκιμών. Ο έφεδρος Πάβελ Γκάρτσεφ καλείται να συμμετάσχει σε μια άσκηση ετοιμότητας στην τάιγκα, στα δάση της Σιβηρίας. Από την αρχή πέφτει σε δυσμένεια και έτσι θα τοποθετηθεί ως υποψήφιος αποδιοπομπαίος τράγος σε μια ομάδα καταδίωξης ενός κατάδικου που απόδρασε από ένα γειτονικό στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η επιλογή του έγινε, ώστε σε περίπτωση αποτυχίας της αποστολής να θεωρηθεί υπεύθυνος γι' αυτήν. Τα στοιχεία για τον δραπέτη είναι λιγοστά, όπως και η γνώση της δύσβατης και παρθένας περιοχής - εκείνο που προείχε ήταν να συλληφθεί ζωντανός προτού πάει ακόμα βορειότερα σε ακόμα πιο άγριες περιοχές.

"Ολόγυρα στα στρατόπεδα που έκρυβε η τάιγκα, χιλιάδες πληγωμένες σκιές γέμιζαν παραπήγματα που διέθεταν ελάχιστα περισσότερες ανέσεις απ' όσες είχε το καταφύγιο μου. Τι έχει να προτείνει ένας φιλόσοφος σ' αυτούς τους φυλακισμένους; Την αποδοχή; Την εξέγερση; Την αυτοκτονία; Ή μήπως την επιστροφή προς μια ζωή...ελεύθερη; Όμως ποια ήταν για την ακρίβεια αυτή η "ελευθερία"; Να δουλεύεις, να τρέφεσαι, να διασκεδάζεις, να παντρεύεσαι, να αναπαράγεσαι; Και κατά καιρούς να κάνεις κι έναν πόλεμο, να ρίχνεις καμιά βόμβα, να μισείς, να σκοτώνεις, να σκοτώνεσαι...Καμία σοφία δεν ήταν σε θέση να απαντήσει σ' αυτή την πολύ απλή ερώτηση: πως μπορούμε να υπερβούμε το σώμα μας που είναι φτιαγμένο για να επιθυμεί και το μυαλό μας που έχει συλληφθεί για να νικά στο παιχνίδι του ανταγωνισμού; Τι κάνει κανείς μ' αυτό το ανθρώπινο, πονηρό, κυνικό ζώο, πάντοτε ανικανοποίητο και του οποίου η ύπαρξη δεν διέφερε και τόσο από' κείνο το μαχητικό πλήθος των εντόμων, που αλληλοεξοντώνονταν ανάμεσα στις χαραμάδες του καταφύγιού μου; Η "νομιμότητα της βίας", καθώς έγραφα στη διατριβή μου..."

Η μικρή ετερόκλητη ομάδα καταδίωξης των 5 ανδρών που αποτελείται από έναν διοικητή, ένα μέλος της αντικατασκοπείας, έναν φιλόδοξο νεαρό στρατιώτη, κι δύο έφεδρους, τον Πάβελ και έναν άνδρα μεγαλύτερό του, εκπαιδευτή ενός κυνηγετικού σκύλου σύντομα πέφτει στην παγίδα του δραπέτη, ο οποίος δείχνει να γνωρίζει καλά την λαβυρινθώδη τάιγκα μπερδεύοντας συνεχώς την πορεία, και στήνοντας παγίδες στους διώκτες του, οι οποίοι, καθώς περνάνε οι μέρες προσπαθούν να τον σκοτώσουν (ενώ οι διαταγή είναι σαφής ότι πρέπει να συλληφθεί ζωντανός) χωρίς όμως επιτυχία· αντίθετα, ένας ένας τραυματίζονται από την κόπωση και τις δυσκολίες της διαδρομής. Όταν δε διαπιστώνουν, ότι ο δραπέτης είναι γένους θηλυκού, η οποία τους προκαλεί κιόλας κάνοντας μπάνιο σε ένα ποτάμι, οι διώκτες γίνονται όλο και πιο απρόσεκτοι και βιαστικοί. Καθώς οι τραυματισμοί γίνονται πιο έντονοι υποχρεώνοντας τα μέλη της ομάδας να επιστρέψουν στο στρατόπεδο, στο τέλος μένει μόνο ο Πάβελ να καταδιώκει την φυγάδα που προσπαθεί να φτάσει στο Αρχιπέλαγος Σαντάρ, γνωρίζοντας ότι σε περίπτωση αποτυχίας η καταδίκη του είναι δεδομένη. Σύντομα θα διαπιστώσει ότι η επιβίωσή του εξαρτάται από τις προθέσεις της μυστηριώδους γυναίκας που κυνηγάει…


Η άγρια ομορφιά της τάιγκα, η ηρεμία της φύσης και οι πρωτόγονες συνθήκες, έρχονται σε αντίθεση στο μυθιστόρημα του Μακίν, με την βιαιότητα και την κτηνωδία της Σοβιετικής κοινωνίας. Η φυγάς ανήκει σε μια φυλή αυτόχθονων της Σιβηρίας, τους Νεγκιντάλτσι που το Σταλινικό καθεστώς προσπάθησε να εξολοθρεύσει κλείνοντάς τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως έκανε και με πολλές άλλες φυλές της περιοχής. Η φύση θα μεταμορφώσει τον Πάβελ, ο οποίος θα συνειδητοποιήσει ότι μπορεί με μια κίνησή του να αλλάξει την μοίρα του, να ζήσει μια ζωή ήρεμη, "μακριά από το αγριεμένο πλήθος".

Το μυθιστόρημα ξεκινάει το 1963 στην Σοβιετική Ρωσία με τον Ψυχρό πόλεμο να βρίσκεται στο αποκορύφωμά του, ενώ το μεγαλύτερο (και πιο ενδιαφέρον) μέρος του εκτυλίσσεται το 1952, με τον κόσμο να βρίσκεται σε προετοιμασία ενός Γ παγκόσμιου πολέμου, το Σταλινικό καθεστώς όσο πλησιάζει στο τέλος του να γίνεται όλο και πιο απάνθρωπο, και ολοκληρώνεται το 2003 με την περιοχή του Αρχιπελάγους των νήσων Σαντάρ να πέφτει θύμα της ξέφρενης τουριστικοποίησης και εκμετάλλευσης όλων των "παρθένων περιοχών" που μπορούσαν να βρεθούν.

Το εξαιρετικό αυτό βιβλίο, έχει υπέροχο στυλ και κινηματογραφικό ρυθμό, προσφέροντας στον αναγνώστη σελίδες εκπληκτικές και σκηνές ανεπανάληπτης ομορφιάς. Με υλικό που θα γέμιζε άνετα 1000 σελίδες, ο συγγραφέας με στιβαρό αφηγηματικό ύφος, υπαινικτικότητα και οικονομία λόγου, μεταφέρει εικόνες δύναμης και πίστης για την ζωή. Το μυθιστόρημα είναι πολιτικό, φιλοσοφικό και βαθιά ανθρωπιστικό με πολλά υπαρξιακά ερωτήματα που κυριαρχούν από την αρχή έως το τέλος του.


Ο Μακίν σε ένα βιβλίο που μοιάζει με την ρώσικη κούκλα, την μπάμπουσκα, ξετυλίγει με απαράμιλλη ικανότητα, την ιστορία του, συνδυάζοντας το προσωπικό ύφος με την γενική εικόνα. Ο αναγνώστης βρίσκεται συνεχώς μπροστά σε διλήμματα φιλοσοφικά περί της ανθρώπινης φύσης, της ελευθερίας, της δύναμης της εξουσίας, της δύναμης του χρήματος. Μπορεί η ιστορία που αφηγείται ο συγγραφέας να είναι συναρπαστική και να εστιάζει κάποιος εκεί κατά την διάρκεια της ανάγνωσης, αλλά όταν κλείνει το βιβλίο και το σκέφτεται, επιβεβαιώνει την υπόγεια δύναμή του και τους προβληματισμούς που συνεχώς θέτει συνειδητοποιώντας πόσο σπουδαία λογοτεχνία μόλις διάβασε.

Βαθμολογία: 84 / 100




 
Τετάρτη, Ιουλίου 25, 2018
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουλίου 25, 2018 | Permalink
"Η ωδή του λεπιδιού"

Παράξενη και γοητευτική η ιστορία του "Τυφλού Τομ", ενός "παιδιού-θαύματος" που εντυπωσίασε την Αμερική του δεύτερου μισού του 19ου αιώνος με την μουσική του ιδιοφυία. Παράξενο και πολύ γοητευτικό το θαυμάσιο μυθιστόρημα "Η ΩΔΗ ΤΟΥ ΛΕΠΙΔΙΟΥ" ("Song of the shank"), του αφροαμερικανού πεζογράφου και ποιητή Jeffrey Renard Allen (Σικάγο, 1962), - (εκδ. Αίολος, μετάφρ. Π.Τομαράς, σελ. 578) που βασίζεται στην ιστορία αυτού του φαινομένου. Το βιβλίο όμως δεν είναι μια βιογραφία, καθώς ο συγγραφέας προεκτείνει την ιστορία δίνοντάς της κοινωνικοπολιτικές διαστάσεις ενώ η αφήγησή του, όπου ο εσωτερικός μονόλογος κυριαρχεί, εντυπωσιάζει με το ιδιαίτερο ύφος της.


Ο Τόμας Γουίγκινς γεννήθηκε σε οικογένεια σκλάβων το 1848 ή το 1849 τυφλός εκ γενετής. Η ικανότητά του να μιμείται τους ήχους που ακούει, διαγνώστηκε από την βρεφική του ηλικία, ήθελε συνεχώς να ακούει θορύβους και ήχους και να τους αναπαράγει. Είχε μεγάλη δυσκολία στην επικοινωνία αλλά μπορούσε να μεταφέρει μια δεκάλεπτη συνομιλία που άκουγε χωρίς να χάσει ούτε λέξη. Αντίθετα συνεννοείτο μόνο με κραυγές. Η μητέρα του Τσάριτι μαζί με τις αδελφές του ζούσαν ως σκλάβοι στην οικογένεια του στρατηγού Μπιτούν στον Αμερικάνικο νότο, ο οποίος ήταν γαιοκτήμονας και πανίσχυρος εκδότης. Στην ηλικία των 4 ετών, ο Τόμας δεν ξεκολλούσε από το πιάνο της οικογένειας, η δε σύζυγος του Μπιτούν ασχολήθηκε ιδιαίτερα μαζί του, φιλοξενώντας τον ουσιαστικά όλη τη μέρα μέσα στο σπίτι της οικογένειας. 5 ετών ο Τόμας συνέθεσε το πρώτο του τραγούδι (το "The rainstorm") και ο στρατηγός Μπιτούν σε συνεργασία με έναν καλλιτεχνικό διευθυντή, τον έδειχναν στο κοινό ως μοναδικό αξιοθέατο με το ανάλογο αντίτιμο. Πιστεύεται ότι ο "Τυφλός Τομ" όπως είχε αρχίσει να γίνεται γνωστός ο Τόμας Γουίγκινς εκτίθετο στο κοινό από την ηλικία των 3 ετών σε χοροεσπερίδες που διοργάνωνε ο "αφέντης" του στο σπίτι της οικογένειας Μπιτούν.

Ο Τομ εκτός από τυφλός ήταν και αυτιστικός. Το πιάνο ήταν η μοναδική του διέξοδος και η ικανότητά του στην αναπαραγωγή ήχων που άκουγε ήταν μοναδική, ενώ η ικανότητά για αυτοσχεδιασμούς πάνω σε γνωστά κλασσικά κομμάτια ήταν απαράμιλλη, κατά την διάρκεια των συναυλιών δε, δεν περιοριζόταν μόνο στο πιάνο αλλά συγχρόνως τραγουδούσε. Οι περιοδείες του σε όλη τη χώρα, τον έκαναν διάσημο και ήταν ο πρώτος μαύρος μουσικός που εμφανίστηκε στον Λευκό Οίκο, το 1860 (σε ηλικία δηλαδή 11 ή 12 χρονών) παίζοντας για τον πρόεδρο Μπιουκάναν ενώ μέσα στους θαυμαστές του συγκαταλέγονταν ο περίφημος συγγραφέας Μαρκ Τουαίην που παρακολούθησε πολλές παραστάσεις του.

"Το αγόρι ήταν ολόκληρο μια ανάγκη, που έφερνε στον νου άλλες αναγκαιότητες."

Κατά την διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου (1861-1865), οι περιοδείες συνεχίστηκαν αλλά η ενεργή ένταξη του στρατηγού Μπιτούν στην πλευρά των Νότιων έφερε την αντίδραση των μαύρων προς το πρόσωπο του "Τυφλού Τομ" που θεωρείτο ότι με τις παραστάσεις του αποτελούσε μέσο προπαγάνδας από το αφεντικό του. Εκείνη την εποχή, ο Τομ συνέθεσε το πιο επιτυχημένο και διάσημο κομμάτι του, το "The Battle of Manassas". Στην ηλικία των 16 ετών, ο Τόμ έκανε περιοδεία στην Ευρώπη με μεγάλη επιτυχία ενώ όπως αναφέρουν οι πηγές της εποχής, μπορούσε να παίξει τρία τραγούδια ταυτόχρονα και η σκηνή είχε δύο πιάνα, καθ’ όλη δε την διάρκεια της παράστασης ο Τομ βρισκόταν σε μια κατάσταση μέθεξης.

Μερικά χρόνια αργότερα, ο στρατηγός Μπιτούν, χάρισε τον Τομ, τον "τελευταίο μαύρο σκλάβο" όπως ήδη αποκαλείτο, στον γιο του Τζον Μπιτούν ο οποίος μετακόμισε στην Ν.Υόρκη παίρνοντας τον μαζί του και προσφέροντάς του μαθήματα από επιφανείς μουσικούς της πόλης. Η οικογένεια Μπιτούν συνέχισε να θησαυρίζει εις βάρος του Τομ, ο οποίος δεν είχε καμία ιδέα για οτιδήποτε οικονομικό, ήθελε μόνο να παίζει σε κονσέρτα όπου γινόταν αποδέκτης όλο και μεγαλύτερης λατρείας και θαυμασμού του κόσμου. Μετά το 1884, και τον ξαφνικό θάνατο του Τζον Μπιτούν, ο Τομ πέρασε στην ιδιοκτησία της πρώην συζύγου του Ελάιζα, η οποία κέρδισε την μακροχρόνια δικαστική διαμάχη με τον πρώην πεθερό της το 1887, απελευθερώνοντας ταυτόχρονα τον "Τυφλό Τομ", ο οποίος έμεινε μαζί της οικειοθελώς, μέχρι τον θάνατό του από εγκεφαλικό επεισόδιο το 1908.


"Γεννιέσαι εκεί που γεννιέσαι, αλλά η πραγματική πατρίδα ενός ανθρώπου δεν είναι ο τόπος γέννησής του. Περιμένεις την κατάλληλη ευκαιρία, συνεχίζεις να κάνεις όσες βελτιώσεις μπορείς - περισσότερο φαγητό, περισσότερα ρούχα, λιγότερος κόπος και βάσανα - ελπίζοντας σιωπηλά στο μέλλον. Όμως δεν περιμένεις και ελπίζεις μόνο. Καταστρώνεις σχέδια και οργανώνεσαι- αν και είσαι έρμαιο της τύχης - για να τα καταφέρεις να βρεις την κατάλληλη θέση, έτσι ώστε το επόμενο μοίρασμα της τράπουλας να σε φέρει λίγους πόντους πιο ψηλά από την τωρινή σου θέση. Πρέπει επίσης να ξέρεις να πεις ή να κάνεις το σωστό όταν βρεθείς σ' αυτό το σημείο. Βέβαια όλα εξαρτώνται από το αν ζήσεις πολύ ή αν μείνουν σταθερά τα πράγματα, γιατί μέσα σε μια ώρα ο κόσμος μπορούσε να ΄ρθει ανάποδα."

Ο συγγραφέας δεν προσπάθησε να γράψει μια βιογραφία του καλλιτέχνη, ούτε ακολουθεί τα γεγονότα με χρονική σειρά. Δημιουργεί ένα καθαρά μυθοπλαστικό έργο επικεντρώνοντας σε διάφορες περιόδους της ζωής του Τόμας κυρίως μετά τον Εμφύλιο δημιουργώντας μια σειρά από αλησμόνητους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες. Εστιάζει στην σχέση του Τυφλού Τομ με την Ελίζα, την περίοδο δηλαδή μετά το τέλος του Εμφυλίου πολέμου στην διαμονή του καλλιτέχνη στην Ν.Υόρκη, μια περίοδο που δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία γι’ αυτόν. Παρακολουθούμε την δυνατή σχέση των δύο ανθρώπων, της λευκής αστής που ζει σε ένα διαμέρισμα με τον αυτιστικό νεαρό ενώ ο σύζυγός της την έχει εγκαταλείψει και δεν έχει νέα του, και την τρυφερότητα όπως και τον λανθάνοντα ερωτισμό που υπάρχει στην ατμόσφαιρα.
Η ατμόσφαιρα στην πόλη είναι τεταμένη, ο μακροχρόνιος και αιματηρός πόλεμος έχει τελειώσει και οι μαύροι ελεύθεροι πλέον στρατιώτες τριγυρίζουν μέσα στην πόλη, κατασκηνώνουν στο Σέντραλ Παρκ, οι ταραχές είναι καθημερινές και μια ατμόσφαιρα αναρχίας επικρατεί. Ένας μαύρος μάνατζερ εκμεταλλεύεται την κατάσταση και αποσπά τον Τυφλό Τομ από τα χέρια της Ελίζας «παραδίδοντάς τον» όπως ισχυρίζεται στην αγκαλιά της μητέρας του Τσάριτι.

Μεταξύ αυτών των γεγονότων παρακολουθούμε μέσα από χρονικές αναδρομές την ζωή και την πορεία του Τυφλού Τομ, την παιδική του ηλικία, τα πρώτα κονσέρτα, τον Στρατηγό Μπιτούν και τον πρώτο μάνατζερ που προώθησε τον Τόμας για να φτάσουμε στην εποχή που ο Τομ είναι ουσιαστικά ελεύθερος αλλά δυστυχισμένος καθώς δεν μπορεί να προσαρμοστεί στην ζωή με την μητέρα του, την οποία ουσιαστικά δεν γνώρισε ποτέ καθώς είχε ζήσει ελάχιστο χρόνο μαζί της. Γύρω τους μια πόλη όπου ο ρατσισμός έχει αναζωπυρωθεί, και οι δημοκρατικές κατακτήσεις του Εμφυλίου μοιάζουν με ανέκδοτο να είναι σε κατάσταση πολεμική.

"Ένα σωρό φρικτά πράγματα μπορούσαν να συμβούν στα καλά καθούμενα: Ας πούμε, μια νέγρα στεκόταν όχι πολύ μακριά απ' αυτόν στην καυτή, ξεσκέπαστη αποβάθρα περιμένοντας το τρένο, ενώ τρία παιδιά διαφόρων ηλικιών αναζητούσαν σκιά στις πτυχές του μακριού φορέματός της. Από την όψη της, και από την όψη των παιδιών, έδειχνε ότι δεν είχε αρκετά χρήματα για εισιτήριο, αλλά, παρ' όλα αυτά, στεκόταν εκεί, στέκονταν εκεί. Το άσπρο της φακιόλι έλαμπε σαν φωτοστέφανο στον πρωινό ήλιο. Ξαφνικά, από το πουθενά, ένας λευκός όρμησε προς το μέρος της και της έριξε μια γροθιά στο πρόσωπο. Κατακόκκινο το αίμα πετάχτηκε κι έβαψε το χώμα. Η γροθιά ήταν τόσο ξαφνική και δυνατή, που ο άνδρας έχασε την ισορροπία του και παραλίγο να σωριαστεί κάτω. Εκείνη, ατάραχη, δεν κουνήθηκε ρούπι, μόνο με έκπληξη έφερε τα χέρια της στο στόμα κι έφτυσε τα σπασμένα δόντια ανάμεσα στα δάχτυλά της σαν να ήταν κύβοι ζάχαρης. Τα παιδιά ξέσπασαν σε κλάματα. Σχεδόν αμέσως ένας στρατιώτης έτρεξε προς το μέρος του άνδρα, του' βαλε την κάννη του τουφεκιού του ανάμεσα στα μάτια και του τίναξε τα μυαλά στον αέρα, που πετάχτηκαν, κόκκινα, άσπρα και ροζ, απ' το πίσω μέρος του κεφαλιού του."

Ο Ρενάρντ Άλεν, έγραψε ένα συγκλονιστικό και απόλυτα σύγχρονο μυθιστόρημα με μοναδικό στυλ και ύφος που αλλάζει διαρκώς, από σουρεαλιστικό σε λυρικό και από τον εσωτερικό μονόλογο σε σκηνές που σοκάρουν με τον ρεαλισμό τους▪ όπως έγραψε ένας ξένος κριτικός στο βιβλίο βρίσκουμε ταυτόχρονα το πνεύμα της Βιρτζίνια Γουλφ με την ένταση του Κόρμακ Μακάρθι. Μέσα από την αντίστροφη πορεία της διαδρομής του Τυφλού Τομ προς την δόξα περνάνε σκηνές εκπληκτικές διαλόγων και γεγονότων ενώ η αφήγηση διανθίζεται με εξαιρετικούς στίχους γνωστών ποιητών.

Η «Ωδή του λεπιδιού» είναι ένα βιβλίο που απαιτεί την πλήρη συγκέντρωση του αναγνώστη, είναι ένα μυθιστόρημα που δεν σε αφήνει να εφησυχάσεις και δεν στηρίζεται στην πλοκή του – η οποία υπάρχει μεν και είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, σε μια ιστορία που οι περισσότεροι σίγουρα αγνοούμε -, αλλά στους χαρακτήρες, στους διαλόγους, στις εσωτερικές σκέψεις. Η αντιφατική και ουσιαστικά μυστηριώδης προσωπικότητα του «Τυφλού Τομ», ο οποίος ενδέχεται να πίστευε ότι ήταν λευκού χρώματος και αν όχι αυτό, πάντως κάτι σίγουρα ανώτερο από τους ομόχρωμούς του, ο στερεοτυπικός Στρατηγός Μπιτούν, χαρακτηριστικός εκπρόσωπος του Αμερικανικού Νότου, η Ελίζα, η μητέρα του Τσάριτι και οι διάφοροι μάνατζέρ του και μαζί αρκετοί άλλοι χαρακτήρες και πολλά μικρά ή μεγάλα γεγονότα παρελαύνουν από τις σελίδες αυτού του πληθωρικού βιβλίου.

Τα καλά βιβλία πέφτουν στα χέρια σου από εκεί που δεν το περιμένεις, και η "Ωδή του λεπιδιού" αυτό το συγκλονιστικό μυθιστόρημα - μόλις το δεύτερο του συγγραφέα και ποιητή (η δεύτερη ιδιότητα είναι εμφανής από την πρώτη σελίδα του βιβλίου) Jeffrey Renard Allen, ο οποίος διδάσκει Δημιουργική Γραφή και ασχολείται ενεργά με ζητήματα της Αφρικανικής κουλτούρας - είναι μια αποκάλυψη που ευτυχώς μεταφράστηκε εξαιρετικά στην γλώσσα μας από τον Π.Τομαρά σε μια υπέροχη έκδοση από τις εκδόσεις Αίολος.

Βαθμολογία 83 / 100




 
Τετάρτη, Ιουλίου 18, 2018
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουλίου 18, 2018 | Permalink
"Δεν είναι ζωή να μην αλλάζεις ποτέ τόπο" ("Χολέρα και Πανούκλα" του Πατρίκ Ντεβίλ)

Πολυβραβευμένο στην Γαλλία το βιβλίο του Patrick Deville (Loire, 1957) με τον χαρακτηριστικό τίτλο "ΧΟΛΕΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΟΥΚΛΑ" ("Peste & Cholera") - (εκδ. Τόπος, μετάφρ. Ά. Σπυράκου, σελ. 250), είναι η μυθιστορηματική βιογραφία του Ελβετού γιατρού, φυσικού και βακτηριολόγου Αλεξάντρ Γερσέν (1863 - 1943), ο οποίος έγινε μεν γνωστός επειδή ήταν ο πρώτος που απομόνωσε τον βάκιλο της βουβωνικής πανώλης, αλλά δεν έζησε μια ζωή απομονωμένος σε εργαστήρια, έζησε κυριολεκτικά μια ζωή σαν περιπέτεια και αυτήν ακριβώς περιγράφει ο συγγραφέας σε αυτή την ιδιαίτερα σαγηνευτική νουβέλα.

"Ξεδιπλώνουμε συχνά την ιστορία των επιστημών σαν μια λεωφόρο που οδηγεί ολόισια από την άγνοια στην αλήθεια, μα η εικόνα είναι απατηλή. Πρόκειται μάλλον για έναν λαβύρινθο από αδιέξοδα στενά όπου η σκέψη χάνεται και περιπλέκεται. Για μιαν ανθολογία από αποτυχίες οικτρές και ενίοτε κωμικές. Μπορεί ως προς αυτό να συγκριθεί με την ιστορία των αρχών της αεροπορίας και τις σύγχρονές της αρχές του κινηματογράφου. Μ' αυτές τις μαυρόασπρες ταινίες με την ακανόνιστη ροή όπου βλέπουμε τα ξύλα να σπάνε και το πανί να σκίζεται. Και ονειροπόλους Ικάρους με φτερά από τούλι και χέρια απλωμένα να τρέχουν σαν μπαλαρίνες προς την άκρη ενός γκρεμού, να ρίχνονται στο κενό και να πέφτουν σαν βότσαλα, για να κομματιαστούν στην παραλία."

Ο Ντεβίλ αναπαριστά μια εποχή ανακαλύψεων σε όλους τους τομείς και περιγράφει ανθρώπους που υπερέβησαν όρια και κανόνες για να ακολουθήσουν και να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους. Αγνοούσα την ύπαρξη του Γερσέν, αυτού του στιβαρού και συγκροτημένου επιστήμονα που η εσωτερική του φλόγα δεν τον άφησε ήρεμο στιγμή και το πάθος για ζωή και περιπέτεια τον οδήγησε σε δρόμους θαυμαστούς και επικίνδυνους. Στο βιβλίο (αλλά ουσιαστικά και στην εποχή που εκτυλίσσεται η δράση) δεν υπάρχουν στεγανά μεταξύ των ιδιοτήτων και των επαγγελμάτων, ο επιστήμονας μπορεί να είναι και τυχοδιώκτης, ο ποιητής μπορεί να είναι και έμπορος - οι προκλήσεις τους περίμεναν και η ζωή του Γερσέν κάπου έμοιαζε με αυτή του Αρθούρου Ρεμπώ όπως συχνά, πυκνά τονίζεται στην αφήγηση του βιβλίου.

Η αφήγηση ξεκινάει σχεδόν από το τέλος, και δεν ακολουθεί γραμμική μέθοδο καθώς είναι συνεχή τα μπρος-πίσω στον χρόνο. Ο Γερσέν πραγματοποιεί το τελευταίο του αεροπορικό ταξίδι καθώς τα Γερμανικά στρατεύματα εισβάλλουν στο Παρίσι. Θα επιβιβαστεί στο αεροπλάνο που μετά από μεγάλο ταξίδι θα τον επαναφέρει σπίτι του, στην Γαλλική Ινδοκίνα, και πιο συγκεκριμένα σε έναν κάποτε τελείως απομονωμένο τόπο του σημερινού Βόρειου Βιετνάμ όπου ζούσε για περίπου 50 χρόνια από το τέλος του 19ου αιώνα.
Γεννημένος στην Ελβετία σε αστική οικογένεια, και προικισμένος ως μαθητής και φοιτητής, ο Αλεξάντρ Γερσέν ξεκίνησε να εργάζεται στο Ινστιτούτο Παστέρ στα 22 του χρόνια. Ήταν από τους πιο ελπιδοφόρους και ταλαντούχους ερευνητές της ομάδας του Λουί Παστέρ, αλλά η ατμόσφαιρα και οι περιορισμοί του Ινστιτούτου που άρχιζε να εξαπλώνεται παγκοσμίως τον έπνιγαν, και νεότατος έφυγε για να αναζητήσει την τύχη του στην θάλασσα, υπηρετώντας ως γιατρός σε διάφορα εμπορικά πλοία. Η αναζήτησή του για μακρινά μέρη τον έφερε σε δρομολόγια μεταξύ Σαϊγκόν και Μανίλας, μέχρι να βρει το λιμάνι του σε έναν τόπο που τον μάγεψε από την πρώτη στιγμή το Νχα Τρανγκ.

"Δεν είναι ζωή να μην αλλάζεις ποτέ τόπο."

Ο Γερσέν συνέχισε να συνεργάζεται με το Ινστιτούτο Παστέρ, καταφέρνοντας να απομονώσει το 1894, εν μέσω μιας μεγάλης επιδημίας πανώλης, το βάκιλο της βουβωνικής πανώλης που προς τιμήν του ονομάστηκε "Yersinia pestis", ανακάλυψη που θα του απέφερε σίγουρα το βραβείο Νόμπελ αν υπήρχε τότε - η πρώτη βράβευση θα γίνει πέντε χρόνια αργότερα...Ο Γερσέν θα συνεχίσει να σώζει κόσμο στην Άπω Ανατολή, στην Αυστραλία, στην Ευρώπη που θα επιστρέφει συχνά, αρνούμενος να εγκατασταθεί ξανά στο Παρίσι ή να αναλάβει την διοίκηση του Ινστιτούτου Παστέρ. Μόνο σε ένα μέρος αισθάνεται ο εαυτός του, στο Νχα Τρανγκ που θα το μεταμορφώσει και θα το μετατρέψει σε βασίλειό του, εκπαιδεύοντας τους ντόπιους, βοηθώντας την τοπική κοινωνία. Πνεύμα ανήσυχο θα πειραματιστεί σε διάφορους τομείς, βοτανολογία, μηχανική, αυτοκίνητα, αεροπλοΐα, ενώ στο τέλος της ζωής του θα τον απασχολήσει η λογοτεχνία.

Θα μπορούσε να γίνει ένας άλλος "Συνταγματάρχης Κουρτς" σαν αυθεντικός ήρωας του Τζόζεφ Κόνραντ, θα μπορούσε να ακολουθήσει την μοίρα του Αρθούρου Ρεμπώ, του καταραμένου ποιητή που τα παράτησε όλα για να πεθάνει άδοξα από γάγγραινα κάπου στην Αφρική, αν δεν είχε ανακαλύψει τον βάκιλο της πανώλης θα είχε χαθεί κι αυτός χωρίς να ασχοληθεί κανείς με την περίπτωσή του. Αλλά ο Γερσέν ήταν ένας άνθρωπος, με ανεξάντλητη περιέργεια για όλα, που τα κατάφερνε με ότι καταπιανόταν, υλοποιούσε πάντα τους στόχους του, υπερέβαινε όλα τα εμπόδια, ένας απόλυτα μυθιστορηματικός "larger than life" ήρωας, λάτρης των "μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων".

"Ένας τάφος είναι ένα ρέκβιεμ. Η συγγραφή ενός Βίου είναι η ερμηνεία με το βιολί μιας παρτιτούρας. Ο ένας έζησε από τη Δεύτερη Αυτοκρατορία έως τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, ο άλλος έπεσε στα τριάντα εφτά του από το άλογο. Μοιράζονται όμως τη φρενίτιδα με την οποία έμαθαν κι ύστερα έφυγαν, εγκαταλείποντας την ομάδα των μαθητών του Παστέρ ή των παρνασσιστών. Μοιράζονται την αγάπη για την ηλιοφώτιστη αυγή και τη θάλασσα, για την βοτανική και την φωτογραφία.(...) Χαμένοι στο άλλο άκρο της γης, τούτοι οι δυο σού κατεβάζουν μια καινούργια ιδέα κάθε πέντε λεπτά. Να εισάγουν στην Αιθιοπία μουλάρια από τη Συρία ή νορμανδικές αγελάδες στην Ινδοκίνα. Μοιράζονται την περιπέτεια της επιστήμης: "Η νέα αριστοκρατία! Η πρόοδος. Ο κόσμος προχωρά!" Την αγάπη για τα μαθηματικά. Το άθροισμα των γωνιών κάθε τριγώνου ισούται με 180⁰. Έτσι θα έπρεπε να είναι η ποίηση. Ο αλεξανδρινός στίχος που του βγαίνει στο τέλος ενός γράμματος στη Φανί. Το δεύτερο ημιστίχιο όπου μπορούν να ταιριάξουν σχεδόν όλα τα ρήματα. Γιατί δεν παύει να ισχύει πως δεν είναι ζωή να μην..."


Το βιβλίο διαπερνούν απ' άκρη σ' άκρη η μορφή του Ρεμπώ και οι ιστορίες του Τζόζεφ Κόνραντ (ακόμα κι ένα κεφάλαιο όπου περιγράφεται το Νχα Τρανγκ έχει ως τίτλο "Ένα προκεχωρημένο φυλάκιο της προόδου" από την ομώνυμη νουβέλα του Κόνραντ). Οι περιπέτειες του Γερσέν στην Ινδοκίνα, η ζωή του εκεί, οι σκέψεις του θυμίζουν έντονα τους ήρωες του Κόνραντ. Στο βιβλίο υπάρχει ακόμα και το "φάντασμα του μέλλοντος", ένα συγγραφικό εύρημα που λειτουργεί σχολιαστικά στην αφήγηση χωρίς όμως να διαδραματίζει κάποιον ιδιαίτερο ρόλο. Σε αυτό το ιδιοφυές μείγμα αφήγησης και σχολιασμού, ο συγγραφέας θίγει χωρίς να στέκεται ιδιαίτερα, την σχέση μητέρας και αδερφής (της Φανί) με τον Γερσέν και την απουσία γυναικείας συντροφιάς στην ζωή του, ενώ σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του βιβλίου διαδραματίζουν οι κόντρες του Ινστιτούτου Παστέρ με τον Ρόμπερτ Κοχ.

Το γλαφυρό αφηγηματικό ύφος του Ντεβίλ παρασέρνει τον αναγνώστη σε αυτό το άκρως γοητευτικό περιπετειώδες ταξίδι, σε αυτήν την διαφορετική "Καρδιά του σκοταδιού". Ο Αλεξάντρ Γερσέν του βιβλίου, κορυφαίος επιστήμονας, δεινός εξερευνητής, ένας απόλυτα μυθιστορηματικός ήρωας, αλλά και τόσο γήινος και ζωντανός αποκαλύπτεται μπροστά μας σε ένα βιβλίο συναρπαστικό και ταυτόχρονα στοχαστικό, απολαυστικό και λυρικό που δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου.

Βαθμολογία 81 / 100



 
Παρασκευή, Ιουλίου 13, 2018
posted by Librofilo at Παρασκευή, Ιουλίου 13, 2018 | Permalink
Το ματωμένο του έργο

Το ωραίο μυθιστόρημα "ΤΟ ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ" ("His bloody project") του Σκωτσέζου συγγραφέα Graeme Macrae Burnet (Κιλμάρνοκ 1967) - (εκδ. Μεταίχμιο, μετάφρ. Χ. Παπαδημητρίου, σελ. 389), που προς μεγάλη έκπληξη όλων (ο συγγραφέας ήταν μάλλον άγνωστος) μπήκε στην μικρή λίστα (short list) των υποψήφιων για το σημαντικότατο βραβείο Booker το 2016, δεν είναι ένα κοινό αστυνομικό μυθιστόρημα, όπως δείχνει με την πρώτη ματιά, αλλά έχει όλα τα στοιχεία που θα το έβαζαν σε αυτή την κατηγορία. Η δεδομένη και εμφανής από την πρώτη σελίδα όμως ποιότητά του, το τοποθετεί περισσότερο στην κατηγορία των κοινωνικών μυθιστορημάτων με αστυνομική και κινηματογραφική υφή, καθώς ο συγγραφέας περιγράφει μια ιστορία που εντυπωσιάζει με την απεικόνιση μιας κοινωνίας και μιας ιστορικής περιόδου.


"Γράφω αυτό το κείμενο κατόπιν επιθυμίας του δικηγόρου μου κυρίου Άντριου Σίνκλερ, ο οποίος από τότε που φυλακίστηκα εδώ στο Ινβερνές μου φέρεται με πολύ περισσότερη ευγένεια απ' όση αξίζω και δικαιούμαι. Η ζωή μου υπήρξε σύντομη και άνευ σημασίας, και δεν επιθυμώ να απαλλαγώ από την ευθύνη για τις πρόσφατες πράξεις μου. Ο μόνος λόγος, επομένως, για τον οποίο εμπιστεύομαι αυτές τις λέξεις στο χαρτί είναι για να ανταποδώσω στον δικηγόρο μου την καλοσύνη που μου έχει δείξει."

Χάιλαντς, Σκωτία Αύγουστος του 1869 και σε έναν οικισμό 9 μόλις σπιτιών σχετικά απομονωμένο, ένα κτηνώδες τριπλό φονικό γίνεται. Ο νεαρός Ρόντερικ Μακρέι, μόλις 17άχρονος, εμφανίζεται με αίματα στα χέρια και στο σώμα του, φωνάζοντας ότι δολοφόνησε τον Λάχλαν Μακένζι (γνωστότερο στην περιοχή ως "Λάχλαν το θεριό") και τα δύο του παιδιά, την μεγαλύτερη κόρη και τον μικρότερο γιό του. Ο νεαρός συλλαμβάνεται και οδηγείται σε δίκη στο δικαστήριο του Ινβερνές. Ο συνήγορός του προσπαθώντας να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν την ημέρα των φόνων σε ψυχική διαταραχή, ωθεί τον νεαρό να γράψει ένα ημερολόγιο με την ζωή και τις ενέργειές του, μέχρι την ημέρα του φονικού. Για να ισχυροποιήσει την θεωρία του, καλεί έναν διάσημο γιατρό της εποχής να εξετάσει τον Ρόντερικ και να καταθέσει στη δίκη. Το αποτέλεσμα είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένο και η εκτέλεση φαίνεται σίγουρη, μόνο η απόδειξη παράνοιας μπορεί να γλυτώσει τον νεαρό ο οποίος όμως φαίνεται απόλυτα λογικός και έτοιμος να πεθάνει στην αγχόνη.


Κάτω από την επιφάνεια της ιστορίας όμως υπάρχει η πραγματική αλήθεια και οι καταστάσεις που ώθησαν τον Ρόντερικ να διαπράξει αυτά τα εγκλήματα. Η πρωτοφανής οικονομική ανέχεια, ο εκφοβισμός που ασκούσε ο Λάχλαν Μακένζι είτε ως διορισμένος χωροφύλακας του οικισμού, είτε ως εκπρόσωπος της μεγαλύτερης οικογένειας, προς τον πατέρα και σε επέκταση στην οικογένεια του Μακρέι, οι συνεχείς προσβολές προς τον πατέρα του Ρόντερικ είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία που αποκαλύπτονται κατά την αφήγηση του νεαρού δημιουργώντας μια ζοφερή ατμόσφαιρα που η κατάληξή της δεν προκαλεί έκπληξη.

"Όταν ο Λάχλαν στριφογύρισε τον κόφτη, έκανα ένα βήμα μέσα στην τροχιά του και, απλώνοντας το αριστερό μου χέρι στον ώμο του, του κατάφερα ένα πλήγμα με το τσαπί στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Η λεπίδα δεν καρφώθηκε στο κρανίο του, αλλά η πρόσκρουση ήταν αρκετή για να τον γονατίσει. Έριξε το εργαλείο και έμεινε πεσμένος στα τέσσερα, εμβρόντητος. Πήγα πίσω του και στάθηκα από πάνω του, σαν να ίππευα πόνι. Σήκωσα το τσαπί και, αποφασισμένος να τελειώσω τη δουλειά χωρίς άλλη καθυστέρηση, το κατέβασα και με τα δυο χέρια. Το χτύπημα τον έριξε με τα μούτρα στο πάτωμα, αλλά δεν διαπέρασε το κόκαλο, και εντυπωσιάστηκα από την αντοχή του ανθρώπινου σώματος. Έμεινε πεσμένος μπρούμυτα στη γη, με τα μάτια ανοιχτά, το στήθος να ανεβοκατεβαίνει σαν το ψάρι που σπαρταράει στην ακτή. Τώρα είχα χρόνο να υπολογίσω σωστά το πλήγμα μου και, όταν κατέβασα ξανά το όπλο μου, η λεπίδα εισχώρησε στο κρανίο του μ' έναν δυσάρεστο ήχο που μου θύμισε μπότα που τη ρουφάει η λάσπη μέσα στον βούρκο. Με μεγάλη προσπάθεια απέσπασα τη λεπίδα από το κεφάλι του. Τα χέρια συσπώνταν στα πλευρά του, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω αν ανάσαινε ακόμη. Παρ' όλα αυτά, του έδωσα τη χαριστική βολή με το τσαπί. Τη φορά αυτή διέλυσα τελείως το κρανίο του.
Μετά έκανα ένα βήμα πίσω και μελέτησα το έργο μου. Το αίμα χτυπούσε στους κροτάφους μου και ήμουν ζαλισμένος, αλλά ένιωθα ικανοποίηση για την επιτυχή έκβαση του σχεδίου μου."

Γραμμένο υπό μορφή ημερολογιακής καταγραφής κατά το μεγαλύτερο μέρος του και υπό μορφή ντοκουμέντων - καταθέσεις συγχωριανών, περιγραφή της δίκης, κείμενα από εφημερίδες της εποχής, το βιβλίο του Σκωτσέζου συγγραφέα φαίνεται με πρώτη ματιά ως η ιστορική αναπαράσταση μιας πραγματικής ιστορίας (χρησιμοποιώντας μάλιστα το οικογενειακό του επίθετο για να δώσει περισσότερη αληθοφάνεια σ' αυτό), μόνο που δεν είναι, καθώς έχουμε μια ωραιότατη ιστορία (εμπνευσμένη κατόπιν δήλωσης του συγγραφέα από την αληθινή ιστορία ενός Γάλλου αγρότη το 1835 που δολοφόνησε τρία μέλη της οικογένειάς του και στην συνέχεια έγραψε στην φυλακή τα απομνημονεύματά του), με εξαιρετική δομή και στυλ.

Ο Macrae-Burnet παίζει συνεχώς με τα όρια της μυθοπλασίας και του ψευδο-ντοκουμέντου με ιδιοφυή τρόπο. Ο αναγνώστης παρασύρεται από την δυνατή ιστορία και το κοινωνικό σχόλιο που είναι εμφανές από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου. Οι συνθήκες διαβίωσης στα Χάιλαντς (η κοινότητα του Culduie στην Βόρεια Σκωτία, την οποία περιγράφει ο συγγραφέας είναι από τους αφανείς πρωταγωνιστές του βιβλίου), οι αγροτικές εργασίες, η πείνα και η υποταγή στον πανίσχυρο ιδιοκτήτη της περιοχής που έχει εξουσία για τα πάντα, η ανισότητα οικονομική και κοινωνική δημιουργούν μια έξοχη λογοτεχνική ατμόσφαιρα και μαζί ένα δυνατό σχόλιο.


Το βιβλίο μοιάζει πολύ με τα υπέροχα "Έθιμα ταφής" της Χάνα Κεντ ως θεματική και ατμόσφαιρα∙ υπάρχει μια τάση παγκοσμίως για αυτό είδος λογοτεχνίας, της οποίας πρότυπο παραμένουν από τη μια το εμβληματικό "Εν Ψυχρώ" του Τρ. Καπότε και από την άλλη, το αριστουργηματικό "Άλλο πρόσωπο της Γκρέις" της Μ.Άτγουντ.
Χρησιμοποιώντας διάφορες πηγές ο συγγραφέας δημιουργεί ένα ιδιότυπο πολυφωνικό μυθιστόρημα, που το μόνο το οποίο ξενίζει είναι η λογοτεχνικότητα της αφήγησης του χωριατόπαιδου Ρόντερικ που έρχεται σε αντίθεση με το κλίμα που καλλιεργείται στην συνολική αφήγηση για την πολυπλοκότητα του χαρακτήρα του και τις αντικρουόμενες απόψεις γι' αυτόν. Ο αναγνώστης βρίσκεται διαρκώς μπροστά στο δίλημμα, για το καλό και το κακό, για το πως αντιδράει κανείς απέναντι στην απανθρωπιά και την μοχθηρία, για το στοιχείο της "βεντέτας", για την βιαιότητα και τα αταβιστικά χαρακτηριστικά της αγροτικής κοινότητας που περιγράφει.

Ο συγγραφέας χαρακτηρίζει το βιβλίο του "μυθιστόρημα για ένα έγκλημα" που μάλλον ταιριάζει περισσότερο από τις ευκολίες των όρων "ψυχολογικό" ή "δικαστικό" θρίλερ, καθώς το "ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ" είναι κάτι πολύ περισσότερο. Είναι ένα βιβλίο πολύ ωραίο και ιδιαίτερα ενδιαφέρον, που το απολαμβάνεις και βυθίζεσαι σ' αυτό.

Βαθμολογία 79 / 100



 
Τρίτη, Ιουλίου 10, 2018
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιουλίου 10, 2018 | Permalink
Όσα δεν είπες

"Πίστευα ότι γνώριζα καλά τον Μπαμπά, όμως τη μέρα του θανάτου του άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του μού ήταν άγνωστο."

Η οικογενειακή ιστορία μέσα από τις ζωές των προγόνων του, είναι το θέμα του εξαιρετικού αυτοβιογραφικού βιβλίου, του έξοχου Βρετανού ιστορικού Mark Mazower (Λονδίνο, 1958), με τίτλο "ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΙΠΕΣ" ("What you did not tell") - (εκδ. Άγρα, μετάφραση=εγγύηση Π. Ισμυρίδου, σελ.434). Γραμμένο με το σύνηθες (από τα ιστορικά του έργα) γλαφυρό ύφος που χαρακτηρίζει τον συγγραφέα (και τον έχει καταστήσει ιδιαίτερα αγαπητό στη χώρα μας), το βιβλίο διαβάζεται σαν μυθιστόρημα μεγάλων λογοτεχνικών αξιώσεων.


Ο πατέρας του Μαζάουερ, αφορμή και πρότυπο για το βιβλίο δεν μιλούσε πολύ, ο παππούς του το ίδιο. Υπάρχει μια κρυψίνοια στα μέλη της οικογένειας Μαζάουερ για το παρελθόν, ένα κατάλοιπο της "συνωμοτικής κληρονομιάς", που σε υποχρεώνει να σιωπήσεις για περιπέτειες ή αναποδιές του παρελθόντος. Μπορεί το σημείο αναφοράς του βιβλίου να είναι ο πατέρας Μαζάουερ αλλά ο παππούς είναι ο βασικός πρωταγωνιστής του, ένας άνθρωπος που στη ζωή του και στα μέλη της βαθύτερης οικογένειάς του, απεικονίζεται η περιπέτεια του αριστερού κινήματος στην Ανατολική Ευρώπη. Ο τίτλος "μια ζωή σαν μυθιστόρημα", κλισέ και βαρετός, στην περίπτωση του Μόρντχελ ή Μορντεκάι ή Μάρκους ή τελικά Μαξ Μαζάουερ είναι απολύτως ταιριαστός!

Ο Μαξ Μαζάουερ (1874-1952), από το Γκρόντνο, μια καθαρά εβραϊκή πόλη της Δυτικής Ρωσίας κάπου μεταξύ Λιθουανίας και Πολωνίας γεννήθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα (1874), και μέχρι το 1909 έζησε μια ζωή επαναστάτη για την οποία δεν μιλούσε ποτέ στην οικογένειά του, την οποία δημιούργησε στα 50 του το 1926, και η οποία τον έζησε ως ένα βαρετό επενδυτή ακινήτων λίγο απόμακρο και πρόωρα γηρασμένο.
Το 1897 όμως σε ηλικία 24 ο Μαξ Μαζάουερ, που είχε μετακομίσει στην Βίλνα και εργαζόταν ως λογιστής, ήταν από τα ιδρυτικά στελέχη της "Μπουντ", μιας σοσιαλιστικής οργάνωσης που αποτελείτο από μέλη εβραϊκών σωματείων από την Λιθουανία, την Πολωνία και την Ρωσία, και η οποία, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αριστερή δράση, συσπειρώνοντας τα επαναστατικά εβραϊκά στοιχεία - να μη λησμονούμε ότι το πολυπληθές εβραϊκό στοιχείο της περιοχής (περίπου 4 εκατομμύρια) είχε γνωρίσει πρωτοφανείς διωγμούς από το Τσαρικό καθεστώς κατά καιρούς οδηγώντας σε μετανάστευση μεγάλο μέρος του κόσμου.
Το "Μπουντ" μπορεί να επισκιάστηκε από τους Μπολσεβίκους και εν μέρει να απορροφήθηκε από αυτούς τα χρόνια που πέρασαν, αλλά οι ιδέες του κινήματος επέδρασαν σημαντικά στην επικράτηση της Ρωσικής επανάστασης. Ο Μαξ κινείτο συνωμοτικά σε όλο το φάσμα της περιοχής, εξορίστηκε 2 φορές στην Σιβηρία, διέφυγε στην Ελβετία και την Γερμανία και το 1909 βρέθηκε στην Αγγλία όπου εργάστηκε ως πωλητής γραφομηχανών (εφεύρεση πρωτοποριακή για την εποχή), και με την ευρεία του γνώση των Σλαβικών γλωσσών, έκανε συνεχή ταξίδια στην Ρωσία, άνοιξε γραφείο/αντιπροσωπεία εκεί, όπου κατάφερε να έχει μεγάλες εμπορικές επιτυχίες ακόμα και κατά τη διάρκεια των πρώτων επαναστατικών χρόνων.
Την δεκαετία του '20 εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο όπου παντρεύτηκε την Φρούμα Τουμάρκιν (1893-1964) την οποία είχε γνωρίσει στην Μόσχα. Η Φρούμα είχε ήδη μια κόρη, την Ιρίνα, από τον προηγούμενο γάμο της αλλά κι ο Μαξ είχε έναν εξώγαμο γιο, τον Αντρέ. Το σπίτι που αγόρασαν στο Χάιγκέιτ του Λονδίνου αποτέλεσε στέκι των Ρώσων εμιγκρέδων, παλιών "Μπουντιστών", διανοούμενων, και άλλων. Εκεί γεννήθηκε ο πατέρας του συγγραφέα, ο Μπιλ Μαζάουερ (1925-2009) ο οποίος ανατράφηκε και μεγάλωσε ως τυπικός Άγγλος σε μια οικογένεια που κυριαρχούσε η δυναμική κι ευγενική μορφή της Φρούμα, της μάνας που νοσταλγούσε πάντα την Ρωσία.

"Εκ των υστέρων, ο χρόνος προσομοιάζει με μια σειρά από "αν ίσως", η ιστορία με αγώνα σλάλομ, μια κατάσταση πνευματικής εγρήγορσης για να αντιμετωπίσεις αυτό που κρύβεται πίσω από την επόμενη γωνία κάθε φορά."


Τα δύο τρίτα του βιβλίου καταλαμβάνουν οι περιπέτειες του Μαξ και της βαθύτερης οικογένειάς του, όπως και της οικογένειας της Φρούμα, των Τουμάρκιν δηλαδή. Ένα οδοιπορικό στην Ανατολική Ευρώπη και στους κύκλους των εμιγκρέδων εβραίων και μη ξετυλίγεται μπροστά μας, με περιπέτειες βγαλμένες από τα καλύτερα μυθιστορήματα κάθε είδους. Προσωπικότητες της παγκόσμιας ιστορίας παρελαύνουν από τις σελίδες του βιβλίου, η "ιέρεια" του αναρχικού κινήματος Έμμα Γκόλντμαν, ο ποιητής Τ.Σ.Έλιοτ, ο υπουργός του Στάλιν, Λίτβινοφ πρώην μέλος του Μπουντ και άλλοι περισσότερο ή λιγότερο προβεβλημένοι.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περιπτώσεις των ετεροθαλών αδερφών του Μπίλ Μαζάουερ, του Αντρέ (1909-2005), που ενδεχομένως να μην ήταν γιος του Μαξ Μαζάουερ (το μυστήριο πλανάται σε όλο το βιβλίο), γεννημένος από μια Ρωσίδα πανέμορφη τυχοδιώκτρια, ο οποίος δεν έζησε πολύ με τον Μαξ, φύση περιπετειώδης και κοσμοπολίτικη που κατέληξε υμνητής της δικτατορίας του Φράνκο, μεταφραστής και συγγραφέας ακροδεξιών βιβλίων και σε διαρκή κόντρα με τον πατέρα του και της Ίρα (Ιρίνα) (1916-1985), κόρης της Φρούμα που παντρεύτηκε έναν εύπορο Άγγλο επιχειρηματία για να γίνει συγγραφέας αισθηματικών μυθιστορημάτων.

Είναι πολύ εντυπωσιακή η προσπάθεια του Μαζάουερ να συμμαζέψει και να διαμορφώσει το αρχειακό υλικό της οικογενειακής ιστορίας. Μιας ιστορίας που διαμορφώθηκε μέσα στην σιωπή και την συνωμοτικότητα των μελών της, γεγονός που επηρέασε και την διακριτικότητα του πατέρα του ως προς το παρελθόν. Άνθρωποι που είχαν συνηθίσει να έχουν μυστικά και να μη μιλάνε γι' αυτά - χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η Φρούμα δεν γνώριζε το όνομα της πεθεράς της (της μητέρας του Μαξ Μαζάουερ δηλαδή), μέχρι τον θάνατο του συζύγου της, ενώ υπήρχε μια περιρρέουσα φήμη περί "κατασκοπευτικής δράσης" του Μαξ στην MI6 - γεγονός που ο συγγραφέας χειρίζεται με διακριτικότητα. Οι επιλογές που έκαναν αυτοί οι άνθρωποι καθόρισαν τις ζωές των απογόνων τους, επιλογές που έγιναν σε ένα πλαίσιο πολύ διαφορετικό από το σημερινό, σε ένα κόσμο που άλλαζε συνεχώς. Διατρέχοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης αναρωτιέται διαρκώς πόσο διαφορετικός είναι ο κόσμος του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου αιώνα σε σχέση με το σήμερα.

"Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να εξιστορήσει κανείς μια ζωή. Μπορεί να ξεδιπλώσει το ιδιοφυές πνεύμα, πράγμα το οποίο λατρεύουν οι Ρομαντικοί. Μπορεί ν αποκαλύψει το ιδιοφυές πνεύμα, πράγμα το οποίο λατρεύουν οι θιασώτες τους. Υπάρχει επίσης η αναζήτηση του Οδυσσέα, η επιδίωξη της ψυχικής ισορροπίας, η αντιμετώπιση των φαντασμάτων και ο εξορκισμός των δαιμόνων, η εξιστόρηση των περασμένων πλέον βασάνων, καθώς και η αποκάλυψη των κρυμμένων μυστικών και της προσπάθειας που καταβάλλεται προκειμένου να παραμείνουν θαμμένα.(...) Πως θα ήταν άραγε αν αφηγούμαστε την ιστορία μιας ζωής η οποία αποτυπώνει το ξετύλιγμα ενός διαφορετικού, πολύ παλαιότερου θέματος: της επιδίωξης της ευτυχίας και τυς ευημερίας; Μιας ζωής η ιστορία της οποίας, διαμέσου των γενεών, δεν έχει να κάνει τόσο πολύ με τον πόνο, την αποξένωση και τη μοναξιά ενός αυθεντικού μεμονωμένου ατόμου, όσο και με το ψυχικό σθένος, την ανθεκτικότητα και τις αρετές της σιωπής, του πραγματισμού και της ευχαρίστησης που προσφέρουν τα απλά πράγματα;"


Ο Μαζάουερ περιγράφει την δυσκολία προσαρμογής των εμιγκρέδων στον Δυτικό κόσμο, τις δυσκολίες που συνάντησε ο πατέρας του, προερχόμενος από ένα σπίτι ανθρώπων ταλαιπωρημένων και διαφορετικής νοοτροπίας, να ενταχθεί στην αστική Βρετανική κοινωνία και αυτός ο διχασμός πόσο τον επηρέασε στην μετέπειτα ζωή του. Η οικογενειακή ιστορία βαριά και πολύ ενδιαφέρουσα, κάποιες φορές δραματική, κάποιες περιπετειώδης, διαμόρφωσε όχι μόνο τον Μπιλ Μαζάουερ αλλά και τον ίδιο τον συγγραφέα γεννημένο στο τέλος της δεκαετίας του '50.

Μια κατάθεση αγάπης αλλά και απόλυτου σεβασμού προς την οικογενειακή ιστορία αποτελεί αυτό το εκπληκτικό βιβλίο. Σαγηνευτικό και εθιστικό, ελεγειακό και απόλυτα ατμοσφαιρικό, τρυφερό και νοσταλγικό, το "ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΙΠΕΣ", σε μια ωραία έκδοση που είναι εμπλουτισμένη με χάρτες και οικογενειακές φωτογραφίες, είναι άλλο ένα δείγμα του συγγραφικού (και λογοτεχνικού) χαρίσματος του Μαρκ Μαζάουερ που μετατρέπει αριστουργηματικά, την προσωπική ιστορία σε παγκόσμια (αυτή την "μελαγχολική αύρα των ματαιωμένων ελπίδων" όπως γράφει χαρακτηριστικά στην εισαγωγή του), κι ένα βιβλίο απαιτήσεων (από τα σημαντικότερα της χρονιάς) σε μαγευτικό page-turner ανάγνωσμα.

Βαθμολογία 88 / 100

ΥΓ. Στην παραπάνω οικογενειακή φωτογραφία (που μέρος της κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου), στον κήπο της οικίας στο Χάιγκέιτ του Λονδίνου, διακρίνονται ο Μαξ και η Φρούμα Μαζάουερ (ο παππούς και η γιαγιά του συγγραφέα), με τον έφηβο Μπιλ Μαζάουερ (πατέρα του συγγραφέα) και την Ιρίνα (κόρη της Φρούμα, ετεροθαλή αδερφή του Μπιλ Μαζάουερ).