Τρίτη, Δεκεμβρίου 11, 2018
posted by Librofilo at Τρίτη, Δεκεμβρίου 11, 2018 | Permalink
"Διασταύρωση Μάγκμπι" και "Ο Σηματωρός"
Το μεσημέρι της 9ης Ιουνίου, του 1865, ο μεγάλος Βρετανός συγγραφέας Κάρολος Ντίκενς (1812-1870), μαζί με την ερωμένη του Έλεν (Νέλλυ) Τέρναν (1839-1914), και την μητέρα της επέστρεφαν από την Γαλλία. Γύρω στις 3, το τρένο που τους μετέφερε εκτροχιάστηκε στο Στέηπλχερστ του Κεντ, πιο συγκεκριμένα στη γέφυρα πάνω από τον παραπόταμο Μπελτ, καθώς λόγω εργασιών συντήρησης στη γραμμή, οι ράγες είχαν αποσυρθεί. Μια ασυνεννοησία του επιστάτη του έργου και των μηχανοδηγών που δεν είχαν προειδοποιηθεί για τις εργασίες, οδήγησε σε μια πραγματική καταστροφή, καθώς το τρένο πέρασε με ταχύτητα πάνω από το σημείο και έφυγε από την πορεία του πέφτοντας στον ποταμό. Έξι από τα επτά βαγόνια της πρώτης θέσης καρφώθηκαν στον ποταμό οδηγώντας στον θάνατο δέκα άτομα και στον τραυματισμό περίπου σαράντα, ενώ το έβδομο αιωρείτο στο χείλος του κενού. Σε αυτό το βαγόνι επέβαινε ο Ντίκενς με την συντροφιά του. Μόλις κατάφερε να απεγκλωβιστεί και διαπιστώνοντας ότι οι δύο κυρίες ήταν ανέπαφες, ο Ντίκενς με ένα μπουκάλι ρούμι στο χέρι, προσπάθησε να βοηθήσει τους επιβάτες. Κάποιοι άφησαν στα χέρια του την τελευταία τους πνοή. Το γεγονός αυτό επέδρασε δραματικά στην ψυχολογία του μεγάλου συγγραφέα, καθώς όπως μαρτυρούν αφηγήσεις των στενών του συγγενών, δεν συνήλθε ποτέ, μέχρι τον θάνατό του, το 1870 πέντε χρόνια αργότερα από αυτό το συμβάν.

Δεκαοχτώ μήνες αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1866 στο χριστουγεννιάτικο τεύχος του περιοδικού «All the Year Round» που εξέδιδε ο Κάρολος Ντίκενς, δημοσιεύτηκε μια συλλογή διηγημάτων. Η συλλογή αυτή περιείχε οκτώ διηγήματα με ιστορίες γύρω από το ταξίδι με τρένο, τα τέσσερα είναι του ίδιου του Ντίκενς και τα υπόλοιπα τέσσερα τα έγραψαν συνεργάτες του περιοδικού και γνωστοί συγγραφείς της εποχής, οι Άντριου Χάλιντεϊ, Τσάρλς Κόλινς (αδερφός του περίφημου Γουίλκι Κόλινς), Ίσμπα Στρέτον και Αμέλια Έντουαρντς. Τα διηγήματα αυτού του τεύχους απαρτίζουν, την συλλογή που έγινε γνωστή αργότερα ως «ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ ΜΑΓΚΜΠΙ» («Mugby Junction»)που στην χώρα μας πρωτοκυκλοφόρησε το 2006 σε δύο τόμους από τις εκδόσεις «Ποντίκι» και εκδόθηκε ξανά με την ίδια μετάφραση, του Γ. Μπαρουξή, πριν από μερικούς μήνες από τις εκδόσεις «Ποικίλη Στοά» (σελ. 269). Πριν από δυο περίπου μήνες εκδόθηκε αυτόνομο, το πιο διάσημο από τα διηγήματα της συλλογής, με τίτλο «Ο ΣΗΜΑΤΩΡΟΣ» («The Signalman»), από τις εκδόσεις Άγρα, σε μετάφραση της Μ. Ζαχαριάδου (σελ.53).


Δεν είναι περίεργο που το «The Signalman» (το αφήνω για την ώρα αμετάφραστο, διότι υπάρχουν δύο διαφορετικές – μπορεί και περισσότερες – εκδοχές του τίτλου στα ελληνικά όπως θα δούμε παρακάτω), γνώρισε τέτοια αποδοχή. Η συλλογή «Διασταύρωση Μάγκμπι» είναι ένα θαυμάσιο βιβλίο από όλες τις πλευρές. Διηγήματα όμορφα, καλογραμμένα, με ωραίο ρυθμό, αν και είναι εμφανής η διαφορά μεταξύ των τεσσάρων που έγραψε ο Ντίκενς με τα υπόλοιπα, όμως το «The Signalman» ξεχωρίζει, διότι είναι μια εκπληκτική αλλόκοτη ιστορία, που στέκεται αυτόνομα και είναι πραγματικά κρίμα που περιορίζεται σε τόσο λίγες σελίδες. Είναι όμως σίγουρο, ότι απολαμβάνεις περισσότερο αυτό το διήγημα, διαβάζοντας τα προηγούμενα τρία του Ντίκενς – αυτό είναι το τέταρτο στη σειρά και μπαίνοντας περισσότερο στην ατμόσφαιρα της συλλογής.

 Τα τρία πρώτα διηγήματα της «Διασταύρωσης Μάγκμπι», έχουν ως ήρωα, έναν ανώνυμο ταξιδιώτη, ο οποίος στις «3 η ώρα μιας βροχερής νύχτας» αποβιβάζεται χωρίς λόγο στον μικρό και δευτερεύοντα σταθμό που ονομάζεται «Διασταύρωση Μάγκμπι». Στις αποσκευές που κουβαλάει υπάρχει το λογότυπο της εταιρίας «Μπάρμποξ Μπράδερς», οπότε ο συγγραφέας χάριν ευκολίας αποκαλεί έτσι τον ήρωά του που αργότερα μαθαίνουμε ότι ονομάζεται Τζάκσον. Ο ταξιδιώτης βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι της ζωής του, ήταν χρηματιστής που παράτησε την πληκτική και μονότονη δουλειά του στο Λονδίνο, προδόθηκε από την γυναίκα που αγαπούσε και τον καλύτερό του φίλο και μπήκε απλά σε ένα τρένο χωρίς προορισμό. Ο σταθμάρχης θα του συστήσει μια πανσιόν να μείνει έστω τη νύχτα, αλλά εκείνος μετά την γνωριμία του το επόμενο πρωί με μια γυναίκα που αγαπάει τη μουσική αλλά δεν έχει όργανο να παίξει, αποφασίζει να μείνει εκεί για περισσότερο διάστημα. Στα επόμενα δύο διηγήματα παρακολουθούμε τον «Μπάρμποξ Μπράδερς» να διασώζει ένα μικρό κοριτσάκι που χάθηκε (ή μήπως όχι;) και να παρακολουθεί μια ξεκαρδιστική συζήτηση σε ένα αναψυκτήριο. Στο επόμενο διήγημα όμως, η έκπληξη περιμένει τον ανυποψίαστο αναγνώστη…

Στον αριστουργηματικό «Σηματωρό» (εκδόσεις Άγρα) ή «Σηματοδότη» (όπως μεταφράζεται στην «Διασταύρωση Μάγκμπι» (εκδόσεις Ποικίλη Στοά») το διήγημα «The Signalman», έχουμε μια ιστορία που βασίζεται στο υπερφυσικό, μια κλασσική ιστορία φαντασμάτων δηλαδή. Τα θέματα της παράνοιας, του ψυχολογικού φόβου και της απομόνωσης θίγονται σε αυτό το μικρό διήγημα των 26-27 σελίδων που έμεινε κλασσικό και είναι ουσιαστικά ένα από τα αρτιότερα δείγματα του είδους, όπως και μία από τις καλύτερες ιστορίες του Ντίκενς.

Ο αφηγητής είναι κι εδώ ανώνυμος, όπως και στα τρία πρώτα διηγήματα της συλλογής αλλά είναι σίγουρο ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, μόνο που εδώ η αφήγηση αλλάζει και γίνεται πρωτοπρόσωπη. Ο συγγραφέας δεν δίνει όνομα ούτε στον Σηματωρό, ο οποίος βρίσκεται συνεχώς μόνος σε έναν απόμερο σταθμό και βασανίζεται από τις συνεχείς εμφανίσεις μιας απόκοσμης μορφής που τον προειδοποιεί μέσω των δονήσεων ενός κουδουνιού που μόνο εκείνος μπορεί να ακούσει, για κάποιο μοιραίο συμβάν που πρόκειται να γίνει σύντομα. Ο αφηγητής παραξενεύεται από την ένταση και τις ανησυχίες του Σηματωρού, αλλά από την άλλη δυσπιστεί με τα λεγόμενά του που θεωρεί ότι προκαλούνται από την πολύωρη καθημερινή απομόνωσή του σε αυτόν τον απομακρυσμένο σταθμό και από την γενικότερη μίζερη αντιμετώπισή του στη ζωή, καθώς στάθηκε άτυχος σε όλο τον επαγγελματικό του βίο μέχρι στιγμής. Ο αφηγητής θέλει να βοηθήσει αλλά δεν μπορεί, όπως ανήμπορος φαίνεται κι ο Σηματωρός μπροστά στην καταστροφή που βλέπει να πλησιάζει αλλά δεν ξέρει που πρόκειται να συμβεί, κι αν τον επηρεάσει άμεσα. Η σκοτεινή και παράλογη ατμόσφαιρα κατακλύζει τον αναγνώστη που μέσα σε λίγες σελίδες καταδύεται σε ένα τούνελ αβεβαιότητας και ανησυχίας.

«Η οδύνη του νού του ήταν ένα θέαμα πραγματικά οικτρό. Επρόκειτο για το ψυχικό μαρτύριο ενός ευσυνείδητου ανθρώπου, πιεσμένου πέραν των ορίων της αντοχής του από μια ακατανόητη ευθύνη στην οποία εμπλέκονταν ζωές.
«Την πρώτη φορά που στάθηκε κάτω από το φανάρι κινδύνου», συνέχισε, σπρώχνοντας πίσω τα μαύρα του μαλλιά και περνώντας τα χέρια ξανά και ξανά από τους κροτάφους του με υπέρτατη πυρετική αγωνία, «γιατί δεν μου είπε που ήταν να συμβεί το δυστύχημα – αφού έπρεπε οπωσδήποτε να συμβεί; Και τώρα πάλι, γιατί δεν μου λέει πως θα μπορούσε να αποτραπεί – εάν αυτό είναι δυνατόν; Τη δεύτερη φορά, γιατί δεν μου είπε: «θα πεθάνει. Ας την κρατήσουν σπίτι», αντί να κρύβει το πρόσωπό του; Εάν, και στις δύο αυτές περιστάσεις, ήρθε μόνο και μόνο για να μου δείξει ότι προειδοποιήσεις του είναι αληθείς ώστε να με προετοιμάσει για την τρίτη, γιατί τώρα δεν με προειδοποιεί ανοιχτά. Κι εγώ, ο Θεός να με βοηθήσει! Ένας απλός σηματωρός είμαι σ’ ετούτον τον απόμερο σταθμό! Γιατί δεν πάει σε κάποιον με κύρος ώστε να γίνει πιστευτός και με δύναμη ώστε να κάνει κάτι;» »

Τα υπόλοιπα τέσσερα διηγήματα της συλλογής, είναι γραμμένα από τους συνεργάτες του Ντίκενς στο περιοδικό «All the Year Round». Το πρώτο διήγημα «Ο μηχανοδηγός», του Άντριου Χολιντέι, αφορά την αφήγηση ενός μηχανοδηγού για τις δυσκολίες του επαγγέλματός του, τις ευαισθησίες του, τα ατυχήματα που συμβαίνουν κατά την ώρα υπηρεσίας του. Στο πολύ καλό δεύτερο διήγημα «Σπίτι χωρίς καθρέφτες» του Τσαρλς Κόλινς, ένας βαριά άρρωστος άνθρωπος ζει σε ένα σπίτι (που βρίσκεται στην Διασταύρωση Μάγκμπι) χωρίς καθρέφτες. Ο γιατρός που θα ασχοληθεί με την περίπτωσή του θα βρεθεί μπροστά σε μια δραματική ιστορία, ενώ το τρίτο διήγημα με τίτλο «Το περιοδεύον ταχυδρομείο» της Ίσμπα Στρέτον (ψευδώνυμο της Σάρα Σμιθ), είναι από τα καλύτερα της συλλογής, έχοντας ως βάση μια ιστορία κατασκοπίας που θα μπορούσε να έχει γράψει ο Τζ.Κόνραντ, καθώς ένα επίσημο έγγραφο από το γραφείο του πρωθυπουργού χάνεται μέσα στο τρένο κατά τη μεταφορά του από έναν ταχυδρομικό υπάλληλο. Βασική ύποπτος είναι μια γυναίκα που ο υπάλληλος που παρουσιάστηκε με άλλη ταυτότητα και μετά εξαφανίστηκε. Μυστήριο και αγωνία συνθέτουν μια ωραία και πολύ περιεκτική περιπέτεια. Το τέταρτο διήγημα με τίτλο «Ο μηχανικός» της (Αιγυπτιολόγου) Αμέλια Έντουαρντς είναι η ιστορία μιας αντρικής φιλίας που θα χαλάσει εξαιτίας μιας γυναίκας.


Τα επτά διηγήματα (βγάζουμε έξω το «The Signalman», ως κάτι τελείως αυτόνομο που ξεχωρίζει) της συλλογής, μπορεί να είναι πολύ καλά χωρίς όμως να είναι πολύ πρωτότυπα, ενώ και τα τρία πρώτα που είναι γραμμένα από τον Ντίκενς, σίγουρα δεν ξεχωρίζουν μέσα από το τεράστιο σε έκταση και σε ποιότητα έργο του. Δεν μπορεί όμως κανείς να παραβλέψει την δεδομένη αξία τους, καθώς είναι πολύ ενδιαφέρουσες ιστορίες, με ωραίο στυλ και φινέτσα. Ιδιαίτερα τα δύο πρώτα με τον «Μπάρμποξ Μπράδερς», έχουν μια αλλόκοτη ατμόσφαιρα που τα περιβάλλει και ένα εξαιρετικό ψυχολογικό υπόβαθρο για έναν άντρα αποξενωμένο που ξαναβρίσκει την πίστη στη ζωή.

Οι δύο εκδόσεις, της συλλογής από την Ποικίλη Στοά και της Άγρας (για τον «Σηματωρό») είναι πολύ καλές, κυρίως η εισαγωγή (του Simon Bradley), στην έκδοση της Άγρας είναι εξαιρετική, ενώ και η εισαγωγή (υποθέτω του μεταφραστή Γ.Μπαρουξή) στην συλλογή «Διασταύρωση Μάγκμπι» είναι ιδιαίτερα κατατοπιστική. Ότι και να επιλέξει ο αναγνώστης – εγώ θα πρότεινα και τα δύο -, δεν θα βγει χαμένος, στο δε «Signalman» θα κάνει και μια ενδιαφέρουσα σύγκριση στην προσέγγιση από τους δύο εξαίρετους μεταφραστές, ενώ η ανάγνωση της συλλογής διηγημάτων θα του δώσει μια σφαιρική άποψη για το νήμα που συνδέει τις ιστορίες του τόμου, και θα του προσφέρει ένα ωραίο αναγνωστικό ταξίδι με τρένο στην Αγγλική επαρχία.

Βαθμολογίες: «ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ ΜΑΓΚΜΠΙ» 80 / 100
                      «Ο ΣΗΜΑΤΩΡΟΣ» 88 /100



 
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 05, 2018
posted by Librofilo at Τετάρτη, Δεκεμβρίου 05, 2018 | Permalink
"Το Πλέγμα"

Σπονδυλωτό «μυθιστόρημα σε είκοσι μονολόγους» (όπως αναγράφεται στο εξώφυλλο), ή μια συμπαγής συλλογή διηγημάτων που έχει ένα κοινό νήμα; Το ερώτημα προκύπτει σχεδόν αυθόρμητα με την ανάγνωση του πολυφωνικού βιβλίου «ΤΟ ΠΛΕΓΜΑ» του εξαίρετου συγγραφέα Μιχάλη Μοδινού (Αθήνα, 1950) – (εκδ. Καστανιώτη, σελ.228). Είκοσι μονόλογοι, είκοσι σύντομες ιστορίες στην Αθήνα του 21ου αιώνα, ένα σκηνικό πολύ διαφορετικό από το προηγούμενο μυθιστόρημα του συγγραφέα, την έξοχη «Εκουατόρια».


Στην εισαγωγή του βιβλίου, υπάρχει (μεταξύ άλλων) και μια πρόταση του Μισέλ Ουελμπέκ από το μυθιστόρημα του «Τα στοιχειώδη σωματίδια»: «Το καλό συνδέει, το κακό αποσυνδέει. Διαχωρισμός είναι το άλλο όνομα του κακού. Είναι επίσης το άλλο όνομα του ψέματος. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει παρά μια θαυμαστή και απέραντη αλληλεπίδραση». Στην «αλληλεπίδραση» που αναφέρει ο αντιφατικός Γάλλος συγγραφέας στηρίζεται η δομή του «Πλέγματος». Οι πρωταγωνιστές των ιστοριών του Μοδινού, γνωρίζονται μεταξύ τους (αν όχι όλοι, οι περισσότεροι από αυτούς), οι ζωές τους είναι μπλεγμένες, δημιουργώντας ένα σύνολο σχέσεων και συνθηκών, σε ένα ιδιότυπο γαϊτανάκι.

Ο Δημήτρης Ωραιόπουλος συνταξιούχος δικαστικός, που βρίσκει ένα νέο ενδιαφέρον στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι ο «άτυπος» ήρωας του βιβλίου, καθώς όχι μόνο πρωταγωνιστεί σε δύο από τις ιστορίες, αλλά ουσιαστικά γύρω του περιστρέφονται (λιγότερο ή περισσότερο) τα υπόλοιπα πρόσωπα με τις ιστορίες τους άλλες ενδιαφέρουσες, άλλες όχι και τόσο, σκηνές της αθηναϊκής καθημερινότητας σε μια εποχή κοινωνικής και οικονομικής κρίσης.

Οι ήρωες των ιστοριών αφηγούνται σε πρώτο πρόσωπο, τις ερωτικές τους σχέσεις, μπερδεμένες και αξεδιάλυτες, αισθηματικά δράματα, γυναίκες που αισθάνονται ως λογοτεχνικές ηρωίδες και άνδρες που προσπαθούν να το παίξουν εραστές, ενώ η πεζή καθημερινότητα τα διαλύει όλα. Οι παράνομοι εραστές του βιβλίου, γνωρίζονται μεταξύ τους, καθώς έχουν οικογενειακές και συγγενικές σχέσεις σε αυτό το παιχνίδι του έρωτα που προσπαθεί να ξορκίσει τον φόβο του θανάτου που ταλανίζει τους μεσήλικες πρωταγωνιστές των ιστοριών του Μοδινού. Ο έρωτας απασχολεί τις σκέψεις τους, προσπαθούν να κρατηθούν από ψήγματα τρυφερότητας και ελάχιστου ενδιαφέροντος, να θυμηθούν ότι υπάρχουν.

«Άλλο θέλω να πω ωστόσο, Βερονίκ, γεννηθήκαμε για να πιστεύουμε ότι οι σχέσεις των ανθρώπων είναι αμφίδρομες, ότι το βέλος πρέπει να δείχνει και προς τις δύο κατευθύνσεις, αλλιώς για τι σχέσεις μιλάμε - είναι θέμα ορισμού, έτσι δεν είναι; Δεχόμαστε ότι το τάιμινγκ μπορεί να μην είναι πάντα το σωστό, ότι οι συγκυρίες μπορεί να καταβαραθρώσουν μια ανοιχτή δυνατότητα, αλλά ότι κάπου μες στην οικονομία του σύμπαντος, ή, για να το χαμηλώσουμε λίγο, της κοινωνίας - του ανθρώπινου οικοσυστήματος όπως το ονόμαζε ο ίδιος ο Πέτρος -, υπάρχει μια πληρωμή, μια ανταμοιβή, ένα σήμα πως η όποια επένδυσή σου δεν είναι ένα τίποτα χαμένο στο τίποτα. Η αναλωθείσα ενέργεια δεν χάνεται, απλώς μεταμορφώνεται, ή έστω υποβαθμίζεται, λέει ένα αξίωμα της φυσικής. Αλλά που βρισκόταν η δική μου σπαταλημένη ενέργεια; Και τι παίρνεις ως απάντηση στις δεήσεις σου από αυτό το σκληρό, αδιάφορο σύμπαν; Τη σιγή, την απόλυτη σιγή. Δεν μοιάζει με αρνητική θρησκευτική εμπειρία, κάτι σαν να προσεύχεσαι στο κενό;»

Οι 19 χαρακτήρες του βιβλίου αφηγούνται αυτόνομους μονολόγους, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Είναι μεσοαστοί με εκλεπτυσμένα γούστα, γνώστες του καλού οίνου, του καλού φαγητού, των ωραίων ρεστωράν.Μέσα από την αυτονομία και την ιδιαιτερότητα του καθενός συμπληρώνεται ένα παζλ προσωπικοτήτων και ιστοριών που επικεντρώνονται περισσότερο στις σχέσεις (κυρίως τις σεξουαλικές) υφαίνοντας το πλέγμα που μέσα του διασταυρώνονται οι εμπειρίες και η πορεία τους. Μπορεί ο Δημήτρης Ωραιόπουλος να αποτελεί τον κεντρικό πόλο του βιβλίου, αλλά στις ιστορίες εμφανίζεται ο ίδιος ψυχίατρος και το ίδιο κέντρο αισθητικής▪ κατ’ αυτόν τον τρόπο η ευφυής σύλληψη του συγγραφέα εντάσσει τους πρωταγωνιστές των ιστοριών του σε ένα είδος μικροκοινωνίας, ή κοινότητας ή (όπως έγραψε ο Μ.Πιμπλής στα ΝΕΑ) ένα είδος θιάσου, αν και η ματιά του Μοδινού είναι περισσότερο κινηματογραφική, καθώς ο αναγνώστης νιώθει ότι ο συγγραφέας κρατάει μια κάμερα που κινηματογραφεί από ψηλά τις κινήσεις των ηθοποιών του.


Το «μυθιστόρημα» έχει καλές και κακές στιγμές, κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες, κάποιες κοινότοπες▪ όλες χρησιμεύουν στην οικονομία της αφήγησης, γιατί η προσπάθεια να αποτυπώσεις την καθημερινότητα θα πρέπει να συμπεριλάβει και την κοινοτοπία. Ξεχωρίζουν όμως οι λεπτομέρειες που δείχνουν την ικανότητα του Μοδινού ως συγγραφέα στιβαρού και ιδιαίτερα αξιόλογου σε στιγμιότυπα όπως, η καθαρίστρια της ΕΡΤ, που γυρίζοντας σπίτι της, και βλέπει στο βαγόνι του μετρό έναν παλιό εραστή της και θυμάται την σχέση τους («Μεταβολισμός»), η ιστορία του γέροντα, παλαιού ναυτικού, που κλαίει στα δελτία ειδήσεων και γνωρίζει την σημασία του «Sodade» («Ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου»), ή η ιστορία του μεσήλικα εραστή που ξενερώνει και φεύγει απογοητευμένος ακούγοντας την παρ’ ολίγον ερωμένη του να εκθειάζει τον Μπιν Λάντεν και την πτώση των Δίδυμων Πύργων («Χαμένες προσδοκίες») και αρκετές άλλες ακόμα, που χωρίς να διαδραματίζουν σπουδαίο ρόλο στα δρώμενα, δίνουν το στίγμα του βιβλίου.

«Μέσα από το γλιστερό ψιλόβροχο η ασχήμια της πόλης αναδύεται ανεμπόδιστη. «Μοναξιά» είναι η μόνη λέξη που μπορεί να περιγράψει αυτά τα απόβραδα. Ο Βασίλης σπρώχνει το σιντί με τη Σεζάρια Εβόρα, η ίδια αυτή λέξη που ακούγεται ως "σοντάντ" ή κάτι τέτοιο επαναλαμβάνεται αενάως και σου πλακώνει την ψυχή με έναν βροντερό λυρικό στόμφο, το "ο" ολοστρόγγλο, το "α" σβήνει στο άπειρο. Πάω να του πω να βάλει κάτι πιο χαρωπό, όμως αλλάζω γνώμη, γυρίζω στον γέρο και του λέω, Τι σημαίνει αυτή η λέξη, μήπως ξέρετε, πατέρα; Μοναξιά, απαντά χωρίς δισταγμό. Αλλά πιο πολύ σημαίνει απώλεια, νοσταλγία, προσδοκία επιστροφής. Μένω άναυδη, κι ο Βασίλης το ίδιο, υποθέτω, γιατί τον βλέπω να διορθώνει το καθρεφτάκι. Μια φορά πιάσαμε στο Κάπο Βέρντε για ένα φορτίο ζάχαρης, συνεχίζει ο γέρος, μιλάνε πορτογαλέζικα εκεί, και στο λιμάνι γνώρισα μια μιγάδα. Περάσαμε μια ολόκληρη βδομάδα μαζί, μου τραγουδούσε με τη βαθιά φωνή της για να με πάρει ο ύπνος, και μετά μου έγραφε μια ζωή ρωτώντας μονότονα αυτή τη λέξη με κεφαλαία, κι από δίπλα θαυμαστικά και καρδούλες, μέχρι να γεμίσει η σελίδα. Δεν επέστρεψα ποτέ, ούτε τήρησα τις υποσχέσεις μου. Δεν γινόταν. Ο Βασίλης μου ήταν μωρό τότε, περίμενε τον πατέρα του. Μόνο πότε πότε έβαζα σ' έναν φάκελο ένα πενηντοδόλαρο για τα παιδιά της - πολλά λεφτά σ' εκείνα τα μέρη. Μην το χαμηλώνεις, λέει στον Βασίλη με απρόσμενη ένταση στη φωνή, και πράγμα περίεργο, τη στιγμή που θα έπρεπε λογικά να κλαίει, τα μάτια του είναι στεγνά σαν την έρημο Σαχάρα και μόνο μια υποπράσινη λάμψη  φωσφορίζει μέσα τους, αν μπορώ να δω καλά - εκτός κι αν είναι οι αντανακλάσεις της πόλης. Απέναντι αριστερά η Πρεσβεία και το Μέγαρο Μουδικής, καιρό έχουμε να περάσουμε νύχτα, πατέρα, λέω για να πω κάτι, πριν ξεσπάσω εγώ σε κλάματα. Και το άγαλμα του Βενιζέλους στο Πάρκο Ελευθερίας, πρώην ΕΤΑ-ΕΣΑ. Ναι, ακούω τη φωνή του να με παρακάμπτει, θυμάμαι μια φορά στο Βαλπαραΐζο...»

Το «Πλέγμα», είναι ένα τολμηρό (ως προς την σύλληψη) βιβλίο, ωραίο ρυθμό, γλώσσα δουλεμένη που αλλάζει ύφος ανάλογα με τον αφηγητή της κάθε ιστορίας, με πολύ ενδιαφέροντες χαρακτήρες, και μερικές εξαιρετικές ιστορίες που ίσως χάνονται καθώς θα μπορούσαν να αποτελέσουν υλικό για νουβέλες ή ακόμα και μυθιστορήματα. Το βιβλίο βρίθει βιβλιοφιλικών αναφορών, Γιόζεφ Ροτ, Γιασμίνα Ρεζά (με ένα θεατρικό της), Ουελμπέκ, ο Κούρτοβικ, η Σχινά, τα αστυνομικά της Άγρας – όλα αυτά περνάνε μέσα από τις ιστορίες των μεσοαστών (ως επί το πλείστον) πρωταγωνιστών τους.
Μετά από τις «μεγάλες αφηγήσεις» των έξοχων μυθιστορημάτων του που εκτυλίσσονταν στην Αφρικάνικη ήπειρο ή το άκρως επιτυχημένο «πείραμα» με την «Σχεδία» (ίσως το καλύτερό του βιβλίο), ο Μοδινός τα καταφέρνει πολύ καλά και με την περιγραφή της καθημερινότητας στην πόλη, σε ένα «μυθιστόρημα» που εμπεριέχει κοινωνικό και πολιτικό σχολιασμό – περισσότερο εμφανή τον πρώτο, υποδόριο τον δεύτερο με ιστορίες που στις καλές στιγμές τους φέρνουν στο νου αυτές του Ρέιμοντ Κάρβερ. Δεν ξέρω ποιον δρόμο θα επιλέξει στην πορεία ο ευφυέστατος (και εξαιρετικός) συγγραφέας, αλλά με το «Πλέγμα» δείχνει ότι μπορεί να τα καταφέρει εξίσου καλά και στα «μικρά» αλλά και στα «μεγάλα».

Βαθμολογία 80 / 100






 
Τετάρτη, Νοεμβρίου 28, 2018
posted by Librofilo at Τετάρτη, Νοεμβρίου 28, 2018 | Permalink
"Το τραγούδι του χιλμπίλη"

Μια τρομερά ενδιαφέρουσα αυτοβιογραφική μαρτυρία (λογοτεχνικό είδος που οι Αγγλοσάξωνες αποκαλούν "memoir") είναι το πολύ ιδιαίτερο βιβλίο του πρωτοεμφανιζόμενου J.D.Vance (Middletown Ohio, 1984) με τίτλο "ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΧΙΛΜΠΙΛΗ" ("Hillbilly Elegy: A Memoir of a Family and Culture in Crisis"), που πρωτοκυκλοφόρησε στις Η.Π.Α. το 2016, με μεγάλη επιτυχία και (ευτυχώς) εκδόθηκε στην Ελλάδα την φετεινή χρονιά από τις εκδόσεις "Δώμα" (μετάφρ. Αριστ. Μαλλιαρός, σελ. 360). Το βιβλίο μπορεί σε πρώτο επίπεδο να είναι μια καταγραφή της προσωπικής και οικογενειακής ιστορίας του συγγραφέα, αλλά ουσιαστικά αποτελεί ένα πορτρέτο της βαθιάς Αμερικής, της Αμερικάνικης κοινωνίας που δεν είναι ορατή στην Ευρώπη παρά μόνο μέσα από ταινίες και βιβλία, δηλαδή της μεγάλης μάζας των ψηφοφόρων του Ντ.Τραμπ.


«Θέλω οι άνθρωποι να καταλάβουν τι σημαίνει να παρατάς τον εαυτό σου και πως γίνεται να οδηγηθείς σε κάτι τέτοιο. Θέλω οι άνθρωποι να καταλάβουν τι συμβαίνει στη ζωή των φτωχών, και τις ψυχολογικές επιπτώσεις που έχει η πνευματική και υλική ανέχεια πάνω στα παιδιά μας. Θέλω οι άνθρωποι να καταλάβουν πως νιώσαμε η οικογένειά μου κι εγώ το Αμερικάνικο Όνειρο. Θέλω οι άνθρωποι να καταλάβουν πως βιώνεται η κοινωνική ανέλιξη. Και θέλω οι άνθρωποι να καταλάβουν κάτι που εγώ το έμαθα πολύ πρόσφατα: ότι για όσους από εμάς είχαμε την τύχη να ζήσουμε το Αμερικάνικο Όνειρο, οι δαίμονες της ζωής που αφήσαμε πίσω μας συνεχίζουν να μας κυνηγάνε.»

Η Αμερική της φτώχειας και της παρακμής, όπου οι μεσοδυτικές πολιτείες, εκεί στα Απαλάχια όρη, υποφέρουν εδώ και χρόνια από την φυγή ή την χρεωκοπία των μεγάλων βιομηχανικών μονάδων. Οι κάτοικοι των περιοχών αυτών, αλλά και γενικότερα σχεδόν ολόκληρης της ενδότερης Αμερικής από τις πολιτείες του Νότου έως τα σύνορα της Νέας Υόρκης, αποκαλούνται "χιλμπίληδες" ("hillbillies") ή "rednecks", μια ευρεία μετάφραση αυτών των δύο ορισμών, θα ήταν «μπουρτζόβλαχοι». Είναι οι απόγονοι αγγλοσάξωνων μεταναστών, βαθιά συντηρητικοί και φωνακλάδες, ρατσιστές και βίαιοι, τύποι χαρακτηριστικοί που βλέπουμε συχνά πυκνά σε κινηματογραφικές ταινίες, που λίγο όμως αναπαρίστανται λογοτεχνικά (η Φλάνερυ Ο'Κόνορ, η Άννι Πριού - μεταξύ αρκετών άλλων - είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα συγγραφέων που ασχολούνται με χιλμπίληδες). Είναι η λευκή εργατική τάξη, το αποκαλούμενο white trash, τα «λευκά σκουπίδια», άνθρωποι που η ζωή τους θέτει στο περιθώριο βυθίζοντάς τους στην φτώχεια και την ανεργία.

Ο Τζέιντι Βανς εξιστορεί την ζωή του χωρίς ωραιοποιήσεις και λυρικές στιγμές. Περιγράφει πως είναι να μεγαλώνεις σε μια περιοχή που παρακμάζει, χτυπημένη από την οικονομική κρίση, πως είναι να σε κυνηγάει να σε σκοτώσει η χαπακωμένη μάνα σου όταν είσαι 11 χρονών και να σε γλυτώνει η γειτόνισσα (στην συγκλονιστικότερη σκηνή του βιβλίου), πως είναι να βλέπεις τους άντρες να εναλλάσσονται στην οικογενειακή ζωή, καλούμενοι να υποδυθούν τον πατέρα, πως είναι να ζεις σε μια κοινότητα όπου το να πας στο πανεπιστήμιο είναι κατόρθωμα.

Γεννημένος χιλμπίλης, σε μια οικογένεια που διαλύθηκε σχεδόν αμέσως, ο Βανς ζούσε με την μητέρα του και την (μεγαλύτερη) ετεροθαλή αδερφή του (στην οποία χρωστάει πολλά για την πορεία του στην συνέχεια), στο Μιντλτάουν του Οχάιο, μια κάποτε ανθούσα οικονομικά μικρή πόλη που τώρα έχει παρακμάσει τελείως. Η παιδική του ηλικία ήταν γεμάτη προβλήματα καθώς ο πατέρας του είχε εξαφανιστεί και η μάνα του άνθρωπος βίαιος και τελείως ανεύθυνος (υπάρχει μια σκηνή στο βιβλίο όπου έχει βάλει πέπσι στο μπιμπερό του μωρού Τζέιντι!) δεν μπορεί να σταυρώσει κανονική σχέση για μεγάλο χρονικό διάστημα επηρεάζοντας τις ζωές των παιδιών της, που βιώνουν καταστάσεις ροκ μέσα στο σπίτι. Τον Τζέιντι θα τον σώσει η παρέμβαση της γιαγιάς του, της Μέμω όπως την αποκαλεί, η οποία θα τον πάρει σπίτι της, στο Τζάκσον του Κεντάκι, για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην αρχή, μόνιμα από την εφηβεία του.

«Τα προβλήματα μπορεί να αρχίζουν στο Τζάκσον. Δεν είναι όμως ξεκάθαρο που ακριβώς τελειώνουν. Εκείνο που συνειδητοποίησα πριν από πολλά χρόνια, παρατηρώντας τη νεκρική πομπή στο πλευρό της Μέμω, είναι πως είμαι ένας χιλμπίλης, άνθρωπος των λόφων. Το ίδιο είναι μεγάλο μέρος της λευκής εργατικής τάξης της Αμερικής. Κι εμείς οι άνθρωποι των λόφων δεν τα πάμε και πολύ καλά.»

Η Μέμω είναι η μεγάλη πρωταγωνίστρια του βιβλίου, καθώς εκείνη θα είναι ο άνθρωπος που θα καθορίσει την πορεία του νεαρού Τζέιντι. Γυναίκα αμόρφωτη και πολύ δυναμική, βίαιη και αθυρόστομη, με την Βίβλο στο ένα χέρι, που είχε παντρευτεί πολύ μικρή και με πολλά προβλήματα στον γάμο της με τον παππού του Βανς (τον «Πάπω» όπως τον αποκαλεί), στάθηκε βράχος στην ανατροφή του εγγονού της, προστατεύοντάς τον από την τοξική επιρροή της μητέρας του, εμποδίζοντάς τον να ακολουθήσει την πορεία των περισσότερων συνομηλίκων του στην περιοχή.
Ο Τζέιντι Βανς θα τελειώσει το σχολείο με το όνειρο να σπουδάσει στη Νομική σχολή του πανεπιστήμιου του Οχάιο, θα δει ότι τα δίδακτρα είναι υψηλά και έτσι θα καταταγεί στους πεζοναύτες (άλλη μια καθοριστική απόφαση που του άλλαξε τη ζωή), για τέσσερα χρόνια (που είναι το μίνιμουμ), έτσι ώστε να εκμεταλλευτεί ένα νόμο που υπάρχει για δωρεάν πανεπιστημιακή εκπαίδευση σε όσους ολοκληρώνουν την στρατιωτική τους θητεία. Θα πάει στο Ιράκ, θα επιβιώσει, θα ωριμάσει και έτσι θα καταφέρει να σπουδάσει, δουλεύοντας σε δύο, τρεις δουλειές ταυτόχρονα, όχι μόνο στο πανεπιστήμιο του Οχάιο αλλά θα συνεχίσει στη Νομική σχολή του περίφημου Γιέιλ (χάρη στους βαθμούς του αλλά και σε ένα πρόγραμμα βοήθειας του πανεπιστημίου για τους φτωχούς φοιτητές!), μια πορεία που σου ανοίγει διάπλατα τον δρόμο για τις μεγάλες νομικές εταιρίες της χώρας.

Ο Βανς αποτελεί την κατεξοχήν ενσάρκωση του Αμερικάνικου ονείρου. Είναι ο πρωταγωνιστής μιας ιστορίας από αυτές που μας φαίνονται ψεύτικες και κατασκευασμένες. Κι όμως αυτή είναι μια αληθινή ιστορία. Ο συγγραφέας δεν ωραιοποιεί, παραθέτει τα γεγονότα όπως είναι, δεν ηθικολογεί, ούτε έχει στοιχεία διδακτισμού σε όσα γράφει. Αναλύει τα οικονομικά δεδομένα των μεσοδυτικών πολιτειών, παραθέτει τα στοιχεία που οδήγησαν στην παρακμή, εξηγεί τη νοοτροπία των ανθρώπων που ζουν εκεί. Ο ίδιος υιοθετεί το πρώτο πληθυντικό μιλώντας για τους χιλμπίληδες, δεν λέει εγώ, λέει εμείς, η ιστορία του από προσωπική μετατρέπεται σε γενικότερη, αφορώντας όχι μόνο τον ίδιο αλλά τα εκατομμύρια των ανθρώπων που ζουν σ’ αυτές τις περιοχές.

Το βιβλίο έχει λογοτεχνικές αρετές (ας μη ξεχνάμε ότι είναι non-fiction), και εξαιρετική δομή, υπέροχες εικόνες από τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του ήρωα που θυμίζουν Κάρολο Ντίκενς, αρκετό χιούμορ σε καίριες στιγμές, ενώ η ιστορία του Βανς είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Θα ξενίσει αρκετούς, η πολιτική στάση του συγγραφέα, η οποία δηλώνεται από την αρχή. Είναι ένας βαθιά θρησκευόμενος Ρεπουμπλικανός, ένας νεοφιλελεύθερος συντηρητικός άνθρωπος, που κατηγορεί την πολιτική των κρατικών επιδομάτων (μάλιστα την πολιτική αυτή, την θεωρεί ουσιαστικά υπεύθυνη για το τέλμα που έχουν πέσει οι κάτοικοι των μεσοδυτικών πολιτειών) αλλά και τους συντηρητικούς πολιτικούς ότι απομακρύνονται από τις αγωνίες του λαού.

«Ανήκω σ’ εκείνους τους πατριώτες που οι άνθρωποι απ’ τις βορειοανατολικές πολιτείες τους κοροϊδεύουν. Βουρκώνω όταν ακούω το γλυκερό τραγούδι του Λι Γκρίνγουντ «Proud to be American» («Περήφανος που είμαι Αμερικάνος»). Όταν ήμουν 16 χρονών, ορκίστηκα πως όποτε θα συναντούσα απόμαχο, θα πήγαινα να του σφίξω το χέρι, ακόμα κι αν αυτό προκαλούσε αμηχανία. Μέχρι σήμερα, αρνούμαι να δω το «Σώζοντας το στρατιώτη Ράιαν» με οποιονδήποτε άλλο πέρα απ’ τους κοντινούς μου φίλους, γιατί δεν μπορώ να μη βάλω τα κλάματα στην τελευταία σκηνή.
Η Μέμω κι ο Πάπω με δίδαξαν ότι ζούμε στην καλύτερη και σπουδαιότερη χώρα της Γης. Το γεγονός αυτό έδινε νόημα στην παιδική μου ηλικία. Όταν τα πράγματα ζορίζανε – όταν ένιωθα τις εντάσεις και τα δράματα των παιδικών μου χρόνων να με πνίγουν – ήξερα ότι θα ερχόντουσαν καλύτερες μέρες, γιατί ζούσα σε μια χώρα που μου προσέφερε επιλογές που άλλοι άνθρωποι σε άλλες χώρες στερούνταν. Όταν σήμερα αναλογίζομαι τη ζωή μου και πόσο αληθινά πιστευτή είναι – μια υπέροχη, γλυκιά, λαμπρή σύντροφος ζωής▪ η οικονομική ασφάλεια που ονειρευόμουν από παιδί▪ σπουδαίοι φίλοι και σπαρταριστές νέες εμπειρίες – νιώθω συγκίνηση κι ευγνωμοσύνη γι’ αυτές τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ξέρω πως ακούγεται γλυκανάλατο, αλλά έτσι νιώθω.»

Οι άνθρωποι που ζούμε στην Ευρώπη και παρακολουθούμε από μακριά τα πολιτικά θέματα των Η.Π.Α. έχουμε συνήθως μια στρεβλή εικόνα για το τι ακριβώς γίνεται εκεί. Αυτός είναι ο λόγος που οι περισσότεροι δεν έβλεπαν την δυναμική των λαϊκίζοντων συντηρητικών που κατά καιρούς παίρνουν την εξουσία (Ρήγκαν, Τραμπ). Ο Βανς το γράφει όσο πιο καθαρά γίνεται, ο Ομπάμα δεν τους είναι αντιπαθής γιατί είναι μαύρος, τούς είναι τελείως ξένος, κάτι πολύ μακριά από αυτούς, πολιτιστικά και κοινωνικά, υποθέτω το ίδιο και η Χίλαρι Κλίντον και άλλοι μεγαλοαστοί πολιτικοί. Μαζί με τα υπόλοιπα πολύ ενδιαφέροντα (συμφωνείς ή διαφωνείς) πράγματα που γράφει ο συγγραφέας στο βιβλίο, μας φέρνουν πιο κοντά το ευρύτερο πλαίσιο που συνετέλεσε στην εκλογή του Ντ.Τραμπ και στην δεδομένη δημοφιλία του. Κρατήστε κάπου αυτό το βιβλίο, θα σας χρησιμεύσει στο μέλλον, γιατί το όνομα του Βανς θα το ξανακούσετε, καθώς το πολιτικό του μέλλον είναι σίγουρο, και μπορεί να φτάσει πολύ πολύ ψηλά…

Βαθμολογία: 80 / 100



 
Τετάρτη, Νοεμβρίου 21, 2018
posted by Librofilo at Τετάρτη, Νοεμβρίου 21, 2018 | Permalink
"Η Υπηρεσία Κήπων και Λιμνών"

Το βλέμμα στέκεται στο εξώφυλλο. Μια νεαρή γυναίκα αγκαλιάζει ένα τεράστιο ψάρι σε μια στάση άκρως ερωτική, τα χείλη μισάνοιχτα, τα μάτια κλειστά. Είναι ένας pop-art πίνακας με τίτλο «Deep water”, του Ιάπωνα εικαστικού Yuji Moriguchi, που κοσμεί το εξώφυλλο του μυθιστορήματος, του Γάλλου συγγραφέα και σεναριογράφου Didier Decoin (Παρίσι, 1945) με τον περίεργο τίτλο, «Η ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΚΗΠΩΝ ΚΑΙ ΛΙΜΝΩΝ» («Le bureau des Jardins et des Etangs») – (εκδ. Στερέωμα, (ωραία) μετάφρ. Ιφ. Μποτουροπούλου, σελ. 371), ενός ατμοσφαιρικού και ιδιαίτερα μυθιστορήματος που είναι σαν παραμύθι.


Ιαπωνία, 12ος αιώνας. Ο ψαράς Κατσούρο που τροφοδοτούσε την αυτοκρατορική αυλή με τους υπέροχους κυπρίνους που έπιανε, βρίσκει τραγικό (και λίγο γελοίο) θάνατο. Η χήρα του, η Μιγιούκι, μια όμορφη νεαρή γυναίκα βλέπει τη ζωή της να διαλύεται μετά τον θάνατο του άντρα της, ενώ πανικοβάλλεται με τις συνέπειες του θανάτου του, καθώς η ευημερία ή έστω η επιβίωση του (ασήμαντου κατά τ’ άλλα) χωριού Σιμάε βρισκόταν στα χέρια (ή μάλλον στην απίστευτη ικανότητα) του Κατσούρο να βρίσκει μεγάλους και απαστράπτοντες κυπρίνους και να τους παραδίδει τρεις φορές τον χρόνο στο παλάτι. Η Μιγιούκι αναλαμβάνει να παραδώσει εκείνη, τους κυπρίνους που ήδη είχε πιάσει ο άντρας της, στην υπηρεσία Κήπων και Λιμνών που εδρεύει στο Χεϊανκιό, την αυτοκρατορική πόλη. Γνωρίζει ότι η αποστολή της είναι σχεδόν ακατόρθωτη, μια νέα και αδύνατη γυναίκα φορτωμένη να διασχίσει με τα πόδια την απόσταση που χωρίζει το Σιμάε με το Χεϊανκιό, αλλά η ευθύνη είναι μεγάλη και οι αντίζηλοι από άλλα μέρη είναι πανέτοιμοι να πάρουν την δουλειά από το χωριό της.

Διευθυντής της υπηρεσίας Κήπων και Λιμνών είναι ο γηραιός Νάγκουζα Γουατανάμπε, που γνώριζε ότι κυπρίνους σαν αυτούς που τους φέρνει ο Κατσούρο δεν μπορεί να βρει αλλού. Οι κυπρίνοι χρησίμευαν ως ζωντανοί διάκοσμοι στις λίμνες των ναών της αυτοκρατορικής αυλής και ήταν εκ των ων ουκ άνευ η ανανέωσή τους σε τακτά χρονικά διαστήματα. Ο Νάγκουζα πληροφορείται τον θάνατο του προμηθευτή του, και περιμένει με αγωνία την Μιγιούκι να φτάσει. Η Μιγιούκι φορτωμένη με τα ειδικά κατασκευασμένα κοφίνια περασμένα σε οριζόντιο δοκάρι ανάμεσα στους ώμους της, και με λίγο ρύζι για φαγητό αλλά και ως ανταλλακτική μονάδα, θα πρέπει να διασχίσει μια επικίνδυνη περιοχή ανάμεσα σε δάση, πλαγιές, αντιμέτωπη με τα στοιχεία της φύσης, βροχές, κρύο, λάσπη, σεισμούς αλλά και επικίνδυνες συναντήσεις με τεράστια ζώα, ληστές, τυχοδιώκτες. Οι κίνδυνοι είναι συνεχείς και παραμονεύουν σε κάθε βήμα, αλλά η Μιγιούκι που βρίσκεται πρώτη φορά στη ζωή της να έχει τέτοια ευθύνη στα χέρια της, έχει πείσμα και θέληση, ενώ νιώθει συνεχώς δίπλα της τον Κατσούρο, αναπολεί τον έρωτά τους, το σώμα του, τις συνευρέσεις τους. Στο δρόμο της θα βρει, προσκυνητές που θα αποδειχτούν απατεώνες, ψαράδες, πλωτά πορνεία, ακόμα και τον διευθυντή της υπηρεσίας Κήπων και Λιμνών Νάγκουζα Γουατανάμπε, σε μια συνάντηση που θα μείνει αξέχαστη και στους δύο, καθώς ο σοφός και στοχαστικός άνδρας (που βλέπει το τέλος της ζωής του να πλησιάζει), είναι ο μόνος που θα εκτιμήσει την Μιγιούκι ως πραγματικά όμορφη γυναίκα και ως αυτόνομη προσωπικότητα.

"Ο Νάγκουζα δεν προσδοκούσε παρά ένα πράγμα: να κάνει ωραίο καιρό τη μέρα του θανάτου του. Γιατί, αντιθέτως με τους αλαζόνες πολεμικούς αρχηγούς που δεν διανοούνται να εγκαταλείψουν αυτόν τον κόσμο χωρίς να παρασύρουν τους φανατικούς οπαδούς τους μαζί τους, σκεφτόταν με ευχαρίστηση ότι η ζωή θα συνεχιζόταν χωρίς αυτόν. Μετά από έναν ύστατο περίπατο (και αν τα πόδια του αρνούνταν να τον κρατήσουν, δεν θα τον πείραζε να θυμάται κάποιον ιδανικό περίπατο, αντλώντας από τις αναμνήσεις του), θα εγκατέλειπε τη ζωή όπως εγκαταλείπει κανείς ένα κήπο, ένα ναό ή μια βιβλιοθήκη, χωρίς να αναστατώσει τη συνήθη και ήσυχη πορεία των πραγμάτων, ώστε σχεδόν να μη γίνει αντιληπτός ο θάνατός του που θα πρέπει να κάνει περισσότερο θόρυβο από όσο ένα έντομο που πέφτει από ένα κλαδάκι. Ήλπιζε ότι η Δυτική Αγορά, μπροστά από την οποία περνούσε εκείνη τη στιγμή το φορητό κάθισμα, θα συνέχιζε να αντηχεί από το τύμπανο των μπαμπού τα οποία χτυπούσαν με φρενίτιδα οι έμποροι για να θυμίσουν στην πελατεία ότι η φωτιά είχε σκορπίσει σαν σμήνος σπουργιτιών.
Προσευχόταν λοιπόν ώστε η ημέρα της κηδείας τους να είναι ηλιόλουστη, με τα πουλιά να παίζουν στο υγρό μισοσκόταδο ενός μικρού δάσους. Τα πουλιά δεν παίζουν βεβαίως, δεν έχουν χρόνο γι' αυτό, οφείλουν να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους, αλλά ο Νάγκουζα υπολόγιζε ότι θα του απέμενε αρκετή φαντασία τη στιγμή του θανάτου του για να φανταστεί ένα σμήνος από γαλάζιους μυγοχάφτες να κυνηγιούνται ανάμεσα στα μπαμπού βγάζοντας την αργή και τόσο μελαγχολική κραυγή τους - τέλεια κραυγή για να συνοδεύσει την επιθανάτια αγωνία του τελευταίου διευθυντή της Υπηρεσίας Κήπων και Λιμνών."

Ο Ντεκουάν περιγράφει με έξοχο τρόπο μια όμορφη ιστορία, απλή και με στοιχεία παραμυθιού, αλλά με δυνατό φιλοσοφικό υπόβαθρο. Ο έρωτας που υπερβαίνει τον θάνατο, η απώλεια και η θλίψη, η μάχη της επιβίωσης, η μνήμη και η λησμονιά, η σχετικότητα της ομορφιάς σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια, περνάνε μέσα από την σαγηνευτική αφήγηση της ιστορίας που κυριαρχείται από τους δύο (ή και τρεις αν σκεφτείς ότι ο νεκρός Κατσούρο είναι διαρκώς παρών) ήρωες / πρωταγωνιστές της. Η Μιγιούκι και ο Νάγκουζα, δύο άνθρωποι διαφορετικοί από κάθε πλευρά, εκείνη μια αγράμματη και αδαής κοπέλα από το χωριό που δεν είχε βγει καν από τα όριά του, κι εκείνος ο υψηλόβαθμος αξιωματούχος που βρίσκεται κοντά στο θάνατο και στοχάζεται για το τι τον περιμένει, θα διαγράψουν παράλληλες τροχιές έως ότου συναντηθούν υπό περίεργες συνθήκες.


Γεμάτο αισθησιασμό αυτό το λυρικό και στοχαστικό βιβλίο, είναι πλημμυρισμένο από χρώματα και μυρωδιές από τα λουλούδια κάθε είδους που κατακλύζουν την αφήγηση του Ντεκουάν. Η ματιά της ηρωίδας του γίνεται όσο διασχίζει την ύπαιθρο προς την πόλη, από ασπρόμαυρη σε πολύχρωμη, ο ρυθμός του κόσμου της διαφοροποιείται και όλα δείχνουν διαφορετικά. Ο κόσμος της μεσαιωνικής Ιαπωνίας παρουσιάζεται ολοζώντανος μέσα από την γλαφυρή και φαντεζί ματιά του συγγραφέα, ένας κόσμος όπου η βία παραμονεύει σε κάθε γωνία, η επιβίωση είναι δύσκολη και οι αντιθέσεις τρομακτικές όπως και οι κοινωνικές διαφορές που γίνονται πολύ έντονες καθώς η Μιγιούκι εισέρχεται στην μαγική αυτοκρατορική πόλη, μια πόλη που την θαμπώνει γνωρίζοντας πλέον ότι (αν καταφέρει να επιβιώσει) τα πράγματα ποτέ δεν θα είναι ίδια ξανά.

Εξαιρετικό μυθιστόρημα το "Η υπηρεσία Κήπων και Λιμνών", γεμάτο ερωτισμό και αισθησιασμό, με επιρροές από μεγάλους Ιάπωνες συγγραφείς όπως οι Καβαμπάτα και Τανιζάκι και σκηνοθέτες όπως οι Όσιμα και Κουροσάβα, καθώς η δομή και ο ρυθμός του είναι κινηματογραφικά (μη ξεχνάμε ότι ο Ντεκουάν είναι σεναριογράφος). Σου αφήνει μια μοναδική αίσθηση πληρότητας και ομορφιάς από την οποία είναι πολύ δύσκολο να βγεις, αρκετές μέρες αφού ολοκληρώσεις την ανάγνωσή του.

"Όταν τελικά ακούμπησε τον πάτο της λίμνης, η Μιγιούκι ξάπλωσε πάνω στο απαλό και γλοιώδες στρώμα του βούρκου. Ο Κατσούρο ήρθε και ξάπλωσε πάνω της. Άνοιξε το κιμονό του για να ελευθερώσει το πέος του. Και την ίδια στιγμή ξέφυγε από τη φούσκα αέρα, η οποία, αν είχε μείνει κολλημένη μαζί του, θα τον είχε ανεβάσει στην επιφάνεια, στερώντας του τη δυνατότητα να εισχωρήσει στο σώμα της γυναίκας του.
Ο φαλλός του είχε μεταμορφωθεί σε μουσούδα κυπρίνου που κουνούσε τα τέσσερα άτακτα μουστάκια του, με τα δυο τού πάνω χείλους, μικρά και σαρκώδη να γαργαλούν την κλειτορίδα της νέας γυναίκας, ενώ τα δυο μεγαλύτερα στην συναρμογή των χειλιών χάιδευαν τα τοιχώματα του κόλπου της.
Η Μιγιούκι απόλαυσε στο όνειρο πολλούς οργασμούς μέσα στη νύχτα. Το σώμα της λύγιζε όπως οι τοξωτές γέφυρες που είχε διασχίσει για να περάσει πάνω από τον ποταμό Καμογκάβα. Και πράγματι, ήταν ένα είδος γέφυρας, γιατί η έντονη ηδονή που ένιωθε σε κάθε ονειρικό χάδι του πέους με μουσούδα κυπρίνου, αυτή η ηδονή χόρευε επάνω της, έτρεχε χορεύοντας από την κοιλιά της μέχρι το κεφάλι.
Τον τελευταίο οργασμό τον ένιωσε την αυγή, ενώ ξημέρωνε. Η ψάθα της είχε γεμίσει με τα υγρά της. Η κραυγή της ηδονής της ανακατεύθηκε με τις φωνές των εμπόρων που κατέκλυζαν την Δυτική αγορά εκείνη τη μέρα λειτουργίας της."

Βαθμολογία: 83 / 100



 
Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2018
posted by Librofilo at Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2018 | Permalink
"Ο θάνατος του αστρίτη" + "Δραμάιλο" - Εικόνες της ελληνικής επαρχίας μέσα από δύο συλλογές διηγημάτων

Από τον νομό Δράμας, στον νομό Ηλείας, εικόνες της ελληνικής επαρχίας. Η γεωγραφική απόσταση μεγάλη αλλά η λογοτεχνική απόσταση μικρή. Ασκήσεις μνήμης από δύο ποιητές διαφορετικών γενεών με μεγάλη ηλικιακή απόσταση, που όμως κάπου συναντιούνται με τα νέα τους βιβλία στα οποία αφηγούνται ιστορίες του τόπου τους. Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος (1954, Νεμούτα Ηλείας), στα 64 του χρόνια κάνει την πρώτη του απόπειρα στον πεζό λόγο, με την θαυμάσια συλλογή διηγημάτων «Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΣΤΡΙΤΗ και άλλες ιστορίες», και ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου (1983, Δράμα) μετά από 4 ποιητικές συλλογές, εκδίδει το «ΔΡΑΜΑΪΛΟ», ένα έξοχο ιδιόμορφο βιβλίο με ιστορίες και φωτογραφίες (που είναι σαν ιστορίες). Ας τα δούμε αναλυτικότερα…


Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος, ποιητής δοκιμασμένος και έμπειρος, εκδότης του καλού λογοτεχνικού περιοδικού «Οροπέδιο», με την συλλογή διηγημάτων «Ο θάνατος του αστρίτη» (εκδ. Κίχλη, σελ.141), «δοκιμάζεται» για πρώτη φορά στον πεζό λόγο με αξιοθαύμαστα αποτελέσματα. Τα δέκα διηγήματα του βιβλίου είναι γραμμένα σε νατουραλιστικό ύφος, με ιστορίες που διαδραματίζονται στην περιοχή της Ηλείας και οι περισσότερες στο χωριό Νεμούτα, γενέθλιο τόπο του συγγραφέα (στον οποίον έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του). Το χρονικό πλαίσιο των ιστοριών εκτείνεται σε μια περίοδο 50 χρόνων, από την Μικρασιατική εκστρατεία μέχρι τα πρώτα χρόνια μετά την μεταπολίτευση, όπου ο συγγραφέας αφηγείται ιστορίες με χαρακτηριστικούς τύπους, οικογενειακά δράματα – στον φόντο μπαίνουν τα ιστορικά γεγονότα, ο πόλεμος του 40, η κατοχή, ο εμφύλιος, οι αντάρτες, η μετανάστευση. Οι ήρωες των ιστοριών του Κανελλόπουλου παρασύρονται από την δίνη των γεγονότων, μικρών και μεγάλων, προσπαθούν να επιβιώσουν σε εποχές δύσκολες, ανάπτυξης και παρακμής, χαράς και λύπης, ανόδου και πτώσης.

«Η πρώτη συλλογή διηγημάτων μου, με τίτλο «Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες», αποτελεί προϊόν αφύπνισης της μνήμης για τον γενέθλιο τόπο. Σε αυτή την ανάκληση του κόσμου του χθες με ώθησε η φθορά των ήχων, των λέξεων, των εικόνων, καθώς και η απώλεια των ανθρώπων, πραγμάτων και καταστάσεων στο πέρασμα του χρόνου. Οδηγός μου στο ταξίδι αυτό δεν ήταν η νοσταλγία. Θέλησα απλώς να διασώσω από τη λήθη εκείνες τις σκοτεινές και θλιβερές όψεις της ζωής που αφήνει στη σκιά ο εξωραϊσμός της μνήμης. Ανασύροντας ιστορίες από το παρελθόν, επιδίωξα να περιγράψω έναν κόσμο πραγματικό που πολύ απέχει από την εικόνα που δημιουργεί η νοσταλγική αναπόληση▪ έναν κόσμο σκληρό, που διακατεχόταν από πάθη και ένστικτα σκοτεινά, αλλά συνάμα διέθετε απλότητα και ομορφιά που έχουν εκλείψει στις μέρες μας. Προσπάθησα να δώσω πνοή στο βλέμμα και στη φωνή των ανθρώπων μιας εποχής αλλοτινής. Γιατί στο βλέμμα και στη φωνή τους καθρεφτίζεται η ψυχή τους. Και αυτήν ακριβώς την ψυχή θέλησα να αναστήσω» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).


Οι εικόνες που μεταφέρει ο Κανελλόπουλος στο χαρτί είναι σκληρές και γεμάτες βία, αγροτικές εργασίες, έχθρες και μίση, προξενιά και έρωτες, το χρήμα και οι κληρονομιές, παρεξηγήσεις και συμφιλιώσεις, βεντέτες και γάμοι, συζητήσεις στα καφενεία, φτώχεια και αγώνας, θάνατοι (πολλοί θάνατοι) και πάθη. Το κοινωνικό σχόλιο είναι εμφανές σε δεύτερο επίπεδο, ενώ η υποβάθμιση της θέσης της γυναίκας είναι έντονη και περνάει μέσα από τις ιστορίες. Οι λεπτομέρειες στα διηγήματα είναι εξαιρετικές, «ακούμε» κυριολεκτικά τον ήχο του όπλου μέσα στη σπηλιά, τις φτυαριές πάνω από τα φέρετρα, τον ήχο των ρυακιών και των ρεμάτων, «μυρίζουμε» τα δωμάτια των σπιτιών, το λιτό φαγητό. Σκηνές της επαρχίας, καθόλου ειδυλλιακές, σκληρές και πολύ καθημερινές.

Χαρακτηριστικοί τύποι του χωριού μπαινοβγαίνουν στις σελίδες του βιβλίου, με ονόματα που τραβάνε την προσοχή: «Τάσης Βασκαντήρας», «Μουστοβασίλης», «Αγαμέμνων Απαλοχέρης», «ο Ντίνος ο Γαζέτας», «ο Τραγότσαλος», διάλογοι ζωντανοί, ιστορίες απλές αλλά αφοπλιστικές που καθώς προχωράει το βιβλίο και ο αναγνώστης εισέρχεται όλο και περισσότερο στο κλίμα του, τον παρασύρουν και τον βυθίζουν μέσα τους. Στο βιβλίο διακρίνονται απόηχοι από Καρκαβίτσα, Βαλτινό, Παπαδημητρακόπουλο αλλά και Μηλιώνη, Παπαμάρκο.


Είναι γεγονός ότι δεν είναι όλα τα διηγήματα στο ίδιο επίπεδο, υπάρχει ανισότητα σε κάποιες από τις ιστορίες, ξεχωρίζουν όμως τρία-τέσσερα, τα οποία είναι πολύ καλά, θα τα χαρακτήριζα εξαιρετικά. «Η μισάντρα», «Η δωρεά», «Ο Τάσης Βασκαντήρας» και (κυρίως το εκπληκτικό) «Η μάνα δεν ήξερε γράμματα» που κλείνει την συλλογή αρμονικά, είναι στιβαρές και πολύ ποιοτικές ιστορίες, που θα μπορούσαν το καθένα από αυτά να σταθούν ως αυτόνομες νουβέλες.

Οικονομία λόγου, γλαφυρότητα και δυναμισμός στην αφήγηση, όπως και η ακρίβεια και η αφαίρεση, δείγμα της ποιητικής σκευής του Κανελλόπουλου χαρακτηρίζουν την συλλογή. Ο συγγραφέας δεν προσπαθεί να εκβιάσει ηθικά διδάγματα, στέκεται πάνω από τους ήρωές του με αγάπη και συμπόνια ελέγχοντας απόλυτα τον ρυθμό των ιστοριών του, δίνοντας με λίγα αλλά μεστά λόγια στον αναγνώστη να καταλάβει και να μπει στο κλίμα. Ένα βιβλίο που δείχνει ότι ο συγγραφέας του, μπορεί να "ανοιχθεί" και σε άλλα λογοτεχνικά είδη με την ίδια επιτυχία (ίσως και μεγαλύτερη) από αυτήν που είχε ως ποιητής.

Εκλεκτικές συγγένειες με τον "Θάνατο του αστρίτη" βρήκα στο ύφος των ιστοριών του νεότατου ποιητή και εικαστικού, Κυριάκου Συφιλτζόγλου στο «Δραμάιλο» (εκδ. Αντίποδες, σελ.77), ένα εκπληκτικό μικρό βιβλίο σε έκδοση κόσμημα, που αποτελεί ένα ταξίδι μέσα σε ερειπωμένα σπίτια της Δραμινής επαρχίας, όπου «συνομιλούν» οι μικρές ιστορίες (πολλές από αυτές, είναι μόνο μια παράγραφος) με τις λιτές αλλά υπέροχες φωτογραφίες του συγγραφέα.

«Δραμάιλο < Δραμάγιλο < Δραμάγιολου (τουρκ.): ο δρόμος για τη Δράμα.»


Παράθεση ονομάτων σαν προσκλητήριο νεκρών, χρονολογίες γέννησης και θανάτου μετατρέπουν την συλλογή από ιδιωτική σε συλλογική, την ιστορία από προσωπική σε γενική, την θλίψη από ατομική σε γενική. Το βιβλίο έχει χρώμα ασπρόμαυρο, σαν τα συναισθήματα που σου γεννάει, σαν τις φωτογραφίες που βρίσκονται στις σελίδες του. Εικόνες από σπίτια μισογκρεμισμένα, πορτρέτα ανθρώπων, νεκροταφεία, ένας τάφος σε ένα λιβάδι, μια καρέκλα, δυο κρεμάστρες, η μια κενή, η άλλη έχει ένα παντελόνι, μια μικρή εικόνα και δίπλα ένα σκουριασμένο κουτάλι, ένα ζευγάρι, ένα διπλό κρεβάτι. Θα μπορούσαν να είναι σε ένα παράδρομο του Route 66, θα μπορούσαν να είναι σε μια στέπα της Ρωσίας, εικόνες που στέκεσαι και τις κοιτάς για ώρες καθώς «αφηγούνται» με διαφορετικό τρόπο, άλλες ιστορίες ή μήπως είναι οι ίδιες;

«Αυτός το ’38, το ’39 ΄χε παντρευτεί, θα σε γελάσω. Γιανγκουνίδης Παύλος. Με τον αδερφό μου κάναν παρέα. Ίδιο λόχο και στην Αλβανία. Όχι, παιδιά δεν θυμάμαι. Γύρισε και με τα χωράφια, καπνά κυρίως. Ελάχιστα σου λέω, όλα οι Βούλγαροι τα παίρναν. Ναι, απ’ ένα χωριό της Τραπεζούντας. Το δικό μας ήταν η Τσιρογιάννη, απ’ τη Ραιδεστό, Θρακιώτες. Ήσυχο κορίτσι. Το ’43 έγινε αυτό. Ούτε τότε είχαν παιδιά. Τη βρήκε χαλασμένη, στα αίματα. Τίποτα, κανένα δεν έπιασαν. Ναι, τη θάψαν. Αυτός χάζεψε, γυρνούσε όλη μέρα μ’ ένα στειλιάρι. Το χτυπούσε στο χώμα και φώναζε, «Κόλαση, Παράδεισος». Τίποτα άλλο. Αυτό μονάχα. Όχι, δεν πείραξε κανέναν, ποτέ. Πως δε τη θυμάμαι, όμορφη ήταν, Ναταλία τη λέγαν. Ναι, εδώ, συνταξιούχος τώρα. Να’σαι καλά.»


Το «Δραμάιλο» (αφιερωμένο στην μητέρα του συγγραφέα που σχετικά πρόσφατα χάθηκε), είναι μια συλλογή πεζοποιημάτων, καθώς τα πεζά διακρίνονται από έντονη ποιητικότητα, ο λόγος είναι υπαινικτικός και αφαιρετικός, ενώ η προφορικότητα στην γραφή έχει δύναμη παρά την δυσκολία που αντιμετωπίζει ο αναγνώστης με τις πολλές άγνωστες λέξεις (ντοπιολαλιές και κατασκευές του συγγραφέα) και την απουσία γλωσσαριού, παρασύρεται όμως από τον λυρισμό και την γοητεία του κειμένου, διαβάζοντας τις ιστορίες δυο και τρεις φορές για να τις κατανοήσει.

Σταυροδρόμι πολιτισμών ο νομός Δράμας και οι γύρω περιοχές της ανατολικής Μακεδονίας, με πρόσφυγες Καππαδόκες, Πόντιους, Μικρασιάτες, Κωνσταντινουπολίτες, οι οποίοι έφτασαν στον τόπο με τις ανταλλαγές των πληθυσμών τα χρόνια που ακολούθησαν την Μικρασιατική καταστροφή. Ο Συφιλτζόγλου καταγόμενος κι αυτός από μια τέτοια οικογένεια (ο πατέρας Καππαδόκης, η μάνα Πόντια), άκουγε από μικρός τους ήχους, τις λέξεις, τις προφορές - όλα αυτά τα ενσωματώνει με δημιουργικό και ευρηματικό τρόπο στις ιστορίες του. Δεν είναι όμως μόνο η γλώσσα που ζωντανεύει μέσα από τη μνήμη, είναι και οι εικόνες από σφαγές και βιασμούς, από την Βουλγαρική κατοχή, από πολέμους που περνάνε δυναμικά μέσα από τις σελίδες της συλλογής, άλλοτε ως κεντρικό σημείο, άλλοτε χρησιμεύοντας ως φόντο.


«Ο μπαρμπα-Λιας, με την Ακού-γιαγιά κι εφτά παιδιά. Ανταναλής, κοντόκανος, με καλπάκι στο κεφάλι. Με βράκα στο γόνατο. Στο ξεραντήριο την πέρναγε. Μια ζωή δυο μέτρα κάτω από το χώμα, δροσά και θεριακλής. Κατέβαζε καπνό απ' το σιρίκι, παστάλι κι αλαμπούρα. Πουλούσε γύρω στα χωριά, πότε αυγό πότε δεκάρα. Το υπόλοιπο στο γόνατο, ψιλόκομα με το χαβάνι, χαρμάνι δυνατό. Μια δυο οι τζούρες, γιαβάσικο στα χείλη, τα μάτια τεμλερέ. Έτσι κυλούσε ο καιρός, μέχρι την καρφωτή. Μπουκάρουν νύχτα οι χωροφυλάκοι, τον πιάνουν στο χαβά. Του σκαν σκαμπίλι ανάστροφο, του ρίχνουν τον καπνό. Τραβά μαχαίρι αυτός, στις καρωτίδες σταυρωτά. Δερβίσηδες τα όργανα, το αίμα γύρω χορευτό. Ο μπαρμπα-Λιας σιχτίριζε, του βρέχαν το παστάλι.»


Απόηχοι του παρελθόντος που καθορίζονται από το ύφος των μικροϊστοριών που αφηγείται ο Συφιλτζόγλου, καθώς η μνήμη και η απώλεια κυριαρχούν στο βιβλίο. Βία και θάνατος, προσφυγιά και ξεριζωμός. Ένας τόπος που έχει γνωρίσει μετακινήσεις πληθυσμών, καταστροφές, πολέμους, κατοχές. Ένα σταυροδρόμι ζώντων και τεθνεώτων και ο συγγραφέας με μάτι εξασκημένο αιχμαλωτίζει εικόνες, που τις μεταφέρει δημιουργικά στο χαρτί. Το ταλέντο του Συφιλτζόγλου ξεχειλίζει, εξαίρετος ποιητής, εκπληκτικός φωτογράφος, έξοχος πεζογράφος, από αυτόν πρέπει να περιμένουμε πολλά!

«Ιωάννης Μωύσογλου, κλάση ’21. Τον πήραν οι Βούλγαροι το ’43, ντουρντουβάκι, να σπάει πέτρες στο Τσέρο Τσάροβο. Γύρισε με πετροζουλήγματα στα πόδια. Ούτε οι ντομάτες με ζάχαρη ούτε τα κρεμμύδια ούτε η κοπριά. Τίποτα. Γίναν τα πόδια του σαν μαυρολάχανα. Βγάλαν σκουλήκια και πριν πεθάνει είχαν ήδη αρχίζει να τον κονταίνουν.»

Βαθμολογία: Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΣΤΡΙΤΗ 80 / 100
                   ΔΡΑΜΑΪΛΟ 83 / 100



 
Τετάρτη, Νοεμβρίου 07, 2018
posted by Librofilo at Τετάρτη, Νοεμβρίου 07, 2018 | Permalink
"Η μοναδική ιστορία" (Μια "αισθηματική αγωγή" στην Αγγλία των '60s)

Μπορεί το λογοτεχνικό είδος που αποκαλούμε "μυθιστόρημα" την εποχή του Samuel Johnson, τον 18ο αιώνα, όταν έγραψε το περίφημο "Λεξικόν της Αγγλικής Γλώσσας" να σήμαινε: «Μια μικρή ερωτική ιστορία», η πορεία όμως του είδους μέσα στα χρόνια και τους αιώνες ώθησε τους λεξικογράφους να δίνουν όλο και πιο πολύπλοκες ερμηνείες στον όρο, ενώ κι οι ερωτικές ιστορίες γινόντουσαν όλο και μεγαλύτερες (και δραματικότερες). Ο σπουδαίος Βρετανός συγγραφέας Julian Barnes (Leicester,1946) προτάσσει το λήμμα του Johnson, στην αρχή του νέου του μυθιστορήματος "Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ" ("The only story") - (εκδ. Μεταίχμιο,(ωραία) μετάφρ. Κατ. Σχινά, σελ. 309), δίνοντας το στίγμα της ιστορίας που θα αφηγηθεί, θέτοντας ερωτήματα για τον έρωτα, τις ιστορίες του και αφήνοντας αναπάντητες πολλές απορίες και αγωνίες που κατακλύζουν το βιβλίο.

«Θα προτιμούσες να αγαπάς πολύ και να υποφέρεις πολύ ή να αγαπάς λίγο και να υποφέρεις λίγο; Νομίζω πως αυτό είναι, τελικά, το μόνο ουσιαστικό ερώτημα.»


Η "Μοναδική ιστορία", είναι ένα βιβλίο που συνομιλεί / εμπνέεται / ομοιάζει, με αρκετά μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας αλλά και κινηματογραφικές ταινίες καθώς στην βάση του υπάρχει η ερωτική ιστορία ενός άβγαλτου νεαρού με μια μεσήλικη γυναίκα. "Η αισθηματική αγωγή" του Φλωμπέρ, "Cheri" της Κολέτ, "Διαβάζοντας στην Χάννα" του Σλινκ είναι μερικά μόνο από τα μυθιστορήματα που μπορεί να αναφέρει κάποιος, ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε την τεράστια κινηματογραφική επιτυχία του Μάικ Νίκολς, της δεκαετίας του '60, "The Graduate" ( "Ο πρωτάρης" από το βιβλίο του Τσ. Γουέμπ που είχε βγει σε βιπεράκι), ταινία που καθιέρωσε τον Ντάστιν Χόφμαν, μετέτρεψε την Αν Μπάνκροφτ σε μεστωμένο σύμβολο του σεξ και έκανε πλουσιότερους τους Σάιμον και Γκαρφάνκελ με τον ύμνο τους στην κα Ρόμπινσον.

«Το παρελθόν όμως το θυμάμαι, δεν το ανασκευάζω. Κι έτσι δεν θα επιδείξω ιδιαίτερη σκηνογραφική μέριμνα. Ίσως να επιθυμούσατε περισσότερα στοιχεία για το περιβάλλον. Ίσως να έχετε συνηθίσει σε περισσότερα. Αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα επ' αυτού. Δεν προσπαθώ να σας αφηγηθώ μια ιστορία· προσπαθώ να πω την αλήθεια. »

Αγγλία, η ταραγμένη δεκαετία του '60. Ο Πολ είναι ένας 19άχρονος φοιτητής, ο οποίος επισκέπτεται τους γονείς του για τις καλοκαιρινές διακοπές στο πατρικό του, σε μια μεσοαστική περιοχή λίγο έξω από το Λονδίνο. Στην λέσχη αντισφαίρισης της περιοχής γνωρίζει την 48άχρονη Σούζαν με την οποία κατόπιν σύντομου φλερτ γίνονται εραστές. Ο Πολ είναι άπειρος και αφελής, μαζεύει σε ένα τετράδιο φράσεις διάσημων συγγραφέων για τον έρωτα, είναι αδέξιος και μπερδεμένος, η Σούζαν είναι παντρεμένη και έχει δύο μεγάλες κόρες (λίγο μεγαλύτερες από τον Πολ), ο δε σύζυγός της, ο Γκόρντον Μακλάουντ είναι ένας συντηρητικός και βίαιος άνθρωπος με προβλήματα αλκοολισμού. Το κουτσομπολιό οργιάζει στο μικρό και βαρετό προάστειο, οι συνθήκες ζωής γίνονται αφόρητες και για τους δύο, καθώς αποβάλλονται από την λέσχη λόγω "ανάρμοστης συμπεριφοράς" ενώ ο έρωτάς τους φουντώνει. Οι γονείς του Πολ έχουν φρικάρει, ο δε σύζυγος της Σούζαν γίνεται βιαιότερος. Οι δύο εραστές αποφασίζουν να τους παρατήσουν όλους και όλα και να πιάσουν ένα σπίτι στο Λονδίνο. Η συμβίωση στην αρχή φαίνεται αρμονική, αλλά καθώς περνάει ο καιρός, αναδύονται προβλήματα που οι δύο εραστές δεν είχαν υπολογίσει ή συνειδητοποιήσει, τα ψέματα της Σούζαν, οι επισκέψεις στην οικογένειά της που προκαλούν άγχος και στενοχώριες, το τέλος είναι κοντά.

«Όμως ποτέ μην το ξεχνάς, νεαρέ Κύριε Πολ. Όλοι έχουν την ερωτική τους ιστορία. Όλοι. Μπορεί να ήταν φιάσκο, μπορεί να ξεφούσκωσε, μπορεί ποτέ να μην προχώρησε, μπορεί να ήταν φαντασίωση – αυτό δεν την κάνει λιγότερο πραγματική. Καμιά φορά, την κάνει περισσότερο πραγματική. Βλέπεις ένα ζευγάρι και σου φαίνεται ότι βαριούνται αφόρητα ο ένας τον άλλον· σου είναι αδύνατον να φανταστείς ότι έχουν οτιδήποτε κοινό, αναρωτιέσαι γιατί εξακολουθούν να ζουν μαζί. Αλλά δεν είναι απλώς συνήθεια, δεν είναι βόλεμα, δεν είναι εφησυχασμός, δεν είναι σύμβαση, δεν είναι οτιδήποτε τέτοιο. Είναι γιατί κάποτε, είχαν την ερωτική τους ιστορία. Όλοι είχαν. Είναι η μοναδική ιστορία


Ο Μπαρνς αλλάζει στυλ γραφής σε κάθε ένα από τα τρία μέρη του βιβλίου. Το πρώτο μέρος είναι γραμμένο σε πρωτοπρόσωπη γραφή, το δεύτερο σε δεύτερο πρόσωπο και το τρίτο μέρος σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, ακολουθώντας τα στάδια της σχέσης του Πολ και της Σούζαν από ορμητική σε ήρεμη και κατόπιν σε θνήσκουσα. Ο Πολ ωριμάζει μέσα από την σχέση, προσπαθεί να την κρατήσει ζωντανή, στέκεται δίπλα στην Σούζαν που αναδεικνύεται όσο η αφήγηση προχωρά σε μια τραγική φιγούρα, έναν δραματικό χαρακτήρα τελείως διαφορετική από τις πρώτες σελίδες. Οι τελευταίες εκατό σελίδες του μυθιστορήματος είναι στοχαστικές και ιδιαίτερα συγκινητικές για το πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί μια σχέση που η πορεία της ήταν ουσιαστικά προδιαγεγραμμένη (καθώς η περίπτωση Μακρόν και Μπριζίτ είναι η εξαίρεση στον κανόνα).

«Κατά καιρούς, έθετε στον εαυτό του ένα ερώτημα περί ζωής. Ποιες είναι πιο γνήσιες, οι ευτυχισμένες ή οι δυστυχισμένες αναμνήσεις; Τελικά αποφάσισε πως το ερώτημα δεν είχε απάντηση.»

Ο Barnes με το πάντα σαγηνευτικό του ύφος, τις προτάσεις (που σε χτυπάνε αλύπητα και) που δεν προλαβαίνεις να σημειώνεις, και την κομψότητα της γραφής του, καθηλώνει (κυριολεκτικά) τον αναγνώστη, σε ένα μυθιστόρημα για τα παράδοξα και τα μυστήρια του έρωτα, τις απαιτήσεις της σχέσης, τους μικρούς καθημερινούς αγώνες, τις προδοσίες και τα ψέματα, την σιωπή πίσω από τις κλεισμένες πόρτες, τις παρεξηγήσεις και τα δεδομένα που ανατρέπονται. Δεν υπάρχει καμιά πρωτοτυπία στην ιστορία που αφηγείται ο συγγραφέας, αλλά είναι ο τρόπος που το κάνει, που είναι εντυπωσιακός και σε ξαφνιάζει, όταν συνειδητοποιείς (ή ξαναθυμάσαι από τα προηγούμενα βιβλία του) ότι, μπορεί να μετατρέψει τα τετριμμένα και τα κλισέ σε πολύ ενδιαφέροντα γεγονότα ενώ η μελαγχολική αίσθηση της ατμόσφαιρας του βιβλίου μετά την μέση του αγγίζει και τον πιο αποστασιοποιημένο αναγνώστη.

«Να και μια εγγραφή – σοβαρή κι αυτή – που δεν την είχε διαγράψει μέσα στα χρόνια. Δεν μπορούσε να θυμηθεί που την είχε αλιεύσει. Ποτέ δεν σημείωνε τον συγγραφέα ή την πηγή· δεν ήθελε να παρασυρθεί από την φήμη του αποφθεγματολόγου· η αλήθεια έπρεπε να στέκεται από μόνη της, καθαρή και χωρίς υποστυλώματα. Αυτή εδώ πήγαινε ως εξής: «Κατά τη γνώμη μου, κάθε έρωτας, ευτυχισμένος ή δυστυχισμένος, είναι πραγματική καταστροφή αν του παραδοθείς ολοκληρωτικά». Ναι, αυτή η εγγραφή άξιζε να μείνει. Του άρεσε η ορθή περιληπτικότητά της: «ευτυχισμένος ή δυστυχισμένος». Αλλά το κλειδί ήταν: «Αν του παραδοθείς ολοκληρωτικά». Παρά τα φαινόμενα, ο αφορισμός δεν ήταν απαισιόδοξος ούτε γλυκόπικρος. Ήταν η αλήθεια για τον έρωτα, διατυπωμένη από κάποιον παρασυρμένο εντελώς στη δίνη του, και φαινόταν να περικλείει όλη τη θλίψη της ζωής. Θυμήθηκε και πάλι τη φίλη που πολύ καιρό πριν του είχε πει ότι το μυστικό του γάμου ήταν «να μπαίνεις και να βγαίνεις» κατά βούληση. Ναι, τώρα επιτέλους το έβλεπε, ίσως αυτό σου έδινε κάποια ασφάλεια. Όμως η ασφάλεια δεν είχε καμιά σχέση με τον έρωτα.»

«Η μοναδική ιστορία», το δέκατο τρίτο μυθιστόρημα του εξαίρετου Julian Barnes είναι από τα καλύτερά του και το στυλ της αφήγησής του παραμένει μοναδικό. Οι ερωτικές ιστορίες, μικρές ή μεγάλες, πάντα θα συγκινούν, πάντα θα ενδιαφέρουν τον κόσμο – είναι το πώς θα τις αφηγηθείς που διαφέρει και μπορεί έναν συγγραφέα να τον ανυψώσει στα ουράνια και τον άλλον να τον ρίξει στα τάρταρα.

Μπορεί με τα δύο πρώτα μέρη του μυθιστορήματος, να παρακολουθούμε την ιστορία των δύο πρωταγωνιστών αλλά, το τρίτο μέρος του βιβλίου, η ματιά του Πολ στο παρελθόν, ο άντρας που έγινε, οι αποφάσεις που πήρε, η πορεία που διέγραψε είναι σελίδες λογοτεχνικής ανθολογίας, που θα μπορούσαν να σταθούν αυτόνομα, ολοκληρώνοντας ένα υπέροχο μυθιστόρημα.

Βαθμολογία: 84 / 100