Τετάρτη, Μαΐου 22, 2019
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαΐου 22, 2019 | Permalink
Δύο ελληνικά αστυνομικά: "Ο Δύτης" και "Memento Mori"

Με δύο μυθιστορήματα Ελλήνων συγγραφέων, που φέρουν την ταμπέλα του αστυνομικού, και που αυτό ίσως να είναι το μόνο κοινό στοιχείο μεταξύ τους, θα ασχοληθώ σήμερα στο blog. Είναι «Ο ΔΥΤΗΣ», το νέο μυθιστόρημα του Μίνου Ευσταθιάδη (Αίγιο, 1967) -  (εκδ. Ίκαρος, σελ. 243), και το «MEMENTO MORI», δεύτερο μυθιστόρημα του Κύπριου Δώρου Αντωνιάδη (Λευκωσία, 1974) – (εκδ. Καστανιώτη, σελ.277). Περισσότερο κοινωνικό νουάρ το πρώτο, πιο καθαρό αστυνομικό μυθιστόρημα το δεύτερο, τα δύο αυτά βιβλία, με πολύ ενδιαφέρουσες ιστορίες που κρατάνε τον αναγνώστη μέχρι το τέλος, παρουσιάζουν (κυρίως το πρώτο) πολλές και αξιοσημείωτες αρετές, που δείχνουν την ζωντάνια και την εξέλιξη της νουάρ λογοτεχνίας στη χώρα μας.


Στον «Δύτη», έχουμε ένα κοινωνικό και ψυχολογικό θρίλερ με στοιχεία νουάρ, όπου ο Μίνως Ευσταθιάδης, ένας σχετικά έμπειρος συγγραφέας με αρκετά βιβλία στο ενεργητικό του, πραγματοποιεί το πιο φιλόδοξο βήμα στην συγγραφική του πορεία, με ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στη Γερμανία και στην Ελλάδα με μια ιστορία σύγχρονη όπου όμως η επίλυσή της κρύβεται στο παρελθόν.

Ο Κρις Πάπας, ντετέκτιβ στο Αμβούργο, που κατάγεται από το Αίγιο, θα δεχτεί την επίσκεψη ενός υπέργηρου ατόμου (ακαθόριστης ηλικίας με τον χρόνο να έχει αφήσει έντονα τα σημάδια στο πρόσωπό του), ο οποίος του αναθέτει την παρακολούθηση μιας γυναίκας. Ο Πάπας, "ο φθηνότερος ντετέκτιβ της πόλης" και ίσως ο πιο αποξενωμένος, θα δεχτεί γιατί τα χρήματα είναι αρκετά και η δουλειά φαίνεται εύκολη. Η γυναίκα που θα παρακολουθήσει, είναι η Εύα Ντέμπλινγκ, μια όμορφη σαραντάρα που εργάζεται σε ένα δικηγορικό γραφείο. Ο Πάπας παρακολουθεί το γραφείο της γυναίκας όλη τη μέρα χωρίς να προκύπτει κάτι ιδιαίτερο, μέχρι αργά το απόγευμα, όταν εκείνη φεύγει και πηγαίνει σε ένα φτηνιάρικο ξενοδοχείο του λιμανιού, όπου πιάνει ένα δωμάτιο. Ο ντετέκτιβ που νιώθει κομμάτια, από το κρύο που έφαγε όλη τη μέρα στο δρόμο, και με τον πυρετό να τον κατακλύζει, δωροδοκώντας τον ρεσεψιονίστ πιάνει το δωμάτιο που είναι μεσοτοιχία με αυτό που έπιασε το αντικείμενο της παρακολούθησής του.
Μετά από λίγο αντιλαμβάνεται ότι στο διπλανό δωμάτιο υπάρχει ένας άντρας μαζί με την Εύα Ντέμπλινγκ, ο οποίος ακούγεται να της δίνει εντολές, εκείνη να ανοίγει την πόρτα να βγαίνει στον διάδρομο και να ξαναμπαίνει στο δωμάτιο, κι ένα μέταλ τραγούδι να επαναλαμβάνεται αρκετές φορές. Μετά την βαβούρα, ακολουθεί σιωπή, η κούραση καταβάλλει τον Πάπας, ο οποίος αποκοιμιέται. Όταν ξυπνάει, το διπλανό δωμάτιο είναι άδειο εδώ κι αρκετές ώρες. Εκνευρισμένος από την αποτυχία, γυρίζει σπίτι του.


Το επόμενο πρωί, ένας αστυνομικός επιθεωρητής του χτυπάει την πόρτα, ρωτώντας τον, αν ήξερε έναν τύπο που βρέθηκε νεκρός, στο ξενοδοχείο που έμεινε ο ίδιος το προηγούμενο βράδυ, και στο πορτοφόλι του βρέθηκε η επαγγελματική κάρτα του Κρις Πάπας. Ο ντετέκτιβ βλέπει τη φωτογραφία του νεκρού, που δεν είναι άλλος από τον γηραιό πελάτη του. Αρνείται οποιαδήποτε σχέση, πηγαίνει στο ξενοδοχείο και μαθαίνει ότι ο μυστηριώδης γηραιός κύριος αυτοκτόνησε τα ξημερώματα στο ίδιο δωμάτιο που έμενε η Εύα Ντέμπλινγκ.
Οι εκπλήξεις διαδέχονται η μία την άλλη, όταν μέσω μιας επαφής του στην αστυνομία, ο Πάπας μαθαίνει ότι η Εύα Ντέμπλινγκ, πέταξε για Ελλάδα και δηλώνει μόνιμη κάτοικος της χώρας, τα τελευταία χρόνια, διατηρώντας ένα σπίτι σε ένα παραλιακό χωριό, κοντά στο Αίγιο, την πόλη στην οποία μεγάλωσε ο ίδιος. Ο εμβρόντητος από τις εξελίξεις Κρις Πάπας, μεταβαίνει στο Αίγιο, προσπαθώντας να βγάλει άκρη στην υπόθεση, και αντιλαμβάνεται ότι έχει εμπλακεί με ένα μυστηριώδη τρόπο, που γίνεται ακόμα σκοτεινότερος καθώς ξετυλίγεται ένα κουβάρι που η αρχή του πηγαίνει πολύ πίσω στο παρελθόν, στις μέρες της Ναζιστικής κατοχής στο Αίγιο και στις γύρω περιοχές. Μια ιστορία από αυτές τις μαύρες μέρες, με προεκτάσεις μέχρι το σήμερα, με ενοχές που βασάνισαν ψυχές και γρίφους που έδειχναν άλυτοι.

Το βιβλίο ξεκινάει σαν μια τυπική αστυνομική ιστορία και μετατρέπεται σε ψυχολογικό και κοινωνικό θρίλερ. Τα γεγονότα από το παρελθόν, - από την Ναζιστική κατοχή, την σφαγή των Καλαβρύτων, το «Σπίτι της Αλήθειας» στο Αίγιο που ήταν τόπος βασανιστηρίων με τις φωνές να ακούγονται έξω και να αποτελούν εφιάλτη για τους κατοίκους της πόλης – εισβάλλουν στην πλοκή του βιβλίου και επικαλύπτουν την αρχική ιστορία. Είναι εξαιρετικό το εύρημα του συγγραφέα να μη περιορίσει την ιστορία του στο σήμερα, και να την «απλώσει» αναμειγνύοντας το χθες με το τώρα, όμως αυτό του γυρίζει μπούμερανγκ, καθώς η ιστορία από το παρελθόν αποδεικνύεται πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τα γεγονότα του παρόντος, κατά τέτοιο τρόπο που, ο αναγνώστης φθάνει στο σημείο να μην ενδιαφέρεται τόσο πολύ για το ποιος είναι ο ένοχος.


Καλοκουρδισμένος ρυθμός, οικονομία και πυκνότητα λόγου και αγωνία, μας προσφέρουν ένα πολύ αξιόλογο page-turner βιβλίο, με στοιχεία αρχαίας τραγωδίας και πολύ ενδιαφέροντα ιστορικά στοιχεία. Η γοητεία της πλοκής όμως, δεν παρασέρνει μόνο τον αναγνώστη αλλά μάλλον και τον συγγραφέα που αφήνει αρκετά αφηγηματικά χάσματα, καθώς η ιστορία του γεμίζει όλο και περισσότερο με στοιχεία του παρελθόντος που αναμειγνύονται με το σήμερα.

Ωραίο μυθιστόρημα «Ο Δύτης», αυτό το επώδυνο ταξίδι στην ανθρώπινη φρίκη, θέτει ερωτήματα για το μυστήριο της ανθρώπινης φύσης, για την συνείδηση και την ατομική ευθύνη, για τις ενοχές και τα όρια της συνείδησης. Αποτελεί ένα μεγάλο βήμα στην συγγραφική πορεία του Μ. Ευσταθιάδη και δημιουργεί απαιτήσεις για την συνέχεια.

Βαθμολογία 78 /100

Περισσότερο αστυνομικό με την παραδοσιακή έννοια του όρου, είναι το μυθιστόρημα «Memento mori» του Δώρου Αντωνιάδη, που μπορεί να είναι το δεύτερό του, αλλά αποτελεί prequel του πρώτου του βιβλίου «Το μάτι του ταύρου», με ήρωα έναν κουρασμένο αστυνόμο του τμήματος Ανθρωποκτονιών.


Ο γιός ενός πρώην διάσημου μπασκετμπολίστα, του διεθνή Κων/νου Σέργου, εξαφανίζεται χωρίς να δώσει σημεία ζωής. Δεν ήταν η μη προσέλευση του νεαρού Αλέξανδρου Σέργου στο ραντεβού που είχε με τον πατέρα του για πρωινό, αυτό που ανησύχησε τόσο πολύ τον ιδιόρρυθμο και με άκρες στην αστυνομία Κων/νο Σέργο, όσο ένα mail που έλαβε στον υπολογιστή του με μια κρεμάλα, το παιχνίδι που έπαιζε με τον γιό του παλαιότερα. Ο αστυνομικός Ελευθεριάδης, μόνιμος όπως φαίνεται ήρωας του Αντωνιάδη, αναλαμβάνει την υπόθεση, αφού εμπλέκεται με περίεργο τρόπο, καθώς φαίνεται από το όνομα αποστολέα να έχει στείλει το περίεργο mail στον Κων/νο Σέργο, πράγμα που εκείνος, αγνοεί τελείως.

Ο Ελευθεριάδης, θα βρει τον Αλέξανδρο Σέργο, αναίσθητο, σε κωματώδη κατάσταση στο διαμέρισμά του, και η κατάστασή του δείχνει πολύ σοβαρή και μη αναστρέψιμη. Τις μέρες που περνάνε, τα mails συνεχίζονται όλο και πιο γριφώδη και μακάβρια, με τον Ελευθεριάδη να προσπαθεί από τη μια να τα ερμηνεύσει, εξασκώντας την παλιά του ικανότητα στην επίλυση των γρίφων, από την άλλη να βρει ποιος τα στέλνει, καθώς σύντομα μαθαίνει πως αποστέλλονται από έναν server στη Ρωσία. Η υπόθεση παίρνει μια περίεργη τροπή όπου ανακατεύονται πρόσωπα από το παρελθόν του Ελευθεριάδη και του Κων/νου Σέργου, άτομα από το φιλικό και επαγγελματικό περιβάλλον του Αλέξανδρου Σέργου αλλά και Ρώσοι παρακρατικοί.


Στακάτος και γρήγορος ρυθμός, μαθηματικοί γρίφοι, πολλή χρήση της τεχνολογίας και μια ιστορία με ανατροπές, συνθέτουν το μυθιστόρημα του Αντωνιάδη. Η σύγχρονη Αθήνα με τα άγχη της, τα οικογενειακά προβλήματα, το θέμα της ομοφυλοφιλίας, διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας που από τη μια σε κρατάει σε αγωνία και περιέργεια, από την άλλη βαρυφορτώνεται με τα νοητικά παιχνίδια και τα πολλά κλισέ.

Είναι ένα κλασσικό «whodunit» μυθιστόρημα, το «Memento mori», με μια ενδιαφέρουσα υπόθεση και κινηματογραφικό ρυθμό, αλλά με ελάχιστη ανάπτυξη στέρεων χαρακτήρων, που θα προσέδιδαν όγκο και περιεχόμενο στην ιστορία που περιγράφεται, ο συγγραφέας θέλει να πει πολλά και κάπου χάνει την συνοχή στη πλοκή και στην δομή του βιβλίου. Μια αξιόλογη προσπάθεια που θα λειτουργούσε καλύτερα ως μοντέρνα τηλεοπτική σειρά, ή, κινηματογραφικό σενάριο, καθώς παρουσιάζει στοιχεία που θα ενθουσίαζαν τους φανατικούς των αστυνομικών θεαμάτων.

Βαθμολογία 71 / 100



 
Παρασκευή, Μαΐου 17, 2019
posted by Librofilo at Παρασκευή, Μαΐου 17, 2019 | Permalink
"Τι ήξερε η Μέιζι"
Διατρέχοντας τις σελίδες του μυθιστορήματος "ΤΙ ΗΞΕΡΕ Η ΜΕΪΖΙ" ("What Maisie knew"), του μεγάλου Αμερικανού (αλλά πολιτογραφημένου Άγγλου), συγγραφέα Henry James (1843-1916), ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σε ένα τεράστιο δίλημμα. Μαγεύεται (ως συνήθως) από το αφηγηματικό ύφος του συγγραφέα και παρακολουθεί με τεράστιο ενδιαφέρον τις περιγραφές του, αλλά από την άλλη, πρέπει να προσπαθήσει πολύ, να συγκρατεί από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, τα νεύρα του, με αυτά που εκτυλίσσονται στις σελίδες του βιβλίου που διαβάζει. Για να μη παρεξηγηθώ, το "ΤΙ ΗΞΕΡΕ Η ΜΕΪΖΙ" (εκδ. Gutenberg, σειρά Aldina, μετάφρ. Σ. Τριανταφύλλου, (έξοχο) επίμετρο Paul Theroux, σελ. 475), είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα ενηλικίωσης, απίστευτα μοντέρνο (παρότι γράφτηκε στο τέλος του 19ου αιώνα), ένα οξύ και διαυγέστατο κοινωνικό σχόλιο για την Βρετανική κοινωνία και όχι μόνο, αλλά οι καταστάσεις που περιγράφονται είναι ικανές να σε εξοργίσουν.


Ο Τζέιμς, βάζει τον αναγνώστη από την αρχή του βιβλίου, στην καρδιά της προβληματικής που αναπτύσσεται καθ' όλη τη διάρκεια του. Ένα μικρό κορίτσι, γίνεται μπαλάκι μεταξύ ενός ζεύγους που αποφασίζει να πάρει διαζύγιο. Η κηδεμονία του παιδιού δίνεται στον πατέρα - όπως γράφει με απόλυτη κομψότητα και ειρωνεία ο Τζέιμς: "Ο πατέρας, αν και είχε λερωμένη τη φωλιά του...πήρε το παιδί: όχι τόσο επειδή η ηθική της μητέρας είχε υποστεί μεγαλύτερη φθορά, αλλά επειδή στη στιλπνή επιδερμίδα μιας γυναίκας (και της εν λόγω κυρίας είχε γίνει ιδιαίτερα αντιληπτή στην αίθουσα του δικαστηρίου) φαίνονται ευκολότερα οι κηλίδες". Όμως μια οικονομική υποχρέωση του πατέρα προς την σύζυγο για τα έξοδα διατροφής της μικρής πριν την δίκη, και η αδυναμία του να την πληρώσει, ανάγκασε τους δύο αντίδικους να οδηγηθούν προς έναν συμβιβασμό, και τον δικαστή να προβεί σε μια "Σολομώντεια λύση", να μοιράσει το παιδί στα δύο (ευτυχώς όχι κυριολεκτικά) - υποχρεώνοντας τους γονείς να το έχουν ανά εξάμηνο.

"Ο χωρισμός τους είχε κάνει πάταγο, κι ενώ είχαν υπάρξει εντελώς ασήμαντοι μαζί, έμελλε να γίνουν πολύ εντυπωσιακοί χώρια."

Το ζεύγος Φάραντζ, δεν θα διστάσει να αναθέσει την μικρή Μέιζι σε γκουβερνάντες και να μην ασχολείται άλλο με το παιδί, με μια αδιαφορία που μετατρέπεται σε σχετικό ενδιαφέρον μόνο, όταν αρχίζει ή τελειώνει το εξάμηνο - αν και πολλές φορές αυτό ξεχειλώνει λίγο, ανάλογα με τις διασκεδάσεις ή τα ταξίδια που κάνουν.
Η Μέιζι, στα έξι της η και λιγότερο όταν ξεκινάει η ιστορία, είναι ένα πανέξυπνο και πολύ παρατηρητικό παιδί, που θα υποχρεωθεί να παριστάνει το χαζό, και το μόνο που αποζητάει είναι αγάπη και στοργή από τους γονείς της και τους γύρω της. Οι μόνοι άνθρωποι που περισσότερο ή λιγότερο, της προσφέρουν αυτά που ζητάει είναι οι γκουβερνάντες της, με τις οποίες αναπτύσσει ιδιαίτερη σχέση, ανάλογα με το χρονικό διάστημα που περνάει μαζί τους. Στα σπίτια δε, των γονιών της, αποτελεί αντικείμενο περιέργειας και κάπου ιδιαίτερης τρυφερότητας από τους φίλους του πατέρα της, ενώ η μητέρα της, αλλάζει συντρόφους συνεχώς, χωρίς να κρύβεται από την Μέιζι, η οποία σύντομα αναπτύσσει μια στρεβλή άποψη περί του κόσμου, των σχέσεων, του έρωτα αλλά και του γάμου.


"Η Μέιζι βρισκόταν στην ηλικία όπου όλες οι ιστορίες είναι αληθινές κι όλες οι ιδέες είναι ιστορίες. Το καθημερινό ήταν το απόλυτο, μόνο το παρόν ήταν ζωντανό."

Η Μέιζι μεγαλώνοντας, δείχνει να προσαρμόζεται εύκολα, στο ερωτικό γαϊτανάκι που εκτυλίσσεται μπροστά της, στην καθημερινότητά της – εξάλλου δεν έχει γνωρίσει και τίποτε άλλο ση ζωή της, παρά γκομενοδουλειές και υστερίες. Μια ζωή παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς, εραστές και ερωμένες, υποψήφιους συζύγους και ευκατάστατους κυρίους που διεκδικούν την μητέρα της, και υποψήφιες νύφες για τον πληθωρικό πατέρα της, γκουβερνάντες που παίρνουν περισσότερες ελευθερίες. Μαθήματα δεν παρακολουθεί, η εκπαίδευσή της πάει όλο και πιο πίσω, και η αδιαφορία των γονέων κορυφώνεται σε σημείο να την παρατήσουν τελείως στα χέρια ενός ζεύγους που δημιουργείται από μια ερωτική τραμπάλα που προκύπτει, του σερ Κλοντ πρώην δεύτερου συζύγου της κας Φάραντζ και της πρώην γκουβερνάντας της, της δεσποινίδος Όβερμορ που κάποια στιγμή παντρεύτηκε τον κο Φάραντζ! Η Μέιζι είναι πλέον στην εφηβεία της, και ζώντας ουσιαστικά μέσα σε ένα μυθιστόρημα με πολλές παραμέτρους, σε συνεχή παραζάλη τόσα χρόνια, έχοντας μπερδέψει πρόσωπα και καταστάσεις, παρασύρεται από την πραγματικότητα που έχει εισβάλλει στη ζωή της.

"Τα πιο ανθρώπινα είναι εκείνα που αντανακλούν, μέσ' από τη σύγχυση της ζωής, τη στενή σχέση της χαράς με τη θλίψη, των πραγμάτων που βοηθούν με τα πράγματα που πληγώνουν. Είναι ένα παράξενο κράμα με δύο όψεις: η μία όψη είναι το δίκιο και η άνεση, και η άλλη ο πόνος και το άδικό του."

Η Μέιζι εξελίσσεται κατά την διάρκεια του βιβλίου, είναι μία από τις πιο στέρεες ηρωίδες του συνολικού λογοτεχνικού έργου του Τζέιμς. Αυτά τα επτά περίπου χρόνια που διατρέχει η ιστορία, μπορεί η Μέιζι να αργεί να συνειδητοποιήσει μερικά πράγματα – πως άλλωστε, αφού είναι ένα παιδάκι 6 χρονών όταν αρχίζει το μυθιστόρημα, αλλά καθώς προχωράει η εξέλιξη της πλοκής, ο συγγραφέας με υπομονή χτίζει την προσωπικότητά της, εξιστορεί τις συνεχείς απογοητεύσεις της από τους γονείς της, από τους ανθρώπους που στην αρχή λατρεύει και μετά αντιλαμβάνεται ότι γι’ αυτούς αποτελεί βάρος, περιγράφει τις αλλαγές στη συμπεριφορά της, την πίστη και (γιατί όχι) τον έρωτά της για τον “ιδανικό” στα μάτια της σερ Κλοντ, την πρόωρη ωρίμανσή της.


Επηρεασμένο από βιβλία του Ντίκενς (που ήταν μαέστρος στο πώς να χρησιμοποιήσει ιδανικά τα παιδιά στην μυθοπλασία του), το μυθιστόρημα του Χ. Τζέιμς, είναι ένα από τα πιο παράξενα βιβλία του – αλλά ίσως και ένα από τα γοητευτικότερα. Η Μέιζι, μια αδαής μικρή σοφή, που όλοι και κανένας εξαρτώνται από αυτήν κι αυτή απ' όλους τους εγωιστές κι ανίκανους (αλλά κάποιους με αναμφισβήτητα καλές προθέσεις), χάνει σιγά σιγά την αθωότητά της, την εκμεταλλεύονται, και την χρησιμοποιούν οι ενήλικες για τα παιχνίδιά τους, αλλά δεν χάνει την καλοσύνη της και την αξιοπρέπειά της, δεν προκαλεί οίκτο στον αναγνώστη. Η εκπληκτική ικανότητα του Τζέιμς, στο χτίσιμο των χαρακτήρων του, στην δομή των ιστοριών του, φαίνεται για άλλη μια φορά, με την μικρή και ολοζώντανη ηρωίδα του, που λειτουργεί ως συνεκτικός κρίκος στην εξέλιξη της πλοκής, ενώ σκιαγραφείται με λεπτομέρεια ο χαρακτήρας της ως παιδί αρχικά και αργότερα στην εφηβεία της, αφήνοντας αιχμές για το ακαθόριστο μέλλον της.

Σάτιρα των κοινωνικών ηθών στο Λονδίνο του τέλους του 19ου αιώνα, αλλά και κοινωνικό σχόλιο για τους αριβίστες και καλομαθημένους μεγαλοαστούς της εποχής, το "ΤΙ ΗΞΕΡΕ Η ΜΕΪΖΙ", είναι ένα μυθιστόρημα που μιλάει για τις λάθος επιλογές που μπορούν να καταστρέψουν ζωές, τον εγωισμό και την επιπολαιότητα,  την αγάπη και την καλοσύνη, την αξιοπρέπεια και την διαφθορά, τον σκληρό κόσμο της παιδικής ηλικίας αλλά και το πόσο απρόβλεπτα είναι τα παιδιά. Είναι ένα έξοχο μυθιστόρημα, γραμμένο με αυτό το ακαταμάχητο αφηγηματικό ύφος του Χένρι Τζέιμς, που υφαίνει την ιστορία του, με ηρεμία και ρυθμό, χαρίζοντας μοναδικές σελίδες λογοτεχνικής απόλαυσης.

Το βιβλίο διασκευάσθηκε για τον κινηματογράφο το 2012, όπου η ιστορία μεταφέρθηκε στην σύγχρονη εποχή (απόδειξη για το πόσο διαχρονικό είναι το μυθιστόρημα του Τζέιμς) ικανοποιητικά, υπηρετούμενο από ένα καστ εξαιρετικών ηθοποιών (Τζ.Μουρ, Στ.Κούγκαν, Αλ.Σκάρσγκαρντ).

Βαθμολογία : 85 / 100








 
Τρίτη, Μαΐου 14, 2019
posted by Librofilo at Τρίτη, Μαΐου 14, 2019 | Permalink
Σάμα

«Βγήκα από την πόλη, ακολουθώντας τη ροή του ποταμού, για μια μοναχική συνάντηση με το πλοίο που περίμενα, δίχως να ξέρω πότε θα’ρθει.
Έφτασα ως την παλιά αποβάθρα, μια κατασκευή ανεξήγητη, μιας και η πόλη με το λιμάνι της βρίσκονταν πάντα στην ίδια θέση, ένα τέταρτο της λεύγας πιο πάνω στο ποτάμι.
Ανάμεσα στους ξύλινους πασσάλους της, λωρίδες ποταμίσιου νερού στροβιλίζονταν ορμητικά.
Παγιδευμένη στα κυματάκια και στις αδιέξοδες νερογυρισιές, μια μαϊμού, νεκρή, ανέπαφη ακόμα, λικνιζόταν μπρος πίσω με σταθερό ρυθμό. Όλη της τη ζωή, το νερό στις παρυφές του δάσους την προσκαλούσε σε ένα ταξίδι που δεν έκανε παρά μονάχα όταν δεν ήταν πια μαϊμού αλλά κουφάρι μαϊμούς. Το νερό ήθελε να την πάρει μακριά, και θα τα κατάφερνε αν εκείνη δεν μπλεκόταν στους πασσάλους της παμπάλαιας αποβάθρας. Εκεί βρισκόταν, έτοιμη να φύγει, χωρίς να φεύγει, εκεί βρισκόμασταν και οι δυο.
Εκεί βρισκόμασταν, έτοιμοι να φύγουμε, χωρίς να φεύγουμε.»

Ο Δον Ντιέγο ντε Σάμα, περιμένει μια μετάθεση που δεν έρχεται ποτέ, ένα ταχυδρομείο που θα του φέρει τα καλά νέα, μια θέση κοντά στην οικογένειά του, την γυναίκα του Μάρτα, τα παιδιά του, την μητέρα του. Ο Σάμα, είναι ο ήρωας του ομώνυμου, εκπληκτικού μυθιστορήματος "ΣΑΜΑ" ("Zama"), του σπουδαίου Αργεντίνου συγγραφέα Antonio Di Benedetto (1922-1986) - (εκδ. Καστανιώτη, (ωραιότατη) μετάφρ. Α. Βερροιοπούλου, σελ. 297), ενός λυρικού, υπαρξιακού βιβλίου, που περιγράφει την αργή και σταθερή πτώση ενός ανθρώπου.


Το μυθιστόρημα, διατρέχει τρείς χρονικές περιόδους, καλύπτοντας ένα διάστημα δέκα ετών, ξεκινάει το 1790, συνεχίζεται με ένα χρονικό άλμα στο 1794 για να ολοκληρωθεί το 1799. Ο Σάμα είναι ένας ανώτερος κυβερνητικός υπάλληλος, που είναι διορισμένος ως νομικός σύμβουλος του κυβερνήτη, στην Ασουνσιόν της Παραγουάης, χιλιάδες μίλια μακριά από την οικογένειά του, σε μια πόλη στις όχθες του Ρίο ντε λα Πλάτα, που ήταν περισσότερο ένα μεγάλο χωριό. Ο Σάμα ένας άνθρωπος που έχει γεννηθεί στην αμερικάνικη ήπειρο, είναι ένας γηγενής Αμερικανός, πράγμα που τον καθιστά δεύτερης κλάσης υπάλληλο, έναντι των Ισπανών κυβερνητικών αξιωματούχων. Βρισκόμαστε στην περίοδο της αποικιοκρατίας, και πιο συγκεκριμένα στα χρόνια της Ισπανικής Αντιβασιλείας. Υπήρχε ήδη η κοινωνική και πολιτική αφύπνιση των κρεολών, των λευκών δηλαδή απογόνων των Ισπανών κατακτητών, η οποία θα ξεσπάσει στον πόλεμο της ανεξαρτησίας στις αρχές του 19ου αιώνα (1810-1818), δημιουργώντας το κράτος της Αργεντινής.

«Το παρελθόν ήταν ένα τετραδιάκι με σημειώσεις που είχα χάσει σε μια ανύποπτη στιγμή.»

Ο Σάμα αισθάνεται ότι βρίσκεται σε δυσμένεια, στην κυβερνητική υπηρεσία, αλλά δεν κάνει και τίποτα για να γίνει έστω και ελάχιστα δημοφιλής, εκφράζοντας όπου σταθεί κι όπου βρεθεί την έντονη δυσαρέσκειά του, για μια μετάθεση που αργεί να έρθει, παρά τις διαβεβαιώσεις των ανωτέρων του, για τις καθυστερήσεις στις πληρωμές που τον φέρνουν σε κατάσταση ένδειας, για τις συνθήκες ζωής στην απομονωμένη επαρχία. Ζει ανάμεσα στους ντόπιους, διαμένει σε διαμερίσματα που του νοικιάζουν κρεολοί, κινείται σε μια μόνιμη κατάσταση δυσθυμίας και μελαγχολίας, αλλά και ερωτικής στέρησης και επιθυμίας.

«Το βράδυ εκείνο ονειρεύτηκα πως με το πλοίο έφτασε μια γυναίκα μόνη και γελαστή, πως έφτασε για μένα μόνο, αποζητώντας την προστασία μου, την ασφάλεια της αγκαλιάς μου, για να σμίξει την τρυφερότητά της με τη δική μου. Μπόρεσα να διακρίνω το ευγενικό της πρόσωπο, το ξανθό χνούδι στον λαιμό της, όμοιο με ροδάκινου, που λίγωνε τις αισθήσεις μου.
Δεν ήταν η Μάρτα. Δεν ήταν η Λουσιάνα. Δεν ήταν καμία από τις γυναίκες που ήξερα.»

Η ερωτική του απελπισία και μοναξιά, θα τον οδηγήσει, στην μάταιη πολιορκία της Ισπανίδας Λουσιάνα, συζύγου ενός ανώτερου κυβερνητικού υπαλλήλου, η οποία παίζει μαζί του, το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, ενώ αργότερα στο βιβλίο, μετά από τέσσερα χρόνια, θα τον βρούμε πατέρα ενός παιδιού με μια Ινδιάνα. Τα συνεχιζόμενα οικονομικά προβλήματα με τον μισθό του να μη φτάνει ποτέ, όπως και η πολυαναμενόμενη μετάθεση που δεν έρχεται, τον βυθίζουν όλο και περισσότερο μέσα στην απελπισία και την αφόρητη μοναξιά. Το σουρεαλιστικό τρίτο μέρος, το 1799 πια, τον βρίσκει σε ακόμα απελπιστικότερη κατάσταση, όπου παίρνει αποφάσεις χωρίς ειρμό, χωρίς λογική οδηγώντας τα πράγματα πλέον στα άκρα.

«Εγώ, καταμεσής μιας ολόκληρης ηπείρου, αόρατης στα μάτια μου, παρότι την ένιωθα ολόγυρά μου σαν έναν έρημο παράδεισο, αχανή για τα πόδια τα δικά μου. Η Αμερική δεν υπήρχε παρά μόνο για μένα▪ υπήρχε όμως μόνο στις ανάγκες μου, στις επιθυμίες και στους φόβους μου.»


Γραμμένο σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, το μυθιστόρημα του Ντι Μπενεντέτο, είναι ταυτόχρονα πολύπλοκο και απλό. Σε πρώτο επίπεδο δεν γίνονται σπουδαία πράγματα καθώς ακολουθούμε την ολίσθηση του Σάμα και τα συνεχή του σφάλματα (για να μη πω κάτι βαρύτερο), την  κατάσταση αποξένωσής του, την απελπισία και την κατάθλιψή του, ενώ προσπαθεί να πιαστεί από εφήμερες σχέσεις και κουβέντες, ελπίδες που διαψεύδονται πολύ γρήγορα και παρεξηγήσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε συγκρούσεις με τα νεύρα τεντωμένα.

Το μυθιστόρημα περιγράφει ουσιαστικά μια ιστορία πτώσης, αναμονής και άγχους. Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται από τις πρώτες σελίδες, ότι αυτή η μετάθεση δεν πρόκειται να έρθει ποτέ, το πολυπόθητο νέο δεν θα φτάσει. Είναι άξια θαυμασμού η ικανότητα του συγγραφέα, στην διάρθρωση και στην αρχιτεκτονική του υλικού του. Στις τρεις χρονικές περιόδους που χωρίζεται η πλοκή του βιβλίου, ο Σάμα αντιμετωπίζει διαφορετικά προβλήματα (χωρίς όμως τα παλαιά να πάψουν να τον ταλαιπωρούν), πρώτα το σεξουαλικό, μετά το οικονομικό και τελευταία το θέμα της επιβίωσής του. Σε όλες τις περιπτώσεις, αυτός ο ανώριμος και διχασμένος ήρωας, κάνει τις λάθος εκτιμήσεις, χάνει την αξιοπρέπειά του, υποπίπτει στο ένα σφάλμα μετά το άλλο, ζει πρώτιστα με τις φαντασιώσεις του για να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα που μονίμως τον απογοητεύει.

«Όλοι, σχεδόν όλοι, είμαστε ασήμαντα γεγονότα. Κατασκευάζουμε ένα ανάξιο λόγου παρόν και εισπράττουμε ένα απεχθές παρελθόν.»

Απόηχοι κυρίως από την «Ναυτία» του Σαρτρ, όπως και από τον «Ξένο» του Καμύ, αλλά και από τα βιβλία του Ντοστογιέφσκι, υπαρξιακό άγχος και αποξένωση, ατμόσφαιρα που σε πνίγει, αφόρητη μοναξιά και ένα κλίμα παράνοιας, αλλά και εύστοχο υπαινικτικό σχόλιο για την αποικιοκρατία, σημαδεύουν το «Σάμα», το ψυχολογικό και αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Ντι Μπενεντέτο, ένα μεγαλειώδες βιβλίο που στην απόλαυση του συντελεί τα μέγιστα η εξαιρετική μετάφραση (και το κατατοπιστικότατο επίμετρο) της Άννας Βερροιοπούλου (που την δουλειά της θαυμάσαμε και στην έξοχη νουβέλα «Οι αυτόχειρες» του ίδιου συγγραφέα).

Βαθμολογία 88 / 100




Υ.Γ. 1/ Το «ΣΑΜΑ» μεταφέρθηκε στην οθόνη από την Αργεντινή σκηνοθέτιδα Lucrecia Martel, το 2017 και διακρίθηκε σε αρκετά φεστιβάλ. Αν δεν έχεις διαβάσει το βιβλίο, απολαμβάνεις περισσότερο αυτή την θαυμάσια ταινία, η οποία όμως εστιάζει περισσότερο στο αποικιοκρατικό κλίμα και στην ατμόσφαιρα, παρά στην υπαρξιακή πλευρά της ιστορίας. Η σκηνοθέτις δεν ακολουθεί τις χρονικές περιόδους του μυθιστορήματος, κι ο θεατής δεν αντιλαμβάνεται τις αλλαγές του χρόνου, βλέπει τις σκηνές τη μια μετά την άλλη με μια ονειρική χροιά. Δεν μπορώ όμως να είμαι αντικειμενικός γιατί έκανα διαρκώς τις συγκρίσεις με το βιβλίο πράγμα που σίγουρα αδικεί το φιλμ, που έχει την δικιά του αξία και έτσι πρέπει να κριθεί.


Υ.Γ. 2/  Το blog έκλεισε αυτές τις μέρες, τα 13 του χρόνια (2006-2019). Σας ευχαριστώ που συνεχίζετε να με διαβάζετε.
 
Σάββατο, Μαΐου 04, 2019
posted by Librofilo at Σάββατο, Μαΐου 04, 2019 | Permalink
"Σινική μελάνη"

Σπανίζουν τα ελληνικά μυθιστορήματα που ασχολούνται με το είδος που αποκαλείται «στρατοπεδική λογοτεχνία», δηλαδή, τα βιβλία μυθοπλασίας που έχουν ως θέμα τους τον «στρατοπεδικό εγκλεισμό». Οι περιπτώσεις είναι λίγες και αφορούν αυτοβιογραφικά εν πολλοίς ντοκουμέντα ή μαρτυρίες με λογοτεχνικό ύφος, όπως το ανεπανάληπτο «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» του Στρατή Δούκα ή το «Στάλαγκ VI C» του Όμηρου Πέλλα.

Αν λοιπόν είναι δύσκολο να βρούμε μυθιστορήματα που ασχολούνται με αυτά τα θέματα, είναι μάλλον ακατόρθωτο να βρούμε κάποιο λογοτεχνικό έργο που να έχει ως θέμα του, τα στρατόπεδα εγκλεισμού (ή εργασίας), στην Αλβανία του Εμβέρ Χότζα και αυτό ακριβώς το κενό έρχεται να καλύψει ένα πολύ σημαντικό μυθιστόρημα που εκδόθηκε τον προηγούμενο χρόνο. Ο έμπειρος και δοκιμασμένος συγγραφέας Τηλέμαχος Κώτσιας, με το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του «ΣΙΝΙΚΗ ΜΕΛΑΝΗ» - (Εκδ. Πατάκη, σελ. 507), αφηγείται μια συναρπαστική ιστορία με πολλά στοιχεία οικογενειακής αυτοβιογραφίας, μια ιστορία για την αξιοπρέπεια και την αναζήτηση ελευθερίας.


Τρείς νέοι μεγαλώνουν, στην περιοχή της Δρόπολης, στον Αλβανικό νότο, όπου στα περισσότερα χωριά το ελληνικό στοιχείο είναι πολυπληθές. Είναι η δεκαετία του ’70, το καθεστώς του Εμβέρ Χότζα έχει μάτια παντού και παρακολουθεί κάθε κίνηση, οι χαφιέδες παραμονεύουν σε κάθε γωνία, η Ελλάδα είναι κοντά αλλά και πολύ μακριά, καθώς οποιαδήποτε απόπειρα παραβίασης των συνόρων – που δεν βρίσκονται πολύ μακριά, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Στην Ελλάδα επικρατεί η δικτατορία των συνταγματαρχών και η τηλεόραση της ΕΡΤ που πιάνουν οι κάτοικοι των χωριών αυτών, στους δέκτες τους, μεταδίδει μια εικόνα ευημερίας που προκαλεί σε συγκρίσεις για το επίπεδο της ζωής.

«Τόσο άτυχη αυτή η Δρόπολή τους, να βρεθεί ως μειονότητα σε άλλη χώρα; Μα γιατί; Τι αμαρτίες πληρώνει; Αφού ο Άγιος Κοσμάς την είχε ευλογήσει! Και μόνο για είκοσι χιλιόμετρα! Κι επιπλέον, κλείστηκαν ερμητικά έξω, απομονώθηκαν όχι μόνο από τον εθνικό κορμό αλλά και απ' όλον τον έξω κόσμο. Προσπαθούσαν να την εξαλβανίσουν σιγά σιγά, μεθοδικά και με υπομονή, συνήθως όμως συνέβαινε το εντελώς αντίθετο: όποιος Αλβανός ερχόταν γαμπρός σε τούτα τα χωριά, με το πέρασμα του χρόνου εξελληνιζόταν και τα παιδιά του που γεννιούνταν στη Δρόπολη, γεννιούνταν Ελληνόπουλα.»

Ο Σωτήρης, που τον φωνάζανε "Χατζηπαναγή", ποδοσφαιρικό ταλέντο που ονειρευόταν να παίξει σε μια μεγάλη ομάδα της χώρας, ο ατίθασος Αριστοτέλης ή Τέλης, άσος στα μαθηματικά και ο Φώτης, το καλό παιδί του σχολείου και άριστος μαθητής, ορφανός, που μεγάλωνε με τη γιαγιά του, είναι οι τρεις δεκαεπτάρηδες νεαροί που χωρίς να το πολυσκεφτούν, αποφασίζουν να φτιάξουν αυτοσχέδια χαρτιά με πολιτικά συνθήματα για Δημοκρατία και Ελευθερία και να τα σκορπίσουν στο χωριό. Για τον σκοπό τους χρησιμοποιούν σινική μελάνη και ένα μαθηματικό σύμβολο σαν σήμα.

Οι Αρχές κινητοποιούνται, θεωρούν ότι είναι κάποιας μορφής εξέγερση. Βρισκόμαστε στο 1974, λίγο πριν πέσει η χούντα στην Ελλάδα και ενώ το καθεστώς του Χότζα έχει επιτρέψει κάποιες συνταγματικές ελευθερίες και μιας μορφής φιλελευθεροποίηση. Η ασφάλεια δεν θα αργήσει να βρει τους υπεύθυνους των προκηρύξεων. Το χωριό είναι μικρό και ο χαφιεδισμός ανθεί, όπως και η τρομοκρατία. Τα παιδιά έχουν κάνει ένα μοιραίο λάθος, χρησιμοποιώντας σινική μελάνη που δεν βρίσκεται εύκολα στο εμπόριο, οπότε μέσω αυτής, θα συλληφθούν ο Φώτης και ο Τέλης αρχικά και αργότερα από την αφέλεια του Τέλη, θα συλληφθεί και ο Σωτήρης. Ο Φώτης δεν θα αντέξει τα βασανιστήρια της φυλακής, θα φτάσει στη δίκη ουσιαστικά φυτό, οι άλλοι δύο θα καταδικαστούν σε πολυετή φυλάκιση και θα οδηγηθούν στο διαβόητο για τις συνθήκες που επικρατούσαν, στρατόπεδο εργασίας Σπατς στον πάτο μιας χαράδρας. Η κόλασή τους μόλις έχει αρχίσει.

«Η ζωή κελαρύζει γλυκά μέσα σ’ αυτά τα φθαρμένα κουφάρια, τόσο στους γενναίους όσο και στους δειλούς. Η λαχτάρα για έρωτα, οι φαντασιώσεις μέσα στη νύχτα, δίνουν νόημα στην ύπαρξη, δίνουν ελπίδα για τη συνέχισή της. Είναι εκείνη η πλευρά της ζωής που εδώ μέσα δεν μπορούν να τη ζήσουν, παρά μόνο να τη φαντασιωθούν, είναι ο κόσμος των επιθυμιών, της στύσης, αυτού του φωτεινού κεριού που φέγγει κρυφά τη νύχτα και κρατάει την ελπίδα ζωντανή, που λειτουργεί τόσο αυτόνομα στον ανθρώπινο οργανισμό, της λαχτάρας για τη συνέχιση της ζωής.»

Ο Κώτσιας θα επικεντρωθεί στη ζωή του Σωτήρη, αυτός είναι ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος. Οι συνθήκες στο στρατόπεδο εργασίας, ο αγώνας για επιβίωση, οι ατελείωτες ημέρες, η απελπισία και η μαυρίλα της καθημερινότητας, περνάνε μέσα από την ζωντανή και ρέουσα αφήγηση. Εικόνες σκληρές όχι μόνο από το στρατόπεδο, αλλά και από την ζωή μετά, την απελευθέρωση που θα έρθει πολύ αργότερα, τις συνθήκες ζωής στο χωριό, τους χαφιέδες που είναι παντού - περιγράφοντας μια κοινωνία κατασκόπων, την δυσκολία προσαρμογής, την πίστη για ελευθερία, τις αλλαγές που θα επέλθουν με τα χρόνια.


Ο συγγραφέας αφιερώνει το βιβλίο στα μέλη της οικογένειάς του που βασανίστηκαν και υπέφεραν στα κάτεργα του καθεστώτος, στον πατέρα του Γιάννη που έμεινε 7 χρόνια, στον θείο του Βαγγέλη που έμεινε μέσα 11 χρόνια, στον παππού του και σε άλλους.
Σκιαγραφεί με λεπτομέρεια, τις συνθήκες ζωής στα στρατόπεδα εργασίας, τα σωματικά και ψυχικά βασανιστήρια, τους διαφορετικούς χαρακτήρες της μικροκοινωνίας, αλλά και τους συγχωριανούς και τη σκληρή ζωή στο χωριό, αλλά και τα πολιτικά παιχνίδια που παίχτηκαν στις πλάτες τους με τις αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό και των δύο χωρών, και συνεχίστηκαν και στην Ελλάδα με τις διάφορες οργανώσεις και τις προσπάθειες πατροναρίσματος από την εκάστοτε εξουσία.

Μυθιστόρημα ενηλικίωσης, αλλά και άκρως πολιτικό βιβλίο, με μια αφήγηση που πολλές φορές φλυαρεί και παρασύρεται στην παράθεση σκέψεων που επαναλαμβάνονται, η "Σινική Μελάνη", είναι ένα συγκλονιστικό αφήγημα για την ελευθερία και το δικαίωμα στη ζωή, για τα δεινά του ολοκληρωτισμού, αλλά και για τον προσωπικό αγώνα των ανθρώπων αυτών, της ελληνικής μειονότητας της Αλβανίας, που ήταν "ξένοι" στη χώρα που γεννήθηκαν και "αποδιοπομπαίοι τράγοι" στην χώρα που κατέφυγαν, στον τόπο που μια ζωή ονειρευόντουσαν.

Βαθμολογία 80 / 100



 
Τετάρτη, Μαΐου 01, 2019
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαΐου 01, 2019 | Permalink
"Σκυλιά που κοιμούνται"

Η περίοδος του Ισπανικού Εμφυλίου και τα χρόνια της στυγνής δικτατορίας του Φράνκο, προσφέρουν άφθονο και ανεξάντλητο λογοτεχνικό υλικό. Έχοντας βιώσει αντίστοιχες ιστορικές περιόδους στη χώρα μας, βρίσκουμε πολλές συγγένειες στις αφηγήσεις αυτές, καθώς μας θυμίζουν καταστάσεις εφιαλτικές, ίσως όχι στο μέγεθος της Ισπανικής τραγωδίας (μη το ξεχνάμε, ο Εμφύλιός τους ήταν από τους πιο αιματηρούς και η δικτατορία διήρκεσε 40 χρόνια) αλλά εξίσου σπαρακτικές. Ο έμπειρος και ιδιαίτερα γνωστός στη χώρα του συγγραφέας και δημοσιογράφος Juan Madrid (Μάλαγα,1947) με το ιστορικό νουάρ μυθιστόρημα "ΣΚΥΛΙΑ ΠΟΥ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ" ("Perros que duermen") - (Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα-Πεδίο, μετάφρ. Αλέξ. Ηλιόπουλος, σελ. 478), μας μεταφέρει μέσω μιας συναρπαστικής και πολύ ενδιαφέρουσας νουάρ ιστορίας στο ταραγμένο παρελθόν και τις προεκτάσεις του στο σήμερα.


Το μυθιστόρημα είναι ένα ταξίδι στην ιστορία της Ισπανίας του 20ου αιώνα, και, εκτυλίσσεται σε τρεις χρονικές περιόδους με τις ιστορίες των δύο πρωταγωνιστών του να κυλούν παράλληλα, ιστορίες δύο ανθρώπων που βρέθηκαν σε αντίθετα στρατόπεδα και στη μέση θύτες και θύματα σε μια εποχή βίας και αλληλοσπαραγμού.

"Οι αναμνήσεις ποτέ δεν λένε όλη την αλήθεια. Είναι έργα της φαντασίας μας, όπως τα μυθιστορήματα."

2011, και ο δημοσιογράφος και επιτυχημένος συγγραφέας Χουάν Ντελφόρο, με έντονη πολιτική δράση, που κατάγεται από μια οικογένεια που πολέμησε στον Εμφύλιο και βασανίστηκε στα χρόνια που ακολούθησαν, είναι δικαιούχος μιας κληρονομιάς από έναν άνθρωπο που δεν τον γνώριζε. Ο άνθρωπος αυτός, είναι ο Ντίμας Πράδο και ήταν αξιωματικός της αστυνομίας κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας, ενώ είχε υπηρετήσει στον Εμφύλιο ως Φαλαγγίτης. Ο Ντελφόρο κατά τη διάρκεια της συζήτησης με ένα συνεργάτη του Πράδο που είναι ο εντολοδόχος και ο υπεύθυνος για την αποδοχή της κληρονομιάς, διαπιστώνει ότι τόσα χρόνια τύχαινε της βοήθειας του Πράδο, ο οποίος και μετά την πτώση της Φρανκικής δικτατορίας παρέμενε ως συνεργάτης της Ισπανικής Ασφάλειας. Η κληρονομιά, δεν είναι τίποτε άλλο από ένα τετράδιο, με τις αναμνήσεις, την ιστορία του Ντίμας Πράδο, που ο Ντελφόρο πρέπει να διαβάσει, διότι κατά τον Πράδο, κρύβει ένα μυστικό που δεν έπρεπε να αποκαλυφθεί όσο εκείνος βρισκόταν εν ζωή.

Η αφήγηση μεταφέρεται στο 1938 και στο Μπούργος, την ιστορική πρωτεύουσα της Καστίλλης, που αποτέλεσε την πρώτη πρωτεύουσα των Φρανκιστών ακόμα προτού λήξει ο Εμφύλιος. Ο Ντίμας Πράδο, στέλεχος της Φάλαγγας, του παραστρατιωτικού κομματιού που πρωτοστάτησε στην εξέγερση των Φασιστών κατά της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης, αναλαμβάνει την εξιχνίαση ενός σκηνικού εγκλήματος με δύο πτώματα, στο σπίτι μιας γνωστής του οικογένειας. Μια ιερόδουλος είναι σφαγιασμένη και η μεσήλικας ιδιοκτήτρια του σπιτιού βρίσκεται επίσης νεκρή. Το έγκλημα πρέπει να μείνει μυστικό γιατί στο «ευλογημένο από τον Θεό» καθεστώς του Φράνκο δεν επιτρέπονται τόσο βίαια εγκλήματα. Ο Ντίμας Πράδο αντιλαμβάνεται ότι η εξιχνίαση της δολοφονίας θα του ανοίξει τον δρόμο για να γίνει αστυνομικός επιθεωρητής και να κάνει καριέρα στο Φρανκικό καθεστώς που ήδη κερδίζει τον Εμφύλιο.


1946, Φυλακές του Πουέρτο ντε Σάντα Μαρία, και ο Χουάν Ντελφόρο Φαρέλ αξιωματικός του Δημοκρατικού στρατού κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, βρίσκεται φυλακισμένος από το τέλος του προηγούμενου έτους και καταδικάζεται στη θανατική ποινή. Θα τον γλυτώσει από την εκτέλεση που έδειχνε αναπόφευκτη, ο ανώτατος αστυνομικός επιθεωρητής Ντίμας Πράδο, ο οποίος έδειχνε να γνωρίζει καλά την σύζυγο του Ντελφόρο Φαρέλ, την Κάρμεν Μουνιόθ. Ο Ντίμας Πράδο, δεν σταματάει όμως εκεί την βοήθειά του, κανονίζει συνάντηση του ζεύγους για μερικές ώρες, δείχνει να απλώνει μια ασπίδα προστασίας πάνω από τους δύο ανθρώπους.

Οι δύο ιστορίες του παρελθόντος τρέχουν παράλληλα στο βιβλίο, με τα κεφάλαια να εναλλάσσονται. Τι είναι αυτό που συνδέει τους δύο πρωταγωνιστές που ανήκουν σε εντελώς διαφορετικά στρατόπεδα; Τι ρόλο παίζει η Κάρμεν Μουνιόθ που την δράση της κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, δείχνει να μη γνωρίζει ούτε ο σύζυγός της Ντελφόρο Φαρέλ; Ποιός και γιατί διέπραξε το αποτρόπαιο έγκλημα στο Μπούργος; Ο σατανικός Ντίμας Πράδο που εμπλέκεται σε όλες αυτές τις ιστορίες και γιατί προστατεύει ως το τέλος της ζωής του την οικογένεια των Ντελφόρο;

Μέσα από την αφήγηση του Ντελφόρο Φαρέλ, παρακολουθούμε τις μάχες του Εμφυλίου, την ατμόσφαιρα που επικρατεί στις τάξεις του Δημοκρατικού στρατού, το χάος της πολιορκημένης Μαδρίτης, τις συμπλοκές εκ του συστάδην, τους μικρούς ηρωισμούς και τη μεγάλη ήττα. Μέσα από την αφήγηση του Ντίμας Πράδο, παρακολουθούμε τα έργα και τις ημέρες του Φρανκικού καθεστώτος, στην πρώτη μεγάλη πόλη που κατέλαβε και χρησιμοποίησε ως κεντρικό σημείο της εκστρατείας του. Την ατμόσφαιρα τρόμου στην πόλη, τους Γερμανούς αξιωματικούς που είναι παντού, την προσπάθεια ανέλιξης του Ντίμας Πράδο καθώς και την άκρως επιτυχημένη κατοπινή επαγγελματική του καριέρα.

"Είναι παράξενο, όμως αυτό που θυμάμαι περισσότερο από εκείνη την εποχή είναι τα σκυλιά.
"Τα σκυλιά ήρθαν πάλι". Θυμάμαι εκείνη τη φράση να επαναλαμβάνεται στις ημερήσιες αναφορές που έστελνα τον Δεκέμβριο του 1936 στα κεντρικά της ταξιαρχίας. Τα πεινασμένα, αδέσποτα σκυλιά που υπάρχουν παντού, τόσο στο μέτωπο όσο και μέσα στη Μαδρίτη. Τριγύριζαν στα χαλάσματα και τσακώνονταν για τα ελάχιστα αποφάγια που είχαν ακόμη την πολυτέλεια να πετούν οι Μαδριλένοι. Κάποιοι έλεγαν ότι τρέφονταν επίσης με τα πτώματα που έμενα εκτεθειμένα μετά τους βομβαρδισμούς. Οι πολιτοφύλακες του τάγματός μου μού είχαν ήδη πει ότι είχαν δει σκυλιά να περιφέρονται στη γη του κανένα, ανάμεσα στις οχυρώσεις μας και τις οχυρώσεις του εχθρού."


Οι δύο κόσμοι που συγκρούονται καθ' όλη τη διάρκεια της αφήγησης της αρκετά μπερδεμένης (είναι η αλήθεια) ιστορίας του Χουάν Μαντρίντ, όπως και η ιστορική διαδρομή που περνάει, από το 1936 έως τις μέρες μας, κρατάνε αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Η γεμάτη ζωντάνια αφήγηση διανθισμένη με εικόνες βίας, παρακμής, έρωτα και φρίκης, είναι καθηλωτική και ιδιαίτερα συναρπαστική, με πολύ συναίσθημα και εντυπωσιακό ρυθμό.

Δυνατοί χαρακτήρες – κυρίως οι δύο πρωταγωνιστές Ντίμας Πράδο και Χουάν Ντελφόρο Φαρέλ, μαζί με μια αινιγματική γυναίκα και έναν αδίστακτο νεαρό Μαροκινό -, αντιφατικοί και ικανοί για το καλύτερο και το χειρότερο που παρασύρονται μέσα από τις συνεχείς ίντριγκες, μαζί με, μια σαγηνευτική ιστορία με αρκετές ανατροπές, ατμόσφαιρα παρακμής και ζόφου, συνθέτουν ένα θαυμάσιο παζλ, σε ένα ποιοτικό page-turner μυθιστόρημα, που αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη από τις πρώτες του σελίδες μέχρι το φινάλε που θα συνδέσει τις δύο παράλληλες ιστορίες.

Ρεαλιστικό και σκληρό, το στιβαρό πολιτικοκοινωνικό νουάρ του Χουάν Μαντρίντ, απεικονίζει με σαφήνεια και ένταση, τις σκοτεινές ημέρες μιας χώρας, περιγράφει τις καταστάσεις που την οδήγησαν στην χειρότερη περίοδο της ιστορίας της. Ένα βιβλίο που σε αφήνει με μια πικρή γεύση στο στόμα αλλά και με την αίσθηση της αναγνωστικής απόλαυσης.

Βαθμολογία: 82 /100



 
Τετάρτη, Απριλίου 24, 2019
posted by Librofilo at Τετάρτη, Απριλίου 24, 2019 | Permalink
"Αμέρικα Αμέρικα"

Από τις πρώτες σελίδες, (ή μάλλον τις εισαγωγικές παραγράφους) του μυθιστορήματος, «ΑΜΕΡΙΚΑ ΑΜΕΡΙΚΑ» («America America»), του Αμερικανού συγγραφέα (περισσότερο γνωστού για τα διηγήματα και τις νουβέλες του) Ethan Canin (Μίτσιγκαν, 1960) - (εκδ. Καστανιώτη, σελ. 569, μετάφρ. Α.Καλοκύρης), αντιλαμβανόμαστε ότι έχουμε στα χέρια μας, ένα σημαντικό λογοτεχνικό έργο. Αυτή η αίσθηση, δεν μας εγκαταλείπει ποτέ κατά την διάρκεια της ανάγνωσης, αυτού του πολυεπίπεδου μυθιστορήματος μαθητείας, ενός βιβλίου μεγάλου, όχι μόνο σε όγκο, αλλά και σε αξία.

«Αν κάποιος αρχικά ξεκινά με βεβαιότητες, θα καταλήξει με αμφιβολίες.»


Ο Κέινιν, ξετυλίγει με έξοχη αφηγηματική άνεση την ιστορία του, για την άνοδο και την πτώση ενός ισχυρότατου υποψήφιου για τις Αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 1972 όπως και την παρακμή μιας πανίσχυρης και πάμπλουτης οικογένειας μέσα από την αφήγηση ενός ανθρώπου - νεαρού παιδιού τότε - που έζησε από κοντά, τα δραματικά γεγονότα, τα οποία σημάδεψαν τη ζωή του και καθόρισαν τη μοίρα, όχι μόνο εκείνου, αλλά ίσως κι ενός έθνους.

Το βιβλίο ξεκινάει το 2006, όταν ο αφηγητής και ήρωάς του, Κόρεϊ Σίφτερ ένας δημοσιογράφος μέσης ηλικίας που διευθύνει την τοπική εφημερίδα μιας μικρής πόλης στην πολιτεία της Ν.Υόρκης, είναι καλεσμένος στην εντυπωσιακή κηδεία του άλλοτε πανίσχυρου Γερουσιαστή Χένρι Μπονγουίλερ, ενός ανθρώπου που έφτασε μια ανάσα από το αξίωμα του υποψήφιου των Δημοκρατικών κάποτε. Η κηδεία, οι άνθρωποι που βλέπει, το περιβάλλον, ξυπνάνε τις έντονες αναμνήσεις του από την εφηβεία και τα νεανικά του χρόνια.

«Όταν έχεις εμπλακεί σε κάτι τέτοιο, όσο παλιά και αν συνέβη, όσο διάστημα και αν απουσιάζει από τις ειδήσεις, είσαι καταδικασμένος να το αναζητάς διαρκώς. Να είσαι κατά κάποιον τρόπο σε εγρήγορση κάθε μέρα της ζωής σου. Για την περίπτωση μιας αναφοράς στα ψιλά, στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας. Ενός αγνώστου σε ένα κοκτέιλ πάρτι ή ενός περίεργου φακέλου στο γραμματοκιβώτιο. Της όλο νόημα παύσης στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Μιας φριχτής επανεμφάνισης που, κατά πάσα πιθανότητα, δεν πρόκειται να συμβεί.»

Μεταφερόμαστε 35 χρόνια πριν, στις αρχές της δεκαετίας του 70, όταν ο 16άχρονος Κόρεϊ, γόνος εργατικής οικογένειας, θα απασχολείται σε βοηθητικές εργασίες στο τεράστιο κτήμα του μεγιστάνα Λίαμ Μέτερι, ενός ανθρώπου του οποίου, ο πατέρας Ίγκαν Μέτερι έκτισε ουσιαστικά την μικρή πόλη Σαλίν, εκμεταλλευόμενος τα λατομεία της περιοχής. Το 1970, έχουν αλλάξει βέβαια τα πράγματα, αλλά η ισχύς, όπως και η δύναμη των Μέτερι παραμένουν, καθώς η έπαυλή τους δεσπόζει στην περιοχή. Ο Κόρεϊ είναι ένα εξαιρετικό και πολύ φιλότιμο παιδί που γρήγορα αποσπάει την εύνοια του Λίαμ Μέτερι, όπως και των δύο συνομήλικων κοριτσιών του, η δε σχέση του με τη μία από αυτές, ξεπερνάει τα όρια της απλής φιλίας. Ο Λίαμ Μέτερι στις επερχόμενες προεδρικές εκλογές που θα γίνουν το 1972, αποφασίζει να στηρίξει πολύ ενεργά τον προοδευτικό και φιλεργατικό, Γερουσιαστή Χένρι Μπονγουίλερ, ως υποψήφιο των Δημοκρατικών, έναν άνθρωπο που κατεβαίνει στις εκλογές με πρωταρχικό σύνθημα, την λήξη του πολέμου στο Βιετνάμ. Βρισκόμαστε στην εποχή Νίξον, οι αντιπολεμικές διαδηλώσεις είναι συνεχείς και ο Μπονγουίλερ έχει πιάσει τον σφυγμό του κόσμου. Ο Κόρεϊ δουλεύει στις δεξιώσεις που ετοιμάζονται, στα κοκτέιλ πάρτι όπου προσκαλούνται μεγαλοδημοσιογράφοι και μεγιστάνες, ζει από κοντά τον πυρετό της προετοιμασίας, είναι ο οδηγός του Γερουσιαστή όποτε εκείνος επισκέπτεται την πόλη για σύσκεψη αλλά και για την χάραξη της στρατηγικής για το χρίσμα του υποψήφιου των Δημοκρατικών.

Ο Μέτερι θα προσφέρει στον νεαρό Κόρεϊ, τις σπουδές σε ένα καλό κολέγιο και εκείνος ήδη νιώθει κομμάτι της οικογένειας, καθώς αναλαμβάνει όλο και περισσότερες ευθύνες. Ο Μπονγουίλερ θριαμβεύει και τα προγνωστικά είναι υπέρ του, σιγά σιγά γίνεται το φαβορί για την ηγεσία των Δημοκρατικών και ήδη μιλάνε για πολλές πιθανότητες εναντίον του Νίξον στις επερχόμενες Προεδρικές εκλογές. Το πτώμα όμως μιας νεαρής κοπέλας που θα βρεθεί θαμμένο στο χιόνι σε ένα παράδρομο θα τα ανατρέψει όλα. Η νεαρή συνδεόταν ερωτικά με τον Γερουσιαστή και η ανεύρεση του σώματός της, θα εγείρει ερωτηματικά για την εμπλοκή του στον θάνατό της. Ο Κόρεϊ δεν γνωρίζει την πλήρη αλήθεια, αλλά από κάτι κουβέντες του Μπονγουίλερ και από την απελπισία στις κουβέντες του Μέτερι θα συνειδητοποιήσει ότι τα πράγματα μπλέξανε για τα καλά. Η πολιτική εκστρατεία επηρεάζεται και η ευκαιρία για μια πολιτική αλλαγή χάνεται. Η συνέχεια θα είναι δραματική για όλους.

«Οι ξεχασμένοι αυτής της χώρας έχουν τη συνεπή συνήθεια να στρέφονται εναντίον των υπερασπιστών τους και υποθέτω ότι ο τρόπος με τον οποίο οι εργάτες, άντρες και γυναίκες, εγκαταλείπουν εκείνους τους πολιτικούς που μπορούν να τους βοηθήσουν περισσότερο, αποδεικνύει την κυριαρχία του συναισθήματος στην πολιτική.»


Ο Κέινιν ακολουθεί την ιστορική διαδρομή των εκλογών του 1972, εισάγει όμως στην πλοκή τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες, τον Γερουσιαστή Μπονγουίλερ και τον μεγιστάνα Μέτερι. Τα γεγονότα που περιγράφονται θα μπορούσαν να ταιριάζουν εν μέρει στον Έντουαρντ Κένεντι (ο οποίος απουσιάζει ως αναφορά από το μυθιστόρημα), και το περίφημο «ατύχημα στο Τσαπακουίντικ». Για την ιστορία αναφέρω ότι ο προοδευτικός Γερουσιαστής Κένεντι (και μεγάλο φαβορί για το χρίσμα των Δημοκρατικών), το 1969 έφυγε με μια νεαρή συνεργάτιδά του από ένα πάρτι στο νησάκι Τσαπακουίντικ (πολύ κοντά στο Μάρθας Βίνγιαρντ). Το επόμενο πρωί το αυτοκίνητο ανασύρθηκε από το λιμάνι με το πτώμα της γυναίκας μέσα, ο δε Κένεντι κοιμόταν στο ξενοδοχείο του. Αργότερα ισχυρίστηκε ότι πανικοβλήθηκε από το ατύχημα, ένιωσε ανίκανος να βοηθήσει και έφυγε. Δήλωσε ένοχος για «εγκατάλειψη θύματος» και αυτό σήμαινε το τέλος της πολιτικής του καριέρας. Καθόλου τυχαίο νομίζω που η ερωμένη του Μπονγουίλερ στο βιβλίο ονομάζεται «ΤζοΈλεν», ενώ η συνεργάτις του Κένεντι «Μαίρη Τζο». Το χρίσμα των Δημοκρατικών για τις εκλογές του 1972, το πήρε τελικά ο ΜακΓκόβερν, ο οποίος έχασε από τον Ρίτσαρντ Νίξον.

Πολιτική, παιχνίδια εξουσίας, διαπλοκή, όλο το αμερικανικό πολιτικό σκηνικό μεταφέρεται στο υπέροχο μυθιστόρημα του Κέινιν. Είναι μια ωραία ιστορία, που καλύπτει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες εποχές της αμερικάνικης ιστορίας, καθώς η κοινωνία προχωράει σε αλλαγές, το φιλειρηνικό κίνημα δεν αφορά μόνο τους νέους αλλά, έχει απλωθεί σε όλο το κοινωνικό φάσμα, τα παλιά τζάκια υποχωρούν και η δημοσιογραφία έχει γίνει πανίσχυρη. Δεν είναι μόνο η ιστορία του Μπονγουίλερ που έχει μεγάλο ενδιαφέρον, αλλά και η ιστορία της οικογένειας Μέτερι, με τον Λίαμ Μέτερι, έναν άκρως Φιτζεραλντικό ήρωα, ρομαντικό και αυτοκαταστροφικό, που θα αναλάβει με δραματικό τρόπο την ευθύνη για τα λάθη του.

Ο Κέινιν όμως δεν γράφει μόνο για «τα μεγάλα» στο βιβλίο του. Περιγράφει με οξυδέρκεια την ατμόσφαιρα της μικρής πόλης, αναλύει σε βάθος την προσωπικότητα του ήρωά του, του νεαρού Κόρεϊ Σίφτερ, που ως άλλος Ντέιβιντ Κόπερφιλντ, θα ευνοηθεί από την γενναιοδωρία και την αγάπη που του δείχνει ο Λίαμ Μέτερι – ο οποίος βλέπει τις ικανότητές του - και από παιδί της εργατικής τάξης, που η πορεία του ήταν λίγο-πολύ προδιαγεγραμμένη, θα ζήσει από μέσα την ατμόσφαιρα στην έπαυλη, θα ερωτευτεί μια κοπέλα που δεν θα μπορούσε να πλησιάσει ούτε στα πιο τολμηρά του όνειρα, θα σπουδάσει σε ένα καλό κολέγιο με τα χρήματα του ευεργέτη του. Θα γίνει ένας καλός και ικανότατος δημοσιογράφος, ο οποίος στα πλαίσια της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας που υπηρετεί, δεν θα διστάσει να παραδεχτεί αλήθειες που πονάνε.

Το μυθιστόρημα που συγκρίθηκε από τους Αμερικανούς κριτικούς με την «Αμερικάνικη Τραγωδία» του Θ.Ντράιζερ, έχει εκπληκτικούς δευτερεύοντες χαρακτήρες, κυρίως οι γυναίκες της οικογένειας Μέτερι είναι μοναδικές, όπως και οι μορφές των γονιών του Κόρεϊ. Η κινηματογραφικού ύφους αφήγηση που απλώνεται, αλλάζει τον ρυθμό της ανάλογα με την ένταση που δίνει στα τεκταινόμενα ο συγγραφέας, κάποιες φορές σου δίνει την αίσθηση της χαλαρότητας και της αφηγηματικής ραθυμίας για να επιταχύνει και να δώσει την απαραίτητη ένταση στις δραματικές σκηνές του βιβλίου.

Το «Αμέρικα Αμέρικα», είναι ένα έξοχο μυθιστόρημα, που φέρνει στο νου, μεγάλες αφηγήσεις του 19ου αιώνα, έχει κάτι από Τολστόι και Ντίκενς με περιγραφές της αμερικάνικης φύσης και της επιχειρηματικής εξάπλωσης που βλέπουμε σε αμερικανούς συγγραφείς του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. Είναι ένα βιβλίο που έχει όλες τις προδιαγραφές να θεωρηθεί μετά από πολλά χρόνια, κλασσικό, ένα έπος μεγάλης πνοής.

Βαθμολογία 86 / 100



 
Τρίτη, Απριλίου 16, 2019
posted by Librofilo at Τρίτη, Απριλίου 16, 2019 | Permalink
"Ξαφνικός θάνατος"

Ένα βιβλίο έκπληξη, μαγευτικό και σαγηνευτικό, πολυεπίπεδο και πολυδιάστατο είναι το ιδιόμορφο μυθιστόρημα "ΞΑΦΝΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ" ("Muerte subita"), του Μεξικανού συγγραφέα Alvaro Enrigue (Γουαδαλαχάρα, 1969) - (εκδ. Αλεξάνδρεια, μετάφρ. Κων/νος Παλαιολόγος, σελ.306). Ένα μυθιστόρημα γραμμένο με πολύ στυλ και χιούμορ, που έχει ως αφορμή έναν φανταστικό αγώνα τένις στο τέλος του 16ου αιώνα, για να μιλήσει για τον ρόλο της ιστορίας, για τις συμπτώσεις και τα γυρίσματα της τύχης, την θρησκεία και την εξουσία, την πολιτική και τον έρωτα.


Ένας αγώνας τένις διεξάγεται στη Ρώμη μεταξύ του σπουδαίου Λομβαρδού ζωγράφου Μικελάντζελο Μερίζι, περισσότερο γνωστού ως Καραβάτζο και του Ισπανού ποιητή Φρανσίσκο ντε Κεβέδο. Βρισκόμαστε στο 1599, και οι δύο άντρες μετά από ένα άγριο μεθύσι και έναν τσακωμό με πολλές προσβολές, θα λύσουν τις διαφορές τους μέσα από το τένις, το οποίο βέβαια ως παιχνίδι είχε αρκετές διαφορές με το σήμερα. Ο αγώνας τους θα είναι σαν μονομαχία σε τρία σετ, και οι μάρτυρες από κάθε πλευρά, είναι για τον Κεβέδο, ο κολλητός του φίλος και προστάτης του, Πέδρο Τέγεθ Χιρόν, δούκας της Οσασούνα και μαρκήσιος του Πενιαφέλ και από την πλευρά του Καραβάτζο, ένας μαθηματικός (και εραστής του ζωγράφου), που το όνομά του θα μείνει στην ιστορία αλλά που ο αναγνώστης θα το μάθει προς το τέλος του βιβλίου.

"Από μέσα χνουδωτή και απ' έξω ξυρισμένη,
πάντα έχω στον κόρφο μου την πλεξούδα μου κρυμμένη,
περνάω από χέρι σε χέρι, απ' όλους χτυπημένη,
κι όταν πάνε για φαΐ, εγώ είμαι πάντα αποκλεισμένη.

Το μπαλάκι του τένις αναπαρίσταται, στο "Βιβλίο του Απολλώνιου" (13ος αιώνας) κατά τρόπο που παραπέμπει στο πανάρχαιο επάγγελμα της Ταρσιανής (της κόρης του που είχε πουληθεί ως σκλάβα σε κάποιον οίκο ανοχής και προσμένει κάποιον να τη σώσει, με τον τρόπο της Σεχραζάτ: βάζει συνεχώς έμμετρα αινίγματα που καθυστερούν την παράδοσή της στους πελάτες). Το μπαλάκι είναι σαν μια γυναίκα που έχει κάνει αποτρίχωση - "απ' έξω ξυρισμένη" - που τρώει ξύλο - "απ' όλους χτυπημένη" -, και την οποία κανείς πλέον την καλεί σπίτι του - "όταν πάνε για φαΐ, εγώ είμαι πάντα αποκλεισμένη" - γιατί από τη στιγμή που "περνάει από χέρι σε χέρι" χρησιμεύει πλέον για  ένα και μόνο πράγμα: να πηγαίνει πέρα-δώθε στις πλατείες και να φέρνει κέρδη στους άλλους."


Ο αγώνας σκληρός, βίαιος και συναρπαστικός, περιγράφεται από τον συγγραφέα σε μικρά κεφάλαια και ανάμεσά τους παρεμβάλλονται ως θραύσματα, σκηνές από την παγκόσμια ιστορία. Ο Κορτές και η κατάκτηση του Μεξικού, η ερωμένη του, η Μαλίντσε και οι δολοπλοκίες, τι έγινε στην Ισπανία μετά τον θάνατο του κονκισταδόρ που ήταν ήρωας και εγκληματίας, πρωτοπόρος και φονιάς, οι περιπέτειες της περιουσίας του και η κληρονομιά του. Οι Πάπες Πίος  Γ και Δ, και οι μηχανορραφίες του Βατικανού, ο Ερρίκος ο Η και ο Τόμας Κρόμγουελ, οι συγκρούσεις βασιλέων και Παπικής εξουσίας στην Ευρώπη σε αντίθεση με την καλοσύνη και την ευγένεια του ουτοπιστή ιερωμένου Βάσκο ντε Κιρόγα και η προσπάθεια δημιουργίας μιας ιδανικής πολιτείας στο Μεξικό.
Η αφήγηση κάνει υπέροχα χρονικά άλματα ανακατεύοντας στο λογοτεχνικό μπλέντερ, τα μαλλιά της αποκεφαλισμένης Άννας Μπόλεϊν που γεμίζουν τέσσερα πολύτιμα μπαλάκια του τένις, τα οποία θα ταξιδέψουν όλη την Ευρώπη και τα οποία συνδέονται με τα μαλλιά του Αζτέκου βασιλιά Κουαουτέμοκ με τα οποία η Μαλίντσε έφτιαξε ένα πολύτιμο φυλαχτό για τον αγαπημένο της Κορτές αλλά και με τα πολύχρωμα φτερά που ο ινδιάνος Μεξικανός καλλιτέχνης Ντιέγο Ουανίτσιν χρησιμοποίησε για να φτιάξει μια μοναδική Παπική μίτρα.

"Όλα αυτά όμως τα γνωρίζουμε εμείς που ζούμε σε έναν κόσμο στον οποίο το παρελθόν και το παρόν είναι ταυτόχρονα, επειδή η Ιστορία γράφεται με τρόπο ώστε να πιστεύουμε πως το γεγονός Α οδηγεί στο Β και, ως εκ τούτου, υπάρχει μια λογική στην εξέλιξή της. Ένας κόσμος χωρίς θεούς  είναι ένας κόσμος εντός της Ιστορίας, και εντός των ιστοριών σαν και αυτή που αφηγούμαι": τόσο η Ιστορία όσο και οι ιστορίες προσφέρουν την παρηγοριά της τάξης. Εκείνη την εποχή, ο κόσμος, ο κόσμος που είχε εφεύρει ο Κιρόγα, ήταν ένας κόσμος γεμάτος παραισθήσεις και χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση, που μεγάλωνε στη χούφτα ενός επίσημου Θεού και σε εκείνες άλλων παράνομων θεοτήτων, που όλοι ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για το νόημα των πραγμάτων· η φυσική λεκάνη της λίμνης Πάτσκουαρο ήταν μια σταγόνα θεϊκού σάλιου μέσα στην οποία, σαν σε όνειρο, αποκαλύπτονται όλα τα μυστικά."

Το τένις είναι το παιχνίδι που αντιπροσωπεύει τον «ξαφνικό θάνατο» ως έννοια, όλα περιστρέφονται γύρω από το που θα πάει το μπαλάκι – μας το έδειξε τόσο υπέροχα και ο Γούντι Άλλεν στο “Match Point” πριν μερικά χρόνια. Ο Ενρίκε τονίζει και υπογραμμίζει την σχετικότητα της Ιστορίας, τα τυχαία γεγονότα που καθορίζουν τη μοίρα των ανθρώπων μέσα από ένα πανόραμα εικόνων που περιγράφονται όχι ξερά και με ακαδημαϊκό τρόπο, αλλά με χιούμορ και φιλοπαίγμονα διάθεση, με έξοχο αφηγηματικό στυλ και πρωτοτυπία.


Η Ιστορική λεπτομέρεια δεν απασχολεί τον ευφυέστατο Ενρίκε στο μυθιστόρημά του, εξάλλου οι ανακρίβειες και αυθαιρεσίες στα γεγονότα που αφηγείται είναι πολλές, τον ενδιαφέρει η κίνηση, ο ρυθμός της Ιστορίας, οι αντιθέσεις και οι συγκρούσεις. Ο αγώνας τένις δεν διεξάγεται μεταξύ δύο μεθυσμένων διάσημων, αλλά μεταξύ μιας Ιταλίας που βρίσκεται στην Αναγέννηση των Τεχνών και μιας οπισθοδρομικής Καθολικής Ισπανίας, ο Κορτές δεν είναι μόνο ένας σφαγέας αλλά και ένας πρωτοπόρος που αλλάζει την ροή του κόσμου, η κατάκτηση του Μεξικού δεν είναι μόνο μια ιστορία σφαγών και καταστροφής ενός αρχαίου πολιτισμού αλλά περιέχει και πολλές ανθρώπινες στιγμές που παραμερίζονται για χάρη των μεγάλων γεγονότων.

"Δεν ξέρω...Όλον αυτό τον καιρό που γράφω, δεν ξέρω τι θέλει να πει αυτό το βιβλίο. Τι αφηγείται; Δεν μιλάει απλώς για έναν αγώνα τένις. Ούτε είναι ένα βιβλίο περί της αργής και μυστηριώδους ενσωμάτωσης της αμερικανικής ηπείρου σ' αυτό που αποκαλούμε, με σκανδαλώδη έλλειψη προσανατολισμού, "Δυτικό κόσμο" - για τους κατοίκους της αμερικανικής ηπείρου, η Ευρώπη είναι η Ανατολή. Ίσως είναι ένα βιβλίο περί του πως γράφεται αυτό το βιβλίο· ίσως όλα τα βιβλία να κάνουν ακριβώς αυτό το πράγμα. Ένα βιβλίο με συνεχή πέρα δώθε, όπως το μπαλάκι σε ένα παιχνίδι τένις.
Δεν είναι ένα βιβλίο για τον Καραβάτζο ή τον Κεβέδο, αν και είναι ένα βιβλίο με τον Καραβάτζο και τον Κεβέδο. Αυτούς τους δύο, αλλά και τον Κορτές και τον Κουαουτέμοκ, τον Γαλιλαίο και τον Πάπα τον Πίο Έ. Γιγάντιες προσωπικότητες που συγκρούονται, γαμάνε, μεθάνε, στοιχηματίζουν στο απόλυτο κενό. Τα μυθιστορήματα συντρίβουν τα μνημεία ακριβώς γιατί όλα, ακόμα και τα πιο σεμνά, είναι κατά κάποιο τρόπο πορνογραφικά."

Μυθιστόρημα μεγάλης πνοής και λογοτεχνικής αξίας, αυτός ο υπέροχος “Ξαφνικός θάνατος”. Με ολοζώντανη αφήγηση και θαυμάσιο ρυθμό, ο Ενρίκε ανακατεύει με στυλ, το προσωπικό με το γενικό, το παραδοσιακό με το μοντέρνο, χωρίς να προσπαθεί να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη, απλά και μεθοδικά, αφήνοντας στον αναγνώστη χώρο για σκέψη, αποφεύγοντας να τον πνίξει με ιδέες και γεγονότα. Δεν είναι ένα παραδοσιακό ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά ένα βιβλίο πρωτοποριακό και πολύ σύγχρονο που μας συστήνει έναν συγγραφέα αναμφίβολα μεγάλης αξίας.

Βαθμολογία 85 / 100