Τρίτη, Ιουνίου 19, 2018
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιουνίου 19, 2018 | Permalink
Πέντε βιβλία του Joseph Conrad

Η αφορμή για να ξαναδιαβάσω βιβλία του Joseph Conrad (1857-1924) ενός από τους αγαπημένους μου (όποιος διαβάζει χρόνια αυτό το blog, το γνωρίζει) συγγραφείς, ήταν η έκδοση ενός σημαντικού βιβλίου του που δεν είχα υπ’ όψιν μου, του αυτοβιογραφικού «Ο Καθρέφτης της θάλασσας», αλλά και η επανέκδοση μετά από πάρα πολλά χρόνια ενός εκ των σπουδαιότερων βιβλίων που έχει γράψει ο μεγάλος συγγραφέας (και δεν είχα διαβάσει), του «Με τα μάτια ενός Δυτικού». Βλέποντας τα βιβλία αυτά, θυμήθηκα κάποια άλλα δικά του, που υπήρχαν στην στοίβα με τα αδιάβαστα για καιρό και με περίμεναν να ασχοληθώ μαζί του. Έτσι λοιπόν, έπιασα τις τρεις νουβέλες που βρήκα μπροστά μου, την «Έιμι Φόστερ», τον «Άποικο της Μάλατα» και το «Ένα προκεχωρημένο φυλάκιο της προόδου» - εάν ήθελα θα προσέθετα και περισσότερες αφού υπάρχουν πολλές νουβέλες του Κόνραντ που κυκλοφορούν. Η ανάγνωση ήταν απολαυστική και η βουτιά στον κόσμο του σπουδαίου Αγγλοπολωνού συγγραφέα είναι μια λογοτεχνική εμπειρία. Ας δούμε τα βιβλία ένα ένα με τυχαία σειρά.


Το μυθιστόρημα «ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΕΝΟΣ ΔΥΤΙΚΟΥ» («Under western eyes») – (εκδ. Ερατώ, μετάφρ. Γ.Ι.Μπαμπασάκης, σελ. 574) είναι ένα βιβλίο ωριμότητας του J.Conrad, καθώς εκδόθηκε το 1911 μερικά χρόνια πριν πεθάνει, και απεικονίζει τους προβληματισμούς του συγγραφέα για το θέμα της «τρομοκρατίας» (θέμα που τον είχε απασχολήσει και στο περίφημο «Ο μυστικός πράκτορας»). Γραμμένο μεταξύ των δύο Ρώσικων επαναστάσεων, του 1905 και του 1917 το μυθιστόρημα αυτό «της προδοσίας και της ενοχής» όπως γράφει στο ωραίο επίμετρο του βιβλίου η Σώτη Τριανταφύλλου, με την έντονη Ντοστογιεφσκική επίδραση στον χαρακτήρα του ήρωα διαφέρει από τα μεγάλα γνωστά βιβλία που καθιέρωσαν τον Κόνραντ, χωρίς όμως να υστερεί απέναντί τους.

Στην Αγία Πετρούπολη της Τσαρικής Ρωσίας, ο Ραζούμοφ είναι ένας φοιτητής φτωχός που ασχολείται μόνο με τις σπουδές του και πως θα σταδιοδρομήσει μετά την ολοκλήρωσή τους στον δημόσιο τομέα. Μονήρης και σιωπηλός περιβάλλεται από μια αχλύ μυστηρίου που του προσδίδει ιδιότητες τις οποίες δεν έχει. Όταν ένας συμφοιτητής του, ο Χαλντίν, σκοτώνει με μια βόμβα έναν Υπουργό της κυβέρνησης, εισβάλλει στο σπίτι του θεωρώντας τον συμπαθούντα και του εμπιστεύεται τον τρόπο διαφυγής του – κανείς απολύτως δεν γνωρίζει ότι θα έβρισκε καταφύγιο εκεί, ήταν μια σκέψη απόγνωσης και η διαφυγή σε κάποιον που νόμιζε ότι μπορεί να εμπιστευτεί. Ο Χαλντίν είναι αφελής και ρομαντικός, θεωρεί τον σιωπηλό Ραζούμοφ επαναστάτη, αλλά εκείνος είναι απλώς ένας μπερδεμένος άνθρωπος που δεν ξέρει τι να κάνει. Αφού βασανίζεται με την συνείδηση του αρκετές ώρες, πηγαίνει στην Αστυνομία και τον καταγγέλει, ο Χαλντίν συλλαμβάνεται και λίγο αργότερα εκτελείται. Ο Ραζούμοφ όταν θα εμφανιστεί στο πανεπιστήμιο, θα προσεγγιστεί από νεαρούς επαναστάτες που είχαν ακούσει τα εγκώμια που του έπλεκε ο Χαλντίν και τον θεωρούν δικό τους που πρέπει να προστατεύσουν. Ο αστυνομικός διευθυντής όμως διαβλέπει ότι ο Ραζούμοφ είναι ένας αδύναμος άνθρωπος, δεν θα δυσκολευτεί να τον εντάξει στις υπηρεσίες του καθεστώτος. Η αποστολή του είναι να προσεγγίσει τους εξόριστους Ρώσους επαναστάτες και να αποτελέσει τον Δούρειο Ίππο της Αστυνομίας στις τάξεις τους. Θα φτάσει στην Γενεύη όπου εκεί βρίσκονται οι ηγέτες μιας εκ των επαναστατικών ομάδων, εκεί όμως βρίσκεται και η αδερφή του Χαλντίν με την μητέρα της που το μόνο που ξέρουν είναι ότι ο νεαρός Χαλντίν κατηγορείται ως ο υπεύθυνος για την δολοφονία του Υπουργού, δεν ξέρουν αν ζει ή πέθανε. Ο Ραζούμοφ θα ερωτευτεί την αδερφή του ανθρώπου που έστειλε στον θάνατο και σε συνδυασμό με τις τύψεις και τις ενοχές που έχει θα προσπαθήσει να ισορροπήσει μεταξύ των καθηκόντων που έχει αναλάβει και του έρωτά του για μια γυναίκα που γνωρίζει ότι θα την χάσει μόλις της αποκαλύψει την αλήθεια.


"...Σε μιαν αληθινή επανάσταση - όχι σε μιαν απλή αλλαγή δυνάστη ή σε μιαν απλή μεταρρύθμιση θεσμών - σε μια αληθινή επανάσταση, λοιπόν, οι καλύτεροι χαρακτήρες υποφέρουν, τα καλύτερα μυαλά δεν αναδεικνύονται. Μια βίαιη επανάσταση πέφτει στα χέρια των στενόμυαλων φανατικών και των τυραννικών υποκριτών, από την αρχή. Και μετά έρχεται η σειρά των αποτυχημένων δήθεν διανοούμενων να αναλάβουν τα ηνία. Αυτοί είναι οι αρχηγοί και οι ηγέτες, θα παρατηρήσατε ότι άφησα απέξω τους απλούς κατεργάρηδες και τους αλήτες. Οι δίκαιοι και οι ευγενικοί, οι αφοσιωμένοι και οι ανθρωπιστές, οι ανιδιοτελείς και οι ευφυείς, μπορεί να αρχίζουν ένα κίνημα αλλά, πριν περάσει πολύς καιρός, τους ξεφεύγει από τα χέρια. Δεν είναι αυτοί οι ηγέτες μιας επανάστασης. Αυτοί είναι τα θύματα! Θύματα της αηδίας, της απομυθοποίησης, των τύψεων! Ελπίδες που προδίδονται με τρόπους τραγικούς ή γελοίους∙ ιδανικά που γίνονται καρικατούρες του εαυτού τους, αυτός είναι ο ορισμός της επαναστατικής επιτυχίας! Σε κάθε επανάσταση υπήρξαν καρδιές που τσακίστηκαν από τέτοιες επιτυχίες!"

Είναι ένα μυθιστόρημα που προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει την περίφημη «Ρώσικη ψυχή» και πως αντιλαμβάνεται τον κόσμο, ένα μυθιστόρημα για τις ανθρώπινες αδυναμίες και αντιφάσεις, για την σχετικότητα του καλού και του κακού. Οι χαρακτήρες στο βιβλίο είναι όλοι άνθρωποι αδύναμοι που παλαντζάρουν από εδώ κι από εκεί, που βασανίζονται εσωτερικά. Είναι ένα μυθιστόρημα καθαρά υπαρξιακό, προτού ο υπαρξισμός εμφανιστεί ως φιλοσοφικό κίνημα. Ο Ραζούμοφ δεν γίνεται συμπαθής μέσα από την καλοκουρδισμένη και σπινθηροβόλα αφήγηση του Κόνραντ, αλλά αντιλαμβανόμαστε την ψυχική του ταλαιπωρία, τους προβληματισμούς του, είναι ένας διαφορετικός Ρασκόλνικοφ που οι ενέργειές του παρεξηγούνται συνεχώς, ένας χαρακτήρας σε αναβρασμό και παλιδόνηση. 
Αυτό το χάσμα μεταξύ του «είναι» και του «φαίνεσθαι» είναι ένα βασικό μοτίβο στο έργο του Κόνραντ και εδώ βρίσκεται στο απόγειό του.
Πρέπει να δει κανείς το βιβλίο με το πρίσμα της εποχής. Οι Ρώσοι επαναστάτες περιγράφονται γκροτέσκα και υπερβολικά αλλά ο Κόνραντ έχει αντιληφθεί το αδιέξοδο στο οποίο οδεύουν και το περιγράφει έξοχα σε κάποια σημεία του μυθιστορήματος, ενώ δεν λείπουν και οι ομοιότητες με επαναστατικές προσωπικότητες της εποχής. Έξοχο μυθιστόρημα, αρκετά φλύαρο και ογκώδες αλλά απολαυστικό μέχρι την τελευταία του σελίδα.

Στο αριστουργηματικό "Ο ΑΠΟΙΚΟΣ ΤΗΣ ΜΑΛΑΤΑ" ("The Planter of Malata") - (εκδ. Ροές, μετάφρ. Νάσια Ντινοπούλου, σελ. 146) μια από τις γνωστότερες νουβέλες του Κόνραντ, βρίσκουμε έναν χαρακτήρα που συναντούμε με διαφορετικά ονόματα στο συνολικό έργο του Κόνραντ. Ο Ρενουάρ είναι ένας μονήρης και πολύ πεισματάρης τυχοδιώκτης που έχει αναπτύξει το εμπόριο μεταξιού στο απομόνωμένο μικρό νησί Μάλατα κάπου στο αρχιπέλαγος της Ινδονησίας. Στην μικρή αποικιακή πόλη που είναι το κέντρο του εμπορίου και βρίσκεται εγγύτερα στο μικρό νησί, ο Ρενουάρ γνωρίζει την Φελίσια, που έχει φθάσει εκεί με την οικογένειά της αναζητώντας τα ίχνη του χαμένου αρραβωνιαστικού της, ο οποίος κατηγορήθηκε για οικονομικές ατασθαλίες στην Αγγλία και από τότε εξαφανίστηκε. Ο Ρενουάρ αντιλαμβάνεται σχεδόν αμέσως ότι ο εξαφανισμένος άνδρας βρίσκεται στη Μάλατα και είναι υπάλληλός του, αλλά δεν το αποκαλύπτει στην Φελίσια με την οποία είναι ερωτευμένος προσπαθώντας να βρίσκεται συνεχώς δίπλα της. Η κατάσταση αυτή δεν οδηγεί πουθενά γιατί η Φελίσια δεν ενδιαφέρεται για τίποτα άλλο παρά μόνο να βρει τον χαμένο της σύντροφο. Το δραματικό φινάλε θα έρθει ως κάθαρση, σε αυτόν τον μαζοχιστικό και γεμάτο πάθος μονοδιάστατο έρωτα που κυριαρχεί στη νουβέλα.
Η μοιραία Φελίσια (με το καθόλου τυχαίο όνομα, Φελίσια=Ευτυχία), ωραία σαν άγαλμα, αντιπροσωπεύει στο βιβλίο την αναζήτηση της ευτυχίας και της γαλήνης που θα καταστρέψει τον παθιασμένο Ρενουάρ που τυφλωμένος από έρωτα οδεύει προς την καταστροφή του. Μυστήριο και ατμόσφαιρα, πάθος που δονείται και καταπιεσμένα συναισθήματα, υπέροχοι διάλογοι σε μια έξοχη ιστορία εμμονής και αδιεξόδων.



Η μικρή νουβέλα (σαν μεγάλο διήγημα), "ΕΝΑ ΠΡΟΚΕΧΩΡΗΜΕΝΟ ΦΥΛΑΚΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ" ("An outpost of progress") - (εκδ. Οκτώ, μετάφρ. Γ.Λαμπράκος, σελ. 69), είναι μια εξαιρετική ιστορία "αδερφάκι" του γνωστότερου έργου του Κόνραντ "Η καρδιά του σκότους" και κατά τον ίδιο τον συγγραφέα ισάξια με αυτό το έπος. Η νουβέλα εκτυλίσσεται στο τέλος του 19ου αιώνα στο Βόρειο Κονγκό και οι ήρωες είναι δύο καθαρά "Μπεκετικοί" χαρακτήρες, όπως τους ευφυώς τους αποκαλεί ο μεταφραστής Γ.Λαμπράκος στο θαυμάσιο επίμετρό του.
Οι δύο Βέλγοι, ο πρώην υπάλληλος γραφείου Κάιερτς και ο πρώην στρατιωτικός Καρλιέ  αναλαμβάνουν την διεύθυνση ενός απομακρυσμένου φυλακίου πάνω στο ποτάμι, το οποίο απέχει γύρω στα 500 μίλια από τον "πολιτισμό" χαμένο στα βάθη της Αφρικής. Οι δύο λευκοί κάθονται όλη μέρα χωρίς να έχουν κάποια συγκεκριμένη εργασία καθώς τον Σταθμό ουσιαστικά τον "τρέχει" ο ιθαγενής Μακόλα που ζει εκεί για πολλά χρόνια. Οι δύο γκροτέσκοι τύποι ζουν μίζερα αναπολώντας τις ημέρες του παρελθόντος και ελπίζοντας να πάνε καλά οι δουλειές για να πλουτίσουν, αλλά η μακροχρόνια απομόνωση και η έλλειψη επικοινωνίας με την Διεύθυνση τους οδηγούν αργά αλλά σταθερά στην σχιζοφρένεια. Μια ανταλλαγή σκλάβων για ελεφαντόδοντο, ιδιαίτερα επικερδής για τον σταθμό δεν έχει τα αντίστοιχα αποτελέσματα στο ηθικό των δύο ανδρών που θα οδηγηθούν στην αλληλοσφαγή για μια ασήμαντη αφορμή. Εξαιρετική νουβέλα χαρακτηριστική του ύφους του μεγάλου συγγραφέα.

Η "ΕΪΜΙ ΦΟΣΤΕΡ" ("AMY FOSTER") - (εκδ. Ποικίλη Στοά, μετάφρ. Μ.Μακρόπουλος, σελ.76) είναι μια από τις ωραιότερες ιστορίες που έχει γράψει ο Joseph Conrad. Συναρπαστική και σπαρακτική νουβέλα, διαφορετική από το γνώριμο ύφος των ιστοριών του που εκτυλίσσονται σε μακρινούς τόπους, η "Έιμι Φόστερ" είναι ένα πολυεπίπεδο μικρό βιβλιαράκι που φέρνει έντονα στο νου, τον Κάρολο Ντίκενς.

Ο Γιάνκο είναι ένας άνθρωπος που ξεκινάει από την Ανατολική Ευρώπη για να πάει στις Η.Π.Α. με ένα πλοίο γεμάτο από ανθρώπους απελπισμένους. Το πλοίο ναυαγεί κάπου στις ακτές του Κεντ της Αγγλίας και ο Γιάνκο αφού θα περιπλανηθεί στην άγνωστη γη που νομίζει ότι είναι η Αμερική, θα ζητήσει καταφύγιο σε ένα χωριό. Οι κάτοικοι θα τον υποδεχτούν με πέτρες και στέλνοντας καταπάνω του τα σκυλιά τους. Μόνο μια νεαρή γυναίκα, που δείχνει αφελής και άχρωμη, η Έιμι Φόστερ του δίνει τροφή και τον φροντίζει. Ένας φιλεύσπλαχνος γείτονας θα του δώσει στέγη και έτσι ο Γιάνκο που είναι ένας όμορφος και λεβέντης άντρας ικανός για όλες τις χειρονακτικές εργασίες, σιγά σιγά εντάσσεται στην κοινωνία του χωριού, η Έιμι τον ερωτεύεται και παντρεύονται. Αλλά με την πρώτη δυσκολία, ο Γιάνκο θα αντιληφθεί ότι θα παραμένει ένας ξένος για τους χωρικούς και το μόνο που θα μείνει από την παρουσία του στο αφιλόξενο αυτό μέρος θα είναι ο εντυπωσιακός και ακαταλαβίστικος χορός του.

Η "Έιμι Φόστερ" είναι μια πολύ σαγηνευτική νουβέλα, ιδιαίτερα συναισθηματική, πολύ όμως ουσιαστική και καίρια που μιλάει για την μετανάστευση, την μοναξιά του ανθρώπου χωρίς πατρίδα, την συμπόνια, την δυσκολία κατανόησης και τις προκαταλήψεις. Έχει μεταφερθεί στον κινηματογράφο με τίτλο "Swept from the sea" το 1987 με τους Βενσάν Περέζ και Ρέιτσελ Γουάιζ (καμία σχέση) στους βασικούς ρόλους.

"Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ" ("The mirror of the sea") - (Εκδ. Ίνδικτος, (ωραία) μετάφρ. Δ.-Χ. Τομαράς, σελ. 293), που εκδόθηκε το 1906, είναι ένα από τα δύο αυτοβιογραφικά βιβλία του Joseph Conrad (το άλλο είναι το δημοφιλέστατο "Personal record", μεταγενέστερο από το προαναφερθέν, αφού εκδόθηκε το 1912). Στον "Καθρέφτη..." που αποτελείται από μια σειρά αυτόνομων αυτοβιογραφικών κειμένων για τις ναυτικές εμπειρίες του συγγραφέα επί μια περίπου εικοσαετία.


"Παρ' ότι έχει ειπωθεί για την αγάπη που ορισμένες ψυχές (πατώντας στεριά) ομολόγησαν πως νιώθουν γι' αυτήν, παρ' όλες τις τιμές που της έχουν γίνει σε πρόζα και τραγούδι, η θάλασσα φιλική προς τον άνθρωπο δεν ήταν ποτέ της. Ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, συνένοχος του ανθρώπινου πυρετού, παίζοντας τον ρόλο του ηθικού αυτουργού για φιλοδοξίες που διατρέχουν όλο τον κόσμο. Πιστή σε καμιά φυλή, αντίθετα με την καλοσυνάτη Γη, αδύνατον να χαραχτεί με τα σημάδια της γενναιότητας και του κόπου και της αυτοθυσίας, αδύνατον επίσης να αναγνωρίσει το οποιοδήποτε τετελεσμένο κυριαρχίας, η θάλασσα δεν υιοθέτησε ποτέ τους σκοπούς των κυρίων της, όπως το έκαναν οι στεριανοί τόποι όπου ρίζωσαν τα νικηφόρα έθνη της ανθρωπότητας, απιθώνοντας τις κουνιστές τους πολυθρόνεςκαι διαλέγοντας τα χώματα των τάφων τους. Εκείνος - άνθρωπος ή λαός - που, παραχωρώντας την εμπιστοσύνη του στη φιλία της θάλασσας ξεχνά τη δύναμη και την πονηριά του δεξιού του χεριού, είναι ένας ανόητος! Λες και είναι πολύ μεγάλος, τρομερός για τις κοινές αρετές, ο ωκεανός δεν έχει καμία συμπάθεια, καμία πίστη, κανέναν νόμο, καμία μνήμη."

Στα κείμενα διαφαίνεται έντονα (δεν γίνεται πιο πολύ), η αγάπη του Κόνραντ για την θάλασσα μέσα από σελίδες υπέροχου λυρισμού και εξαίρετου αφηγηματικού ύφους. Μέσα από τις εμπειρίες του στο ναυτικό επάγγελμα, ο συγγραφέας συνδέει την θάλασσα με την ζωή και τον θάνατο, περιγράφει τις συνθήκες ζωής των ναυτικών, τα μακρινά ταξίδια, τις ιδιαιτερότητες των θαλασσών, τα διαφορετικά είδη πλοίων, τις ιδιοτροπίες των ναυτικών, τις μεγάλες δυσκολίες του επαγγέλματος. Περιγράφει το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας άλλης στην ναυσιπλοΐα, με ύφος ελεγειακό. Στην συλλογή των κειμένων περιλαμβάνεται και η ιστορία (με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία) με τίτλο "Το τρεμολίνο" που εντάσσεται απόλυτα στο ύφος των υπόλοιπων κειμένων. Είναι ένα πολύτιμο βιβλίο για τους θαυμαστές του σπουδαίου Αγγλοπολωνού συγγραφέα, το οποίο προϋποθέτει όμως γνώση του έργου του.

Ο Joseph Conrad γεννήθηκε ως Γιόζεφ Τέοντορ Κοζενιόφσκι τον Δεκέμβριο του 1857 στο Μπέρντιτεφ της Πολωνίας (που τώρα ανήκει στην Ουκρανία). Ο πατέρας του Απόλο Κοζενιόφσκι ήταν συγγραφέας και μεταφραστής στα Πολωνικά των έργων μεγάλων συγγραφέων του Δυτικού κόσμου αλλά πέθανε νωρίς, όταν ο Κόνραντ ήταν μόλις 12 χρονών. Ζούσαν τότε στην Κρακοβία και η μητέρα είχε πεθάνει τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Το 1874 μόλις 17 ετών ξεκίνησε την ναυτική του καριέρα ξεκινώντας από την Μασσαλία όταν μπάρκαρε στην υπηρεσία του Γαλλικού ναυτικού. Το 1880 ο Κόνραντ ξεκίνησε την σταδιοδρομία του ως αξιωματικός στο Βρετανικό ναυτικό και 6 χρόνια αργότερα πήρε την Βρετανική υπηκοότητα, δύο χρόνια δε αργότερα, το 1888 προήχθη σε πλοίαρχο κυβερνώντας για πρώτη φορά πλοίο. 

Ένα ταξίδι στο Κονγκό το 1890 αποτέλεσε την αφορμή για την έναρξη της συγγραφικής του καριέρας. Το 1896 παντρεύτηκε την κατά 22 χρόνια νεότερή του, Αγγλίδα Τζέσι Τζωρτζ και δύο χρόνια αργότερα γεννήθηκε ο γιός τους Μπόρις. Το ζευγάρι ζούσε στο Κεντ, όπου ο Κόνραντ συναναστράφηκε τους πλέον επιφανείς Βρετανούς και όχι μόνο συγγραφείς, αφού είχε καθιερωθεί πλέον μετά την έκδοση του αριστουργήματός του "Η καρδιά του σκότους", το 1899. Έγραψε πολλά μυθιστορήματα (δύο δε με τον Φορντ Μάντοξ Φορντ) και νουβέλες, αλλά στις Η.Π.Α. έγινε γνωστός με ένα από τα τελευταία βιβλία, το εκπληκτικό μυθιστόρημα, "Νίκη" το 1915. Πέθανε από καρδιακή προσβολή το 1924 στο Κεντ αφού πρώτα είχε αρνηθεί την απονομή του τίτλου του Ιππότη.





 
Δευτέρα, Ιουνίου 11, 2018
posted by Librofilo at Δευτέρα, Ιουνίου 11, 2018 | Permalink
Η συντέλεια του κόσμου

«Το βράδυ μιας ημέρας που κάποιος πέθανε δεν έρχεται δα και η συντέλεια του κόσμου»

Ο χρόνος, η μνήμη, η απώλεια, η ζωή και ο θάνατος, η ανθρώπινη μοίρα είναι μερικά από τα κύρια χαρακτηριστικά του συγκλονιστικού μυθιστορήματος, «Η ΣΥΝΤΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ» ("Aller Tage Abend"), της εξαιρετικής Γερμανίδας συγγραφέως Jenny Erpenbeck (εκδ. Καστανιώτη, μετάφρ. Α.Κυπριώτης, σελ. 300), ενός βιβλίου που σε πιάνει από τον λαιμό, από την πρώτη του σελίδα και δεν σ’ αφήνει μέχρι το τέλος του.


Φιλοσοφικό μυθιστόρημα με μεταφυσική χροιά, έτσι θα μπορούσε κάποιος να δώσει με δυο λόγια το στίγμα του βιβλίου της Έρπενμπεκ που με το διαρκές ερώτημα «what if» (ουσιαστικά «τι θα συνέβαινε αν…»), να το διατρέχει, όπου ένας συνδυασμός γεγονότων και η μοίρα παίζουν τα δικά τους παιχνίδια όπως τα περιγράφει με τον δικό της ξεχωριστό τρόπο η συγγραφέας.

«Το σώμα της είναι μια πόλη. Η καρδιά της μια μεγάλη σκιερή πλατεία, τα δάχτυλά της διαβάτες, τα μαλλιά της το φως των φαναριών, τα γόνατά της δυο πολυκατοικίες. Προσπάθησε να δώσει μονοπάτια στους ανθρώπους. Προσπάθησε ν’ ανοίξει τα μάγουλά της και τους πύργους της. Δεν ήξερε ότι οι δρόμοι πονάνε τόσο πολύ. Δεν ήξερε ότι πάνω της υπάρχουνε γενικά τόσοι δρόμοι. Θέλει με το σώμα της να βγει απ’ το σώμα της. Αλλά δεν ξέρει πού’ ναι το κλειδί. Φοβάμαι ότι θα χάσω το κεφάλι μου. Φοβάμαι ότι κάποιος θα μου πάρει το κλειδί του κεφαλιού μου.»

Οι ιστορικές αντιφάσεις και η σχετικότητα των ιδεολογιών διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο σύνολο του έργου της Έρπενμπεκ. Οι γυναίκες που πρωταγωνιστούν στα βιβλία της διασχίζουν τις ιστορικές περιόδους επιβιώνοντας και ψάχνοντας την ελευθερία μέσα από την συλλογική μοίρα, τις καταστροφές και τις γενοκτονίες, τις δικτατορίες και τις δημοκρατίες, τα σύνορα που μεταβάλλονται συνεχώς.

Στην «Συντέλεια του κόσμου» η ηρωίδα θα ζήσει και θα πεθάνει πέντε φορές, όσες και τα κεφάλαια του βιβλίου που καλύπτει ολόκληρο τον 20ο αιώνα. Σε κάθε κεφάλαιο παρακολουθούμε μια διαφορετική περίοδο της ιστορίας και ένα διαφορετικό σενάριο ζωής και θανάτου. Ενδιάμεσα παρεμβάλλονται τέσσερα ιντερμέδια τα οποία δίνουν τον ρυθμό της «what if” προϋπόθεσης.

Το βιβλίο ξεκινάει το 1902 στο Μπρόντι της Γαλικίας και το κοριτσάκι που γεννιέται από πατέρα χριστιανό και μητέρα Εβραία, θα πεθάνει λίγο μετά την γέννα. Θα μπορούσε να σωθεί αν του ρίχνανε λίγο χιόνι στο στήθος. Ο πατέρας κατηγορεί εμμέσως την Εβραία σύζυγό του και δεν αργεί να ξενιτευτεί, η μάνα θα γίνει πόρνη για να ζήσει την οικογένεια.
Τι θα συνέβαινε όμως εάν το μωρό ζούσε; Η οικογένεια θα μετανάστευε στην Βιέννη, ο πατέρας θα έπαιρνε προαγωγή και το κορίτσι θα μεγάλωνε αλλά ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος θα τα ανέτρεπε όλα, ο πατέρας θα σκοτωνόταν, η μάνα θα έπεφτε σε κατάθλιψη κι εκείνη θα σκοτωνόταν πέφτοντας θύμα ενός παράφρονα.
Τι θα γινόταν όμως αν δεν είχε γνωρίσει αυτόν τον άντρα; Θα είχε επιβιώσει θα ήταν ενεργό μέλος του Κομμουνιστικού κόμματος και θα βρισκότανε μερικά χρόνια αργότερα στην Μόσχα προσπαθώντας να ανανεώσει την άδεια παραμονής της για να μη την στείλουνε πακέτο στο ναζιστικό καθεστώς της πατρίδας της που ήτανε πια επαρχία της Χιτλερικής Γερμανίας. Ο σύντροφός της δεν θα γλύτωνε κι εκείνη θα είχε πέσει θύμα των Σταλινικών εκκαθαρίσεων και θα είχε πεθάνει ξυλιασμένη από το κρύο σε ένα στρατόπεδο της Σιβηρίας.
Αν όμως ο γραφειοκράτης υπάλληλος του Σταλινικού καθεστώτος έβαζε τα στοιχεία της σε άλλη στοίβα με αυτούς που την γλυτώνουν, εκείνη θα γνώριζε δόξα και τιμές ως βραβευμένη συγγραφέας στην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, μετά τον πόλεμο όπου θα ζούσε στο Ανατολικό Βερολίνο και θα πέθαινε άδοξα πέφτοντας από μια σκάλα.
Αν όμως δεν έπεφτε από την σκάλα θα πέρναγε τις τελευταίες της ημέρες ξεχασμένη λίγα χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου σε ένα γηροκομείο.

«Πριν από πολλά χρόνια είπε ο ένας τη μία λέξη, κι ο άλλος την άλλη λέξη, λέξεις μετακινήσανε τον αέρα, λέξεις γραφτήκανε με μελάνι σε χαρτί, καταχωριστήκανε, ο αέρας μετρήθηκε με αέρα και το μελάνι με μελάνι. Είναι κρίμα που δεν μπορεί να δει κανείς το σύνορο στο οποίο λέξεις από αέρα και λέξεις από μελάνι μεταμορφώνονται σε κάτι πραγματικό, γίνονται το ίδιο πραγματικές με τον ήχο με τον οποίο γλιστράνε και πέφτουνε παγωμένα κόκκαλα της συντρόφισσας Χ. τον χειμώνα του σαράντα ένα μέσα σ’ έναν λάκκο, εκείνος ο ήχος ακούγεται όπως όταν κάποιος ρίχνει τα ξύλινα κομμάτια του ντόμινο πίσω στο κουτάκι τους. Γιατί, όταν κάνει αρκετό κρύο, κάτι που κάποτε ήταν από σάρκα και αίμα ακούγεται ακριβώς όπως το ξύλο.»


Συνεχώς στο μυαλό του αναγνώστη στριφογυρίζουν τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου, η σχετικότητα και τα τερτίπια της μοίρας, τα σενάρια που κάποιος κάνει όταν ένα κοντινό του πρόσωπο πεθαίνει. Η φράση από το «Αούστερλιτς», το υπέροχο βιβλίο του Β.Γ.Ζέμπαλντ που προτάσσει στην αρχή του βιβλίου η Έρπενμπεκ είναι ενδεικτική: «Μόλις το προηγούμενο καλοκαίρι φεύγαμε από εδώ για το Μαρίενμπαντ. Και τώρα, πού πάμε τώρα;». Επηρεασμένη από τον θάνατο της γιαγιάς της η συγγραφέας όπως έχει δηλώσει σε συνεντεύξεις της, προσπάθησε να μη γράψει μια βιογραφία αλλά να περιγράψει μια ζωή διασπαρμένη σε πολλές στιγμές. Μέσα από αυτή τη ζωή παρακολουθούμε την ιστορία της κεντρικής Ευρώπης, δοσμένη με θαυμαστά υπαινικτικό ύφος.

Φράσεις και περιγραφές σκηνών στις οποίες στέκεσαι για αρκετή ώρα, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας τις σελίδες, το ύφος της Έρπενμπεκ σε υπνωτίζει και σε καθηλώνει. Από τις αντισημιτικές διαδηλώσεις στην Γαλικία, στις εικόνες του πλήθους που περιμένει στην ουρά για μια μερίδα κρέας στην Βιέννη, στην γραφειοκρατία και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Σοβιετική Ένωση, στις παράτες του Ανατολικογερμανικού καθεστώτος, σημασία έχουν οι στιγμές, τα πράγματα που για ένα σκαλοπάτι που απέφυγες, μια γωνία του δρόμου που δεν έστριψες για να πας στην επόμενη, μια απόφαση που δεν πήρες και την ανέβαλλες για αργότερα – οι στιγμές που σου καθορίζουν τη ζωή.

«Η συντέλεια του κόσμου» είναι ένα έξοχο βιβλίο, με εκπληκτικό ρυθμό, ένα έργο τέχνης, γεμάτο λυρισμό και ενέργεια, όπου το υπέροχο ύφος της εξαιρετικής συγγραφέως σε συνεπαίρνει και σε συγκινεί. Με επιρροές από τους μεγάλους της Γερμανικής λογοτεχνίας, Γκαίτε, Τόμας Μαν, Γιόζεφ Ροτ, η Έρπενμπεκ χτίζει τον δικό της μύθο και προβάλλει ως άξια επίγονος τους. Η μετάφραση του Αλέξανδρου Κυπριώτη είναι μεγαλειώδης και το επίμετρό του για την συγγραφέα, το έργο της και την δική του μεταφραστική εμπειρία είναι θαυμάσιο και συμπληρώνει ιδανικά αυτό το αριστουργηματικό μυθιστόρημα.

Βαθμολογία 88 / 100



 
Δευτέρα, Ιουνίου 04, 2018
posted by Librofilo at Δευτέρα, Ιουνίου 04, 2018 | Permalink
"Κι αν εγώ χαθώ"

Οι λογοτεχνικοί χαρακτήρες του εξαιρετικού μυθιστορήματος «ΚΙ ΑΝ ΕΓΩ ΧΑΘΩ» Imagine me gone») του σημαντικού Αμερικανού συγγραφέα Adam Haslett (Porchester New York, 1970) – (εκδ. Μεταίχμιο, (ωραία) μετάφρ. Α.Κορτώ, σελ. 475) απαρτίζουν μια οικογένεια όχι και τόσο συνηθισμένη, μια οικογένεια που υποφέρει αλλά και διασκεδάζει, που τα μέλη της αναρωτιούνται και προβληματίζονται συνεχώς για αυτά που αντιμετωπίζουν και προσπαθούν να παραμείνουν ενωμένοι και να βοηθάνε ο ένας τον άλλον σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Το βιβλίο όμως δεν είναι μόνο μια οικογενειακή ιστορία, είναι πολλά παραπάνω.



Ο φέρελπις Βρετανός Τζον ερωτεύεται την Αμερικανίδα Μάργκαρετ και η σχέση τους φαίνεται να κυλάει ανέφελα, αρραβωνιάζονται και προετοιμάζονται για τον γάμο τους, λίγο καιρό όμως πριν την τελετή, ο Τζον καταρρέει και η Μάργκαρετ διαπιστώνει ότι ο αρραβωνιαστικός της πάσχει από χρόνια μανιοκατάθλιψη. Επιλέγει να μείνει μαζί του, να προχωρήσει και να αντιμετωπίσουν «το τέρας» μαζί όποτε εμφανίζεται. Θα μετακομίσουν στις ΗΠΑ, και θα κάνουν τρία παιδιά, τον Μάικλ, την Σίλια και τον Άλεκ, θα περάσουν ωραίες αλλά και δύσκολες στιγμές όταν ο Τζον ερχόμενος πολλές φορές αντιμέτωπος με την ασθένειά του, χάνει δουλειές και περνάει μεγάλα διαστήματα κρίσης. Η ασθένεια στο τέλος θα τον νικήσει και θα αυτοκτονήσει, αλλά τα προβλήματα για την οικογένεια δεν σταματάνε εδώ.

«Πριν από λίγους μήνες, μια ομίχλη με τύφλωσε, πυκνότερη από κάθε άλλη φορά. Κοιμόμουν στην αγκαλιά του τέρατος. Ένιωθα την ανάσα του στον σβέρκο μου, τις φολίδες της κοιλιάς του να πιέζουν με την ανάσα του την πλάτη μου, με το κεφάλι και το πρόσωπό του αόρατα όπως πάντα. Δεν μπορούσα να προσποιούμαι άλλο στη Μάργκαρετ ότι δούλευα. Τα παιδιά υποχώρησαν, έγιναν θόρυβοι που γρατζουνούσαν τα αυτιά μου. Έπαψα να κινούμαι. Η μια βδομάδα έγινε αξεδιάλυτη απ' την άλλη. Μύριζα τη σήψη του κορμιού μου, στις μασχάλες, στην ανάσα, στα λαγόνια μου, λες και το ζωντανό κομμάτι του θανάτου είχε κιόλας αρχίσει - η προκαταρκτική αποσύνθεση, με τη βούληση να σβήνει. Στο έργο του Δάντη και του Μίλτον η κόλαση είναι ολοζώντανη. Η αμαρτία οργανώνει τους νεκρούς, τους βάζει να μοχθούν και να παλεύουν. Το σκότος σφύζει από ζωή. Ιστορίες ατελείωτες μπορείς να αφηγηθείς. Μα με΄σα στην ομίχλη δεν υπάρχει τίποτα, ερημιά. Το τέρας που πλαγιάζει μαζί σου είναι δικό σου. Η πάλη είναι ατέλειωτα ιδιωτική. Νόμιζα ότι είχε έρθει το τέλος. Ότι μια νύχτα το τέρας πίσω μου θα μ' έσφιγγε πιο δυνατά ακόμα και θα έπαυα να ανασαίνω. Ό,τι απόμενε απ' τον εαυτό μου περίμενε με λαχτάρα τη στιγμή.»

Ο μεγαλύτερος γιος Μάικλ, είναι ένα χαρισματικό παιδί που όμως δεν μπορεί να κατανοήσει τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Θα αποκτήσει διάφορες εμμονές στη ζωή του, την λογοτεχνία, την μουσική σε μεγάλο βαθμό και την αφροαμερικάνικη ιστορία, την οποία θα σπουδάσει. Πάσχει όμως από αγχώδη διαταραχή και το μόνο που τον ανακουφίζει είναι να παρωδεί την πραγματικότητα γράφοντας ένα φανταστικό ημερολόγιο. Τα δύο του αδέρφια θα είναι δίπλα του συνεχώς, η Σίλια που είναι η πιο ώριμη από όλους, ο Άλεκ με τα δικά του προσωπικά άγχη και επαγγελματικά προβλήματα όπως και η μητέρα, η Μάργκαρετ που διακριτικά βοηθάει τον μεγαλύτερο, οικονομικά και ψυχολογικά.



Ο τίτλος του βιβλίου προέρχεται από μια σημαδιακή σκηνή του βιβλίου, όταν ο Τζον, ο πατέρας, παίρνει τα δύο μικρότερα παιδιά, την Σίλια και τον Άλεκ για βαρκάδα στη λίμνη, κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών τους διακοπών σε μια καλύβα στο Μέιν, μοιραίο τόπο για την αφήγηση της ιστορίας. Ο Τζον θα αφήσει τα κουπιά στα δύο παιδιά, λέγοντάς τους να χειριστούν την βάρκα λέγοντάς τους «πες ότι χάθηκα, πες ότι είστε οι δυο σας. Τι κάνετε;» κι εκείνος γέρνει πίσω κάνοντας τον κοιμισμένο. Τα δύο παιδιά προσπαθούν πανικοβλημένα να χειριστούν τα κουπιά και την πρωτόγνωρη κατάσταση που όμως θα έδειχνε πολλά για το μέλλον.

Η αφήγηση είναι πολυφωνική, καθώς μοιράζεται μεταξύ των πέντε ηρώων του μυθιστορήματος καλύπτοντας μια χρονική περίοδο περίπου τεσσάρων δεκαετιών, επικεντρώνεται βέβαια περισσότερο στην Μάργκαρετ και και στα δύο αγόρια, η «φωνή» του Τζον ακούγεται λίγο καθώς βγαίνει από την σκηνή σχετικά γρήγορα, παρ’ ότι η μορφή του κυριαρχεί σχεδόν σε όλη την διάρκεια του βιβλίου, ενώ η στιβαρή και συγκροτημένη Σίλια δεν προσθέτει κάτι ιδιαίτερο με τις αφηγήσεις της στην πλοκή παρά το γεγονός ότι οι συνδέσεις που κάνει με το παρελθόν είναι οι πλέον ουσιαστικές στο βιβλίο.

Ο Χέισλετ χειρίζεται τις «φωνές» του βιβλίου του υπέροχα. Το «Κι αν εγώ χαθώ» είναι ένα μυθιστόρημα που θα βάλει τον αναγνώστη του σε μια διαδικασία σκέψης γύρω από την ζωή, τον θάνατο, την αγάπη, τις οικογενειακές και φιλικές σχέσεις, την τρυφερότητα και την συμπόνια, τις επιλογές που θα κάνει. Γεμάτο μουσικές και εικόνες και με αφοπλιστική άνεση στην αφήγηση, παρά την δυσκολία του θέματος και τον πόνο που περιέχει, είναι ένα χαμηλότονο και υπαινικτικό βιβλίο που γοητεύει και με την ζωντάνια του έλκει και αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη με ένα φινάλε που συγκινεί.
Ο Χέισλετ είναι ένας υπέροχος αφηγητής που μας είχε δείξει το μεγάλο ταλέντο του με το προηγούμενο του μυθιστόρημα το πολύ καλό «Δεν είστε ξένος εδώ» που κυκλοφόρησε πριν από πολλά χρόνια. Με το «Κι αν εγώ χαθώ» επιβεβαιώνει το πόσο καλό και φέρελπις συγγραφέας είναι.

Βαθμολογία 81 / 100



 
Τρίτη, Μαΐου 29, 2018
posted by Librofilo at Τρίτη, Μαΐου 29, 2018 | Permalink
Ξαναδιαβάζοντας το "Τούνελ"

Ένα από τα αγαπημένα μου μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας είναι «ΤΟ ΤΟΥΝΕΛ» («El Tunel»), αυτή η αριστουργηματική νουβέλα του Αργεντίνου συγγραφέα Ernesto Sabato (Μπουένος Άιρες 1911 – 2011). Το είχα πρωτοδιαβάσει νεαρός, την δεκαετία του ’80 όταν είχε εκδοθεί από τις εκδόσεις «Αστάρτη» σε μετάφραση Μάγιας-Μαρίας Ρούσσου∙ είχα κυριολεκτικά συγκλονισθεί. Η νέα μετάφραση του βιβλίου από την έμπειρη και πολύ καλή Κλαίτη Σωτηριάδου (που πρωτογνωρίσαμε από τις μεταφράσεις των βιβλίων του Gabriel Garcia Marquez), και η κυκλοφορία του από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (σελ.174), του δίνει μια νέα ζωή - το γνωρίζει σε νέες γενιές αναγνωστών ξαναθυμίζοντάς το στους παλαιότερους.


Το «Τούνελ» γραμμένο το 1948, είναι μια ιστορία πάθους και εμμονής, ένα ταξίδι στα βάθη της ύπαρξης που όσο κλισέ κι αν ακούγεται κάτι τέτοιο, απηχεί ακριβώς την πραγματικότητα ενός βιβλίου που έχει γίνει κλασσικό αλλά παραμένει ταυτόχρονα και απόλυτα μοντέρνο. Η πρώτη παράγραφος, συγκλονιστική στην απλότητά της, δίνει και το στίγμα αυτών που θα ακολουθήσουν, ενώ ξεκαθαρίζει από την αρχή την κατάληξη της ιστορίας που θα αφηγηθεί:

«Αρκεί να πω ότι είμαι ο Χουάν Πάμπλο Καστέλ, ο ζωγράφος που σκότωσε τη Μαρία Ιριμπάρνε∙ υποθέτω πως όλοι θυμούνται τη δίκη και πως δεν χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις σχετικά με το πρόσωπό μου.»

Όλο το μυθιστόρημα περνάει μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Χουάν Πάμπλο Καστέλ που διηγείται την ιστορία μέσα από ένα κελί φυλακής. Αρκούν οι τρεις-τέσσερις σελίδες της αρχής, για να αντιληφθούμε ότι ο ίδιος είναι ένας εμμονικός άνθρωπος που κινείται στα όρια του παραλογισμού. Είναι γνωστός ζωγράφος που στα πλαίσια μιας έκθεσης ζωγραφικής του, βλέπει μια νέα γυναίκα να παρατηρεί για ώρα, μια λεπτομέρεια που δεν προσέχει κανείς σε έναν πίνακά του. Η μορφή της γοητευτικής γυναίκας, τού καρφώνεται στο μυαλό και ψάχνει να την βρει στους δρόμους του Μπουένος Άιρες διότι θεωρεί ότι μόνο εκείνη καταλαβαίνει το έργο του, άρα και τον ίδιο. Τυχαία συναντιούνται ξανά και οι συναντήσεις τους, τους οδηγούν σε ένα τούνελ ψευδαισθήσεων και παρεξηγήσεων. Η Μαρία είναι παντρεμένη με έναν τυφλό, ενώ εξαφανίζεται για ημέρες στο εξοχικό ενός ξαδέρφου του συζύγου της. Ο Καστέλ ζηλεύει παθολογικά, προσπαθεί να την φέρει όλο και πιο κοντά του, είναι συνεπαρμένος από την σχέση τους κι εκείνη δείχνει μπερδεμένη. Όλα οδηγούν στο νουάρ και στη συνήθη κατάληξη αυτών των ιστοριών πάθους και εμμονής. Τι όμως ακριβώς συμβαίνει; Ποια είναι η φύση των σχέσεων της Μαρίας με τους άντρες που συναναστρέφεται αλλά και ποια είναι ακριβώς η σχέση της με τον Καστέλ;

Ο Καστέλ επαναλαμβάνει συνεχώς κατά τη διάρκεια του βιβλίου ότι διηγείται την ιστορία «αμερόληπτα». Είναι όμως έτσι; Ως αφηγητής είναι εντελώς αναξιόπιστος και πέφτει σε αντιφάσεις δημιουργώντας την ίδια αβεβαιότητα και στον αναγνώστη του. Η Μαρία Ιριμπάρνε μέσα από την ροή της ιστορίας παραμένει ένα μυστήριο. Έλκεται και γοητεύεται από τον ζωγράφο, αλλά τον ερωτεύεται; Όλα είναι συγκεχυμένα και ρευστά, ακόμα και η ηλικία της – ο αφηγητής στην αρχή την περιγράφει ως 26άχρονη αλλά αργότερα αντιλαμβανόμαστε ότι είναι αρκετά μεγαλύτερη, ακόμα και η εμφάνισή της, ενώ κάθε κίνησή της θα μπορούσε να σημαίνει και κάτι άλλο.

Το «Τούνελ» είναι ένα καθαρά υπαρξιστικό μυθιστόρημα με εμφανείς επιρροές από το «Έγκλημα και Τιμωρία» και το «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι, αλλά και πολλές ομοιότητες με τον εμβληματικό «Ξένο» του Αλμπέρ Καμύ, βιβλίο που σίγουρα επηρέασε τον Σάμπατο σε μεγάλο βαθμό και με κάποιες προφανείς ομοιότητες:
-Ακολουθούν πρωτοπρόσωπη αφήγηση με αφερέγγυο αφηγητή
-Ο Καστέλ κι ο Μερσώ είναι καταδικασμένοι για φόνο
-Η περιγραφή της ιστορίας που αφηγούνται γίνεται μέσα από ένα κελί.
-Ο Καστέλ όπως κι ο Μερσώ του Ξένου (αλλά σε μια προέκταση και ο ήρωας της "Ναυτίας" του Σαρτρ), είναι άνθρωποι αποξενωμένοι από το κοινωνικό γίγνεσθαι, μοναχικοί και ιδιόρρυθμοι, με μόνιμη δυσαρέσκεια προς την κοινωνία ότι δεν γίνονται κατανοητοί, είτε ως καλλιτέχνες (περίπτωση Καστέλ), είτε ως προσωπικότητες (περίπτωση Μερσώ).
-Είναι και οι δύο καταθλιπτικοί και νιώθουν ότι «υπάρχει χάσμα» μεταξύ αυτών και της κοινωνίας.

Το «Τούνελ» είναι ένα μεγαλειώδες μυθιστόρημα για το πάθος του έρωτα, την εμμονή, την παράνοια, την εξάρτηση και την μοναξιά, την απόγνωση και την απελπισία. Τα συναισθήματα περιγράφονται σε βαθμό υπερθετικό και η αφήγηση από την μέση του βιβλίου και μετά, γίνεται παρανοϊκή και παράλογη. Βιβλίο που δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου, καθώς σε καθηλώνει με την δύναμη του ύφους του, το πάθος που ξεχειλίζει από τις σελίδες του, το χιούμορ και την υπαινικτικότητα του, που μέσα σε λιγότερες από 200 σελίδες περιγράφει με πληρότητα μια ιστορία με αρχή, μέση, τέλος για την οποία δεν είσαι ποτέ βέβαιος που είναι η αλήθεια και που το ψέμα, που ξεκινάει και που τελειώνει ο παραλογισμός.


Το «Τούνελ» απορρίφθηκε από πολλούς εκδότες για να κυκλοφορήσει τελικά το 1948. Στην Ευρώπη έγινε αμέσως γνωστό λόγω της υποδοχής που του επιφύλαξε ο Αλμπέρ Καμύ και στο βιβλίο αυτό παρατηρούμε όλα τα στοιχεία που εμπεριέχονται και στα υπόλοιπα βιβλία που έγραψε ο Ερνέστο Σάμπατο, την σχετικότητα της λογικής, την δύναμη της τέχνης, την τυφλότητα και την δύναμη της, την σχέση σεξ και εξουσίας, τον παραλογισμό του έρωτα. Έχει δε μεταφερθεί δύο φορές στον κινηματογράφο (1952 και 1988) και μία φορά στην τηλεόραση (1977). Η έξοχη νέα μετάφραση της Κλαίτης Σωτηριάδου μεταφέρει το στακάτο και λιτό ύφος του συγγραφέα.

"Ήταν μια ατέλειωτη αναμονή. Δεν ξέρω πόση ώρα κύλησε στα ρολόγια, από εκείνο τον ανώνυμο και παγκόσμιο χρόνο των ρολογιών, που είναι ξένος στα δικά μας αισθήματα, στη μοίρα μας, στη διαμόρφωση ή στο γκρέμισμα ενός έρωτα, στην αναμονή του θανάτου. Μα η δική μου ώρα είχε μια τεράστια και πολύπλοκη διάρκεια, γεμάτη πράγματα κι επιστροφές, άλλες φορές ένα σκοτεινό και ταραγμένο ποτάμι, κι άλλες φορές παράξενα ήρεμο και σχεδόν σαν μια ασάλευτη κι αιώνια θάλασσα όπου η Μαρία κι εγώ στεκόμασταν αντικριστοί, κοιταζόμασταν καθηλωμένοι κι άλλες φορές γινόταν πάλι ποτάμι και μας παρέσυρε όπως σ' ένα όνειρο στα παιδικά μας χρόνια κι εγώ την έβλεπα να τρέχει ξέφρενα με το άλογό της, με τα μαλλιά ξέπλεκα και τα μάτια έκθαμβα, κι εγώ έβλεπα τον εαυτό μου στο χωριό μου στον νότο, στο δωμάτιό μου άρρωστος, με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι του παραθύρου, να κοιτάζω το χιόνι κι εγώ με μάτια έκθαμβα. Και ήταν λες κι οι δυο μας να είχαμε ζήσει σε παράλληλα στενά περάσματα ή τούνελ, χωρίς να ξέρουμε πως προχωρούσαμε ο ένας δίπλα στον άλλο, σαν παρόμοιες ψυχές σε παρόμοιους καιρούς, για να συναντηθούμε εκεί που τελείωναν τα περάσματα, μπροστά σε μια σκηνή ζωγραφισμένη από μένα, σαν κλειδί προορισμένο μόνο γι' αυτήν, σαν μια κρυφή αγγελία πως εγώ βρισκόμουν ήδη εκεί και πως τα περάσματα είχαν ενωθεί τελικά και πως η ώρα της συνάντησής μας είχε φτάσει."

Βαθμολογία 90 / 100



 
Τρίτη, Μαΐου 22, 2018
posted by Librofilo at Τρίτη, Μαΐου 22, 2018 | Permalink
"Το θαμμένο μυστικό"

« - Το Μυστικό πρέπει να ειπωθεί, απάντησε η κυρία Τρέβερτον. Ο άντρας μου όφειλε να το γνωρίζει, και πρέπει να το μάθει. Προσπάθησα να του το πω και δε βρήκα το θάρρος. Δε μπορώ να σού έχω εμπιστοσύνη ότι θα του το πεις εσύ όταν εγώ φύγω. Πρέπει να γραφτεί. Πάρε εσύ την πένα· ή όρασή μου σβήνει, το χέρι μου με προδίδει. Πάρε την πένα και γράψε ό,τι σου πω.
Αντί να υπακούσει, η Σάρα έκρυψε το πρόσωπό της στο κάλυμμα του κρεβατιού κλαίγοντας γοερά.
-Ήσουν μαζί μου από το γάμο μου, εξακολούθησε η κυρία Τρέβερτον. Ήσουν πιο πολύ φίλη μου παρά υπηρέτριά μου. Αρνιέσαι την τελευταία μου επιθυμία; Ναι, την αρνιέσαι! Ανόητη! Κοίταξέ με και άκου με προσεκτικά. Το κρίμα στο λαιμό σου αν αρνηθείς να πάρεις την πένα. Γράφε, αλλιώς δε θα βρω αναπαμό στον τάφο μου. Γράφε, γιατί, μα τον Παράδεισο που υπάρχει εκεί ψηλά, θα σε στοιχειώνω από τον άλλο κόσμο!»

«Το θαμμένο μυστικό» (“The dead secret”) – (εκδ. Gutenberg, σειρά Aldina, μετάφρ. Ά.Παπασταύρου,σελ.631), είναι το πρώτο εκτενές μυθιστόρημα του σπουδαίου Βρετανού συγγραφέα Wilkie Collins (Λονδίνο, 1824-1889), που κυκλοφόρησε σε συνέχειες στο περιοδικό “Household Words” (που εκδότης του ήταν ο Τσαρλς Ντίκενς) το 1857 και μετά την ολοκλήρωσή του εκδόθηκε σε βιβλίο δύο τόμων. Γνώρισε εξαρχής μεγάλη επιτυχία με την ταυτόχρονη σχεδόν κυκλοφορία του στις Η.Π.Α., αρχικά κι εκεί σε μορφή συνεχειών στα περιοδικά “Harpers Weekly” και “Littells Living Age, και στη συνέχεια σε βιβλίο, κάνοντας γνωστό και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού το όνομα του συγγραφέα που λίγα χρόνια αργότερα θα γίνει διάσημος και πολύ αγαπητός με το αριστουργηματικό «Η γυναίκα με τα άσπρα».



Το «Θαμμένο μυστικό» είναι μια υπέροχη και συναρπαστική ιστορία μυστηρίου με μοναδική ατμόσφαιρα και ελεγχόμενο μελόδραμα, που προαναγγέλλει την λογοτεχνική εξέλιξη του Κόλινς, εμπεριέχοντας όλα εκείνα τα στοιχεία που θα καθιερώσουν τον συγγραφέα και θα αναφέρουμε παρακάτω.

Όλο το βιβλίο περιστρέφεται γύρω από ένα μυστικό γραμμένο σε ένα κομμάτι χαρτί που κρύβεται στο δωμάτιο του παλαιού πύργου «Πορθγκένα», κάπου στην Κορνουάλη. Η κυρία Τρέβερτον λίγο προτού πεθάνει, γράφει σε ένα κομμάτι χαρτί το μεγάλο μυστικό της ζωής της και το αφήνει στα χέρια της υπηρέτριάς της Σάρας Λίζον, η οποία ως άμεσα εμπλεκόμενη στα γεγονότα συνυπογράφει ως συνεργός. Οι εντολές είναι σαφείς. Θα πρέπει μετά τον θάνατο της κυρίας Τρέβερτον, το χαρτί να δοθεί στον σύζυγο της εκλιπούσας, τον πλούσιο και ισχυρό ιδιοκτήτη του πύργου καπετάνιο Τρέβερτον. Η Σάρα Λίζον γνωρίζει ότι αυτό το μυστικό θα συνταράξει τον καπετάνιο Τρέβερτον ίσως περισσότερο από τον θάνατο της συζύγου του και αποφασίζει να μη το εμφανίσει κρύβοντάς το. Επιλέγει να το κρύψει αντί να το καταστρέψει - φοβούμενη τις κατάρες της νεκρής κυρίας της -, στο «Δωμάτιο της Μυρτιάς» στην βόρεια πτέρυγα του πύργου, μια πτέρυγα που έχει δεκαετίες να χρησιμοποιηθεί. Φεύγει το ίδιο απόγευμα από τον πύργο, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στην πεντάχρονη Ρόζαμουντ, την κόρη του ζεύγους που μένει πλέον ορφανή από τη μητέρα της και αφήνοντας ένα τυπικό σημείωμα στον εργοδότη της. Ο καπετάνιος Τρέβερτον θέλει να πληροφορηθεί τις τελευταίες στιγμές της συζύγου του, αναζητά την Σάρα Λίζον αλλά εκείνη έχει εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης, και κανείς δεν μπορεί να την βρει

Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, η Ρόζαμουντ Τρέβερτον, παντρεύεται σε ένα χωριό των Μίντλαντς τον Λέοναρντ Φράνκλαντ ο οποίος έχει τυφλωθεί από ένα ατύχημα. Η ζωή των Τρέβερτον άλλαξε πολύ μετά τον θάνατο της μητέρας της, καθώς ο καπετάνιος Τρέβερτον, από την θλίψη του, πούλησε τον πύργο Πορθγκένα στον μελλοντικό πεθερό της κόρης του, τον έμπορο Φράνκλαντ τον οποίον προτίμησε ως αγοραστή από τον αδερφό του Άντριου Τρέβερτον, ο οποίος ποτέ δεν συμπάθησε την πρώην ηθοποιό νύφη του διαβάλλοντάς την στον αδερφό του. Ο Άντριου Τρέβερτον ζει πλέον στο Λονδίνο απομονωμένος και μισάνθρωπος, μαζί με τον υπηρέτη του Σρόουλ αρνούμενος να έχει την παραμικρή επαφή με την ανηψιά του και τον αδερφό του. Λίγο καιρό μετά τον γάμο, ο καπετάνιος Τρέβερτον πεθαίνει.

Μετά από ένα χρόνο, η Ρόζαμουντ είναι έγκυος και επειδή τους ανήκει ο πύργος Πορθγκένα, αποφασίζουν με τον σύζυγό της να τον ανασκευάσουν και να μετακομίσουν εκεί. Στην διαδρομή όμως οι πόνοι της γέννας που έρχονται ένα μήνα νωρίτερα, υποχρεώνουν το ζευγάρι να σταματήσει σε ένα χωριό του Σόμερσετ και η Ρόζαμουντ γεννάει στο δωμάτιο ενός πανδοχείου. Ο γιατρός θα φέρει ως νοσοκόμα στην Ρόζαμουντ, την κυρία Τζάζεφ, μια περίεργη και κλειστή γυναίκα που εργάζεται σε μια σημαντική οικογένεια του τόπου και η οποία έχει τις καλύτερες συστάσεις. Μόλις όμως η κυρία Τζάζεφ βλέπει την Ρόζαμουντ και καταλαβαίνει ποια είναι, αρχίζει να φέρεται περίεργα και αλλοπρόσαλλα, διότι αναγνωρίζει την κόρη του παλιού της αφεντικού. Η κυρία Τζάζεφ είναι βέβαια η Σάρα Λίζον που έχει αλλάξει το όνομά της, η οποία φρικαρισμένη καθώς έρχεται η νύχτα και είναι μόνη στο δωμάτιο με την λεχώνα, τρομάζει την Ρόζαμουντ ψιθυρίζοντας και μονολογώντας κάτι για ένα «δωμάτιο της Μυρτιάς» και για ένα φάντασμα. Η Ρόζαμουντ αφού την διώχνει κακήν κακώς (κι εκείνη, η μοιραία Σάρα Λίζον εξαφανίζεται ξανά), όταν συνέρχεται, σκέπτεται αυτά που άκουσε, τα συνδέει και προσπαθεί να βρει άκρη, αντιλαμβανόμενη ότι ένα θαμμένο μυστικό που αφορά την οικογένειά της, υπάρχει στον πύργο Πορθγκένα και πρέπει να το ανακαλύψει.

Γοτθική ιστορία μυστηρίου και φαντασμάτων, όπου ενέργειες του παρελθόντος έρχονται να ανατρέψουν βεβαιότητες και δεδομένα. Είναι ένα συναρπαστικό Βικτωριανό μυθιστόρημα, αρκετά παλαιικό, με πολλή φλυαρία και επαναλήψεις λόγω της μορφής συνεχειών στα περιοδικά της εποχής, με εξαιρετικές όμως σελίδες δράσης και έντασης που κλιμακώνεται καθώς περνάμε το πρώτο του μισό και εισερχόμαστε στην επίλυση του μυστηρίου. Το μυστήριο αυτό καθεαυτό βέβαια, δεν είναι κάτι ιδιαίτερο - ο εκπαιδευμένος στην λογοτεχνία του 19ου αιώνα αναγνώστης, θα αντιληφθεί πολύ γρήγορα τι διακυβεύεται, οπότε δεν θα ξαφνιαστεί ιδιαίτερα με την αποκάλυψη που έρχεται περίπου 70-80 πριν το τέλος του βιβλίου.



Είναι όμως εντυπωσιακή η ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος και κυρίως οι σκηνές που διαδραματίζονται μέσα στον επιβλητικό πύργο Πορθγκένα, όπως και κάποιοι χαρακτήρες που μένουν χαραγμένοι στο μυαλό του αναγνώστη. Έξοχοι δευτερεύοντες ήρωες μπαινοβγαίνουν στην δράση - ο παγαπόντης Σρόουλ, ο δυσπεπτικός κύριος Φίπεν, ο θείος Γιόζεφ. Στην ιστορία όμως κυριαρχεί η αινιγματική Σάρα Λίζον, που η περιγραφή της στην αρχή του βιβλίου, είναι αφοπλιστική - μια γυναίκα της οποίας τα μαλλιά άσπρισαν σε μια νύχτα με τον χαμό του συζύγου της με αποτέλεσμα πάντα να φαίνεται μεγαλύτερη από την ηλικία της, ασθενική με πολλά προβλήματα υγείας, η οποία προβάλλει ως μέγιστη λογοτεχνική ηρωίδα, ο δε Κόλινς χειρίζεται άψογα την εικόνα της, παρουσιάζοντάς την κάποιες φορές τρομακτική και δυσοίωνη (κυρίως στο δωμάτιο της λεχώνας Ρόζαμουντ), και άλλες σπαρακτική και πολύ συναισθηματική. Γενικώς είναι η απόλυτα τραγική μορφή του βιβλίου που την κυνηγάει το παρελθόν της και οι επιλογές της, προστιθέμενη στις μεγάλες λογοτεχνικές ηρωίδες που δημιούργησε ο σπουδαίος αυτός μυθιστοριογράφος.

Χωρίς να είναι αυτό που αποκαλούμε "μεγάλο μυθιστόρημα", το "Θαμμένο μυστικό", αποτελεί μια πολύτιμη προσθήκη στην βιβλιογραφία του Wilkie Collins και ενδείκνυται για αναγνώστες που δεν είναι ιδιαίτερα εξοικειωμένοι με το ύφος του Βρετανού συγγραφέα. Στο βιβλίο υπάρχουν όλα τα στοιχεία που θα βρούμε στα αριστουργήματα του όπως "Η γυναίκα με άσπρα", "Αρμαντέιλ" και "Φεγγαρόπετρα"(βιβλία που είναι απαραίτητα αναγνώσματα για κάθε βιβλιόφιλο), όπως είναι η εξαιρετική αφηγηματική ικανότητα, η δημιουργία ατμόσφαιρας, οι ζωντανοί διάλογοι, η μαεστρικά κλιμακούμενη ένταση, το κοινωνικό σχόλιο στους Βικτωριανούς θεσμούς, το πάθος που διαπερνάει τις σελίδες των βιβλίων του, η ειρωνεία και το χιούμορ αλλά και η εκπληκτική σκιαγράφηση λογοτεχνικών χαρακτήρων που μένουν στην λογοτεχνική ιστορία και συνείδηση.

Βαθμολογία 82 / 100



 
Τετάρτη, Μαΐου 16, 2018
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαΐου 16, 2018 | Permalink
Σώμα στη βιτρίνα και ο Βαρθολομαίος Ολίβιε

Κατά την διάρκεια της αναγνωστικής μου χρονιάς, διαβάζω αρκετά λογοτεχνικά βιβλία Ελλήνων συγγραφέων. Τα περισσότερα από αυτά είναι είτε από μέτρια έως κακά, είτε πολύ αδιάφορα (πράγμα που είναι ίσως χειρότερο - βιβλία "για το τίποτα γραμμένα" που λέει ένας καλός φίλος). Στα περισσότερα συναντώ τις εγγενείς αδυναμίες της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας: ενδοσκόπηση, αφηγηματικές αδυναμίες, βιασύνη, έπαρση, φροντίδα για την γλώσσα σε βάρος της πλοκής.

Τους τελευταίους μήνες, μέσα από την ξέφρενη εγχώρια εκδοτική παραγωγή, ξεχώρισα 2 βιβλία Ελλήνων συγγραφέων που θεωρώ ότι αξίζουν όχι μόνο αναφοράς αλλά και επαίνων. Συγγραφείς διαφορετικής θεματολογίας, αλλά με το κοινό σημείο της καλής λογοτεχνίας να τους ενώνει. Είναι η πολύ καλή συγγραφέας Αργυρώ Μαντόγλου με το έξοχο μυθιστόρημά της "ΣΩΜΑ ΣΤΗ ΒΙΤΡΙΝΑ" και ο ιδιαίτερα ταλαντούχος Δημήτρης Καρακίτσος με την εξαιρετική συλλογή διηγημάτων του "ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΟΛΙΒΙΕ". Ένα μυθιστόρημα και μία συλλογή διηγημάτων που θα μπορούσε κάποιος να την δει και ως μυθιστόρημα. Ας τα δούμε ένα, ένα.



Η Αργυρώ Μαντόγλου, έμπειρη (και συνεπής) μεταφράστρια, ικανότατη κριτικός με οικουμενική θεώρηση της λογοτεχνίας, με ιδιαίτερα αξιόλογη συγγραφική πορεία που περιλαμβάνει αρκετά μυθιστορήματα, συλλογές διηγημάτων και ποίησης, θεωρώ ότι με το νέο της βιβλίο πραγματοποιεί ένα ποιοτικό άλμα που δείχνει συγγραφική ωριμότητα. Το μυθιστόρημα της "Σώμα στη βιτρίνα" (εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ.404) είναι ένα πολυδιάστατο και αλληγορικό βιβλίο με στοιχεία από διάφορα λογοτεχνικά είδη, τα οποία τα διαπερνά δημιουργικά.

Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται σε δύο χρονικές περιόδους, τον 17ο αιώνα και τον 21ο. Οι ηρωίδες είναι δύο γυναίκες που πουλάνε το σώμα τους, η Έλσε μια νεαρή Δανέζα που φτάνει στο Άμστερνταμ για να βρει μια καλύτερη τύχη και η γυναίκα με το ψευδώνυμο Νατάσσα, μια ελληνίδα που βρίσκεται στο Άμστερνταμ κατά τύχη, και προσπαθεί να επιβιώσει ασκώντας το επάγγελμα της πόρνης.
Η όμορφη και ζουμερή Έλσε σύντομα μαθαίνει ότι για να μπορέσει να βγάλει τα προς το ζην, θα πρέπει να πουλήσει το κορμί της, είτε στο καπηλειό που την σέρνει η σκληρή σπιτονοικοκυρά της, είτε στον δρόμο. Εκείνη όμως ονειρεύεται να γίνει μοντέλο για έναν ζωγράφο και ένας καιροσκόπος θα εκμεταλλευτεί την επιθυμία της αυτή, συστήνοντάς την στον μεγάλο Ρέμπραντ, ο οποίος την χρησιμοποιεί για τους πίνακές του. Η Έλσε χρησιμοποιείται από όλους όσους γνωρίζει, από την μοχθηρή και φιλοχρήματη σπιτονοικοκυρά της, από τον “ευγενικό” κύριο Γιαν, που την συστήνει στον ζωγράφο και που το μόνο που θέλει είναι κάποια προσχέδια των πινάκων του Ρέμπραντ για να τα πουλήσει στην αγορά, ακόμα κι από τον ίδιο τον Ρέμπραντ που την βλέπει μόνο σαν σώμα προς έκθεση. Η Έλσε θα οδηγηθεί στον φόνο από την απελπισία της, από την κακή της μοίρα – η μορφή της όμως έμελλε να αποτυπωθεί στον πίνακα του Ρέμπραντ “Γυναίκα στην αγχόνη”, πίνακας που αποτέλεσε την αφορμή για αυτό το μυθιστόρημα.



Η Νατάσσα είναι μια γυναίκα που η οικονομική κρίση στην Ελλάδα την οδήγησε σε μια εγκληματική πράξη. Θα διαφύγει κακήν κακώς και θα φτάσει στο Άμστερνταμ, όπου κι εκεί το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να κλέψει τις οικονομίες ενός νεαρού Αιγύπτιου που της παρέχει φιλοξενία. Θα βρεθεί εκτεθειμένη στις βιτρίνες της Κόκκινης συνοικίας της πόλης, στις διάσημες παγκοσμίως βιτρίνες της πορνείας - συνοικία που παραμένει με την ίδια χρήση και φήμη όσοι αιώνες κι αν περάσουν, αέναη τουριστική ατραξιόν. 
Τις δύο εποχές, τις δύο γυναίκες ενώνει η παρουσία του Άγγελου, ενός αδιάφορου εμφανισιακά αλλά προικισμένου με την ικανότητα “συναισθησίας του καθρέπτη”, μια ιδιαιτερότητα που του επιτρέπει να συναισθάνεται μέσω ενός ιδιότυπου deja vu τις δονήσεις του παρελθόντος. Ο Άγγελος που θα ενδιαφερθεί για την Νατάσσα μέσω αυτής της συναισθησίας, θα αποτελέσει την γέφυρα με το παρελθόν στην αφήγηση της ιστορίας. Παράλληλα η Ελισάβετ, μια ελληνίδα συγγραφέας στην ωριμότητά της βρίσκεται σε μια Ολλανδική πόλη κοντά στα σύνορα – τα σύνορα που την απασχολούν ως σημείο υπέρβασης κάποιων πραγμάτων, ενώ κάνει μια έρευνα για την μετανάστευση στις χώρες του Βορρά. Την ενώνει με τον Άγγελο μια ιστορία του παρελθόντος και ήρθε η στιγμή για να αποκαλυφθεί η κρυμμένη επί δεκαετίες αλήθεια.

Το “Σώμα στη βιτρίνα” είναι πολυεπίπεδο και πολύ δουλεμένο μυθιστόρημα, δυνατό και συγκινητικό που κάνει τον αναγνώστη να ξεχνάει τα μειονεκτήματά του (που επικεντρώνονται στους δύο μη πειστικούς δευτερεύοντες χαρακτήρες, του Άγγελου και της Ελισάβετ), εστιάζοντας κυρίως στην ιστορία της Έλσε και της Νατάσσας που η σύνδεση τους είναι εξαιρετική και το θέμα του χρόνου να το χειρίζεται με άψογο τρόπο η συγγραφέας. Το εμφανές πολιτικό σχόλιο ενδυναμώνει την αλληγορική υφή του μυθιστορήματος που θίγει με επιτυχημένο τρόπο το θέμα της οικονομικής κρίσης χωρίς να στο πετάει στα μούτρα, χωρίς να εκβιάζει τα συναισθήματα.



Η έρευνα σε αρχεία και πίνακες είναι εμφανής, το ύφος είναι λιτό και υπαινικτικό, ενώ η δομή του βιβλίου είναι εξαιρετική. Η συγγραφέας θίγει θέματα όπως η καπηλεία του γυναικείου σώματος, η οικονομική κρίση ανά τους αιώνες, οι ανθρώπινες σχέσεις με τα μυστικά και ψέματα. Οι γυναίκες στο βιβλίο είναι survivors, κυνικές και ευαίσθητες ταυτόχρονα ενώ η μοίρα και τα παιχνίδια της είναι διαρκώς παρούσα και καθοριστική. Η Μαντόγλου πάνω απ' όλα όμως επιτυγχάνει στην δημιουργία ατμόσφαιρας στο βιβλίο της, το Άμστερνταμ μέσα από τους αιώνες αναδεικνύει την αληθινή του φύση, όμορφο και ρομαντικό στην επιφάνεια, σκληρό και ανελέητο στην πραγματικότητα με το χρήμα να κυριαρχεί μέσω των αιώνων, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής.

--------------------------------------------------------

Σε άλλα πλαίσια κινείται η συλλογή διηγημάτων του Δημήτρη Καρακίτσου (Βόλος, 1979) με τίτλο “Ιστορίες του Βαρθολομαίου Ολίβιε – Ρεσεψιονίστ και Διηγηματογράφου” (εκδόσεις Ποταμός, σελ.188). Οι 28 ιστορίες που απαρτίζουν την συλλογή θα μπορούσαν να αποτελούν κεφάλαια ενός μυθιστορήματος, αφού η μορφή του Βαρθολομαίου Ολίβιε τις διαπερνά σχεδόν όλες με δημιουργικό τρόπο.

Ιστορίες που οι περισσότερες κινούνται σε ένα ύφος λογοτεχνίας του Παράλογου, του Φανταστικού, του Υπερρεαλιστικού στις οποίες πρωταγωνιστεί ο τόπος και η μουσική. Η επιλογή της Κέρκυρας όπου διαδραματίζονται οι περισσότερες από τις ιστορίες είναι καθοριστική αλλά, τον τόνο στο βιβλίο τον δίνει η μουσική μέσω κάποιων κομματιών που παραθέτει ο συγγραφέας δίνοντας ρυθμό και χρώμα σε αυτά που αφηγείται.

Ο Βαρθολομαίος Ολίβιε αυτός ο αποτυχημένος ρεσεψιονίστ του ξενοδοχείου διακοπών όπου εργάζεται, στις περισσότερες των ιστοριών όπου εμφανίζεται, πραγματοποιεί νοητικά ταξίδια στον χρόνο και στις εποχές αλλάζοντας μορφές και ιδιότητες, ενώ τα πρόσωπα της Ιστορίας ανακατεύονται με τους απλούς ανθρώπους σε συνομιλίες υπερρεαλιστικές και απογειωμένες με πολλές μεταμορφώσεις.

“...Ο Βαρθολομαίος Ολίβιε, ρεσεψιονίστ και διηγηματογράφος, σημαδεύει με πετραδάκια ένα φωτισμένο παράθυρο. Το παράθυρο ανοίγει, και ο ένοικος του διαμερίσματος ρίχνει στα πόδια του ρεσεψιονίστ ένα χαρτί.
Ο Βαρθολομαίος το σηκώνει. Μια μεγάλη μουντζούρα κρύβει την αξιολόγηση των διηγημάτων του από τον Θεό. Ο ένοικος κλείνει το παράθυρο και σβήνει το φως.
Ευθύς ο Βαρθολομαίος θυμάται τη σαρωτική εκτέλεση του πρελούδιου από το ωχρό φάντασμα και δυσανασχετεί. Θέλει να πετάξει τα διηγήματά του στη θάλασσα. Ονειρεύεται μια λογοτεχνία αντίστοιχη της σύνθεσης του Βίλλα – Λόμπος. Μα η λογοτεχνία αυτή δεν υπάρχει, δεν θα υπάρξει ποτέ.
Ω, συνειδητοποιεί, τα βιβλία είναι βουβά και ακίνητα σαν αγάλματα.”

Οι ιστορίες του βιβλίου είναι ανομοιογενείς ως προς την έκταση. Οι περισσότερες είναι μικρές, ολιγοσέλιδες και υπάρχουν και δύο πολυσέλιδες ("Περιπέτεια στην Ανταρκτική" και η ακόμα μεγαλύτερη "Η εξαφάνιση του καθηγητή Μαγιοράνα") όπου ο συγγραφέας αφήνει την φαντασία του ανεξέλεγκτη, συνομιλώντας διακειμενικά με αρχαίους και νεότερους δημιουργούς, παρασυρόμενος και παρασύροντας τον αναγνώστη σε ένα πολύχρωμο ταξίδι γεμάτο χιούμορ, όχι πάντα με επιτυχία αλλά με πολλή δημιουργικότητα και ζωντάνια.

Οι μικρότερες ιστορίες δείχνουν περισσότερο συμπαγείς, με υπαινικτικότητα και πυκνότητα λόγου και με διάχυτο το στοιχείο του παραλόγου, του λυρισμού αλλά και ενός ιδιότυπου ρομαντισμού. Ορισμένες δε από αυτές είναι τόσο ωραίες, γεμάτες εικόνες - όπου η Κέρκυρα πρωταγωνιστεί με την υγρασία, τα σπίτια, τα δρομάκια, τις συνοικίες και τα χωριά της - και η μουσική είναι ο βασικός πρωταγωνιστής, λες και όλα κινούνται γύρω από τα μουσικά θέματα που παραθέτει ο συγγραφέας.



Ο Στερν συναντάει τον Πιραντέλο κι ο Μπρετόν τον Περέκ, ενώ οι μουσικές του Arturo Marquez αυτές του Francis Poulenc, στο πολύ σαγηνευτικό αυτό μικρό βιβλιαράκι με τις εξαιρετικές ιστορίες. Ο αναγνώστης μπορεί να χρειαστεί να διαβάσει τις ιστορίες του Καρακίτσου δυο και τρείς φορές για να αντιληφθεί το ύφος του συγγραφέα, να μπορέσει να μπει στο σύμπαν της αφήγησης που σε έλκει με την μελαγχολία και τον ρυθμό της, την ποιητικότητα και την εφευρετικότητα της φαντασίας.

"...Κλώτσησα τον καλλιτέχνη κι αυτός μάζεψε από χάμω τα κομμένα του δάχτυλα. Τον βοήθησα να καθίσει στο παγκάκι - σε είδα, του είπα, η γυναίκα που αγαπάς έφυγε με κάποιον άλλο, χθες βράδυ. Όσο εσύ ροχάλιζες ναρκωμένος από τη μπίρα. Ο εραστής της πέταξε ένα κέρμα στο καπέλο σου, ήθελε να σε ξυπνήσει. Αλλά τον απέτρεψε η γυναίκα σου λέγοντας ότι πια για εκείνη είσαι νεκρός. Κι αμέσως αγκαλιάστηκαν, ήρθαν να ζητήσουν δωμάτιο με διπλό κρεβάτι. Λίγο μετά, ένας κύριος από το διπλανό δίκλινο μού παραπονέθηκε για άσεμνη φασαρία. Ανέβηκα να κάνω συστάσεις στο ζεύγος, μα βρήκα την πόρτα του δωματίου τους ανοιχτή. Ο εραστής της την είχε τρίψει στα δάχτυλά του σαν τριαντάφυλλο. Ροδοπέταλα πεσμένα στο κρεβάτι κι ένα χελιδονόψαρο που σπαρταρούσε στο πάτωμα - μόνον αυτά βρήκα. Είχε όμως αρχίσει να χαράζει κι ο ουρανός έμοιαζε με φλοιό σάπιου δέντρου. Άθελά μου είχα εισχωρήσει στον ύπνο σου."

Βαθμολογία (και για τα 2 βιβλία) 79 / 100