Τρίτη, Ιουλίου 27, 2021
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιουλίου 27, 2021 | Permalink
"Ο Δον Υπαστυνόμος"
Μπορεί να γραφτεί (και να διαβάζεται) «σουρεαλιστικό αστυνομικό μυθιστόρημα»; Ο Δημήτρης Καρακίτσος (1979, Βόλος) έχει την απάντηση και είναι καταφατική! Διότι, το νέο του μυθιστόρημα, «Ο ΔΟΝ ΥΠΑΣΤΥΝΟΜΟΣ», (Εκδ. Αντίποδες, σελ.269), δεν είναι μόνο σουρεαλιστικό, ούτε μόνο αστυνομικό μυθιστόρημα, αλλά δείχνει να ξεπερνάει και τα δύο είδη, σε ένα ξέφρενο πανηγύρι λέξεων, χρωμάτων και ανατροπών.


 
Τυπικά, «Ο Δον Υπαστυνόμος», έχει την μορφή ενός αστυνομικού μυθιστορήματος. Υπάρχει ένας φόνος – μπορεί και δύο -, υπάρχει ένας ένοχος –μπορεί και περισσότεροι-, υπάρχει κι ένας ντετέκτιβ – μπορεί και δυο, όχι και τόσο συμβατικός, υπάρχει μια ιστορία ή και περισσότερες, με αρχή, μέση, τέλος – το τι συμβαίνει όμως ενδιάμεσα, μέχρι την εξιχνίαση του εγκλήματος, είναι όλο το ζουμί.
 
Στην Ισπανία, σε ένα χωριό της Μάντσα, το 1942, εν μέσω σκοτεινών ημερών του Φρανκικού καθεστώτος από τη μια, του Β παγκόσμιου πολέμου από την άλλη, γίνεται ένας φόνος. Ο αντιπαθής και πανίσχυρος νεόπλουτος Τίο Αρμελίνο (που ήταν ξυλοπόδαρος), βρίσκεται νεκρός, τον έχουν πυροβολήσει, ενώ πεθαμένος είναι κι ο υποκόμος του ενώ ένας υπηρέτης έχει μαχαιρωθεί αλλά την έχει γλυτώσει. Ο ανιψιός του νεκρού, ο ντετέκτιβ Ιαβέρης Κούγκατ Περφίντια, γνωστός υπνοβάτης, και κυριότερος ύποπτος του φονικού, αναθέτει την εξιχνίαση της υπόθεσης και της εύρεσης του ενόχου, στον πάμπτωχο και ακαμάτη, Αστόλφο Βαρνακομπούμπο, λάτρη της αστυνομικής λογοτεχνίας, πρόεδρο μιας λέσχης ανάγνωσης αστυνομικών μυθιστορημάτων και μοναδικό της μέλος, που κάποτε προσπάθησε να γίνει αστυνομικός ερευνητής αλλά έφαγε πολύ ξύλο.
 
Ο Ιαβέρης είναι ο μοναδικός κληρονόμος του εκκεντρικού θείου, που δεν έβγαινε ποτέ από το σπίτι του, που είχε αποκτήσει περιουσία με άγνωστο τρόπο και η μικρή πόλη τον αντιπαθούσε σφόδρα. Η πόλη όμως αντιπαθεί και τον Ιαβέρη και θέλουν να τον δουν ένοχο, προσφέρει λοιπόν μια τεράστια αμοιβή στον Αστόλφο και την παροχή βοήθειας για την εξιχνίαση του εγκλήματος.
 
Ο Αστόλφος με ουσιαστικό βοηθό τα pulp αναγνώσματα της αστυνομικής λογοτεχνίας, θα βρεθεί εν μέσω αλληλοσυγκρουόμενων πληροφοριών, αφερέγγυων μαρτυριών από εμπλεκόμενους ή μη στην ιστορία. Τι συνέβη στο Μαρόκο και πως απέκτησε την αμύθητη περιουσία του ο νεκρός; Τι ρόλο παίζει ο ιερέας της πόλης; Θέλει ο αστυνόμος την εξιχνίαση της υπόθεσης ή απλώς να καταδικάσει τον Ιαβέρη; Είναι τόσο αθώοι οι υπηρέτες που παρουσιάζουν δήθεν ισχυρά άλλοθι; Η υπηρέτρια Μαριτόρνα που το πραγματικό της όνομα είναι Ιουδήθ, τον αγαπάει τον Αστόλφο ή ενεργεί βάσει σχεδίου; Ποιος πραγματικά είναι ο Πέπε Αμάδης; Θα δώσει τη λύση το μηχανικό μέντιουμ Θουμαλακέγι; Μήπως ο ένοχος είναι τελικά ο Ιαβέρης και με την πρόσληψη και χειραγώγηση του Αστόλφο ρίχνει στάχτη στα μάτια;
 

«Μη με αναγκάζετε να θυμηθώ τα παιδικά μου χρόνια! Χαμίνι ήμουν, ξυπόλυτο και άθλιο, στους δρόμους της Μαδρίτης. Τα αδέσποτα σκυλιά της οδού Εστρεμένιος ήταν φίλοι μου! Εχθροί μου η αστυνομία και ο Θελεδόνιο, το τρισάθλιο παπαδοπαίδι. Και η Μαριπουχίτος, η κουτσή με τη μαγκούρα που ζητιάνευε στα σκαλοπάτια του ναού. Με φτύνανε όλοι τους, με περιφρονούσαν, με δέρνανε, γιατί κανείς δεν αγαπά τους νηστικούς. Κι εγώ πεινούσα και άπλωνα το χέρι, έκλεβα σκόρδα, έβαζα χέρι στις μπουγάδες, έκλεβα κουλούρια απ’ τον τυφλό, κουφό και παράλυτο κουλουρτζή. Ονειρευόμουν να γίνω αμαξάς! Μα ο μεγάλος μου έρωτας, η Πιστανίνια, η κόρη του πλανόδιου μουζικάντη, μου το απαγόρευσε. Έτσι, ένα βράδυ στο καπηλειό της Ρετρετά, έπειτα από απανωτά ποτήρια γουαρδιέντε, είπα: τέρμα, χαμίνι, τέρμα η άσωτη ζωή! Τότε, ο παπαγάλος που κοιμόταν μόνιμα στον ώμο ενός αμαξά με άρπαξε με τα νύχια του και υψωθήκαμε στους ισπανικούς αιθέρες. Με αμόλησε σαν κουτσουλιά δυο μέρες μετά στην αγροικία του Τίο Αρμελίνο, έπεσα με πάταγο στο πιάτο της σούπας του – ο Τίο έσκασε στο γέλιο. «Άλλο και τούτο πάλι!» αναφώνησε. «Ένα χαμίνι στο πιάτο μου! Πες μου τι ξέρεις και θα σε κάνω υπηρέτη!» Κι εγώ γλείφοντας την κρεατόσουπα από τα ρούχα μου, είπα: «Κύριες, τρισχαριτωμένε, ξέρω τα πάντα χωρίς να ξέρω τίποτα». «Και πως σε λένε;» ρώτησε ο Τίο. «Λέγομαι τάδε». «Εγώ όμως θα σε βαφτίσω Κάντογκαν, γιατί έτσι μου ‘ρθε! Μπρος Κάντογκαν, πλύσιμο, χτένισμα, κόψιμο νυχιών και επειγόντως στον ράφτη για κομψή στολή! Καλωσόρισες – να είσαι τίμιος και γελαστός! Τρία γεύματα και ύπνο, χαρτομάντιλα για να μη σκουπίζεις τις μύξες σου στα μανίκια, ρεπό ολόκληρα δύο την εβδομάδα για να βλέπεις τις καμπαρετζούδες – να μη χάνεις τέτοια θεάματα, νεαρέ, καλωσόρισες και πάλι!» Τριάντα χρόνια πέρασαν, φίλε Αστόλφε, ήταν γενναιόδωρο το αφεντικό μου, ήταν φωτοσκεπής, όλα τα καλά του κόσμου συμπυκνωμένα σ’ ένα γαλακτώδες βλέμμα. Μα εμείς τον απογοητεύσαμε: αφήσαμε να τον δολοφονήσουν οι σμέρνες των σκιών!»
 
Η ιστορία θα εξελιχθεί με συνεχείς ανατροπές, «αγγελικές παρεμβάσεις», αλλά και παρεμβάσεις της εξουσίας – παπάς, αστυνόμος -, εξωφρενικές καταστάσεις, έρωτες και πάθη, διαδοχικές ίντριγκες, ψεύδη και μυστικά που φανερώνονται ή όχι, σε ένα κλίμα παραλογισμού και φαντασίας, όπου ακόμα κι ένα αθώο δείπνο μπορεί να κρύβει κάποια πράγματα ενώ η διαπίστωση ότι όλοι ήθελαν να δουν νεκρό τον Τίο Αρμελίνο δεν βοηθάει καθόλου την εξιχνίαση της υπόθεσης.
 
«Το γράψιμο θα αποτελούσε ανώφελη πράξη αν στη λογοτεχνία δεν ήταν όλα δυνατά. Η ευρωστία της οφείλεται στο ασθενές ισοδύναμο των δημιουργών της, αφού στη ζωή δεν γίνεται πάντα αυτό που επιθυμούμε. Μάθαμε να κουρνιάζουμε στις ιδιωτικές μας κερήθρες, μάθαμε να χτυπάμε πόρτες, πόρτες σιδερόφρακτες, εξόριστοι για πάντα απ’ τον προορισμό που μας έταξαν οι θεοί, την γλυκιά Φλωρεντία, την αιώνια θνητότητα! Κανείς δεν μας σώζει, η Λήθη ψύχει σαν αμίλητος πεταλωτής στο νερό το πυρακτωμένο μέταλλο – το είναι μας. Κοιταζόμαστε στα μάτια σαν τσακμακόπετρες που συγκρούονται για να πιάσει φωτιά, σκίζουμε σελίδες, μουντζουρώνουμε χαρτιά, μήπως και κάποια δύναμη από την άκρη του σύμπαντος λυγίσει προς σωτηρία μας τον ουρανό, περιφραγμένοι στην αδυσώπητη ροή του γίγνεσθαι, αμετακίνητοι και συμπαγείς σε ένα παρόν εσαεί μεταβαλλόμενο, ώσπου τελικά μια λέξη να βρει την όμοιά της για συμπαράσταση, ένα φιτίλι, μια σπίθα και ο άνθρωπος οβίδα να εκτοξευτεί στη φούσκα της αθανασίας του!»


 
Το μυθιστόρημα του Καρακίτσου, περισσότερο πικαρέσκο (ή πικαρικό) παρά σουρεαλιστικό, είναι πέρα από τις ξέφρενες καταστάσεις και την έντονη χιουμοριστική του πλευρά, ένα κείμενο που συνομιλεί με συγγραφείς (Θερβάντες, Μπόρχες είναι τα πιο τρανταχτά παραδείγματα), κινηματογραφικούς δημιουργούς (Μπουνιουέλ, Λιντς), ζωγράφους (Νταλί, Πικάσο), με πλήθος από διακειμενικές αναφορές, αποτίοντας φόρο τιμής στην κλασσική νουάρ λογοτεχνία. Ο προσεκτικός αναγνώστης, θα παρατηρήσει ότι πίσω από την «ελαφρότητα» που πλημμυρίζει το μυθιστόρημα, υπάρχει προσοχή στην κάθε λεπτομέρεια, προσεκτικός έλεγχος στην δομή, πολιτικός σχολιασμός. Το κυριότερο όμως πλεονέκτημα του πολύτιμου αυτού βιβλίου, είναι η χρήση της γλώσσας που εναλλάσσεται δημιουργικά μεταξύ λυρισμού και ειρωνείας, χιούμορ και στοχασμού, με διαλόγους γεμάτους σπιρτάδα και εφευρετικότητα, μουσικότητα και ρυθμό.
 
Υπέρβαση των ειδών και των λογοτεχνικών ψευδο-κατηγοριοποιήσεων, «Ο Δον Υπαστυνόμος», είναι ένα ανατρεπτικό και ιδιαίτερα ζωντανό, έξοχο μυθιστόρημα, με το οποίο (και αυτό ίσως να είναι το ζητούμενο από τον μέσο αναγνώστη) «περνάς απίθανα» διαβάζοντάς το. Αναμφίβολα αποτελεί πρόοδο στην (ενδιαφέρουσα και ποιοτική) συγγραφική πορεία του Δημ. Καρακίτσου, που με όπλο του τον εξαιρετικό χειρισμό στη γλώσσα, ρίχνει μια ωραιότατη σφαλιάρα στην σοβαροφάνεια, προσφέροντάς μας αναγνωστική απόλαυση.
 
Βαθμολογία 82 / 100



  

 
Τετάρτη, Ιουλίου 21, 2021
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουλίου 21, 2021 | Permalink
"Το Πέρασμα του Μακελάρη"
Τρία μυθιστορήματα (αν και υπάρχει και ένα αποκηρυγμένο), είχε γράψει ο Αμερικανός συγγραφέας, επιμελητής εκδόσεων και καθηγητής πανεπιστημίου, John Edward Williams (1922, Τέξας – 1994, Αρκάνσας). Και τα τρία είναι εξαιρετικά! Είναι τόσο καλά, που οι θαυμαστές του έργου του, δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν κάποιο – ίσως στην επιλογή να βοηθήσει η διαφορετική θεματολογία τους, παρότι όλα συγκλίνουν στον ίδιο παρονομαστή, την αναζήτηση εαυτού, είτε ο ήρωας βρίσκεται στην Ρωμαϊκή εποχή («Αύγουστος»), είτε στο περίκλειστο πανεπιστημιακό περιβάλλον («Στόουνερ»), ή, στις εσχατιές της Άγριας Δύσης.
 
Η πρόσφατη υπέροχη έκδοση στην Ελλάδα, του πρώτου μυθιστορήματος που εξέδωσε ο Williams, του θαυμάσιου «ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΜΑΚΕΛΑΡΗ» («Butchers Crossing»), από τις εκδόσεις Gutenberg (στη σειρά Aldina), σε έξοχη μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου και πολύ καλό επίμετρο της Michelle Latiolais (σελ. 460), έρχεται να συμπληρώσει την εικόνα του συγγραφέα και να μας υπενθυμίσει την σπουδαιότητά του.


 
Μπορεί «Το πέρασμα του μακελάρη» τυπικά, να υπηρετεί ένα συγκεκριμένο είδος, αυτό του γουέστερν, χρησιμοποιώντας στο εξωτερικό πλαίσιο τους αρχετυπικούς και στερεοτυπικούς κανόνες του είδους, αλλά ακόμα και ο πιο ανυποψίαστος αναγνώστης, αντιλαμβάνεται από την αρχή, ότι έχουμε να κάνουμε με κάτι διαφορετικό, μια θεώρηση των πραγμάτων που σε υποχρεώνει να σκέφτεσαι αντί να διαβάζεις παθητικά, να κοιτάζεις το ευρύτερο πλαίσιο αντί να επικεντρώνεις την προσοχή σου στα δρώμενα της σελίδας.
 
Ο Williams τοποθετεί την δράση της ιστορίας του, στις αρχές της δεκαετίας του 1870. Ο βίαιος και μακροχρόνιος Εμφύλιος πόλεμος έχει τελειώσει πριν λίγα χρόνια, και οι ΗΠΑ ζουν την οικονομική ανάπτυξη που μοιραία έχει ακολουθήσει τα ματωμένα χρόνια. Η κατασκευή του σιδηρόδρομου προς τα δυτικά, αναπτύσσει τις απάτητες μέχρι τότε περιοχές, ενώ τα οικονομικά δεδομένα αλλάζουν γρήγορα, ακολουθώντας τους κανόνες μιας ξέφρενης ανάπτυξης και της αναζήτησης «ζωτικού χώρου».
 
Στο «Πέρασμα του Μακελάρη»Butchers crossing»), έναν οικισμό περισσότερο παρά χωριό, στα όρια του Κάνσας – άρα και του «πολιτισμού», φθάνει ο νεαρός φοιτητής του Χάρβαρντ Γουίλιαμ Άντριους. Μόλις έχει τελειώσει το τρίτο έτος στη σχολή του και αναζητά ένα νόημα στη ζωή του, προερχόμενος από αστικό περιβάλλον όπου ο πατέρας του είναι ιεροκήρυκας μιάς από τις πολλές εκκλησίες, θέλει να έρθει (η και να γνωρίσει) πιο κοντά στη φύση, επηρεασμένος από τις θεωρίες των Έμερσον και Θορώ (Walden). Θεωρεί ότι η εκπαίδευση μέσα από το ασφυκτικό περιβάλλον του Χάρβαρντ, τον έχει αποκόψει από τις ρίζες του, κι ότι η αληθινή επαφή με τη φύση, βρίσκεται στη μεθόριο, όπου όλα είναι «αληθινά» και «αυθεντικά».
 
«Αυτό που επιζητούσε ήταν να βρει από πού πήγαζε ο κόσμος του και πως θα τον προστάτευε, αυτός ο κόσμος που θαρρείς και δείλιαζε κι έφευγε από την πηγή του αντί να τη διερευνήσει πέρα για πέρα, όπως έκανε το χορτάρι στο λιβάδι ολόγυρά του, που άπλωνε τις ινώδεις ρίζες του στην πλούσια, σκοτεινή υγρότητα, στην Άγρια Φύση, κι έτσι χρόνο με το χρόνο ανανεωνόταν. Ξαφνικά, εκεί καταμεσής στο αχανές, επίπεδο λιβάδι, έρημο από ανθρώπους και γεμάτο μυστήριο, έφερε στο νού του την εικόνα ενός βοστονέζικου δρόμου, πήχτρα στις άμαξες, με τους πεζούς να κινούνται νωθρά κάτω από τις αψίδες που σκάρωναν οι φτελιές, φυτεμένες ανά τακτά διαστήματα και καταδικασμένες, κατά τα φαινόμενα, να αναπτύσσονται ανάμεσα στις πλάκες των πεζοδρομίων και των δρόμων▪ έφερε στο νου του την εικόνα των πανύψηλων κτιρίων, πως στρυμώχνονταν το ένα δίπλα στο άλλο, η περίτεχνα κομμένη πέτρα τους μες στην καπνιά και τη βρομιά της πόλης▪ έφερε στο νου του την εικόνα του ποταμού Τσαρλς, πως ελισσόταν ανάμεσα σε χαρτογραφημένα χωράφια και χωριά και πόλεις κουβαλώντας τα απορρίματα των ανθρώπων και της πόλης ίσαμε τον μεγάλο κόλπο.»
 
Ο Άντριους πηγαίνει «συστημένος» να βρει έναν επιχειρηματία της περιοχής, τον Μακντόναλντ, ο οποίος εμπορεύεται τα δέρματα από τα βουβάλια που αγοράζει από τους κυνηγούς και τα πουλάει Ανατολικά. Ο Μακντόναλντ τού προσφέρει μια θέση στο γραφείο, αλλά ο Άντριους θέλει να συμμετέχει σε ένα κυνήγι, χρηματοδοτώντας το αν γίνεται, και να δει τη δράση από κοντά. Ο έκπληκτος επιχειρηματίας, αφού ματαίως προσπαθεί να τον αποτρέψει από την ιδέα, τού προτείνει να συζητήσει με τον έμπειρο και με καλή φήμη κυνηγό, τον Μίλερ που εδώ και πολλά χρόνια ψάχνει χρηματοδότηση να υλοποιήσει ένα όραμα που έχει και που ουδείς πλέον πιστεύει.
 
Ο Άντριους θα συναντήσει τον Μίλερ και θα πειστεί (δεν ήθελε και πολύ) από το όραμα του δεύτερου, που ισχυρίζεται ότι πριν από κάποια χρόνια είχε ανακαλύψει μια κρυφή πεδιάδα όπου πηγαίνουν μεγάλα κοπάδια βουβαλιών. Εδώ και χρόνια προσπαθεί να οργανώσει μια κυνηγετική επιχείρηση αλλά δεν έβρισκε χρηματοδότη. Τώρα ο Άντριους παρουσιάζεται μπροστά του ως η ιδανική περίπτωση, ενός ανθρώπου, που του παρέχει τα πάντα, καθώς οι διαβεβαιώσεις του Μίλερ για τεράστια κέρδη, όπως και το «ρομαντικό στοιχείο» της περιπέτειας, τον προϊδεάζουν για την εμπειρία που έψαχνε. Ο Μίλερ έχει πάντα στην υπηρεσία του, τον βοηθό του, τον μεσήλικα Τσάρλι Χοτζ, έναν μονόχειρα, αλκοολικό και μισότρελο τύπο που αμολάει φράσεις της Αγίας Γραφής και θα αναλάβει την οδήγηση του κάρου με τα βόδια, το μαγείρεμα και την φροντίδα των αλόγων, ενώ προσλαμβάνει και τον σκληρό και λιτό στα λόγια Φρεντ Σνάιντερ ως γδάρτη, που δεν δέχεται να πληρωθεί από τα κέρδη, αλλά απαιτεί μηνιαίο μισθό. Ο Άντριους είναι τόσο συνεπαρμένος από το σχέδιο που δεν αρνείται οτιδήποτε του ζητάνε οι τρεις άντρες από προμήθειες, ενώ λίγο πριν ξεκινήσει η περιπέτειά τους, γνωρίζει μια νεαρή πόρνη, την γερμανικής καταγωγής Φρανσίν, η οποία προσπαθεί να τον μυήσει στο σεξ χωρίς όμως επιτυχία.


 
Η ομάδα που σχηματίστηκε, ξεκινάει το ταξίδι της για τα Βραχώδη Όρη του Κολοράντο στα τέλη Αυγούστου. Στον δρόμο τους δεν συναντάνε βουβάλια – όπως λένε του Άντριους, έχουν εξαφανιστεί μετά τις πολυετείς σφαγές. Μετά από δύο εβδομάδες, ο Άντριους έχει συνηθίσει τις δυσκολίες του ταξιδιού, αλλά ο Μίλερ χάνει τον δρόμο καθώς έχουν περάσει τα χρόνια, και τα αποθέματα νερού λιγοστεύουν επικίνδυνα. Τα ζώα τους είναι εξαντλημένα και όλοι μαζί υποφέρουν από δίψα. Τελικά βρίσκουν νερό και λίγο αργότερα όταν τα πράγματα δεν πάνε άλλο, ο Μίλερ βρίσκει τον δρόμο για την κοιλάδα, όπου όταν φτάνουν μετά από μερικές ημέρες, διαπιστώνουν ότι είναι γεμάτη από βουβάλια.
Ο Άντριους θα βοηθάει τον Σνάιντερ στο γδάρσιμο των βουβαλιών, καθώς ο Μίλερ παίρνει θέση στη μέση της κοιλάδας αρχίζοντας να πυροβολεί τα βουβάλια, που αντιμετωπίζουν με παθητικότητα τον εκτελεστή τους, πέφτοντας το ένα μετά το άλλο νεκρά. Ο Άντριους διαπιστώνει ότι ο Μίλερ δεν θα εγκαταλείψει το έργο του, αν δεν σκοτώσει και το τελευταίο βουβάλι. Η απληστία του, γίνεται αιτία να καθυστερήσουν την φυγή τους από την κοιλάδα, με αποτέλεσμα να τους πιάσει ο χειμώνας και το χιόνι να αρχίσει να πέφτει πυκνό και ο δρόμος του γυρισμού να έχει κλείσει. Πρέπει να περιμένουν, να λιώσουν τα χιόνια. Τους περιμένουν μήνες δύσκολοι και ένα ταξίδι του γυρισμού που θα έχει απρόβλεπτες συνέπειες.
 
«Του πέρασε η σκέψη πως το είχε βάλει στα πόδια μπροστά στο ξεντεριασμένο βουβάλι όχι εξαιτίας κάποιας γυναικουλίστικης ανακατωσούρας από τα αίματα και την μπόχα και τα χυμένα έντερα▪ του πέρασε η σκέψη πώς εκείνο που τον είχε αρρωστήσει, και γι’ αυτό είχε φύγει τρέχοντας, ήταν το σοκ να βλέπει το βουβάλι, μόλις πριν από λίγα λεπτά περήφανο κι επιβλητικό, με όλη τη μεγαλοπρέπεια της ζωής πάνω του, τώρα άκαμπτο και ανήμπορο, ένα κομμάτι αδρανές κρέας, απογυμνωμένο από τον εαυτό του, ή από την ιδέα που είχε για τον εαυτό του, να αιωρείται γελοία, περιπαικτικά μπροστά του. Δεν ήταν πια ο εαυτός του▪ ή έστω δεν ήταν ο εαυτός που εκείνος το είχε φανταστεί πώς ήταν. Εκείνος ο εαυτός είχε δολοφονηθεί▪ κι αυτή η δολοφονία τον είχε κάνει να αισθανθεί πώς κάτι είχε καταστραφεί και μέσα στον ίδιο και τού ήταν αδύνατον να το αντιμετωπίσει. Γι’ αυτό και είχε πάρει δρόμο.»
 
Βιβλίο αυτογνωσίας, ταξίδι στην Άγρια φύση, αγώνας για την επιβίωση, αλλά και χτίσιμο μιας χώρας. Αυτά τα στοιχεία συνθέτουν αυτό το εκπληκτικό μυθιστόρημα. «Το πέρασμα του μακελάρη», είναι ένα μυθιστόρημα που σε συνταράζει και προσφέρει σελίδες υψηλής λογοτεχνικής ποιότητας, που ενδεχομένως θα σοκάρουν με τη βιαιότητά τους. Γραμμένο λίγο πριν τον «Ματωμένο Μεσημβρινό», του Κόρμακ Μακάρθι, ίσως του καλύτερου γουέστερν μυθιστορήματος που έχει γραφτεί ποτέ, είναι ένα βιβλίο που χρησιμοποιεί τα στερεότυπα και τις συμβάσεις του λογοτεχνικού είδους για να τα ξεπεράσει και να τονίσει τις υπαρξιακές αγωνίες των ηρώων του, με χαρακτήρες στέρεους και ζωντανούς και με έμφαση στις λεπτομέρειες, στις κινήσεις, στα βλέμματα. Ο Williams, επισημαίνει εμφατικά ότι πίσω από τα κλισέ του γουέστερν, υπάρχει πολλή και συχνά αναιτιολόγητη βία, τρόμος και έντονος υποδόριος φόβος που θυμίζει την «Καρδιά του Σκότους» του Κόνραντ. Εκεί που ο Κόρμακ Μακάρθι γοητεύεται από την υπέρμετρη βία στον «Ματωμένο Μεσημβρινό», ο Williams απεικονίζει έναν ρεαλισμό γυμνό χωρίς περιττά στοιχεία.
 
Ο Γουίλιαμ Άντριους (καθόλου τυχαία η επιλογή του ονόματος, καθώς Γουίλιαμς λέγεται ο συγγραφέας), είναι ο κεντρικός χαρακτήρας, ο ήρωας του μυθιστορήματος. Παρατάει το Χάρβαρντ για να γνωρίσει την πραγματική Αμερική, αλλά κυρίως τον εαυτό του. Είναι ένας αφελής και ιδεαλιστής νέος, που επηρεασμένος από τα βιβλία που διάβασε, ψάχνει την αυθεντικότητα κι όταν τελικά νομίζει ότι την βρίσκει, αντιλαμβάνεται ότι είναι πολύ διαφορετική από αυτό που φανταζόταν. Είναι ένας ρομαντικός σύμφωνα με την τάση της εποχής που βλέπει την ανεξερεύνητη φύση ως μια νέα γυναίκα που κάνεις τα πάντα για να την κατακτήσεις. Θα αρνηθεί με ευκολία την πρόταση εργασίας από τον Μακντόναλντ, για να ακολουθήσει τον εμμονικό Μίλερ, σε ένα αβέβαιο ταξίδι προς έναν μυθικό τόπο που μόνο εκείνος γνωρίζει, ενώ θα ερωτευτεί σχεδόν αμέσως την πόρνη Φρανσίν. Ο Άντριους υπνωτίζεται και παρασύρεται από τη μανία, από τη μαζική δολοφονία, από την αδυναμία των θηραμάτων να κάνουν οτιδήποτε, να αντιδράσουν.
 
Ο έτερος κεντρικός χαρακτήρας (και ίσως ο πιο ενδιαφέρων του βιβλίου) είναι ο Μίλερ. Ένας σκληρός και ατίθασος άνθρωπος που κυνηγάει το όραμά του, να πλουτίσει σκοτώνοντας όσο γίνεται περισσότερα βουβάλια. Από το κυνήγι ουσιαστικά δεν αντλεί πλέον καμία ικανοποίηση, έχει γίνει μια μηχανή θανάτου. Η περιγραφή του συγγραφέα, στον τρόπο που ο Μίλερ εκτελεί τα βουβάλια, σε αυτές τις είκοσι σελίδες που διαρκεί η σφαγή, είναι μοναδική. Ο Μίλερ στήνεται και πυροβολεί, τίποτε άλλο, κι ενώ όλοι περιμένουν ένα νεύμα του, μια κίνησή του, ότι τελείωσε επιτέλους το πάρτι, αυτός συνεχίζει, θέλει να βλέπει τα δέρματα να στοιβάζονται. Ο τρόπος αντίδρασής του, στο τέλος του βιβλίου, όταν βλέπει την καταστροφή του ονείρου του, θα φέρει στο μυαλό ήρωες αρχαίας τραγωδίας, εκείνος θα είναι η νέμεσις που θα βάλει τέλος σε όλα.


«Εποπτεία του εαυτού του ήταν αδύνατον να έχει. Για μια ακόμη φορά, σαν να ήταν ξένος, σκεφτόταν τον εαυτό του όπως ήταν πριν από λίγους μήνες στο Πέρασμα του Μακελάρη, τότε που είχε το βλέμμα στραμμένο δυτικά του ποταμού, στα μέρη όπου βρισκόταν τώρα. Τι να σκεφτόταν τότε; Τι ήτανε τότε; Πως ένιωθε; Τώρα αναλογιζόταν τον εαυτό του σαν ένα αόριστο σχήμα, που δεν έκανε τίποτα, δεν είχε ταυτότητα.»

Η χώρα που περιγράφει ο Γουίλιαμς στο στοχαστικό και ελεγειακό βιβλίο του, αλλάζει με ταχύτατους ρυθμούς, Ινδιάνοι δεν υπάρχουν, σκλάβοι δεν αναφέρονται – όλα αυτά είναι συγγραφικές επιλογές, και βέβαια το 1870 και Ινδιάνοι υπήρχαν, λιγότεροι βέβαια και περιορισμένοι, και η δουλεία δεν είχε εντελώς εξαλειφθεί. Το χρήμα δονεί τις καρδιές των ηρώων του που άλλοι σαλεμένοι όπως ο Χοτζ, άλλοι συγκεντρωμένοι στο σκοπό τους, όπως ο Σνάιντερ, άλλοι χαμένοι στις εμμονές τους όπως ο Μίλερ, αυτό προβάλλουν ως κύριο μέλημά τους και ουσιαστικό τους στόχο. Όλοι – όπως άλλωστε και ο Άντριους, ο ήρωας του βιβλίου – θα αλλάξουν κατά τη διάρκεια της ιστορίας, κανείς δεν επιστρέψει ίδιος μετά το ταξίδι, κανείς δεν θα βγεί αλώβητος από την κατάληξη της ιστορίας αυτής.
 
Η παρακμή της Αμερικάνικης Δύσης απεικονίζεται έξοχα στο μυθιστόρημα του Williams. Το βιβλίο αποτελεί και ένα σχόλιο για τον Καπιταλισμό και την Οικονομία. Οι μεγάλες εκτάσεις καταπατώνται καθώς η χώρα εξαπλώνεται, τα ζώα εξαφανίζονται – στις αρχές του 19ου αιώνα, υπήρχαν 50 εκατομμύρια βίσωνες στις ΗΠΑ, με το ξεκίνημα του 20ου αιώνα (το 1905) καταμετρήθηκαν μόλις 500, η οικονομία αλλάζει, οι πόλεις εξαρτώνται από τα μέσα μεταφοράς – αν περάσει ο σιδηρόδρομος μεταβάλλεται το τοπίο, αν δεν περάσει, μπορεί ένας οικισμός ή μια μικρή πόλη να εξαφανιστεί από τον χάρτη.

Αυτό περιγράφεται με έξοχο τρόπο στο μυθιστόρημα στην περίπτωση της πολίχνης που είχε το περίεργο όνομα «Πέρασμα του Μακελάρη». Η οικονομία της πόλης εξαρτάται από το εμπόριο δερμάτων των βουβαλιών (όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μίλερ σε κάποιο σημείο του βιβλίου, δεν υπάρχει σημείο του ζώου που δεν χρησιμεύει σε κάτι), που πωλούντο στα ανατολικά της χώρας σε Βοστώνη και Νέα Υόρκη και ήταν στη μόδα. Αν ο κόσμος σταματούσε να φοράει τα δέρματα αυτά η οικονομία θα κατέρρεε. Από τη μέρα που ο Άντριους πατάει το πόδι του εκεί, μέχρι το τέλος του βιβλίου, η τιμή του δέρματος υποχωρεί κατά 95% σε ένα παρακινδυνευμένο εμπόριο όπου όλοι οι εμπλεκόμενοι θα έπρεπε να ήταν περισσότερο υποψιασμένοι μετά το κραχ στο εμπόριο δέρματος του κάστορα λίγα χρόνια πριν.
 
« « Αχ, εσείς οι νέοι» συνέχισε ο ΜακΝτόναλντ όλο περιφρόνηση. «Αιωνίως νομίζετε πώς υπάρχει κάτι ν’ανακαλύψετε».
«Μάλιστα», είπε ο Άντριους.
«Ε, λοιπόν, τίποτα δεν υπάρχει», είπε ο ΜακΝτόναλντ. «Γεννιέσαι και βυζαίνεις ψέματα, σε αποκόβουνε με ψέματα και στο σχολείο μαθαίνεις ακόμη πιο φανταχτερά ψέματα. Ζεις μια ζωή όλο με ψέματα και τελικά, όταν κοντεύεις να πεθάνεις, σου κατεβαίνει η σκέψη – πως δεν υπάρχει τίποτα, τίποτα απολύτως εκτός από σένα κι απ’ αυτό που θα μπορούσες να είχες κάνει. Μόνο που δεν το έκανες, γιατί τα ψέματα σού λέγανε πώς υπήρχε και κάτι άλλο. Και τότε καταλαβαίνεις ότι θα μπορούσες να ΄χες τον κόσμο ολόκληρο – γιατί είσαι ο μόνος που ξέρει το μυστικό▪ μόνο που τότε είναι πολύ αργά. Είσαι πια πολύ γέρος.»

 
Σπουδαίο βιβλίο «Το πέρασμα του Μακελάρη», με επιρροές από το «Μόμπι Ντικ» του Χέρμαν Μέλβιλ, από την τεχνική των καλύτερων βιβλίων του Joseph Conrad, ενώ όπως αναφέρει η Latiolais στο επίμετρο του βιβλίου, το ύφος του Henry James επηρέασε ιδιαίτερα τον Williams. Μέσα στο «Πέρασμα…» όμως υπάρχει και έντονο το άρωμα από τις εμβληματικές ταινίες του John Ford που απεικονίζουν με πολύ ρεαλισμό τα χρόνια στα οποία διαδραματίζεται η ιστορία που περιγράφει ο συγγραφέας. Μπορεί «Το Πέρασμα του Μακελάρη», να μην είναι το καλύτερο μυθιστόρημα, απ’ όσα έγραψε ο Williams (μικρές βέβαια οι διαφορές), είναι όμως ένα εκπληκτικό βιβλίο πάνω σε ένα είδος που δεν έχει πολλά τέτοια.
 
Βαθμολογία 87 / 100




 
Δευτέρα, Ιουλίου 12, 2021
posted by Librofilo at Δευτέρα, Ιουλίου 12, 2021 | Permalink
Ένας συγκλονιστικός "Εθελοντής"
Πως μπορεί να περιγράψει ο αναγνώστης, την εμπειρία του, διαβάζοντας ένα συγκλονιστικό βιβλίο, όπως είναι «Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ» («The Volunteer»), αυτή την καθηλωτική ιστορική έρευνα, βιογραφία, ενός μοναδικού αφανούς ήρωα της Πολωνικής αντίστασης στον Β παγκόσμιο πόλεμο, που έγραψε o Άγγλος συγγραφέας και δημοσιογράφος Jack Fairweather (1978, Shrewsbury); Το βιβλίο, που μάλλον ανήκει στην κατηγορία «Ιστορία», κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες από τις εκδόσεις Gutenberg (εξαιρετική έκδοση), σε μετάφραση Θ. Δαρβίρη (σελ.522).
 

Αυτό το blog, ασχολείται σχεδόν ολοκληρωτικά, με λογοτεχνικά κείμενα, προϊόντα μυθοπλασίας - παρότι διαβάζει αρκετά βιβλία ιστορίας τον χρόνο ή άλλα θεωρητικά κείμενα / δοκίμια, δεν αναφέρεται σε αυτά, θεωρώ ότι, υπάρχουν άνθρωποι πολύ πιο ειδικοί που μπορούν να τα αναλύσουν. Όταν όμως το βιβλίο που διαβάζεις, υπερβαίνει τα (έτσι κι αλλιώς αυθαίρετα) όρια των ειδών, τότε θεωρώ ότι πρέπει να του αφιερώσω ένα κείμενο.
 
Ο Fairweather στον «Εθελοντή», περιγράφει την αληθινή ιστορία ενός όχι και τόσο καθημερινού ανθρώπου, ενός τύπου που στην λογοτεχνία αποκαλείται «bigger than life», του Βίτολντ Πιλέτσκι, αξιωματικού του πολωνικού στρατού, που οργανώθηκε στην αντίσταση, αμέσως μετά την κατάληψη της χώρας του από τους Ναζί και που επιλέχθηκε να μπει στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς εθελοντικά για να οργανώσει αντιστασιακό πυρήνα εντός του. Αν το γεγονός αυτό, από μόνο του, συνιστά τεράστιο ηρωισμό, τα γεγονότα που προκύπτουν, τόσο απίστευτα και τόσο αληθινά ταυτόχρονα, συνιστούν ένα θρίλερ που μόνο στη φαντασία μπορεί να προκύψει.
 

Ο Βίτολντ Πιλέτσκι όταν οι Γερμανοί εισβάλλουν στην Πολωνία το 1939, είναι 38 ετών. Ζει με την οικογένειά του (σύζυγο και δύο παιδιά), σε μια μικρή πόλη κοντά στα σύνορα με την Λιθουανία και παρότι καλλιτεχνική φύση, δεν μπόρεσε να καλλιεργήσει τη τάση του αυτή, καθώς πολέμησε τους Σοβιετικούς το 1918 για να μπορέσει η χώρα του να κηρύξει την ανεξαρτησία της. Κατόπιν ανέλαβε το μεγάλο κτήμα της οικογένειάς του, ευρισκόμενος επικεφαλής ουσιαστικά της κοινότητας. Όταν κηρύσσεται ο πόλεμος, δεν το σκέφτεται ούτε λεπτό, συγκροτεί ομάδα και φεύγει. Δεν προλαβαίνει να πολεμήσει πολύ, καθώς ήταν ζήτημα ημερών να κατακτηθεί η χώρα του. Πηγαίνει στην Βαρσοβία, όπου συγκροτεί μια αντιστασιακή ομάδα. Είναι φανατικός πατριώτης αλλά και φανατικός αντικομμουνιστής – κάτι που θα του στοιχίσει τη ζωή.
 
«Ο Βίτολντ απεχθανόταν την πολιτική και τον τρόπο που οι πολιτικοί εκμεταλλεύονταν τις διαφορές. Η οικογένειά του υπερασπιζόταν την παλαιά τάξη, όταν η Πολωνία ήταν ανεξάρτητη και αποτελούσε φάρο πολιτισμού. Παρ’ όλα αυτά, ήταν άνθρωπος που είχε επίγνωση της εποχής και της κοινωνικής του τάξης. Το πιθανότερο είναι να αντιμετώπιζε τους ντόπιους Πολωνούς και Λευκορώσους χωρικούς με μια πατερναλιστική αντίληψη και να συμμεριζόταν κάποιες από τις κυρίαρχες αντισημιτικές απόψεις. Σε τελευταία ανάλυση, όμως, οι πατριωτισμός του περιλάμβανε όλες τις ομάδες ή τις εθνότητες που ήταν προσηλωμένες στον πολωνικό αγώνα. Έπρεπε να γίνουν μια γροθιά για να αποκρούσουν τη ναζιστική απειλή.»
 
Το καλοκαίρι του 1940, οι πληροφορίες λένε, ότι οι Ναζί έχουν στήσει ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης σε ένα παλιό πολωνικό στρατώνα έξω από την μικρή πόλη Οσβιέτσιμ κοντά στην Κρακοβία. Οι Γερμανοί ονόμασαν το μέρος Άουσβιτς και εκεί φυλακίζονταν αρχικά Πολωνοί μόνο. Οι αναφορές μιλούσαν για πολλούς νεκρούς, οπότε το σχέδιο της Αντίστασης ήταν να μπει κάποιος να οργανώσει κάποια εστία αντίδρασης, αλλά και να ενημερώσει τι ακριβώς συμβαίνει εκεί μέσα. Ο Βίτολντ είναι ίσως ο πιο έμπειρος αλλά διστάζει γνωρίζοντας ότι, η είσοδός του στο στρατόπεδο, ισοδυναμεί με θανατική καταδίκη. Έτσι κι αλλιώς όμως έχει επιλέξει να υπηρετήσει την πατρίδα του με κάθε κόστος, αφήνοντας την οικογένειά του σε δεύτερη μοίρα. Δέχεται να μπει, και χρησιμοποιεί μια ταυτότητα ενός αγνοούμενου που είναι στην ηλικία του.

 
Πλέον μάς είναι λίγο-πολύ γνωστά, του τι συνέβαινε στο Άουσβιτς μέχρι το 1945, ο Βίτολντ Πιλέτσκι όμως που μπαίνει εκεί, τον Σεπτέμβριο του 1940, δεν έχει παρά μια ελάχιστη γνώση του κολαστηρίου που βρήκε. Τις αναίτιες εκτελέσεις, διαδέχονται οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Ο Βίτολντ είναι γεροδεμένος, μπορεί να κάνει πολλές δουλειές αλλά είναι και «τυχερός». Θα περάσει δίπλα από την εκτέλεση αρκετές φορές, θα ελιχθεί, θα οργανώσει ένα δίκτυο – αντίστασης, αλλά και (κυρίως) πληροφοριών προς τα έξω. Καθώς το Άουσβιτς μεγαλώνει και αρχίζει να φιλοξενεί Εβραίους από όλη την Ευρώπη και τα κρεματόρια μετατρέπονται σε θαλάμους αερίων, η ομάδα του Βίτολντ, καταφέρνει να περάσει αρκετές πληροφορίες στην αντίσταση στη Βαρσοβία, κυρίως μέσω κάποιων ανθρώπων που απελευθερώνονται (λόγω «γνωριμιών» και οικονομικών συναλλαγών). Οι πληροφορίες δεν θα αργήσουν να φτάσουν στην εξόριστη Πολωνική κυβέρνηση στο Λονδίνο, όμως οι Άγγλοι είτε είναι πολύ απασχολημένοι με τον αγώνα που δίνουν, είτε δεν τις παίρνουν πολύ τοις μετρητοίς, ενώ τα νέα για τους μαζικούς θανάτους των Εβραίων, δεν τους συγκινούν ιδιαίτερα – βρίσκουν δε υπερβολικά αυτά που διαβάζουν.
 
«…το απόγευμα της 19ης Μαρτίου, μια φωνή απλώθηκε σε όλο το στρατόπεδο
«Έρχονται!»
Δεν ήταν οι Εβραίοι που είχε διατάξει ο Χίμλερ να στείλουν στο στρατόπεδο, αλλά Πολωνές πολιτικές κρατούμενες. Όλοι έσπευσαν στα παράθυρα να δουν πέντε καμιόνια των SS που μετέφεραν τις γυναίκες.
Ένας ξυλουργός, ονόματι Κλούσκα, κατέφθασε τρέχοντας λίγο μετά για να επιβεβαιώσει την άφιξή τους στην κεντρική πύλη και να τους πει ότι, κατά απίστευτο τρόπο, ανάμεσα στις κρατούμενες ήταν και η αρραβωνιαστικιά του, η Ζόσια, που φορούσε την αγαπημένη καφέ γούνα της. Είχαν διασταυρωθεί τα βλέμματά τους.
«Στο εξής, από αυτή τη στιγμή, έχω ένα σκοπό στη ζωή» τους είπε ο Κλούσκα. «Θα φροντίζω εκείνη. Θα της δίνω το φαγητό μου, θα την ταΐζω».
Ο Βίτολντ είπε χαμηλόφωνα στον Βινσέντι ότι και σε αυτές θα φερόντουσαν όπως στους άντρες.
Εκείνο το βράδυ επέστρεφαν στο στρατόπεδο, όταν ένας άντρας των SS τους έκοψε τον δρόμο πριν φτάσουν στο κρεματόριο και μίλησε στον κάπο, που ξαφνικά χλόμιασε και ακούστηκε σχεδόν πανικόβλητος όταν διέταξε τους κρατούμενους να τρέξουν και να κοιτάξουν αριστερά, αποστρέφοντας το βλέμμα από το κτίριο. «Όποιος δεν υπακούσει, θα εκτελεστεί!», ούρλιαξε.
Υπάκουσαν τρέχοντας με μικρά γρήγορα βήματα, αλλά ο Βινσέντι πρόλαβε να ρίξει μια κλεφτή ματιά στο κρεματόριο. Η καγκελόπορτα, που έκοβε στη μέση τον ψηλό ξύλινο φράκτη, πρόσφατα χτισμένο γύρω από την πύλη, ήταν ανοιχτή, αποκαλύπτοντας τα στοιβαγμένα πτώματα γυναικών και κοριτσιών. Οι εργάτες του κρεματορίου έγδυναν τις σορούς. Ένα από τα θύματα φορούσε ακόμη τη γούνα της.»
 
Ο Βίτοντ Πιλέτσκι θα μείνει στο Άουσβιτς σχεδόν τρία χρόνια. Μέσα σ’ αυτό το διάστημα, θα οργανώσει ομάδες αντίστασης και πληροφοριών, θα σώσει δεκάδες ανθρώπους, θα απελπιστεί, θα φτάσει στα όριά του – τελικά θα δραπετεύσει και θα βιώσει τις μάχες στην ισοπέδωση της Βαρσοβίας από τους Γερμανούς και στην «απελευθέρωσή της» από τους Σοβιετικούς. Ο δρόμος που επιλέγει δεν είναι ποτέ ο εύκολος, θα είναι μόνιμα στην πρώτη γραμμή, μαχόμενος για την ανεξαρτησία της πατρίδας του, εμμονικά και με την τρέλα που χαρακτηρίζει τους ήρωες.
 
Ξεκάθαρα το βιβλίο είναι από αυτά που χαρακτηρίζονται «page-turners». Μετά τις αρχικές πληροφορίες, αισθάνεσαι ότι διαβάζεις ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στον β παγκόσμιο πόλεμο. Για την ακρίβεια, δεν γνωρίζω ποιο λογοτεχνικό έργο που αναφέρεται σ’ εκείνη την περίοδο, δεν θα είχε να ζηλέψει από αυτό το βιβλίο ιστορικής βιογραφίας. Δεν είναι μόνο οι σκηνές στο στρατόπεδο, που καθηλώνουν, είναι και οι σκηνές της απόδρασης που είναι τελείως μυθιστορηματική, η συνάντηση του Βίτολντ με τον άνθρωπο του οποίου την ταυτότητα χρησιμοποίησε – που αν το έγραφε κάποιος σε μια ιστορία θα ήταν αδύνατο να το πιστέψεις -, η επιστροφή του Βίτολντ στην Βαρσοβία, η αμηχανία των ανωτέρων του, η αποτυχία ευαισθητοποίησης των Συμμάχων απέναντι στο δράμα που εκτυλισσόταν στο Άουσβιτς, οι μάχες εκ του συστάδην στην πρωτεύουσα της Πολωνίας, η εισβολή των Σοβιετικών, η δίκη και τα βασανιστήρια που υπέστη αυτός ο ουσιαστικά ανώνυμος ήρωας. Είναι μια ιστορία μεγίστης γενναιότητας, αυταπάρνησης και κουράγιου, υπομονής και πείσματος, πατριωτισμού και θυσίας, αποτυχίας και επιμονής στο δίκαιο.
 
Το βιβλίο όμως είναι και μια ιστορία του Άουσβιτς. Αυτού του στρατοπέδου, που η φρίκη του, ξεπερνούσε κάθε λογική. Πως δημιουργήθηκε, πως αποφασίστηκε η μετατροπή του σε τόπο μαζικών δολοφονιών, πως ξεκίνησε και πως προχώρησε το πρόγραμμα γενοκτονίας των Ναζί, τον τρόπο που θριαμβεύει το Κακό και τον καθημερινό αγώνα των ανθρώπων που βρέθηκαν εκεί για επιβίωση, τον καθημερινό εξευτελισμό της ανθρώπινης ύπαρξης και αξιοπρέπειας.

 
«Ως τις 16 Ιουλίου, ο Στάσιεκ είχε συγκεντρώσει στοιχεία που ανέβαζαν τον αριθμό των Εβραίων νεκρών σε τριάντα πέντε χιλιάδες, μόλις σε δύο μήνες και κάτι. Ο Βίτολντ έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
«Αναρωτιέται κανείς τι ακριβώς περνούσε από το μυαλό των SS», έγραψε αργότερα. «Υπήρχαν αμέτρητα γυναικόπαιδα στα βαγόνια. Ανάμεσά τους και πολλά μωρά. Και θα έχαναν τη ζωή τους εδώ, όλοι μαζί. Τους έφερναν σαν κοπάδια για σφαγή!»
Μιλούσε για έναν «καινούργιο εφιάλτη και προσέγγισε το έγκλημα με υπαρξιακούς όρους, ως ανθρωπιστική κρίση. «Έχουμε παρεκκλίνει, φίλοι μου, έχουμε παρεκκλίνει φρικτά… Θα έλεγα ότι έχουμε γίνει ζώα… αλλά όχι, υπάρχει ένα διαβολικό επίπεδο που είναι πολύ χειρότερο από των ζώων».»
 
Ο Βίτολντ Πιλέτσκι θα συνειδητοποιήσει βγαίνοντας από το Άουσβιτς, ότι έχει αλλάξει ως άνθρωπος. Δεν μπορεί να επικοινωνήσει με κανένα, του φαίνονται όλες οι συζητήσεις ανούσιες, τα πράγματα που τους απασχολούσαν χωρίς σημασία. Έχει βιώσει το απόλυτο κακό, το χειρότερο που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος και αυτό τον έχει σημαδέψει ανεπανόρθωτα. Δεν θα μπορέσει να προσαρμοστεί, το μόνο που βλέπει μπροστά του, είναι ο αγώνας. Ούτε με την οικογένειά του, την σύζυγό του, τα παιδιά του, θα μπορέσει να βρει σημείο επαφής, θα είναι πάντα ένας «ξένος», ένας άνθρωπος που έχει επιλέξει έναν άλλον δρόμο, που θα είναι δίχως επιστροφή (και το γνώριζε καλά).
 
Ο Fairweather μόνο θαυμασμό προκαλεί με την εκπληκτική δομή του βιβλίου, την οργάνωση του υλικού που βρήκε από τις σημειώσεις του Βίτολντ και από τις αφηγήσεις των συνεργατών και των συγγενών του, αλλά και τον εξαιρετικό ρυθμό που δίνει στην αφήγησή του. Ο βραβευμένος πολεμικός ανταποκριτής σε βρετανικές και αμερικανικές εφημερίδες, με γλαφυρότητα, κλιμακώνει την εξέλιξη της ιστορίας που αφηγείται, σε σημείο το βιβλίο να περάσει από ένα στάδιο και μετά στα επίπεδα ενός θρίλερ, περιγράφει και ψυχογραφεί τον ήρωά του με τρόπο μοναδικό και τελικά παραδίδει ένα βιβλίο πρότυπο στο είδος του, που μπορεί να διαβαστεί απ’ όλους.
 

Η ιστορία του «Εθελοντή», είναι μια ιστορία που θα πρέπει να διδάσκεται σε σχολεία, να μεταφερθεί στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση. Ο Βίτολντ Πιλέτσκι, πραγματοποίησε έναν άθλο (μάλλον πολλούς μεγάλους άθλους), με ηρωισμό, με τεράστιες επιτυχίες, με λάθη, που αναγνωρίστηκε μόνο μετά από δεκαετίες η μεγάλη συμβολή του. Ο αναγνώστης που θα πιάσει το βιβλίο στα χέρια του, πρέπει να είναι προετοιμασμένος για στιγμές μεγάλης συγκίνησης, αλλά και φρίκης, βάρους αλλά και θαυμασμού, που θα τον συνοδέψουν μέχρι το τραγικό τέλος. Προσωπικά δεν μπορώ ακόμα να ξεπεράσω την τελευταία πρόταση του Βίτολντ στην οικογένειά του, όταν τον πλησίασαν στη δίκη: «Το Άουσβιτς ήταν παιχνίδι μπροστά σ’ αυτό (…) Κουράστηκα πια. Θέλω να τελειώνουμε.»



 
  
 
Τετάρτη, Ιουλίου 07, 2021
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουλίου 07, 2021 | Permalink
Ένα βιβλίο για την καταπίεση και την λήθη ("Ηθικές επιστήμες")
Εξαιρετικό δείγμα σύγχρονης Νοτιοαμερικάνικης λογοτεχνίας, είναι το βραβευμένο (Heralde 2007), μυθιστόρημα, «ΗΘΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ» («Ciencias morales»), του Αργεντινού συγγραφέα και καθηγητή της Θεωρίας της Λογοτεχνίας, Martin Kohan (1967, Μπουένος Άιρες). Το βιβλίο που εκδόθηκε στη χώρα μας λίγο πριν κλείσει η προηγούμενη χρονιά (εκδόσεις Κίχλη, μετάφρ. Ε. Γιαννοπούλου, σελ.277), μπορεί σε πρώτο επίπεδο να μοιάζει με το εμβληματικό «Η πόλη και τα σκυλιά» του Mario Vargas Llosa, αλλά οι διαφορές είναι πολύ περισσότερες από τις ομοιότητες – το εξωτερικό περίβλημα όμως ουσιαστικά είναι το ίδιο, καθώς οι ιστορίες διαδραματίζονται σε περίκλειστα και αφιλόξενα περιβάλλοντα.


Βρισκόμαστε στο 1982, και η στρατιωτική χούντα της Αργεντινής περνάει τους τελευταίους μήνες της πολύχρονης και ιδιαίτερα εγκληματικής διακυβέρνησης της χώρας. Το Εθνικό Κολέγιο, το ιστορικότερο σχολείο της πρωτεύουσας της χώρας, είναι (και πάντα ήταν) το εκπαιδευτικό ίδρυμα που στέλνει τα παιδιά της η ελίτ της χώρας, είναι εδώ και αρκετά χρόνια μικτό. Τις «παλιές, καλές μέρες» ήταν αυστηρά αρρένων και ονομαζόταν «Κολέγιο των Ηθικών Επιστημών» και από αυτό αποφοίτησαν ονομαστοί εκπρόσωποι του Έθνους. Μπορεί πλέον να είναι μικτό, όμως το Κολέγιο διατηρεί τη συντηρητική του δομή, την αυστηρότητα και την πειθαρχία που ανέκαθεν το χαρακτήριζε. Οι μαθητές είναι υποχρεωμένοι, να υπακούουν στους κανόνες (όποιοι κι αν είναι αυτοί), να μη ξεφεύγουν ούτε πόντο από τις οδηγίες για το μήκος των μαλλιών, το μήκος της φούστας, το χρώμα των καλτσών, το αν ο γιακάς του πουκαμίσου απέχει από το μαλλί πάνω από 4 εκατοστά κ.ο.κ. Οι μαθητές από την ώρα που θα μπουν έως την ώρα που θα φύγουν από το σχολείο, είναι ουσιαστικά αποκομμένοι από τον έξω κόσμο και απόλυτα «προστατευμένοι» από τις επιρροές, ενώ όταν γίνονται διαδηλώσεις στους δρόμους του Μπουένος Άιρες, φεύγουν για τα σπίτια τους από πλαϊνές πόρτες, με την εντολή να μη κοιτάξουν, ούτε να καθυστερήσουν, απαγορεύεται δε η όποια επαφή με αλλοδαπούς δημοσιογράφους ή με στοιχεία εχθρικά προς την κυβέρνηση της χώρας.
 
Η εικοσάχρονη και τελείως άπειρη και αφελής, Μαρία Τερέσα, προσλαμβάνεται στο σχολείο ως επιμελήτρια. Η δουλειά των επιμελητών είναι να είναι υπεύθυνοι για ένα τμήμα κάποιας τάξης. Προσέχουν τα παιδιά από την ώρα που θα μπουν στο σχολείο, έως την ώρα που θα μπουν στις τάξεις, στα διαλείμματα και στην αποχώρησή τους από το σχολείο. Είναι υπεύθυνοι για θέματα τήρησης των κανόνων – που αναφέρθηκαν παραπάνω. Προϊστάμενος των επιμελητών είναι ο κύριος Μπιασούττο, φόβος και τρόμος μέσα στο σχολείο, συνεργάτης του καθεστώτος. Η Μαρία Τερέσα ζει με τη μητέρα της, ενώ ο αδελφός της υπηρετεί την στρατιωτική του θητεία και τους στέλνει μυστηριώδεις καρτ-ποστάλ χωρίς να γράφει τίποτα πέραν του «δεν καταφέρνω να ενσωματωθώ».
 
Η Μαρία Τερέσα, κάνει τη δουλειά της με επιμέλεια, μην αφήνοντας τίποτα να πέσει κάτω. Η αγωνία της είναι να εντυπωσιάσει τον κ. Μπιασούττο, που πάντα αυστηρός κινείται στον χώρο. Έχει επικεντρώσει την προσοχή της σε ορισμένους μαθητές και μαθήτριες που θεωρεί ότι προσπαθούν να παραβούν τους κανόνες. Στην προσπάθειά της να πιάσει στα πράσα τους μαθητές που υποψιάζεται ότι καπνίζουν κρυφά, κλείνεται στις τουαλέτες των αγοριών και παραφυλάει για να πιάσει τους παραβάτες. Αφότου οι μαθητές μπαίνουν στις τάξεις, πηγαίνει σε κάποια από τις τουαλέτες και κλειδώνεται περιμένοντας. Κλεισμένη στη μικρή καμπίνα, και κοιτάζοντας από την κλειδαρότρυπα, ακούει τους ήχους από φυσικές δραστηριότητες των αγοριών, ενώ βλέπει για πρώτη φορά ανδρικά όργανα και, άπειρη καθώς είναι, εκπλήσσεται που κάποιοι αυνανίζονται – πάντως οι έρευνές της για κάπνισμα δεν αποδίδουν. Κάποια όμως ημέρα, ο κ. Μπιασούττο θα κάνει έφοδο στις τουαλέτες και θα ανακαλύψει την Μαρία Τερέσα και η σχέση τους θα αλλάξει, καθώς θα γνωρίσει από πρώτο χέρι την σεξουαλική εκμετάλλευση και εξουσία.
 

«Στην έβδομη ώρα υπάρχουν επίσης κάποιες ιδιαίτερες απαιτήσεις και από τους επιμελητές, ακριβώς επειδή δεν συμβαίνει τίποτα, τίποτα απολύτως, κι αυτό το τίποτα δουλειά τους είναι να το επιτηρούν. Η Μαρία Τερέσα κάθεται τώρα στην καρέκλα των καθηγητών, πάνω στην έδρα, που επιβεβαιώνει την ιεραρχία, και κοιτάζει την τάξη. Οι μαθητές είναι ακίνητοι και σιωπηλοί, οι περισσότεροι δεν κάνουν τίποτα. Δεν είναι περίοδος γραπτών διαγωνισμάτων κι έτσι, ακόμα κι αν οι μαθητές κολεγίου θα μπορούσαν να βρουν μια εργασία και να την ολοκληρώσουν ή τουλάχιστον να την ξεκινήσουν, το βέβαιο είναι πώς οι ημερομηνίες δεν τους πιέζουν ακόμα. Λίγοι ασχολούνται με κάποιο ανάγνωσμα ή δαγκώνουν την άκρη ενός στιλό, σπαζοκεφαλιάζοντας πάνω από μια εξίσωση που μάλλον δεν θα λύσουν. Πολλοί άλλοι, αντιθέτως, μένουν απλώς αφηρημένοι, αφήνοντας τον χρόνο να περνά. Όπως και να το πάρει κανείς, η έβδομη ώρα, που επιβάλλεται ως τιμωρία, μπορεί να επιφέρει ως ποινή την παράταση του χρόνου μελέτης εντός του κολεγίου ή, όταν αυτό δεν συμβαίνει, τη βίωση του καθαρού περάσματος του χρόνου: του χρόνου που περνά και τίποτα άλλο.»
 
Με ψυχρό και αποστασιοποιημένο ύφος, ο Κόαν περιγράφει την καθημερινότητα της ηρωίδας του, της Μαρίας Τερέσας και την καθημερινότητα του κολεγίου. Ο φόβος, ο σαδισμός, η αυστηρότητα των παράλογων κανόνων, οι εμμονές και «οι κίνδυνοι» που παραμονεύουν να εισβάλλουν στο δομημένο πλαίσιο του σχολείου, αποτυπώνονται με ακρίβεια και προσοχή στη λεπτομέρεια, κλινικά και αυστηρά, όπου ο αναγνώστης αισθάνεται μια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά διατρέχοντας τις σελίδες του βιβλίου.
 
Οι επιμελητές – άρα οι «φύλακες της τάξης και της ευπρέπειας» - στο βιβλίο του Κόαν, έχουν μεγαλύτερο βάρος από τους καθηγητές, που είναι «χάρτινοι» και αδιάφοροι καθ’ όλη τη διάρκεια του μυθιστορήματος, όπως άλλωστε είναι και οι μαθητές που αντιπροσωπεύουν την «απειλή», το πώς σκέφτονται πραγματικά, τι κρύβουν κάτω από την υποταγμένη συμπεριφορά τους. Τον Κόαν τον ενδιαφέρει να δείξει, την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και τους μηχανισμούς καταπίεσης του σχολείου, την εξουσία και τις διαδικασίες παραγωγής υποταγμένων πολιτών. Η Μαρία Τερέσα είναι μια αλλοτριωμένη προσωπικότητα, μια κοπέλα υποταγμένη στο σύστημα που δεν σκέφτεται, απλά υπακούει και ο διαρκής τρόμος της είναι να «κάνει το σωστό», να φανεί «αντάξια της θέσης της». Το σώμα της θα αφυπνισθεί πρώτα – κλεισμένη καθώς είναι επί ώρες στις τουαλέτες, νιώθει τα πρώτα σεξουαλικά σκιρτήματα παρακολουθώντας από την κλειδαρότρυπα, η μυρωδιά μιας ανδρικής κολόνιας μπορεί να την συγκλονίσει, ενώ και η εμμονή της με έναν συγκεκριμένο μαθητή μόνο αθώα δεν είναι, ενώ στις ίδιες τουαλέτες θα δει την αλλαγή όταν θα μετατραπεί εκείνη σε θήραμα.

Προφανής αλληγορία της κοινωνικοπολιτικής κατάστασης στην Αργεντινή της δεκαετίας του ’80, το μυθιστόρημα, το σχολείο (ο αληθινός πρωταγωνιστής της ιστορίας) απεικονίζεται ως το πλαίσιο όλων αυτών που αντιπροσώπευε η στυγνή δικτατορία με τον θρησκευτικό της φανατισμό, τον ακραίο συντηρητισμό και την στυγνή καταπίεση σε συνδυασμό με τον διαρκή φόβο και τους πειθαρχικούς ελέγχους. Η ψυχολογία της καταπίεσης και του ελέγχου μέσα στο στενό περιβάλλον μιας κλειστής κοινότητας, αποσκοπεί να κατασκευάσει όργανα της εξουσίας χωρίς προσωπικότητα και σκέψη. Ο συγγραφέας φοίτησε τα ίδια χρόνια σε αυτό το σχολείο και ουσιαστικά μεταφέρει την ατμόσφαιρα των ημερών πριν την πτώση της χούντας.
 
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο του μυθιστορήματος, είναι τα εμβόλιμα στοιχεία από την ιστορία της Αργεντινής που έχουν ένα Μπορχεσικό ύφος, με αφορμή κάποιες παραδόσεις στην τάξη που παρακολουθεί η Μαρία Τερέσα βοηθώντας την καθηγήτρια, που έρχονται σε αντιδιαστολή με τις πολιτικές συγκεντρώσεις και ταραχές που συμβαίνουν σε κοντινή απόσταση από το περίκλειστο περιβάλλον του σχολείου, λειτουργώντας ως ιδανικό background στην αποτύπωση του κλειστοφοβικού κλίματος του βιβλίου.
 
Σημαντικό και σπουδαίο μυθιστόρημα το «ΗΘΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ», που μεταφέρθηκε (και βραβεύτηκε) στον κινηματογράφο (σχετικά καλά) ως «La Mirada invisible» («Το αόρατο βλέμμα»), από τον καλό σκηνοθέτη Diego Lerman. Είναι ένα βιβλίο για την καταπίεση της εξουσίας και την λήθη που θα απασχολήσει τους έμπειρους αναγνώστες, που θα κατανοήσουν το ψυχρό και υπαινικτικό ύφος του συγγραφέα, την ψυχολογική απεικόνιση στην καθημερινότητα της ηρωίδας, την αργή και βασανιστική διείσδυση της εξουσίας στα μυαλά των ανθρώπων, την καταπίεση και τον τρόμο που δημιουργεί η σιωπή στους διαδρόμους του σχολείου.
 
Βαθμολογία 85 / 100



 
  
 
 
 
Τετάρτη, Ιουνίου 30, 2021
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουνίου 30, 2021 | Permalink
"Τζίντιλι"
Πρώτο μυθιστόρημα, μετά από δύο ενδιαφέρουσες συλλογές διηγημάτων, για τον συγγραφέα και φιλόλογο Δημήτρη Χριστόπουλο (1965), το «ΤΖΙΝΤΙΛΙ» - (εκδ. Ροδακιό, σελ. 234), αποτελεί ένα ουσιαστικό βήμα στην λογοτεχνική του πορεία. Στο ωραίο του μυθιστόρημα, ο συγγραφέας φαίνεται να βρίσκει το ύφος που του ταιριάζει σε ένα βιβλίο που ξεχωρίζει όχι μόνο για την θεματική και τους προβληματισμούς που θέτει, αλλά και, για την χρήση της γλώσσας και την δημιουργική απεικόνιση των εμφανών επιρροών που έχει δεχτεί.


«Τζίντιλι» είναι ο ανεμοστρόβιλος στα βλάχικα και «τζίντες» είναι οι φανταστικές νεράιδες των βουνών. Ένας τόπος κατεστραμμένος από μια ένα συμβάν που μόνο τυχαίο δεν ήταν, και ιστορίες ανθρώπων που εμπλέκονται με τα παιχνίδια της μοίρας να καθορίζουν τις ζωές τους, τις επιλογές τους.
 
«… πώς Τζίντες και Τζίντιλι οι βουνίσιοι που μένανε στα γύρω χωριά λένε τα φανταστικά ξωτικά των βουνών – τέσσερις θεότητες που κρατούν σαν Άτλαντες στους λιγνούς τους ώμους τον άξονα της γης, κι άμα χαθούν ο κόσμος όλος θα βυθιστεί στο χάος -, κόρες μιας αρχαίας ουράνιας θεότητας που την έκλεψε ο Βορέας, ο θεός του φοβερού βόρειου ανέμου, τέσσερα ξωτικά που κινούνται με τη μορφή ανεμοστρόβιλου χορεύοντας και τραγουδώντας και μπορούν να πάρουν τα λογικά ή τη φωνή ενός ανθρώπου αν αυτός κοιμηθεί στο σημείο που αυτές χορεύουν ή να θυμώσουν άγρια αν κάποιος πειράξει το καταφύγιό τους ή σκάψει τη γη τους…»
 
Του Χριστόπουλου, του αρέσουν οι «συνταρακτικές ιστορίες των ανθρώπων» γι’ αυτό παραθέτει το σχετικό απόσπασμα του Γ. Χειμωνά από τον «Γιατρό Ινεότη», αλλά μάλλον οι «Χτίστες» του μεγάλου μας δημιουργού τον επηρέασαν περισσότερο. Ιστορίες ανθρώπων χαμένων από χρόνια ή προσφάτως, περιγράφει λοιπόν στο «Τζίντιλι», αλλά και την ιστορία ενός τόπου φανταστικού αλλά και τόσο ρεαλιστικά καμωμένου που ίσως και να είναι πραγματικός.
 
Ας πούμε, όπως θέλει ο συγγραφέας, ότι τον τόπο τον λένε Σόθιψα, ένα ορεινό χωριό στην περιοχή της Εορδαίας στη Δυτική Μακεδονία, χτισμένο από Βλάχους, που κατοίκησαν οι Ηπειρώτες για να έρθουν μετά, πρόσφυγες Πόντιοι διωγμένοι από τον τόπο τους. Κτηνοτρόφοι και πετροχτιστάδες οι κάτοικοι κάποτε που θεωρούσαν τον τόπο τους παράδεισο. Η περιοχή της Εορδαίας, επιλέχθηκε για να συντελεσθεί μια μεγάλη οικολογική καταστροφή. Όλα συνετέλεσαν για μια αλόγιστη ανάπτυξη, ο πόλεμος κι ο εμφύλιος που ακολούθησε, η ανάγκη για εκμετάλλευση του πλούσιου υπεδάφους. Η φύση όμως εκδικείται και το άλλοτε κεφαλοχώρι, μια μέρα εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Το έδαφος υποχώρησε και τριάντα άνθρωποι χάθηκαν κάτω από τη γη. Οι κάτοικοι έφυγαν πανικοβλημένοι και βρήκαν καταφύγιο σε άλλες περιοχές. Ένας όμως έμεινε. Παρέα με τους ανέμους που διαρκώς φυσάνε.
 
Το Βιβλικό πλαίσιο στο οποίο τοποθετεί την ιστορία του ο Χριστόπουλος, είναι το παρόν. Σαν αφήγηση παραμυθιού, η περιγραφή των ιστοριών κάποιων ανθρώπων που είτε χάθηκαν, είτε υποχρεώθηκαν εκ των περιστάσεων να εγκαταλείψουν τον τόπο τους. Στο επίκεντρο είναι η οικογένεια του Τσεπέλη. Ο Γιάννος πρωταγωνιστική φιγούρα στο μυθιστόρημα, είναι ο αντιφατικός και βαθιά ανθρώπινος χαρακτήρας που γύρω του περιστρέφονται, άνθρωποι που αδίκησε, άνθρωποι που φρόντισε. Μπερδεμένος εκ φύσεως, μοναχικός και παθιασμένος, ένας λογοτεχνικός ήρωας μεγέθους. Στην άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, ο αδελφός του, ο Κωσταντής, που πήγε με την πλευρά των χαμένων του Εμφυλίου, υποχρεωμένος να φύγει μακριά, να ζήσει σε άλλη χώρα και ο οποίος γυρίζει να πεθάνει στο χωριό του και σπουδαγμένος στα ξένα, προειδοποιεί για την καταστροφή, μόνο που κανείς δεν τον ακούει.
 
Γύρω τους, συγγενικά ή μη πρόσωπα, μορφές γυναικών που αγωνίζονται και ανδρών με όνειρα που οι περισσότεροι χάνονται. Η οικογένεια του Τσακιρίδη, η γριά Σόμαινα, η Μίρκα, ο δάσκαλος που επιμένει, αλλά και άλλοι, στέρεοι χαρακτήρες που παρασύρονται από την μοίρα, που αγωνίζονται και παλεύουν με τους δαίμονές τους, με τη φύση τους. Ο κάθε νεκρός έχει μια ιστορία που τον συνοδεύει, και ο αναγνώστης παλεύει διαρκώς με το εύθραυστο της αφήγησης. Ποιοι είναι οι νεκροί και ποιοι οι ζωντανοί στα κεφάλαια του βιβλίου, που εναλλάσσονται μεταξύ τριτοπρόσωπης και πρωτοπρόσωπης αφήγησης;
 
«Εκείνη τη μέρα ο Γιάννος με τον Βασίλη κουβέντα δεν ανταλλάξανε. Ο Γιάννος καθόταν αμίλητος πίσω από το νοτισμένο τζάμι και η ματιά του πλανιόταν στις καμινάδες πού κάπνιζαν διαρκώς, στα μηχανήματα που δούλευαν εντατικά επτά ημέρες τη βδομάδα, στα χίλια φορτηγά που κάθε μέρα πήγαιναν πάνω από είκοσι αγώγια, φορτωμένα είκοσι τόνους λιγνίτη κάθε φορά, και οι οδηγοί έπαιζαν τη ζωή τους κορόνα γράμματα, κάνοντας μαγικά πίσω από το τιμόνι ώστε να κινούνται με ασφάλεια στους αλλοιωμένους δρόμους▪  συλλογιζόταν τους χιλιάδες τεχνίτες, μηχανολόγους, εργάτες, εργατοτεχνίτες, οδηγούς και χειριστές που κέρδιζαν με μόχθο και προσωπικές θυσίες το ψωμί τους στα λατομεία, στο λεβητοστάσιο, στην τουρμπίνα, στο μηχανοστάσιο, στο επιβλητικό κλιμακοστάσιο και σε τόσα βοηθητικά κτίρια, για να δίνουν ενέργεια σε όλη τη χώρα και τηλεθέρμανση στην πόλη τους, και θέρμαινε έτσι και τη δική του παγωμένη καρδιά. Με τον καιρό όλοι αυτοί είχαν γίνει οι άνθρωποί του. Ακόμα κι αν έφευγε, ένα μέρος του εαυτού του θα έμενε για πάντα εδώ. Εδώ βρήκε καταφύγιο, όπως άλλοι στο σπιτικό τους, στο γήπεδο ή στο κόμμα, από τότε που πήρε το απολυτήριο του στρατού, και με τον καιρό έμαθε να πιστεύει στο αφεντικό που Δικαιοσύνη το’ λεγε, το αφεντικό που περιέχει το νόημα όλων των πραγμάτων, τη λύση όλων των αινιγμάτων. «Τ’ αγαπάω όλα αυτά», έλεγε, «γιατί στο κάτω-κάτω δεν έχω κάτι άλλο ν’ αγαπώ, κάτι που να αξίζει περισσότερο την αγάπη μου.»


 
Το λυρικό ύφος και η ποιητική γραφή, αναμειγνύονται δημιουργικά με τον ρεαλισμό και τα πραγματολογικά στοιχεία, ενώ το ονειρικό πλαίσιο, έρχεται να υπερτονίσει το αλλόκοτο της ιστορίας. Θα μπορούσε να είναι μια δυστοπία αλλά δεν είναι – ούτε καν… Στο μυθιστόρημα του Χριστόπουλου, ο κόσμος της Ζατέλη, συναντάει τον μαγικό ρεαλισμό του Χουάν Ρούλφο (το «Πέδρο Πάραμο» έρχεται αμέσως στο μυαλό του αναγνώστη), το κινηματογραφικό σύμπαν του Ταρκόφσκι, συναντάει την εγχώρια παράδοση με τους θρύλους και τις αφηγήσεις σε μέρη ορεινά και αποκλεισμένα.
 
Το «Τζίντιλι» ασχολείται με την οικολογική καταστροφή, την σχέση με το περιβάλλον, αλλά αυτό δεν είναι το μόνο ενδιαφέρον στοιχείο στο μυθιστόρημα. Ο συγγραφέας ίσως περισσότερο πληθωρικά απ’ ότι χρειάζεται, θίγει και τα θέματα του επαρχιακού μικρόκοσμου, της προσφυγιάς και της ξενιτειάς, την μικροψυχία και τα τραύματα του Εμφυλίου, τους μικρούς καθημερινούς ηρωισμούς και τα οικογενειακά πάθη. Σημαντικό ρόλο, διαδραματίζει το αλληγορικό πλαίσιο, όπου τα φανταστικά Σόθιψα, και η γύρω περιοχή, αποτελούν μια εικόνα της χώρας, όπου οι θρίαμβοι και οι καταστροφές διαδέχονται αλλήλους, όπου οι αποστάσεις μεταξύ της ανάπτυξης και της δυστυχίας είναι μικρές και συνεχείς.
 
Πολυφωνικό και πυκνογραμμένο, το βιβλίο του Χριστόπουλου, νιώθεις ότι εκτείνεται πολύ περισσότερο από τις 234 σελίδες του. Ο μακροπερίοδος λόγος που επιλέγει ο συγγραφέας, λειτουργεί αρμονικά στην περιγραφή μιας μεταφυσικής ιστορίας, όπου ο αναγνώστης νιώθει διαρκώς το φύσημα των ανέμων να τον συνοδεύουν σε όλη την έκταση του βιβλίου. Μπορεί να δείχνει «μπουκωμένο» κάποιες φορές και να έχεις την αίσθηση ότι ο Χριστόπουλος, προσπαθεί να θίξει πολλά θέματα μαζί – πράγμα που θέλει ιδιαίτερη διαχείριση και μεγάλο συγγραφικό μέγεθος, αλλά η αίσθηση μου είναι, ότι το «Τζίντιλι», είναι ένα σημαντικό έργο (και κυρίως τρομακτικά ενδιαφέρον) για την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.
 
Βαθμολογία 80 / 100


 
 
Τετάρτη, Ιουνίου 23, 2021
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουνίου 23, 2021 | Permalink
"Ένας άνθρωπος είναι όμοιος με τη ζωγραφιά του" ("Αφέντες και Δούλοι")
Βιβλίο μαθητείας, ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά και συναρπαστική περιπέτεια, για ανθρώπους που παρασύρονται από την ιστορική πορεία, είναι το ωραίο και πληθωρικό «ΑΦΕΝΤΕΣ ΚΑΙ ΔΟΥΛΟΙ» («Maitres et esclaves»), του Γάλλου συγγραφέα Paul Greveillac (1981), που έφτασε μια ανάσα από το βραβείο Γκονκούρ του 2018 (το έχασε από το έξοχο «Και μετά από αυτούς τα παιδιά τους» του Nicholas Mathieu) αλλά απέσπασε το βραβείο «Jean Giono» της ίδιας χρονιάς. Το ογκώδες «Αφέντες και δούλοι» εκδόθηκε στο τέλος της προηγούμενης χρονιάς στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση του Γιάννη Καυκιά (σελ.539).


 
Ένας άνθρωπος του Σετσουάν (παραφράζοντας τον Μπρεχτ) είναι ο ήρωας του μυθιστορήματος του Greveillac, για την ακρίβεια, τρεις γενιές μιας οικογένειας, της απομακρυσμένης κινεζικής επαρχίας του Σετσουάν, στους πρόποδες των Ιμαλαΐων. Ο Κιγουάι μεγαλώνει σε μια φτωχή οικογένεια, σε ένα ταπεινό χωριό. Βρισκόμαστε μόλις στον δεύτερο χρόνο της Μαοϊκής διακυβέρνησης, το 1950 και τα πράγματα έχουν αρχίσει να δυσκολεύουν για τους αγρότες της περιοχής. Ο πατέρας του Κιγουάι, ο Γιονγκμίν ζωγραφίζει ασταμάτητα σκηνές της φύσης (ζώα, πουλιά), και θα παίρνει μαζί του τον μικρό του γιο, ο οποίος θα επηρεαστεί από την εικόνα του πατέρα του, να σχεδιάζει στο μπλοκ του. Η μητέρα του, η Σι Γιαν, έχει άλλα όνειρα για τον γιο της, και αντιδράει στην προσπάθεια του Γιονγκμίν να διδάξει τον γιο του να ζωγραφίζει, αλλά εκείνος θα μεταδώσει στον γιο του, την αγάπη του για την τέχνη.
 
Ο Γιονγκμίν θα πεθάνει από τις κακουχίες, το αγροτικό πλάνο του Μάο (από το 1956), εξολόθρευσε εκατομμύρια αγρότες από την πείνα κι ενώ η στρατιωτική και πολιτική βία κυριαρχεί, η Σι Γιαν προσπαθεί να μεγαλώσει, ακόμα κι εκδιδόμενη, όχι μόνο τον Κιγουάι αλλά κι μια μικρούλα ορφανή, την Λι Φανγκ, για να την σώσει από τον λιμό. Η «πολιτιστική επανάσταση» του Μάο βρίσκεται στο φόρτε της, και χιλιάδες ερυθροφρουροί, προσπαθούν να εξαφανίσουν τα «απομεινάρια του φεουδαλισμού», «εκπολιτίζοντας» τους αγρότες, καταδικάζοντάς τους ουσιαστικά σε θάνατο αργό και βασανιστικό. Ο Κιγουάι όμως έχει ένα ευδιάκριτο ταλέντο που θα τον γλυτώσει απ’ όλα αυτά, παρά το βάρος της πατρικής κηλίδας, καθώς ο Γιονγκμίν θεωρείτο «πλούσιος», είχε ένα μικρό κομμάτι γης. Ένας ερυθροφρουρός θα δει σε αυτόν μεγάλες προοπτικές και θα τον στείλει στο Πεκίνο. Είναι μόλις 18 χρονών κι έχει παντρευτεί την Λι Φανγκ που περιμένει το παιδί τους – εκείνη θα μείνει στο χωριό κι έτσι θα χωριστούν για μεγάλο χρονικό διάστημα.
 
Ο Κιγουάι, πηγαίνει στο Πεκίνο ήδη χαρακτηρισμένος, και υποχρεώνεται να υπερβάλλει εαυτόν στην υπεράσπιση της κομματικής γραμμής. Η ζωγραφική του πρέπει να προσαρμοστεί στους κανόνες του καθεστώτος. Πρέπει να ζωγραφίζει σύμφωνα με την επίσημη προπαγανδιστική γραμμή. Είναι ένας άνθρωπος που έχει ζήσει με την εικόνα του βασανισμένου πατέρα του και της ταλαιπωρημένης μητέρας του, η επιβίωση είναι εκείνο που τον ενδιαφέρει, οπότε κάνει τα πάντα για να μη δώσει αφορμές, να είναι αρεστός στο καθεστώς και έτσι μετατρέπεται σε έναν οσφυοκάμπτη προπαγανδιστή, που δεν διστάζει να αλλάζει γνώμη μετά από κάθε κυβερνητική αλλαγή, μετά από κάθε φύσημα του κομματικού ανέμου.


 
«Μέσα σε ενάμιση χρόνο, ο Κιγουάι είχε αλλάξει πολύ. Είχε γίνει επίδοξος αξιωματούχος με μεγάλες προσδοκίες. Υποκριτής. Εγωιστής. Ψυχρός συμφεροντολόγος. Δεν είχε παρά έναν σκοπό: να αξιοποιήσει το «πολιτικό του κεφάλαιο». Ήθελε ν’ αποκτήσει το μέσο πρόσβασης στην κουτάλα: το κομματικό βιβλιάριο. Κι έτσι ακόνιζε την «επαναστατική συνείδησή» του. Ωστόσο, δεν ήταν παρά ένα παιδί. Ένας νεαρούλης είκοσι δύο χρονών που έπλεε μέσα στο γκριζοπράσινο κοστούμι του. Αλλά ήταν έξυπνος. Και, καθώς διέθετε τα εφόδια, έγινε φιλόδοξος.»
 
Όταν η Λι Φανγκ θα έρθει στο Πεκίνο με τον μικρό τους γιο, τον Σιατζί, θα δει έναν άνθρωπο διαφορετικό από τον έφηβο που αγάπησε, έναν άνθρωπο αγχωμένο και προσεκτικό στο κάθε τι, που γίνεται βίαιος κάποιες στιγμές, που αδιαφορεί για εκείνη και τον μικρό τους γιο, ο οποίος, βλέποντας τον πατέρα του να ζωγραφίζει, θα πιάσει κι εκείνος το πινέλο από μωρό με το ταλέντο του να ξεχωρίζει. Οι αλλαγές όμως στο Κινεζικό καθεστώς είναι μεγάλες, και ο θάνατος του Μάο θα τις επιταχύνει. Ο Κιγουάι θα προσαρμοστεί ανάλογα, αλλά από τη μια η αυτοκτονία της Λι Φανγκ, από την άλλη, η δυσκολία στην διαπαιδαγώγηση του ατίθασου Σιατζί, θα τον φέρουν μπροστά σε πολλά αδιέξοδα.
 
Πολυσέλιδες περιγραφές της ζωής στην κινεζική εξοχή, σκηνές γεμάτες λυρισμό αλλά και πόνο στην βασανισμένη επαρχία, κυριαρχούν στο πρώτο μέρος του βιβλίου, όπου η αφήγηση είναι περισσότερο ποιητική και τα γεγονότα κυλάνε πιο αργά. Ο ρυθμός μεταβάλλεται από την ημέρα που ο Κιγουάι θα φτάσει στο Πεκίνο και θα ξεκινήσει την πορεία του προς την κομματική καταξίωση και την προσωπική του αλλοτρίωση. Ο Greveillac, αποδεικνύεται γνήσιος απόγονος της κλασσικής γαλλικής λογοτεχνικής παράδοσης, όπου οι περιγραφές του και η έμφαση στη λεπτομέρεια, το ωραίο αφηγηματικό του ύφος, αντιγράφουν με επιδεξιότητα αυτό των μεγάλων μαστόρων του 19ου αιώνα.
 
«Γύρω από τον Κιγουάι, τα πάντα ήταν ακίνητα. Ο αέρας σταμάτησε να φυσάει. Η επιφάνεια του νερού έμοιαζε με ξεθωριασμένη καθρέφτη, που αντανακλούσε τη λάσπη του βυθού μάλλον, παρά το γαλάζιο του ουράνιου θόλου, που άλλωστε ήταν τώρα γκρίζος. Ο Κιγουάι αναρωτιόταν αν έπρεπε να παλέψει, αν θα χρησίμευε σε τίποτα να παλέψει ενάντια στην απάθεια του σύμπαντος που τον κατέτρωγε, αργά αλλά σταθερά, από την προπροηγούμενη μέρα, που η Εθνική Έκθεση του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού έκλεισε τις πόρτες της. Αφύσικη λευκή κηλίδα, κουφάρι πουλιού που επιπλέει για λίγο ακόμη προτού βυθιστεί, ένα χάρτινο καραβάκι πέρασε αργά δίπλα από τον φελλό της πετονιάς του. Από μερικούς χαρακτήρες που κατάφερε να διακρίνει, ο Κιγουάι αναγνώρισε ένα παλιό φυλλάδιο της έκθεσης, επιδέξια διπλωμένο. Διαφήμιζε την έκθεση τετρακόσιων και παραπάνω πινάκων. Ο Κιγουάι παρακολούθησε το καραβάκι να βουλιάζει. Εκείνος ήταν πάντα εκεί.»


 
Το βιβλίο περιγράφει με δυναμισμό και στυλ, το ταραγμένο και ιδιαίτερα ενδιαφέρον δεύτερο μισό του 20ου αιώνα στην Κίνα. Το Μαοϊκό καθεστώς, η πολιτιστική επανάσταση, η εξαθλίωση των αγροτών, ο τρόμος και ο φόβος που κυριαρχούσαν σε όλες τις κλίμακες του δημόσιου βίου, μεταφέρονται από τον συγγραφέα μέσα από την πορεία του αντιφατικού και μονίμως αγχωμένου ήρωά του. Ο Κιγουάι είναι ένας άνθρωπος που μεγαλώνει προσπαθώντας να επιβιώσει, αυθεντικό ζωγραφικό ταλέντο, που υποτάσσει τα θέλω του, στην αγωνία του να επιπλεύσει και να μπορέσει να ανέλθει χτίζοντας ένα τείχος προστασίας γύρω του. Λίγα πράγματα θα τον κάνουν να σπάσει τη μάσκα, ο έρωτάς του για μια μπαλαρίνα, η αυτοκτονία της συζύγου του, ο ατίθασος χαρακτήρας του γιου του. Ο Κιγουάι, παρασύρεται από το ιστορικό και πολιτικό γίγνεσθαι, είναι ένας λογοτεχνικός ήρωας, ζωντανός και ανθρώπινος, ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι από τους πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες του βιβλίου.
 
Το «ΑΦΕΝΤΕΣ ΚΑΙ ΔΟΥΛΟΙ», είναι μια saga, που εμπεριέχει πολλά στοιχεία εντός της. Ιστορία ενηλικίωσης, ιστορικό και πολιτικό μυθιστόρημα, που συνδυάζει περιπέτεια και στοχασμό, τέχνη και δολοπλοκίες, ρεαλισμό και λυρισμό, χωρίς διδακτισμό στις περιγραφές ενός κόσμου, μιας κοινωνίας ουσιαστικά άγνωστης στον αναγνώστη της Δύσης. Το βιβλίο όμως, είναι και μια ιστορία για πατέρες και γιους, όπου οι σχέσεις και το χάσμα των γενεών, ανατέμνονται και περιγράφονται με ευαισθησία και τρυφερότητα, με σαφήνεια και έμφαση στις μικρές λεπτομέρειες.
 
Βαθμολογία 80 / 100