Παρασκευή, Οκτωβρίου 19, 2018
posted by Librofilo at Παρασκευή, Οκτωβρίου 19, 2018 | Permalink
"Ένας τζέντλεμαν στη Μόσχα"

Είναι μερικά βιβλία που τα αρχίζεις χαλαρά, περισσότερο από περιέργεια γιατί έχεις ακούσει/διαβάσει καλά λόγια από φίλους, και με τις πρώτες σελίδες σε περιμένει μια ευχάριστη έκπληξη, καθώς διαπιστώνεις ότι σε «τραβάνε μέσα τους» αφήνοντας στην άκρη ότι άλλο διάβαζες ή είχες σε αναμονή να κάνεις. Το μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα και πρώην επενδυτικού συμβούλου Amor Towles (Βοστώνη 1964), με τον χαρακτηριστικό τίτλο «ΕΝΑΣ ΤΖΕΝΤΛΕΜΑΝ ΣΤΗ ΜΟΣΧΑ» («A gentleman in Moscow») – (εκδ. Διόπτρα (ωραία) μετάφρ. Ρ. Γεωργιάδου, σελ. 662), είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός τέτοιου βιβλίου, που σε εκπλήσσει συνεχώς. Ένα ευφυέστατο και πολύ σαγηνευτικό "page-turner" μυθιστόρημα, γραμμένο με πολύ στυλ, πρωτότυπο και με ακριβείς δόσεις δράματος και συγκίνησης, σάτιρας και ελαφρότητας.



«21 Ιουνίου 1922
Εμφάνιση του κόμη Αλεξάντερ Ίλιτς Ροστόφ ενώπιον της έκτακτης επιτροπής του Λαϊκού Κομισαριάτου Εσωτερικών Υποθέσεων.
(…)
Ιγκνάτοφ: Αλεξάντρ Ίλιτς Ροστόφ, παίρνοντας σοβαρά υπόψη την κατάθεσή σου, το μόνο που μπορούμε να συμπεράνουμε είναι ότι το οξυδερκές πνεύμα που έγραψε το ποίημα με τίτλο «Που είναι τώρα;» υπέκυψε αμετάκλητα στη διαφθορά της τάξης του – και τώρα αποτελεί απειλή για τις ίδιες τις ιδέες που υποστήριζε κάποτε. Βάσει αυτού, η πρώτη μας αντίδραση θα ήταν να σε παίρναμε από αυτή την αίθουσα και να σε στήναμε στον τοίχο. Ωστόσο υπάρχουν ορισμένοι στις ανώτερες βαθμίδες του Κόμματος που σε συμπεριλαμβάνουν στους ήρωες του προεπαναστατικού αγώνα. Κατά συνέπεια, γνώμη της επιτροπής είναι ότι θα πρέπει να επιστρέψεις στο ξενοδοχείο, στο οποίο έχεις τόσο μεγάλη αδυναμία. Όμως μην αυταπατάσαι:
Σε περίπτωση που τολμήσεις να πατήσεις το πόδι σου έξω από το Μετροπόλ άλλη φορά, θα εκτελεστείς επιτόπου.»

Ο κόμης Ροστόφ τον Ιούνιο του 1922 θα διαβεί τις πόρτες του αγαπημένου του ξενοδοχείου, του εμβληματικού Μετροπόλ της Μόσχας για να εκτίσει μια ιδιότυπη ποινή, τον εγκλεισμό του σε ένα «χρυσό κλουβί», μια φυλακή που δεν είναι φυλακή. Θα περάσει εκεί μέσα 32 χρόνια, μια ολόκληρη ζωή, τρεις γεμάτες δεκαετίες όπου ο κόσμος γύρω του θα αλλάξει δραματικά.
Όταν ο Ροστόφ επιστρέφει από το δικαστήριο, στο ξενοδοχείο, για να μείνει πλέον μόνιμα, υποχρεώνεται να μετακομίσει από την πολυτελή σουίτα που διέμενε τα τελευταία τέσσερα χρόνια σε μια σοφίτα ελάχιστων τετραγωνικών στην άκρη του κτιρίου, υποχρεώνεται επίσης να αφήσει τα έπιπλα και τα οικογενειακά κειμήλια που κατείχε, εκτός από μερικά της αρεσκείας του, – θα κρατήσει βιβλία, ένα σερβίτσιο και την φωτογραφία της νεκρής αδελφής του και μια μικρή περιουσία σε χρυσές λίρες που διέθετε, και τώρα, την κρύβει επιμελώς σε ένα σημείο του γραφείου του.

Στο πρόσωπο ενός μικρού κοριτσιού, της Νίνας, που περνάει πολλές ώρες μέσα στο ξενοδοχείο καθώς ο πατέρας της, ένας ανώτερος κρατικός υπάλληλος, έχει αποσπαστεί στην Μόσχα, ο Ροστόφ θα βρει ένα νόημα στην ιδιότυπη καθημερινότητά του. Η Νίνα είναι πανέξυπνη και διάολος, καθώς τρυπώνει παντού, φτιάχνει κλειδιά πασπαρτού για κάθε δωμάτιο, εισβάλλει σε συνεδριάσεις στις μεγάλες αίθουσες, συνεχώς τριγυρίζει. Παρέα της ο Ροστόφ που όχι μόνο συμμετέχει στο παιχνίδι, αλλά την διδάσκει καλούς τρόπους, της μαθαίνει πράγματα που δεν θα ακούσει ποτέ. Η Νίνα όμως δεν μείνει για πολύ στο ξενοδοχείο και η ζωή του Ροστόφ θα κυλήσει πάλι στην μονοτονία.



Μπορεί τα πρώτα χρόνια του εγκλεισμού του, να βλέπει ότι το Μετροπόλ διατηρεί τις παραδόσεις του, τα καλά ρεστωράν του διατηρούν ένα ανώτερο επίπεδο, τα μαγαζιά παραμένουν αριστοκρατικά, αλλά σύντομα και με την άνοδο του Στάλιν στην εξουσία, όλα αυτά σιγά σιγά αλλάζουν. Οι σερβιτόροι τού φέρονται με αναίδεια, το φαγητό δεν είναι πια το ίδιο, οι εντολές για να μη σερβίρουν πια τα εκλεκτά κρασιά της κάβας, παρά μόνο λευκό και κόκκινο, θα τον αποτελειώσουν. Ο Ροστόφ βλέποντας το αδιέξοδο και ότι τα χειρότερα έρχονται, θα φλερτάρει με την αυτοκτονία, κάποια στιγμή θα έρθει κοντά σε αυτή την απόφαση, οι μυρωδιές από ένα μελίσσι που διατηρεί ένας πομάκος στην ταράτσα του ξενοδοχείου και του φέρνουν αναμνήσεις από το αγρόκτημα της οικογένειας, θα τον κρατήσουν στη ζωή, αλλά ως πότε;

Ο Ροστόφ ακόμα κι όταν θα υποχρεωθεί να εργαστεί στο ξενοδοχείο και πιο συγκεκριμένα στο ρεστωράν που κάποτε παράγγελνε τα πιο ακριβά κρασιά και εδέσματα - το Σταλινικό καθεστώς δεν καταλαβαίνει από προνόμια -, θα φροντίσει να ξεχωρίσει, είναι ο μόνος από τους σερβιτόρους που ξέρει κάποια πράγματα, θα γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της λειτουργίας του. Θα συνάψει και μια ερωτική σχέση με μια διάσημη και πανέμορφη ηθοποιό την Άννα Ουρμπάνοβα όποτε εκείνη έρχεται στην Μόσχα, την οποία θα γοητεύσει με τους αριστοκρατικούς του τρόπους, αλλά την στροφή στη ζωή του, και το αληθινό νόημα για να ζήσει, θα του την δώσει, η κόρη της Νίνας το 1938 όταν η παλιά μικρή του φίλη θα διασχίσει το λόμπι μαζί την πεντάχρονη κόρη της Σοφία, και θα την παραδώσει στα χέρια του εμβρόντητου και πανικοβλημένου Ροστόφ. Η Νίνα θέλει να πάει να ψάξει τον πατέρα της που είναι έγκλειστος σε γκουλάγκ στα βάθη της Σιβηρίας, γνωρίζει ότι ενδέχεται να μην επιστρέψει ποτέ πίσω, οπότε αφήνει την μικρή της κόρη στα καλύτερα (όπως θεωρεί) χέρια. Ο Ροστόφ εκτός από έγκλειστος εχθρός του καθεστώτος, θα γίνει και κηδεμόνας…

«Όταν κάποιος αντιμετωπίζει ένα σοβαρό εμπόδιο στην πορεία μιας αξιοζήλευτης ζωής, διαθέτει μια σειρά επιλογών. Μπορεί ντροπιασμένος να προσπαθήσει να κρύψει κάθε ένδειξη αυτής της αλλαγής στις συνθήκες της ζωής του. Έτσι, ο έμπορος που ρισκάρει και χάνει τις αποταμιεύσεις του, θα διατηρήσει τα φίνα κοστούμια του μέχρι να κουρελιαστούν και θα λέει ανέκδοτα από τις αίθουσες των ιδιωτικών λεσχών όπου από καιρό δεν είναι πια μέλος. Άλλος, σε κατάσταση μεμψιμοιρίας, μπορεί να αποτραβηχτεί από τον κόσμο όπου είχε την ευλογία να ζει. Ο σύζυγος που υπέφερε καιρό και τελικά διασύρθηκε εξαιτίας της συζύγου του μπορεί να εγκαταλείψει το σπίτι του με αντάλλαγμα κάποιο μικρό, σκοτεινό διαμέρισμα στην άλλη άκρη της πόλης. Μπορεί τέλος, σαν τον κόμη και την Άννα, να προσχωρήσει απλώς στη Συνομοσπονδία των Ταπεινωμένων.
Όπως οι Ελευθεροτέκτονες, έτσι και η Συνομοσπονδία των Ταπεινωμένων είναι μια κλειστή αδελφότητα της οποίας τα μέλη ζουν χωρίς εξωτερικά σημάδια, αλλά αναγνωρίζονται μεταξύ τους με μια ματιά. Επειδή έχουν εκπέσει πρόσφατα από τον Παράδεισο, όσοι ανήκουν στη Συνομοσπονδία έχουν ακόμα κάποιες προοπτικές. Γνωρίζοντας ότι η ομορφιά, η επιρροή, η φήμη και τα προνόμια είναι δανεικά και δεν απονέμονται ισόβια, δεν εντυπωσιάζονται εύκολα. Δεν βιάζονται ούτε να ζηλέψουν ούτε να ενοχληθούν. Ασφαλώς δεν χτενίζουν τις εφημερίδες ψάχνοντας για αναφορές στο όνομά τους. Προσπαθούν ακόμα να ζουν μέσα στους κύκλους των ομοίων τους, αλλά αντιμετωπίζουν τις εκδηλώσεις λατρείας με επιφύλαξη, τις φιλοδοξίες με συμπάθεια και τη συγκατάβαση χαμογελώντας από μέσα τους.
Όσο η ηθοποιός έβαζε κι άλλη βότκα, ο κόμης χάζευε το δωμάτιο.
"Τι κάνουν τα σκυλιά;" ρώτησε.
"Καλύτερα από μένα".
"Στα σκυλιά, λοιπόν", είπε και ύψωσε το ποτήρι του.
"Ναι", συμφώνησε εκείνη χαμογελώντας. "Στα σκυλιά". »



Το μυθιστόρημα διατρέχει μια μεγάλη περίοδο της Ρωσικής (και όχι μόνο) ιστορίας, τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, τον θάνατο του Λένιν, την άνοδο του Στάλιν, το καθεστώς που γινόταν όλο και πιο απάνθρωπο, την γραφειοκρατία, τις διώξεις και τις εκτελέσεις, τον Β παγκόσμιο πόλεμο, την περίοδο του Ψυχρού πολέμου. Η ζωή του κόμη Ροστόφ αλλά και η λειτουργία του Μετροπόλ θα επηρεάζονται ανάλογα με το κλίμα της εποχής, ενώ και η πελατεία θα αλλάζει, περισσότεροι κρατικοί αξιωματούχοι θα διαμένουν εκεί, όλο και κάτι θα συμβαίνει στη ζωή του Ροστόφ που παρά τον εγκλεισμό και την μονοτονία μόνο βαρετή δεν θα είναι.

Το ξενοδοχείο Μετροπόλ αναδεικνύεται σε ισότιμο πρωταγωνιστή του βιβλίου, μαζί βέβαια, με τον κόμη Ροστόφ, αυτόν τον ελκυστικό παλιομοδίτη τζέντλεμαν (με την ακριβή σημασία της λέξης), τον "ταπεινωμένο" αλλά ποτέ νικημένο, της ιστορίας. Οι περιγραφές των αιθουσών, των δωματίων, των εστιατορίων είναι θαυμάσιες και αφοπλίζουν όλους εμάς που λατρεύουμε τα ωραία και πολυτελή ξενοδοχεία. Το χορταστικό βιβλίο του Towles είναι όμως, γεμάτο από αναφορές στην Ρώσικη κουλτούρα, το θέατρο, την μουσική, την λογοτεχνία. Ωραίες παράγραφοι, λεπτοδουλεμένη γλώσσα, εξαιρετικό στυλ που θυμίζει Φ.Σ.Φιτζέραλντ, Τρ. Καπότε, Τομ Γουλφ με αυτόν τον υπέροχο κοσμοπολιτισμό και την "ελαφρότητα" στην ατμόσφαιρα και τους διαλόγους που όμως κάτω από την επιφάνεια κρύβουν πολύ βάθος.

Το "Ένας τζέντλεμαν στη Μόσχα" είναι ένα βιβλίο που είναι προορισμένο να μεταφερθεί στην μεγάλη ή την μικρή οθόνη, καθώς παρουσιάζει όλα τα στοιχεία που προϋποθέτουν μια μεγάλη κινηματογραφική ή τηλεοπτική επιτυχία. Παρά την υπερβολή στις λεπτομέρειες και την κάποια φλυαρία, είναι χορταστικό και συγκινητικό, ένα βιβλίο που μιλάει για την ήττα και την παρακμή, την πίστη στην ζωή και στον άνθρωπο, τη αφοσίωση και την ευγένεια, τα ωραία αισθήματα και την αξιοπρέπεια, την ακεραιότητα και την ανθρωπιά, το αίσθημα της τιμής και την ομορφιά των ωραίων πραγμάτων που εμπλουτίζουν τη ζωή μας. Μόλις το δεύτερο βιβλίο του συγγραφέα, αποτελεί μια ασφαλή επιλογή για το ιδανικό page-turner μυθιστόρημα, που δεν προσποιείται κάτι ανώτερο από αυτό που είναι.

Υ.Γ. Το βιβλίο θα μεταφερθεί τελικά στην τηλεόραση ως μίνι σειρά με πρωταγωνιστή τον σπουδαίο Κένεθ Μπράνα και σκηνοθέτη τον Τομ Χάρπερ. Αναμένομεν!

Βαθμολογία 80 / 100









 
Δευτέρα, Οκτωβρίου 15, 2018
posted by Librofilo at Δευτέρα, Οκτωβρίου 15, 2018 | Permalink
"Η ΚΑΡΙ ΜΑΣ" (τριάντα χρόνια μετά την πρώτη ανάγνωση)
Τριάντα χρόνια μετά την πρώτη ανάγνωση, ένα βιβλίο ποτέ δεν σου φαίνεται ίδιο. Με φόβο προσέγγισα μετά από ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα το μυθιστόρημα «Η ΚΑΡΙ ΜΑΣ» («Sister Carrie»), του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα Theodore Dreiser (Ιντιάνα 1871 – Χόλιγουντ 1945), ένα βιβλίο που το είχα απολαύσει και με είχε συγκινήσει όταν το διάβασα το 1988, στην ωραία έκδοση του «Οδυσσέα», με τίτλο «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΚΑΡΥ» σε μετάφρ. Β.Δέρμων (ψευδώνυμο γνωστού ανθρώπου των βιβλίων). Η καινούργια (εξαιρετική) έκδοση, με τίτλο "Η ΚΑΡΙ ΜΑΣ", στην (πολύ ποιοτική) σειρά «Orbis Literae» των εκδόσεων Gutenberg, χρησιμοποιεί την (ξαναδουλεμένη) μετάφραση της Έλλης Φιλοκύπρου, με την οποία είχε κυκλοφορήσει το βιβλίο από τις εκδ. «Σύγχρονη Εποχή» το 1987 με τίτλο «Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΑΡΙ». Η παρούσα έκδοση συνοδεύεται από μια εμπεριστατωμένη και αναλυτικότατη εισαγωγή της μεταφράστριας (που καλό είναι να διαβαστεί μετά την ανάγνωση και της τελευταίας σελίδας του βιβλίου) και είναι 760 σελίδες.


Το είχα απολαύσει το 1988, το αγάπησα ξανά το 2018. «Η ΚΑΡΙ ΜΑΣ» είναι ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα που το ρουφάς κυριολεκτικά, καθώς σε παρασύρει μέσα του, σε θέλγει, σε εκνευρίζει, σε κουράζει, σε χαλαρώνει, σου προκαλεί συναισθήματα, επιζητά την συμμετοχή σου, καθώς συμπάσχεις με τους ήρωές του, τους αγαπάς και τους μισείς, σε απωθούν και σε ελκύουν. Η ακατέργαστη δύναμη της γραφής του Ντράιζερ δεν σου αφήνει περιθώρια αναγνωστικού εφησυχασμού, κι εκεί λίγο πριν την μέση του βιβλίου, που πας να πεις «γαμώτο, σε τι μελούρα έμπλεξα», σε τραβάει από το μανίκι και σου λέει «κάτσε κάτω, γιατί έχει πολύ ζουμί η ιστορία»…

«Η Καρολίνα, «η Κάρι μας» όπως τη φώναζε χαϊδευτικά η οικογένεια, διέθετε ένα μυαλό με στοιχειώδεις ικανότητες παρατήρησης και ανάλυσης, καθώς και με αρκετή ιδιοτέλεια, η οποία, χωρίς να είναι πολύ ισχυρή, ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της. Γεμάτη απ' τις θερμές φαντασιώσεις της νιότης, χαριτωμένη αν και κάπως αδιαμόρφωτη ακόμη, με σώμα που υποσχόταν να μεστώσει ωραία, με μάτια όπου διακρινόταν μια έμφυτη εξυπνάδα, αποτελούσε ένα καλό δείγμα της αμερικανικής μεσαίας τάξης δυο γενιές μετά τη μετανάστευση. Τα βιβλία βρίσκονταν έξω απ' τον κύκλο των ενδιαφερόντων της - η γνώση τήαν βιβλίο σφραγισμένο. Η συμπεριφορά της αδέξια· δεν ήξερε να γέρνει χαριτωμένα το κεφάλι της· τα χέρια της τ' άφηνε να κρέμονται ανέκφραστα· τα πόδια της αν και μικρά, έδειχνα άχαρα μέσα στα ίσια της παπούτσια. Κι όμως ενδιαφερόταν για την ομορφιά της λαχταρώντας ν' απολαύσει έντονα τη ζωή, φιλοδοξώντας ν' αποκτήσει υλικές ανέσεις. Ήταν μια νεαρή αμαζόνα που ξεκινούσε να εξερευνήσει και να κατακτήσει τη μυστηριώδη πόλη κάνοντας τρελά όνειρα για μακρινούς, ασαφείς θριάμβους· βλέποντας την πόλη να πέφτει, μετανοούσα αμαρτωλή, στα πόδια της και να την προσκυνά.»

Η ιστορία που περιγράφει ο συγγραφέας, ξεκινάει το 1889 και θα ολοκληρωθεί λίγο πριν την έλευση του 20ου αιώνα. Η Κάρι φθάνει στο Σικάγο όπου διαμένει η αδελφή της με τον σύζυγό της και φιλοξενείται εκεί. Ψάχνει για δουλειά χωρίς μεγάλη επιτυχία και όταν βρίσκει μια κακοπληρωμένη και άκρως κουραστική εργασία σε μια βιοτεχνία υποδημάτων, ένα μεγάλο ποσό της αμοιβής της πηγαίνει ως ενοίκιο για φαγητό και ύπνο, στον απεχθή σύζυγο της αδελφής της. Η ατμόσφαιρα στο σπίτι είναι νοσηρή, η αδελφή της ζει μια ζωή που στα μάτια της Κάρι φαίνεται φρικιαστική. Στο τρένο για το Σικάγο είχε γνωρίσει τον Ντρουέ, έναν νεαρό πλασιέ που την προσέγγισε με τρόπο ευγενικό και έξυπνο πλασάροντάς της την διεύθυνσή του και προσφέροντας την βοήθειά του. Η Κάρι δεν θα αργήσει να προσεγγίσει τον Ντρουέ, εν μέρει απελπισμένη, εν μέρει γοητευμένη από τον γλοιώδη νέο. Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα, θα μείνουν μαζί, η Κάρι θα έχει πλέον χρήματα να ψωνίζει ρούχα που τόσο της αρέσει, θα διακοσμήσει το σπίτι ενώ ο Ντρουέ (που ταξιδεύει συχνά για την δουλειά του), μπορεί να μη διακρίνεται από το πνεύμα του αλλά σίγουρα της φέρεται καλά και φροντίζει την διασκέδασή της όποτε είναι στην πόλη.

Σύντομα όμως θα της συστήσει έναν φίλο του, για τον οποίον καμαρώνει. Είναι ο Χάρστγουντ, ένας εμφανίσιμος και πολύ επιτυχημένος οικονομικά μεσήλικας, ο οποίος διευθύνει έναν μεγάλο και μοδάτο μπαρ, όπου ο Ντρουέ συχνάζει για να κάνει εμπορικές γνωριμίες. Ο Χάρστγουντ είναι παντρεμένος με δύο μεγάλα παιδιά, η δουλειά του τού αρέσει πολύ, είναι κοινωνικός και κοσμοπολίτης, ο αέρας που τον συνοδεύει, έλκει την Κάρι που φαίνεται γοητευμένη από την προσοχή που της δείχνει. Ο Χάρστγουντ προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τις συχνές απουσίες του Ντρουέ από την πόλη επισκεπτόμενος την Κάρι και δείχνει σαγηνευμένος από την φρεσκάδα και την χάρη της, ενώ κι εκείνη βλέποντας να βαλτώνει η σχέση της με τον Ντρουέ, δέχεται με ευχαρίστηση το φλερτ του νιώθοντας μεγάλη έλξη για εκείνον.

Η κρίσιμη καμπή στην πορεία των πραγμάτων θα είναι, η συμμετοχή της Κάρι σε μια ερασιτεχνική θεατρική παράσταση, όταν με την έμφυτη χάρη της και την γοητεία της, μαγνητίζει το κοινό που την επευφημεί. Οι δύο άντρες, ο Ντρουέ και ο Χάρστγουντ θα δουν μπροστά τους μια Κάρι διαφορετική, που μεταμορφώνεται σε μοιραία γυναίκα, θα δουν πτυχές της προσωπικότητάς της που δεν είχαν διανοηθεί ότι υπάρχουν και μια δύναμη που δεν πίστευαν ότι υπήρχε. Ο Ντρουέ όμως έχει χάσει το παιχνίδι, καθώς (στα μάτια της Κάρι) ο Χάρστγουντ με την στιβαρότητα, την άνεση και την προσωπικότητά του φαντάζει ιδανικός. Ο δεύτερος, σε καβλοπυρέσσουσα διάθεση και με θολωμένο το μυαλό, δεν σκέπτεται πλέον τίποτα, κυκλοφορεί με την Κάρι στην πόλη, η γυναίκα του το μαθαίνει και τον διώχνει από το σπίτι κρατώντας όλα τα κοινά τους χρήματα. Τότε ο Χάρστγουντ θα προβεί σε μια απονενοημένη ενέργεια κλέβοντας το ταμείο του μπαρ και ουσιαστικά απαγάγοντας την Κάρι (λέγοντάς της ότι κάτι έπαθε ο Ντρουέ σε ένα ταξίδι του), φεύγουν για τον Καναδά. Στο μακρύ ταξίδι με το τρένο, τής αποκαλύπτει την αλήθεια υποσχόμενός της γάμο μόλις φτάσουν στον προορισμό τους, πράγμα που γίνεται με μια σεμνή (πλην όμως παράνομη) τελετή. Στον Καναδά δεν θα αργήσουν να τους ανακαλύψουν και ο Χάρστγουντ υποχρεώνεται να επιστρέψει τα χρήματα στους πρώην εργοδότες του, κρατώντας ένα μικρό ποσό. Θα φύγουν για την Νέα Υόρκη σε αναζήτηση μιας νέας τύχης και μιας νέας ζωής. Η Κάρι μαγεύεται από την μεγάλη πόλη, τα φώτα, τους δρόμους, τα θέατρα, την συνεχή κίνηση – το Σικάγο φαντάζει πλέον επαρχιώτικο και μακρινό.

Ο Χάρστγουντ δυσκολεύεται να βρει δουλειά, είναι ένας άνθρωπος μέσης ηλικίας, χωρίς συστατικές επιστολές και με αποκλεισμένο το επαγγελματικό πεδίο στο οποίο διέπρεψε τόσα χρόνια. Οι προσπάθειές του είναι ανεπιτυχείς, το ηθικό του σιγά σιγά πέφτει, τα χρήματα συνεχώς λιγοστεύουν και η κατάθλιψη παραμονεύει στην γωνία. Το ζευγάρι αρχίζει να έχει προβλήματα στην καθημερινότητά του καθώς ο Χάρστγουντ αρνείται πλέον να βγει από το σπίτι βρίσκοντας φτηνές δικαιολογίες, φερόμενος άσχημα στην σύντροφό του και αποκαλύπτοντάς της την αλήθεια για τον δήθεν γάμο τους. Η Κάρι θα πάρει την κατάσταση στα χέρια της και θα ψάξει για δουλειά στις θεατρικές σκηνές της πόλης. Με τα πολλά και εκμεταλλευόμενη την συμπαθητική της εμφάνιση και τους καλούς της τρόπους θα βρει κάτι ρολάκια σε σκηνές χορού, θα την προσέξουν, θα αρχίσει να ανεβαίνει όσο ο Χάρστγουντ θα πέφτει. Το τέλος της σχέσης είναι αναπόφευκτο.

«Η Κάρι τον κοίταξε καθώς έφευγε και στα μάτια της έλαμψε ένα αίσθημα που δεν μπορούσε να συγκρατήσει· χαμήλωσε αμέσως τα βλέφαρά της. Ένιωσε πάρα πολύ μόνη, σαν να πάλευε χωρίς ελπίδα και χωρίς βοήθεια, χωρίς πιθανότητα να την πλησιάσει ποτέ ένας τέτοιος άντρας. Αισθανόταν αναστατωμένη. Είχε ξαναγίνει ο παλιός της εαυτός - η Κάρι η λυπημένη, η γεμάτη πόθους, η ανικανοποίητητη.
Πως προχωρά στα τυφλά η ανθρώπινη καρδιά! Προχωρά και γυρεύει την ομορφιά. Μπορεί νά' ναι ο ήχος του κουδουνιού ενός μοναχικού προβάτου σ' ένα ήσυχο τοπίο, μπορεί νά' ναι ένα όμορφο μέρος στα δάση, μπορεί νά' ναι η εικόνα μιας ψυχής σε δυο μάτια που σε λίγο μακραίνουν - η καρδιά τ' αναγνωρίζει κι ανταποκρίνεται γυρεύοντάς τα. Κι όταν τα πόδια κουραστούν απ' το δρόμο κια η ελπίδα αποδειχτεί μάταιη, τότε αρχίζουν οι νοσταλγίες και οι λαχτάρες και ο πόνος.
Κάρι! Ά, Κάρι! Γεμάτη ελπίδες πάντα - γι' αυτό ανθρώπινη -, να ξέρεις πως το φως λάμπει τώρα στα δικά του μάτια μόνο. Αύριο θα χαθεί, θα σβήσει. Αύριο θά' ναι κάπου πιο μακριά κι ακόμα θα σε οδηγεί, ακόμα θα σε πλανεύει ως το τέλος, ώσπου να χαθούν ολοκληρωτικά και οι σκέψεις σου και οι λαχτάρες σου και οι πόνοι της καρδιάς σου. »

Σε πρώτο επίπεδο, το μυθιστόρημα του Dreiser μπορεί να ειδωθεί ως ένα μελόδραμα, καθώς εμπεριέχει όλα τα χαρακτηριστικά του είδους, έντονα συναισθήματα, έρωτα/ες, εγκατάλειψη, προδοσία, κοινότοπη ιστορία, στερεότυπα: η πτωχή πλην τίμια κοπέλα που πέφτει θύμα των συνθηκών αλλά βρίσκει τον δρόμο της και εξελίσσεται/ανεβαίνει αφήνοντας πίσω της συντρίμμια κλπ. Είναι όμως έτσι; Όποιος σταθεί σε αυτό το πλαίσιο, έχει χάσει τελείως το νόημα και το περιεχόμενο αυτού του μυθιστορήματος που αποτελεί ένα λεπτομερές και ανελέητο πορτρέτο της αμερικανικής κοινωνίας στο τέλος ενός αιώνα και προετοιμάζει για τις αλλαγές που θα έρθουν με την καινούργια εποχή.

Βρισκόμαστε στην βιομηχανική κοινωνία που αναπτύσσεται, οι γυναίκες μπαίνουν δυναμικά στον επαγγελματικό στίβο και ξεφεύγουν από τα στενά οικογενειακά πλαίσια. Η Κάρι από την αρχή δεν δέχεται τον ρόλο της υποταγμένης συντρόφου - παραμένει βέβαια μια γυναίκα της εποχής της που γνωρίζει ότι μόνο μέσω του γάμου, θα γίνει αποδεκτή στο κοινωνικό γίγνεσθαι, γι' αυτό πιέζει τον Ντρουέ στην αρχή και αργότερα τον Χάρστγουντ. Είναι όμως και μια γυναίκα που αντιλαμβάνεται τις αλλαγές και παίρνει την κατάσταση στα χέρια της, παρατηρώντας προσεκτικά τους γύρω της. Την υποταγμένη και κουρασμένη αδελφή της στην αρχή, την κοσμική κυρία Βανς στην Νέα Υόρκη και προγραμματίζει τα βήματά της με ηρεμία και στοχοπροσήλωση, εκμεταλλευόμενη όποια όπλα έχει στην διάθεσή της.

Η Κάρι είναι μια ηρωίδα που εξελίσσεται καθ' όλη την διάρκεια του μυθιστορήματος. Στις πρώτες σελίδες την βλέπουμε ως μια άβγαλτη και αφελή χωριατοπούλα, που διαθέτει μεν την ικανότητα παρατήρησης και ένα ενστικτώδες καλό γούστο, με συμπαθητική αλλά όχι εντυπωσιακή εμφάνιση και καλούς τρόπους. Στο τέλος του βιβλίου την βρίσκουμε, καταξιωμένη ηθοποιό, με προσωπικότητα και αυτοπεποίθηση, αλλά όχι ευχαριστημένη και μάλλον προβληματισμένη. Κυνήγησε το όνειρό της, το πέτυχε όμως; Είναι ένας προβληματισμός που θέτει το διφορούμενο (εκπληκτικό) φινάλε του βιβλίου στον αναγνώστη, που ενδέχεται συγκινημένος από το τραγικό τέλος του Χάρστγουντ να μη το προσέξει ιδιαίτερα, αλλά είναι εκεί και επικρέμαται μετέωρο. Εξάλλου αν κάποιος προσέξει καλύτερα και ανατρέξει στην πορεία της ιστορίας, θα βρει πολλές αντιφάσεις και σκοτεινά σημεία στην συμπεριφορά της Κάρι, κάτι πολύ ανθρώπινο και ρεαλιστικό - πότε πραγματικά γνωρίζουμε κάποιον καθώς μας εκπλήσσει συνέχεια ακόμα και ο πιο κοντινός μας άνθρωπος;

Από την μέση του βιβλίου, τίθεται το ερώτημα, ποιος είναι ο κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος. Είναι η Κάρι ή ο Χάρστγουντ; Οι απόψεις διίστανται και μπορεί κάποιος να επιχειρηματολογήσει επαρκώς για το ένα ή το άλλο; Μπορεί η φιγούρα του Χάρστγουντ (που είναι ο πρωταγωνιστής της κινηματογραφικής ταινίας "Συντρίμμια του έρωτα" ίσως και λόγω του Λ.Ολίβιε), να κυριαρχεί στις τελευταίες 100 σελίδες, και η δραματική του πορεία προς την κάθοδο να μένει χαραγμένη στο μυαλό του αναγνώστη, αλλά, πεποίθησή μου είναι, ότι το βιβλίο έχει στηθεί γύρω και πάνω από την Κάρι, η οποία καθορίζει τον ρυθμό και την ατμόσφαιρα του βιβλίου, παραμένοντας από την αρχή ως το τέλος ο πιο πλήρης λογοτεχνικά χαρακτήρας του, που ξεκινάει ως μυθιστόρημα ενηλικίωσης και μαθητείας για να μετατραπεί σε ένα δράμα που δεν μπορεί να αφήσει κανέναν αδιάφορο.


Ο Dreiser στέκεται με αγάπη και ενδιαφέρον πάνω από τους ήρωές του. Δεν ηθικολογεί, δεν σχολιάζει κανέναν, παραθέτοντας τις κινήσεις τους και τις σκέψεις τους απλά και χωρίς φιοριτούρες. Κάρι, Χάρστγουντ και Ντρουέ είναι άνθρωποι ενός fin de siecle ανελέητου και απάνθρωπου - ο αναγνώστης συνεχώς αναρωτιέται αν αυτό που νιώθουν ο ένας για τον άλλον είναι έρωτας ή απλά παρορμήσεις της στιγμής, επιθυμίες χωρίς βαθύτερα αισθήματα, υπάρχει μια διάχυτη αμφιβολία, κάτι το ασαφές.
Ο Χάρστγουντ, ο οποίος, ξεκινώντας το μυθιστόρημα ως άνθρωπος της ανώτερης μεσοαστικής τάξης, θα συντριβεί, από δικά του λάθη, πέφτοντας θύμα της παρόρμησής του, ενός έρωτα που (νόμιζε ότι) ένιωσε - θα τα διαλύσει όλα, κοινωνική καταξίωση, γνωριμίες, οικογενειακή ζωή για ένα καπρίτσιο, ένα συναίσθημα έντονο μεν αλλά που δεν γνωρίζουμε αν είναι αληθινό, καθώς ο ευφυής συγγραφέας τον δείχνει να αμφιβάλλει με τους πρώτους μήνες της συμβίωσής του με την Κάρι. Είναι ένας άνθρωπος που δεν θα μπορέσει να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες, έντονα καταθλιπτικός που στηριζόταν στην αποδοχή των άλλων, μόλις έχασε τον ρόλο του, έχασε και τον εαυτό του.
Ο Ντρουέ, είναι "αφρός", ένας (καπάτσος και παμπόνηρος) άνθρωπος που θα επιβιώσει όλων των συνθηκών, γιατί δεν υπάρχει κάποιο βαθύτερο συναίσθημα μέσα του, πέραν της επαγγελματικής και οικονομικής καταξίωσης. Η Κάρι ήταν ένα έπαθλο που περιέφερε μέχρι ένας δυνατότερος να του το αρπάξει. Δεν τρελάθηκε, συνέχισε τον προσωπικό του αγώνα τραυματισμένος αλλά ζωντανός.
Και η Κάρι; Η Κάρι είναι μια πραγματική survivor, μια γυναίκα που διακρίνει και έλκεται από την ευφυία και δεν παρασύρεται από τον πλούτο (παρότι δεν την αφήνει αδιάφορη και ενθουσιάζεται με τα ωραία πράγματα), όπως λέει ο συγγραφέας περιγράφοντάς την στο μυθιστόρημα: «..η Κάρι είχε το προτέρημα ν' αναγνωρίζει τους πιο έξυπνους απ' την ίδια... ». Γνωρίζοντας τον "διαφορετικό" Έιμς και ακούγοντάς τον να μιλάει για πράγματα που δεν είχε ξανακούσει ή σκεφτεί, διακρίνουμε το ενδιαφέρον της για κάτι καλύτερο και εάν υπήρχε συνέχεια της ιστορίας, είναι σίγουρο ότι μια σχέση μεταξύ τους θα αναπτυσσόταν.

Το μυθιστόρημα είναι νατουραλιστικό και υπακούει στις αρχές του ντετερμινισμού (της αιτιότητας). Δεν υπάρχουν τυχαία γεγονότα ή κάποιο γύρισμα της μοίρας που καθορίζει την πορεία των ηρώων της ιστορίας που αφηγείται ο συγγραφέας, όλα έχουν μια αιτία και το ένα οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο άλλο. Χαρακτηριστικότερος εκπρόσωπος της λογοτεχνικής αυτής σχολής στην Ευρώπη ήταν ο Εμίλ Ζολά, όπου η "Νανά" του παρουσιάζει κάποιες επιφανειακές ομοιότητες με την "Κάρι μας". Το ύφος του Dreiser, είναι καθαρά δημοσιογραφικό, λιτό και χωρίς ιδιαίτερες λογοτεχνικές αξιώσεις, που όμως απογυμνώνει την ιστορία από περιττά βάρη δίνοντας ένα δυναμισμό που θα στερείτο εάν υπήρχε έστω και μικρή δόση υπερβολής και προσπάθειας λυρισμού.

Έτερο εντυπωσιακό στοιχείο αυτού του εκπληκτικού μυθιστορήματος είναι η εξαιρετική απεικόνιση της εποχής. Το βιομηχανικό και αναπτυσσόμενο Σικάγο και η αστραφτερή Νέα Υόρκη με τους φωτισμένους δρόμους, την ζωντάνια, τις μεγάλες λεωφόρους και τα ωραία ρούχα, περιγράφονται υπέροχα ενώ ο Dreiser ως κοινωνικά ευαίσθητος συγγραφέας, είναι στα καλύτερά του (με μερικές σελίδες που μένουν αξέχαστες) στην περιγραφή των στρατιών των ανέργων της Νέας Υόρκης, την πείνα και την δυστυχία, τα συσσίτια και τις σκηνές της απεργίας στα τραμ που είναι κυριολεκτικά συγκλονιστικές.

Είναι μεγάλο βιβλίο "Η ΚΑΡΙ ΜΑΣ", που άργησε να βρει την θέση του στην λογοτεχνική σκηνή, καθώς στην αρχή οι πωλήσεις ήταν απογοητευτικές και θεωρήθηκε "ανήθικο" και "βλάσφημο". Όπως αναφέρει η μεταφράστρια Έλλη Φιλοκύπρου στην εκτενέστατη και ουσιαστική εισαγωγή της, οι βρετανοί κριτικοί αναγνώρισαν την αξία του λίγο καιρό μετά την κυκλοφορία του στην Μεγάλη Βρετανία ("το πρώτο σπουδαίο αστικό μυθιστόρημα της Αμερικής"), για να καταξιωθεί κυρίως μέσω άλλων μεγάλων αμερικανών συγγραφέων στα χρόνια που πέρασαν στην συνείδηση του αναγνωστικού κοινού. Πλέον βέβαια συμπεριλαμβάνεται μέσα στα 100 καλύτερα μυθιστορήματα (από την εφημερίδα Guardian) και θεωρείται κλασσικό ενώ όπως έγραψε ένας αμερικανός κριτικός δύο χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα: "Η αμερικανική λογοτεχνία χωρίζεται στην προ και στη μετά τον Ντράιζερ, όπως η Βιολογία στην προ και μετά τον Δαρβίνο.".

Βαθμολογία: 86 /100




 
Δευτέρα, Οκτωβρίου 08, 2018
posted by Librofilo at Δευτέρα, Οκτωβρίου 08, 2018 | Permalink
"Ο αυτόπτης μάρτυρας"

«Η μοίρα με όρισε να παίξω έναν συγκεκριμένο ρόλο στη ζωή ενός από τους σπάνιους ανθρώπους που μετά τον Μεγάλο Πόλεμο επρόκειτο να προκαλέσουν τρομερές αλλαγές και ανυπολόγιστα πάθη στην Ευρώπη. Αρκετές φορές μετέπειτα αναρωτήθηκα τι με ώθησε τότε το φθινόπωρο του 1918 να εμπλακώ σ’ εκείνη την υπόθεση, αν ήταν η φιλομάθεια, η κύρια ιδιότητα ενός ερευνητή που ασχολείται με την ιατρική επιστήμη, ή ένα είδος παντοδυναμίας, η επιθυμία να ορίσω μια φορά κι εγώ τα πράγματα.»

Ένα μεγάλο φιλοσοφικό δίλημμα διασχίζει απ’ άκρη σ’ άκρη το εξαιρετικό μυθιστόρημα «Ο ΑΥΤΟΠΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ»Der Augenzeuge») του Αυστριακού (εβραϊκής καταγωγής) συγγραφέα και γιατρού Ernst Weiss (Μπρνο 1882 – Παρίσι 1940) – (εκδ. Σκαρίφημα, μετάφρ. Αλέξ. Κυπριώτης, σελ. 395). Ένα ερώτημα που τίθεται σε κάθε γιατρό μπροστά σε μια κρίσιμη κατάσταση και ο αφηγητής και κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου θα κριθεί να επιλέξει την στάση που θα κρατήσει, όταν στον δρόμο του βρίσκεται με το τέλος του Α παγκόσμιου πολέμου, ο εμφανώς διαταραγμένος υποδεκανέας Α.Χ. που πάσχει από υστερική τύφλωση, μια οφθαλμική πάθηση ψυχολογικής μορφής. Ο γιατρός θα επικρατήσει του σκεπτόμενου ανθρώπου, και θα θεραπεύσει τον μυστηριώδη Α.Χ. που μαγνήτιζε τους συναδέλφους του με κηρύγματα μίσους. Τις συνέπειες αυτής της θεραπείας, θα βιώσει ο πλανήτης τα επόμενα χρόνια.


Στο μυθιστόρημα του ο Ερνστ Βάις, εξιστορεί την πορεία ενός ανθρώπου που παρασύρεται από τα παιχνίδια της μοίρας. Ο αφηγητής που μεγαλώνει σε μια πόλη της Νότιας Γερμανίας, σε μια αστική οικογένεια, θα δει με θαυμασμό τους δύο γιατρούς που έχουν συμπτωματικά το ίδιο όνομα («Κάιζερ» που σημαίνει αυτοκράτορας) να εξουσιάζουν τις ζωές των ανθρώπων γύρω του καθώς και τη δική του. Ο ένας είναι Εβραίος ("εβραιοΚάιζερ" όπως τον αποκαλεί στο βιβλίο) και είναι πιο ταπεινός και προσηνής, έχει δε μια πανέμορφη κόρη που ο νεαρός θα ερωτευθεί σφόδρα και θα προσπαθήσει να κατακτήσει. Ο δεύτερος είναι πλούσιος, κοινωνικά καταξιωμένος και αυστηρός που βλέπει στον χαρακτήρα του νεαρού πολλά ταλέντα επηρεάζοντάς τον να ακολουθήσει κι αυτός τις σπουδές και το ιατρικό επάγγελμα.

Οι δύσκολες και ταραγμένες σχέσεις με την οικογένειά του, η αποξένωσή του από την κάποτε αγαπημένη του μητέρα και τα φτωχικά χρόνια των σπουδών του, θα σκληρύνουν τον αφηγητή και η βοήθεια που θα του προσφέρει ο Κάιζερ θα είναι σημαντική και καθοριστική για το μέλλον του – εκείνος δε, θα τον πείσει να ακολουθήσει την ειδικότητα του Ψυχιάτρου. Όλα όμως θα ανατραπούν με την κήρυξη του Α παγκοσμίου πολέμου και την φρίκη που θα επακολουθήσει. Ο αφηγητής θα βιώσει πρωτόγνωρες καταστάσεις και βεβαίως θα γνωρίσει τον Α.Χ., συνάντηση που θα αλλάξει τη ζωή του με τα επακόλουθα που θα προκύψουν.

«Εγώ ήξερα τι ήταν εκείνος, εγώ ήμουν ο αυτόπτης μάρτυράς του, ο αφυπνιστής του, εγώ ήμουν ο πρώτος θαυματοποιός σ’ εκείνο το πλάσμα – θαύμα – και εν τούτοις ήμουν υποδεέστερός του. Εβδομήντα εκατομμύρια άνθρωποι ήταν υποδεέστεροι από εκείνον τον Μωάμεθ χωρίς θεό, γιατί να καυχιέμαι εγώ ότι ήμουν πιο δυνατός από’ κείνους; Πρόσεξα στα πρόσωπα γύρω μου, στα τεταμένα αναστατωμένα χαρακτηριστικά, στα τρεμάμενα μέλη της Ανγκέλικα ότι το αποκορύφωμα δεν είχε φτάσει ακόμη, αλλά έμελε να φθάσει μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα. Έπειτα από ένα τρομερό, ασύλληπτο ξέσπασμα μίσους εναντίον τού «μαρξιστοεβραϊκού συρφετού», ήρθε και κατέλαβε και εκείνον και εμάς. Ήταν η στιγμή που ο ομιλητής με τη βραχνή φωνή του, την αυστριακή προφορά του έχασε το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του. «Γερμανικό αίμα! Γερμανικό αίμα! Γερμανικό αίμα!» φώναζε, ο κόσμος δεν καταλάβαινε αν φώναζε από αγάπη γι’ αυτό το αίμα ή από φόβο γι’ αυτό το θεϊκό αίμα. Το ήξερε άραγε ο ίδιος; Μιλούσε ακατάληπτα. Κατέλαβε εκείνον, κατέλαβε εμάς, και δεν ήμαστε πια εκείνοι που ήμαστε πρωτύτερα. Αν ήμουν μόνος μαζί του κι εκείνος ήταν στην ίδια έκσταση στο εξεταστήριο στην Π., ίσως να μπορούσα να είχα μείνει ένας ψυχρός αυτόπτης μάρτυρας. Ίσως. Ίσως πάλι όχι.»


Μυθιστόρημα ενηλικίωσης με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, το βιβλίο του Weiss, έχει εξαιρετικό ρυθμό που κλιμακώνεται μετά την μέση του, όταν ξεσπάει ο πόλεμος και ο αφηγητής γνωρίζει τον Α.Χ. Χωρίς να γνωρίζει τι θα γίνει στο μέλλον, βλέπει μόνο μια μοναδική περίπτωση αυτής της ασθένειας («υστερική τύφλωση») που τον ιντριγκάρει και τον προκαλεί. Ο αφηγητής ως καλός γιατρός, τον παρατηρεί, καταφέρνει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του και τελικά τον θεραπεύει. Όταν μετά από μερικά χρόνια θα δει την άνοδο του Α.Χ., από γκροτέσκα φιγούρα της πολιτικής σε παντοδύναμο καγκελάριο, θα καταλάβει ότι είχε μπροστά το απόλυτο Κακό και ήταν «αυτόπτης μάρτυρας» στην αναγέννησή του.

Το βιβλίο του Weiss, είναι όμως και μια υπέροχη αναπαράσταση της εποχής, που έχει βέβαια στο κέντρο της την συνάντηση με τον Α.Χ., που όμως δεν είναι το μόνο στοιχείο του μυθιστορήματος. Οι οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις πολύπλοκες και αλληλοσυγκρουόμενες, η πατρική φιγούρα, η σχέση με την μητέρα και ένας όρκος που δόθηκε και δεν τηρήθηκε, οι δύο γιατροί της πόλης, ο εβραιογιατρός και ο γερο-Κάιζερ που αντιπροσωπεύουν τους δύο πόλους γύρω από τους οποίους περιστρέφεται ο αφηγητής. Με συγκλονιστικές σελίδες περιγράφει την επιρροή του Α.Χ. στις μάζες, πως τις μαγνήτιζε και πως ανήλθε στην εξουσία, πως εκμεταλλεύτηκε τις συνθήκες τις εποχής και την γοητεία που άσκησε ακόμα και στον πιο αποστασιοποιημένο ακροατή των ομιλιών του.

«Ο αυτόπτης μάρτυρας», είναι ένα έξοχο μυθιστόρημα, που αναμιγνύει με απόλυτα δημιουργικό τρόπο, την προσωπική / ιδιωτική ιστορία με την παγκόσμια από έναν συγγραφέα που βίωσε τα γεγονότα της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία, διαφεύγοντας στο Παρίσι το 1933. Το βιβλίο γράφτηκε στο τέλος της δεκαετίας του ’30, και εκδόθηκε πολλά χρόνια αργότερα ενώ ο συγγραφέας του αυτοκτόνησε το 1940 κατά την είσοδο του Γερμανικού στρατού στο Παρίσι. Στοιχεία για την ζωή και το έργο του Ernst Weiss καθώς και για την φιλία του με τον Φραντς Κάφκα (αλλά και για τον τσακωμό τους αργότερα) δίνει ο μεταφραστής Αλέξανδρος Κυπριώτης στην ωραία εισαγωγή του βιβλίου.

Υ.Γ. «Ο αυτόπτης μάρτυρας» κυκλοφορεί και από τις εκδόσεις Angelus Novus σε μετάφραση του Νίκου Σκοπλάκη.

Βαθμολογία 84 / 100



 
Δευτέρα, Οκτωβρίου 01, 2018
posted by Librofilo at Δευτέρα, Οκτωβρίου 01, 2018 | Permalink
"4 3 2 1"

Ένα ογκώδες βιβλίο σού προκαλεί πάντα αμηχανία. Ο προβληματισμός για τον χρόνο που θα χρειαστεί για την ανάγνωσή του, η δεδομένη επιφυλακτικότητα των περισσότερων βιβλιόφιλων απέναντι σε τέτοια «τούβλα» (όπως αποκαλούνται τα βιβλία αυτού του όγκου) σε οδηγούν σε σκέψεις για το αν αξίζει η προσπάθεια. Από τα συναισθήματα αυτά, δεν ξέφυγε (παρά το hype που δημιουργήθηκε γύρω από αυτό) και το πολυσέλιδο (1217 σελίδες!) μυθιστόρημα, του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα Paul Auster (1947, New Jersey), με τίτλο «4 3 2 1» ((υπέροχη)εκδ. Μεταίχμιο, (εξαίρετη) μετάφρ. Μ. Ξυλούρη), ο οποίος δεν μας είχε συνηθίσει σε βιβλία που υπερέβαιναν τις 400-500 σελίδες (το πολύ), στην παραγωγικότατη λογοτεχνική του πορεία. Το πολυαναμενόμενο μυθιστόρημα του Auster, που είχε περίπου επτά χρόνια να εκδώσει κάποια καινούργια του δουλειά, συζητήθηκε και δίχασε (δικαίως), είναι το πιο φιλόδοξο και πληθωρικό του βιβλίο και μια προσπάθεια σύνοψης ολόκληρου του συγγραφικού του έργου.

«Ο κόσμος δεν ήταν πια πραγματικός. Όλα εντός του ήταν ένα απατηλό αντίγραφο όσων θα έπρεπε να υπάρχουν, και όλα όσα συνέβαιναν εντός του δεν θα έπρεπε να συμβαίνουν.»



Τι είναι όμως το «4 3 2 1»; Είναι ένα κλασσικό μυθιστόρημα «what if» («τι θα γινόταν εάν»), ενός ευρήματος που χρησιμοποιείται συχνά πυκνά στην λογοτεχνία και στο σινεμά μερικές φορές δημιουργικά, άλλες αδιάφορα – τα παραδείγματα βιβλίων και ταινιών είναι πολλά, το μόνο που διαφέρει είναι το στυλ που καθορίζει τον κάθε δημιουργό. Στο «4 3 2 1», ο Auster περιγράφει τέσσερις εκδοχές της ζωής του κεντρικού του χαρακτήρα αλλάζοντας λίγο τις εξωτερικές συνθήκες της ζωής του, ενώ τα γενικότερα στοιχεία (η ιστορία των ΗΠΑ, οι πολιτικές εξελίξεις κλπ) παραμένουν τα ίδια.

«Ο χρόνος κινούνταν σε δυο κατευθύνσεις επειδή κάθε βήμα προς το μέλλον έφερε μια ανάμνηση του παρελθόντος, και παρότι ο Φέργκιουσον ακόμη δεν είχε κλείσει τα δεκαπέντε, είχε συσσωρεύσει αρκετές αναμνήσεις ώστε να ξέρει ότι ο κόσμος ολόγυρά του διαρκώς διαμορφωνόταν από τον κόσμο εντός του, ακριβώς όπως η εμπειρία όλων από τον κόσμο διαμορφωνόταν από τις αναμνήσεις τους, κι ενώ όλους τους ανθρώπους τους έδενε ο κοινός χώρος που μοιράζονταν, οι διαδρομές τους στον χρόνο ήταν όλες διαφορετικές, το οποίο σήμαινε ότι κάθε άτομο ζούσε σ’ έναν κόσμο ελαφρώς διαφορετικό από όλων των άλλων. Το ερώτημα ήταν: Σε ποιο κόσμο ζούσε τώρα ο Φέργκιουσον, και πως είχε αλλάξει ο κόσμος εκείνος γι’ αυτόν;»

Ο ήρωας του βιβλίου είναι ο Άρτσι Φέργκιουσον, τον οποίο παρακολουθούμε από την γέννησή του το 1947 στο Νιού Τζέρσι, έως τα 21 του χρόνια. Με καταγωγή (εκ πατρός) από Εβραίους μετανάστες, μεγαλώνει σε μια αστική οικογένεια, όπου ο πατέρας είναι έμπορος ηλεκτρικών ειδών και η μητέρα που δούλευε σε έναν φωτογράφο, αναλαμβάνει τα οικοκυρικά. Στο μυθιστόρημα παρακολουθούμε τις διαφορετικές εκδοχές που θα μπορούσε να πάρει η ζωή του νεαρού Άρτσι καθώς αλλάζει το οικογενειακό πλαίσιο. Στη μια εκδοχή, ο πατέρας χρεοκοπεί, στην άλλη πεθαίνει, στην άλλη επεκτείνεται και πλουτίζει κ.ο.κ. ενώ και οι γονείς του, στη μία εκδοχή χωρίζουν, στην άλλη ζει με την χήρα μητέρα του η οποία σε μια άλλη εκδοχή κάνει καριέρα ως φωτογράφος, στην άλλη τσακώνεται με τον πατέρα του. Σταθερή παραμένει η καθοριστική παρουσία της Έιμι ως επίδρασης στην ερωτική και γενικότερα στην συναισθηματική εξέλιξη του Άρτσι. Άλλοτε ερωμένη, άλλοτε ετεροθαλής αδελφή, άλλοτε μεγάλη καταπιεσμένη επιθυμία, η Έιμι είναι ένα κορίτσι και μετέπειτα νεαρή γυναίκα που θα επηρεάσει πολύ τον Άρτσι. Ο ίδιος ο Άρτσι παραμένει σε όλες τις εκδοχές του (σε μια πεθαίνει πολύ γρήγορα) ένας ανήσυχος και ευαίσθητος νεαρός, στην μια εκδοχή είναι αμφιφυλόφιλος, ενώ γενικώς είναι ένα εξαιρετικό παιδί που ενδιαφέρεται για τους γύρω του και την πολιτική, με ενδιαφέρον για τα σπορ και για την λογοτεχνία ενώ σε μια εκδοχή γίνεται νεαρός δημοσιογράφος και σε άλλη συγγραφέας.

«Όλοι πάντα έλεγαν στον Φέργκιουσον πως η ζωή έμοιαζε με βιβλίο, μια ιστορία που ξεκινούσε στη σελίδα 1 και προχωρούσε ώσπου να πεθάνει ο ήρωας στη σελίδα 204 ή την 926, τώρα όμως που το μέλλον το οποίο είχε φανταστεί για τον εαυτό του άλλαζε, άλλαζε και η αντίληψή του για τον χρόνο. Ο χρόνος κινούνταν τόσο προς τα μπρος όσο και προς τα πίσω, συνειδητοποιούσε, και επειδή οι ιστορίες στα βιβλία μόνο μπροστά μπορούσαν να πάνε, η μεταφορά του βιβλίου δεν είχε λογική.»



Τα βασικά μοτίβα των βιβλίων του Auster επανέρχονται και στο «4 3 2 1». Το μπέιζμπολ, το μπάσκετ και το (αμερικάνικο) φούτμπολ, το Παρίσι, οι δρόμοι και η ατμόσφαιρα της Νέας Υόρκης, το Νιούαρκ, οι ταινίες (ιδιαίτερα το δίδυμο «Χοντρός-Λιγνός», οι μουσικές και οι συζητήσεις γύρω από βιβλία, ο εμφανής ναρκισσισμός του. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με ένα καθαρά Οστερικό μυθιστόρημα; Η απάντηση είναι ναι, μόνο που δεν έχουμε να κάνουμε με ένα, αλλά ουσιαστικά με τέσσερα αφού με ένα ιδιοφυές μοντάζ και χωρίς η αφήγηση να ξεφεύγει από την γραμμικότητά της, οι διαφορετικές εκδοχές του ήρωα εμφανίζονται από κεφάλαιο σε κεφάλαιο ταυτόχρονα που χωρίζονται από υποκεφάλαια (το 1 σε 1.1, 1.2 , 1.3, 1.4 κ.ο.κ.).

Το μυθιστόρημα αποτελεί ένα πορτρέτο, μια απεικόνιση της Αμερικάνικης κοινωνίας, των δεκαετιών 50 και 60. Η άνοδος της μεσαίας τάξης μετά τον Β παγκόσμιο πόλεμο, η εκτέλεση των Ρόζενμπεργκ και η αντικομουνιστική υστερία, η δολοφονία του Τζ. Κένεντι, οι φυλετικές διαμάχες και η πολιτική ένταση της δεκαετίας του 60, ο πόλεμος του Βιετνάμ και οι προσπάθειες αποφυγής κατάταξης στον στρατό, οι ταραχές στο πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης, η ακτιβιστική δράση, αναλύονται λεπτομερέστατα και πολλές φορές ιδιαίτερα ευρηματικά ώστε να μην κουράζουν τον αναγνώστη, ο οποίος όμως δεν γλυτώνει από την εξαντλητική παράθεση των αγώνων μπέιζμπολ (και των αποτελεσμάτων τους), των γυναικείων χαρακτηριστικών σε κάθε κοπέλα που συναναστρέφονται οι ήρωες, των ανούσιων αστείων που πολλές φορές επαναλαμβάνονται.

«Δες το έτσι, είπε στον Νόα ένα απόγευμα καθώς πήγαιναν προς την τραπεζαρία. Έχεις κάπου να πας με τ’ αυτοκίνητό σου. Είναι σημαντική δουλειά, και δεν γίνεται ν’ αργήσεις. Πας εκεί από δύο δρόμους – απ’ τον κεντρικό ή απ’ τον παράδρομο. Τυχαίνει να είναι ώρα αιχμής, και συνήθως ο κεντρικός δρόμος τέτοια ώρα είναι φίσκα, αν όμως δεν συμβεί ατύχημα ή βλάβη, η κυκλοφορία συνήθως είναι αργή και σταθερή, και πιθανότατα η διαδρομή θα σου πάρει γύρω στα είκοσι λεπτά, που σημαίνει ότι θα φτάσεις στο ραντεβού σου πάνω στην ώρα – νταν, ούτε στιγμή πριν. Ο παράδρομος από άποψη απόστασης είναι λίγο πιο μακρινός, δεν χρειάζεται όμως ν΄ανησυχείς για την κίνηση, κι αν όλα πάνε καλά, μπορείς να υπολογίζεις πως η διαδρομή θα σου πάρει γύρω στα δεκαπέντε λεπτά. Θεωρητικά ο παράδρομος είναι καλύτερος απ’ τον κεντρικό δρόμο, υπάρχει όμως ένα θεματάκι: κάθε κατεύθυνση έχει μόνο μια λωρίδα, κι έτσι και πέσεις σε βλάβη ή ατύχημα, διατρέχεις τον κίνδυνο να κολλήσεις για πολλή ώρα, πράγμα που θα σε κάνει ν’ αργήσεις στο ραντεβού σου.»

Το βιβλίο βέβαια, είναι ένα καθαρό bildungsroman (μυθιστόρημα μαθητείας-ενηλικίωσης) με έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία, όπου θίγονται και όλα αυτά που απασχολούν τον Auster στα βιβλία του, απλώς εδώ «απλώνονται» περισσότερο: η πατρική φιγούρα, η έννοια του θανάτου, η αναζήτηση ταυτότητας, οι υπαρξιακές ανησυχίες, τα alter ego και οι αντικατοπτρισμοί του εαυτού, το παράλογο και τα παιχνίδια της τύχης. Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, η μοίρα παίζει καθοριστικό ρόλο στην πορεία των τεσσάρων Φέργκιουσον χωρίς όμως ο συγγραφέας να πέσει στην παγίδα της μοιρολατρίας.

Μακροπερίοδος λόγος και πολύ σαγηνευτικό στυλ χαρακτηρίζουν το βιβλίο που σε κάποιες του σελίδες θυμίζει αναγνώσματα του 19ου αιώνα, ενώ δεν λείπουν και οι Μπορχεσικοί γρίφοι γύρω από τον χρόνο. Όλα τα γύρω γύρω είναι πολύ ωραία, και απολαμβάνεις την ευφυία του συγγραφέα, ο οποίος κρατάει το ενδιαφέρον αμείωτο μέχρι την τελευταία σελίδα, θεωρώ όμως ότι το βασικό μειονέκτημα του μυθιστορήματος, είναι ο ήρωας, ο Φέργκιουσον που ως προσωπικότητα παρουσιάζει λίγο έως ελάχιστο ενδιαφέρον έτσι ώστε να αδυνατίζει το εύρημα των εναλλακτικών εκδοχών που σε κάνουν να αναρωτιέσαι προς τι όλη αυτή η φασαρία και γιατί τόσες σελίδες (αυτό αποτελεί ένα μυστήριο που αδυνατώ να επιλύσω) όταν η Έρπενμπεκ στο αριστουργηματικό «Η συντέλεια του κόσμου» το κάνει καλύτερα στο 1/3 των σελίδων που χρειάστηκε ο Auster σε τελείως βέβαια διαφορετικό πλαίσιο και σε μη συγκρίσιμα λογοτεχνικά είδη.

«…και από την αρχή, από το ξεκίνημα της συνειδητής ζωής του, το επίμονο συναίσθημα ότι οι διασταυρώσεις και η παραλληλία των δρόμων των ταξιδεμένων και των αταξίδευτων διασχίζονταν από τους ίδιους ανθρώπους την ίδια ώρα, τους ορατούς ανθρώπους και τους σκιώδεις ανθρώπους, και ότι ο κόσμος ως είχε ποτέ δεν θα μπορούσε να γίνει κάτι παραπάνω από ένα κλάσμα του κόσμου, διότι το πραγματικό αποτελούνταν και από αυτό που θα μπορούσε να είχε συμβεί αλλά δεν είχε συμβεί, ότι δεν υπήρχε ένας δρόμος καλύτερος ή χειρότερος από τους άλλους δρόμους, αλλά το βάσανο του να ζεις σε ένα και μόνο σώμα ήταν που ανά πάσα στιγμή έπρεπε να είσαι σ’ έναν δρόμο μονάχα, παρότι θα μπορούσες να είσαι σε έναν άλλον, πηγαίνοντας προς έναν ολότελα άλλο τόπο.»

Εν ολίγοις, το «4 3 2 1» μπορεί να μην είναι το καλύτερο μυθιστόρημα του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα (δεν το τοποθετώ ούτε στην πρώτη πεντάδα του), αλλά δεν μπορείς να αγνοήσεις την ζωντάνιά του, την δύναμή και την πνοή της «μεγάλης αμερικάνικης αφήγησης» (αλλά φαίνεται από τις πρώτες σελίδες ότι Φίλιπ Ροθ ή Σολ Μπέλοου δεν είναι), την γοητεία του ύφους που σε αιχμαλωτίζει με έναν υπνωτιστικό τρόπο και τέλος τον ρυθμό του που είναι εξαιρετικός (βεβαίως σε όλα αυτά να αναγνωρίσω την συμβολή της μεταφράστριας Μαρίας Ξυλούρη που επιτέλεσε άθλο). Αντιλαμβάνομαι ότι αποτελούσε μια αναγκαιότητα για τον συγγραφέα, να γράψει ένα βιβλίο που συμπυκνώνει το προηγούμενο έργο του, αλλά τον προτιμώ στα παλαιότερα και πολύ πιο συμπαγή του μυθιστορήματα (τα οποία έχουν την μορφή μιας μπάμπουσκας - κάτι που έλειπε από το τελευταίο μαξιμαλιστικό του εγχείρημα), για τα οποία τον αγαπήσαμε.

Βαθμολογία 80 / 100































 
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 21, 2018
posted by Librofilo at Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 21, 2018 | Permalink
"Η μορφή των λειψάνων"

«Δεν ξέρω πότε άρχισα ν' αντιλαμβάνομαι ότι το παρελθόν της χώρας μου μού φαίνεται ακατανόητο και σκοτεινό, μια πραγματική δυστοπία, ούτε εγώ μπορώ να θυμηθώ την ακριβή στιγμή κατά την οποία όλα αυτά που εγώ τα θεωρούσα τόσο αξιόπιστα και προβλέψιμα - το μέρος όπου μεγάλωσα, το μέρος που μιλάω τη γλώσσα του και γνωρίζω τις συνήθειές του, το μέρος που το παρελθόν του μού το δίδαξαν στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο, το μέρος που το παρόν του έχω συνηθίσει να το ερμηνεύω και να υποκρίνομαι ότι το καταλαβαίνω - άρχισαν να μετατρέπονται σ' ένα κράτος ζόφου απ' το οποίο ξεπηδούσαν αποτρόπαια πλάσματα μόλις χαλαρώναμε την επαγρύπνηση. Με τον καιρό κατέληξα στη σκέψη ότι αυτή είναι και η αληθινή αιτία για την οποία οι συγγραφείς γράφουν για τους τόπους της παιδικής τους ηλικίας, της εφηβείας τους, ακόμα και της πρώτης νιότης τους· δε γράφει κανείς για όσα γνωρίζει και καταλαβαίνει, δε γράφει ούτε επειδή γνωρίζει και καταλαβαίνει, αλλά ακριβώς επειδή συνειδητοποιεί ότι όλες του οι γνώσεις και η κατανόηση είναι κίβδηλες, μια οφθαλμαπάτη, μια ψευδαίσθηση, οπότε τα βιβλία του δεν είναι, δε θα μπορούσε ποτέ να μην είναι παρά καλοεπεξεργασμένα δείγματα αποπροσανατολισμού, εκτενείς και πολύμορφες ομολογίες σύγχυσης.»

Ο Κολομβιανός συγγραφέας, Juan Gabriel Vasquez (Μπογκοτά, 1973) ήδη με τα δύο βιβλία του, που κυκλοφορούν στη χώρα μας,  τους "Πληροφοριοδότες" και το "Ό ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν", μας έχει δείξει την αδιαμφισβήτητη αξία του. Οι ιστορίες του εκτυλίσσονται στην Κολομβία και είτε στο υπόβαθρο βρίσκονται ταραγμένες εποχές πρόσφατες ή παρελθούσες, ή, σε πρώτο πλάνο βρίσκονται προσωπικές ιστορίες που επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από την βία που κυριαρχεί στη χώρα, η ιστορία της χώρας βρίσκεται πάντα τον απασχολεί, σαν ένα βασικό μοτίβο των κειμένων του. Με το πιο πρόσφατα μεταφρασμένο στα ελληνικά, πολυσέλιδο μυθιστόρημα του "Η ΜΟΡΦΗ ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ" ("La forma de las ruinas") - (εκδ. Ίκαρος, μετάφρ. Αχ. Κυριακίδης, σελ. 676) δεν ξεφεύγει ιδιαίτερα από την συνήθη προβληματική του, σε ένα πολύ ενδιαφέρον και σαγηνευτικό (όπως όλα άλλωστε) βιβλίο, το οποίο όμως πλατειάζει επικίνδυνα σε πολλά σημεία της αφήγησης.



Στα βιβλία του Βάσκεζ, το παρελθόν δεν πεθαίνει ποτέ, είναι διαρκώς παρόν. Σε μια χώρα όπως η Κολομβία όπου η βία στην πολιτική, (όπως και σε άλλους τομείς του δημόσιου βίου) είναι συνεχής, οι φήμες, οι διαδόσεις, τα εύκολα συμπεράσματα και η μίξη φαντασίας και πραγματικότητας αποτελούν μια καθημερινότητα και οι θεωρίες συνωμοσίας βρίσκουν το κατάλληλο έδαφος για να αναπτυχθούν. Ο αφηγητής και κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι ο ίδιος ο συγγραφέας, που τοποθετεί τον εαυτό του μέσα στην πλοκή του βιβλίου. Ευρισκόμενος σε μια ευαίσθητη ψυχολογικά κατάσταση καθώς η σύζυγος του έχει φέρει πρόωρα στον κόσμο δύο δίδυμα κοριτσάκια, γνωρίζει έναν ολοφάνερα διαταραγμένο άνθρωπο, τον Κάρλος Καρβάγιο, ο οποίος θα είναι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου.

«...Η ζήλια και ο φθόνος κινούν τον κόσμο. Οι μισές αποφάσεις παίρνονται εξαιτίας συναισθημάτων τόσο απλών όσο η ζήλια και ο φθόνος, το αίσθημα ταπείνωσης, η πικρία, το σεξουαλικό ανικανοποίητο, το σύμπλεγμα κατωτερότητας: αυτοί είναι οι κινητήρες της Ιστορίας, αγαπητέ μου ασθενή. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, κάποιος παίρνει μια απόφαση που επηρεάζει και σένα και μένα, και την παίρνει για λόγους σαν κι αυτούς: για να κάνει κακό σε κάποιο εχθρό, για να ξεπλύνει μια προσβολή, για να εντυπωσιάσει μια γυναίκα και να κοιμηθεί μαζί της. Έτσι λειτουργεί ο κόσμος. Η πολιτική είναι η μετουσίωση των συμπλεγμάτων.»

Ο Καρβάγιο είναι ένας άνθρωπος που έχει βάλει ως σκοπό της ζωής του να αποδείξει (και να ανακαλύψει αν μπορεί) ποιοι ήταν οι πραγματικοί δολοφόνοι του Χόρχε Ελιέσερ Γκαϊτάν, του ηγέτη των Φιλελευθέρων, που δολοφονήθηκε καθώς έβγαινε από τα γραφεία του κόμματος, ένα πρωινό του 1948. Μια δολοφονία που συντάραξε την ζωή της χώρας, καθώς το θύμα ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές (έχοντας δε αντιγράψει προσεκτικά τις κινήσεις και τις χειρονομίες του Μουσολίνι, γνώριζε καλά πως να μαγνητίσει τα πλήθη). Ο δολοφόνος λυντσαρίστηκε από το πλήθος αλλά τα κίνητρά του παρέμειναν άγνωστα και οι μαρτυρίες για έναν άνθρωπο με γκρι κοστούμι που κατηύθυνε τον όχλο (γεγονός που αναφέρει κι ο Γκ.Γκ.Μάρκες στο περίφημο «Ζω για να τη διηγούμαι» αυτοβιογραφικό βιβλίο του) είναι πολλές. Η δολοφονία του Γκαϊτάν προκάλεσε διαδηλώσεις που καταπνίγηκαν στο αίμα και η ατμόσφαιρα των ημερών απέκτησε όνομα: «bogotazo», που υποδηλώνει εκείνες τις ταραγμένες μέρες που άλλαξαν την πολιτική σκηνή της χώρας για πάντα, προκαλώντας έναν εμφύλιο πόλεμο που κράτησε περίπου 10 χρόνια, η δε περίοδος αυτή είναι γνωστή ως «Βία» («Violencia»). Ο Καρβάγιο που έχασε τον πατέρα του, την ημέρα της πρώτης διαδήλωσης, καθώς εκείνος (φανατικός οπαδός του Γκαϊτάν) έπεσε νεκρός από τις σφαίρες της εθνοφρουράς, προσπαθεί να πείσει τον Βάσκεζ να γράψει ένα βιβλίο γύρω από τα αίτια της δολοφονίας και το μυστήριο που την καλύπτει, συγκρίνοντάς την με την δολοφονία του Τζ. Κένεντι στο Ντάλας του Τέξας μερικά χρόνια αργότερα.

Για να τραβήξει περισσότερο το ενδιαφέρον του συγγραφέα, του παραδίδει στοιχεία για άλλη μια πολιτική δολοφονία που συνέβη αρκετά χρόνια πριν, το 1914, ενός άλλου Φιλελεύθερου ηγέτη, του Ραφαέλ Ουρίμπε Ουρίμπε, εν μέση οδώ κι αυτό, από δύο μαραγκούς. Ούτε όμως και τότε αποκαλύφθηκε η αλήθεια, για το ποιοι όπλισαν τα χέρια των δύο φονιάδων που φερόντουσαν προκλητικά τυγχάνοντας υψηλής προστασίας μέσα από το κελί της φυλακής. Ο Καρβάλιο ταυτίστηκε με έναν δικηγόρο της εποχής, τον Μάρκο Τούλιο Ανσόλα, που η επίλυση της υπόθεσης τότε, έγινε σκοπός της ζωής του, γράφοντας κι ένα βιβλίο που δεν διάβασε κανείς. Ο Καρβάλιο προσπαθεί να πείσει τον δύσπιστο στην αρχή Βάσκεζ, που όμως επηρεάζεται όλο και περισσότερο από αυτόν, ότι υπάρχει ένα κοινό νήμα που συνδέει όχι μόνο τις δολοφονίες αλλά την εξουσία που από τότε κυριαρχεί στην χώρα και είναι υπεύθυνη για όλα τα δεινά της.

Τι κοινό όμως μπορεί να υπάρχει μεταξύ ενός ανθρώπου εθισμένου στις θεωρίες συνωμοσίας (και ο οποίος, μέσα από την παράνοια και την μονομανία του, παραθέτει και γεγονότα που σε προβληματίζουν) , και του Βάσκεζ ή του οποιουδήποτε νοήμονος ανθρώπου, που είναι πάντα δύσπιστος απέναντι σε τέτοιου είδους θεωρίες; Η απάντηση είναι μονολεκτική: Η Κολομβία, η χώρα με το βίαιο παρελθόν και το ακόμα πιο βίαιο παρόν, η χώρα που δεν αλλάζει ποτέ, εκεί όπου οι νεκροί αποτελούν μέρος του σκηνικού, του τοπίου. Στο βιβλίο σε μερικές σελίδες άξιες ανθολογίας, ο Βάσκεζ περιγράφει τα συναισθήματά του, καθώς περπατάει στο κέντρο της Μπογκοτά, στους ίδιους δρόμους από τους οποίους απέδρασε ο Σιμόν Μπολίβαρ το 1828 για να μη πέσει θύμα δολοφονίας, που αυτοκτόνησε ο ποιητής Χοσέ Ασουνσιόν Σίλβα το 1896, που δολοφονήθηκαν δύο άνθρωποι ο Ουρίμπε και ο Γκαϊτάν που ίσως και να άλλαζαν την μοίρα της χώρας.

«Όχι δεν ξεφεύγεις από την βία της Κολομβίας, κι αυτό είναι κάτι που έπρεπε να το γνωρίζω. Κανείς δεν ξεφεύγει, πόσο μάλλον οι άνθρωποι της γενιάς μου, αυτοί που γεννήθηκαν με το εμπόριο ναρκωτικών και ενηλικιώθηκαν όταν η χώρα πνιγόταν στο αίμα από τον πόλεμο που της είχε κηρύξει ο Πάμπλο Εσκομπάρ. Μπορεί κανείς να φύγει από τη χώρα όπως έφυγα εγώ το 1996 και να νομίζει πως έτσι την αφήνει πίσω, αλλά αυταπατάται. Όλοι αυταπατόμαστε.»



Το βιβλίο είναι γεμάτο από θεωρίες συνωμοσίας, υποθέσεις και σενάρια, όπου η πραγματικότητα συναντάει την φαντασία και ο Βάσκεζ είναι ένας χαρισματικός συγγραφέας, που η επιρροή του Τζ. Κόνραντ είναι εμφανής στα βιβλία του. Ξέρει πως να κρατάει τον αναγνώστη και να τον βυθίζει μέσα στις ιστορίες του, αλλά παρά την γοητεία και την έλξη του κειμένου, κάποια στιγμή "γονατίζεις", καθώς οι πλατειασμοί και τα διαστήματα που νιώθεις ότι είναι περιττά είναι πολλά, ίσως υπερβολικά πολλά.

Ωραίο μυθιστόρημα και πολύ ενδιαφέρον, αλλά εξαιρετικά άνισο "Η μορφή των λειψάνων", που έχει στο κέντρο της αφήγησης, την ιστορία της Κολομβίας, μια αιματηρή ιστορία βίας, φόνων και πολιτικών παιχνιδιών. Ο Βάσκεζ δεν ωραιοποιεί, ούτε επινοεί καταστάσεις, ευρισκόμενος σε αντίθεση με τον "μαγικό ρεαλισμό" του Γκ.Γκ.Μάρκες που έβαλε στον παγκόσμιο λογοτεχνικό χάρτη την χώρα - όπως όμως και άλλοι συμπατριώτες του συγγραφείς που έγιναν γνωστοί την τελευταία δεκαετία, προσπαθεί να αποτινάξει από πάνω του, αυτή την ταυτότητα. Το πέτυχε απόλυτα με τα δύο προηγούμενα βιβλία του, κάπου το έχασε με την "Μορφή..." αλλά δεν αλλάζει κάτι στην διαπίστωση ότι οι δυνατότητές του είναι μεγάλες και η αφηγηματική του δεινότητα ξεχειλίζει.

Βαθμολογία 80 / 100



 
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 14, 2018
posted by Librofilo at Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 14, 2018 | Permalink
"Πετρούπολη"

"Αν όμως η Πετρούπολη δεν είναι πρωτεύουσα, τότε δεν υπάρχει Πετρούπολη. Απλώς νομίζουμε ότι υπάρχει." (μετάφρ. Ε. Μπακοπούλου)

Το εκδοτικό γεγονός του καλοκαιριού του 2017 ήταν η σχεδόν ταυτόχρονη έκδοση του κλασσικού και κορυφαίου μυθιστορήματος του μοντερνισμού, «ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗ» ("Петербургъ")του Ρώσου συγγραφέα Αντρέι Μπιέλυ (ή Μπέλυ) (Μόσχα 1880 – 1934), από δύο ποιοτικούς εκδοτικούς οίκους, τις εκδόσεις Κίχλη (που προηγήθηκαν χρονικά κατά περίπου ένα μήνα), σε μετάφραση Στ. Αργυροπούλου, σελ. 749, όπου περιλαμβάνονται, ένα επίμετρο της Αλεξ. Ιωαννίδου, μια επιστολή του συγγραφέα στον Ι. Στάλιν και ένα κείμενο του σπουδαίου Γ. Ζαμιάτιν, και τις εκδόσεις Αντίποδες, σε μετάφραση της Ελένης Μπακοπούλου, σελ. 784 όπου περιλαμβάνεται ένα εκτενέστατο επίμετρο του Τζ. Ντ. Έλσγουορθ.


Το βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε το 1913 και δεν είχε μεταφραστεί ποτέ στα ελληνικά, υπάρχει μύθος γύρω από αυτό, καθώς διάσημοι και αγαπημένοι συγγραφείς είχαν εκφραστεί με πολύ κολακευτικά λόγια (Ναμπόκοφ, Ζαμιάτιν και άλλοι), οπότε η προσμονή του βιβλιόφιλου κοινού ήταν μεγάλη (καθώς τουλάχιστον οι εκδ. Κίχλη το είχαν προαναγγείλει αρκετό καιρό πριν) - το γεγονός των δύο εκδόσεων μπέρδεψε τα πράγματα, και σίγουρα δεν ωφέλησε εμπορικά κανένα από τους δύο, αλλά η ουσία είναι ότι καλύτερα να έχουμε δύο μεταφράσεις παρά καμία.

"Πετρούπολη, Πετρούπολη!
Πολιορκημένη από την καταχνιά, κι εμένα με καταδίωκες με ένα μάταιο παιχνίδι του μυαλού· εσύ, άκαρδε τύραννε, εσύ, φάντασμα ανειρήνευτο, χρόνια εσύ με κυνηγούσες. Έτρεχα στις φρικτές λεωφόρους σου και, με τη φόρα που έπαιρνα, έβγαινα σ' εκείνη τη σιδερένια γέφυρα που ξεκινούσε από την άκρη της γης και έβγαζε στην απεραντοσύνη του απείρου. Πέρα από τον Νέβα, μέσα στη θαμπή, πράσινη απεραντοσύνη υψώνονταν τα φαντάσματα των νησιών και των σπιτιών, πλανεύοντάς σε με τη μάταιη ελπίδα ότι η στεριά ετούτη είναι η πραγματικότητα και δεν είναι η απεραντοσύνη που ουρλιάζει, που κυνηγάει μέσα στους δρόμους της Πετρούπολης τον ωχρό καπνό των νεφών." (μετάφρ. Στ. Αργυροπούλου)

Η «Πετρούπολη» είναι ένα πολυεπίπεδο και πολύμορφο μυθιστόρημα, το οποίο διαδραματίζεται (που αλλού;) στην Πετρούπολη την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα. Η Ρωσία έχει ηττηθεί στον Ρωσο-Ιαπωνικό πόλεμο πριν από ένα χρόνο, η συνειδητοποίηση ότι η χώρα δεν είναι και καμιά στρατιωτική υπερδύναμη κλόνισε το ηθικό του κόσμου και η από χρόνια υποβόσκουσα αντίδραση του κόσμου ξεσπάει με την επανάσταση του 1905 που αποτέλεσε αιτία κοινωνικών αλλαγών και κάποιας φιλελευθεροποίησης του Τσαρικού καθεστώτος. Το ταραχώδες κλίμα των ημερών εκείνου του Οκτωβρίου, αποτελεί το σκηνικό στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία του βιβλίου.

Στο προσκήνιο οι δύο βασικοί ήρωες του μυθιστορήματος, ο γερουσιαστής Απόλλων Απολλώνοβιτς Αμπλεούχοφ, και ο γιος του Νικολάι Απολλώνοβιτς. Ζουν στο ίδιο σπίτι αλλά δεν συναντιούνται ποτέ μεταξύ τους από τότε που η Άννα Πετρόβνα η μητέρα του Νικολάι εγκατέλειψε το σπίτι, ακολουθώντας έναν παθιασμένο έρωτα στην Ισπανία. Ο συντηρητικός και τυπολάτρης Απόλλων, είναι βαθύτατα ενοχλημένος με την συμπεριφορά του γιου του, που τον βλέπει να κάνει περίεργες παρέες και να ξυπνάει αργά. Στο μεσημεριανό τραπέζι όμως κάθονται και τρώνε χωρίς να συμβαίνει τίποτα, χωρίς να δείχνει κάτι ο ένας στον άλλον. Ο Νικολάι περιφρονεί τον πατέρα του και περιφέρεται στους δρόμους, διαβάζει βιβλία και είναι ερωτευμένος με την Σοφία Πετρόβνα, την γυναίκα που πάντρεψε πριν λίγο καιρό με έναν καλό του φίλο. Είναι συμπαθών στο «κόμμα», έχει μπλέξει πριν από καιρό με μια μυστηριώδη οργάνωση και τώρα δέχεται την εντολή από αυτούς τους μυστηριώδεις ανθρώπους, να δολοφονήσει τον πατέρα του, ενεργοποιώντας μια βόμβα που υπάρχει σε ένα κονσερβοκούτι που έχει παραλάβει, τοποθετώντας την στο σπίτι ή στο γραφείο του.
Ο Απόλλων Απολλώνοβιτς τυπικός γραφειοκράτης, που συνεχώς εκδίδει εγκυκλίους, είναι το κατάλληλο θύμα για μια δυναμική αλλά και συμβολική τρομοκρατική κίνηση, και ο γιος του από τη μια στιγμή στην άλλη βρίσκεται μπροστά σε ένα τεράστιο δίλημμα καθώς ο μηχανισμός της ωρολογιακής βόμβας είναι προγραμματισμένος να εκραγεί εντός 24ώρου.
Ο Νικολάι είναι ένας αφάνταστα μπερδεμένος άνθρωπος, αποπροσανατολισμένος μέσα στο χάος των σκέψεών του που αντιδρά σπασμωδικά για όλα. Από τη μια προσπαθεί να βγάλει άκρη και να σταματήσει την βόμβα, από την άλλη ερωτευμένος γαρ, κάνει σαν παλαβός για την Σοφία Πετρόβνα, που είναι κι αυτή χαμένη μέσα στο χάος των συναισθημάτων της - "Εν ολίγοις, η Σοφία περιήλθε σε σύγχυση: όντας ερωτευμένη μισούσε, και μισώντας αγαπούσε." (μετάφρ. Στ. Αργυροπούλου) -, μισεί τον πατέρα του αλλά δεν θέλει να τον σκοτώσει, ψάχνει να βρει άκρη με τους ανθρώπους της οργάνωσης, καταλήγει σε αδιέξοδο. Το σασπένς κορυφώνεται όταν ο Απόλλων βρίσκει το κονσερβοκούτι που περιέχει την βόμβα, χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς είναι, το βάζει σε ένα συρτάρι και μετά το ξεχνάει, ενώ ο τρελαμένος Νικολάι ψάχνει εναγωνίως να το βρει και να το απομακρύνει…



"Οι δρόμοι της Πετρούπολης διαθέτουν μια αδιαμφισβήτητη ιδιότητα: μετατρέπουν τους διαβάτες σε σκιές· τις δε σκιές, οι δρόμοι της Πετρούπολης τις μετατρέπουν σε ανθρώπους." (μετάφρ. Ε. Μπακοπούλου)

Ο τρίτος και μεγάλος πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, είναι η Πετρούπολη, η αυτοκρατορική πόλη που είναι χτισμένη πάνω στους βάλτους, δεσπόζει και κυριαρχεί στην αφήγηση του Μπιέλυ, χαρίζοντάς μας υπέροχες σελίδες γεμάτες γοητεία και ζωντάνια. Η Πετρούπολη στο βιβλίο είναι μια πόλη όπου το κέντρο της είναι πανέμορφο γεμάτο εκπληκτικά κτίρια, αγάλματα, παλάτια, πολυτελή σπίτια όπου ζει η αριστοκρατία και γύρω της, τα μικρά νησιά με επίκεντρο το Βασιλιέφσκι όπου επικρατεί το χάος, η φτώχια, η φασαρία κι όπου η κατάσταση βράζει και μια εξέγερση ετοιμάζεται. Ο συγγραφέας παραθέτει ιστορικά στοιχεία για την πόλη, μαζί με γεωγραφικά στοιχεία, ενώ μέσα από το συνεχές βουητό των δρόμων, και την πολυφωνία του βιβλίου αναδεικνύεται μια πόλη ολοζώντανη και σε διαρκή αναβρασμό που δεν κοιμάται ποτέ - ακόμα και ένα από τα σύμβολα της πόλης, ο περίφημος "Μπρούτζινος καβαλλάρης" ζωντανεύει μέσα στην ροή του βιβλίου, και την ίδια στιγμή ετοιμοθάνατη και απειλητική. Φωνές "ακούγονται" όχι μόνο στο υπόβαθρο της ιστορίας, αλλά εισβάλλουν και στην ροή της αφήγησης με ένα μουσικό ρυθμό που ξαφνιάζει στην αρχή αλλά χάρις στην ιδιοφυή αφήγηση του Μπιέλυ λειτουργεί εξαιρετικά.

Το βιβλίο έχει κινηματογραφικό και μουσικό ρυθμό. Ο συγγραφέας επηρεασμένος από τον κινηματογράφο της εποχής, έγραψε ένα βιβλίο σε συνεχή κίνηση, ενώ η βαθύτερη επιθυμία του, να μεταφερθεί η ιστορία που περιγράφει σε μιούζικαλ διαφαίνεται από τους συνεχείς ήχους και την πολυφωνία που χαρακτηρίζει το είδος, ενώ κι η σκηνή του χορού - όπου εμφανίζεται ο Νικολάι φορώντας ένα κόκκινο κιμονό είναι απόλυτα κινηματογραφική αλλά και μαγευτική μέσα στην περιγραφή της καθώς η γραφίδα του Μπιέλυ θυμίζει έντονα κινηματογραφική μηχανή με την διαρκή της κυκλική κίνηση στον χώρο (είμαι δε σίγουρος ότι ο ντι Λαμπεντούζα επηρεάστηκε τα μάλα από αυτές τις σελίδες για την μεγαλειώδη περιγραφή του χορού στον "Γατόπαρδο").

"Άρχισε να χορεύει από παιδάκι. Ήδη χόρευε καλύτερα απ' όλους. Και τον καλούσαν στα διάφορα σπίτια ως έμπειρο χορευτή. Στο τέλος των γυμνασιακών του σπουδών, έκανε χορεύοντας πολλές γνωριμίες. Με την αποφοίτησή του από τη Νομική Σχολή, μέσα από ένα τεράστιο κύκλο γνωριμιών, χόρευε θαρρείς ένας κύκλος ισχυρών προστατών. Και ο Νικολάι Πετρόβιτς Τσουκάτοφ βάλθηκε να κάνει καριέρα στο δημόσιο χορεύοντας. Σ' αυτό το διάστημα έφαγε στους χορούς ένα ολόκληρο κτήμα. Κι αφού έφαγε το κτήμα, με αφέλεια και επιπολαιότητα το έριξε στις χοροεσπερίδες, και από τις χοροεσπερίδες, με αξιοσημείωτη άνεση, οδήγησε στο σπίτι του τη συμβία του, τη Λιουμπόφ Αλεξέγιεβνα. Εντελώς τυχαία, η εν λόγω συμβία βρέθηκε να διαθέτει τεράστια προίκα. Και, από τότε, ο Νικολάι Πετρόβιτς χόρευε στο δικό του σπίτι. Χορεύοντας απέκτησαν παιδιά, χορεύοντας στη συνέχεια ανάστησαν τα παιδιά· όλα αυτά χορεύοντας εύκολα, ανεπιτήδευτα, χαρούμενα. Και τώρα, εκείνος ολοκλήρωνε τον χορό του." (μετάφρ. Στ. Αργυροπούλου)



Γεμάτο συμβολισμούς το μυθιστόρημα, προσφέρεται για ψυχολογική μελέτη των πολλών χαρακτήρων που μπαινοβγαίνουν στην πλοκή του. Δεν είναι μόνο η έννοια της "πατροκτονίας" που κυριαρχεί στην επιφάνεια, αλλά και ο συμβολισμός της βόμβας που μεταφέρεται από χέρι σε χέρι, έτοιμη να εκραγεί αυξάνοντας την αγωνία του αναγνώστη, η εσωτερική πάλη του διχασμένου Νικολάι Απολλώνοβιτς, οι παλινωδίες και οι αντιφάσεις όλων των χαρακτήρων του βιβλίου. Ένα άλλο σημαντικό συστατικό του βιβλίου, είναι η βαθιά ειρωνεία και το χιούμορ που κατακλύζουν τις σελίδες του, με εικόνες (άλλη παραπομπή στον κινηματογράφο) που μένουν χαραγμένες στο μυαλό του αναγνώστη (όπως η γκροτέσκα απόπειρα αυτοκτονίας του Λιχούτιν, συζύγου της Σοφίας Πετρόβνα).

Το βιβλίο θεωρείται ότι παρουσιάζει ομοιότητες με τον "Οδυσσέα" του Τζόις και έχουν γραφτεί μελέτες γύρω από αυτό το θέμα. Δεν ξέρω αν αυτό του κάνει καλό ή κακό, νομίζω πάντως ότι διαστρέφει λίγο το νόημά του, καθώς το να προσπαθούμε να συγκρίνουμε ή να κάνουμε παραπομπές των δύο Αμπλεούχοφ, πατέρα και γιου με τον Λέοπολντ Μπλουμ και τον Στήβεν Δαίδαλο μας κάνει να χάσουμε την απόλαυση του κειμένου -  (πάντως η χρήση του εσωτερικού μονολόγου στην "Πετρούπολη" είναι διαφορετικής υφής από την χρήση του στον "Οδυσσέα" εάν αυτό λέει κάτι). Σίγουρα όμως μπορούμε να πούμε ότι είναι ένα εμφανέστατα Ρώσικο μυθιστόρημα, στην παράδοση των Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Γκόγκολ, Πούσκιν (οι αναφορές στην «Ντάμα Πίκα είναι πολλές), υπερβολικό και αμετροεπές, υστερικό πολλές φορές και με έναν φρενήρη ρυθμό που σε παρασέρνει μαζί του, στοχαστικό και φιλοσοφημένο που σε βυθίζει μέσα στις σελίδες του. 

"Πόσο φρικτή είναι η μοίρα ενός συνηθισμένου, απολύτως φυσιολογικού ανθρώπου: η ζωή του αποφασίζεται από ένα λεξιλόγιο κατανοητών λέξεων, από την καθημερινότητα εξαιρετικά ξεκάθαρων πράξεων· οι πράξεις αυτές τον τραβάνε προς έναν ορίζοντα χωρίς όρια, σαν καραβάκι φορτωμένο με λέξεις και με χειρονομίες, απολύτως εκφραστικές· αν το καραβάκι πέσει απρόσμενα πάνω στον ύφαλο της ακατανοησίας της καθημερινότητας, τότε το καραβάκι, πέφτοντας πάνω στον ύφαλο συντρίβεται και ο απλοϊκός ναυτικός πνίγεται...Ναι κύριοι, οι απλοί άνθρωποι χάνουν τα λογικά τους με το παραμικρό ταρακούνημα της ζωής· όχι, οι παράφρονες δεν υφίστανται τόσους κινδύνους διαταραχής του μυαλού: σίγουρα τα μυαλά τους έχουν υφανθεί από λεπτότατη αιθέρια ουσία. Για ένα απλοϊκό μυαλό είναι εντελώς δύσληπτα αυτά που γίνονται καταληπτά από τα εν λόγω μυαλά: το απλοϊκό μυαλό δεν μπορεί παρά να συντριβεί στον ύφαλο· και συντρίβεται." (μετάφρ. Ε. Μπακοπούλου)

Η «Πετρούπολη» είναι μια εξαιρετική λογοτεχνική δημιουργία ενός ιδιοφυούς συγγραφέα, η οποία εντυπωσιάζει για την γλώσσα, το ύφος και την δομή της, παρά για την πλοκή της. Ο Μπιέλυ επαναλαμβάνει προτάσεις, λέξεις, κάνει λογοπαίγνια, ο ρυθμός του (όπως έγραψα παραπάνω) έχει έντονη μουσικότητα, ενώ το ύφος είναι πολλές φορές ποιητικό και στοχαστικό, το δε κείμενο είναι γεμάτο εικόνες και χρώματα. Είναι ουσιαστικά ένα παζλ που θα πρέπει να συμπληρώσεις, πολλά αινίγματα που πρέπει να λύσεις, πολλές ερωτήσεις που οι περισσότερες θα μείνουν αναπάντητες, είναι ένα λογοτεχνικό παιχνίδι με γρίφους και σύμβολα.

 Η «Πετρούπολη» είναι ένα βιβλίο που το θαυμάζεις αλλά δύσκολα θα το αγαπήσεις, είναι ένα βιβλίο απαιτητικό που προϋποθέτει αναγνωστική συγκέντρωση και εμπειρία. Οι δύο εκδοτικοί οίκοι που πήραν το ρίσκο να εκδώσουν αυτό το πολύτιμο (για κάθε βιβλιοθήκη) λογοτεχνικό έργο, φρόντισαν να συμπεριλάβουν θαυμάσια επίμετρα (όποιος αγοράσει τη μία έκδοση, να φροντίσει να προμηθευτεί το επίμετρο της άλλης οπωσδήποτε) σε αυτές, αναλύσεις διεισδυτικές και επεξηγηματικές, που αποτελούν βιβλία από μόνα τους.
Πολλή κουβέντα έχει γίνει για τις δύο μεταφράσεις των εξαίρετων Στ. Αργυροπούλου και Ε. Μπακοπούλου. Η άποψή μου είναι ότι είναι και οι δύο εκπληκτικές (πραγματικός άθλος), και είναι καθαρά υποκειμενικά τα κριτήρια επιλογής της μιας από την άλλη – αντιλαμβάνομαι ότι ελάχιστοι μπορούν να αγοράσουν και τις δύο εκδόσεις, όποια όμως κι αν επιλέξουν δεν θα βγουν χαμένοι γιατί εδώ μιλάμε για ένα έργο πολύ σημαντικό που είναι κρίμα να μιλάμε για τα γύρω γύρω κι όχι για το βιβλίο ως δημουργία.

Βαθμολογία 83 / 100