Τρίτη, Οκτωβρίου 04, 2016
posted by Librofilo at Τρίτη, Οκτωβρίου 04, 2016 | Permalink
Sigmaringen
Πόσο χαίρομαι όταν ξαναβρίσκω τον υπέροχο Pierre Assouline του αριστουργηματικού μυθιστορήματος “Ξενοδοχείο Lutetia”, να κεντάει και πάλι στο έκπληκτικό “ΕΝΑΣ ΠΥΡΓΟΣ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ, ΖΙΝΓΚΜΑΡΙΝΓΚΕΝ” (“Singmaringen”), (Εκδ. Πόλις, μετάφρ. Μ.Ντεκάστρο, σελ.315), ένα ιστορικό μυθιστόρημα που κινείται μεταξύ ντοκουμέντου και μυθοπλασίας, σε ένα είδος που ο έξοχος Γάλλος συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας (Καζαμπλάνκα,1953), το γνωρίζει πολύ καλά και κινείται γύρω από αυτό με μεγάλη άνεση και μοναδικό ύφος.

Σεπτέμβριος 1944, και οι δυνάμεις του Άξονα καταρρέουν. Η Γαλλία έχει απελευθερωθεί και η φιλοναζιστική κυβέρνηση του Βισύ υπό τον Στρατάρχη Πεταίν και τον Πρωθυπουργό Λαβάλ μαζί με τους υπουργούς του αλλά και κάποια σημαντικά πρόσωπα του καθεστώτος, βρίσκει καταφύγιο στον Γερμανικό νότο, κοντά στα Γερμανοελβετικά σύνορα, στον επιταγμένο πύργο των Χοεντσόλερν στο κάστρο του Ζινγκμαρίνγκεν, που αποτελούσε την βάση του καθολικού κομματιού της αυτοκρατορικής οικογένειας Χοεντσόλερν-Ζινγκμαρίνγκεν. Ο πρίγκιπας και η οικογένειά του εκτοπίζονται και στον πύργο μένει ο αρχιοικονόμος της οικογένειας, Γιούλιους Στάιν για να οργανώσει και να φροντίσει την διαμονή των Γάλλων δοσίλογων και των συζύγων τους.

“Την ώρα που επέστρεφα σ'αυτή την απαράμιλλη κατοικία, η οποία ήταν δική μου από πάντα, είδα ένα όραμα: Μέσα στην πάχνη, φαινόταν σαν σκεπασμένη από εκείνη την παράξενη ιστορική πατίνα. Το Ζινγκμαρίνγκεν έχει μόνο πεντακόσια εβδομήντα μέτρα υψόμετρο, κι όμως ο πύργος μοιάζει να δεσπόζει στην κοιλάδα. Τι θα μπορούσε να προκαλεί μεγαλύτερη ανησυχία από έναν πύργο εκτός από την ίδια την ιδέα που σχηματίζουμε γι'αυτόν;”

Ο Στάιν, ο ήρωας του μυθιστορήματος, είναι ένας μπάτλερ σύμφωνα με τα αγγλοσαξονικά πρότυπα, ο οποίος ακολουθεί την οικογενειακή παράδοση παραλαμβάνοντας την σκυτάλη από τον θείο του και μεγαλώνοντας μέσα σε αυτό το περιβάλλον, εκπαιδευμένος να παρακολουθεί τα πάντα, να φροντίζει να κυλάνε όλα στην εντέλεια, να παρίσταται στα δείπνα, να ακούει τα πάντα, αλλά να μη μιλάει και να μην εκφέρει άποψη για τίποτα. Το έργο του είναι εξαιρετικά δύσκολο καθώς η πτώση της κυβέρνησης του Βισύ έχει επιφέρει ένα τεράστιο χάσμα μεταξύ των μελών της, οι οποίοι έχουν χωριστεί σε δύο στρατόπεδα και δεν θέλουν να επικοινωνούν μεταξύ τους, ενώ ο γηραιός Πεταίν (κάποτε σωτήρας της χώρας, πλέον η μεγαλύτερή της ντροπή), μένει απομονωμένος στον τελευταίο όροφο του πύργου. Το κάστρο του Ζινγκμαρίνγκεν κηρύσσεται Γαλλικό έδαφος, η σημαία της Γαλλίας υψώνεται στις επάλξεις και οι νέοι ένοικοι του πύργου βρίσκονται σε μια ιδιόμορφη κατάσταση, πρόσφυγες αλλά και φυλακισμένοι, κάτι σαν “ελεύθεροι πολιορκημένοι” κάνοντας σχέδια για την επόμενη μέρα και ελπίζοντας σε Γερμανική αντεπίθεση που θα τα σαρώσει όλα με τα μυστικά όπλα του Χίτλερ, μηχανορραφώντας η μία πλευρά εναντίον της άλλης.

Έξω από τον πύργο εν τω μεταξύ γίνεται της μουρλής – όπως κάπου λέει ο αφηγητής: “θα νόμιζες πως βρισκόσουν μέσα σε πίνακα του Ιερώνυμου Μπος”. Η πόλη έχει καταληφθεί από χιλιάδες Γάλλους πρόσφυγες που έχουν καταφθάσει εκεί για να ξεφύγουν από τους συμπατριώτες τους και να γλυτώσουν την εκτέλεση ως συνεργάτες των κατακτητών. Όπως αναφέρει και κάποιος από τους χαρακτήρες του βιβλίου, "αυτοί είναι πιο ναζιστές από τους Ναζί"...Ανάμεσά τους ο Σελίν, ο μεγάλος και τόσο αντιφατικός συγγραφέας, ο μόνος που βλέπει καθαρά την κατάσταση, την επόμενη μέρα και φροντίζει για τον τρόπο διαφυγής του.
Ο Στάιν άκαμπτος και αυστηρός υπηρετεί τον ρόλο του με πάθος και δεν αποκλίνει ούτε γραμμή. Όλα πρέπει να βρίσκονται στην εντέλεια, όλα να παραδοθούν όταν περάσει η θύελλα όπως τα άφησε η εξόριστη οικογένεια των Χοεντσόλερν. Το τραπέζι στρώνεται κανονικά, τα σερβίτσια στοιχισμένα, οι καμαριέρες στις θέσεις τους, τα σχόλια απαγορεύονται. Η εξοργιστική τυπικότητα του Στάιν τονίζει ακόμα περισσότερο την παράνοια και την γελοιότητα της κατάστασης στον πύργο, όπου οι Γάλλοι αιωνίως συνωμοτούν και τσακώνονται, μηχανορραφούν και χαζολογούν ενώ κάποιες κυρίες κλέβουν σερβίτσια και άλλες ερωτοτροπούν. Στο πλευρό του η έτερη ηρωίδα του βιβλίου, η βοηθός του Στρατάρχη Πεταίν, η Ζαν Βόλφερμαν, κι αυτή στο ενδιάμεσο μεταξύ των ενοίκων του πύργου και του υπηρετικού προσωπικού προσπαθεί να ισορροπήσει αλλά και να κατανοήσει τι κρύβεται πίσω από την μάσκα, το προσωπείο του Στάιν που δείχνει να την ενδιαφέρει προσωπικά και συναισθηματικά.
Ποιός είναι ο Στάιν, τι ρόλο παίζει η μουσική στη ζωή του, και ποια είναι η Βόλφερμαν; Είναι ακριβώς αυτό που δείχνουν; Το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο και η αναγκαστική συγκατοίκηση θα έχει ημερομηνία λήξης αφού τον Απρίλιο του 45 η Γερμανία θα συνθηκολογήσει και οι περισσότεροι Γάλλοι είτε θα συλληφθούν και άλλοι θα εκτελεστούν στην πατρίδα τους, άλλοι θα φυλακιστούν, ενώ κάποιοι θα διαφύγουν. Τι μέλλον επιφυλάσσεται στους δύο ήρωες του βιβλίου;

“Το παρελθόν δεν εξαφανίζεται ποτέ. Το παρελθόν δεν πεθαίνει. Δεν σταματά ποτέ να μας γνέφει.”


Ο Assouline είναι μεγάλος στυλίστας και το αποδεικνύει σε κάθε βιβλίο του. Όπως και στα προηγούμενα μυθιστορήματα του, κατασκευάζει μια σειρά από αξέχαστα λογοτεχνικά πορτρέτα τα οποία διανθίζει με την ειρωνία, το χιούμορ και την φινετσάτη του αφήγηση. Οι δύο μυθοπλαστικοί του ήρωες είναι υπέροχοι καθώς στροβιλίζονται, σε έναν ιδιότυπο χορό συναισθημάτων, ωραίων διαλόγων, ίντριγκας και έρωτα. Η μουσική θα καθορίσει τη σχέση τους, η μουσική που καταδιώχθηκε από τους Ναζί, η μουσική που επιβιώνει και πάντοτε κερδίζει. Ο τρόπος που επικοινωνούν μέσα από τα λίντερ του Σούμπερτ, ο Στάιν και η Βόλφερμαν, είναι εκπληκτικός, και οι σελίδες αυτές του βιβλίου είναι αριστουργηματικές, όπως άλλωστε και οι σελίδες του τρένου (οι οποίες παρεμβάλλονται στην αφήγηση) όπου ευρίσκεται μετά την περιπέτεια αυτή ο ήρωας/αφηγητής του βιβλίου, και συνδέει τα κομμάτια της ιστορίας μεταξύ παρελθόντος και παρόντος μυθιστορηματικού χρόνου.

Η ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος είναι υπέροχη. Ο συγγραφέας, γνωρίζει πως να εκμεταλλεύεται την τηλεόραση και τον κινηματογράφο σαν άνθρωπος της εποχής του. Ο Στάιν παραπέμπει στον Κάρσον, τον αξέχαστο μπάτλερ της Βρετανικής σειράς Downton Abbey και στον Άντονι Χόπκινς από τα Απομεινάρια μιας μέρας της θαυμάσιας ταινίας του James Ivory, ενώ όποιος θυμάται τον αξέχαστο “Κανόνα του Παιχνιδιού την μεγάλη ταινία του Ζαν Ρενουάρ θα βρει πολλά στοιχεία και στο βιβλίο, όπως αναφέρει ο ίδιος στις “οφειλές” του. Οι δεκάδες λεπτομέρειες στο βιβλίο δείχνουν την πολλή και επίμονη δουλειά που υπήρξε για την κατασκευή του, καθώς ο συγγραφέας δεν αφήνει τίποτα να πέσει κάτω, ενώ κάποια στιγμιότυπα, σαν κινηματογραφικά close-ups είναι καταπληκτικά.

Όπως και στο "Ξενοδοχείο Lutetia" που αναφέρω στην αρχή, αλλά και στα υπόλοιπα πολύ όμορφα βιβλία του πολύ καλού Γάλλου συγγραφέα, ο μύθος και το ιστορικό ντοκουμέντο πορεύονται αρμονικά στο εξαιρετικό αυτό μυθιστόρημα. Γεμάτη ειρωνεία η γραφή του Assouline, περιγράφει με σαφήνεια και χιούμορ τους Γάλλους “πατριώτες”, όπου κάποιοι από αυτούς θα μπορούσαν να αποτελούν ήρωες του Μολιέρου, αναπαριστά με ευκρίνεια το χάος που επικρατούσε στην μικρή πόλη γύρω από τον πύργο, δεν επικεντρώνεται τόσο πολύ στον (ικανό για το καλύτερο και το χειρότερο) Σελίν αλλά με μικρές χαρακτηριστικές πινελιές περιγράφει τον τρόπο που σχολίαζε και χλεύαζε τα τεκταινόμενα (υλικό άλλωστε που του χρησίμευσε για να γράψει ένα από τα καλύτερά του βιβλία “Από τον ένα πύργο ο άλλος”). Εν κατακλείδι, το "Ένας πύργος στη Γερμανία" είναι ένα υπέροχο ανάγνωσμα από έναν μετρ του είδους.