Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 07, 2016
posted by Librofilo at Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 07, 2016 | Permalink
Karl Ove Knausgård , Ο Αγώνας μου
Αναμφίβολα ο Νορβηγός συγγραφέας Karl Ove Knausgard (Όσλο,1968), αποτελεί το μεγαλύτερο εκδοτικό φαινόμενο των πρώτων χρόνων του 21ου αιώνα σε Ευρωπαϊκό και Βορειοαμερικανικό επίπεδο. Με το εξάτομο magnum opus του, “Ο ΑΓΩΝΑΣ ΜΟΥ” (“Min Kamp”), να προκαλεί μόνο και μόνο με τον τίτλο του θυμίζοντας το ομώνυμο έργο του Αδόλφου Χίτλερ, κερδίζει την κριτική αναγνώριση, προκαλεί συζητήσεις, έχει φανατικούς θαυμαστές αλλά και ορκισμένους εχθρούς (οι οποίοι απεχθάνονται το στυλ του) ενώ σκαρφαλώνει στη λίστα των best-sellers εκτοπίζοντας ευπώλητους (όπως τον πολύ James Paterson στις ΗΠΑ) συγγραφείς.

Οι έξι τόμοι του “Αγώνα μου”, είναι ουσιαστικά μια αυτοβιογραφία αν και ο όρος  αυτός έχει περιορισμούς, διότι εδώ δεν έχουμε περιγραφή της ζωής ενός ανθρώπου με “στρογγυλέματα” και εξιδανικευμένες καταστάσεις. Ούτε έχουμε να κάνουμε με την περιγραφή (από μέσα) μιας ζωής όπως έχει κάνει ο κινηματογράφος σε πλείστες περιπτώσεις με πιο χαρακτηριστική αυτή του (εξαιρετικού) “Boyhood”του Richard Linklater που παρακολουθήσαμε πριν μερικά χρόνια.
Εδώ έχουμε να κάνουμε με κανονικό ξεγύμνωμα, με ένα ασεβές auto-da-fe, της καθημερινότητας ενός συγγραφέα. Ακόμα και οι πιο προσωπικές του στιγμές περιγράφονται εξαντλητικά, ακόμα και οι πιο βαρετές ώρες μιας ημέρας δίδονται με λεπτομέρειες.
Η μνήμη είναι διαρκώς παρούσα στα βιβλία, η μνήμη πρωταγωνιστεί και “κάνει παιχνίδι”, η μνήμη που λειτουργεί αυτόνομα και μπορεί να κάνει χρονικά άλματα. Δεν είναι ατυχής η σύγκριση με τον μεγάλο Μαρσέλ Προυστ, ούτε με τον Σελίν αλλά ούτε και με τον Τόμας Μαν για τους οποίους μιλάνε οι ξένοι λογοτεχνικοί κριτικοί. Ο Κνάουσγκορντ μιλάει για το παρελθόν του πολύ λεπτομερώς και του δίνει διαστάσεις, το πρώτο βιβλίο σε μερικά σημεία θυμίζει το "Πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νεαρά ηλικία" του Joyce, ο χρόνος συστέλλεται και διαστέλλεται όπως και στον Προυστ, ενώ είναι βλάσφημος και ανατρεπτικός στη γλώσσα όπως ο Σελίν, χωρίς να φοβάται και να διστάζει, ανατέμνει δε την αστική και μικροαστική νοοτροπία σε τέτοια λεπτομέρεια που ο Τόμας Μαν θα αναγνώριζε στοιχεία από το έργο του.

Στην Ελλάδα μέχρι στιγμής έχουν κυκλοφορήσει οι τρεις πρώτοι τόμοι από τις εκδόσεις Καστανιώτη και σ'αυτούς αναφέρομαι στο σημερινό μου κείμενο. Τους διάβασα όλους μαζί, μια απόφαση που πήρα μετά από πολλή σκέψη, καθώς θεωρούσα ότι μόνο έτσι θα έχω μια σφαιρικότερη εικόνα της αξίας του συγγραφέα και θα κατανοήσω καλύτερα το έργο του. Μιλώντας με βιβλιόφιλους που εμπιστεύομαι, μετά την ανάγνωση από την πλευρά τους του πρώτου τόμου ένα χρόνο πριν, οι απόψεις διίσταντο σε βαθμό ανησυχητικό, μόνο και μόνο λοιπόν αυτή η ίντριγκα που προκαλούσε το βιβλίο αυτό σε παρακινεί να το διαβάσεις.
Προσωπικά, εντυπωσιάστηκα τουλάχιστον από τους δύο πρώτους τόμους, πολύ λιγότερο από τον τρίτο, αλλά ίσως έπαιξε ρόλο και η κόπωση μετά την ανάγνωση των δύο πρώτων. Οι τρεις τόμοι λοιπόν που έχουν κυκλοφορήσει (μέχρι το καλοκαίρι του 2016) είναι οι: “ΕΝΑΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ” (σελ. 546), “ΕΝΑΣ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ ΑΝΤΡΑΣ” (σελ. 733), και “ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΕΦΗΒΕΙΑΣ” (σελ. 537), όλα σε μετάφραση (από τα Νορβηγικά) του Σωτ. Σουλιώτη.


Στο πρώτο βιβλίο της εξαλογίας με τίτλο "Ένας θάνατος στην οικογένεια", ο Κνάουσγκορντ μετά από μια εκπληκτική εισαγωγή-δοκίμιο για τον θάνατο, στο πρώτο μέρος περιγράφει τη ζωή του στην μικρή επαρχιακή πόλη της Νορβηγίας, στον τελευταίο χρόνο του σχολείου. Γενικώς ο θάνατος αιωρείται και είναι το κεντρικό σημείο στο μυθιστόρημα, όπως είναι κι ο τίτλος του άλλωστε - απασχολεί δε ολόκληρο το δεύτερο μέρος του βιβλίου. Στο πρώτο μέρος λοιπόν, ο έφηβος Καρλ Ούβε προετοιμάζεται για το Πρωτοχρονιάτικο πάρτυ. Ο συγγραφέας μιλάει για τα θέματα και τα προβλήματα που απασχολούν την καθημερινότητα των εφήβων. Πως να ρίξουν γκόμενες, πως να προμηθευτούν μπίρες και αλκοόλ, την δυσκολία επικοινωνίας. Η μητέρα έχει φύγει από το σπίτι και είναι απούσα σε όλο το βιβλίο αυτό, καθώς και ο μεγαλύτερος αδερφός που σπουδάζει σε μια μακρινή πόλη.Τα άγχη και οι αγωνίες που μπορεί να φαίνονται επουσιώδη αλλά καθορίζουν χαρακτήρες περνάνε μέσα από, μια ανάλαφρη και έντονα λεπτομερειακή αφήγηση.
Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, αρκετά χρόνια αργότερα, ο Καρλ Ούβε είναι παντρεμένος με την Λίντα, την δεύτερη σύζυγο του, ζει στην Στοκχόλμη και ενημερώνεται ότι ο πατέρας του είναι νεκρός. Ο πατέρας, αυτός ο καταπιεστικός και σκληρός άνθρωπος, έχει ουσιαστικά αυτοκτονήσει. Αυτός ο αργός θάνατος του πλέον μισητού αλλά και πιο καθοριστικού ανθρώπου στη ζωή του κεντρικού ήρωα τι ρόλο θα παίξει και πόσο θα τον αλλάξει;

“Δεν ξέρεις πολλά, οπότε δεν  υπάρχουν. Ξέρεις πολλά, και πάλι δεν υπάρχουν. Γράφοντας, βγάζουμε την ουσία με την ουσία αυτών που ξέρουμε από τις σκιές. Αυτό είναι το γράψιμο. Όχι το τι συμβαίνει, όχι το τι γεγονότα διαδραματίζονται, αλλά το πως φτάνουν σε σένα. Εκεί πρέπει να πας, αυτός είναι ο τόπος και ο σκοπός της συγγραφής. Αλλά πως να φτάσεις εκεί;” (“Ένας θάνατος στην οικογένεια”)

 Στον δεύτερο τόμο με τίτλο "Ένας ερωτευμένος άντρας", ο Καρλ Ούβε είναι πατέρας τριών παιδιών και ζεί στη Σουηδία με την Λίντα. Ο γάμος τους δείχνει τελματωμένος, υπάρχει αρκετή γκρίνια και μιζέρια. Ο Καρλ Ούβε περιγράφει πως ξεκίνησε η σχέση του με την Λίντα, πόσο ερωτευμένος ήταν, την προσπάθεια που έκανε να την κατακτήσει, τη ερωτική τους σχέση, τον γάμο τους, τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού, την αλλαγή στη ζωή του, την ωρίμανσή του ως άνθρωπο, την μετακίνησή τους στο Μάλμο από την Στοκχόλμη. Το βιβλίο είναι γεμάτο από τους διαλόγους του ήρωα με τον κολλητό του φίλο Γκάιρ, έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα τύπο που λατρεύει το μποξ.
Ο Κνάουσγκορντ κριτικάρει τους Σουηδούς, την καθημερινή τους υποκρισία για το "πολιτικά σωστό" και "πρέπον", την καλογυαλισμένη ζωή στην επιφάνεια με τα προβλήματα να υποβόσκουν, την υπεροψία τους απέναντι σ'αυτόν τον "βλαχοΝορβηγό". Ο συγγραφέας αναλύει εξαντλητικά την προσπάθειά του να παράξει έργο, να γράψει το δεύτερο μυθιστόρημά του, ενώ οι σκηνές της καθημερινότητας διαδέχονται η μία την άλλη μονότονα και υπνωτιστικά.

“Ο Ίψεν είχε δίκιο. Όλα όσα έβλεπα γύρω μου, το επιβεβαίωναν. Οι σχέσεις υπήρχαν για να εξαλείψουν το ατομικό, να περιορίσουν την ελευθερία, να κρατήσουν χαμηλά αυτόν που θέλει ν' ανέβει ψηλά. Ποτέ δεν θύμωνε η μάνα μου περισσότερο, απ' όσο όταν συζητούσαμε για την έννοια της ελευθερίας. Όταν της έλεγα τη γνώμη μου, εκείνη κάγχαζε και έλεγε ότι αυτό δεν ήταν παρά αμερικάνικες τρίχες, μια ιδέα χωρίς περιεχόμενο, άδεια και ψεύτικη. Για τους άλλους υπάρχουμε, όμως, αυτή ήταν η σκέψη που είχε δημιουργήσει τον απόλυτα συστηματοποιημένο κόσμο που ζούμε, όπου το απρόβλεπτο έχει εξαφανιστεί τελείως, και μπορούσες να πας από τον βρεφονηπιακό στο σχολείο, απ' το σχολείο στο πανεπιστήμιο και από εκεί στην αγορά εργασίας, λες και ήταν τούνελ, σίγουρος ότι η επιλογή που έκανες ήταν ελεύθερη, ενώ στην πραγματικότητα σε φίλτραραν σαν κόκκο άμμου από την πρώτη κιόλας μέρα στο σχολείο.” (“Ένας ερωτευμένος άντρας”)


Στο τρίτο βιβλίο “Το νησί της εφηβείας”, ο ελληνικός τίτλος είναι εντελώς αποπροσανατολιστικός, καθώς ψάχνουμε που βρίσκεται η εφηβεία και δεν την βρίσκουμε! Σ' αυτό τον τόμο ο Καρλ Ούβε είναι στην παιδική ηλικία και η οικογένειά του, μετακομίζει στην άκρη ενός νησιού στη Νότια Νορβηγία. Οι δυσκολίες προσαρμογής στον καινούργιο τόπο, η σχέση του με τον μεγαλύτερο αδερφό του, ο οξύθυμος, αυστηρός και πολλές φορές εντελώς παράλογος πατέρας, η γλυκιά, ανεκτική και αιωνίως αφηρημένη μητέρα. Ο συγγραφέας παραθέτει καθημερινά επεισόδια, παιδικές αταξίες, τη ζωή στις σχολικές τάξεις, την σκληρότητα των παιδιών, την δυσκολία επικοινωνίας ενός ντροπαλού και δειλού παιδιού με τους συμμαθητές του που τον αποκαλούν “γυναικωτό” (“φέμι”), τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, η ανακάλυψη του σώματος.
Πιο κοντά στην αμερικάνικη λογοτεχνία (Mark Twain, Stephen King), ο τόμος αυτός που είναι ένα καθαρό bildungsroman (μυθιστόρημα ενηλικίωσης), είναι ο πιο αδύναμος από τους τρεις, αλλά μπορεί να να διαβαστεί αυτόνομα από κάποιον που δεν έχει ξεκινήσει τη σειρά.

“Η μνήμη δεν είναι κάτι που μπορείς να βασίζεσαι στη ζωή. Και δεν είναι για τον απλούστατο λόγο ότι η μνήμη δεν βάζει την αλήθεια πάνω απ' όλα. Ποτέ δεν είναι η προϋπόθεση για την αλήθεια αυτό που καθορίζει αν η μνήμη αποδίδει σωστά η όχι ένα γεγονός, αλλά η ιδιοτέλεια. Η μνήμη είναι ρεαλιστική, ύπουλη και πονηρή, αλλά όχι με τρόπο εχθρικό ή κακόβουλο. Απεναντίας, κάνει τα πάντα για να ικανοποιήσει τον κύριό της. Μερικά πράγματα τα ωθεί στο μεγάλο κενό της λήθης, άλλα τα αλλάζει έτσι που γίνονται αγνώριστα, άλλα τα παρεξηγεί υπέρ το δέον, και άλλα, κι αυτά τα άλλα είναι σχεδόν τίποτα, τα θυμάται πολύ καλά, ξεκάθαρα και σωστά. Το τι θυμάται κανείς καλά, ε, μ' αυτό δεν θα βγάλεις ποτέ άκρη” (“Το νησί της εφηβείας”)

Από την πρώτη σελίδα του πρώτου τόμου, ο Κνάουσγκορντ σε πιάνει από τον λαιμό και δεν σ'αφήνει. Είναι τέτοια η λεπτομέρεια της κάθε σκηνής που περιγράφει που νιώθεις ότι παρακολουθείς μια ζωή σε αργό γύρισμα. Ο συγγραφέας παίζει με τον χρόνο και τον αναγνώστη δοκιμάζοντας τα όρια τα δικά του αλλά και του ανθρώπου που θα ανοίξει το βιβλίο και θα τον διαβάσει. Εάν υπάρχουν γκρίζες ζώνες μεταξύ του τι θεωρούμε λογοτεχνικό και τι όχι, εδώ έχουμε πέσει μέσα σε μια τρύπα. Διότι θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο πανέξυπνος Νορβηγός παίζει και με αυτά τα όρια σαν να ισορροπεί πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί.

Από το πρώτο βιβλίο (και υποθέτω μέχρι το έκτο και τελευταίο), το θέμα του πατέρα κυριαρχεί πάνω στο έργο του Κνάουσγκορντ. Αναμφίβολα υπάρχουν πολλά ζητήματα για έναν ψυχολόγο που τίθενται καθώς περιγράφονται οι οικογενειακές σκηνές με κάθε λεπτομέρεια. Ο πατέρας από ένας δραστήριος πολιτικά δάσκαλος πως μεταμορφώνεται μέσα στην οικογένεια σε έναν σκληρό και βίαιο άνθρωπο, πως καταλήγει αλκοολικός, πως οδηγείται στην πτώση απομονωμένος και περιθωριοποιημένος.

“Η αγριάδα των ματιών του. Το τράβηγμα στο στόμα του, τα χείλια που χωρίζονταν ανεξέλεγκτα. Και η φωνή του.
Μου έρχεται να βάλω τα κλάματα εδώ που κάθομαι και τον ανακαλώ στη σκέψη μου.
Η οργή του σαν κύμα, που σάρωνε όλα τα δωμάτια, έσκαγε πάνω μου, έσκαγε, έσκαγε έσκαγε και ξανάσκαγε επάνω μου κι έπειτα αποτραβιόταν. Μετά είχαμε ησυχία για βδομάδες ολόκληρες. Όμως, και πάλι δεν ησύχαζα, γιατί θα μπορούσε να ξανασυμβεί σε δύο λεπτά ή σε δύο μέρες. Δεν υπήρχε κάποια προειδοποίηση. Ξαφνικά, στα καλά καθούμενα, τον έβλεπες εκεί να έχει τελείως τρελαθεί. Είτε με έδερνε είτε όχι δεν είχε διαφορά, το ίδιο απαίσια ένιωθα και όταν με έπιανε απ' τ' αυτί και μου το γύριζε ή μ' έπιανε από το μπράτσο ή μ' έσερνε κάπου για να δω τι είχα κάνει, δεν φοβόμουν τον πόνο, αυτόν φοβόμουν, τη φωνή του, το πρόσωπό του, το σώμα του, την οργή που έβγαινε από αυτό, αυτά φοβόμουν, και ο τρόπος αυτός δεν μ' άφηνε ποτέ, τον είχα μέσα μου κάθε μέρα σε όλη τη διάρκεια των παιδικών μου χρόνων” (“Το νησί της εφηβείας”)

Ο συγγραφέας στέκεται μπροστά στον καθρέφτη και παρατηρεί τον εαυτό του πως λειτουργεί κι ο ίδιος σαν πατέρας, σαν εραστής, σαν φίλος. Δεν χαρίζεται σε κανέναν και τα κείμενα του θα μπορούσαν να στείλουν την Λίντα (την δεύτερη σύζυγό του) κατ' ευθείαν στον γιατρό καθώς εκθέτει τις προσωπικές τους στιγμές, τις πιο μύχιες σκέψεις του, την ανία του στον οικογενειακό βίο, την αγανάκτησή του όταν δεν βρίσκει χρόνο και χώρο για να δουλέψει, την δυσφορία του με την αβάσταχτη καθημερινότητα, λίγες σελίδες αφότου έχει γράψει πόσο βαθιά ερωτευμένος μαζί της είναι, πόσο την έχει ανάγκη, πόσο λατρεύει την οικογένειά του. Όλο αυτό το συσσωρευμένο υλικό που οι περισσότεροι από τους συγγραφείς θα άφηναν απέξω, αυτός το εισάγει στην “πλοκή” στην ιστορία.


Ο Κνάουσγκορντ επιτίθεται στο Σουηδικό σύστημα, στην εφησυχασμένη και “προοδευτική” κοινωνία, στον μικροαστισμό των Νορβηγών, στις οικογενειακές δομές, σε συγγενείς και φίλους. Κρίνει πολύ αυστηρά τα μέλη της οικογένειάς του (κυρίως τον πατέρα και την γιαγιά του), τους φίλους του. Πολλές φορές ο αναγνώστης νιώθει σαν να διαβάζει ένα ημερολόγιο, τις πιο μύχιες σκέψεις κάποιου – από την άλλη θα μπορούσες να το πεις και θέαση μιας ζωής σε μια θεατρική σκηνή.

Θα μπορούσες να το πεις “υπερφίαλο κατασκεύασμα”, ή “εγωπαθές παραλήρημα”. Θα μπορούσες να σχολιάσεις λέγοντας ότι “αν θέλει ο Κνάουσγκορντ ψυχολόγο, εγώ τι φταίω”. Δεν θα έχεις κι άδικο, ούτε θα ήσουν μακριά από την πραγματικότητα. Από την άλλη όμως είναι τέτοια η γοητεία που ασκεί η γραφή του, που υπνωτίζεσαι και κολλάς. Παρακολουθείς μαγεμένος σκηνές αφόρητης ανίας, απίστευτες λεπτομέρειες ούτως ώστε ακόμα και όταν βαριέσαι (και το ξέρεις) δεν μπορείς να αφήσεις τα βιβλία αυτά από τα χέρια σου. Είναι μια αναγνωστική άσκηση που σου χαρίζει στιγμές απόλυτης απόλαυσης, στιγμές θαυμασμού, στιγμές που συναρπάζεσαι αλλά και στιγμές άκρατης ανίας και πλήξης.

Βρήκα τους δύο πρώτους τόμους εξαιρετικούς, τον τρίτο καλό αλλά όχι τίποτα το ιδιαίτερο. Όπως αναφέρω παραπάνω, ίσως συνετέλεσε η κούραση από την ανάγνωση των δύο πρώτων, ίσως η σύγκριση μαζί τους το αδικεί. Γεγονός είναι ότι το κάθε βιβλίο διαβάζεται αυτόνομα, βεβαίως αν κάποιος δεν ικανοποιηθεί από τον πρώτο τόμο δεν υπάρχει νόημα να συνεχίσει την ανάγνωση.

Ο αγώνας μου” δεν είναι ένα έργο που μπορείς να το προσπεράσεις με ένα απλό ανασήκωμα των ώμων, ή με ένα “μ' άρεσε” ή “δεν μ' άρεσε” (αφορισμοί συνηθισμένοι στα social media στις μέρες μας), ή, θα το απορρίψεις αμέσως, ή θα το αγαπήσεις και θα το συνεχίσεις. Το μεταφραστικό έργο του κυρίου Σουλιώτη δύσκολο και ογκώδες, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί προτιμήθηκε η ελληνοποίηση πολλών όρων ή οργανισμών. “Πάει να πληρώσει την ΔΕΗ” , “Έπαιξα Προ-πο” κ.ο.κ. Ελπίζω αυτό να μη συνεχιστεί με τους τρεις επόμενους τόμους. Οι εκδόσεις Καστανιώτη επιτελούν έναν άθλο με την έκδοση αυτού του έργου σ'αυτούς τους δύσκολους καιρούς, με την ολοκλήρωσή του σε 2 περίπου χρόνια, τα ξαναλέμε έχοντας πλήρη εικόνα του έργου.




 



2 Comments:


At 7/9/16 17:49, Blogger anagnostria

Θαυμάζω το κουράγιο σου, φίλτατε! Η δική μου άποψη εδώ

 

At 8/9/16 17:54, Blogger Librofilo

Χαχα, σωστά! Το αναφέρω και στο κείμενό μου, ή το αγαπάς ή το μισείς. Δεν υπάρχει ενδιάμεσο.