Παρασκευή, Ιανουαρίου 27, 2017
posted by Librofilo at Παρασκευή, Ιανουαρίου 27, 2017 | Permalink
Αριθμός 11
Η Μεγάλη Βρετανία του 2014, προ του δημοψηφίσματος για το Brexit. Πρόγραμμα λιτότητας και οικονομική κρίση ενώ οι οικονομικές διαφορές μεταξύ των τάξεων γίνονται όλο και πιο χαώδεις. Ποιος δημιουργός είναι ο ικανότερος να περιγράψει αυτή την κατάσταση; Σίγουρα ο σπουδαίος  Άγγλος συγγραφέας Jonathan Coe (1961, Worcestershire) . Και ακριβώς αυτό κάνει με ιδιαίτερα ιδιοφυή τρόπο, στο πολύ ωραίο μυθιστόρημά του “ΑΡΙΘΜΟΣ 11” (Number 11”), (Εκδ. Πόλις, μετάφρ. Άλκ.Τριμπέρη, σελ 522).


Ο αριθμος 11, είναι το ενδέκατο βιβλίο του Coe, είναι επίσης ο αριθμός της κατοικίας του Βρετανού υπουργού Οικονομικών (ακριβώς δίπλα στο περίφημο 10 της Ντάουνιγκ στριτ). Είναι ο αριθμός ενός λεωφορείου που διασχίζει το Μπέρμιγχαμ της κρίσης και της μεγάλης ανεργίας, και με την θέρμανσή του μπορεί να σε ζεστάνει αν το σπίτι σου είναι κρύο, αλλά είναι και ο αριθμός του σπιτιού μιας εκκεντρικής καλλιτέχνιδος που περιθάλπει μετανάστες, αλλά 11 είναι και οι όροφοι προς τα κάτω, το ενδέκατο υπόγειο δηλαδή, μιας πάμπλουτης οικογένειας που επεκτείνει την έπαυλή της υπόγεια, αφού δεν μπορεί λόγω της νομοθεσίας να την επεκτείνει σε ύψος. Το φλεγματικό χιούμορ που κατακλύζει το βιβλίο βρίσκει διέξοδο και περιέχει νόημα, σ'αυτό το παιχνίδι του συγγραφέα.

Οι δύο ηρωίδες του μυθιστορήματος, η Ρέιτσελ και η Άλισον, είναι δέκα χρονών το 1993 και φιλοξενούνται στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς της πρώτης, όταν παρακολουθούν από την τηλεόραση τις λεπτομέρειες της μυστηριώδους δολοφονίας του Βρετανού επιθεωρητή του ΟΗΕ, Ντέιβιντ Κέλι (ο οποίος είχε αμφισβητήσει την άποψη του τότε πρωθυπουργού Μπλερ, για το πυρηνικό οπλοστάσιο του Σαντάμ Χουσεΐν και την αναγκαιότητα στρατιωτικής επέμβασης). Το γεγονός αυτό μαζί με τα υποτιμητικά σχόλια του παππού της, θα στοιχειώσει την Ρέιτσελ για όλη της την ζωή. Μαζί με την Άλισον, θα περάσουν διακοπές εξερεύνησης και μύησης, καθώς θα γνωρίσουν την Φοίβη, μια εκκεντρική ζωγράφο, που έχει προσφέρει άσυλο σε έναν Κινέζο μετανάστη που εργαζόταν σε μια εταιρία τροφίμων (και εκμετάλλευσης ανθρώπων). Η γνωριμία αυτή θα επηρεάσει περισσότερο την Άλισον η οποία θα ακολουθήσει κι εκείνη καλλιτεχνική πορεία.

Ο Coe με χρονικά άλματα παρακολουθεί την πορεία των δύο κοριτσιών από τα εφηβικά τους χρόνια μέχρι τις πρώτες επαγγελματικές τους εμπειρίες, 20 χρόνια αργότερα. Η Ρέιτσελ και η Άλισον, τόσο διαφορετικές εμφανισιακά, καθώς η δεύτερη είναι Αφροβρετανίδα αλλά και κοινωνικά, θα διακόψουν την επαφή τους μέσω μιας ηλεκτρονικής παρεξήγησης/ασυνεννοησίας, αλλά θα ξαναβρεθούν αρκετά χρόνια αργότερα. Στο ενδιάμεσο, ο συγγραφέας εισάγει κι άλλα πρόσωπα στο puzzle που συνθέτει, την Βαλ, μητέρα της Άλισον,  βιβλιοθηκάριο πλέον, πρώην τραγουδίστρια μιας pop επιτυχίας, την οποία πνίγουν τα χρέη, η οικονομική και συναισθηματική ανασφάλεια και πηγαίνει σε ένα τηλεπαιχνίδι επιβίωσης, όπου ρεζιλεύεται και γίνεται θύμα των ταμπλόιντς, δύο ικανότατους αστυνόμους, έναν σίριαλ κίλερ που δολοφονεί κωμικούς που εξυπηρετούν με τον τρόπο τους το “σύστημα”, μια καθηγήτρια πανεπιστημίου που προσπαθεί να ολοκληρώσει το βιβλίο που είχε ξεκινήσει ο νεκρός πλέον σύζυγός της, ο οποίος, είχε παθιαστεί με ένα χαμένο γερμανικό φιλμ, ενώ, θα ξανασυναντήσουμε μετά από το εξαιρετικό “Τι ωραίο πλιάτσικο” και την κάποτε πανίσχυρη και πάμπλουτη οικογένεια Γουίνσο σε πλήρη πλέον παρακμή καθώς “αντιπροσωπεύεται” από την νεαρή Τζόζεφιν, μια αδίστακτη αμοραλίστρια, που δεν θα διστάσει να πατήσει επί πτωμάτων για την επιτυχία.

Η Ρέιτσελ μετά από εξαιρετικές σπουδές στην Οξφόρδη, θα αναγκαστεί να δουλέψει ως εσωτερική δασκάλα στην οικογένεια ενός Άγγλου λόρδου, του σερ Γκίλμπερτ Γκαν, ο οποίος κινείται συνεχώς με το ιδιωτικό του αεροπλάνο μεταξύ χωρών και ηπείρων. Η σύζυγός του, πρώην μοντέλο, προσπαθεί να ανακαινίσει την έπαυλη στο κέντρο του Λονδίνου που έχουν αγοράσει και την επεκτείνει προς τα κάτω πηγαίνοντας όσο πιο βαθιά μπορεί. Η Άλισον, έχοντας χάσει το ένα της πόδι από μια ασθένεια, προσπαθεί να επιβιώσει ως ζωγράφος. Οι δύο κοπέλες θα έρθουν κατάφατσα με την κοινωνική αδικία, θα την βιώσουν στο πετσί τους, η μία απόφοιτος του καλύτερου πανεπιστήμιου της χώρας, να είναι ουσιαστικά καμαριέρα και η άλλη να μην έχει στον ήλιο μοίρα.

Ο Coe φέρνει συνεχώς στο προσκήνιο του μυθιστορήματός του, τις κοινωνικές και οικονομικές αντιθέσεις της Βρετανίας. Οι κυβερνήσεις εναλάσσονται, από τον Μπλερ στον Κάμερον, αλλά τίποτα δεν αλλάζει. Οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι ανακαλύπτοντας συνεχώς νέους τρόπους πλουτισμού και αποφυγής της φορολογίας (ένας από τους δευτερεύοντες χαρακτήρες της ιστορίας, κάνει ακριβώς αυτή τη δουλειά, συμβουλεύει τους οικονομικούς μεγιστάνες πως να αποφύγουν την φορολογία), ενώ οι φτωχοί γίνονται ακόμα φτωχότεροι, ακούγοντας τον υπουργό Οικονομικών της χώρας να τους θυμίζει τον Τσώρτσιλ στον Β παγκόσμιο πόλεμο, λέγοντάς τους “αυτό, θα το αντιμετωπίσουμε όλοι μαζί”. Η χώρα βρίσκεται σε κατάρρευση, τονίζει με κάθε τρόπο στο βιβλίο του, ο πανέξυπνος συγγραφέας και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι “να παίξεις το παιχνίδι τους” όπως με σκυμμένο το κεφάλι, παραδέχεται στην εμβρόντητη Ρέιτσελ, η παλιά της καθηγήτρια στην Οξφόρδη, η οποία εργάζεται πλέον με υψηλό μισθό σε ένα θολής κατεύθυνσης οργανισμό “κοστολόγησης ανθρώπινων συναισθημάτων”.


Οι αρκετοί χαρακτήρες και οι πολλές ιστορίες μοιρασμένες σε κεφάλαια, δείχνουν ασύνδετες μεταξύ τους, αλλά ο Coe τις ενώνει αριστοτεχνικά στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του. Μέγας αφηγητής, καθηλώνει τον αναγνώστη και το μυθιστόρημα είναι τόσο σαγηνευτικό που δεν το αφήνεις από τα χέρια σου, όμως βρήκα το φινάλε λίγο βιαστικό σε σχέση με όλο αυτό που προηγήθηκε. Το μεταφυσικό στοιχείο που βάζει στην αφήγησή του, μπορεί να λειτουργεί άψογα στην αρχή με το εισαγωγικό κεφάλαιο της μικρής Ρέιτσελ και του αδερφού της, αλλά αργότερα γίνεται πολύ γκροτέσκο και υπερβολικό.

Ο συγγραφέας ακολουθώντας την μεγάλη Βρετανική παράδοση του σατιρικού μυθιστορήματος και της εκλεπτυσμένης ειρωνείας, κεντάει κυριολεκτικά στις σελίδες που ασχολείται με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με την εξάπλωση του κουτσομπολιού με διαφορετικά μέσα από το παρελθόν, με την προχειρότητα που εξαπλώνεται μια είδηση μέσα σε δευτερόλεπτα, με την ανθρωποφαγία των μέσων μαζικής επικοινωνίας κάθε είδους. Σατιρίζει τα βραβεία κάθε είδους (είναι κορυφαία η σκέψη του για ένα “βραβείο των βραβείων”), τον εύκολο πλουτισμό, την δημιουργία τηλεοπτικών ειδώλων, την κενότητα των ανθρώπων.


Το βιβλίο του Coe είναι βέβαια βαθιά πολιτικό. Η Βρετανία σε κρίση, οικονομική και κυρίως ανθρωπιστική, με τα οικονομικά και πολιτικά παιχνίδια να κυριαρχούν και την πλατιά μάζα των ανθρώπων να βρίσκονται ανίσχυροι μπροστά σ'αυτά που γίνονται. Εικόνες πολύ ισχυρές μέσα από την ολοζώντανη και φρέσκια αφήγηση του ικανότατου συγγραφέα περνάνε μπροστά από τα μάτια μας, οι τράπεζες τροφίμων, η ανεργία, η λαμογιά, η εκμετάλλευση. Η καλή εκπαίδευση δεν σημαίνει πια τίποτα, μας λέει ο Coe. Είτε έχεις τελειώσει την Οξφόρδη, είτε ένα ανώνυμο πανεπιστήμιο, είσαι αναλώσιμος και έρμαιο στα χέρια των οικονομικά ισχυρών - “όλοι θα έπρεπε να πάνε μια βόλτα μ' ένα αυτοκίνητο σαν αυτό, τουλάχιστον μια φορά. Μετά θα έχουν να αγωνίζονται για κάτι”, λέει ο οικονομικός cleaner του λόρδου Γκαν στην Ρέιτσελ σε μια εκπληκτική (από τις αρκετές του βιβλίου) σκηνή.

Μπορεί τα πολιτικά μηνύματα που περνάει ο συγγραφέας να φαίνονται υπεραπλουστευμένα – οι πλούσιοι είναι όλοι κακοί και μοχθηροί, αδιάφοροι και μόνο με ένα σκοπό: να γίνουν πλουσιότεροι, οι υπόλοιποι έχουν πάντα ελαφρυντικά – αλλά ίσως και αυτός να είναι ένας εύστοχος τρόπος να αφηγηθείς τέτοιες καταστάσεις, διότι αυτό που κάποτε θεωρείτο γκροτέσκο, δεν είναι παρά η απλή καθημερινότητα.


Το μυθιστόρημα μπορεί να θεωρηθεί (αρκετά χαλαρά βέβαια) ως συνέχεια (sequel) του έξοχου “Τι ωραίο πλιάτσικο με την αδίστακτη οικογένεια Γουίνσο εκείνου του βιβλίου, να πρωταγωνιστεί κι εδώ, μόνο που οι συνθήκες πλέον είναι λίγο διαφορετικές και νέα κόλπα κυριαρχούν. Το αποτέλεσμα βέβαια είναι το ίδιο, Θατσερισμός τότε, Νεοφιλελευθερισμός τώρα και η αδίστακτη οικογένεια είναι πλέον οι Γκαν, της επίδειξης και του συσσωρευμένου πλούτου που δεν ξέρουν πως να τον ξοδέψουν. 


Το βιβλίο δεν φθάνει βέβαια στο ποιοτικό επίπεδο του “Τι ωραίο πλιάτσικο”, αλλά είναι πολύ καλό και οι αρετές του είναι πολύ περισσότερες από τα ελαττώματά του. Ο Coe παραμένει μεγάλος αφηγητής και ξέρει τον τρόπο να κερδίζει τον αναγνώστη του, ο οποίος απολαμβάνει την ανάγνωση και ταυτόχρονα προβληματίζεται καθώς ο συγγραφέας (όπως και κάθε μεγάλος δημιουργός) γνωρίζει πως να περνάει (έστω και κραυγαλέα) το μήνυμα, ότι ο αριθμός 11, η κατοικία του  εκάστοτε υπουργού Οικονομικών, είναι πλέον το κέντρο των εξελίξεων και όχι το παραδοσιακό 10 της Ντάουνιγκ στριτ.