Πέμπτη, Μαρτίου 28, 2013
posted by Librofilo at Πέμπτη, Μαρτίου 28, 2013 | Permalink
Taibo II forever


«Αυτό που λέμε φυσιολογικό δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο η επίφαση του φυσιολογικού» D.Lindsay



Η αγάπη μου για τον θεότρελλο Μεξικάνο Paco Ignacio Taibo II, είναι δεδομένη και την έχω δηλώσει πολλές φορές σε παλαιότερες αναρτήσεις. Δεν χάνω βιβλίο του που εκδίδεται στη γλώσσα μας και αν (καμμιά φορά σχεδόν μαζοχιστικά) αφήσω κάποιο διάστημα χωρίς να ασχοληθώ μαζί του, με χτυπάει το «στερητικό σύνδρομο» (το οποίο αποκαλώ «Ταμποϊσμός», εξ’ού και η έκφραση που χρησιμοποιώ: «μ’έχει πιάσει ένας Ταμποϊσμός τελευταία» και το οποίο – το σύνδρομο ντε – εκδηλώνεται με αισθήματα αναγνωστικής λιγούρας, παροξυσμό γέλιου και φωναχτή ανάγνωση ολόκληρων Ταμποϊκών φράσεων και προτάσεων στους 4 τοίχους – μια χαρά είμαι, νομίζω…). Μετά από σχεδόν διετή αποχή από τα βιβλία του χοντρούλη μου, αποφάσισα να τον ξαναπιάσω στα χέρια μου για να συνειδητοποιήσω για άλλη μια φορά πόσο μεγάλος συγγραφέας είναι.



Είναι 2 τα βιβλία του Τάιμπο ΙΙ, με τα οποία θα ασχοληθώ στην σημερινή μου ανάρτηση, η οποία σας προειδοποιώ, δεν έχει καμμία (μα καμμία λέμε) «αντικειμενική» αξία. Διότι (και δεν θέλω αντιρρήσεις) θεωρώ και τα 2 βιβλία μεγαλειώδη (θαυμάσια μεταφρασμένα), την γραφή τους εξαιρετική, το στυλ τους μοναδικό μέσα στην (γνωστή για τους αναγνώστες του Τάιμπο) αναρχική ατμόσφαιρα όπου το έλλογο συγκρούεται με το παράλογο, και όπου οι θεότρελλες και τραβηγμένες από τα μαλλιά καταστάσεις εντάσσονται αρμονικά μέσα στην δομή των ιστοριών, οι οποίες έχουν τη μορφή και την επικάλυψη της αστυνομικής ίντριγκας αλλά ουσιαστικά αποτελούν προοδευτικά (με την πλήρη έννοια του όρου) πολιτικά σχόλια για την κοινωνική κατάσταση του Μεξικού, για την ιστορική θέση μιας χώρας που αποτελεί συνώνυμο της διαπλοκής και της διαφθοράς.



Ο μονόφθαλμος ντετέκτιβ Έκτορ Μπελασκοαράν Σάϋν είναι ο ήρωας και των δύο βιβλίων. Στο εκπληκτικό «ΟΤΑΝ ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΧΟΡΕΥΟΥΝ» («Desvanecidos difuntos»), (Εκδ. Άγρα, μετάφρ. Κ.Ηλιόπουλος, σελ.122), η δράση εκτυλίσσεται στην χώρα των Τσιάπας στις νότιες περιοχές της χώρας, απ’όπου ξεκίνησε η εξέγερση των Ζαπατίστας, ενώ στο υπέροχο και σπαρακτικό «ΑΝΤΙΟ ΜΑΔΡΙΤΗ» («Adios Madrid»), (Εκδ.Άγρα, μετάφρ. Κ.Ηλιόπουλος, σελ.127), ο Σάϋν «ξεβολεύεται», βγαίνει έξω από τη χώρα του (αυτός που δεν ταξιδεύει ποτέ) για να βρει έναν αρχαιολογικό θησαυρό που έχει εξαφανισθεί από το Εθνικό Μουσείο Ανθρωπολογίας της Πόλης του Μεξικού και οι πληροφορίες τον φέρνουν στα χέρια αρχαιοκάπηλων στην Μαδρίτη της Ισπανίας.



«Δεν είχε δικά του σκηνικά, είχε μόνο δανεικά σκηνικά, κατασκευασμένα ειδικά για εκείνον, έναν απελπισμένο ηθοποιό χαμένο στη μέση μιάς παράστασης, στο κέντρο των σανιδιών, χωρίς σενάριο στα χέρια, χωρίς κανένα ταλέντο, χωρίς καμμιά ικανότητα αυτοσχεδιασμού. Ήταν χαμένος σ’εκείνο το χωριό όπου σύμμαχοι δεν έλεγαν να φανούν και όλος ο κόσμος είχε απαντήσεις σε ανύπαρκτες ερωτήσεις. Όμως είχε χαθεί και στο κέντρο της Πόλης του Μεξικού, μέσα στο δωμάτιο του πριν από μία εβδομάδα, όταν άκουγε ιστορίες από το ραδιόφωνο που μιλούσαν για μια παράξενη χώρα και υποστήριζαν ότι η χώρα αυτή ήταν η δική του. Άρχιζε να χάνεται μέσα στην ομίχλη του Μεξικού, να μην αναγνωρίζει τον εαυτό του στους δρόμους. Γερνούσε, και μαζί με την ηλικία ερχόταν η αίσθηση ξαφνιάσματος, η αίσθηση απουσιών, πολλών μικρών αμνησιών για πράγματα που έπρεπε να ήταν σημαντικά κάποτε, αλλά είχε ξεχάσει να τα σημειώσει στην καρδιά του. Δεν ένιωθε ούτε καν θλίψη για τον εαυτό του. Άρχιζε να μοιάζει με τον άνθρωπο που γύρευε. Ήταν κι οι δυό χαμένοι στο Σαν Αντρές.» («Όταν οι νεκροί χορεύουν»)



Στο συναρπαστικό νουάρ, «Όταν οι νεκροί χορεύουν», ο Σάϋν αναλαμβάνει να βοηθήσει τους επαναστατημένους απεργούς δάσκαλους του Νότου, που έχουν έρθει στην Πόλη του Μεξικού να διαδηλώσουν για καλύτερους μισθούς, δημοκρατικό συνδικαλισμό και καλύτερες συνθήκες εργασίας. Ο Σάυν κουρασμένος και απογοητευμένος απ’όλα κι απ’όλους, βλέπει μια επαναστατική αφέλεια και έναν αγνό ιδεαλισμό στα σκαμμένα πρόσωπα που διαδηλώνουν. Συγκινείται από το πείσμα αυτών των «ντεκαμισάδος» που έχουν κατασκηνώσει μέσα στην αχανή πόλη άφραγκοι και πεινασμένοι. Του ζητάνε να βγάλει από την φυλακή τον ηγέτη τους, τον δάσκαλο Μεδάρδο Ριβέρα, ο οποίος κατηγορείται για τον φόνο ενός κομματάρχη σε ένα χωριό, του Λούπε Μπάρσενας, που όμως σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες είναι ζωντανός και σφύζει από υγεία.



Ένας μονόφθαλμος λοιπόν, πηγαίνει στο στόμα του λύκου για να βρεί έναν «νεκρό» που δεν είναι νεκρός, όπως εξάλλου πληροφορείται με το που πατάει το πόδι του στο χωριό, όπου τον υποδέχονται με καραμπίνες στα μούτρα του και όπου όλοι ξέρουν τον σκοπό της επίσκεψής του εκεί. Ο δε δάσκαλος που περιμένει καρτερικά στη φυλακή, μπας και ελευθερωθεί, αντί να του δώσει παραπάνω στοιχεία για την (εξώφθαλμη) πλεκτάνη εις βάρος του, του βάζει γρίφους από ιστορίες του Σέρλοκ Χολμς παίζοντας με τα νεύρα του. Σαν να μην έφθαναν αυτά, το ένα του μάτι (το καλό δηλαδή) μολύνεται και ο (σε κατάσταση νευρικού κλονισμού πλέον) ντετέκτιβ είναι τελείως τυφλός (προσωρινά βεβαίως) και του κάνει πλάκα ακόμα και ο «νεκρός» Μπάρσενας εμφανιζόμενος ξαφνικά μπροστά του.



Ο Σάυν δεν αργεί να ξεδιαλύνει την ιστορία, τρώγοντας το «ξύλο της αρκούδας», να βγάλει άκρη μέσα από τα πλοκάμια της διαπλοκής (που εάν στην Πόλη του Μεξικού υπακούει έστω σε κάποιους «κανόνες», στον εγκαταλελειμένο και πάμφτωχο Νότο, είναι ανεξέλεγκτη και «κράτος εν κράτει»), να ξεφύγει από τις απόπειρες δολοφονίας και να εμφανίσει τον «νεκρό» Μπάρσενας ενώπιον των Αρχών. Ο μονόφθαλμος ντετέκτιβ παρατηρεί την έκταση της διαφθοράς, φιλοσοφεί για το κομματικό κράτος, την διαπλοκή, τις αποτυχημένες επαναστάσεις, την αγνή ματιά των χωρικών που παλεύουν για λίγο ψωμί, για αξιοπρέπεια.



«Μα τι σου συνέβαινε; Μήπως ήθελες να μοιραστείς τη χώρα με τους άλλους και την έχανες; Για ποια χώρα μιλούσες; Για την πόλη-χώρα, για την Πόλη του Μεξικού που γενίκευε τα πάντα, για τη μεταλασσόμενη πόλη, την περιοχή που λυμαίνονται οι μυρμηγκοφάγοι. Αυτή την πόλη-μελάσσα που συμπεριλαμβάνει όλα τα λαϊκά τραγούδια κορρίδο του Κούκου Σάντσες, όλα τα ανέκδοτα με τον Τοτό, όλα τα μαραμένα δειλινά με βροχή χωρίς ουράνιο τόξο, όλες τις θεωρίες μοντερνισμού του κόμματος PRI που κρύβουν τα στιλέτα με οψιδιανό της αιώνιας εξουσίας, όλα τα βιντεοκλάμπ με γαλλικές ταινίες του νέου κύματος που έπαψε πια να είναι νέο, παρά μόνο για οχτώ νοσταλγικούς τύπους που τις καταναλώνουν, όλα τα σούπερ μάρκετ που είναι φίσκα με αμερικανικές σοκολάτες και γιαπωνέζικους φούρνους μικροκυμάτων, και το βλέμμα των νεκρών, το ακλόνητο και καταραμένο βλέμμα των νεκρών, που διαμαρτύρονται ότι τους έχεις παρατήσει μονάχους, που σου ζητάνε να τους δείς εσύ, να τους κοιτάξεις εσύ που επιζείς. Άραγε υπάρχει αυτή η περιοχή όλων και κανενός; Υπήρχε…Τη θυμάσαι, ήταν εκεί, οικεία. Την ανακάλυψες πριν από δεκαπέντε χρόνια και έμεινες εκεί. Και τώρα κάτι σε τραβάει, σε βγάζει, σε ξεριζώνει από αυτή την αληθινή χώρα για να σε πετάξει σε κάτι άλλο, για να σε στείλει στο μεγάλο τίποτα. Θέλει να σε ξεκολιάσει μια για πάντα.» («Όταν οι νεκροί χορεύουν»)



Στο έξοχο «Αντίο Μαδρίτη», η δράση μεταφέρεται στην Ισπανία. Ο Σάυν δέχεται την πρόταση του φίλου του Χούσκο Βάσκες, διευθυντή του Μουσείου Ανθρωπολογίας της Πόλης του Μεξικού, να βρει μια παλιά διάσημη τραγουδίστρια, την «Μαύρη Χήρα» ερωμένη ενός παλαιού Προέδρου της χώρας, η οποία ζει πλέον μόνιμα στην πρωτεύουσα της Ισπανίας και ο Βάσκες την υποπτεύεται ότι κατέχει (ή τουλάχιστον ότι γνωρίζει ποιος έχει στην κατοχή του) τον θώρακα του Μοκτεσούμα, του αυτοκράτορα των Αζτέκων, ένα αντικείμενο τεράστιας αξίας.



Ο Σάυν επισκέπτεται για πρώτη φορά στη ζωή του, την Μαδρίτη που αγάπησαν οι γονείς του και του είχαν πει τα πάντα γι’αυτήν. Αλλά, βρίσκει μια Μαδρίτη πολύ διαφορετική από τις περιγραφές που είχαν ωραιοποιήσει με τα χρόνια την εικόνα, «σίγουρα δεν ήταν η πόλη που είχε εκείνος επινοήσει μέσα από τη μνήμη των άλλων. Δεν ήταν αυτή η πόλη που είχε κατασκευάσει ακούγοντας τις αναμνήσεις των γονιών του. Δεν ήταν αυτή η πόλη, μολονότι έμοιαζε, όπως μοιάζει ένα ντεκόρ του Χόλλυγουντ με άλλες πραγματικότητες εξίσου επινοημένες.»



Μέσα σε μια ιστορία που όσο προχωράει μπλέκει όλο και περισσότερο, ο μονόφθαλμος ντετέκτιβ μπερδεύεται με το συνάφι της Μαύρης Χήρας, τον επαγγελματία παίκτη του πόκερ με τον οποίο είναι παντρεμένη, με μια οργάνωση αρχαιοκάπηλων, με μια μυστηριώδη γυναίκα που διαμένει στο ίδιο ξενοδοχείο μ’αυτόν και κάνει απόπειρα αυτοκτονίας και μ’έναν φιλικό αλλά και φιλομαθή ρεσεψιονίστ. Στοιχεία για την κλοπή του θώρακα ουσιαστικά δεν υπάρχουν, κάποια στιγμή φαίνεται ότι η ιστορία έχει βγεί από το μυαλό του Βάσκες αλλά τελικά ο δαιμόνιος Σάυν θα βρεί την άκρη.



Η (αρκετά χαλαρή για τα δεδομένα του Τάιμπο ΙΙ) πλοκή της νουβέλας ουσιαστικά χρησιμεύει ως πρόσχημα στον συγγραφέα, για να μιλήσει για τις αντιθέσεις μεταξύ των δύο χωρών, του κατακτητή και του κατακτημένου, για το ποια από τις δύο χώρες είναι περισσότερο διεφθαρμένη, για την εκμετάλλευση και την καταπίεση του κέντρου απέναντι στην περιφέρεια. Στο βιβλίο συναντάμε έναν Τάιμπο ΙΙ, ελεγειακό και λυρικό, θυμωμένο και λυπημένο, καταγγελτικό και καίριο. Τρώει τσούρος με σοκολάτα και τριγυρίζει στους δρόμους της Μαδρίτης που τον απογοητεύει και τον διώχνει, όπως λέει χαρακτηριστικά, «έχει χεσμένο» τον θώρακα του Μοκτεζούμα που στο κάτω-κάτω της γραφής ανήκει σε όλους και όχι σε κάποια λαμόγια, ξέρει καλά ότι η ιστορία δεν δικαιώνει κανέναν, Ισπανοί κατακτητές και Μεξικάνοι κατακτημένοι τα ίδια σκατά ήταν, και διαπιστώνει πικραμένος ότι η αμφισημία της έκφρασης «Αντίο Μαδρίτη» (εκτός από τραγούδι του Σιταρόσα) που οι γονείς του χρησιμοποιούσαν όταν «ήθελαν να εξηγήσουν ότι δεν υπήρχε τρόπος να διορθωθεί κάτι» είχε τελικά μεγάλο νόημα.



«Το μουσείο Αμερικής, όπου ήταν διευθυντής ο Σιλβέριο Κανιάδα, δεν διέθετε ούτε ίχνος από μία ιστορία δόξας της ισπανικής αποικιοκρατίας, μόνο στοιχεία ενός εφιάλτη με φρικαλεότητες και σφαγές μέσα σε περιτύλιγμα από εξωτική μαγεία. Το μόνο που έλειπε ήταν ένας πίνακας για να δείχνει τη σχέση ανάμεσα σε κάθε γραμμάριο χρυσού που ταξίδεψε προς την Ισπανία με τις γαλέρες και πόσες ζωές ιθαγενών στοίχισε. Αυτό ήταν το νόημα εκείνου του μοχθηρού μουσείου που φύλαγε γυαλιστερά μπιχλιμπίδια και ήθελε να εντυπωσιάσει με τη λάμψη της πανοπλίας που εξευγένιζε τον γενειοφόρο παρία τυχοδιώκτη, ο οποίος έφτιαχνε μικρές αυτοκρατορίες με το άλογό του και το μπαρούτι του, αλλά επίσης δεν απέφευγε να αφηγηθεί και τη μαύρη πλευρά της ιστορίας.

Ο Έκτορ στάθηκε ταραγμένος μπροστά σε κάποιες εικόνες που αφηγούνταν την εξαφάνιση ολόκληρων κοινοτήτων ιθαγενών της Κεντρικής Αμερικής από τις επιδημίες ευλογιάς. Πιεσμένος από την ανάγκη να βγεί λίγο έξω να καπνίσε, περιπλανήθηκε στις εσωτερικές αυλές που ήταν γεμάτες γιγάντια δαφνόδεντρα της Ινδίας αντιμετωπίζοντας μ ετον ίδιο απλοϊκό πάντα τρόπο το δίλημμα: Ισπανοί ή Αζτέκοι; Έτριψε τα χέρια του για να διώξει το κρύο. Έπρεπε να αγοράσει ένα ζευγάρι γάντια. Ο Κορτές του φαινόταν άτομο ανατριχιαστικό, υπολογιστής, συμφεροντολόγος, και οι ορδές του ένα τσούρμο κυνηγών κεφαλών, κλέφτες χρυσαφιού. Όσο κι αν είχε διαβάσει τα μυθιστορήματα του Λάζλο Πασούτ ή του Μανταριάγα, όσο κι αν συμπαθούσε τον απατεωνίσκο πλαστογράφο Μπερνάλ Δίας δε Καστίγιο. Από την άλλη πλευρά, δεν ήταν καθόλου με τους Αζτέκους. Μα πώς να νιώσεις έστω και λίγη συμπάθεια για τους αυτοκρατορικούς Αζτέκους που τυραννούσαν τους κοντινούς λαούς, που μόλυναν με τον πόλεμο το Χοτσιμίλκο, που έστεκαν τρομαγμένοι μπροστά στα ερείπια του Τεοτιουακάν, που θυσίαζαν πολεμιστές, αυτούς τους αυταρχικούς σχεδόν-ανθρώπους-του-προέδρου, αυτούς τους μαλάκες μιλιταριστές; Όπως πάντοτε έπιανε τον εαυτό του να αναζητάει χώρο και τοποθέτηση στο περιθώριο. Υποσχέθηκε ότι θα αναζητήσει εικόνες Μάγια επιστημόνων, βαρβάρων Τσιτσιμέκων, ή του Ισπανού προδότη Γκονσάλο Γκερέρο, για να τις χαιρετήσει από εκείνη την πόλη, εκείνη τη Μαδρίτη που την είχε χάσει για πάντα.» («Αντίο Μαδρίτη»)