Τρίτη, Δεκεμβρίου 31, 2013
posted by Librofilo at Τρίτη, Δεκεμβρίου 31, 2013 | Permalink
Η λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής και άλλες αφηγήσεις

Διάβασα αρκετά βιβλία μέσα στη χρονιά, ίσως περισσότερα Ελλήνων δημιουργών από ποτέ, αλλά την καλύτερη αίσθηση μου την άφησε για το τέλος, ένα μικρό "διαμαντάκι", ένα βιβλιαράκι μαγικό που στις λιγοστές σελίδες του με "ταξίδεψε" (κι αυτό είναι πολύ δύσκολο για κάποιον "πεπαιδευμένο αναγνώστη" που διαβάζει χιλιάδες σελίδες ετησίως), και με μετέφερε σε ένα άλλο λογοτεχνικό σύμπαν.


Γραμμένο με τον τρόπο και το ύφος ενός Κεντροευρωπαίου συγγραφέα, "Η ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ και άλλες αφηγήσεις", του (πρόσφατα αποβιώσαντος) ΕλληνοΤσέχου Κάρολου Τσίζεκ (1922 -2013), (Εκδ. Κίχλη, σελ.221 - μαζί με το εξαιρετικό επίμετρο του Α.Ζήρα, "Τα αφηγήματα του Κάρολου Τσίζεκ και η εσωτερική τους γεωμετρία"), συνθέτουν ένα αριστουργηματικό σύνολο 6 αφηγημάτων, γύρω από τη ζωή αυτού του ευαίσθητου δημιουργού, την ταυτότητά του, τις νεανικές και όχι μόνο περιπέτειές του, για την Θεσσαλονίκη του μεσοπολέμου, της Κατοχής και των μεταπολεμικών χρόνων, τις παρέες που διαμόρφωσαν την προσωπικότητά του, την οικογένειά του, την επαγγελματική του πορεία και πολλά άλλα.

"Είναι θλιβερό να πρέπει σήμερα να ταξιδέψεις στην Ευρώπη για να ξαναδείς κάτι απ'αυτά που έχασες - αν υποτεθεί ότι ακόμα τα θυμάσαι. Αύριο όμως δεν θα τα θυμάται πιά κανένας και θα είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Κι όμως υπήρξαν. Αλλά, τα καταστρέψαμε με τα ίδια μας τα χέρια, σαν τους Σαμοθρακιώτες, που έκαιγαν τα αρχαία αγάλματα, τις "κούκλες" όπως αναφέρει ο Ίων Δραγούμης, για να ασβεστώσουν τα σπίτια τους."

Τσέχικης καταγωγής από τους γονείς του, ο οποίος γεννήθηκε σε μια πόλη της Ιταλίας, ο Κάρολος Τσίζεκ ήταν παιδί που μεγάλωσε μέσα στον μεσοπολεμικό κοσμοπολιτισμό, που αντίθετα απ’ότι πιστεύουμε σήμερα δεν είχε ως προϋπόθεση κανενός είδους πλούτο ή οικονομική άνεση. Οι Κεντροευρωπαίοι τεχνίτες ή οι άνθρωποι ειδικευμένοι σε κάποιο προϊόν μετανάστευαν συνεχώς όπου υπήρχε καλή προσφορά εργασίας. Μ’αυτόν τον τρόπο ο πατέρας του βρέθηκε στην Θεσσαλονίκη να εργαστεί στο εργοστάσιο των αδελφών Μοντιάνο (Καλτσοποιϊα), σε υπεύθυνη θέση και ρίζωσε εκεί μέχρι το τέλος της ζωής του.

Ο Τσίζεκ στα αφηγήματα του, θυμάται στιγμές της παιδικής του ηλικίας όταν πήγαινε εκδρομές με την οικογένεια ή (πιο έντονα) για κυνήγι με τον δεινό σκοπευτή πατέρα του στην λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής, σκηνές από οικογενειακά τραπεζώματα, φαγητά βαριά της πατρίδας του που τα τρώγανε κάτω από τον καυτό μεσογειακό ήλιο, συγγενείς που τους επισκέπτονταν και την ιστορία που τους συνόδευε, στιγμές από την ιστορία της Τσεχίας από τον Β Παγκόσμιο πόλεμο αλλά και από την Κομμουνιστική διακυβέρνηση όπως και από την «Άνοιξη της Πράγας», γεγονότα που στιγμάτισαν τη ζωή του από την Γερμανική Κατοχή στην πόλη, τις επαγγελματικές επαφές του αργότερα με ανθρώπους από την Τσεχία κατά την διάρκεια της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, τους Εβραίους φίλους του που έχασε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τους διανοούμενους όπως τον Πεντζίκη, τον Ιωάννου, τον Σφυρίδη με τους οποίους έκανε παρέα.

Η μνήμη «μιλάει» στις ιστορίες που αφηγείται ο Τσίζεκ. Η πόλη (η Θεσσαλονίκη) που σταδιακά αλλάζει με το πέρασμα των χρόνων, τα σπίτια που χάθηκαν, η φύση που οργίαζε και τώρα είναι δρόμοι και μπετόν, τα παλιά εργοστάσια που καταστράφηκαν, το εγκαταλελειμμένο ορυχείο, τόπος μαγικός στην παιδική και εφηβική ηλικία, που στέγαζε παιχνίδια και πρώτους έρωτες για να μετατραπεί σε τόπο τραγωδίας κατά τον Εμφύλιο. Η άλλη πόλη που κυριαρχεί στην αφήγηση του συγγραφέα είναι η Πράγα, τόπος πανέμορφος και βασανισμένος. Η απόπειρα κατά του Γερμανού Διοικητή Χάιντριχ  κατά τη διάρκεια της Κατοχής και οι σφαγές που επακολούθησαν, ο Ορθόδοξος ναός των Αγίων Κύριλλου και Μεθόδιου όπου ταμπουρώθηκαν οι δράστες της απόπειρας για να αυτοκτονήσουν μετά από μακρά πολιορκία από τους Ναζί, η σχεδόν ισοπέδωσή του ναού και η αναστήλωση του μετά από χρόνια. Ενώ παρακολουθούμε μέσα από τις αφηγήσεις του Τσίζεκ, την βαθμιαία και σταδιακή του προσέγγιση στην Ορθοδοξία και την βάπτισή του, αυτού ενός φανατικά «άθρησκου» (όπως αναφέρει για τον εαυτό του).

«Στο «μεσοστράτι απάνω της ζωής μας» (Δάντης, Κόλαση, άσμα Α΄,στ.1), η γοητεία της βυζαντινής τέχνης, η φιλία μου με τον Ν.Γ.Πεντζίκη, η ανάγκη να ενταχτώ πληρέστερα στο ελληνικό περιβάλλον και το κενό που ένιωθα από την έλλειψη θρησκευτικής αγωγής μ’έκαναν να στραφώ προς την ορθοδοξία. Ο γάμος θα ολοκλήρωνε την ένταξη. Κι εδώ όμως το θρήσκευμα αποτελούσε προϋπόθεση εκ των ων ούκ άνευ…Έτσι, μετά από συνοπτική κατήχηση, βαπτίστηκα τελικά στις 23 Απριλίου του 1957 στον ιερό ναό του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, με νονούς τον συγγραφέα Γιώργο Ιωάννου και τον δικηγόρο Δημήτρη Ευθυμιάδη, παίρνοντας το όνομα του αγίου της ημέρας, πού όμως ποτέ δεν το συνήθισα. Ήθελα να ονομασθώ Σταύρος, όπως ο αδελφός της μέλλουσας γυναίκας μου, η οποία με συνόδευε. Ο Σταύρος Πίττας είχε εκτελεστεί το καλοκαίρι του 1944 – μαζί με άλλους εικοσι δύο αγωνιστές – από τους ταγματασφαλίτες του Μέρτεν στη Μαραθούσα Χαλκιδικής. Τον είχαν πιάσει όπως έμαθα, δύο έφιπποι Βούλγαροι αξιωματικοί, καθώς άργησε να φύγει από το χωριό Γεροπλάτανος, μετά από μια σύσκεψη των αντιστασιακών, περιμένοντας να τελειώσει το φαγητό του ένας παροιμιωδώς λαίμαργος εαμίτης. Όμως, κατά την τελετή του μυστηρίου της βάπτισης, απ’την αμηχανία και την κατάνυξη, δεν μπόρεσε κανείς από μας να αρθρώσει λέξη.»

Η μνήμη του Τσίζεκ ταξιδεύει συνεχώς. Στα έξι αφηγήματα του μικρού αυτού βιβλίου («Η λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής», «Ο θείος Τσάις και το τέλος του συμπατριωτισμού», «Αθρησκεία», «Γιόζεφ Ρεσλ», «Η βελούδινη επανάσταση», «Στήσιμο ξένου περιπτέρου») ξεκινάει να αφηγηθεί το κεντρικό θέμα και κατά τη διάρκεια παρεκκλίνει όπου τον οδηγήσει η μνήμη, θυμάται κάποιον ή ένα όνομα και αφηγείται την ιστορία που το συνοδεύει, πιάνεται από ένα μνημείο, ένα σπίτι, μια διαδρομή και πηγαίνει αλλού. «Αναδρομές και παρεκβάσεις» (όπως αναφέρει ο Ζήρας στο επίμετρο) έχουν μια «προφορικότητα» στον λόγο κάτι σαν παραμύθι που σου αφηγείται κάποιος ένα ήρεμο βράδυ, δημιουργώντας μια ιδιότυπη μαγεία στην ατμόσφαιρα και συντελώντας σε μια κατάνυξη στην οποία βυθίζεσαι μεταφερμένος αλλού.

Την γραφή του Τσίζεκ την χαρακτηρίζει λιτότητα και αποστασιοποίηση, πολύ χιούμορ και αυτοσαρκασμός. Στο μυαλό του αναγνώστη έρχεται ο Ιωάννου και ο Πεντζίκης, ο Τσίζεκ είναι ιδιαίτερα επηρεασμένος από τον τρόπο γραφής τους (κυρίως του πρώτου) αλλά όλα αυτά αναμειγνύονται με τον κεντροευρωπαϊσμό και τις διαφορετικές οικογενειακές προσλαμβάνουσες του συγγραφέα που δίνουν έναν άλλο αέρα στα αφηγήματα αυτά. Ο «ξένος» τόπος στον οποίο έζησε ολόκληρη τη ζωή του ο Τσίζεκ, οι εντελώς διαφορετικές συνήθειες από αυτές της οικογένειάς του, η αναζήτηση ταυτότητας μέσα στο πλαίσιο αυτό και η εντελώς ιδιότυπη προσωπική του ματιά – που πηγάζει από τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες- μετατρέπουν τις ιστορίες που αφηγείται από απλές λογοτεχνικές καταγραφές μιας εποχής που πέρασε ανεπιστρεπτί σε σταλαγματιές ποίησης και μαγείας, στοχασμού και μνήμης, έντονων εικόνων φύσης και ανθρώπων, όπου το παρελθόν εισέρχεται στο παρόν ολοζώντανο και όπου ακόμα και το πιο αδιάφορο γεγονός μετατρέπεται σ’αυτήν την τόσο έξοχη και διαφορετική αυτοβιογραφία, σε κάτι άμεσο και κοντινό. 

Ο Κάρολος Τσίζεκ πέθανε στις 14 Δεκεμβρίου του 2013 σε ηλικία 91 ετών. Ζωγράφος, γραφίστας, ποιητής, μεταφραστής και πεζογράφος, ο Τσίζεκ που γεννήθηκε στην μικρή πόλη της Μπρέσια στην Ιταλία από γονείς Τσέχους (με καταγωγή από την Νότια Βοημία) σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο ΑΠΘ και αργότερα Ιταλική γλώσσα και Λογοτεχνία – δίδαξε δε στο Ιταλικό τμήμα του ΑΠΘ για 27 έτη. Γνωρίστηκε με τον Νίκο-Γαβριήλ Πεντζίκη το 1940 και συνεργάστηκαν στην έκδοση του περιοδικού Κοχλίας, ενώ μερικά χρόνια αργότερα συνεργάστηκε με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο στην τυπογραφική και καλλιτεχνική επιμέλεια του (θρυλικού) περιοδικού «Διαγώνιος» όπως και των ομώνυμων εκδόσεων. Την ελληνική ιθαγένεια την απέκτησε το 1987 ενώ το 2002 βραβεύτηκε από την Τσεχία για το μεταφραστικό του έργο.

«Αναρωτήθηκα μερικές φορές ποια θα ήταν η μοίρα μου αν οι γονείς μου, αντί να έρθουν στην Ελλάδα, είχανε μείνει στην Ιταλία ή στην Τσεχία. Όσον αφορά τη δεύτερη πιθανότητα, διαβάζω τι αναφέρεται στο χρονολόγιο της ζωής του συνομήλικού μου Μοραβού ποιητή Γιάν Σκάτσελ, που τον μεταφράζω εδώ και χρόνια και τον χαρακτηρίζει ιδιαίτερη ευαισθησία. Είχε στρατολογηθεί στην Κατοχή για καταναγκαστική εργασία στην προσαρτημένη στο Ράιχ Αυστρία, και από τον χειμώνα του 1942 μέχρι την άνοιξη του 1944 «μάζευε  τα ερείπια που είχαν προκληθεί από τους βομβαρδισμούς και έθαβε τα θύματα σε ομαδικούς τάφους, δούλεψε εργάτης σε εργοστάσιο παραγωγής αρμάτων μάχης, οικοδόμος, μπετατζής στην κατασκευή αυτοκινητόδρομου, καθώς και χειρώνακτας στη διάνοιξη σήραγγας για την ανέγερση υπόγειου εργοστασίου παραγωγής βενζίνης.»


 
 
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 26, 2013
posted by Librofilo at Πέμπτη, Δεκεμβρίου 26, 2013 | Permalink
Η θεραπεία του νερού


«Αποσπάσματα. Από-σπά-σμα-τα. Αποσπ. Απ. σ ατα. Αυτό το έργο δεν είναι αποσπασματικό·

είναι αποσπάσματα.



Έτσι λοιπόν, όλα τα κεφάλαια είναι αποσπάσματα, εκτός απ’αυτό, γιατί αυτό ζει εδώ, σ’αυτό το σημείο, ανάμεσα στ’αποσπάσματα, κι έχει μια συγκεκριμένη δουλειά όσο αφορά τ’αποσπάσματα που το περιβάλλουν. Απόσπασμα; Συνδετικός ιστός; Η ιστορία καθαυτή;

Αχ, η ιστορία καθαυτή, αυτό το κέντρο που ολοένα συμπυκνώνεται.

Και υπάρχει κάποιο χρέος, Χάρος, αχρείος Χάρος που΄ναι χρέος και να η γραμματική για τη γραμματική και να ένα ποτό να πιούμε στην υγειά του αχρείου άνδρα ο οποίος σπάει και τσακίζει και κουνάει το κεφάλι του λες κι η μουσική να σήμαινε κάτι, σημαίνει κάτι, περιέχει κάτι, ναι, περιέχει, περιζώνει κάτι, περιζώνει κάποιον στον πάτο του ποτηρίου που σηκώνουμε, πρόποση στον άχρηστο-αχεροχειροποίητο αριθμό του κοντινότερου συγγενή.»



Το θέμα της «αυτοδικίας», που αποτελεί μια μόνιμη εστία διαφωνίας και προβληματισμού στον Δυτικό κόσμο, απασχολεί συγγραφείς και σεναριογράφους ταινιών εδώ και δεκαετίες. Η βία για την βία ή αλλιώς «οφθαλμός αντί οφθαλμού» έχει παρουσιαστεί με εκατοντάδες τρόπους, από τους πλέον επιφανειακούς μέχρι τους πιο φιλοσοφημένους. Μεταμοντέρνα όμως απεικόνιση της αυτοδικίας δεν θυμάμαι να έχω ξαναβρεί μπροστά μου. Αυτό ακριβώς επιχειρεί ο εξαιρετικός Αφροαμερικανός συγγραφέας Percival Everett (ΗΠΑ, 1956), στο τόσο ιδιαίτερο (αλλά υπέροχο) μυθιστόρημά του «Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ» («The water cure»), (Εκδ. Πόλις, μετάφρ. Δ.Αθηνάκη, σελ.275).


Ένα θύμα που γίνεται θύτης, ένας πατέρας που βλέπει την μικρή του κόρη σφαγιασμένη και αποφασίζει να εκδικηθεί τον δράστη του εγκλήματος υποβάλλοντάς τον σε βασανιστήρια. Ο Ισμαήλ είναι συγγραφέας φτηνιάρικων αισθηματικών μυθιστορημάτων με ψευδώνυμο. Ζεί με την σύζυγο και την κόρη του, ώσπου μια μέρα τον καλούν στο νεκροτομείο να αναγνωρίσει το πτώμα του παιδιού του. Από εκείνο το σημείο και μετά, η ζωή του αλλάζει εντελώς. Χωρίζει και μένει μόνος του πλέον σε ένα απομονωμένο σημείο, ένα εντυπωσιακό αλλά περίκλειστο σπίτι-φρούριο στις εσχατιές της αμερικάνικης επαρχίας (στο Τάος, του Νέου Μεξικού), όπου περνάει τις μέρες του μέσα στην παράνοια που εμφανώς τον έχει κυριεύσει και βασανίζοντας στο υπόγειο τον άνθρωπο, ο οποίος δολοφόνησε (αφού πρώτα βίασε) την μικρή του κόρη.

«Η ζωή, πλαισιωμένη όπως είναι από τη γέννηση στη μια άκρη και το θάνατο στην άλλη (αυτό είναι κάτι δεδομένο, ούτε εξεζητημένη ιδέα ούτε καν καινούργια εδώ που τα λέμε), δεν είναι το πλαίσιο, ούτε καν οι άκρες του πλαισίου, δεν είναι ούτε καν πλατιές και επιβλητικές χειρονομίες μέσα στο πλαίσιο, αλλά η ζωή αποτελείται από μικρές, άσκοπες και ασήμαντες χειρονομίες, μικρές όπως το να κάθεσαι στο τραπέζι για φαγητό, να πηγαίνεις στο γραμματοκιβώτιο, να καθαρίζεις το πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου, να θυμάσαι που πάρκαρες, να ξεχνάς να φιλήσεις την κόρη σου για καληνύχτα. Η ζωή δεν είναι ηρωικά κατορθώματα, αλλά μικρά, σχεδόν ασήμαντα φταρνίσματα του χρόνου, ένας λιλιπούτειος λόξιγκας των πραγμάτων που μπορεί ή όχι να έχουμε επιλέξει να θυμόμαστε. Κι εγώ κι εγώ πώς να γυρίσω πίσω εγώ να βρω να ξαναβρώ το ρυθμό το ράθυμο ρυθμό που είναι ο χτύπος της καρδιάς μου τώρα πως τώρα πιά; Πάντοτε αιώνια απαρασάλευτα θέμα πλαισίου, πλαισίωση του θέματος και, α ναι, μ’ένα γράμμα που ξεγλιστρά, μ’ένα γελοίοδυσλεξικό λάθος, το θέμα γίνεται θύμα, αλλά αυτό είναι μια εντελώς άλλη ιστορία.»

Αυτή είναι η ιστορία του βιβλίου του Έβερετ και αν νομίζεις ότι ξεμπέρδεψες κάνεις μεγάλο λάθος, γιατί γύρω από αυτό το σπαρακτικό γεγονός (που θα μπορούσε να οδηγήσει σε δράμα ολκής ή αιματηρό σπλάτερ μελόδραμα), ο μεγάλος αυτός σύγχρονος δημιουργός «βυθίζει» τον αναγνώστη σε έναν στοχαστικό και αποσπασματικό σύμπαν που κατακλύζεται από εικόνες, αποφθέγματα και ρήσεις από φιλοσόφους και λογοτέχνες (μέχρι και ο Λ.Κάρολ με την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» ή ο Στερν με τον «Τρίστραμ Σάντι»), γλωσσολογικά παιχνίδια και παζλ, Πλατωνικούς διαλόγους που παραποιούνται από ένα σημείο και μετά, ενώ κάποιες στιγμές η κατάσταση οδεύει προς μια «Τζοϋσική» γλώσσα.

«Εσχάτως, πονειρική ανωτερότητα.
Ατέρμονα να πονειρεύεσαι τα θύματα της χάλασσας.

Τώρα, βασανυκτικά, ορθωμένα, επίμονα, απροσαόριστα.

Κάθε φθινόπωρο οι πώροι σου θα φθίνουν προς την άμμο και τον ήλιο.

Στο μυαλό ένας καταυλισμός βροχής.

Σοβαρά να πονειρεύεσαι τους αφρούς των θυμάτων.

Αμείλικτα μεγάλα, εξαμβλωμένα, ογκώδη, φουσκοχαλασσιά τη φουσκοθαλασσιά, εκκωφανταστικά.

Μα κι έτσι δεν μπορείς να γραδάρεις τα μάτια σου.

Και ξέρεις πως τα θύματα της θάλασσας ποτέ δεν θα σε φτάσουν.

Μέρα τη μέρα τα κύματα παλεύουν και, μολονότι δεν αφθονιάς, τρόμος απ’τα κύματα σε κατακλύζει.

Με καταλαβαίνεις;»


Ο Ισμαήλ – σαφής αναφορά στον «Μόμπυ Ντικ» του Μέλβιλ, βιβλίο σταθμός στην Αμερικανική (και όχι μόνο) πεζογραφία – φιλοσοφεί και παραλογίζεται, αποτρελλαίνεται με τον χρόνο, χάνει την επαφή με την πραγματικότητα, αυτοσαρκάζεται και κλείνεται όλο και περισσότερο στον εαυτό του. Ο Έβερετ (ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους Αμερικανούς συγγραφείς όπως έχω ξαναγράψει για άλλα του μυθιστορήματα), χρησιμοποιεί κι εδώ όπως στο αριστουργηματικό «Σβήσιμο», έναν συγγραφέα ως ήρωα, ο οποίος για άλλα ήταν προορισμένος και αλλού τον πήγε η ζωή, ενώ το παραληρηματικό της γραφής και η ανατροπή της παραδοσιακής λογοτεχνικής φόρμας  μέσα από μια παραληρηματική και αποσπασματική γραφή που είναι όμως εξόχως αποστασιοποιημένη και γεμάτη χιούμορ, ομοιάζει (περισσότερο από κάθε άλλο βιβλίο του πολυγραφότατου αυτού συγγραφέα) με το ύφος που χρησιμοποίησε στο «Σβήσιμο»

Ο Έβερετ θεωρεί στο βιβλίο του την βία ως κάτι φυσιολογικό για την Αμερικάνικη κοινωνία. Εφαρμόζει στο θύμα του την «θεραπεία του νερού», ένα βασανιστήριο που χρησιμοποιείται κατά κόρον στο Γκουαντάναμο και στο Ιράκ από τον Αμερικανικό στρατό – εκεί όπου την διδάχτηκε ο Ισμαήλ.  Η αυτοδικία και η βία, θεωρεί ότι είναι μέρος της κουλτούρας του τόπου του και επιτίθεται στην υποκρισία της συντηρητικής και υποκριτικά ανθρώπινης Αμερικής του Μπους (το βιβλίο εκδόθηκε το 2007) που έχει μάθει να ζεί με αυτά τα χαρακτηριστικά εγγεγραμμένα στο DNA των κατοίκων της χώρας, φθάνει να μη γίνονται επισήμως «μέσα στην ίδια τους την αυλή» - εξάλλου και τα βασανιστήρια που διαπράττει ο Ισμαήλ γίνονται σε δεύτερο πλάνο, μαθαίνουμε γι’αυτά εμμέσως, δεν περιγράφονται ευθέως.

«Πάλη. Τρέξιμο. Φυγή. Τα θηράματα θα σταθούν και θα παλέψουν όταν παγιδευτούν, αλλά προτιμούν να το βάλουν στα πόδια. Το «προτιμούν» εδώ, είναι προβληματικό αφού δηλώνει μια συλλογιστική διαδικασία την οποία δεν είμαι έτοιμος να υποστηρίξω. Παρ’όλα αυτά, το τρέξιμο θα μπορούσε να΄ναι η προτιμώμενη αντίδρασή μου.
Πάντοτε πίστευα ότι το να καθυστερείς είναι πολύ προτιμότερο απ’το να κάνεις κάτι λάθος. Η χώρα μου όμως μ’εχει μάθει αλλιώς. Κατέληξα ν’αγαπώ την πατρίδα μου γι’αυτό το παράδειγμα, γι’αυτή την ασυδοσία, γι’αυτή τη ματαιοδοξία.

Μα και πάλι, αν υπάρχει θεός κι αν αυτός ο θεός είναι ένας δίκαιος θεός, τότε τρέμω για τη χώρα μου.»


Προκλητικό και ανατρεπτικό, το μυθιστόρημα του Έβερετ, είναι ένα δύσκολο και ιδιόρρυθμο βιβλίο, με έξοχο ύφος και δομή. Η ιστορία του Ισμαήλ και η δολοφονία της κόρης του μας δίδονται αποσπασματικά και οι πληροφορίες με το σταγονόμετρο, οδηγώντας την αφήγηση σε μια κορύφωση καθώς οδηγούμαστε σε ένα ταξίδι μέσα στα σκοτάδια του συναισθήματος και της ανθρώπινης υπόστασης. Εξαιρετική η μετάφραση-άθλος του Δ.Αθηνάκη που συνέβαλλε καθοριστικά στην κατανόηση του ύφους του κειμένου και στην λυρικότητα της γλώσσας του μεγάλου Αφροαμερικανού συγγραφέα.



«Κάθε λέξη είναι ένα σύμπτωμα.

Κάθε αράδα κρύβει την ολοκληρωμένη εικόνα.

Κάθε κάθε είναι ένα ψέμα που περιμένει να συμβεί.»


 


 



 
Τρίτη, Δεκεμβρίου 24, 2013
posted by Librofilo at Τρίτη, Δεκεμβρίου 24, 2013 | Permalink
Καλά Χριστούγεννα
Με τις θερμότερες ευχές μου για χαρούμενα και ευτυχισμένα Χριστούγεννα


 
Τρίτη, Δεκεμβρίου 17, 2013
posted by Librofilo at Τρίτη, Δεκεμβρίου 17, 2013 | Permalink
Το απαραίτητο φως
Ένας χαμένος πίνακας, δυο γυναίκες, μυστικά και πολλά αναπάντητα ερωτήματα που ταλαιπωρούν μια οικογένεια  για πολλά χρόνια, είναι ο μυθιστορηματικός καμβάς πάνω στον οποίο πλέκει την συναρπαστική ιστορία της, η συγγραφέας Ντορίνα Παπαλιού, στο πολύ καλό της βιβλίο «ΤΟ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΦΩΣ» (Εκδ. Ίκαρος, σελ.628).

«Κανείς δεν ξεφεύγει απ’αυτό από το οποίο είναι φτιαγμένος, το υλικό του. Πολλά τα δείχνει αλλιώτικα το φως. Αυτό που κρύβεις μέσα σου, παραμένει σταθερό, αναλλοίωτο και κανείς δεν το φτάνει, κανείς δεν μπορεί να το αλλάξει. Χρειάζεται όμως για να το δείς, το απαραίτητο φως.»

Η ζωγράφος Λουιζ Χατζηλουκά, εκτελείται από τους Ναζί την άνοιξη του 1944 ως συμμετέχουσα στην Αντίσταση. Είχε στην κατοχή της, ένα πίνακα-αυτοπροσωπογραφία του διάσημου στην εποχή του ζωγράφου, Τζόναθαν Ντόντσον, του Σκωτσέζου παππού της από την πλευρά της μητέρας της, και ο οποίος ήταν μέλος ενός καλλιτεχνικού κινήματος της εποχής (δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, που τα μέλη του έγιναν γνωστά με το όνομα «Glasgow Boys»). Ο πίνακας αυτός, ανυπόγραφος και πολύ εντυπωσιακός, είναι ο αγαπημένος της και ακολουθεί την οικογένεια, σε όλες τις διαδρομές της, από την Γλασκώβη, στη Σμύρνη και μετά από τη Μικρασιατική καταστροφή στην Αθήνα και στο διαμέρισμα της οδού Σκουφά στο Κολωνάκι. Η Λουίζ, μια γυναίκα ευαίσθητη και ανήσυχη, προσπαθεί να πάει στο Αλβανικο μέτωπο ως φωτογράφος αλλά της το αρνούνται, γίνεται εθελόντρια νοσοκόμα κατά τη διάρκεια των μηνών του πολέμου και γνωρίζει έναν μυστικοπαθή άντρα, Αιγυπτιώτη, τον Κων/νο Σαββίδη τον οποίο ερωτεύεται και ο οποίος την μυεί στην Αντίσταση μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα. Εκείνος φεύγει για την Μέση Ανατολή, η Λουίζ παντρεύεται έναν μεγαλοαστό δικηγόρο, τον Λασκαράτο και εν αγνοία του, φωτογραφίζει θύματα του Λιμού που ενέσκηψε στην πόλη τον χειμώνα του 42, όπως και σκηνές της Κατοχής ενώ συνεχίζει την αντιστασιακή της δράση.

Όταν εκείνη συλλαμβάνεται, και καταδικάζεται σε θανατο, ο σύζυγός της πουλάει τον πίνακα στον Γερμανό Διοικητή με την μεσολάβηση ενός γνωστού τους μαυραγορίτη έμπορου τεχνης, με σκοπό να σώσει την Λουίζ. Εκείνη όμως δεν γλυτώνει την εκτέλεση και ο πίνακας αγνοείται. Αμέσως μετά την απελευθέρωση, ο Λασκαράτος, ο σύζυγος της Λουίζ, σκοτώνεται από αδέσποτη σφαίρα κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, ενώ ο μαυραγορίτης έχει κι αυτός σκοτωθεί την ίδια περίοδο.
Ο γιός της Λουίζ, ο Νικηφόρος που δεν γνώρισε ποτέ τους γονείς του, ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση έγινε κι αυτός δικηγόρος, και προσπαθούσε τα τελευταία χρόνια να βρεί τι απέγινε ο περίφημος πίνακας. Γιατί δεν σώθηκε η Λουίζ μετά την προσφορά αυτή; Είχε φτάσει ποτέ ο πίνακας στα χέρια του Γερμανού ή μήπως είχε μείνει στην κατοχή του μαυραγορίτη; Προσπαθώντας να φτάσει στην αλήθεια, ο Νικηφόρος πεθαίνει κατά τη διάρκεια μιας εγχείρησης. Η κόρη του Λουίζα, εγγονή της Λουίζ και με αρκετές ομοιότητες φυσιογνωμικές μαζί της, αγνοεί τα πάντα, σκαλίζοντας όμως τα χαρτιά του πατέρα της, με τη βοήθεια του βοηθού του, του Πέτρου, που ήταν και προστατευόμενός του προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει.

Η Λουίζα Λασκαράτου, είναι ανθρωπολόγος και διαμένει μόνιμα στην Οξφόρδη, έχοντας απομακρυνθεί από την οικογένεια της όλα αυτά τα χρόνια ενώ με τον πατέρα της ανέκαθεν την συνέδεε μια πολύ τρυφερή σχέση που είχε όμως παγώσει με τα χρόνια. Τώρα, γυρίζει να φροντίσει τα της κηδείας και της κληρονομιάς και βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορία που την άκουγε σαν παραμύθι από εκείνον, για την γιαγιά της και τον παππού της που χάθηκαν κατά την κατοχή και για έναν μυστηριώδη πίνακα. Αναζητά με εμμονή την αλήθεια πίσω από τα γεγονότα, διαβάζει την έρευνα του πατέρα της και με τη βοήθεια πλέον της τεχνολογίας ψάχνει για το αληθινό πρόσωπο των πρωταγωνιστών αυτής της γοητευτικής ιστορίας του πολέμου. Αυτά που ανακαλύπτει ανατρέπουν τελείως αυτά που θεωρούσε δεδομένα, και αποκαθιστούν την ιστορική και οικογενειακή αλήθεια.

Η Παπαλιού ακολουθεί την τεχνική των δύο ιστοριών που ξετυλίγονται παράλληλα. Από τη μια μεταφερόμαστε στην Αθήνα της δεκαετίας του 40, με τις περιπέτειες της Λουίζ Χατζηλουκά και από την άλλη στην Αθήνα και την Αγγλία του 21ου αιώνα με την έρευνα της Λουίζας Λασκαράτου γύρω από τα γεγονότα που σημάδεψαν ανεπανόρθωτα την οικογενειακή της ιστορία. Οι ομοιότητες μεταξύ των δύο γυναικών-ηρωίδων του βιβλίου πολλές. Είναι και οι δύο δυναμικές και ξεροκέφαλες, γοητευτικές και ξεχωριστές ενώ έχουν πάνω-κάτω την ιδια ηλικία κατά τη διάρκεια της μυθιστορηματικής δράσης. Το ερωτικό στοιχείο δεν λείπει από τις ζωές τους, η Λουίζ ερωτεύεται παράφορα τον στιβαρό Σαββίδη, που είναι «ταγμένος» στον αγώνα, αρνείται να τον ακολουθήσει στην φυγή του στην Μέση Ανατολή και παντρεύεται τον λάθος άνθρωπο, τον εντελώς διαφορετικό από αυτήν, μεγαλοαστό σε όλα του, Λασκαράτο, ενώ η Λουίζα εγκλωβισμένη σε μια σχέση με έναν Άγγλο, ερωτεύεται εκείνον που μισεί περισσότερο από κάθε τι άλλο, τον βοηθό του πατέρα της, τον Πέτρο.

Πολυεπίπεδο και άκρως γοητευτικό το μυθιστόρημα της Παπαλιού είναι πολλά πράγματα μαζί. Μυθιστόρημα μαθητείας με πολύ σασπένς, αστυνομικός γρίφος με πολιτικά στοιχεία, σκιαγράφηση μιας βασανισμένης εποχής μέσα από μια ψύχραιμη ματιά αλλά και μια αινιγματική αλλά και συμβολική ιστορία για την ταυτότητα του Καλλιτέχνη, τις αναζητήσεις του, την μοναδικότητά του, την αναζήτηση της ελληνικότητας μέσα από τους προβληματισμούς της γενιάς του ’30, την αυτοσυνείδηση μέσα από τις σωστές ή λάθος επιλογές που κάνουμε. Μπορεί ο περίφημος πίνακας να είναι πανταχού παρών στα τεκταινόμενα αλλά είναι οι δύο έξοχες γυναίκες που εντυπώνονται στο μυαλό του αναγνώστη τοποθετώντας σε δεύτερο πλάνο τους αντρικούς χαρακτήρες του βιβλίου.

Η Λουίζ Χατζηλουκά της Παπαλιού προβάλλει ως μια αλησμόνητη μυθιστορηματική φιγούρα, ηρωίδα λογοτεχνικής ολκής, μέσα από την πορεία μιας γυναίκας που αναζητά την ταυτότητά της (μια ζωή ξένη παντού, στην Ελλάδα Σμυρνιά και Σκωτσέζα, στην οικογένεια του άντρα της επαναστάτρια και ατίθαση) που κάνει την «εξέγερσή της», η δε σύγχρονη Λουίζα Λασκαράτου που προσπαθεί κι αυτή να βρεί τον εαυτό της, ποια πραγματικά είναι, τι πραγματικά θέλει, να επανακαθορίσει κάποια πράγματα μέσα της.

Η πλοκή είναι εξαιρετική και πολύ καλά δομημένη, αλλά το ενδιαφέρον μεταξύ των δύο ιστοριών δεν είναι πάντα το ίδιο. Ιδιαίτερα συναρπαστικές οι σελίδες που περιγράφουν τα δραματικά γεγονότα της ζωής της Λουίζ κάνουν τον αναγνώστη να ανυπομονεί για τη συνέχεια της ιστορίας και έτσι η αφήγηση της ιστορίας της Λουίζας «χάνει» σε ένταση και ενδιαφέρον. Σφιχτοδεμένο για τον όγκο του το βιβλίο, θα λειτουργούσε πολύ καλύτερα αν έλειπαν κάποιες σελίδες με μακροσκελείς συζητήσεις η θεωρητικές (διδακτικές ίσως) εξαγγελίες, ενώ και κάποιοι από τους χαρακτήρες της ιστορίας είναι μάλλον περιττοί αφού δεν προσφέρουν κάτι στην πλοκή.

Οι μικροενστάσεις μου, είναι επουσιώδεις μπροστά στην απόλαυση που σου χαρίζει το «Απαραίτητο φως». Με την καλοκουρδισμένη του αφήγηση και την πανέξυπνη δομή του, σε κρατά καθηλωμένο καθώς «ξεφλουδίζει» με υπομονή και άνεση λόγου την σαγηνευτική και μυστηριώδη (σε κάποιες στιγμές «γοτθικής υφής») ιστορία γύρω από την πορεία του πίνακα. Ένα ωραιότατο «αστικό μυθιστόρημα» της σύγχρονης εποχής χωρίς ιδεολογικές αγκιστρώσεις με ψύχραιμη ματιά και δίχως μελοδραματισμούς, καλοδουλεμένο και με πολλή έρευνα στο υπόβαθρο (η οποία φαίνεται) που, με απλότητα και σαφήνεια περιγράφει μια ωραία ιστορία που δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορο κανέναν.

__________________________________________________________

Η συζήτησή μου με την Ντορίνα Παπαλιού στην εκπομπή Booktalks στο Amagi radio, το Σάββατο 14/12/13 γύρω από το βιβλίο της, αλλά και η υπόλοιπη εκπομπή με αφιέρωμα στον Πότη του Χ.Φάλαντα είναι διαθέσιμη στο podcast που επισυνάπτω. Καλή ακρόαση




 
Κυριακή, Δεκεμβρίου 08, 2013
posted by Librofilo at Κυριακή, Δεκεμβρίου 08, 2013 | Permalink
Ο Πότης


Όταν ξεκινάς να διαβάσεις ένα μυθιστόρημα, σχετικά με το αλκοόλ και τον εθισμό σ’αυτό, δύσκολα φεύγει από το μυαλό σου, το μνημειώδες «Κάτω από το ηφαίστειο» του Μάλκολμ Λόουρι, βιβλίο που όσα χρόνια και αν περάσουν από την ανάγνωσή του, συνεχίζει να σε «καταδιώκει». «Ο Πότης» του Hans Fallada (Γερμανία 1893-1947), (Εκδ. Κίχλη, μετάφρ. Ε.Βαϊκούση, σελ.416), είναι ένα μυθιστόρημα που έχει κι αυτό ως θέμα του την πορεία ενός ανθρώπου προς τον απόλυτο εξευτελισμό συνέπεια του εθισμού του, αλλά πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα αφού το πιο ενδιαφέρον (ή για μένα, το ουσιαστικά ενδιαφέρον) κομμάτι του εκτυλίσσεται μετά την μέση του βιβλίου, στην περιγραφή του εγκλεισμού του ήρωα στη φυλακή κατ’αρχήν και ακολούθως σε ίδρυμα αποτοξίνωσης από το πάθος του.


Ο ήρωας του βιβλίου (και αφηγητής), ο σαραντάχρονος Έρβιν Ζόμερ, είναι ένας έμπορος αγροτικών προϊόντων στη Ναζιστική Γερμανία της δεκαετίας του ’30. Η επιχείρηση πήγαινε περίφημα όσο ασχολείτο με αυτήν η σύζυγός του, η δυναμική και πειθαρχημένη Μάγδα, αλλά από τη στιγμή που εκείνη αποφάσισε να μη πηγαίνει στο γραφείο και να παραμείνει σπίτι, τα πράγματα παίρνουν την κάτω βόλτα και οι ανταγωνιστές κερδίζουν έδαφος. Ο Ζόμερ, άνθρωπος ταπεινός και ανασφαλής βλέπει ότι ουσιαστικά την επιχείρηση την κρατούσε η Μάγδα και διαπιστώνει ότι αν συνεχίσει κατ’αυτόν τον τρόπο την πορεία της, η χρεοκοπία θα είναι μονόδρομος. Αρχίζει να δοκιμάζει λίγο κρασί – δεν είχε πιεί ποτέ μέχρι τότε – για να καταπολεμήσει την απογοήτευσή του και τη ψυχική μοναξιά που αισθανόταν και νιώθει καλύτερα. Όταν δε η Διεύθυνση των Φυλακών της πόλης, αποφασίζει να σταματήσει τη συνεργασία με την επιχείρησή του, αφού ο Ζόμερ είχε αμελήσει να κάνει μια βελτιωμένη προσφορά ανανέωσης της συνεργασίας τους, εκείνος αρχίζει να πίνει όλο και περισσότερο.

Η κατάσταση του είναι πλέον ορατή όχι μόνο από τους στενούς του συνεργάτες στη δουλειά αλλά και από την Μάγδα στο σπίτι. Περιπλανιέται στα προάστεια ψάχνοντας καπηλειά για να πιεί και σ’ένα από αυτά γνωρίζει μια νεαρά γκαρσόνα την οποία πολιορκεί ξοδεύοντας μεγάλα ποσά. Η Μάγδα αναθέτει στον γιατρό τους, να τον συνετίσει αλλά ο Ζόμερ συνεχώς ξεφεύγει αρνούμενος να διακόψει την συνεχή μέθη στην οποία βρίσκεται νυχθημερόν. Με το ποτό ξεχνιέται, ζει σε έναν άλλον πιο ευχάριστο κόσμο, απολαμβάνει τους περιπάτους, την ωραία φύση, νιώθει ελεύθερος και νέος, ικανός για τα πάντα. Μετά από έναν έντονο καυγά με την σύζυγό του φεύγει από το σπίτι και μέσα στην παραζάλη του νοικιάζει ένα δωμάτιο σε κάποιον απατεώνα, στο οποίο κάθεται και μεθάει ολη τη μέρα, ενώ ο σπιτονοικοκύρης του, τον γδύνει κυριολεκτικά.

Η σύλληψή του για ασήμαντους λόγους είναι κάτι το αναπόφευκτο όπως και η καταλήστευσή του άλλωστε από επιτήδειους, αλλά η καταγγελία της συζύγου του, ότι προσπάθησε να την σκοτώσει, κάνει τα πράγματα σοβαρότερα. Τον κλείνουν στη φυλακή, όπου γνωρίζει έναν διαφορετικό κόσμο από αυτόν με τον οποίον συναναστρεφόταν μέχρι τότε και προσπαθεί να επιβιώσει κακήν-κακώς.
Το επόμενο βήμα είναι ο εγκλεισμός του σε κάποιο ίδρυμα απεξάρτησης, όπου θεωρεί ότι θα είναι πολύ καλύτερα από τη φυλακή, αλλά σύντομα διαπιστώνει ότι ζει κυριολεκτικά μέσα σε μια κόλαση, όπου υπάρχει αυστηρή ιεραρχία, ελάχιστο φαγητό και συνθήκες στρατοπέδου ενώ απ’ότι γρήγορα αντιλαμβάνεται, ενδέχεται να μείνει για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Το δε χειρότερο απ’όλα είναι ο απόλυτος «ιδρυματισμός» στον οποίον βυθίζεται, όταν «ικανοποιημένος» από την καθημερινή του εργασία να φτιάχνει «βούρτσες για τα νύχια, για τα χέρια, για τα μαλλιά, βούρτσες για βουτυράδικα και ζυθοποιίες, και για πρεβάζια…πινέλα για ξεσκόνισμα και κάθε είδους πινέλα ζωγραφικής.»


«Ε, ναι τώρα είχα ενσωματωθεί για τα καλά, ανήκα κανονικότατα σ’αυτό το περιβάλλον, κι αν θέλω να είμαι ειλικρινής, οφείλω να ομολογήσω πως μετά τις πρώτες εβδομάδες της προσαρμογής ένιωθα σχετικά καλά. Είχα εξοικειωθεί με το μόνιμο αίσθημα της πείνας, με τους συνεχείς καβγάδες, με τον κακό αερισμό των χώρων του οικήματος, ακόμα και με τα «γουρουνόσπυρα» - τους καλόγερους…Το οίκημα αυτό, με τη βρωμιά, με την τσιγκουνιά των υπαλλήλων και με τον φθόνο των τροφίμων, ήταν φριχτό – όμως αυτό ήταν και δεν είχε νόημα να το πολεμάει κανείς. Έτσι κι αλλιώς, ποιος μας υπολόγιζε εμάς;
Στο τέλος του δεύτερου μήνα αντάλλαξα ολόκληρο το πακέτο τον ψιλοκομμένο καπνό με ένα μεγεθυντικό φακό, κι έτσι μπορούσα ν’ανάβω την πίπα μου όποτε ήθελα, αρκεί να είχε ήλιο. Και κάθε φορά που καθόμουνα όρθιος στο πρεβάζι του παραθύρου κι έπαιρνα αυτές τις δέκα ή δώδεκα απολαυστικές ρουφηξιές με τη μικρή μου πίπα, ένιωθα πιο πλούσιος κι ευτυχισμένος παρά ποτέ. Ένιωθα, πράγματι, πως ποτέ δεν είχα ευχαριστηθεί τη ζωή μου τόσο βαθιά, όσο στη θαλπωρή αυτού του κελιού.»



Το μυθιστόρημα του Φάλλαντα περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ο συγγραφέας (ο οποίος επέλεξε να μείνει στη Ναζιστική Γερμανία και να μη διαφύγει στο εξωτερικό), τον Ιούλιο του 44 σε πλήρη έξαρση του αλκοολισμού στον οποίον είχε εθιστεί και πάνω σ’έναν διαπληκτικσμό με την τότε σύζυγό του Σούζε, πυροβολεί στον αέρα, συλλαμβάνεται για «απόπειρα φόνου» και κλείνεται σε ίδρυμα. Ο «Πότης» ξεκίνησε να γράφεται κατά την περίοδο του εγκλεισμού του, τον Σεπτέμβριο του ’44.


Το βιβλίο ενώ στις πρώτες 100-150 σελίδες περιγράφει ουσιαστικά μια αρκετά αναμενόμενη κατάσταση, από το σημείο εκείνο και μέχρι το τέλος του, γίνεται συγκλονιστικό. Οι σελίδες της φυλακής και του ιδρύματος είναι καθηλωτικές, ενώ η τοιχογραφία των προσώπων/τροφίμων συναρπάζει με την δύναμη της περιγραφής και την λεπτομερή καταγραφή των χαρακτήρων, κακοποιών και μη, ανθρώπων που για τον ένα ή άλλο λόγο βρίσκονται έγκλειστοι πίσω από τους χοντρούς τοίχους. Χρησιμοποιώντας την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ο συγγραφέας γίνεται άμεσος και στοχεύει κατευθείαν στο συναίσθημα και στη συμμετοχή του αναγνώστη στα δρώμενα. Ο Ζόμερ κατρακυλάει προς την «κόλαση» και μαζί του κατρακυλάμε κι εμείς – το συνειδητοποιείς κάποια στιγμή που σηκώνεις το κεφάλι από τις σελίδες και έχεις ξεχάσει που βρίσκεσαι και τι κάνεις.

Όπως αναφέρει και η μεταφράστρια Ε.Βαϊκούση στο εξαιρετικό της επίμετρο (το οποίο έρχεται σε πλήρη συνάφεια με την ωραία της μετάφραση), «κεντρικό θέμα του μυθιστορήματος δεν είναι στην πραγματικότητα ο αλκοολισμός, όσο η αδυναμία του χαρακτήρα, η οποία συνιστά το υπόβαθρο κάθε εξάρτησης.» Η αναγωγή στον «ανθρωπάκο» που χωρίς αντιστάσεις, φοβισμένος και ανασφαλής πέφτει στην «αγκαλιά του Ναζισμού» και μετατρέπεται σε υποχείριο της εξουσίας είναι προφανής. Ο αδύναμος και κάπου κάπου αφελής Ζόμερ, τελείως «ευνουχισμένος» και αλλοτριωμένος, είναι ανίκανος να αντιμετωπίσει την «πάντα άψογη» Μάγδα, τυπικό πρότυπο συντρόφου όχι μόνο στη συζυγική κλίνη αλλά και στην επιχείρηση, αρχηγό δε στο σπίτι. Άνθρωποι σαν τον Ζόμερ δεν έχουν θέση στην κοινωνία που οραματίζονταν ο Χίτλερ και οι συν αυτώ, έπρεπε να εξοβελιστούν, να απομονωθούν.

Εξαιρετικό μυθιστόρημα, το οποίο ισορροπεί συνέχεια μεταξύ τραγωδίας και κωμωδίας γεμάτο με μαύρο χιούμορ και αυτοσαρκασμό. Τοιχογραφία και διεισδυτικότατο ψυχολογικό πορτρέτο μιας κοινωνίας που στηρίζεται στη δύναμη και στην πειθαρχία, με αρκετές ομοιότητες ως προς το ύφος με το «Βερολίνο Αλεξάντερπλατς» του Α.Ντέμπλιν. Το βιβλίο ευτύχησε στην ελληνική του μεταφορά, αφού η έκδοση της Κίχλης είναι (ως συνήθως) υπέροχη και εμπλουτισμένη (εκτός από το επίμετρο που αναφέρω παραπάνω) με φωτογραφίες από την ζωή του συγγραφέα, του οποίου το επικό (και ογκώδες) «Λύκος ανάμεσα σε Λύκους» ελπίζουμε να εκδοθεί κάποτε στα ελληνικά.



 
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 05, 2013
posted by Librofilo at Πέμπτη, Δεκεμβρίου 05, 2013 | Permalink
BOOKTALKS - Βιβλιοπωλείο / Καφέ
Σήμερα άνοιξε ένα καινούργιο βιβλιοπωλείο - καφέ, στο Παλαιό Φάληρο. Δημιουργοί του είναι, ο υποφαινόμενος (sincerely yours) και η καλή φίλη (και πλέον συνεργάτης) Κατερίνα Μαλακατέ που διατηρεί εδώ και πολλά χρόνια το δημοφιλέστατο βιβλιοφιλικό blog "Diavazontas". Το όνομα του: BOOKTALKS.

Η ιδέα υπήρχε αρκετά χρόνια στο μυαλό μου, αλλά όλο και κάπου σκόνταφτε σε υποκειμενικές ή αντικειμενικές δυσκολίες. Όταν πλέον είχα απελπιστεί, μια τυχαία συζήτηση με την (από πολλά χρόνια διαδικτυακή φίλη) Κατερίνα, και η κοινή μας παραδοχή ότι αυτή η ένταση της βιβλιοφιλίας που μας διακατέχει έπρεπε επιτέλους να εκφραστεί, συνετέλεσε στο να πάρουμε την απόφαση για την δημιουργία του BOOKTALKS.



Μας πήρε αρκετούς μήνες για να υλοποιηθεί το όραμά μας - και έχουμε "υλικό" για πολλή κουβέντα γύρω από το θέμα. Τελικά θεωρούμε ότι βγήκε κάτι που πλησιάζει πολύ, αυτό που σχεδιάσαμε από την αρχή. Μαζί μας στην προσπάθεια αυτή θα είναι ο εκλεκτός φίλος και ιδιαίτερα βιβλιόφιλος blogger Γιάννης Καλογερόπουλος, του οποίου το blog "ΝΟ14ΜΕ" διακρίνεται για την διαύγεια και την ωραία του γραφή.

Πιστεύουμε ότι μέσα από τον φιλόξενο αυτό χώρο, όπου "η αγάπη για το καλό βιβλίο, συναντάει το άρωμα του καφέ και την πλούσια γεύση της ζεστής σοκολάτας", θα μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε με αρκετούς βιβλιόφιλους. Η κοινή μας τρέλλα για την καλή λογοτεχνία - μέσα από τις επιμέρους προτιμήσεις, γούστα, διαφορές - θεωρούμε ότι θα περάσει στον κόσμο που (κυρίως στα νότια προάστεια της πρωτεύουσας) ψάχνει για έναν "στέκι" που χαρακτηρίζεται από αισθητική, ηρεμία και προάγει τις συζητήσεις γύρω από το βιβλίο και τις τέχνες.

Σας περιμένουμε






 
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 04, 2013
posted by Librofilo at Τετάρτη, Δεκεμβρίου 04, 2013 | Permalink
Booktalks at Amagi radio - Εκπομπή Σαββάτου 30/11
Ακούστε το podcast της εκπομπής του Σαββάτου 30/11/13.

Στην εκπομπή ακούγονται διηγήματα των Ambrose Bierce, Carlos Fuentes, αποσπάσματα από το βιβλίο του Χίτσενς, "Πριν το τέλος" και αρκετός Ντε Σαντ.

Καλή ακρόαση