Πέμπτη, Αυγούστου 17, 2017
posted by Librofilo at Πέμπτη, Αυγούστου 17, 2017 | Permalink
NYOS + ΚΑΪΑΦΑΣ
Με τα προσωπικά αδιέξοδα των ηρώων τους, ασχολούνται δύο πολύ ενδιαφέροντα, ελληνικά μυθιστορήματα της πρόσφατης παραγωγής, από δύο ολιγογράφους έλληνες συγγραφείς, οι οποίοι με το δεύτερό τους μόλις λογοτεχνικό έργο, σε ώριμη ηλικία, πραγματοποιούν ένα αξιόλογο βήμα στην συγγραφική τους πορεία. Το “NYOSτου Βασίλειου Φ. Δρόλια (Αθήνα, 1969) – (εκδ. Κέδρος, σελ. 246) και ο “ΚΑΪΑΦΑΣ” του Νίκου-Αδάμ Βουδούρη (Μεσσηνία, 1965) – (εκδ. Πατάκη, σελ.152), μπορεί να μην έχουν ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους θεματικά και υφολογικά, αλλά το αίσθημα της φυγής είναι το νήμα που τα συνδέει, παρ' ότι τα εξωτερικά στοιχεία της ιστορίας που αφηγούνται είναι πολύ διαφορετικά.

Στο “NYOSτου Δρόλια, ο 35άρης Βιολόγος, Ρότζερ Μπέικον, ο οποίος εργάζεται σε μια πολυεθνική εταιρεία στο Λονδίνο, σε μια καθοριστική στιγμή της ζωής του, παίρνει την απόφαση να μεταβεί για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στο Καμερούν και πιο συγκεκριμένα στη λίμνη Nyos του Καμερούν, όπου τον Αύγουστο του 1986 συνετελέσθη ένα απίστευτο γεγονός. Χιλιάδες άνθρωποι έπεσαν νεκροί, όπως και δεκάδες χιλιάδες ζώα, ενώ μια τεράστια έκταση γύρω από τη λίμνη ερημώθηκε και τα παραλίμνια χωριά μετατράπηκαν σε πόλεις-φαντάσματα. Όλα αυτά μέσα σε λίγες ώρες. Το μυστήριο λύθηκε μετά από αρκετά χρόνια και ο δολοφόνος ήταν η λίμνη, η οποία βρίσκεται μέσα σε ένα κρατήρα ενεργού ηφαιστείου. Μια κατολίσθηση ελευθέρωσε όλο το διοξείδιο του άνθρακα από τον βυθό, που εξαπλώθηκε στη γύρω περιοχή δημιουργώντας ένα σύννεφο το οποίο σκέπασε κάθε ζωντανό οργανισμό.
Η αποστολή του Ρότζερ είναι να μελετήσει την υδρόβια ζωή, καθώς η εταιρεία του είχε ξεκινήσει πειραματικά την ανάπτυξη των ψαριών εντός της λίμνης, καθώς η ίδια η λίμνη δεν είχε ποτέ ψάρια στο εσωτερικό της. Ήταν ένα πείραμα μέσα στα πλαίσια ανάπτυξης της πανίδας της λίμνης.

Ο Ρότζερ όμως δεν έχει στο μυαλό του μόνο την επιστημονική του αποστολή. Κυρίως θέλει να ξεφύγει από το αδιέξοδο στη ζωή του και υπό το βάρος των επιλογών και των αποφάσεων που πρέπει να πάρει και καθυστερεί με την φυγή του. Είναι παντρεμένος με την Άννα, με την οποία είναι μαζί από τα φοιτητικά του χρόνια και έχουν δύο παιδιά, ενώ είναι ερωτευμένος με την εικαστική καλλιτέχνιδα μοντέρνας τέχνης, Τζέσικα, με την σχέση τους να έχει φτάσει σε ένα σταυροδρόμι αποφάσεων. Ο Ρότζερ συντάσσει ανεπίδοτες επιστολές προς την Τζέσικα, την οποία σκέπτεται συνεχώς, ενώ η δουλειά του δεν συναντά την αποδοχή της εταιρείας του. Η ατμόσφαιρα της Αφρικής, τα υπαρξιακά του προβλήματα που διογκώνονται, όπως και η γνωριμία του με έναν ντόπιο ψαρά, λίγο σαλεμένο, λίγο σοφό, ο οποίος με τις θεωρίες που αναπτύσσει αρχίζει να επηρεάζει τον Ρότζερ σε σημείο που εκείνος να αναθεωρήσει αρκετές από τις δεδομένες απόψεις του, συντελούν ώστε να έρθει σε κόντρα με την εταιρεία του.

Ο Δρόλιας δομεί το μυθιστόρημα του, ώστε τα κεφάλαια της πρωτοπρόσωπης αφήγησης του Ρότζερ, να εναλλάσσονται με τα κεφάλαια της τριτοπρόσωπης αφήγησης για την Τζέσικα και τις πρωτοποριακές κατασκευές της, τις οποίες εμπνέεται από την γνωριμία της με τον Ρότζερ. Ενδιάμεσα, υπάρχουν οι ερωτικές αλλά και υπαρξιακά απελπισμένες, ανεπίδοτες επιστολές του Ρότζερ προς το αντικείμενο του έρωτά του. Πολύ σύντομα όμως το ενδιαφέρον γέρνει προς τις περιπέτειες του Ρότζερ, καθώς οι αφηγήσεις για την Τζέσικα δείχνουν αμήχανες και μετέωρες, ενώ οι προβληματισμοί για την ουσία της τέχνης δεν συντελούν στην ανάπτυξη της πλοκής.

Με το πνεύμα του Τζόζεφ Κόνραντ να διαποτίζει το βιβλίο, η ιστορία που αφηγείται ο Δρόλιας (δεινός αναγνώστης λογοτεχνίας και από τους παλαιότερους bloggers του διαδικτύου), είναι πολύ ενδιαφέρουσα και καίρια, ενώ είναι ιδιαίτερα επιτυχημένη προσπάθεια του να αποφύγει τον (κάποιες φορές αναπόφευκτο) διδακτισμό. Το φαινόμενο του θερμοκηπίου, η οικολογική καταστροφή, ο ρόλος των εταιρειών έρχονται στο προσκήνιο. και δίδουν πρόσθετο βάρος και ουσία στην ιστορία, από την άλλη είναι λίγο αδιέξοδη η υπαρξιακή περιπέτεια του ήρωα, δημιουργώντας ένα χάσμα στο συνολικό πνεύμα του βιβλίου. Σίγουρα όμως, το “Nyos” είναι ένα ωραίο μυθιστόρημα, που αφηγείται ένα γεγονός που οι περισσότεροι (όπως εγώ) δεν γνώριζαν, το οποίο ξεφεύγει από την συνηθισμένη εγχώρια εσωστρέφεια.


Σε διαφορετικό πλαίσιο κινείται το μικρό μυθιστόρημα (περισσότερο νουβέλα θα έλεγα) του Νίκου Αδάμ Βουδούρη, με τίτλο “ΚΑΪΑΦΑΣ” (κι εδώ μια λίμνη στον τίτλο ως ένα έτερο στοιχείο “συγγένειας”, και όχι μόνο, με το βιβλίο του Δρόλια), ένα ιδιότυπο road novel (μυθιστόρημα δρόμου), υπαρξιακό και υπαινικτικό.

Ένας νεαρός άνδρας (του οποίου δεν μαθαίνουμε ποτέ το όνομα), στέλεχος εταιρείας, κατά τη διάρκεια ενός συμβουλίου, φεύγει (δραπετεύει) απ' όλους και απ' όλα, ένα καυτό καλοκαιρινό πρωινό. Μπαίνει στο αυτοκίνητό του και οδηγεί προς την δυτική Πελοπόννησο χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση. Σε μια παραλία που σταματάει, βρίσκει έναν σκύλο, τον Σαμψών, όπως γράφει το νικελένιο ταμπελάκι που είχε στον λαιμό του (μαζί με ένα άλλο που είχε έναν αριθμό κινητού). Τον παίρνει μαζί του και συνεχίζουν το ταξίδι τους. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, ο άνδρας πηγαίνει από μέρος σε μέρος, από παραλία σε παραλία, μιλώντας με αγνώστους, λέγοντάς τους ελαφρώς παράλογες ιστορίες για τον σκύλο και τον εαυτό του. Θα βρει καταφύγιο τελικά σε ένα παραλιακό χωριό, κοντά στη λίμνη Καϊάφα (με τα περίφημα λουτρά), και πιο συγκεκριμένα σε μια ταβέρνα όπου θα αυτοπροταθεί και θα προσληφθεί ως σερβιτόρος.

Η σωματική εργασία τον αλλάζει, νιώθει σαν να κάνει μια δουλειά που του ταιριάζει επιτέλους, ταυτόχρονα η σχέση του με τον σκύλο τον ηρεμεί – νιώθει περισσότερο κοντά του απ' ότι με οποιοδήποτε άνθρωπο, ενώ η δεδομένη ασθένεια του Σαμψών (κάτι που δεν έβλεπε ή δεν διέκρινε όσο οδηγούσε), τον κάνει πιο υπεύθυνο, πιο συνειδητοποιημένο. Ο άνδρας αισθάνεται ότι είναι η πρώτη φορά που νοιάζεται για κάποιον και αυτή η αίσθηση τον ωριμάζει κατά κάποιο τρόπο.

Το βιβλίο είναι δομημένο σε μικρά κεφάλαια, σαν κινηματογραφικά fade-outs και ο συγγραφέας χρησιμοποιεί πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η οποία εξελίσσεται γραμμικά. Το ύφος είναι αποστασιοποιημένο και εγκεφαλικό, ενώ το αρχικό ελαφρώς πικαρέσκο στυλ με τις φάρσες και την “τρέλα” του ήρωα, διαδέχεται μετά την συνειδητοποίηση της μοναξιάς του, και της σχέσης του με τον Σαμψών, η αλλαγή και στο στυλ του βιβλίου.

Ώριμη και δουλεμένη γραφή αλλά η ιστορία παραμένει αδιέξοδη, όπως και ο ήρωας του βιβλίου. Εξαιρετικές περιγραφές του δρόμου και της φύσης, της καταστροφής από τις πυρκαϊές, της παρακμής των λουτρών στη λίμνη, ενώ η επιλογή της εποχής και πιο συγκεκριμένα η υπερβολική ζέστη του καλοκαιριού ταιριάζει απόλυτα με το αίσθημα της ασφυξίας του ήρωα.

Το βιβλίο έχει καλό ρυθμό αλλά το Μπεκετικό ύφος που προσπαθεί να υιοθετήσει ο συγγραφέας, έχει ωραίες στιγμές αλλά και κάποιες αμήχανες, ενώ θεωρώ ότι ακόμα και οι 150 σελίδες του μυθιστορήματος φαίνονται πολλές, ίσως λειτουργούσε καλύτερα ως διήγημα. Μια ωραία και έντιμη προσπάθεια σε ένα πολύ δύσκολο μυθιστορηματικό στυλ.


Βαθμολογία και των δύο βιβλίων: 73/100