Τετάρτη, Ιανουαρίου 24, 2024
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιανουαρίου 24, 2024 | Permalink
Santiago Gamboa "Η νύχτα θα είναι μεγάλη"
Μια ενέδρα σε έναν επαρχιακό δρόμο, που καταλήγει σε σφαγή, ένας αυτόπτης μάρτυρας, πτώματα που εξαφανίζονται και μέσα σε λίγες ώρες, ουδείς φαντάζεται ότι έγινε κάτι στην περιοχή. Κάποιοι που πιστεύουν ακόμα στη Δικαιοσύνη, σε μια χώρα που ο ένας θάνατος διαδέχεται τον άλλον και η διαφθορά είναι μονίμως και διαρκώς παρούσα, ενώ, Εκκλησίες ανταγωνίζονται η μία την άλλη, με σκοτεινούς σκοπούς. Το νέο μυθιστόρημα του πολύ καλού Κολομβιανού συγγραφέα, Santiago Gamboa (Μπογκοτά, 1965), με τίτλο «Η ΝΥΧΤΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ» («Sera larga la noche») – (εκδ. Διόπτρα, μετάφρ. Δ. Σταυρίδου, σελ. 521), εκτυλίσσεται στη Κολομβία, μια χώρα τόσο αντιφατική, όσο είναι και η άγρια ομορφιά της, μια χώρα που δεν μπορεί να ηρεμήσει και να προχωρήσει, ταλαιπωρημένη από τη βία και την διαφθορά.
 

Η ιστορία που περιγράφει ο ικανότατος συγγραφέας, εκτυλίσσεται στις μέρες μας, στα τέλη της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, με τον εμφύλιο πόλεμο που ταλάνιζε τη χώρα για 50 χρόνια να έχει (τύποις) τελειώσει, οι πόλεμοι των ναρκωτικών (υποτίθεται ότι) δεν είναι στο προσκήνιο πλέον, αλλά οι φόνοι βρίσκονται διαρκώς στη καθημερινότητα και τίποτα δεν εκπλήσσει πια κανέναν.
Μια αυτοκινητοπομπή διασχίζει μια μακρινή περιοχή της χώρας, πολλές ώρες μακριά από την Μπογκοτά. Η περιοχή της Τιεραντέντρο, είναι γνωστή για την αρχαιολογική της αξία, όπου υπάρχουν θολωτοί τάφοι που είναι «μνημεία παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς», ενώ είναι ουσιαστικά περιοχή των ιθαγενών ινδιάνων Πάες ή Νάσα.
Σε αυτή την περιοχή, η αυτοκινητοπομπή με τα θηριώδη jeep, δέχεται επίθεση με όπλα τελευταίου τύπου, και υπάρχουν πολλοί νεκροί. Κανείς δεν βλέπει όμως ότι, όλα τα παρακολουθεί ένα παιδί πάνω σε ένα δέντρο. Μετά από λίγες ώρες,  ένα ανώνυμο τηλεφώνημα ενημερώνει την αστυνομία της περιοχής, η οποία ειδοποιεί τις Κεντρικές Αρχές της Μπογκοτά. Μόλις όμως ενημερώνεται ο αρμόδιος Εισαγγελέας, η υπόθεση εξαφανίζεται και τα στόματα κλείνουν. Παρά τις κλήσεις της Εισαγγελίας, οι Αρχές της περιοχής διαβεβαιώνουν ότι δεν έχουν βρει τίποτα και γι’ αυτούς δεν υπάρχει συμβάν.
 
Ο Εισαγγελέας που ενημερώθηκε για το περίεργο αυτό γεγονός, είναι ο Έντιλσον Χαβιέρ Χουτσινιαμούι, ινδιάνικης καταγωγής, ένας πολύ τίμιος πενηντάρης και μονήρης άνθρωπος που είναι αφοσιωμένος στο καθήκον του. Γνωρίζει ότι δεν θα μπορέσει να βρει κάτι κινούμενος από την υπηρεσιακή οδό, και λέει την ιστορία σε μια καλή του φίλη, την ανεξάρτητη δημοσιογράφο Χουλιέτα Λεζάμα, που ψάχνει για θέματα βίαια και με πολλούς θανάτους, αφού αυτές οι ιστορίες πουλιούνται καλύτερα στα Μέσα της Βόρειας Αμερικής με τα οποία συνεργάζεται. Η Χουλιέτα είναι μια χωρισμένη γυναίκα με δυο έφηβους και με έντονα προβλήματα αλκοολισμού, αλλά είναι ικανότατη στη δουλειά της και πολύ έμπιστη. Βοηθός της είναι η ευφυής και δυναμική Χουάνα, που βίωσε την αδικία από την εφηβεία της στο Κάλι και έγινε αντάρτισσα, πολεμώντας στον Εμφύλιο. Πλέον συνεργάζεται με την Χουλιέτα και εκείνη είναι που της γνώρισε τον Εισαγγελέα Έντιλσον. Αυτό το ιδιόμορφο τρίο, θα βρεθεί μπροστά σε μια δαιδαλώδη υπόθεση με πολλές προεκτάσεις, που στην αρχή τουλάχιστον δεν μπορεί να φανταστεί κανείς.
 
«Στη γειτονιά μου τριγύριζαν διάφορες ομάδες, πολιτοφύλακες και παραστρατιωτικοί, κάθε τρεις και λίγο ακούγονταν πυροβολισμοί. Εμένα μου άρεσαν αυτοί των FARC γιατί είχαν μυστηριώδη αέρα και ήταν σκληροί. Καθόλου με το γάντι, αυτός ήταν ο τρόπος. Ένας ξάδελφός μου, ο Τόμπι, ήταν ήδη μέλος τους. Μίλησα μαζί του και μου έδωσε φυλλάδια για τον ανταρτοπόλεμο κι ένα φθαρμένο βιβλίο, το πώς δενότανε τ’ ατσάλι, του Νικολάι Οστρόφσκι. Ήταν τόσο πολυδιαβασμένο και βρόμικο, που νόμιζα ότι θα κολλήσω ψώρα ξεφυλλίζοντάς το. Δεν κατάλαβα τίποτα, όμως μου άρεσε. Μου άρεσε η ιδέα ότι έπρεπε να μελετήσω και να μάθω την Ιστορία, με κεφαλαίο. Αυτό έκανα, μόνη μου, καθ’ όλη τη διάρκειατου ανταρτοπόλεμου: πολεμούσα και μελετούσα. Πολλές φορές αυτά τα δυο ήταν το ίδιο. Πριν κλείσω τα δεκάξι είχα ήδη πάει στο Τοριμπίο μαζί με τον αδελφό μου, τον Κάρλος Ντουβάν. Καταφέραμε να βρούμε έναν σύνδεσμο και ζητήσαμε να ενταχθούμε στις FARC. Μας δέχτηκαν. Ολοκληρώσαμε την πολιτική καθοδήγηση και μετά τη στρατιωτική εκπαίδευση. Μέσα σε λίγους μήνες, ακούγοντας τις ιστορίες των συντρόφων, η οργή μου είχε καταλαγιάσει. Αυτό που είχε συμβεί στον αδελφό μου και σ’ εμένα δεν ήταν τίποτα μπροστά στις θηριωδίες που είχαν βιώσει άλλοι.
Θυμάμαι που σκέφτηκα: Αυτή η κωλοχώρα στην οποία είχα την ατυχία να γεννηθώ, είναι ένα πεδίο εκτελέσεων, μια αίθουσα βασανιστηρίων, μια μηχανική πρέσα που ξεκοιλιάζει τους αγρότες, τους αυτόχθονες, τους μιγάδες και τους μαύρους. Δηλαδή τους φτωχούς. Οι πλούσιοι αντίθετα είναι θεοί εξ ορισμού. Κληρονομούν περιουσίες και ονόματα, δεν δίνουν δεκάρα για τη χώρα και την απαξιώνουν. Πίσω από τα κομψά ονοματεπώνυμα τι υπάρχει; Ένας απατεώνας προπάππος, ένας δολοφόνος προπροπάππος. Ληστές των πόρων και της γης. Τότε πήρα την απόφαση: Θα τους γαζώσω αυτούς τους μπάσταρδους με σφαίρες, είναι το μόνο που φοβούνται και σέβονται, το μόνο που ακούν. Σφαίρες που τρυπούν το κορμί για να μάθουν.»
 
Η Χουλιέτα πηγαίνοντας στην περιοχή όπου έγινε το συμβάν, δεν θα αργήσει να βρει στοιχεία που το αποδεικνύουν – καθώς η εκπαιδευμένη στον ανταρτοπόλεμο Χουάνα ξέρει που να ψάξει -, ενώ βρίσκει και το αγόρι, έναν έφηβο, που το όνομά του είναι Φράνκλιν και είναι ο γιος ενός ζευγαριού ανταρτών που ο πατέρας του έχει σκοτωθεί και η μητέρα του αγνοείται. Ο Φράνκλιν είναι σε διαρκή αναζήτησή της και ψάχνει στο διαδίκτυο για πληροφορίες ενώ βοηθάει και σε μια Ευαγγελική εκκλησία που δραστηριοποιείται στην περιοχή. Η Χουλιέτα ψάχνοντας συνεχώς στοιχεία, πέφτει πάνω στον ηγέτη της Ευαγγελικής Εκκλησίας, έναν σκοτεινό τύπο που θυμίζει έμπορο ναρκωτικών και ο οποίος έχει έρθει πρόσφατα στην περιοχή και παρουσιάζεται ως Μεσσίας. Όσο εισέρχονται περισσότερο στην υπόθεση, η Χουλιέτα και η Χουάνα, βλέπουν τον ανταγωνισμό μεταξύ Εκκλησιαστικών δογμάτων και αυτοπροσδιοριζόμενων «σωτήρων» που εκμεταλλεύονται τις αγροτικές περιοχές όχι μόνο της Κολομβίας αλλά και των γειτονικών χωρών, όπου η κεντρική εξουσία είναι απούσα και αδιαφορεί τελείως.
 
Ο Γκαμπόα αναπαριστά με πειστικό τρόπο, την ατμόσφαιρα στη χώρα μετά τον πολυετή και αιματηρό εμφύλιο, που εξολόθρευσε την Κολομβιανή ενδοχώρα. Οι αντιθέσεις ισχυρών και αδύναμων, πλούσιων και φτωχών διογκώθηκαν, και τα μεγάλα συμφέροντα, είτε αυτά λέγονται Εκκλησίες, είτε λέγονται πολυεθνικές επιχειρήσεις, είτε βέβαια καρτέλ ναρκωτικών, εξουσιάζουν και μάχονται μεταξύ τους για την εξουσία και το χρήμα. Η ζωή στις περιοχές που περιγράφει ο συγγραφέας συνιστά ένα επικίνδυνο σπορ, μια πράξη ηρωισμού, με την κατάσταση να μην αλλάζει, μετατρέποντας τον λαό σε απαθή και αδιάφορο για το τι συμβαίνει μπροστά στα μάτια του.
 
«Το μενού έμοιαζε πλούσιο, ωστόσο όταν ξαναδιάβασε τις αναφορές συνειδητοποίησε ότι όλες αφορούσαν περιπτώσεις του παρελθόντος. Το τεράστιο κύμα του εμφύλιου, ο οποίος είχε πια τελειώσει, συνέχιζε να ξεβράζει πτώματα στην ακτή. Η χώρα εξακολουθούσε να ξεπατώνει την πανέμορφη βλάστησή της για να ξεθάψει από τη γη χιλιάδες μοναχικά οστά, έτσι ώστε καθένα από αυτά να ξαναβρεί το όνομά του και να πει την ιστορία του.
«Κολομβία, ένα απέραντο οστεοφυλάκιο», μουρμούρισε.»


Με όπλο του το φλεγματικό (που κάποιες φορές μοιάζει αγγλοσαξωνικό) χιούμορ, ο Γκαμπόα περιγράφει τα γεγονότα, με ένταση – αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο προσόν του βιβλίου –, και ξεδιπλώνει μια ιστορία αρκετά μπερδεμένη, που όμως κρατάει διαρκώς τον αναγνώστη της σε εγρήγορση. Περισσότερο επηρεασμένος από το αμερικανικό νουάρ, παρά από την βαριά λογοτεχνική κληρονομιά της χώρας του, ο συγγραφέας επιμελείται με προσοχή το αγωνιώδες και θριλερίστικο στοιχείο στην ιστορία του με ιδιαίτερα έντονες εικόνες που θυμίζουν κινηματογραφικές σκηνές.
 
Το βιβλίο όμως, είναι κυρίως πολιτικό, και ίσως σε αυτόν τον παράγοντα να ενισχύεται η αξία του. Ο Γκαμπόα επικεντρώνεται και τονίζει τον ρόλο των Εκκλησιών και το πώς χρησιμεύουν ως κέντρα εξουσίας και επιρροής. Στέκεται στον αντιδραστικό ρόλο τους, στο δημοψήφισμα για ειρήνευση (όταν οι Εκκλησίες χρησιμοποίησαν την επιρροή τους για το «Όχι» σε αυτό), όπως και την εξάπλωσή τους για ακροδεξιές ιδέες που κερδίζουν έδαφος στην Αμερικάνικη ήπειρο (και μάλλον, όχι μόνο). Τονίζει επίσης, το θέμα των ορφανών παιδιών του Εμφυλίου και της μοίρας τους, καθώς ένα μέρος της ιστορίας του, αποτελεί η προσπάθεια του μικρού Φράνκλιν να βρει τη μητέρα του. Τα ορφανά του Εμφυλίου, είναι ένα μεγάλο αγκάθι για την Κολομβιανή κοινωνία, καθώς μιλάμε για χιλιάδες ανθρώπους που χάσανε τους γονείς τους μέσα σε αυτά τα χρόνια και ψάχνουν για ίχνη τους.
 
Σχεδόν ισάξιο του έξοχου «Νυχτερινές ικεσίες», το «Η ΝΥΧΤΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ», είναι ένα μυθιστόρημα που συναρπάζει και συγκινεί, μια ιστορία δράσης με πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις και με υπέροχα σκιαγραφημένους χαρακτήρες, με το τρίο των ηρώων του να είναι ακαταμάχητο. Ο Γκαμπόα χρησιμοποιεί μια ιστορία βίας και διαφθοράς, προδοσίας και μάχης για την εξουσία, αγώνα για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, για να δείξει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο, την κατάσταση στη χώρα του. Μπορεί το τέλος του βιβλίου, να δείχνει αμήχανο, αλλά η γενικότερη αίσθηση και η απόλαυση που αποκομίζει ο αναγνώστης κατά τη διάρκειά του, τον έχουν αποζημιώσει πλήρως.
 
Βαθμολογία 82 / 100


 



0 Comments:


Δημοσίευση σχολίου

~ back home