Τετάρτη, Δεκέμβριος 23, 2009
posted by Librofilo at Τετάρτη, Δεκέμβριος 23, 2009 | Permalink
Ο λόγος στον Πεσσόα
Πέρασα ανάμεσά τους ξένος, αλλά κανείς τους δεν είδε ότι ήμουν ξένος. Έζησα ανάμεσά τους κατάσκοπος και κανείς τους, ούτε κι εγώ, δεν το υποψιάστηκε. Όλοι με είχαν γιά συγγενή τους. Κανείς δεν ήξερε ότι με αντάλλαξαν στη γέννησή μου. Έτσι, υπήρξα ίδιος με τους άλλους χωρίς ομοιότητα, αδελφός όλων χωρίς να είμαι της οικογένειας.


Ήρθα από χώρες θαυμαστές, τοπία καλύτερα κι από τη ζωή, αλλά για τις χώρες αυτές ποτέ δεν μίλησα παρά μόνο με τον εαυτό μου, και τα τοπία, που τα έβλεπα σαν ονειρευόμουν, ποτέ δεν τους τα ανέφερα. Τα βήματα μου ήταν σαν δικά τους πάνω στα πατώματα και τις πλάκες, αλλά η καρδιά μου ήταν μακριά, αν και χτυπούσε κοντά, ψεύτικος κύριος ενός κορμιού εξόριστου και ξένου.


Κανείς δεν με γνώρισε κάτω από το προσωπείο της ομοιότητας, ούτε έμαθε ποτέ πως ήταν προσωπείο, γιατί κανείς δεν ήξερε πως στον κόσμο αυτόν υπάρχουν μεταμφιεσμένοι. Κανείς δεν φαντάστηκε ότι δίπλα μου υπήρχε πάντα κάποιος άλλος, που τελικά ήμουν εγώ. Με περνούσαν πάντα ίδιο μ’εμένα.


Με φιλοξένησαν στα σπίτια τους, τα χέρια τους έσφιξαν τα δικά μου, με είδαν να περνώ στο δρόμο σαν να βρισκόμουν εκεί. Αλλά αυτός που είμαι δεν βρέθηκε ποτέ σ’εκείνα τα δωμάτια, αυτός που ζω δεν έχει χέρια για να του σφίξουν οι άλλοι, αυτός που με γνωρίζω δεν έχει δρόμους για να περάσει, εκτός κι αν είναι όλοι οι δρόμοι, ούτε δρόμους για να τον δούν, εκτός κι αν ο εαυτός του είναι όλοι οι άλλοι.


Ζούμε όλοι μας μακρινοί κι ανώνυμοι• μεταμφιεσμένοι, υποφέρουμε άγνωστοι. Σε μερικούς ωστόσο αυτή η απόσταση ανάμεσα σ’ένα ον και τον εαυτό του δεν αποκαλύπτεται ποτέ. Σε άλλους φωτίζεται από καιρού εις καιρόν, από φρίκη ή από οδύνη, από μια αστραπή χωρίς όρια. Αλλά για άλλους πάλι αυτή είναι η οδυνηρή επανάληψη και καθημερινότητα της ζωής τους.


Να γνωρίζουμε ακριβώς ποιοί είμαστε δεν είναι δικό μας θέμα, να γνωρίζουμε όμως πως ό,τι σκεφτόμαστε ή αισθανόμαστε είναι πάντα μια μετάφραση, πως ό,τι θέλουμε δεν το θελήσαμε, και ίσως κανείς δεν το θέλησε – να τα γνωρίζουμε όλα αυτά ανά πάσα στιγμή, να τα γνωρίζουμε όλα αυτά σε κάθε συναίσθημα, δεν είναι άραγε αυτό το να είναι κανείς ξένος στην ίδια του την ψυχή, εξόριστος μέσα στις ίδιες του τις αισθήσεις;


Αλλά η μάσκα που κοίταζα απαθής να μιλάει στη γωνία μ’έναν άνθρωπο χωρίς μάσκα, εκείνη την τελευταία νύχτα του καρναβαλιού, στο τέλος άπλωσε το χέρι και αποχαιρέτησε γελώντας. Ο κανονικός άνθρωπος έστριψε αριστερά, στη γωνία του σοκακιού όπου βρισκόταν. Η μάσκα – άχαρο ντόμινο – προχώρησε μπροστά και απομακρύνθηκε ανάμεσα σε ίσκιους και σποραδικά φώτα, αποχαιρετώντας οριστικά και αδιάφορα όλα αυτά που σκεφτόμουν. Τότε μόνο πρόσεξα ότι υπήρχαν κι άλλα πράγματα στο δρόμο εκτός από τους αναμμένους φανοστάτες και, στα μέρη όπου δεν υπήρχαν, μια έκταση ακαθόριστη, μυστική, σιωπηλή, γεμάτη από τίποτα όπως και η ζωή...

_________________________________________




Δεν βρίσκω καλύτερο τρόπο να ευχηθώ για τις γιορτινές μέρες από ένα ποιητικό κείμενο του αγαπημένου μου Φερνάντο Πεσσόα, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση φοράει την μάσκα μίας από τις πολλές περσόνες που είχε δημιουργήσει, του Μπερνάρντο Σοάρες . Το κείμενο υπάρχει στον Β’ τόμο του υπέροχου «Βιβλίου της Ανησυχίας» σε σπουδαία μετάφραση της κ.Μ.Παπαδήμα, σε έκδοση του Εξάντα. Και οι δύο τόμοι με τις σκέψεις, τις περιγραφές, τις ιδέες του μεγάλου Πορτογάλλου συγγραφέα είναι από τα ωραιότερα πράγματα που έχουν εκδοθεί στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.



Καλά Χριστούγεννα σε όλους
 
Παρασκευή, Δεκέμβριος 18, 2009
posted by Librofilo at Παρασκευή, Δεκέμβριος 18, 2009 | Permalink
Τώρα αρχίζουμε την κάθοδό μας
Το «ΤΩΡΑ ΑΡΧΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΑΘΟΔΟ ΜΑΣ», (Εκδ.Τόπος, σελ.420, μετάφρ. Μ.Τουλγαρίδου) του Βρετανού συγγραφέα και δημοσιογράφου James Meek, είναι ένα μυθιστόρημα που με μπέρδεψε. Όχι για τον βαθμό κατανόησής του αλλά στο εάν μου άρεσε ή όχι. Έχοντας στο μυαλό μου πολύ έντονα (παρότι έχουν περάσει τρία χρόνια και) το αριστουργηματικό του βιβλίο, «Το λαϊκό διάταγμα της αγάπης»,που συνδύαζε πανέξυπνα το θρίλερ με την φιλοσοφία ενσωματώνοντας σχεδόν τέλεια την παράδοση του Ρώσικου μυθιστορήματος, περίμενα κάτι ανάλογο στο καινούργιο του μυθιστόρημα και απογοητεύτηκα καθώς μου ήταν δύσκολο να αποφύγω τις συγκρίσεις με την «βαρειά σκιά» του προηγούμενου βιβλίου.

Προσπαθώντας να το δω αποστασιοποιημένα και χωρίς να συνεχίσω να σκέφτομαι τι είχε γράψει ο συγγραφέας παλαιότερα, πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι το «Τώρα αρχίζουμε...» είναι ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα που διαβάζεις με μεγάλο ενδιαφέρον. Στο βιβλίο παρακολουθούμε την πορεία προς την «κάθοδο»,την «πτώση» του Άνταμ Κέλας, ενός ήρωα που ο συγγραφέας πρόσθεσε πολλά προσωπικά του στοιχεία στον χαρακτήρα του. Από τα υψίπεδα του Αφγανιστάν στην αρχή του μυθιστορήματος, μέχρι τις ερήμους του Ιράκ στο τέλος του, ο Meek έχει πλάσει έναν ιδιόμορφο (μάλλον αντιπαθή) χαρακτήρα που προσπαθεί να βρει την πορεία του μέσα στον κόσμο παλεύοντας με τους προσωπικούς του δαίμονες.

Ο Άνταμ Κέλας είναι ένας ρεπόρτερ που αναλαμβάνει επικίνδυνες αποστολές για να ξεφύγει από το παρελθόν του. Αποτυχημένοι έρωτες, διαζύγιο, αποτυχία των βιβλίων που έχει γράψει και δεν έχει διαβάσει κανείς, απομονωμένος από φίλους λόγω του δύστροπου χαρακτήρα του. Πηγαίνει στο Αφγανιστάν, στην πρώτη γραμμή ψάχνοντας κι αυτός τους Ταλιμπάν. Χρονικά, βρισκόμαστε στην εισβολή των Η.Π.Α. μετά τα γεγονότα της 11/9. Εκεί γνωρίζει και ερωτεύεται μιά μυστηριώδη Αμερικανίδα δημοσιογράφο την Άστριντ, η οποία έχει μιά ιδιαίτερη έλξη προς οτιδήποτε επικίνδυνο και δεν μπορεί να καταπολεμήσει την έλξη της προς τα όπλα. Με την Άστριντ θα περάσουν μιά βραδιά μαζί αλλά τα γεγονότα της επόμενης μέρας θα σημαδέψουν τη σχέση τους (στις καλύτερες ίσως σελίδες του μυθιστορήματος).

Οι συνθήκες στο Αφγανιστάν, η γνωριμία του με τους ντόπιους, το παράλογο της όλης κατάστασης επηρρεάζουν σημαντικά τον Κέλας. Το παιχνιδάκι με τα όπλα που καταλήγει στον θάνατο δύο ανθρώπων δίνει την χαριστική βολή στην ψυχοσύνθεση του. Η ερωτική του σχέση με την Άστριντ διακόπτεται απότομα καθώς εκείνη αρνείται να επιβιβασθεί στο ελικόπτερο που θα τους έπαιρνε μακριά από το Αφγανιστάν. Εκείνος γυρίζει στο Λονδίνο αλλαγμένος. Αποφασίζει να ολοκληρώσει ένα θρίλερ πολιτικής φαντασίας, που το ξέρει καλά ότι θα είναι σκουπίδι, αλλά έχει αποφασίσει να πλουτίσει από ένα best-seller. Ένας αμερικάνικος εκδοτικός οίκος του προσφέρει ένα τεράστιο ποσό και την ίδια στιγμή έρχεται ένα mail από την Άστριντ, από κάπου από τον αμερικάνικο Νότο που του λέει να πάει αμέσως να την βρει. Ο Κέλας αφού τα «κάνει λίμπα» σε ένα δείπνο που είναι παρόντες οι καλύτεροί του φίλοι, νιώθοντας ότι τον απορρίπτουν για την πορεία που έχει πάρει στη ζωή του, φεύγει αμέσως για το αεροδρόμιο να πάρει την πρώτη πτήση που θα βρεί μπροστά του. Το όραμα της Άστριντ με τα ξανθά μαλλιά, της σκληρής και ταυτόχρονα τρυφερής ρεπόρτερ, τον διακατέχει. Θεωρεί ότι θα κάνει μιά καινούργια αρχή στη ζωή του και με τα χρήματα από τις πωλήσεις του βιβλίου του θα ζήσει μιά ευτυχισμένη και ήρεμη ζωή. Φεύγοντας δεν έχει ξεχάσει να κάνει μιά τεράστια πουστιά προσπαθώντας να διαλύσει τον γάμο των καλύτερών του φίλων. Αυτά τα σκέφτεται στην πτήση προς την Ν.Υόρκη, θεωρώντας ότι όλα θα μείνουν πλέον μακριά αλλά στην πραγματικότητα, τώρα αρχίζει η κάθοδός του.

Ο Meek με την εμπειρία του ως πολεμικός ανταποκριτής του Guardian στο Αφγανιστάν και με την συγγραφική ικανότητά του περιγράφει έξοχα τον πόλεμο στο Αφγανιστάν από την πλευρά των δημοσιογράφων και της κατάστασης που βρέθηκαν. Σελίδες γεμάτες ειρωνία και υπαινικτικό χιούμορ εναλάσσονται με σκηνές φρίκης. Οι περιγραφές του της ζωής των ντόπιων και της ικανότητάς τους για επιβίωση είναι ολοζώντανες και συναρπαστικές. Ο ήρωάς του,ο Σκωτσέζος δημοσιογράφος Κέλας, είναι ένας «δύσκολος τύπος» με πολύ ιδιόμορφη συμπεριφορά που εκλαμβάνει την πραγματικότητα λίγο διαφορετικά σε σημείο παρεξήγησης από όλους του γύρω του. Μόνο κάποιες γυναίκες δείχνουν να τον καταλαβαίνουν, η Άστριντ, η Σόφι (η σύζυγος του καλύτερού του φίλου και πρώτος του, εφηβικός έρωτας) αλλά κι αυτές τις διώχνει μακριά την ίδια στιγμή που κάνει τα πάντα για να της κερδίσει.

Ο loser ήρωας του Meek θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι τόσο «πραγματικός», τόσο «γήινος» που γι’αυτό γίνεται ελάχιστα συμπαθής και μέσα στο βιβλίο, αλλά και στον αναγνώστη διότι του θυμίζει κάτι από τον εαυτό του. Αυτοκαταστροφικός στο έπακρο, γοητευτικός και ταυτόχρονα κωλόπαιδο αντιμετωπίζει την «κάθοδό του» ως μιά «φυσιολογική εξέλιξη» της ύπαρξής του. Κλείνοντας το βιβλίο, δεν γίνεσαι σοφότερος, ούτε πολυκαταλαβαίνεις το γιατί και το πως, απλά νιώθεις ότι ο Meek είναι ένας πολύ ικανός συγγραφέας και σε παρέσυρε σε ένα «ταξίδι» κινηματογραφικό με πολλές ωραίες σελίδες/σκηνές που όμως μένουν μετέωρες, ανολοκλήρωτες – ακριβώς σαν τις περιπέτειες του Άνταμ Κέλας.
 
Παρασκευή, Δεκέμβριος 11, 2009
posted by Librofilo at Παρασκευή, Δεκέμβριος 11, 2009 | Permalink
"You must remember this, a kiss is still a kiss..."
Από το 1896 που το πρώτο φιλί στην ταινία «THE KISS» (μόλις 22 δευτερολέπτων), αποτυπώθηκε στο σελιλόιντ, μέχρι σήμερα η «μυθολογία» που περιβάλλει τα παθιασμένα κινηματογραφικά φιλιά είναι τεράστια και οι αναφορές σε μερικά από τα πιό διάσημα φιλιά του σινεμά ανεξάντλητες.

«Δεν ξέρω τίποτα για την καταγωγή μου. Γεννήθηκα στο Παρίσι από μητέρα άγνωστη, ενώ ο πατέρας μου φωτογράφιζε πρωταγωνίστριες. Λίγο πριν πεθάνει, μου εξομολογήθηκε ότι όφειλα την ύπαρξή μου σε ένα κινηματογραφικό φιλί.»

Ο ήρωας της γοητευτικής νουβέλας του Γάλλου συγγραφέα και δημοσιογράφου, Eric Fottorino,«ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΙΑ», (Εκδ.Πόλις, μετάφρ.Α.Δαμιανίδη, σελ.242) είναι ένα «θύμα» της βιομηχανίας του κινηματογράφου. Ζώντας στην σκιά της επιβλητικής προσωπικότητας του διάσημου φωτογράφου του σινεμά πατέρα του, όταν αυτός πεθαίνει αποφασίζει να λύσει το μεγάλο μυστήριο της ζωής του, να ανακαλύψει ποιά γυναίκα τον γέννησε.

«Φαίνεται ότι είναι γραφτό μου να ζω τα γεγονότα προς τα πίσω, και όχι με τη σειρά με την οποία συμβαίνουν στη ζωή, όπως οι ρόδες των αυτοκινήτων στο σινεμά, που δίνουν την εντύπωση ότι γυρνούν αντίστροφα. Ο πατέρας μου είχε υποσχεθεί να μου εξηγήσει αυτή την οφθαλμαπάτη. Το ξέχασε. Μεγάλωσα, κι εκείνος πέθανε χωρίς να μου δώσει εξηγήσεις, ούτε για τη μητέρα μου ούτε γιά κανέναν, ούτε καν για τα ωραία αυτοκίνητα του σινεμά.»

Ο Ζιλ Εκτόρ είναι ένας νεαρός δικηγόρος που προσπαθεί να «κτίσει» την καριέρα του. Επίτηδες διάλεξε ένα επάγγελμα μακριά από τον «μαγικό κόσμο του σινεμά» για να μην είναι μιά ζωή στην σκιά του Ζαν Εκτόρ, του πατέρα του, ο οποίος ήταν διάσημος φωτογράφος πλατό και που το όνομά του έγινε θρύλος στην διάρκεια της άνθησης του γαλλικού σινεμα, της νουβέλ βαγκ (μιά μυθιστορηματική περσόνα, εύρημα του συγγραφέα αποτίοντας φόρο τιμής στους μεγάλους διευθυντές φωτογραφίας της εποχής όπως ο Αλμεντρός, ο Αλεκάν, ο Κ.Μαρκέρ, ο Φ.Ρουσλώ και άλλοι).

Από την ώρα που πέθανε ο πατέρας του και το διαμέρισμα/στούντιο του έμεινε κενό, η αναζήτηση της μητέρας, τού έγινε έμμονη ιδέα. Ψάχνει σε φωτογραφίες ανέκδοτες κάποιο πρόσωπο που να του θυμίζει κάτι, που να του μοιάζει στα χαρακτηριστικά αλλά τίποτα...Αποφασίζει να δει τις ταινίες της εποχής του 60-70 που δούλεψε ο πατέρας του ως διευθυντής φωτογραφίας μήπως καταλάβει κάτι, δει έστω φευγαλέα ένα πρόσωπο που να του μοιάζει, ένα βλέμμα. Θα ήθελε να ήταν γιός της Ανούκ Αιμέ ή της Ζαν Μορώ αλλά φεύ, είχε προλάβει ο πατέρας του να του χαλάσει το όνειρο. Του είχε πει ότι ήταν μιά γνωριμία της στιγμής, τίποτα ιδιαίτερο, η σχέση με την μητέρα του, που τον έφερε στον κόσμο. Θεωρεί λοιπόν ότι κάπου,σε κάποια ταινία κρύβεται το μυστικό και κλείνεται με τις ώρες σε κάποιες κινηματογραφικές αίθουσες που συνεχίζουν να προβάλουν τέτοιου είδους ταινίες ή να κάνουν κάποια αφιερώματα.

Σε μία τέτοια προβολή γνωρίζει την μυστηριώδη Μεϊλίς. Μιά όμορφη και γοητευτική γυναίκα, παντρεμένη με ένα παιδί με την οποία αναπτύσσει μιά παθιασμένη ερωτική σχέση. Η σχέση όμως αυτή γίνεται βασανιστική και εμμονική - κυρίως από την πλευρά της Μεϊλίς ή οποία γίνεται όλο και πιό τολμηρή διακινδυνεύοντας τον γάμο της. Ο Ζιλ από τη μιά ψάχνει στις παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες μία μητέρα και από την άλλη βιώνει μία σχέση πάθους με μία γυναίκα που του θυμίζει τις σταρ των ταινιών που φωτογράφιζε ο πατέρας του. Ο Ζιλ βυθίζεται όλο και περισσότερο σ’αυτό το δισυπόστατο παιχνίδι, σε μια ζωή μεταξύ έρωτα και φαντασίας που ούτε μπορεί να διανοηθεί που μπορεί να τον βγάλει...

Το μυθιστόρημα έχει εξαιρετική ατμόσφαιρα, σαν παλιά ασπρόμαυρη ταινία του Τρυφώ, του Σαμπρόλ και των άλλων μεγάλων δημιουργών της άνθησης του γαλλικού σινεμά. Τις περισσότερες στιγμές νομίζεις ότι είσαι σε μιά αίθουσα και παρακολουθείς τον Ζαν Πιερ Λεώ ή τον Μωρίς Ρονέ να ψάχνουν στα καφέ την Ρόμι Σνάιντερ ή την Ανούκ Αιμέ. Ιδανικό βιβλίο για σινεφίλ και «νοσταλγούς του παρελθόντος», μιά ιστορία σε άσπρο-μαύρο, φόρος τιμής στις ταινίες αυτές. Είναι ένα μυθιστόρημα «ενηλικίωσης» και αναζήτησης ενός ή και πολλών προσώπων, μια ιστορία εμμονής, από αυτές που νιώθεις την «ασφυξία» και τα «αδιέξοδα» του ήρωα που τόσο υπέροχα μετέφεραν στον φακό οι έξοχοι Γάλλοι δημιουργοί της «νουβέλ βαγκ» και τώρα μετατρέπει σε λογοτεχνία ο Φοτορινό.

Ο συγγραφέας παρότι περιγράφει μιά παθιασμένη σχέση και μιά εμμονική αναζήτηση, έχει ένα ύφος αφήγησης χαλαρό χωρίς εξάρσεις, ήρεμο και αποστασιοποιημένο από τα δρώμενα. Το απότομο και κάπως αμήχανο τέλος του μυθιστορήματος αφήνει ερωτηματικά και εκκρεμότητες, από την άλλη όμως ταιριάζει με το στυλ του βιβλίου.
Η γραφή του Φοτορινό θυμίζει Μοντιανό και το υπέροχο «Cafe της χαμένης νιότης»,θυμίζει Ασουλίν (εξάλλου είναι και οι δύο συνάδελφοι στον Le Monde), έχει το «άρωμα» του Παρισιού πολύ έντονο σε σημείο που κάποιες στιγμές να ξεχνιέσαι και να νομίζεις ότι βρίσκεσαι στο καφέ «Φλορ αν λ’Ιλ»,στο βάθος της αίθουσας,στο «τραπέζι με την ράχη στον καθρέφτη», γενικώς σε ταξιδεύει σε μιά άλλη εποχή (που όπως λέει ο συγγραφέας στην εισαγωγή του) δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα, ούτε e-mails και αν ήταν άσχημος ο καιρός το γράμμα δεν ερχόταν...

Υ.Γ. Γιά το βιβλίο έχουν γράψει οι συν-bloggers Alef , Σταυρούλα Σκαλίδη, Πατριάρχης Φώτιος, Λευχείμων και Περίτεχνος.
 
Τρίτη, Δεκέμβριος 08, 2009
posted by Librofilo at Τρίτη, Δεκέμβριος 08, 2009 | Permalink
4 ήττες
«Ξεπερνώ σημαίνει αποδέχομαι, όχι αλλάζω σελίδα και ξεχνώ.». Η φράση αυτή του Κάρλος Πιέρα που προτάσσει στην αρχή του σπονδυλωτού μυθιστορήματος του, «ΤΑ ΤΥΦΛΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ», (Εκδ. Πάπυρος, (εξαιρετική) μετάφραση Κων.Παλαιολόγος, σελ. 200), ο πρόωρα χαμένος Ισπανός συγγραφέας Alberto Mendez (1941-2004) αποτελεί και το νόημα ουσιαστικά μιάς εκπληκτικής ελεγείας για τους νεκρούς του Εμφυλίου, μιάς εποχής που ακόμα και τόσα χρόνια μετά (70 και...) στοιχειώνει το βαθύτερο είναι του ισπανικού λαού.

«Τα τυφλά ηλιοτρόπια (Los girasoles ciegos)» είναι ένα σπάνιο βιβλίο. Ένα από αυτά που δεν συναντάς συχνά. 4 ιστορίες ελαφρώς συνδεδεμένες μεταξύ τους, 4 επεισόδια που ξεκινάνε από τις τελευταίες ημέρες του Εμφυλίου, το 1939 (η πρώτη ιστορία) γιά να καταλήξουν το 1942 (στην τελευταία ιστορία). 4 ήττες , 4 (και όχι μόνο) θάνατοι απλών καθημερινών ανθρώπων, 4 (και όχι μόνο) δράματα που εκτυλίσσονται χαμηλόφωνα, χωρίς εντάσεις, διηγήσεις γραμμένες απλά και λυρικά και που όλες κουβαλάνε πόνο βαθύ.

Από τους τίτλους και μόνο των 4 ιστοριών νιώθεις ότι κάτι γίνεται εδώ. Τους παραθέτω:
-Πρώτη ήττα:1939 ή Εάν η καρδιά σκεφτόταν,θα έπαυε να χτυπά
-Δεύτερη ήττα:1940 ή Το χειρόγραφο που βρέθηκε στη λησμονιά
-Τρίτη ήττα:1941 ή Η γλώσσα των νεκρών
-Τέταρτη ήττα:1942 ή Τα τυφλά ηλιοτρόπια

Και οι 4 ιστορίες με καθηλωτικές εισαγωγικές προτάσεις που βάζουν τον αναγνώστη κατευθείαν στην καρδιά της αφήγησης, δείγμα των μεγάλων ικανοτήτων του συγγραφέα. Στην πρώτη που εκτυλίσσεται τις τελευταίες ημέρες του εμφυλίου και καθώς «πέφτει» μετά από πολύχρονη και αιματηρή πολιορκία η Μαδρίτη στα χέρια των πραξικοπηματιών,ο λοχαγός Αλεγκρία που ήταν υπεύθυνος στην διαχείριση εφοδίων για τρία χρόνια, όσο δηλαδή κρατούσε η πολιορκία της πρωτεύουσας, αποφασίζει να παραδοθεί στους Δημοκρατικούς που ετοιμάζονται να εγκαταλείψουν ηττημένοι την πόλη. Επιλέγει την ήττα, και τον θάνατο, λιποτάκτης για τους νικητές, εχθρός και προδότης για τους ηττημένους.

«Γνωρίζουμε πλέον ότι ο λοχαγός Αλεγκρία επέλεξε το θάνατό του δίχως να το πολυσκεφτεί, δίχως να κοιτάξει το οργισμένο πρόσωπο του μέλλοντος που προσμένει τις χαραγμένες ανάποδα ζωές. Επέλεξε να αργοσβήσει δίχως πάθη και κινήσεις εντυπωσιασμού, δίχως να υψώσει τη φωνή του εκτός από τη στιγμή που διέσχισε το πεδίο της μάχης, με τα χέρια υψωμένα όσο χρειαζόταν για να μη φανεί ότι εκλιπαρεί και,μπροστά σ’έναν αποσβολωμένο εχθρό, κραύγασε ξανά και ξανά:«Είμαι ένας παραδομένος».»

Ο λοχαγός Αλεγκρία ηττημένος μέσα στους ηττημένους, προσεχής νεκρός μέσα στους μελλοθάνατους, θα ζήσει μιά απίστευτη περιπέτεια γιατί σ’αυτόν τον παράλογο πόλεμο(λες και υπάρχει «λογικός» πόλεμος)ούτε να πεθάνεις με την ησυχία σου δεν μπορείς.

Στην δεύτερη ιστορία, η αρχή της, τα λέει όλα:

«Αυτό το κείμενο βρέθηκε το 1940 σ’ένα λιβάδι στο οροπέδιο του Σομιέδο, εκεί όπου συναντιέται η Αστούριας με τη Λεόν. Βρέθηκε ο σκελετός ενός ενήλικα άντρα και το γυμνό κορμάκι ενός μωρού σε ηλικία θηλασμού που είχε διατηρηθεί κατά τρόπο θαυμαστό πάνω σε κάτι σακιά από χοντρή λινάτσα που ήταν απλωμένα σ’ένα ράντζο · ήταν σκεπασμένοι με το δέρμα ενός λύκου και μαλλί από αγριοκάτσικο, τρίχες από αγριογούρουνο και ξερά κλαδιά φτέρης. Τα δύο σώματα βρίσκονταν το ένα δίπλα στο άλλο και ήταν τυλιγμένα μ’ένα λευκό κάλυμμα κρεβατιού («σαν να σχημάτιζαν φωλιά»,σημειώνεται στην επίσημη αναφορά),η καθαριότητα του οποίου ερχόταν σε αντίθεση με το υπόλοιπο κατάλυμα που ήταν βρόμικο, δυσώδες και μίζερο.»

Ένα ζευγάρι παίρνει τα βουνά μόλις ο Φράνκο αναλαμβάνει την εξουσία. Είναι και οι δύο πολύ νέοι,ο άντρας είναι ποιητής, δεκαοχτάχρονος, ουσιαστικά ένα παιδί. Η κοπέλα, η Ελένα ήδη έγκυος πεθαίνει στη γέννα και ο άντρας βρίσκεται με το νεογέννητο χωρίς να ξέρει τι να κάνει κάπου στην ερημιά μέσα στον χειμώνα. Κρατάει ημερολόγιο όπου εξιστορεί την πορεία προς τον θάνατο. Τον καθημερινό αγώνα να κρατηθούν στη ζωή, το παιδί που έγινε άντρας και το μωρό που δεν θα γίνει ποτέ παιδί. Η απελπισία και η μυρωδιά του θανάτου διαπερνάει τις σελίδες του ημερολογίου

Η τρίτη ιστορία αρχίζει σαν φάρσα όταν ο αγωνιστής - νοσοκόμος του Δημοκρατικού στρατού συλληφθείς μετά την παράδοση της Μαδρίτης, στο δικαστήριο χωρίς να το συνειδητοποιήσει παίρνει «παράταση ζωής» λέγοντας στον Δικαστή ότι γνώρισε τον γιό του λίγο προτού εκτελεστεί ως αιχμάλωτος. Ο Χουάν Σένρα, καθηγητής τσέλου όντως γνώρισε τον γιό του Συνταγματάρχη Εϊμάρ, αλλά εκείνος ήταν ένας απατεώνας, ένας χυδαίος τύπος που εκτελέστηκε γιά εμπόριο μαύρης αγοράς και για κλοπή, όχι για τις ιδέες του. Ξέρει όμως ότι εάν τον παρουσιάσει ως ήρωα στα μάτια του βαρυπενθούντα πατέρα, ενδέχεται να του χαριστεί η ζωή. Επιλέγει να παίξει το παιχνίδι αλλά μέσα του το ξέρει καλά ότι δεν θα αντέξει στο ψέμα. Βλέπει τους φίλους και συμπολεμιστές του να παίρνουν τον δρόμο για το εκτελεστικό απόσπασμα και σιχαίνεται τον εαυτό του καθημερινά για το θέατρο που παίζει μέσα στην «φυλακή των ηττημένων» συγκλονίζεται δε, όταν τον πλησιάζει ο λοχαγός Αλεγκρία (ήρωας της πρώτης ιστορίας) και του ψιθυρίζει στο αυτί:
«Εσύ κι εγώ ζούμε δανεική ζωή. Πρέπει να κάνουμε κάτι για να μη χρωστάμε τίποτα σε κανέναν.»

Ο Χουάν ζει την ήττα καθημερινά, και όταν βλέπει να παίρνουν τον κολλητό του για εκτέλεση σπάει και αποφασίζει να σταματήσει το παιχνίδι, να πει την αλήθεια, να διαβεί τον Ρουβίκωνα. Λίγα λόγια σε ένα γράμμα στον αδελφό του για αντίο...

«Εξακολουθώ να είμαι ζωντανός, αλλά όταν λάβεις αυτό το γράμμα θα με έχουν εκτελέσει. Προσπάθησα να τρελλαθώ αλλά δεν τα κατάφερα. Δεν θέλω να ζήσω άλλο με όλη αυτή τη θλίψη. Ανακάλυψα ότι η γλώσσα που ονειρεύτηκα, για να επινοήσω έναν κόσμο πιο αξιαγάπητο, είναι στην πραγματικότητα η γλώσσα των νεκρών. Να με θυμάσαι πάντα και προσπάθησε να είσαι ευτυχής. Με αγάπη, ο αδελφός σου, Χουάν».

Η τέταρτη ιστορία, που δίνει και τον τίτλο στο μυθιστόρημα, είναι η μεγαλύτερη σε έκταση αλλά και η πιό συγκλονιστική από τις τέσσερις. Είναι η ιστορία ενός παράξενου κουαρτέτου. Ενός παπά, του αδελφού Σαλβαδόρ, δάσκαλου σε ένα σχολείο, του μαθητή του Λορένθο και των δύο γονιών του μαθητή, του Ρικάρντο και της Ελένας. Η ιστορία μοιράζεται μεταξύ των αφηγήσεων του μικρού Λορένθο και του παπά - δυο αφηγήσεις διαφορετικές μεταξύ τους σε γλώσσα και ύφος αλλά και σε περιεχόμενο.
Ο παπάς έβλεπε τον μικρό να συνοδεύεται στο σχολείο από την όμορφη μητέρα του. Στις επίμονες ερωτήσεις του, ο μικρός απαντούσε μονολεκτικά, «ο πατέρας μου έχει πεθάνει». Ο παπάς ερωτεύθηκε την Ελένα και ήταν ικανός να διαπράξει την μεγαλύτερη τρέλλα για να την κατακτήσει. Ο Λορένθο προσπαθούσε να διαφυλάξει το μεγάλο μυστικό:

«Τώρα μπορώ πλέον να μιλήσω για όλα αυτά, αν και μου είναι δύσκολο να τα θυμάμαι, όχι γιατί ατόνησε η μνήμη μου, αλλά εξαιτίας της ναυτίας που μου προκαλεί η παιδική μου ηλικία. Θυμάμαι εκείνα τα χρόνια σαν μια απεραντοσύνη που έζησα μέσα σ’έναν καθρέφτη, σαν κάτι που είχα την ατυχία ταυτόχρονα να ζω και να παρατηρώ. Από τη μια πλευρά του καθρέφτη βρισκόταν η υποκρισία, το προσποιητό. Από την άλλη, αυτά που πράγματι συνέβαιναν. Σήμερα αυτά που θυμάμαι από τότε που ήμουν παιδί εξακολουθούν να με τρομάζουν, γιατί όσο περνούν τα χρόνια επικρατεί η πεποίθηση ότι, αν δεν είχα υπάρξει παιδί, δεν θα είχε συμβεί τίποτα απ’όσα συνέβησαν.
Υπήρχε ένας ολόκληρος κόσμος που λεγόταν οδός Αλκαλά 177, τρίτος όροφος, τρίτη πόρτα αριστερά· ήταν ο τόπος μου. Ο εν λόγω πλανήτης ανήκε σ’ενα απέραντο σύμπαν που μας παραμόνευε, δηλαδή στο οικοδομικό τρίγωνο μεταξύ των οδών Αλκαλά, Μοντέσα και Αγιάλα. Ζούσαμε σ’ενα οικοδομικό «τετράγωνο» που δεν είχε καν τέσσερις πλευρές, όπως τα υπόλοιπα· ακόμα κι έτσι όμως αυτός ήταν ο κόσμος μου! Πιό πέρα υπήρχαν και άλλοι γαλαξίες: οι οδοί Τορίχος και Γκόγια, από τη μια πλευρά, και από την άλλη, ο ζοφερός κόσμος της Φουέντε δελ Μπέρο και της πλατείας Μανουέλ Μπεθέρα, όπου κατοικούσαν παιδιά πιό φτωχά από εμάς και με τα οποία μας έδενε αμοιβαίο και ανεξήγητο μίσος, μίσος που μπορούσε να εξηγηθεί μόνο από το γεγονός ότι εκείνη την εποχή τα πάντα ανήκαν σε κάποια φατρία: τα πεζοδρόμια, η μπάλλα, η σβούρα, η γόμα και οι φίλοι. Θυμάμαι, επίσης, ότι υπήρχε ένα ανήλιαγο στενάκι που έκοβες δρόμο και σ’έβγαζε στο σχολείο της Αγίας Οικογένειας, ένα παλατάκι που βρισκόταν στη γωνία των οδών Ναρβάεθ και Ο’Ντόνελ. Ένα τέταρτο της ώρας δρόμος που τον έκανα, με παρέα ή μόνος μου, χιλιάδες φορές, αλλά που μου ήταν τόσο ξένος, ώστε δεν καταφέρνω ν’αναπλάσω τελείως στη μνήμη μου την εικόνα του. Η αλήθεια είναι ότι μόνο όταν επέστρεφα στο τριγωνικό μου «τετράγωνο» ξαναβρισκόμουν, στο δικό μου σύμπαν.
Από όλες τις αναμνήσεις όμως αυτή που ξεχωρίζει περισσότερο είναι το γεγονός ότι είχα έναν πατέρα που κρυβόταν σε μια ντουλάπα.»


Ο Ρικάρντο κρύβεται, η Ελένα τραβάει όλο το λούκι, έχει και τον παπά στα πόδια της να την παρενοχλεί συνεχώς. Ένα δράμα που την «κάθαρση» του θα δώσει το απονενοημένο διάβημα του σαλεμένου από τον έρωτα αδελφού Σαλβαδόρ. Η (στα όρια του γκροτέσκου) φιγούρα του παπά αναπαριστά όλη την σκοτεινή ατμόσφαιρα της μετεμφυλιακής Ισπανίας, του χαφιεδισμού και της παπαδοκρατίας, αυτών των σκοτεινών χρόνων που καμμία άλλη χώρα στην Ευρώπη δεν βίωσε τόσο έντονα.

Το βιβλίο του Μέντεθ είναι ένα αριστούργημα. Από τις σελίδες του περνάει το ανθρώπινο δράμα σε όλες του τις εκφάνσεις. Ο συγγραφέας δεν παίρνει θέση υπέρ ή κατά της μιάς ή της άλλης πλευράς. Εξάλλου έχουν περάσει τόσα χρόνια. Ο λοχαγός Αλεγκρία της πρώτης ιστορίας που δεν το σκέφτηκε ούτε λεπτό με ποιά πλευρά να πολεμήσει το 1936, πήγε εκεί που η τάξη του και η ιστορία της οικογένειάς του το απαιτούσε - έπρεπε να υπερασπιστεί «αυτά που ήταν πάντοτε δικά του». Άσχετα αν κατέληξε να φυλακιστεί από τους πριν από ελάχιστο διάστημα δικούς του ανθρώπους ήταν ένας συνειδητοποιημένος «συντηρητικός δεξιός» που είναι το ίδιο συμπαθής ως λογοτεχνικός χαρακτήρας με τον Ρικάρντο Μάθο, τον αριστερό διανοούμενο καθηγητή Λογοτεχνίας της τελευταίας ιστορίας, τον φίλο του Ιλία Έρενμπουργκ και του Αντρέ Μαλρό που κρύβεται μέσα σε μία ντουλάπα για να γλυτώσει την ζωή του. Όλοι οι χαρακτήρες των ιστοριών πρωταγωνιστικοί ή όχι, όλοι αυτοί οι «ηττημένοι» υποφέρουν από έναν παραλογισμό, από μιά μαζική παράκρουση που κυρίεψε μία χώρα γιά πάνω από 60 χρόνια.

Τα κατάμαυρα και καταθλιπτικά πρώτα χρόνια - αυτά της «εκδίκησης» - της στυγνής δικτατορίας του «Χενεραλίσιμο» Φράνκο περιγράφονται υπαινικτικά στις σελίδες του ανεπανάληπτου αυτού μυθιστορήματος. Οι συνταγματάρχες που κάνουν ότι γουστάρουν, οι παπάδες που έχουν αναλάβει να «εκπαιδεύσουν και να διαπαιδαγωγήσουν» τον λαό. Μιά μακριά περίοδος σκοταδισμού που δεν έχει λογοτεχνικά αξιοποιηθεί ιδιαίτερα. Ο συγγραφέας με ένα λιτό και περιεκτικό βιβλίο μόλις 200 σελίδων μιλάει για την απελπισία, τον μαρασμό, την θλίψη, την περιφρόνηση, την ισοπέδωση των ηττημένων με ένα τρόπο που σου μένει βαθιά στην ψυχή. Όπως λέει και ο Λορένθο ενθυμούμενος τον καιρό που ο πατέρας του κρυβότανε μέσα στο ντουλάπι: «Τα πάντα ήταν πραγματικά, αλλά τίποτα δεν ήταν αληθινό.»
Μάλλον το καλύτερο βιβλίο που διάβασα μέσα στη χρονιά που φεύγει.

Υ.Γ. Η τελευταία ιστορία από «ΤΑ ΤΥΦΛΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ» γυρίστηκε ταινία το 2008, με τον ίδιο τίτλο και γνώρισε τεράστια εισπρακτική και καλλιτεχνική επιτυχία στην Ισπανία παρά τις μάλλον ανάμικτες κριτικές.
 
Τρίτη, Δεκέμβριος 01, 2009
posted by Librofilo at Τρίτη, Δεκέμβριος 01, 2009 | Permalink
«Lingua eius loquetur mendacium» (η γλώσσα του ψεύδη λαλεί).
Ένα βιβλίο γεμάτο μυστικά και ψέμματα είναι το πρώτο μυθιστόρημα του σχετικά νέου Βρετανού συγγραφέα και δημοσιογράφου, Andrew Wilson «ΨΕΥΤΡΑ ΓΛΩΣΣΑ»,( Εκδ.Μεταίχμιο, μετάφρ.Ν.Προδρομίδου, σελ.375), γνωστού στην χώρα μας από την ωραία βιογραφία της μεγάλης Π.Χάισμιθ που κυκλοφόρησε πριν λίγα χρόνια με τίτλο «Ζωή στο σκοτάδι». Η «ΨΕΥΤΡΑ ΓΛΩΣΣΑ» θα μπορούσε να είναι ένα ακόμα μυθιστόρημα της πολυγραφότατης Χάισμιθ αφού οι ομοιότητες και οι επιρροές της στον Γουίλσον είναι εμφανείς από την πρώτη σελίδα του βιβλίου και την γνωριμία μας με τον ήρωα του, τον νεαρό Άνταμ Γουντς, έναν τύπο που όχι μόνο θυμίζει Ρίπλεϋ αλλά είναι και κατά κάποιο τρόπο αντίγραφό του.

Ο Άνταμ Γουντς μόλις έχει αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο όπου σπούδασε Ιστορία της Τέχνης και έχει αρχίσει να γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα. Επιλέγει την Βενετία ως τόπο διαμονής του και μετά από ένα «γύρισμα της τύχης» προσλαμβάνεται από έναν απομονωμένο γηραιότατο Άγγλο συγγραφέα, τον Γκόρντον Κρέις που ζει σε ένα παλάτσο της πόλης και θέλει έναν άνθρωπο γιά όλες τις δουλειές δηλαδή, καθάρισμα του σπιτιού, μαγείρεμα, ψώνια και συντροφιά. Ο Κρέις πλούτισε από το μοναδικό μυθιστόρημα που έγραψε σαράντα χρόνια πριν και το οποίο έγινε επιτυχημένη ταινία. Από τότε δεν έγραψε και δεν εξέδωσε ούτε μία γραμμή. Ο Γουντς μετά από λίγες ημέρες συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται μπροστά σε έναν «λογοτεχνικό θησαυρό» όταν ανοίγοντας την αλληλογραφία του εργοδότη του διαπιστώνει ότι υπάρχει ένα μεγάλο μυστικό στην ζωή του με τον θάνατο του παλαιού συγκατοίκου του Κρέις, ενός προστατευόμενου του νεαρού, εραστή του και επίδοξου συγγραφέα.

Ο σκοπός της ζωής του πλέον είναι να γράψει την βιογραφία του μυστηριώδους γέροντα, ο οποίος εκτός των άλλων δείχνει να του έχει αδυναμία και να έλκεται ερωτικά από εκείνον. Ο Γουντς όμως φαίνεται ότι έχει κι εκείνος «μυστικά στην ντουλάπα του» αφού όπως μαθαίνουμε στην πορεία της ιστορίας, ξυλοφόρτωσε με άσχημο τρόπο την αγαπημένη του κατά την διάρκεια των σπουδών του, ενώ η βίαιη φύση του δεν κρύβεται εύκολα. Στα χαρτιά του Κρέις θα ανακαλύψει επίσης ότι, μιά γνωστή Αγγλίδα συγγραφέας επιτυχημένων βιογραφιών προτίθεται να γράψει κι εκείνη την βιογραφία του Κρέις ενώ ένα άλλο καταχωνιασμένο γράμμα που έχει σταλεί από μιά άγνωστη γυναίκα εκβιάζει τον διάσημο συγγραφέα για κάτι που έγινε πολλά χρόνια πριν. Ο Γουντς αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, βρίσκει μιά πρόφαση και γυρίζει στην Αγγλία να ψάξει το παρελθόν του Κρέις, να βρει την γυναίκα που τον εκβιάζει και να αποθαρρύνει την Αγγλίδα συγγραφέα που ζητάει την άδεια του Κρέις για την βιογραφία του που ετοιμάζει. Τα ευρήματα θα είναι συγκλονιστικά και θα αλλάξουν την πορεία της ιστορίας.

Η ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος είναι το μεγάλο ατού του Γουίλσον. Από την «πόλη-σκηνικό» που είναι η Βενετία με τα σκοτεινά στενά, τα παλιά σπίτια, την υγρή και ομιχλώδη ατμόσφαιρα έως την εξοχή της Αγγλίας, την αγροτική επαρχία, το επιβλητικό κολλέγιο που δίδασκε ο Κρέις και αποτέλεσε το σκηνικό του μυθιστορήματός του και μέσα στο οποίο περιμένει ο Γουντς να βρει τα κρυμμένα μυστικά της ζωής του εργοδότη του, η ιστορία εκτυλίσσεται με έναν αργό και υποβλητικό τρόπο, όπου όλα συνεχώς ανατρέπονται. Χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερη αγωνία και χωρίς να συμβαίνουν συνεχώς πράγματα, το ενδιαφέρον του αναγνώστη παραμένει αμείωτο και το μυθιστόρημα του Γουίλσον μετατρέπεται σε ένα συναρπαστικό page-turner βιβλίο το οποίο μέχρι την τελευταία του σελίδα δεν ξέρεις που θα καταλήξει.

Ουσιαστικά είναι ένα παιχνίδι μεταξύ του Κρέις και του Γουντς. Μία συνεχής αναμέτρηση που θυμίζει από την μία τα (εξαιρετικά και σπινθηροβόλα) μυθιστορήματα της Χάισμιθ -της οποίας η αύρα στοιχειώνει το βιβλίο- και από την άλλη το πανέξυπνο και βασανιστικά γοητευτικό θεατρικό έργο (αλλά και κινηματογραφική ταινία) ΣΛΟΥΘ του A.Shaffer με τα συνεχή mind games και τις παγίδες που επιφυλάσσει ο σκοτεινός και σατανικός Κρέις στον φιλόδοξο και υπερβολικό Γουντς. Κλειστοφοβικό και διαστροφικό, γεμάτο βία από την παιδική ηλικία μέχρι τα βαθειά γεράματα, δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου.

Δεν είναι τίποτα σπουδαίο, ούτε το βιβλίο που θα λατρέψεις, αλλά περνάς καλά μαζί του. Οι συνεχείς του ανατροπές σε κρατάνε και σου προσφέρουν στιγμές αναγνωστικής απόλαυσης. Είναι ένα μυθιστόρημα χωρίς συμπαθείς χαρακτήρες, ένα συνεχές παιχνίδι σκακιού στο οποίο προσπαθείς να προβλέψεις τις κινήσεις δύο «δαιμονικών» ανθρώπων που λένε συνεχώς ψέμματα και το θέμα είναι ποιός θα την πατήσει... Το καλό είναι ότι είναι και οι δύο ήρωες τόσο αντιπαθείς που αποκλείεται να στενοχωρηθείς με το έτσι κι αλλιώς ιδιοφυές τέλος που σίγουρα θα άρεσε και στην Χάισμιθ ακόμα.
 
Τετάρτη, Νοέμβριος 25, 2009
posted by Librofilo at Τετάρτη, Νοέμβριος 25, 2009 | Permalink
2 μεγάλοι σύγχρονοι συγγραφείς
Η συγγραφική πορεία του εξαιρετικού Ολλανδού αλλά πλέον πολιτογραφημένου Σκωτσέζου συγγραφέα Michel Faber πιστεύω ότι θα χαρακτηρισθεί από το ανεπανάληπτο αριστούργημα του, «ΤΟ ΑΛΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΛΕΥΚΟ»(2002,εκδ.Λιβάνη). Μπορεί τα προηγούμενα μυθιστορήματα ή συλλογές διηγημάτων του συγγραφέα να ήταν ιδιαίτερα αξιόλογα (κυρίως το «ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΡΜΑ») αλλά η απήχηση που βρήκε στο κοινό το «βικτωριανό» και ιδιαίτερα ογκώδες (1077 σελίδες) προαναφερθέν μυθιστόρημα, δεν έχει προηγούμενο. Βασιζόμενος στην επιτυχία και την δημοφιλία του , ο Φέιμπερ εξέδωσε «ΤΟ ΜΗΛΟ», (Εκδ.Καστανιώτη,σελ. 154, μετάφρ.Μ.Μακρόπουλος), μιά συλλογή 7 διηγημάτων που «πατάει» πάνω στο ογκώδες μυθιστόρημα – όχι,δεν το «συνεχίζει»,ούτε το «εκμεταλεύεται» (εντάξει..λίγο...) απλά το διευρύνει λίγο είτε κινούμενος στην εποχή που διαδραμματίζεται το «Άλικο...», είτε παραθέτοντας στιγμιότυπα από το παρελθόν (κυρίως) ορισμένων από τους ήρωες του μυθιστορήματος.

Τα διηγήματα της συλλογής είναι όλα ένα κι ένα. Η υπέροχη γραφή (το στυλ,το ύφος) του Φέιμπερ, ο εκπληκτικός του τρόπος να περιγράφει παραδοσιακές καταστάσεις με τελείως μη παραδοσιακό τρόπο, η Βικτωριανή ατμόσφαιρα των διηγημάτων (όπως και του μυθιστορήματος) ξαφνικά «σπάει»,«διαταράσσεται» από την ωμότητα της λεπτομέρειας – κάτι που ο συγγραφέας κατορθώνει με μοναδική ικανότητα. Στα αριστουργηματικά, «Η Κλάρα και ο Αρουραίος» και «Η μύγα και η επίδρασή της στον κύριο Μπέντλι» είναι οι λεπτομέρειες, αυτές οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες των σκηνών (σχεδόν σαν πίνακες) είτε στην αρένα των αρουραιομαχιών όσο αφορά την πρώτη ιστορία, είτε στο δωμάτιο της πόρνης και την μύγα που «κάθησε» πάνω στα οπίσθιά της (την ώρα που ο κύριος Μπέντλι ήταν έτοιμος «να εισέλθει»), στην δεύτερη ιστορία που ενθουσιάζουν τον αναγνώστη. Η Σούγκαρ, η ηρωίδα του «Άλικου...» εμφανίζεται σε δύο από τις ιστορίες σε σκηνές από το «αμαρτωλό» παρελθόν της, ενώ στο τελευταίο και μεγαλύτερο διήγημα της συλλογής (που είναι ουσιαστικά μία αυτόνομη νουβέλα), το πολύ καλό «Ένα πλήθος γυναικών με πολύ μεγάλα καπέλα ακάθεκτο προχωρά» εμφανίζεται η Σόφι, ενήλιξ πλέον, φανατική φεμινίστρια υπό τις αναμνήσεις του εννενηντάχρονου πιά γιού της που περιγράφει την ημέρα της «Μεγάλης Πορείας» για την ψήφο των γυναικών στο Λονδίνο των αρχών του 20ου αιώνα. Ένα μελαγχολικό και νοσταλγικό διήγημα που κλείνει με τον καλύτερο τρόπο την συλλογή.

Το βιβλίο δεν προσθέτει τίποτα στους φανατικούς θαυμαστές του «Άλικου...», ούτε σ’αυτούς που έχουν την περιέργεια να μάθουν την συνέχεια της ιστορίας της Σούγκαρ και της Σόφι – δεν νομίζω ότι προσθέτει και κάτι ουσιαστικό στην συγγραφική πορεία του Φέιμπερ. Από την άλλη είναι ένα έξοχο δείγμα γραφής για όποιον δεν έχει μυηθεί στην γραφή του μοναδικού αυτού συγγραφέα, είμαι σίγουρος οτι αυτός ο αναγνώστης θα εντυπωσιασθεί κυρίως αν έχει στο μυαλό του τις παραδοσιακές ιστορίες από την Βικτωριανή εποχή. Μία σελίδα και μόνο από τον Φέιμπερ σου αρκεί για να μπεις στην αντι-Βικτωριανή ατμόσφαιρα των Βικτωριανών του ιστοριών.

Αντίθετα, μία σελίδα δεν σου αρκεί γιά να ξαναβρείς την αβάσταχτη γοητεία του τεράστιου Cormac McCarthy και των εκπληκτικών του ιστοριών από την «Άγρια Δύση». Οι υπέροχες «ΠΕΔΙΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ»(CITIES OF PLAIN), είναι ένα παλαιότερο μυθιστόρημα του μεγάλου συγγραφέα (πρωτοεκδόθηκε το 1998) που βγήκε φέτος στην χώρα μας (εκδ.Καστανιώτη, μετάφρ.Α.Μπενρουμπής, σελ. 363) και κλείνει την «τριλογία των συνόρων», όπως ονομάστηκαν τα τρία μυθιστορήματα που την απαρτίζουν («ΟΛΑ ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ ΑΛΟΓΑ, ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ, ΠΕΔΙΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ).

Στις «Πεδινές πολιτείες» οι ήρωες των δύο προηγουμένων μυθιστορημάτων του Μακάρθυ, ο Τζων Γκρέιντυ Κόουλ, ο 16άχρονος ήρωας των «Όμορφων αλόγων...» συναντάει τον Μπίλλυ Πάρχαμ τον ήρωα του «Περάσματος»(καλύτερου βιβλίου της τριλογίας). Ο Κόουλ είναι πλέον 20άρης, και ο Μπίλλυ πλησιάζει τα 40. Δουλεύουν σε ένα παρακμασμένο ράντσο στο Νέο Μεξικό κοντά στα σύνορα με το Μεξικό. Βρισκόμαστε στα 1952 και ο κόσμος γύρω τους αλλάζει – το γνωρίζουν ότι σύντομα θα πρέπει να ψάξουν για δουλειά αφού ο στρατός ετοιμάζεται να απαλλοτριώσει ένα μεγάλο κομμάτι της περιοχής για να φτιάξει μια βάση. Ο Κόουλ είναι απόλυτος γνώστης των αλόγων και ο Μπίλλυ ένας ικανότατος γελαδάρης – είναι και οι δύο άνθρωποι μιάς άλλης εποχής.

Ο Κόουλ με την αθωότητα της νιότης του ερωτεύεται μιά νεαρή πόρνη σε ένα πορνείο στο Χουαρέζ δίπλα στα σύνορα. Ο σκοπός της ζωής του είναι πλέον να την «λυτρώσει» από τα δεσμά της και να την πάρει μακριά από τον προαγωγό της. Τυφλώνεται από το πάθος του, παρ’ότι γνωρίζει ότι αυτό μπορεί να αποβεί μοιραίο προχωράει με τα μούτρα προς την σύγκρουση. Ο Μπίλλυ είναι πιό συγκρατημένος και (αν θέλεις) περισσότερο προσαρμοσμένος στις συνθήκες, προσπαθεί να βάλει μυαλό του μικρού αλλά αυτός είναι «ταύρος εν υαλοπωλείω».

Οι «Πεδινές πολιτείες» είναι ένα βιβλίο για το τέλος της αθωότητας που αντιπροσωπεύεται κυρίως στον υπέροχο χαρακτήρα του Κόουλ που είναι «αθώος» στην καρδιά, όχι αφελής ή χαζός, αλλά κυριολεκτικά αθώος. Είναι επίσης ένα βιβλίο για το τέλος μιάς εποχής, το τέλος ενός τρόπου ζωής που θα αλλάξει όπως το απαιτούν οι νέες συνθήκες.

Το μυθιστόρημα είναι γεμάτο από ιστορίες καουμπόηδων, βόλτες με τα άλογα, μπουρδελότσαρκες, ανοιχτές εκτάσεις, μικροεπεισόδια γεμάτα αντρική βιαιότητα και τσαμπουκά, φιλίες που δένονται γύρω από μια μπάρα, σε ένα κυνηγητό με άλογα. Άντρες οξύθυμοι, λιγόλογοι, τραχείς – οι συνήθεις ήρωες του Μακάρθυ (αλλά και της Πριού) δηλαδή. Τα τοπία που κυριαρχούν, τα χρώματα του ορίζοντα που αλλάζουν, τρυφερότητα που παραμονεύει πίσω από την σκληράδα και την αγριάδα.
Οι περιγραφές του συγγραφέα είναι γεμάτες χιούμορ, οι χαρακτήρες γήινοι,πραγματικοί και όχι χάρτινοι, οι διάλογοι κοφτοί και γρήγοροι ενώ οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου ελεγειακές και μελαγχολικές καθώς ο Μπίλλυ γέρος πλέον και ανέστιος βιώνει την σύγχρονη πραγματικότητα των πόλεων, κλείνουν με τον καλύτερο τρόπο αυτήν την αριστουργηματική τριλογία.

«Ξύπνησε την ώρα που αυτός ντυνόταν. Φόρεσε τις μπότες του και πήγε στην άκρη του κρεβατιού και κάθισε κι ακούμπησε το χέρι στο μάγουλό της και της χάιδεψε τα μαλλιά. Γύρισε μισοκοιμισμένη και τον κοίταξε. Μέσα στα κηροπήγια τα κεριά είχαν λιώσει και πάνω στα ανάγλυφα κομμάτια του κεριού υπήρχε μαυρισμένο φιτίλι.
Tienes que irte? (Πρέπει να φύγεις;)
Si
Vas a regresar?(Θα ξανάρθεις;)
Si
Τον κοίταξε προσεκτικά στα μάτια να δει αν έλεγε την αλήθεια. Εκείνος έσκυψε και την φίλησε.
Vete con Dios (Να πας στο καλό),ψιθύρισε.
Y tu (Κι εσύ)
Τον αγκάλιασε και τον έσφιξε στο στήθος της κι ύστερα τον άφησε να φύγει κι εκείνος σηκώθηκε και προχώρησε προς την πόρτα. Γύρισε και στάθηκε κοιτάζοντάς την.
Πες τ’όνομά μου,είπε.
Εκείνη άπλωσε το χέρι της και τράβηξε την κουρτίνα.
Mande?(Ορίστε;)
Di mi nobre.(Πες τ’όνομά μου)
Έμεινε εκεί κρατώντας την κουρτίνα.
Tu nombre es Juan (Τ’όνομά σου είναι Χουάν),είπε.
Ναι, είπε εκείνος.
Ύστερα έκλεισε την πόρτα και κατέβηκε στο χολ.
Το σαλόνι ήταν άδειο. Μύριζε μπαγιάτικο καπνό και γλυκιά ζύμη και ξανεμισμένο άρωμα μπαχαρικού και πασχαλιάς και τριαντάφυλλου από τις μαγαρισμένες πουτάνες. Στο μπαρ δεν υπήρχε κανείς. Λεκέδες φαινόντουσαν στο χαλί κάτω από το γκρίζο φως, φαγωμένα σημεία στα μπράτσα των καναπέδων, καψίματα τσιγάρων. Σήκωσε το μάνταλο της βαμμένης πόρτας του φουαγιέ και μπηκε στο καμαράκι με τα παλτά και πήρε το καπέλο του. Ύστερα άνοιξε την μπροστινή πόρτα και βγήκε έξω στο κρύο πρωινό.
Ένα τοπίο με χαμηλές παράγκες από λαμαρίνα και ξύλο από καφάσια εδώ στις παρυφές της πόλης. Γυμνό χώμα και εκτάσεις με χαλίκι και πέρα από αυτές οι πεδιάδες με φασκόμηλο και φρύγανα. Κοκόρια λαλούσαν κι ο αέρας μύριζε καμένο κάρβουνο. Βρήκε το δρόμο του προς τα ανατολικά κάτω από το γκρίζο φως και ξεκίνησε να πάει προς την πόλη. Μέσα στην παγερή αυγή τα φώτα έκαιγαν ακόμα πέρα κάτω από τη σκοτεινή σκιά των βουνών μ’εκείνη τη μονάκριβη απομόνωση που έχουν όλες οι πόλεις της ερήμου. Ένας άντρας ερχόταν στο δρόμο οδηγώντας ένα γαϊδούρι φορτωμένο μέχρι πάνω με καυσόξυλα. Πέρα μακριά είχαν αρχίσει να σημαίνουν οι καμπάνες. Ο τύπος του χαμογέλασε μ’ένα πονηρό χαμόγελο. Λες κι είχαν κάποιο κοινό μυστικό οι δυό τους. Κάτι σχετικό με την ηλικία και τη νιότη και με τις αξιώσεις του και με το δίκιο αυτών των αξιώσεων. Και με τις αξιώσεις που βάραιναν πάνω τους. Ο παρελθόν χρόνος, ο χρόνος που πρόκειται να’ρθεί. Το εφήμερο και των δυο. Πάνω απ’όλα η βαθιά ριζωμένη γνώση ότι ομορφιά και απώλεια είναι το ίδιο πράγμα
 
Τετάρτη, Νοέμβριος 18, 2009
posted by Librofilo at Τετάρτη, Νοέμβριος 18, 2009 | Permalink
Το πορτρέτο
Και αν μπορούσαν να μιλήσουν τα πορτρέτα τι θα είχαν να πουν; Κυρίως τα πιό διάσημα που μαζεύουν κόσμο και κοσμάκη μπροστά τους στα διάφορα μουσεία...Ιστορίες που θα είχαν ν’αφηγηθούν! Το γοητευτικό αυτό ερώτημα μπορεί να προκαλέσει την φαντασία ενός ικανού λογοτέχνη και αν έχουμε περιπτώσεις στην τέχνη όπου τα πορτρέτα παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πλοκή ενός έργου, όπως το περίφημο «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέη» του Όσκαρ Ουάιλντ ή στην αριστουργηματική ταινία του Ντίτερλε «Το πορτρέτο της Τζένη» (ωραίο βιντεάκι από την ταινία εδώ), στο μυθιστόρημα του πολύ καλού συγγραφέα και δημοσιογράφου (και blogger) Pierre Assouline, «ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ» (Εκδ.Πόλις, μετάφρ. Μ.Γαβαλά, σελ.319), το πορτρέτο της βαρόνης Μπέτυ ντε Ρότσιλντ είναι ο πρωταγωνιστής του «μύθου».

«...Ένα πορτρέτο δεν ανήκει ούτε στον δημιουργό του ούτε στο μοντέλο του ούτε στον χρηματοδότη του ούτε στους κληρονόμους του. Ένα πορτρέτο ανήκει σ’αυτόν που το κοιτάζει. Είναι παραδομένο στην βούληση αυτού που το κοιτάζει. Όποια κι αν είναι αυτή. Τους έχω δει να ανιχνεύουν μια μορφή ικεσίας στο χαμόγελό μου και μια χαϊδευτική παράκληση στο βλέμμα μου· πιστεύουν πως διακρίνουν ένα κάλεσμα να ξεφεύγει από τα χείλη μου, που ικετεύει να ξεχάσουν το όνομά μου, μαζί με καθετί το μυθικό που κουβαλάει, ώστε να μη σκέπτονται παρά την καρδιά μου, ανοιχτή σε όλες τις θλίψεις και τις οδύνες κάτω από την επιφάνεια των μαργαριταριών, του μεταξιού και της δαντέλας με τα οποία είμαι στολισμένη· θα ήταν ικανοί να ερμηνεύσουν μια σκιά κάτω από τη μύτη μου καταλήγοντας στο συμπέρασμα πως πρόκειται για μια ένοχη πρόθεση του μοντέλου...
Τι δεν έχουν καταλάβει όλοι τους; Απαιτείται περισσότερη ταύτιση με τον καλλιτέχνη και το μοντέλο του. Θα μπορούσαν τότε να καταλάβουν ότι ανάμεσά τους υπάρχει μυστική ταυτοφωνία, είναι απαλλαγμένοι από εξαναγκασμούς και υποχρεώσεις, και οι αισθητικές επιλογές του ενός, συνδυασμένες με την ανεξάρτητη συμπεριφορά της άλλης, δίνουν ένα καλό μάθημα ελευθερίας για κείνον που θα είναι σε θέση να το δει.»


Ο μεγάλος ζωγράφος του 19ου αιώνα Ένγκρ (Ingres), ζωγραφίζει μεταξύ του 1844 και του 1848 το πορτρέτο της βαρόνης Μπέτυ ντε Ρότσιλντ (1801 -1886) .Η Μπέτυ σύζυγος του βαρόνου Τζέιμς ντε Ρότσιλντ, ο οποίος ήταν θείος της (γεννήθηκε Φον Ρότσιλντ και πέθανε Ντε Ρότσιλντ) και ,με τον οποίο την χώριζαν αρκετές δεκαετίες , ήταν μιά σημαντική φιγούρα στην κοινωνική ζωή του Παρισιού τον προπερασμένο αιώνα. Η Εβραϊκή οικογένεια Ρότσιλντ δημιούργησε την τεράστια περιουσία της ουσιαστικά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα υπό τις οδηγίες του Τζέιμς Ρότσιλντ. Η οικονομική αυτοκρατορία που χτίστηκε στην Γαλλία και όχι μόνο επηρέασε την πορεία της χώρας, ενώ η οικογένεια παρ’ότι αντιμετώπιζε την δυσπιστία και τον «ρατσισμό» του κόσμου και θεωρείτο ως νεόπλουτη από την αριστοκρατία που είχε ανακάμψει μετά την περίοδο της επανάστασης (και της «τρομοκρατίας» που ακολούθησε στο τέλος του 18ου αιώνα),κυριάρχησε στην κοινωνική ζωή της Γαλλικής πρωτεύουσας με τους χορούς και τις δεξιώσεις που δίνονταν στο μέγαρό της δυό-τρεις φορές την εβδομάδα.

Ο Ασουλίν μέσω των αναμνήσεων της Μπέτυ ζωντανεύει την κοινωνική ζωή του Παρισιού τον 19ο αιώνα. Το πορτρέτο «θυμάται» αφηγείται την πορεία της οικογένειας προς την οικονομική και κοινωνική δόξα, τις πολιτικές μηχανοραφίες που παίζονταν στους χώρους του μεγάρου-παλατιού-σπιτιού τους ή και στην εξοχική τους «κατοικία». Τους συγγραφείς σαν τον Μπαλζάκ που επιδοτούντο κανονικά από τον Τζέιμς Ρότσιλντ χωρίς όμως εκείνος να παρεμβαίνει στο έργο τους. Τον χλευασμό που εισέπρατταν ως Εβραίοι από την «καλή κοινωνία« της πόλης, αρκετές φορές και μπροστά στα ίδια τους τα μάτια.υποθέτω ότι σε παρόμοιο ύφος και κλίμα κινείται και το αμετάφραστο στη χώρα μας μυθιστόρημα του συγγραφέα «Le dernier des Camondo» (Ο τελευταίος των Καμοντό), που περιγράφει την ιστορία της οικογένειας των Εβραίων Καμοντό, πάμπλουτων συλλεκτών έργων τέχνης που αφανίστηκαν στο Ολοκαύτωμα. Ο Ασουλίν έχει εκδώσει αρκετά βιβλία γύρω από το θέμα των εξαιρετικά πλούσιων Εβραϊκών οικογενειών που γνώρισαν την ακμή τους τον 19ο αιώνα.

Πάνω απ’όλα όμως ο συγγραφέας ακολουθεί την διαδρομή του διάσημου πορτρέτου. Από τις διάφορες οικίες Ρότσιλντ, στην περίοδο της Γερμανικής κατοχής του Παρισιού όταν μεταφέρθηκε σε ένα λατομείο μαζί με άλλα έργα τέχνης δήθεν για να προστατευτεί. Το πορτρέτο διεσώθη στο τσακ από την ανατίναξη (και την καταστροφή) για να επανέλθει στους κόλπους της οικογένειας. Η Μπέτυ τα παρακολουθεί όλα αυτά μέσα από τον πίνακα στον οποίο είναι «εγκλωβισμένη». Σχολιάζει τα τεκταινόμενα, θυμάται τα παλιά, ενώ από την ματιά της δεν διαφεύγει το βιαστικό πέρασμα των τωρινών επισκεπτών των μουσείων που προσπαθούν να δουν όσο περισσότερα αντικείμενα τέχνης μπορούν στο συντομότερο δυνατό χρόνο με αποτέλεσμα να μη βλέπουν ουσιαστικά τίποτα.

Το μυθιστόρημα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως τοιχογραφία της ζωής της αριστοκρατίας σε μιά ταραγμένη εποχή για την Γαλλία και την Ευρώπη γενικότερα. Η Βαρόνη έζησε την εποχή της επανάστασης του 1848, την εισβολή των Γερμανών και την Κομούνα του Παρισιού το 1870-71, την ανάπτυξη της αστικής τάξης, την εκβιομηχάνιση της χώρας με τους σιδηροδρόμους που στηρίχτηκαν πάνω στα κεφάλαια της τράπεζας των Ρότσιλντ. Ο Ασουλίν από την μία δείχνει να «γοητεύεται» από την ατμόσφαιρα της εποχής, από την άλλη με εξαιρετικό στυλ και ύφος που φέρνει στον νου μεγάλους στυλίστες του γαλλικού μυθιστορήματος έτσι όπως με πολλή «κομψότητα» αναπαριστά τα ελεγχόμενα πάθη, έχει μιά λεπτή ειρωνία στην αναπαράσταση των δεξιώσεων και των «προβληματισμών» των κυριών της εποχής.

Σε παρασέρνει με την γοητεία του, διαβάζεις σχεδόν υπνωτισμένος τις «περιπέτειες και τις εξομολογήσεις» του πορτρέτου, έχει εξαιρετική γλώσσα, η μετάφραση ρέει και συντελεί στην απόλαυση αλλά κάπου το βαριέσαι, ανυπομονείς να τελειώσει. Δεν είναι στο ύψος του υπέροχου «Lutetia...», είναι όμως ένα διαφορετικό βιβλίο περισσότερο ελεγχόμενο . Σου μένει έντονα στην μνήμη η ιδιόμορφη συνομιλία με αυτόν τον υπέροχο πίνακα του Ingres και με το βλέμμα της Μπέτυ να σε αιχμαλωτίζει έτσι ώστε να μη μπορείς να ξεφύγεις από τη ματιά της...