Δευτέρα, Απριλίου 15, 2013
posted by Librofilo at Δευτέρα, Απριλίου 15, 2013 | Permalink
Αστείο


Μινιμαλιστική και στιλάτη γραφή σε δεκαεπτά ιστορίες διαφορετικού ύφους, άλλες σουρεαλιστικές, άλλες ρεαλιστικές με ένα υποδόρειο χιούμορ να τις διαπερνάει. Αυτή είναι η ωραία συλλογή διηγημάτων «ΑΣΤΕΙΟ» του νέου συγγραφέα Γιάννη Παλαβού (Βελβεντό Κοζάνης, 1980), (Εκδ. Νεφέλη (ωραία έκδοση), σελ.107). Διηγήματα μικρά, 6-7 σελίδες το καθένα, μικρά φλας ζωής, περιστατικά ή εικόνες άλλες δυνατές κι ατμοσφαιρικές, άλλες στα όρια όπου το ρεαλιστικό συναντάει το παράλογο. Ιστορίες της πόλης αλλά και της επαρχίας, ιστορίες «απογειωμένες» και «προσγειωμένες» με ευαισθησία και μελαγχολία.


Στο (μπονζάι) «Password» που ανοίγει τη συλλογή, υπάρχει διάχυτη η ειρωνία, ενώ στο επόμενο διήγημα, «Γέροι άνθρωποι» η ονειρική διάσταση υποκαθιστά την σκληρή πραγματικότητα σε μια εξαιρετική ανθρώπινη ιστορία μνήμης και χαμένης ζωής. Ο ήρωας στο επόμενο διήγημα, και ένα από τα «διαμάντια» της συλλογής, το «Για αλλαγή», βυθίζεται σε νάρκωση, νεκρός ή ζωντανός δεν γνωρίζουμε, μετά από ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα και έχει μεταμορφωθεί σε συρραπτικό (!!), που η μόνη του κοινωνική επαφή είναι με ένα φαξ. Στο ομώνυμο διήγημα της συλλογής «Αστείο», ο ήρωας βιώνει σιωπηρά τον έρωτα για την συγκάτοικό του, η οποία πηδιέται με έναν τύπο στο διπλανό δωμάτιο, αλλά η ευρηματική τελευταία πρόταση δίνει μια άλλη διάσταση στην μάλλον άνευρη αυτή ιστορία. Τα εξαιρετικά «Φώτα» είναι μια σπαρακτική ιστορία της ελληνικής επαρχίας που δίνει δείγμα συγγραφικού ταλέντου, ενώ στο «Από την Αρχή», ο ήρωας είναι ο Γάλλος ποιητής Φρανσουά Βιγιόν και η (υποτιθέμενη) ζωή του μετά την φυλάκισή του (διότι στην πραγματικότητα τα ίχνη του χάθηκαν μετά την αποφυλάκιση). Το «Νίκος Τσούμπας» είναι μια ρεαλιστική καταγραφή της ζωής στην επαρχία που θα μπορούσε άνετα να γίνει νουβέλα, ενώ στο «Τιμής ένεκεν» παρακολουθούμε μια τυπική νεορεαλιστική ιστορία διαφορετικού ύφους και ρυθμού που αλλάζει τελείως στην επόμενη δοσμένη με πολύ χιούμορ και μελαγχολία ιστορία με τίτλο «Αυτοκόλλητο», που στο «Όπισθεν» μετατρέπεται σε υπαρξιακή αγωνία και «ασφυξία» με σουρεαλιστικό φινάλε.
 

«Δυο καλοκαίρια ολόκληρα, όταν πήγαινα στο χωριό για διακοπές, έκλεβα δίκτυο από το γείτονα. Στην αρχή το είχε ανοιχτό, χωρίς κωδικό. Όταν κατάλαβε ότι κάποιος τον έκλεβε, έβαλε password. Μια μέρα στο καφενείο τον ρώτησα την ημερομηνία γέννησής του, δήθεν ότι ήθελα να μάθω το ζώδιό του. Γύρισα σπίτι και πληκτρολόγησα τους αριθμούς. Δυο καλοκαίρια έτσι κατέβαζα μουσική. Ως κι ευχετήρια κάρτα σκέφτηκα να του στείλω στα γενέθλιά του. Σήμερα, 19 Ιουνίου 2009, μόλις πήρα την άδειά μου, μπήκα στο λεωφορείο για το χωριό. Φτάνω και βλέπω απέναντι φέρετρο. Γνέφω στη μάνα μου. «Τον χτύπησε αυτοκίνητο» είπε. «Πήγε άδικα, τόσο νέος». Ανέβηκα στο δωμάτιο μου, άνοιξα το λάπτοπ και πληκτρολόγησα το password: δούλευε ρολόι.»

Password»)



Το σπουδαίο ταλέντο του Παλαβού, φαίνεται ευδιάκριτα στο καλύτερο ίσως διήγημα της συλλογής, την υπέροχη «Λένα» όπου η αγάπη και η συντροφικότητα κυριαρχούν σε μια τρυφερή ιστορία, η οποία περιγράφει ένα περίεργο σεξουαλικό «κόλλημα» της εφηβείας που συνοδεύει τον ήρωα σε όλη του τη ζωή. Το «Στο δάσος» είναι άλλη μια κυνική ιστορία της επαρχίας και της αγριότητας της, ενώ στο «Ο Γιώργος βγαίνει στη σύνταξη» παρακολουθούμε μια νεορεαλιστική ιστορία οικογενειακού διχασμού. Το «Φαγητό» είναι μια παράξενη ιστορία ανθρώπινης τρυφερότητας από τη μια, εκμετάλλευσης από την άλλη, και το «Μια ανάσα» μια ευαίσθητη και ρομαντική ιστορία ενός αδιέξοδου έρωτα.
 
Ο σουρεαλισμός κυριαρχεί στα δύο τελευταία διηγήματα της συλλογής. Στο ωραίο «Ο Σαράντος Ζουργός δεν μπορεί να το εξηγήσει», ο ήρωας ονειρεύεται πως παρακολουθεί ένα ζευγάρι να κάνει έρωτα στην ύπαιθρο και διαπιστώνει ότι αυτοί που παρακολουθεί είναι οι γονείς του νέοι, ενώ στο θαυμάσιο (πραγματικό μπιζουδάκι) διήγημα «Μαρία» ο ήρωας που δουλεύει σε ένα χοιροσφαγείο, ερωτεύεται μια γουρουνίτσα και της διαβάζει τα «Ρουμπαγιάτ» του Ομάρ Καγιάμ σε μια γοητευτική ιστορία που κλείνει την συλλογή με τον καλύτερο τρόπο.
 
«Απ’τα δεκαοχτώ του, που έφυγε για να σπουδάσει, ο Βασίλης, κάθε φορά που γυρίζει στην Πελασγία, ψάχνει έναν κατάλογο μόδας. Δεκατέσσερα χρόνια βρίσκεται στην ίδια θέση: στην αποθήκη, κάτω απ΄τη μεγάλη ντουλάπα, στη στοίβα με τα περιοδικά ραπτικής. Εκεί αφήνει η μητέρα του παλιούς καταλόγους πολυκαταστημάτων. Ο Βασίλης σκαλίζει για την ελληνική έκδοση του «La Redoute”, Φθινόπωρο-Χειμώνας 1994. Γυρίζει στη σελίδα 263. Είναι η ενότητα των εσωρούχων. Μια μελαχροινή γύρω στα είκοσι κοιτάζει διστακτικά τον φακό. Φοράει μαύρη κιλότα κι ασορτί σουτιέν. Δαγκώνει τον αριστερό δείκτη μ’ένα μορφασμό μεταξύ πόνου και ηδονής…

Ο Βασίλης πρωτοείδε τη φωτογραφία το 1994, δεκατεσσάρων χρονών. Τον είχε ξαναπαίξει, εννοείται·τώρα όμως ένιωθε πως ό,τι έκανε δεν ήταν απλός αυνανισμός. Από τότε, όποτε έλειπαν οι δικοί του – ο πατέρας στον ελαιώνα ή το ουζερί, η μητέρα για πρόβα σε πελάτισσα ή Κυριακές στην εκκλησία – τον έπαιζε αμέτρητες φορές με την κοπέλα της σελίδας 263. Η φωτογραφία της φώλιασε σαν ένας παράξενος ερωδιός στο μυαλό του. Αυτή σκεφτόταν όταν έδινε πανελλήνιες – και πέρασε από τους πρώτους. Φοιτητής, με το που γύριζε στην Πελασγία, ξετρύπωνε το τεύχος κι αυνανιζόταν πάνω απ’την ίδια σελίδα. Αυτό γινόταν είτε είχε δεσμό είτε όχι. Και τα οχτώ χρόνια με τη Λένα, ο Βασίλης εξακολουθεί, μόλις πατήσει στο πατρικό του, να πιάνει τον κατάλογο. Μόνο που φέτος δεν τον βρήκε στη θέση του.» («Λένα»)


Λεπτό αλλά ευδιάκριτο χιούμορ, σαρκασμός και διακριτική ειρωνία, γλυκόπικρα συναισθήματα και ένας αέρινος νεορομαντισμός διαπερνούν τις σελίδες της μικρής συλλογής διηγημάτων του Γ.Παλαβού. Μπορεί η ομοιογένεια να μη χαρακτηρίζει τη συλλογή (αυτό ίσως οφείλεται στο ότι όλες σχεδόν, γράφτηκαν για κάποια περιοδικά και σε διαφορετικές χρονικές περιόδους), ούτε όλες οι ιστορίες είναι στο ίδιο επίπεδο αν και οφείλω να ομολογήσω ότι ακόμα και κάποιες που είναι αδιάφορες, δεν είναι κακές, αλλά αυτό δεν ενοχλεί τον αναγνώστη τη στιγμή που κυριαρχεί το μίνιμαλ και απογειωμένο ύφος του συγγραφέα σε όλο το βιβλίο.
 
Ο Γ.Παλαβός απογειώνεται κυριολεκτικά στις ιστορίες όπου το ρεαλιστικό συναντάει το φανταστικό και όπου ο σουρεαλισμός δίνει τον τόνο. Εκεί ακριβώς διαφαίνεται και η ικανότητα του στην διαχείριση της γραφής να ισορροπήσει κατά τέτοιο τρόπο ώστε να βγάλει αυτόν τον ακαθόριστο παραλογισμό της καθημερινότητας, την υπαρξιακή αγωνία, χωρίς να πέσει σε συγγραφικές ευκολίες και εντυπωσιασμούς. Σύντομες και κοφτές φράσεις, ανατροπές που δεν τις περιμένεις, απρόοπτα και εκπλήξεις, άνθρωποι που σαλτάρουν, άνθρωποι που αγωνιούν, άνθρωποι που πεθαίνουν. Κλείνεις την μικρή αυτή συλλογή με το αίσθημα ότι διαβάζεις κάτι που αποτελεί μια υποθήκη προς ένα δημιουργικό και ευρηματικό συγγραφικό μέλλον που ανοίγεται διάπλατο μπροστά στον νεαρό αυτόν συγγραφέα.