Τρίτη, Μαρτίου 07, 2017
posted by Librofilo at Τρίτη, Μαρτίου 07, 2017 | Permalink
Ένα διαφορετικό σεργιάνι
Το “ΣΕΡΓΙΑΝΙ ΣΤΟ ΓΚΙΝΑΡΝΤΟ” (“Ronda del Guinardo) του πολύ καλού Καταλανού συγγραφέα Juan Marse (Βαρκελώνη,1933), (εκδ. Πατάκη, (ωραία) μετάφρ. Μ.Παλαιολόγου, σελ.148), γραμμένο την δεκαετία του '80, είναι μια θαυμάσια και πολύ περιεκτική νουβέλα με έντονους συμβολισμούς, η οποία εντυπωσιάζει κυρίως για την ατμόσφαιρά της και την εξαιρετική απεικόνιση της εποχής στην οποία διαδραματίζεται.


Βαρκελώνη Μάιος 1945. Φρανκική Ισπανία, βυθισμένη στον σκοταδισμό και τον αυταρχισμό του καθεστώτος που χτίζεται πάνω στα ερείπια του εμφυλίου, ο οποίος τελείωσε μερικά χρόνια πριν. Είναι η ημέρα της επίσημης λήξης του Β Παγκόσμιου πολέμου και όλα τα αστυνομικά τμήματα έχουν τεθεί σε επιφυλακή, μπας και κάποιοι “παλιοχαρακτήρες” αποφασίσουν να γιορτάσουν το γεγονός.

Ένας μεσήλικας αστυνομικός που κοντεύει να συνταξιοδοτηθεί, πρέπει να συνοδεύσει την ορφανή 14άχρονη Ροσίτα στο νεκροτομείο, για να αναγνωρίσει στο πτώμα ενός άγνωστου άνδρα, αυτόν που την βίασε δύο χρόνια πριν. Η Ροσίτα, είναι τρόφιμος του ορφανοτροφείου που διευθύνει η κουνιάδα του αστυνομικού, και που σε αυτό βοηθάει και η κουρασμένη και αποκαρδιωμένη από εκείνον σύζυγός του, ενώ η μικρή εργάζεται και σε κάποια σπίτια ως καθαρίστρια. Ο αστυνομικός είναι ένας πολύ κουρασμένος άνθρωπος, με κακή φήμη για την βιαιότητά του, που θεωρεί ότι η σημερινή του υπηρεσία του δίνει την αφορμή για ένα ξεκούραστο απόγευμα, όμως η Ροσίτα τον ταλαιπωρεί ζητώντας του να την συνοδεύει από σπίτι σε σπίτι όπου πετάγεται για θελήματα η μικροδουλειές, καθυστερώντας συνεχώς την αναγνώριση του υποτιθέμενου βιαστή της, έχοντας αφήσει πίσω της το γεγονός που σημάδεψε τη ζωή της.

“...Αλλά εκείνη τη νύχτα δεν ήταν εκεί οι φίλοι της, κι ο άντρας που καθόταν στη φωτιά δεν ήταν ο γνωστός αλήτης· όταν την ξανακοίταζε, είχε ήδη τον σουγιά στο χέρι κι έλεγε με τραχιά φωνή: “Μη φωνάζεις. Κάτσε κάτω”. Την κοίταξε για λίγο κι ύστερα της είπε να ξαπλώσει δίπλα στη φωτιά και της σήκωσε τη φούστα. Ο άντρας πέταξε χούφτες χώμα στη φωτιά μέχρι να τη σβήσει, αλλά ύστερα, όσο κράτησε εκείνο, ο άνεμος την αναζωπύρωσε και βγήκαν ξανά φλόγες· εκείνη τις έβλεπε να χοροπηδάνε, με το μάγουλο ζουληγμένο πάνω στη σκόνη και με τη μύτη του σουγιά στον λαιμό. Έφτυσε στα αγριεμένα μάτια του βρομιάρη και στο ξεδοντιασμένο του στόμα, που μύριζε ωμά κουκιά και ήταν γλιστερό και μαλακό σαν βατράχι. Ένα ρυπαρό, τρεμάμενο χέρι χάιδευε τα μαλλιά της.”

Η περιπλάνηση του ιδιόμορφου ζευγαριού, του μεσήλικα άνδρα που καταφεύγει συνεχώς σε καπηλειά να πιεί ένα ποτηράκι (ακόμα) και της κολοπετσωμένης μικρής που τον πειράζει, και τον δουλεύει συνεχώς, γίνεται η αφορμή για μια περιπλάνηση στη συνοικία και σε ένα σκηνικό που μεταβάλλεται συνεχώς. Το κεφάλι του αστυνομικού είναι γεμάτο πτώματα και οι μνήμες του εμφυλίου και των επακόλουθων, στριφογυρίζουν συνεχώς στη μνήμη του φέρνοντας του εικόνες τραγικές και σκληρές. Από την άλλη, η Ροσίτα, μια Λολίτα του δρόμου που δουλεύει σαν το σκυλί, προσπαθώντας να αρπάξει την κάθε ευκαιρία για μια μικρή βελτίωση στη ζωή της. Πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι βλέπουμε τις κοινωνικές διαφορές, τις μικροκομπίνες για την επιβίωση, την εγκληματικότητα που πάει χέρι με χέρι με την προσπάθεια για επιβίωση.

“Συλλογίστηκε τότε την περιπλανώμενη απάτη που αντιπροσώπευε η ορφανή, το φιλεύσπλαχνο τέχνασμα της περιήγησής της με το εικόνισμα, το μοναχικό της σεργιάνι στο χείλος της πείνας και της εκπόρνευσης...”


Τι είναι λοιπόν αυτό το ευανάγνωστο και πολύ όμορφο βιβλιαράκι; Είναι ένα μικρό ταξίδι στην κόλαση ή μια καταβύθιση στα ενδότερα της ανθρώπινης ύπαρξης; Μάλλον και τα δύο. Οι πρωταγωνιστές της γκροτέσκας νουβέλας του Μαρσέ, αντιπροσωπεύουν δύο κόσμους που κάποτε θα μπορούσαν να συμβιώσουν, αλλά τώρα τους χωρίζουν έτη φωτός. Το χαμίνι του δρόμου και ο θλιβερός εκπρόσωπος της εξουσίας, είναι και οι δύο ηττημένοι, εκείνος το έχει αντιληφθεί, εκείνη δεν το ξέρει ακόμα αλλά η πορεία της είναι προδιαγεγραμμένη. Η Ροσίτα δεν ενδιαφέρεται πλέον για τον βιαστή της, μέσα της έχει προχωρήσει, το έχει αφήσει πίσω το γεγονός, θα μπορούσε να πει κανείς ότι τον έχει συγχωρήσει τον άνθρωπο που της επιτέθηκε, πλέον τα χρόνια στους δρόμους την έχουν κάνει πιο ανεκτική, ξέρει να ελίσσεται για να επιβιώσει.

Η απεικόνιση της συνοικίας στη Βαρκελώνη της δεκαετίας του 40, από τον συγγραφέα, είναι εκπληκτική. Ζητιάνοι, μικροκακοποιοί, ταβερνιάρηδες και πελάτες, παράνομο εμπόριο και φτώχεια ανακατεμένη με σπίτια πλούσια που έχουν παρελθόν. Το αίσθημα της απομόνωσης και της παρακμής της χώρας είναι πολύ έντονο, χαρακτηριστικός ο διάλογος που αναφέρεται στο ποδόσφαιρο όταν οι θαμώνες μιας ταβέρνας παραπονιούνται ότι "μόνο με την Πορτογαλία μπορούμε να παίζουμε πλέον" (που είχε κι αυτή μια αντίστοιχη δικτατορία υπό τον Σαλαζάρ)

Ο Μαρσέ αναπλάθει μια πόλη που καταρρέει, πολύ διαφορετική από την σημερινή ακμάζουσα τουριστική πρωτεύουσα. Έξοχος παρατηρητής της ζωής (όπως είδαμε και στο άλλο μυθιστόρημά του που μεταφράστηκε πριν λίγα χρόνια στη γλώσσα μας, το "Τα τελευταία απογεύματα με την Τερέζα"), μεταφέρει εικόνες έντονα ρεαλιστικές που αιχμαλωτίζουν τον αναγνώστη μέσα τους, ενώ το μαύρο χιούμορ και η ειρωνεία είναι διάχυτα στην ατμόσφαιρα ενός βιβλίου που περιγράφει με έντονα χρώματα τον σκοταδισμό και την ατμόσφαιρα της εποχής.





 



2 Comments:


At 8/3/17 15:24, Anonymous Ανώνυμος

Το βιβλίο βρίσκεται στα μη αναγνωσμένα της βιβλιοθήκης μου εδώ και αρκετό καιρό. Μάλλον ως τώρα δεν κόλλησε στη σειρά που διαμορφώνω στο μυαλό μου όσο αφορά το τι θέλω να είναι το επόμενο που θα διαβάσω.

Πέτρος

 

At 9/3/17 19:42, Blogger Librofilo

Το κάθε βιβλίο θέλει τον χρόνο του, την ώρα του. Τα περισσότερα αδιάβαστα που στοιβάζονται σπίτι μου, βρίσκονται εκεί γι'αυτόν ακριβώς τον λόγο. Πάντως το συγκεκριμένο δεν απαιτεί πάνω από 2-3 ώρες ανάγνωσης.
Ευχαριστώ για το σχόλιο.