Τετάρτη, Μαρτίου 15, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαρτίου 15, 2017 | Permalink
Μετά τον πόλεμο
Μπορντό τέλη της δεκαετίας του 50, ο πόλεμος της Αλγερίας είναι στο προσκήνιο της επικαιρότητας, αλλά στην πόλη που δεν έχει θεραπεύσει ακόμα τις πληγές της από τον Β παγκόσμιο πόλεμο, λογαριασμοί έχουν μείνει ανεξόφλητοι· μια προσωπική εκδίκηση θα φέρει πολλά θύματα και κάποια πράγματα θα μπουν στη θέση τους έστω και με αρκετά χρόνια καθυστέρηση. Αυτός είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο στήνει μια συγκλονιστική ιστορία με πολλές προεκτάσεις, στο εκπληκτικό του polar μυθιστόρημα, με τίτλο “ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ” (“Apres la guerre”), ο Γάλλος συγγραφέας Herve Le Corre (Bordeaux, 1955), (Εκδ. Του 21ου, (ωραία) μετάφρ. Γ.Καυκιάς, σελ. 567).

Στον πόλεμο, όπως στον πόλεμο. Όλοι εναντίον όλων. Ο καθένας για πάρτη του.
Και να που έχει την εντύπωση ότι ο πόλεμος ξανάρχισε.”

Ο Ζαν Ντελμπός ζει από τύχη αν και αισθάνεται νεκρός. Είναι από τους ελάχιστους που επιβίωσαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αντίθετα με την σύζυγό του Όλγα που δεν τα κατάφερε. Το πρωινό που ήρθαν οι αστυνομικοί να τους πάρουν από το σπίτι και να τους πάνε στη συναγωγή που μαζεύανε τους Εβραίους της πόλης δεν φεύγει ποτέ από το μυαλό του. Θεωρούσε ότι είχε την προστασία του φίλου του (όπως πίστευε) Νταρλάκ και κοιμόταν ήσυχος παρά τις φήμες, και παρά τον ορατό πλέον κίνδυνο. Το μόνο που κατάφερε να κάνει επιτυχημένα (και χάρη στην προνοητικότητα της Όλγας) ήταν να πάρει τον εξάχρονο Ντανιέλ και να τον κρύψει πάνω από τη σοφίτα δίπλα σε ένα παράθυρο. Κάποιοι φίλοι είχαν ειδοποιηθεί και τον μάζεψαν το βράδυ.
Τώρα ο Ζαν Ντελμπός μετά από 14 χρόνια γυρίζει από τον κόσμο των νεκρών και απαιτεί εκδίκηση. Εκδίκηση από τον Νταρλάκ, που έχει γίνει πλέον μεγάλος και τρανός στο αστυνομικό σώμα.

Ο Νταρλάκ είναι η προσωποποίηση του διεφθαρμένου αστυνομικού. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, συνεργάστηκε με τις δυνάμεις Κατοχής και την κυβέρνηση του Βισύ, ενώ λίγο πριν την κατάρρευση είδε που πηγαίνει το πράγμα, και, την έβγαλε καθαρή με αρκετά λεφτά στην κατοχή του από τις περιουσίες των εβραίων που φεύγανε για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Πλέον στην αστυνομία του Μπορντό, αισθάνεται παντοδύναμος να επιβάλλει τον δικό του νόμο στους δρόμους ενώ στο σπίτι του τον περιμένει η πανέμορφη σύζυγός του, που την μάζεψε από τα καμπαρέ μετά την Κατοχή, μητέρα ενός κοριτσιού, προϊόν της σχέσης της με έναν Γερμανό αξιωματικό. Ο Νταρλάκ που αγαπάει την μικρή σαν κόρη του, φέρεται βίαια και περιφρονητικά στην σύζυγό του, όπως και σε όλους άλλωστε.

Ο τρίτος πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο νεαρός πλέον Ντανιέλ, ο γιος του Ζαν Ντελμπός, που μεγάλωσε από το φιλικό ζευγάρι που τον έβγαλε από την κρυψώνα του. Ο Ντανιέλ είναι φανατικός κινηματογραφόφιλος και δουλεύει σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων, έρχεται όμως η ώρα της κατάταξής του και πρέπει να πάει στην Αλγερία να υπηρετήσει την θητεία του. Εκεί θα ζήσει μια κόλαση από την οποία θα προσπαθήσει να απεμπλακεί χωρίς να ξέρει ότι εάν γυρίσει στους “γονείς” του, μια άλλη κόλαση θα τον περιμένει.

“...Στον μικρό καθρέφτη που είναι κρεμασμένος πάνω από το νιπτήρα δεν μπορεί να κοιταχτεί ολόκληρος, αλλά ξέρει ότι το σώμα του δεν διατηρεί κανένα ίχνος απ' όσα τράβηξε, εκτός απ' αυτό το σημάδι στην κλείδα κι αυτή την ουλή στην ωμοπλάτη. Κανένας πόνος. Το σώμα του είναι ψηλό, στεγνό και σφιχτό. Μυς, τένοντες, οστά. Το σώμα του είναι ακόμα νέο, παρότι κοντεύει τα πενήντα. Το ξέρει, το νιώθει. Δεν θα γεράσει πριν ολοκληρωθεί αυτό που πρέπει να κάνει. Θα διατηρήσει ακέραια αυτή τη δύναμη κι αυτή τη ζωηράδα, όπως κρατάμε κρυμμένο ένα όπλο και το γρασάρουμε ελέγχοντας το μηχανισμό του. Κι επίσης ασκούμαστε μ' αυτό.
Το πρόσωπό του δεν είναι πια παρά σημάδια, χαρακιές, ουλές. Μονοπάτια χαραγμένα σ' ένα έδαφος πολύ απαλό, χαρακώματα που δεν γέμισαν ποτέ μετά από έναν χαμένο πόλεμο. Παλιός χάρτης, χωρίς χρονολογία. Σφηνοειδής γραφή που νομίζεις πως την καταλαβαίνεις χωρίς να ξέρεις να τη διαβάζεις.”

Καθώς ο Ζαν Ντελμπός, αυτό το "φάντασμα", σφίγγει τον κλοιό γύρω από τον Νταρλάκ, “χτυπώντας” τους πιο κοντινούς του συνεργάτες, υπάρχουν και παράπλευρες απώλειες με θύματα που δεν έφταιγαν σε τίποτα και απλά βρέθηκαν τυχαία εκεί. Αυτό το γεγονός θα κινητοποιήσει ολόκληρη την αστυνομική δύναμη της πόλης και ο Νταρλάκ, υποψιασμένος πλέον ότι εκείνος είναι ο στόχος, θα εξαπολύσει ένα ξέφρενο ανθρωποκυνηγητό για να συλλάβει τον μυστηριώδη άγνωστο.
Από τη μια η Αλγερία και η παράνοια του πολέμου μέσα από το εκτυφλωτικό φως του ήλιου και την αφόρητη ζέστη, από την άλλη το Μπορντό μέσα από τις ολοζώντανες περιγραφές του ικανότατου συγγραφέα θα γίνει ένα μαύρο σκηνικό βίας και εγκλημάτων χωρίς τελειωμό, μέχρι την τελική λύση που σαν μονομαχία γουέστερν θα δώσει την λύτρωση.

Ο Λε Κορ παρακολουθεί τους ήρωές του, εναλλάσσοντας την (τριτοπρόσωπη) αφήγηση από τον ένα στον άλλον, ενώ παρεμβάλλονται (σε πρωτοπρόσωπο λόγο), οι αναμνήσεις του Ζαν Ντελμπός από το στρατόπεδο συγκέντρωσης, την απόδρασή του και τα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 50 που γυρίζει ως εκδικητής στην πόλη του. Ο συγγραφέας αναπλάθει εξαιρετικά την εποχή, οι εικόνες του είναι ολοζώντανες και η δομή του βιβλίου εκπληκτική, καθώς η ένταση κορυφώνεται και ο ρυθμός γίνεται ταχύτερος για να φτάσει στο αναμενόμενο, υπέροχο φινάλε.

Δεν υπάρχει καλός και κακός σε αυτό το θαυμάσιο μυθιστόρημα. Μπορεί ο αναγνώστης να ταυτίζεται με τον “άγγελο-εκδικητή” αλλά ο συγγραφέας του το ξεκόβει από την αρχή, υπενθυμίζοντας συνεχώς ότι ο Ντελμπός ήταν μάλλον κακό και ζόρικο παιδί μέχρι το στρατόπεδο συγκέντρωσης, ενώ ο Νταρλάκ (ο οποίος έτσι κι αλλιώς από την αρχή τον γνωρίζουμε ως τον απόλυτα κακό της ιστορίας) ήταν κολλητός του για αρκετά χρόνια. Θα μπορούσε να είναι μια απλή και αιχμηρή ιστορία εκδίκησης αλλά ο Λε Κορ δεν συμβιβάστηκε μ' αυτή την ιδέα, τονίζει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης, την ροή των γεγονότων που οδήγησαν δύο ανθρώπους, όχι τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους στις πράξεις τους, στον δρόμο που ακολούθησαν.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περιγραφή του κοινωνικού και πολιτικού κλίματος της εποχής. Οι δωσίλογοι που είχαν την πονηριά-καπατσοσύνη ή/και την τύχη να μη ταυτιστούν ιδιαίτερα με τα στρατεύματα Κατοχής, κατέχουν καίριες θέσεις, στην πολιτική, την εξουσία, την κοινωνία – άνθρωποι που βρέθηκαν πάμπλουτοι μετά την Κατοχή εκμεταλλευόμενοι τον ανθρώπινο πόνο, συνεχίζουν να βρίσκονται στα πράγματα. Ο πόλεμος της Αλγερίας και η όλη ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 50 (πλημμυρισμένη από μουσικές της Εντίθ Πιαφ, του Ζιλμπέρ Μπεκό και άλλων), αντανακλάται στην περίπτωση του νεαρού Ντανιέλ, του οποίου η ιστορία θα μπορούσε να σταθεί αυτόνομη σε κάποιο άλλο βιβλίο, με τον διχασμό που υφίσταται, καθώς μεγαλωμένος με τα βιβλία του Μπωντλαίρ, τα ποιήματα του Ρεμπώ βλέπει λίγο ρομαντικά, λίγο ιδεαλιστικά την υποχρέωση της θητείας του εκεί, και όταν βρίσκεται με το όπλο ανά χείρας διαπιστώνει την πλάνη του.

Ο πόλεμος συνεχίζεται δείχνει να λέει ο συγγραφέας, επαναστάσεις, εμφύλιοι, παγκόσμιοι πόλεμοι, ατομικές βόμβες, πόλεμοι στην Ασία, την Αφρική, ψυχροί πόλεμοι, διαφθορά, βία και συνεχής εκμετάλλευση. Ο Λε Κορ, στήνει υπέροχα την ιστορία του, δεν αφήνει κενά, και με έναν αφοπλιστικό ρυθμό καθηλώνει τον αναγνώστη του σε ένα ελεγειακό μυθιστόρημα που έχει σε πρώτο φόντο την εκδίκηση και το νουάρ πλαίσιο, είναι όμως κάτι πολύ περισσότερο από αυτό, υπερβαίνοντας τις ευκολίες αλλά και τα κλισέ του είδους, μιλώντας για την απώλεια, τον θάνατο, τον έρωτα, την συντροφικότητα με δυναμικό αλλά ταυτόχρονο και λυρικό τρόπο.

Το βιβλίο απέσπασε πολλά βραβεία στην κατηγορία Polar (πολιτικού/αστυνομικού μυθιστορήματος) στην Γαλλία, όπως τα Prix Landerneau και Prix Michel-Lebrun του 2014 καθώς και το βραβείο Trophees 813 του 2015. Πριν λίγους μήνες κυκλοφόρησε στη χώρα μας, το προηγούμενο και πολυβραβευμένο μυθιστόρημα του Λε Κορ, "Καρδιές σακατεμένες" του 2009, με το οποίο θα ασχοληθώ στο μέλλον.