Παρασκευή, Ιουνίου 23, 2017
posted by Librofilo at Παρασκευή, Ιουνίου 23, 2017 | Permalink
Ο Τσάρος της Αγάπης και της Τέκνο
“...δεν μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη σε ανθρώπους που διαβάζουν τόσο πολύ.”

Με μια σύνθετη και ιδιαίτερα φιλόδοξη τοιχογραφία, επανέρχεται ο εξαιρετικός νέος Αμερικανός συγγραφέας, Anthony Marra (1984, Washington D.C.) στο δεύτερο βιβλίο του, που έχει τον περίεργο τίτλο “Ο ΤΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΚΝΟ” (“The Tsar of Love and Techno”), (Εκδ. Ίκαρος, μετάφρ. Αχ. Κυριακίδη, σελ. 368). Σπονδυλωτό μυθιστόρημα ή συλλογή διηγημάτων; Το ερώτημα είναι καθαρά επουσιώδες και ρητορικό, καθώς οι εννέα ιστορίες-διηγήματα του βιβλίου, σχηματίζουν κάτι σαν μυθιστόρημα, εισερχόμενες η μία μέσα στην άλλη, συνδεδεμένες η μια με την άλλη.


Όπως και στο πρώτο μυθιστόρημα του Marra, το έξοχο Αστερισμός Ζωτικών Φαινομένων”, το λογοτεχνικό σύμπαν δεν αλλάζει ιδιαίτερα. Υπάρχει και εδώ η Τσετσενία, οι πολλοί χαρακτήρες, η ανθρωπιά που ξεχειλίζει από τις σελίδες του βιβλίου, τα ιστορικά γεγονότα που εκτυλίσσονται και καθορίζουν τις μοίρες των ανυποψίαστων ανθρώπων που γεννήθηκαν σε λάθος τόπο την λάθος στιγμή. Εάν ο “Αστερισμός” όμως, εκτυλίσσονταν σε 5 ημέρες, ο “Τσάρος” ακολουθεί μια διαδρομή 70 χρόνων, από το Σταλινικό καθεστώς της προπολεμικής Σοβιετικής Ένωσης, μέχρι τη Ρωσία του 21ου αιώνα∙ μπορεί να είναι τυπικά μερικές δεκάδες χρόνια, αλλά ουσιαστικά φαίνονται σαν να περνάνε αιώνες.

“Ερ.: Γιατί ήθελες να ναρκοθετήσεις το τρανό σοσιαλιστικό μέλλον;
 Απ.: Γιατί το μέλλον είναι το ψέμα με το οποίο δικαιώνουμε την κτηνωδία του παρόντος.”

Τις ιστορίες διατρέχουν αντικείμενα, και κάποια πρόσωπα σε μια αλληλοδιαδοχή μαγευτικών εικόνων, εξαίσιων δημιουργικών στιγμών, αλησμόνητων χαρακτήρων που διαγράφονται στη μνήμη του αναγνώστη.

Ένας βουκολικός πίνακας του 1843 του Τσετσένου ζωγράφου του 19ου αιώνα Πιοτρ Ζαχάροφ-Τσετσένιετς, στον οποίο απεικονίζεται ένα λιβάδι με ένα λοφάκι και ένα μαντρότοιχο πίσω από ένα σπίτι, ένα πηγάδι κι ένα βοτανόκηπος, θα είναι ένας από τους συνεκτικούς κρίκους των ιστοριών που πλάθει ο Μάρα. Ο άνδρας, ο Ρομάν Μάρκιν, που θα τον αλλοιώσει οριστικά είναι ένας “διορθωτής” στην εποχή του Στάλιν, ο οποίος θα “εκδικηθεί” το καθεστώς για τον θάνατο του αδερφού του, βάζοντας τη μορφή του νεκρού, σε κάθε φωτογραφία, σε κάθε πίνακα που “πειράζει” σβήνοντας και εισάγοντας μορφές.
Μια κασέτα που δίνεται στον Κόλια όταν αυτός φεύγει από το σπίτι, από τον αδερφό του Αλεξέι, κι εκείνος θα την κουβαλάει μαζί του μέχρι τη τελευταία του στιγμή, μια κασέτα που θα προσδώσει τη δομή στο βιβλίο, χωρίζοντας το σε δύο μέρη, με ένα διάλειμμα ενδιάμεσα.
Ο Αλεξέι που δεν ξέρει τι θέλει να κάνει στη ζωή του, συνεχώς να τριγυρίζει, να μπερδεύει, να μπερδεύεται – κάτι που δεν θα κάνει η Γκαλίνα εγγονή μιας διάσημης μπαλαρίνας που είχε εξορισθεί σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης κάπου στη Σιβηρία.
Η μπαλαρίνα άθελά της θα γίνει η αφορμή για να συλληφθεί ο “διορθωτής” Ρομάν Μάρκιν της πρώτης ιστορίας, και η εγγονή της η Γκαλίνα σε ένα ευφυέστατο ειρωνικό εύρημα του συγγραφέα, θα στεφτεί “Βασίλισσα της ομορφιάς” στη Σιβηρία, θα παντρευτεί τον Κόλια και θα τον ξεχάσει πολύ γρήγορα, υποκύπτοντας στη πολιορκία ενός μαφιόζου της περιοχής, που, θα ανέβει γρήγορα στην οικονομική ελίτ η οποία, καθορίζει τις τύχες της χώρας, η δε Γκαλίνα θα λησμονήσει την κακομοιριά του χωριού της, γνωρίζοντας κάποια επιτυχία ως ηθοποιός σε ταινίες πληρωμένες από τον καλό της, για να επιστρέψει σ' αυτό μόλις αρχίζει να γίνεται δυσάρεστη στον ολιγάρχη.
Ο Κόλια που δεν θα ξεχάσει ποτέ τη Γκαλίνα, δουλεύοντας για μαφιόζους, σκοτώνοντας χωρίς δισταγμό, θα πέσει θύμα της μοίρας χωρίς να ακούσει ποτέ τη κασέτα, ενώ η Βέρα που κάρφωσε τη μάνα της στις Σοβιετικές αρχές ως “εχθρό του λαού” θα βιώσει την τραγωδία στα στερνά της, καθώς η κόρη της Λύντια γυρίζοντας από τις Η.Π.Α. όπου είχε πάει να παντρευτεί, θα εκτελεσθεί εν ψυχρώ από τους μαφιόζους που εξυπηρετούσε η μάνα της προσφέροντας το φτωχικό της διαμέρισμα για κάλυψη, ώστε να μπορέσει να τα βγάλει πέρα.

Οι ήρωες του βιβλίου εμφανίζονται, χάνονται, επανεμφανίζονται σε διαφορετικές στιγμές της ζωής τους μέσα από τις ιστορίες. Ο συγγραφέας λειτουργεί ως χορογράφος σ' αυτόν το χορό, σ' αυτό το μπαλέτο ιστοριών και προσώπων που λειτουργούν ως χορευτές πάνω στη σκηνή. Οι εννέα ιστορίες μπορούν να διαβαστούν αυτόνομα, αλλά έτσι θα χάσουν τη συνοχή τους, την γοητεία τους.

“ “Τι ζητάς;”
“Τι ερώτηση είναι αυτή;”
“Μιλάω σοβαρά, Αλεξέι. Το προσδόκιμο ζωής ενός άνδρα από το Κίροφσκ είναι πόσο; Σαράντα; Πενήντα χρόνια; Έχεις ήδη κάψει τα μισά. Τι ζητάς απ' τα υπόλοιπα;”
“Να μνημονεύουν τ' αποφθέγματά μου.”
“Τι;”
Τα μάγουλά μου είχαν πυρώσει τόσο πολύ, που θα μπορούσα να λιώσω το ακουστικό. “Σπουδάζω φιλολογία και δεν μ' αρέσει καν να διαβάζω. Ή, εν πάση περιπτώσει, όχι βιβλία. Θέλω να πω...γιατί να διαβάσεις ένα βιβλίο όταν μπορείς να συμπυκνώσεις το νόημα σε μια ζουμερή γραμμούλα; Μ' αρέσουν οι παροιμίες, τα κουλουράκια της τύχης, τα μικρά αποστάγματα σοφίας. Αλλά πρέπει να' σαι διάσημος ή να' χεις ανέβει στο Έβερεστ ή κι εγώ δεν ξέρω τι για να πάρουν σοβαρά τους αφορισμούς σου.”
“Θέλεις να γίνεις επαγγελματίας αφορισματογράφος;”
“Ναι.”
“Σύνελθε Αλεξέι. Πάντα ήσουν τόσο πολύ γλυκό παιδί, αλλά δεν είσαι πια παιδί. Πήγαινε στην Τσετσενία. Πήγαινε κάπου. Κάνε κάτι.”
Η μετατροπή του θα μπορούσα να κάνω με το έκανα είναι η γραμματική της ενηλικίωσης.”

Ο Διονύσης Μαρίνος στην κριτική του, χαρακτηρίζει το βιβλίο “συναισθηματικό roller-coaster, ο Νίκος Δαββέτας στο δικό του κείμενο, ως “γαϊτανάκι τραγικών προσώπων”. Θα μπορούσε να υπάρχει σύγχυση στον αναγνώστη από τα πολλά πρόσωπα, τους πολλούς χαρακτήρες – ο Marra όμως ευφυώς ανακατεύει συνεχώς την τράπουλα μοιράζοντας τους ρόλους, καθορίζοντας τον συγκινησιακό ρυθμό, τη φόρτιση των συναισθημάτων, εναλλάσσοντας το δράμα με την ειρωνεία, εισχωρώντας το χιούμορ ακόμα και στις πιο ακραίες καταστάσεις, προσθέτοντας πινελιές σουρεαλισμού μέσα σε άκρως ρεαλιστικά στιγμιότυπα.

Οι εικόνες που περιγράφονται στο “μυθιστόρημα” αυτό, είναι ολοζώντανες και η ατμόσφαιρα άλλοτε πνιγηρή (όπως στην πρώτη ιστορία), άλλοτε γκροτέσκα, άλλοτε πολύ κυνική και ρεαλιστική, είναι αφοπλιστική και συμβάλλει στην απόλαυση της ανάγνωσης αυτού του υπέροχου βιβλίου.

Σχεδόν ισάξιο του “Αστερισμού...”, χωρίς να το ξεπερνάει, ο “Τσάρος...” είναι μια συλλογή ιστοριών – μια εντυπωσιακή τοιχογραφία, που σε κερδίζει με την ανθρωπιά, τη συμπόνια, το ιδιοφυές παιχνίδι του πλαστού με το αυθεντικό, την ρευστότητα της συλλογικής μνήμης, την εξουσία που απλά αλλάζει χρώματα και προσωπεία, το μαύρο χιούμορ, τη λογοτεχνική μαγεία που αποπνέει. Ο Marra, ξεπερνώντας τον ύφαλο του δεύτερου βιβλίου με απόλυτη επιτυχία, επιβεβαιώνει το ταλέντο του, και υπόσχεται μεγάλα πράγματα για το μέλλον.

“Χρειάζεται όλη η κρατική εξουσία για να διαγράψει ένα πρόσωπο, αλλά μόνο το σφάλμα ενός ατόμου – αν έτσι λένε τώρα τη μνήμη – για να το διασώσει.”