Δευτέρα, Οκτωβρίου 15, 2018
posted by Librofilo at Δευτέρα, Οκτωβρίου 15, 2018 | Permalink
"Η ΚΑΡΙ ΜΑΣ" (τριάντα χρόνια μετά την πρώτη ανάγνωση)
Τριάντα χρόνια μετά την πρώτη ανάγνωση, ένα βιβλίο ποτέ δεν σου φαίνεται ίδιο. Με φόβο προσέγγισα μετά από ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα το μυθιστόρημα «Η ΚΑΡΙ ΜΑΣ» («Sister Carrie»), του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα Theodore Dreiser (Ιντιάνα 1871 – Χόλιγουντ 1945), ένα βιβλίο που το είχα απολαύσει και με είχε συγκινήσει όταν το διάβασα το 1988, στην ωραία έκδοση του «Οδυσσέα», με τίτλο «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΚΑΡΥ» σε μετάφρ. Β.Δέρμων (ψευδώνυμο γνωστού ανθρώπου των βιβλίων). Η καινούργια (εξαιρετική) έκδοση, με τίτλο "Η ΚΑΡΙ ΜΑΣ", στην (πολύ ποιοτική) σειρά «Orbis Literae» των εκδόσεων Gutenberg, χρησιμοποιεί την (ξαναδουλεμένη) μετάφραση της Έλλης Φιλοκύπρου, με την οποία είχε κυκλοφορήσει το βιβλίο από τις εκδ. «Σύγχρονη Εποχή» το 1987 με τίτλο «Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΑΡΙ». Η παρούσα έκδοση συνοδεύεται από μια εμπεριστατωμένη και αναλυτικότατη εισαγωγή της μεταφράστριας (που καλό είναι να διαβαστεί μετά την ανάγνωση και της τελευταίας σελίδας του βιβλίου) και είναι 760 σελίδες.


Το είχα απολαύσει το 1988, το αγάπησα ξανά το 2018. «Η ΚΑΡΙ ΜΑΣ» είναι ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα που το ρουφάς κυριολεκτικά, καθώς σε παρασύρει μέσα του, σε θέλγει, σε εκνευρίζει, σε κουράζει, σε χαλαρώνει, σου προκαλεί συναισθήματα, επιζητά την συμμετοχή σου, καθώς συμπάσχεις με τους ήρωές του, τους αγαπάς και τους μισείς, σε απωθούν και σε ελκύουν. Η ακατέργαστη δύναμη της γραφής του Ντράιζερ δεν σου αφήνει περιθώρια αναγνωστικού εφησυχασμού, κι εκεί λίγο πριν την μέση του βιβλίου, που πας να πεις «γαμώτο, σε τι μελούρα έμπλεξα», σε τραβάει από το μανίκι και σου λέει «κάτσε κάτω, γιατί έχει πολύ ζουμί η ιστορία»…

«Η Καρολίνα, «η Κάρι μας» όπως τη φώναζε χαϊδευτικά η οικογένεια, διέθετε ένα μυαλό με στοιχειώδεις ικανότητες παρατήρησης και ανάλυσης, καθώς και με αρκετή ιδιοτέλεια, η οποία, χωρίς να είναι πολύ ισχυρή, ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της. Γεμάτη απ' τις θερμές φαντασιώσεις της νιότης, χαριτωμένη αν και κάπως αδιαμόρφωτη ακόμη, με σώμα που υποσχόταν να μεστώσει ωραία, με μάτια όπου διακρινόταν μια έμφυτη εξυπνάδα, αποτελούσε ένα καλό δείγμα της αμερικανικής μεσαίας τάξης δυο γενιές μετά τη μετανάστευση. Τα βιβλία βρίσκονταν έξω απ' τον κύκλο των ενδιαφερόντων της - η γνώση τήαν βιβλίο σφραγισμένο. Η συμπεριφορά της αδέξια· δεν ήξερε να γέρνει χαριτωμένα το κεφάλι της· τα χέρια της τ' άφηνε να κρέμονται ανέκφραστα· τα πόδια της αν και μικρά, έδειχνα άχαρα μέσα στα ίσια της παπούτσια. Κι όμως ενδιαφερόταν για την ομορφιά της λαχταρώντας ν' απολαύσει έντονα τη ζωή, φιλοδοξώντας ν' αποκτήσει υλικές ανέσεις. Ήταν μια νεαρή αμαζόνα που ξεκινούσε να εξερευνήσει και να κατακτήσει τη μυστηριώδη πόλη κάνοντας τρελά όνειρα για μακρινούς, ασαφείς θριάμβους· βλέποντας την πόλη να πέφτει, μετανοούσα αμαρτωλή, στα πόδια της και να την προσκυνά.»

Η ιστορία που περιγράφει ο συγγραφέας, ξεκινάει το 1889 και θα ολοκληρωθεί λίγο πριν την έλευση του 20ου αιώνα. Η Κάρι φθάνει στο Σικάγο όπου διαμένει η αδελφή της με τον σύζυγό της και φιλοξενείται εκεί. Ψάχνει για δουλειά χωρίς μεγάλη επιτυχία και όταν βρίσκει μια κακοπληρωμένη και άκρως κουραστική εργασία σε μια βιοτεχνία υποδημάτων, ένα μεγάλο ποσό της αμοιβής της πηγαίνει ως ενοίκιο για φαγητό και ύπνο, στον απεχθή σύζυγο της αδελφής της. Η ατμόσφαιρα στο σπίτι είναι νοσηρή, η αδελφή της ζει μια ζωή που στα μάτια της Κάρι φαίνεται φρικιαστική. Στο τρένο για το Σικάγο είχε γνωρίσει τον Ντρουέ, έναν νεαρό πλασιέ που την προσέγγισε με τρόπο ευγενικό και έξυπνο πλασάροντάς της την διεύθυνσή του και προσφέροντας την βοήθειά του. Η Κάρι δεν θα αργήσει να προσεγγίσει τον Ντρουέ, εν μέρει απελπισμένη, εν μέρει γοητευμένη από τον γλοιώδη νέο. Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα, θα μείνουν μαζί, η Κάρι θα έχει πλέον χρήματα να ψωνίζει ρούχα που τόσο της αρέσει, θα διακοσμήσει το σπίτι ενώ ο Ντρουέ (που ταξιδεύει συχνά για την δουλειά του), μπορεί να μη διακρίνεται από το πνεύμα του αλλά σίγουρα της φέρεται καλά και φροντίζει την διασκέδασή της όποτε είναι στην πόλη.

Σύντομα όμως θα της συστήσει έναν φίλο του, για τον οποίον καμαρώνει. Είναι ο Χάρστγουντ, ένας εμφανίσιμος και πολύ επιτυχημένος οικονομικά μεσήλικας, ο οποίος διευθύνει έναν μεγάλο και μοδάτο μπαρ, όπου ο Ντρουέ συχνάζει για να κάνει εμπορικές γνωριμίες. Ο Χάρστγουντ είναι παντρεμένος με δύο μεγάλα παιδιά, η δουλειά του τού αρέσει πολύ, είναι κοινωνικός και κοσμοπολίτης, ο αέρας που τον συνοδεύει, έλκει την Κάρι που φαίνεται γοητευμένη από την προσοχή που της δείχνει. Ο Χάρστγουντ προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τις συχνές απουσίες του Ντρουέ από την πόλη επισκεπτόμενος την Κάρι και δείχνει σαγηνευμένος από την φρεσκάδα και την χάρη της, ενώ κι εκείνη βλέποντας να βαλτώνει η σχέση της με τον Ντρουέ, δέχεται με ευχαρίστηση το φλερτ του νιώθοντας μεγάλη έλξη για εκείνον.

Η κρίσιμη καμπή στην πορεία των πραγμάτων θα είναι, η συμμετοχή της Κάρι σε μια ερασιτεχνική θεατρική παράσταση, όταν με την έμφυτη χάρη της και την γοητεία της, μαγνητίζει το κοινό που την επευφημεί. Οι δύο άντρες, ο Ντρουέ και ο Χάρστγουντ θα δουν μπροστά τους μια Κάρι διαφορετική, που μεταμορφώνεται σε μοιραία γυναίκα, θα δουν πτυχές της προσωπικότητάς της που δεν είχαν διανοηθεί ότι υπάρχουν και μια δύναμη που δεν πίστευαν ότι υπήρχε. Ο Ντρουέ όμως έχει χάσει το παιχνίδι, καθώς (στα μάτια της Κάρι) ο Χάρστγουντ με την στιβαρότητα, την άνεση και την προσωπικότητά του φαντάζει ιδανικός. Ο δεύτερος, σε καβλοπυρέσσουσα διάθεση και με θολωμένο το μυαλό, δεν σκέπτεται πλέον τίποτα, κυκλοφορεί με την Κάρι στην πόλη, η γυναίκα του το μαθαίνει και τον διώχνει από το σπίτι κρατώντας όλα τα κοινά τους χρήματα. Τότε ο Χάρστγουντ θα προβεί σε μια απονενοημένη ενέργεια κλέβοντας το ταμείο του μπαρ και ουσιαστικά απαγάγοντας την Κάρι (λέγοντάς της ότι κάτι έπαθε ο Ντρουέ σε ένα ταξίδι του), φεύγουν για τον Καναδά. Στο μακρύ ταξίδι με το τρένο, τής αποκαλύπτει την αλήθεια υποσχόμενός της γάμο μόλις φτάσουν στον προορισμό τους, πράγμα που γίνεται με μια σεμνή (πλην όμως παράνομη) τελετή. Στον Καναδά δεν θα αργήσουν να τους ανακαλύψουν και ο Χάρστγουντ υποχρεώνεται να επιστρέψει τα χρήματα στους πρώην εργοδότες του, κρατώντας ένα μικρό ποσό. Θα φύγουν για την Νέα Υόρκη σε αναζήτηση μιας νέας τύχης και μιας νέας ζωής. Η Κάρι μαγεύεται από την μεγάλη πόλη, τα φώτα, τους δρόμους, τα θέατρα, την συνεχή κίνηση – το Σικάγο φαντάζει πλέον επαρχιώτικο και μακρινό.

Ο Χάρστγουντ δυσκολεύεται να βρει δουλειά, είναι ένας άνθρωπος μέσης ηλικίας, χωρίς συστατικές επιστολές και με αποκλεισμένο το επαγγελματικό πεδίο στο οποίο διέπρεψε τόσα χρόνια. Οι προσπάθειές του είναι ανεπιτυχείς, το ηθικό του σιγά σιγά πέφτει, τα χρήματα συνεχώς λιγοστεύουν και η κατάθλιψη παραμονεύει στην γωνία. Το ζευγάρι αρχίζει να έχει προβλήματα στην καθημερινότητά του καθώς ο Χάρστγουντ αρνείται πλέον να βγει από το σπίτι βρίσκοντας φτηνές δικαιολογίες, φερόμενος άσχημα στην σύντροφό του και αποκαλύπτοντάς της την αλήθεια για τον δήθεν γάμο τους. Η Κάρι θα πάρει την κατάσταση στα χέρια της και θα ψάξει για δουλειά στις θεατρικές σκηνές της πόλης. Με τα πολλά και εκμεταλλευόμενη την συμπαθητική της εμφάνιση και τους καλούς της τρόπους θα βρει κάτι ρολάκια σε σκηνές χορού, θα την προσέξουν, θα αρχίσει να ανεβαίνει όσο ο Χάρστγουντ θα πέφτει. Το τέλος της σχέσης είναι αναπόφευκτο.

«Η Κάρι τον κοίταξε καθώς έφευγε και στα μάτια της έλαμψε ένα αίσθημα που δεν μπορούσε να συγκρατήσει· χαμήλωσε αμέσως τα βλέφαρά της. Ένιωσε πάρα πολύ μόνη, σαν να πάλευε χωρίς ελπίδα και χωρίς βοήθεια, χωρίς πιθανότητα να την πλησιάσει ποτέ ένας τέτοιος άντρας. Αισθανόταν αναστατωμένη. Είχε ξαναγίνει ο παλιός της εαυτός - η Κάρι η λυπημένη, η γεμάτη πόθους, η ανικανοποίητητη.
Πως προχωρά στα τυφλά η ανθρώπινη καρδιά! Προχωρά και γυρεύει την ομορφιά. Μπορεί νά' ναι ο ήχος του κουδουνιού ενός μοναχικού προβάτου σ' ένα ήσυχο τοπίο, μπορεί νά' ναι ένα όμορφο μέρος στα δάση, μπορεί νά' ναι η εικόνα μιας ψυχής σε δυο μάτια που σε λίγο μακραίνουν - η καρδιά τ' αναγνωρίζει κι ανταποκρίνεται γυρεύοντάς τα. Κι όταν τα πόδια κουραστούν απ' το δρόμο κια η ελπίδα αποδειχτεί μάταιη, τότε αρχίζουν οι νοσταλγίες και οι λαχτάρες και ο πόνος.
Κάρι! Ά, Κάρι! Γεμάτη ελπίδες πάντα - γι' αυτό ανθρώπινη -, να ξέρεις πως το φως λάμπει τώρα στα δικά του μάτια μόνο. Αύριο θα χαθεί, θα σβήσει. Αύριο θά' ναι κάπου πιο μακριά κι ακόμα θα σε οδηγεί, ακόμα θα σε πλανεύει ως το τέλος, ώσπου να χαθούν ολοκληρωτικά και οι σκέψεις σου και οι λαχτάρες σου και οι πόνοι της καρδιάς σου. »

Σε πρώτο επίπεδο, το μυθιστόρημα του Dreiser μπορεί να ειδωθεί ως ένα μελόδραμα, καθώς εμπεριέχει όλα τα χαρακτηριστικά του είδους, έντονα συναισθήματα, έρωτα/ες, εγκατάλειψη, προδοσία, κοινότοπη ιστορία, στερεότυπα: η πτωχή πλην τίμια κοπέλα που πέφτει θύμα των συνθηκών αλλά βρίσκει τον δρόμο της και εξελίσσεται/ανεβαίνει αφήνοντας πίσω της συντρίμμια κλπ. Είναι όμως έτσι; Όποιος σταθεί σε αυτό το πλαίσιο, έχει χάσει τελείως το νόημα και το περιεχόμενο αυτού του μυθιστορήματος που αποτελεί ένα λεπτομερές και ανελέητο πορτρέτο της αμερικανικής κοινωνίας στο τέλος ενός αιώνα και προετοιμάζει για τις αλλαγές που θα έρθουν με την καινούργια εποχή.

Βρισκόμαστε στην βιομηχανική κοινωνία που αναπτύσσεται, οι γυναίκες μπαίνουν δυναμικά στον επαγγελματικό στίβο και ξεφεύγουν από τα στενά οικογενειακά πλαίσια. Η Κάρι από την αρχή δεν δέχεται τον ρόλο της υποταγμένης συντρόφου - παραμένει βέβαια μια γυναίκα της εποχής της που γνωρίζει ότι μόνο μέσω του γάμου, θα γίνει αποδεκτή στο κοινωνικό γίγνεσθαι, γι' αυτό πιέζει τον Ντρουέ στην αρχή και αργότερα τον Χάρστγουντ. Είναι όμως και μια γυναίκα που αντιλαμβάνεται τις αλλαγές και παίρνει την κατάσταση στα χέρια της, παρατηρώντας προσεκτικά τους γύρω της. Την υποταγμένη και κουρασμένη αδελφή της στην αρχή, την κοσμική κυρία Βανς στην Νέα Υόρκη και προγραμματίζει τα βήματά της με ηρεμία και στοχοπροσήλωση, εκμεταλλευόμενη όποια όπλα έχει στην διάθεσή της.

Η Κάρι είναι μια ηρωίδα που εξελίσσεται καθ' όλη την διάρκεια του μυθιστορήματος. Στις πρώτες σελίδες την βλέπουμε ως μια άβγαλτη και αφελή χωριατοπούλα, που διαθέτει μεν την ικανότητα παρατήρησης και ένα ενστικτώδες καλό γούστο, με συμπαθητική αλλά όχι εντυπωσιακή εμφάνιση και καλούς τρόπους. Στο τέλος του βιβλίου την βρίσκουμε, καταξιωμένη ηθοποιό, με προσωπικότητα και αυτοπεποίθηση, αλλά όχι ευχαριστημένη και μάλλον προβληματισμένη. Κυνήγησε το όνειρό της, το πέτυχε όμως; Είναι ένας προβληματισμός που θέτει το διφορούμενο (εκπληκτικό) φινάλε του βιβλίου στον αναγνώστη, που ενδέχεται συγκινημένος από το τραγικό τέλος του Χάρστγουντ να μη το προσέξει ιδιαίτερα, αλλά είναι εκεί και επικρέμαται μετέωρο. Εξάλλου αν κάποιος προσέξει καλύτερα και ανατρέξει στην πορεία της ιστορίας, θα βρει πολλές αντιφάσεις και σκοτεινά σημεία στην συμπεριφορά της Κάρι, κάτι πολύ ανθρώπινο και ρεαλιστικό - πότε πραγματικά γνωρίζουμε κάποιον καθώς μας εκπλήσσει συνέχεια ακόμα και ο πιο κοντινός μας άνθρωπος;

Από την μέση του βιβλίου, τίθεται το ερώτημα, ποιος είναι ο κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος. Είναι η Κάρι ή ο Χάρστγουντ; Οι απόψεις διίστανται και μπορεί κάποιος να επιχειρηματολογήσει επαρκώς για το ένα ή το άλλο; Μπορεί η φιγούρα του Χάρστγουντ (που είναι ο πρωταγωνιστής της κινηματογραφικής ταινίας "Συντρίμμια του έρωτα" ίσως και λόγω του Λ.Ολίβιε), να κυριαρχεί στις τελευταίες 100 σελίδες, και η δραματική του πορεία προς την κάθοδο να μένει χαραγμένη στο μυαλό του αναγνώστη, αλλά, πεποίθησή μου είναι, ότι το βιβλίο έχει στηθεί γύρω και πάνω από την Κάρι, η οποία καθορίζει τον ρυθμό και την ατμόσφαιρα του βιβλίου, παραμένοντας από την αρχή ως το τέλος ο πιο πλήρης λογοτεχνικά χαρακτήρας του, που ξεκινάει ως μυθιστόρημα ενηλικίωσης και μαθητείας για να μετατραπεί σε ένα δράμα που δεν μπορεί να αφήσει κανέναν αδιάφορο.


Ο Dreiser στέκεται με αγάπη και ενδιαφέρον πάνω από τους ήρωές του. Δεν ηθικολογεί, δεν σχολιάζει κανέναν, παραθέτοντας τις κινήσεις τους και τις σκέψεις τους απλά και χωρίς φιοριτούρες. Κάρι, Χάρστγουντ και Ντρουέ είναι άνθρωποι ενός fin de siecle ανελέητου και απάνθρωπου - ο αναγνώστης συνεχώς αναρωτιέται αν αυτό που νιώθουν ο ένας για τον άλλον είναι έρωτας ή απλά παρορμήσεις της στιγμής, επιθυμίες χωρίς βαθύτερα αισθήματα, υπάρχει μια διάχυτη αμφιβολία, κάτι το ασαφές.
Ο Χάρστγουντ, ο οποίος, ξεκινώντας το μυθιστόρημα ως άνθρωπος της ανώτερης μεσοαστικής τάξης, θα συντριβεί, από δικά του λάθη, πέφτοντας θύμα της παρόρμησής του, ενός έρωτα που (νόμιζε ότι) ένιωσε - θα τα διαλύσει όλα, κοινωνική καταξίωση, γνωριμίες, οικογενειακή ζωή για ένα καπρίτσιο, ένα συναίσθημα έντονο μεν αλλά που δεν γνωρίζουμε αν είναι αληθινό, καθώς ο ευφυής συγγραφέας τον δείχνει να αμφιβάλλει με τους πρώτους μήνες της συμβίωσής του με την Κάρι. Είναι ένας άνθρωπος που δεν θα μπορέσει να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες, έντονα καταθλιπτικός που στηριζόταν στην αποδοχή των άλλων, μόλις έχασε τον ρόλο του, έχασε και τον εαυτό του.
Ο Ντρουέ, είναι "αφρός", ένας (καπάτσος και παμπόνηρος) άνθρωπος που θα επιβιώσει όλων των συνθηκών, γιατί δεν υπάρχει κάποιο βαθύτερο συναίσθημα μέσα του, πέραν της επαγγελματικής και οικονομικής καταξίωσης. Η Κάρι ήταν ένα έπαθλο που περιέφερε μέχρι ένας δυνατότερος να του το αρπάξει. Δεν τρελάθηκε, συνέχισε τον προσωπικό του αγώνα τραυματισμένος αλλά ζωντανός.
Και η Κάρι; Η Κάρι είναι μια πραγματική survivor, μια γυναίκα που διακρίνει και έλκεται από την ευφυία και δεν παρασύρεται από τον πλούτο (παρότι δεν την αφήνει αδιάφορη και ενθουσιάζεται με τα ωραία πράγματα), όπως λέει ο συγγραφέας περιγράφοντάς την στο μυθιστόρημα: «..η Κάρι είχε το προτέρημα ν' αναγνωρίζει τους πιο έξυπνους απ' την ίδια... ». Γνωρίζοντας τον "διαφορετικό" Έιμς και ακούγοντάς τον να μιλάει για πράγματα που δεν είχε ξανακούσει ή σκεφτεί, διακρίνουμε το ενδιαφέρον της για κάτι καλύτερο και εάν υπήρχε συνέχεια της ιστορίας, είναι σίγουρο ότι μια σχέση μεταξύ τους θα αναπτυσσόταν.

Το μυθιστόρημα είναι νατουραλιστικό και υπακούει στις αρχές του ντετερμινισμού (της αιτιότητας). Δεν υπάρχουν τυχαία γεγονότα ή κάποιο γύρισμα της μοίρας που καθορίζει την πορεία των ηρώων της ιστορίας που αφηγείται ο συγγραφέας, όλα έχουν μια αιτία και το ένα οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο άλλο. Χαρακτηριστικότερος εκπρόσωπος της λογοτεχνικής αυτής σχολής στην Ευρώπη ήταν ο Εμίλ Ζολά, όπου η "Νανά" του παρουσιάζει κάποιες επιφανειακές ομοιότητες με την "Κάρι μας". Το ύφος του Dreiser, είναι καθαρά δημοσιογραφικό, λιτό και χωρίς ιδιαίτερες λογοτεχνικές αξιώσεις, που όμως απογυμνώνει την ιστορία από περιττά βάρη δίνοντας ένα δυναμισμό που θα στερείτο εάν υπήρχε έστω και μικρή δόση υπερβολής και προσπάθειας λυρισμού.

Έτερο εντυπωσιακό στοιχείο αυτού του εκπληκτικού μυθιστορήματος είναι η εξαιρετική απεικόνιση της εποχής. Το βιομηχανικό και αναπτυσσόμενο Σικάγο και η αστραφτερή Νέα Υόρκη με τους φωτισμένους δρόμους, την ζωντάνια, τις μεγάλες λεωφόρους και τα ωραία ρούχα, περιγράφονται υπέροχα ενώ ο Dreiser ως κοινωνικά ευαίσθητος συγγραφέας, είναι στα καλύτερά του (με μερικές σελίδες που μένουν αξέχαστες) στην περιγραφή των στρατιών των ανέργων της Νέας Υόρκης, την πείνα και την δυστυχία, τα συσσίτια και τις σκηνές της απεργίας στα τραμ που είναι κυριολεκτικά συγκλονιστικές.

Είναι μεγάλο βιβλίο "Η ΚΑΡΙ ΜΑΣ", που άργησε να βρει την θέση του στην λογοτεχνική σκηνή, καθώς στην αρχή οι πωλήσεις ήταν απογοητευτικές και θεωρήθηκε "ανήθικο" και "βλάσφημο". Όπως αναφέρει η μεταφράστρια Έλλη Φιλοκύπρου στην εκτενέστατη και ουσιαστική εισαγωγή της, οι βρετανοί κριτικοί αναγνώρισαν την αξία του λίγο καιρό μετά την κυκλοφορία του στην Μεγάλη Βρετανία ("το πρώτο σπουδαίο αστικό μυθιστόρημα της Αμερικής"), για να καταξιωθεί κυρίως μέσω άλλων μεγάλων αμερικανών συγγραφέων στα χρόνια που πέρασαν στην συνείδηση του αναγνωστικού κοινού. Πλέον βέβαια συμπεριλαμβάνεται μέσα στα 100 καλύτερα μυθιστορήματα (από την εφημερίδα Guardian) και θεωρείται κλασσικό ενώ όπως έγραψε ένας αμερικανός κριτικός δύο χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα: "Η αμερικανική λογοτεχνία χωρίζεται στην προ και στη μετά τον Ντράιζερ, όπως η Βιολογία στην προ και μετά τον Δαρβίνο.".

Βαθμολογία: 86 /100




 



0 Comments:


Δημοσίευση σχολίου

~ back home