Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 02, 2010
posted by Librofilo at Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 02, 2010 | Permalink
Οι πόλεις ως πρωταγωνίστριες (2)
«Πάντα υπάρχει λίγη παραφροσύνη στην αγάπη. Αλλά και πάντα υπάρχει λίγη λογική στην παραφροσύνη» Φ.Νίτσε

«Ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου• δεν το’ξερα. Αν το’ξερα θα μπορούσα άραγε να προστατέψω την ευτυχία μου, θα εξελίσσονταν όλα διαφορετικά; Ναι, αν το είχα καταλάβει, σε καμία περίπτωση δεν θ’άφηνα την ευτυχία να μου φύγει. Ίσως η υπέροχη εκείνη χρυσή στιγμή, που τόσο βαθιά και ήρεμα τύλιξε όλο μου το σώμα, να κράτησε μερικά δευτερόλεπτα, όμως εμένα μου φάνηκαν ώρες, χρόνια.»

Ο Κεμάλ κάνει έρωτα με την Φισούν στο παλιό οικογενειακό διαμέρισμα που δεν το χρησιμοποιούσε κανείς πια. Η Φισούν είναι δεκαοχτώ χρονών και μακρινή του συγγενής που την ήξερε από μωρό. Ο Κεμάλ είναι τριάντα και σε λίγες μέρες αρραβωνιάζεται την Σιμπέλ σε μια ανοιχτή τελετή που θα αποτελέσει το κοσμικό γεγονός των ημερών στην Ιστανμπούλ του 1975.

Ο παθιασμένος έρωτας του μεγαλοαστού Κεμάλ για την μακρινή του εξαδέρφη Φισούν είναι το κύριο θέμα του εξαιρετικού τελευταίου μυθιστορήματος του μεγάλου Ορχάν Παμούκ με τίτλο «ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ» (Εκδ.Ωκεανίδα, μετάφρ. Στ.Βρεττού, σελ.808). Η ερωτική εμμονή δεν είναι το πιο πρωτότυπο θέμα του κόσμου, ενώ οι χαμένες αγάπες και τα λοιπά μελοδραματικά αποπνέουν μπαναλιτέ επιπέδου (τουρκικής) τηλεοπτικής σειράς. Αυτό όμως καθόλου δεν δείχνει να επηρρεάζει τον νομπελίστα (πλέον) Παμούκ που σε μια επίδειξη μοναδικής επιδεξιότητας ισορροπεί μεταξύ ενοχών, προσωπικών εξευτελισμών, θυσίας, ολοκληρωτικής υποταγής σε ένα μυθιστόρημα μνήμης και επανακαθορισμού του χαμένου χρόνου.

Ο Κεμάλ είναι ένας μοντέρνος μουσουλμάνος στην Πόλη της δεκαετίας του 70. Ερωτεύεται την όμορφη Σιμπέλ που έχει επιστρέψει από τις σπουδές της στο Παρίσι. Όλα δείχνουν ευοίωνα για το ζευγάρι που κανονίζει έναν σούπερ κοσμικό αρραβώνα στο Χίλτον και έναν ακόμα πιο εντυπωσιακό γάμο. Η οικογένεια του Κεμάλ είναι μεγαλοαστοί υφασματέμποροι που πλούτισαν με το Κεμαλικό καθεστώς ενώ η οικογένεια της Σιμπέλ είναι παλιά αστική οικογένεια της Πόλης σε παρακμή όμως. Όλα δείχνουν ταιριαστά αλλά μια τυχαία συνάντηση του Κεμάλ με την μακρινή του εξαδέρφη, την εκπάγλου καλλονής Φισούν, την κόρη της πρώην μοδίστρας της μάνας του θα του αλλάξει τη ζωή. Η ερωτική χημεία μεταξύ των δύο νέων είναι πολύ δυνατή και αμέσως γίνονται εραστές. Οι κρυφές τους συναντήσεις σε ένα παλιό διαμέρισμα της μητέρας του Κεμάλ θα τους φέρουν πολύ κοντά αλλά η αποκοτιά εκείνου να καλέσει την ερωμένη του στους αρραβώνες θα φέρει την καταστροφή. Η Φισούν μετά από αυτό το γεγονός εξαφανίζεται. Ο Κεμάλ την ψάχνει παντού, κάνει τα πάντα για να τη βρει αλλά αποτυγχάνει. Δεν αργεί να πέσει σε βαθιά κατάθλιψη, δεν θέλει ούτε ν’αγγίξει την Σιμπέλ στην οποία εξομολογείται το πρόβλημά του. Εκείνη κάνει τα πάντα για να τον «θεραπεύσει» αλλά ο Κεμάλ δεν θέλει να αλλάξει και ο αρραβώνας διαλύεται προς κατάπληξη των πάντων. Περνώντας οι μήνες η εμμονή του για την Φισούν διογκώνεται και στο διαμέρισμα που στέγαζε τον έρωτά τους αρχίζει να μαζεύει τα αντικείμενα που άφησε η ερωμένη του καθώς και οτιδήποτε του την θυμίζει.

Μετά από 2 χρόνια όμως η Φισούν δίνει μέσω μια κοινής τους γνωστής σημεία ζωής. Προσκαλεί τον Κεμάλ για δείπνο στο σπίτι τους της οικογένειας. Ένα διαμέρισμα στο κέντρο της Ιστανμπούλ. Ο Κεμάλ πηγαίνει και προς μεγάλη του έκπληξη, βρίσκει τον μεγάλο του έρωτα παντρεμένο με έναν νεαρούλη που του συστήνεται ως σεναριογράφος και επίδοξος σκηνοθέτης, εκείνην το ίδιο όμορφη και τους γονείς της να κάνουν ότι δεν ξέρουν τίποτα.Ο Κεμάλ στο δείπνο νιώθει αμήχανα παρατηρώντας και την ψυχρότητα της Φισούν αλλά εκείνο που τον ενδιαφέρει πάνω απ’όλα είναι ότι την ξαναβρήκε και μπορεί να είναι πάλι κοντά της. Και αυτό θα κάνει για τα επόμενα 8 (οχτώ!!) χρόνια. Θα πηγαίνει στο μικρό διαμέρισμα στα Τσουκούρτζουμα σχεδόν καθημερινά, θα τρώει με την οικογένεια της Φισούν και θα κλέβει μικροαντικείμενα από το σπίτι τους τα οποία θα στοιβάζει στο διαμέρισμα που του θυμίζει «άλλες» στιγμές. Θα μαζεύει ακόμα και τα αποτσίγαρα του έρωτά του, χτένες, οδοντόβουρτσες, διακοσμητικά αντικείμενα τα οποία θα φροντίζει να αναπληρώνει με ακριβότερα. Ο οδηγός του θα τον περιμένει υπομονετικά ενώ κάποια στιγμή θα αρχίσει να πηγαίνει βόλτες όλη την οικογένεια της Φισούν στις εξοχές της Πόλης. Ο Κεμάλ γνωρίζει ότι πέφτει θύμα εκμετάλλευσης, νιώθει ότι εξευτελίζεται αλλά έχει πέσει σε μια συναισθηματική λήθη από την οποία δεν μπορεί να βγει. Η δουλειά του πάει χάλια, ο πατέρας του πεθαίνει, ο αδερφός του δημιουργεί ανταγωνιστική εταιρία και του παίρνει όλη τη δουλειά. Εκείνος το μόνο που ζητάει είναι να βρίσκεται δίπλα στην μοιραία Φισούν. Η μοίρα όμως επιφυλάσσει αρκετές εκπλήξεις και στους δύο…

Ο Παμούκ στήνει αριστοτεχνικά τον λαβύρινθο μέσα στον οποίο μπλέκει ο ήρωάς του. Με σχεδόν ρεπορταζιακό στυλ και αποστασιοποιημένη γλώσσα παραθέτει τα δεδομένα της εποχής που παίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο στην αργή εξέλιξη του βιβλίου ενώ ενσωματώνει στην αφήγηση χαρακτήρες της εποχής, κοσμικούς δημοσιογράφους, πολιτικούς ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό παρουσιάζει ως καλεσμένο στον αρραβώνα να χορεύει με την ποθητή Φισούν. Σε μια Κωνσταντινούπολη που εκμοντερνίζεται, ο συγγραφέας παραθέτει ανάγλυφα τις αντιθέσεις μεταξύ των μεγαλοαστικών συνοικιών που κινούνται οι φίλοι του Κεμάλ, με τις φτωχικές συνοικίες που υπάρχουν από την άλλη πλευρά του δρόμου (κατάσταση που παρά την «δυτικοποίηση» της Ιστανμπούλ παρατηρείται και σήμερα) ενώ το θέμα της «παρθενίας» δίνει μια άλλη διάσταση στην ιστορία. Η Σιμπέλ σχεδόν καταστρέφεται επειδή δεν «προχώρησε» η σχέση της με τον Κεμάλ ενώ η Φισούν «έπρεπε» να παντρευτεί στα γρήγορα αλλιώς θα έμενε στιγματισμένη. Γενικότερα θεωρείτο αποδεκτό ένα ζευγάρι να είχε σεξουαλικές σχέσεις πριν τον γάμο αλλά έτσι και «στράβωνε» η ιστορία, την κοπέλα την θεωρούσαν πλέον «εύκολη» και «κατεστραμμένη». Αυτό το θέμα (καθόλου άγνωστο και στην Ελλάδα) εκτός από την γυναίκα τραυμάτιζε και τον άντρα, τον οποίο γέμιζε ενοχές που θεωρούσε «υποχρέωσή του» να κάνει ένα γάμο που ίσως να μη τον ήθελε καθόλου επειδή μόνο και μόνο «είχε εκθέσει» την σύντροφό του. Το σεξουαλικό ζήτημα, οι πολιτικές συγκρούσεις, γενικότερα η ζωή στην Ιστανμπούλ της δεκαετίας 1975 – 1985 περιγράφονται ενδελεχώς και με λεπτομέρειες που καμιά φορά κουράζουν αλλά από την άλλη δίνουν ένα έντονο κοινωνιολογικό στίγμα στο μυθιστόρημα.

Ο Παμούκ μέγας στυλίστας εκεί που δείχνει να χάνει το παιχνίδι όταν γεμίζει σελίδες επί σελίδων με το βασανιστικό διάστημα που περνάει ο Κεμάλ μαζοχιζόμενος (διότι ήταν ευτυχής) στο σπίτι της οικογένειας της Φισούν, φροντίζει να σπάει την μονοτονία των ημερών με στιγμές απίστευτου λυρισμού που «χρωματίζουν» το αργόσυρτο τέμπο του βιβλίου.

«Κάποτε δεν κάναμε τίποτε, καθόμασταν αμίλητοι…Κάποτε έβρεχε, ακούγαμε τον ήχο της βροχής στα τζάμια…Κάποτε, χωρίς να με βλέπει κανείς, κοίταζα για δεκαπέντε-είκοσι δευτερόλεπτα το χέρι της Φισούν κι ο θαυμασμός μου γι’αυτή μεγάλωνε…Κάποτε η Φισούν χασμουριόταν τόσο όμορφα, που σκεφτόμουν ότι ξεχνούσε όλο τον κόσμο κι ότι από τα βάθη της ίδιας της ψυχής της αντλούσε μια πιο ευχάριστη ζωή, όπως αντλούμε κρύο νερό με τον κουβά το καλοκαίρι από το πηγάδι. Κάποτε, μην καθίσω άλλο, ας φύγω, έλεγα στον εαυτό μου…Κάποτε ένιωθα ότι η Φισούν έβγαζε την παντόφλα της κάτω από το τραπέζι. Κάποτε ο νυχτοφύλακας φυσούσε την σφυρίχτρα του ακριβώς έξω από την πόρτα μας…Κάποτε αισθανόμουν την ακατανίκητη επιθυμία να της πώ «Σ’αγαπώ!» αλλά το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να της ανάψω το τσιγάρο με τον αναπτήρα μου. Κάποτε παρατηρούσα ότι οι πασχαλιές που τους είχα πάει την προηγούμενη φορά που πήγα στο σπίτι τους, ήταν ακόμη στο βάζο…Κάποτε σκεφτόμουν ότι ήμουν πολύ ευτυχισμένος, απλώς και μόνο επειδή καθόμουν δίπλα στη Φισούν. Κάποτε, «Πάμε ένα βράδυ για φαγητό στο Βόσπορο», έλεγα κι άνοιγα το θέμα. Κάποτε είχα την αίσθηση ότι ολόκληρη η ζωή ήταν εκεί, σ’εκείνο το τραπέζι, πουθενά αλλού.»

Η ιστορία όμως δεν θα ήταν η ίδια αν δεν εκτυλισσόταν στην Ιστανμπούλ και τα περίχωρά της. Ο Παμούκ μετά το διάλειμμα με το «Χιόνι» μεταφέρει πάλι το σκηνικό των ιστοριών του στην αγαπημένη του πόλη και κυριολεκτικά «πετάει». Η ακαταμάχητη γοητεία της Ιστανμπούλ μεταμορφώνει το μυθιστόρημα και κυριολεκτικά το απογειώνει. Η Πόλη είναι πιο ζωντανή από ποτέ (ακόμα και από το ομώνυμο βιβλίο του συγγραφέα). Η ομίχλη των σκοτεινών νερών του Βόσπορου, οι στενάχωρες παλιές πολυκατοικίες του κέντρου, τα λαϊκά σινεμά με τις δακρύβρεχτες ταινίες της Χούλιας, οι πολυτελέστερες αίθουσες στην Ιστικλάλ, τα μοδάτα μαγαζιά του Νισάντας που παρ’όλα αυτά πουλάνε «μαϊμούδες», τα καφενεία που συχνάζουν σκηνοθέτες. Νιώθεις την μυρωδιά των δρόμων, την υγρασία της πόλης. Οι σελίδες των περιγραφών της ζωής του Κεμάλ και της Σιμπέλ στο σπίτι της τελευταίας, ένα γιαλί που τρίζουν τα ξύλινα υποστηλώματά του πάνω από το κύμα σε κάποιο προάστειο του Βόσπορου, είναι εκπληκτικές, ενώ οι βόλτες του Κεμάλ με το αυτοκίνητο στις εξοχές και στα παραλιακά προάστεια πάνω στον Βόσπορο δίνουν το νοσταλγικό χρώμα που διακατέχει το μυθιστόρημα.

Μπορεί να μην είναι στο ύψος του «Μεγάλου Γκάτσμπυ» του Φιτζέραλντ, ή του «Έρωτας στα χρόνια της χολέρας» του Μάρκες, δύο αριστουργήματα της ερωτικής εμμονής αλλά το μυθιστόρημα του Παμούκ – καλύτερο από το πολύ καλό προηγούμενό του – είναι πολυεπίπεδο, διεισδυτικό και έχει μια υπνωτιστική γοητεία που σε κάνει να μη μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου μ’αυτή την (σαν όνειρο) εξαιρετική ηρωίδα την Φισούν που θεωρώ ηθελημένα ο συγγραφέας δεν την αναπτύσσει ιδιαίτερα αλλά την τυλίγει με μια μυστηριώδη αχλύ. Η hüzün, η μελαγχολία της Πόλης που τυλίγει τις σελίδες του μυθιστορήματος διαχέεται στο συναίσθημα των ηρώων του Παμούκ που δεν μπορούν να ξεφύγουν από την περίμετρό της, η πρώτη και μοναδική τους προσπάθεια θα αποβεί μοιραία – ο έρωτάς τους δεν μπορεί να φύγει μακριά, είναι παγιδευμένος εντός των ορίων, εντός των τειχών μιάς πόλης αντιφατικής σαν την ανθρώπινη φύση.

_____________________________________________________________


Ο Carlos Ruiz Zafon είναι ένας ιδιαίτερα επιτυχημένος Ισπανός συγγραφέας. Είναι ο πιο εμπορικός συγγραφέας στη χώρα του όπου με το μυθιστόρημά του «Η σκιά του ανέμου» έφτασε να αμφισβητεί τα πρωτεία σε πωλήσεις από τον εμβληματικό «Δον Κιχώτη» του Θερβάντες. Το πρόσφατα εκδοθέν μυθιστόρημά του, στη χώρα μας «ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ» (Εκδ.Ψυχογιός, μετάφρ. Κατ. Ρούφου, σελ. 600), είναι ένα καλογραμμένο θρίλερ χωρίς ιδιαίτερες λογοτεχνικές απαιτήσεις, αρκετά φλύαρο και προβλέψιμο αλλά με μερικές καλές ιδέες που δυστυχώς δεν αναπτύσσονται αφού ο συγγραφέας δίνει περισσότερο βάρος στην δράση.

Η ιστορία διαδραματίζεται στην Βαρκελώνη της δεκαετίας του 1920. Ο νεαρός Νταβίντ Μαρτίν είναι ένας συγγραφέας ιστοριών μυστηρίου που βγαίνουν σε συνέχειες και τις οποίες γράφει με ψευδώνυμο. Περνάει τον περισσότερο χρόνο του σε ένα βιβλιοπωλείο ενός φίλου του πατέρα του – ο οποίος δολοφονήθηκε υπό μυστηριώδεις συνθήκες. Το αγαπημένο του βιβλίο είναι οι «Μεγάλες Προσδοκίες» του Ντίκενς και η φιλοδοξία του είναι να γίνει ένας μεγάλος συγγραφέας. Για την ώρα όμως αρκείται να εισπράττει καλά κέρδη από τις πωλήσεις των δευτεροκλασσάτων ιστοριών που γράφει. Από την εφηβεία του βρίσκεται υπό την διακριτική παρακολούθηση και ουσιαστική προστασία ενός πάμπλουτου δημοσιογράφου και αποτυχημένου συγγραφέα του Πέδρο Βιδάλ, του οποίου την νεαρά βοηθό και κόρη του σωφέρ του την πανέμορφη Κριστίνα ο νεαρός Νταβίντ έχει ερωτευτεί.

Ο Νταβίντ υπακούει σε μια παρόρμηση και αγοράζει ένα παλιό ερειπωμένο αρχοντικό που έχει τη φήμη του στοιχειωμένου. Εκεί προετοιμάζει το μυθιστόρημα του που θα βγει με το κανονικό του όνομα και ταυτόχρονα κρυφά με την συνεργασία της Κριστίνα επιμελείται και ουσιαστικά ξαναγράφει το βιβλίο που ετοιμάζει χρόνια ο Βιδάλ. Τα δύο βιβλία εκδίδονται ταυτοχρόνως και ο Βιδάλ με τη φήμη που έχει ως δημοσιογράφος και την κοινωνική θέση γνωρίζει τεράστια κριτική και εμπορική επιτυχία ενώ ο νεαρός Μαρτίν βλέπει το μυθιστόρημά του να πηγαίνει κατευθείαν στα αζήτητα. Συν τοις άλλοις υποφέρει από μια ανίατη ασθένεια και ο θάνατός του είναι θέμα λίγων ημερών. Τότε δέχεται την επίσκεψη ενός περίεργου τύπου που παρουσιάζεται ως Γάλλος εκδότης και ο οποίος του αναθέτει έναντι ενός τεράστιου ποσού να γράψει μια διαφορετική ιστορία – ένα βιβλίο που να περιέχει τη σύνοψη όλων των μύθων της ανθρωπότητας. Ο σκοπός του εκδότη όπως λέει στον εμβρόντητο Μαρτίν είναι η δημιουργία μιας νέας θρησκείας. Η ανταμοιβή του συγγραφέα, εκτός από οικονομική θα είναι και η θεραπεία του από την ανίατη ασθένεια και η αιώνια ζωή. Ο Μαρτίν δέχεται, η ζωή του αλλάζει καθώς σιγά-σιγά διαπιστώνει ότι έχει μπλέξει σε ένα δρόμο χωρίς επιστροφή.

Το μυθιστόρημα του Θαφόν που αυτοαποκαλείται «βιβλιοφιλικό θρίλερ» χωρίς να είναι, έχει μερικά καλά ευρήματα, αρκετές σελίδες αφόρητης πλήξης και κοινοτοπίας, είναι προβλέψιμο ενώ προσπαθεί να μιμηθεί το ύφος του Ντίκενς και σπάει τα μούτρα του σε ενδεχόμενη σύγκριση. Η ερωτική ιστορία – εμμονή κι εδώ…- είναι άνιση ενώ η φλυαρία του κουράζει. Παρ’όλα αυτά υπάρχουν μερικά εξαιρετικά στοιχεία που έλκουν τον βιβλιόφιλο αναγνώστη και τον κρατάνε σε κάποιο ενδιαφέρον όπως το «Κοιμητήριο των Λησμονημένων Βιβλίων», μία υπόγεια «νεκρόπολη» που στοιβάζει «βιβλία που ήταν καταδικασμένα να καταστραφούν και να σιωπήσουν για πάντα, βιβλία που διατηρούν τη μνήμη και την ψυχή χρόνων και θαυμάτων που δε θυμάται πια κανείς.». Σ’αυτόν τον γοητευτικό λαβύρινθο που η είσοδος του είναι απαγορευμένη και κρυφή, υπάρχουν 3 κανόνες στους οποίους όποιος εισέρχεται πρέπει να υπακούσει: «α)την πρώτη φορά που έρχεται κάποιος εδώ έχει δικαίωμα να διαλέξει ένα βιβλίο, όποιο επιθυμεί, ανάμεσα απ’όλα αυτά που υπάρχουν σ’αυτό το χώρο, β)όταν υιοθετεί κάποιος ένα βιβλίο, αναλαμβάνει και την υποχρέωση να το προστατέψει και να κάνει ότι είναι δυνατόν για να μη χαθεί ποτέ. Για όλη του τη ζωή…και…γ)μπορείτε να θάψετε το βιβλίο σας όπου θέλετε…». Ένα εύρημα που ο Θαφόν το χρησιμοποίησε και στην «Σκιά του ανέμου» και αποτελεί τον συνδετικό κρίκο μεταξύ των δύο βιβλίων. Όπως αναφέρει και ο Γ.Μπασκόζος στον κατατοπιστικό (αν και με αρκετά spoilers γύρω από την πλοκή του βιβλίου) του πρόλογο: «Πρόκειται για ένα μεταφορικό εύρημα. Τα χαμένα βιβλία δεν είναι παρά οι ιδέες και οι άνθρωποι που χάνονται και ξεχνιούνται. Το Κοιμητήριο των Λησμονημένων Βιβλίων είναι ένας συγκολλητικός ιστός για την ιστορία και τη μνήμη που διαρρηγνύεται καθημερινά στη σύγχρονη εποχή.» Δυστυχώς όμως ο συγγραφέας δεν εκμεταλεύεται επαρκώς αυτό του το εύρημα, ούτε το χρησιμοποιεί ιδιαίτερα στην πλοκή του έργου κοιτάζοντας να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην δράση και στο γκροτέσκο παρά στην ουσία.

Το γκόθικ στοιχείο του μυθιστορήματος ενισχύεται από την έντονη παρουσία της Βαρκελώνης στην δράση. Η Βαρκελώνη του Θαφόν είναι η ουσιαστική ηρωίδα του βιβλίου αφού ο συγγραφέας καταφέρνει να αποδώσει εξαιρετικά την ατμόσφαιρα της παλιάς πόλης (τελείως διαφορετικής από την σημερινή πανέμορφη αλλά πολύ τουριστική μητρόπολη). Γοτθικά κτίρια, σκοτεινές γωνίες, οι κατασκευές του Γκαουντί, η Σαγράδα Φαμίλια αυτός ο ανολοκλήρωτος καθεδρικός ναός σημείο αναφοράς της πόλης, τα πάρκα, ερειπωμένα σπίτια, μια διαφορετική Γκόθαμ σίτυ τελείως κινηματογραφική, ιδανικό σκηνικό για θρίλερ. Έτσι κι αλλιώς η δομή του μυθιστορήματος είναι κινηματογραφική και θα μπορούσε να γίνει μια ενδιαφέρουσα ταινία.

Εξαιρετικό το site του πανέξυπνου συγγραφέα, ενώ από εκεί μπορεί κάποιος να «κατεβάσει» και την μουσική (μάλλον αδιάφορη), που συνοδεύει την ανάγνωση του μυθιστορήματος. Για κάποιον που ενδιαφέρεται για την Βαρκελώνη της εποχής που περιγράφει ο Θαφόν, δηλαδή αρχές του 20ου αιώνα/μεσοπόλεμος, θεωρώ πολύ καλύτερα τα μυθιστορήματα του εξαιρετικού Καταλανού συγγραφέα Eduardo Mentoza, κυρίως την «Πόλη των θαυμάτων».