Τετάρτη, Ιουλίου 07, 2010
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουλίου 07, 2010 | Permalink
Ξεκαθάρισμα με το παρελθόν
Ο Emmanuel Carrere είναι ένας εξαιρετικός συγγραφέας με πραγματικό «χάρισμα» στην αφήγηση. Θυμάμαι πριν από αρκετά χρόνια το μυθιστόρημα του, «Ο ΕΧΘΡΟΣ» πόσο με είχε εντυπωσιάσει με την δύναμή του και την υπνωτιστική γοητεία της αφήγησης ενός φρικτού και ανεξήγητου εγκλήματος. Στο πρόσφατα εκδοθέν στη χώρα μας αυτοβιογραφικό του βιβλίο με τίτλο «ΕΝΑ ΡΩΣΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ», (Εκδόσεις 21ου, μετάφρ. Π.Πούγγουρας, σελ.457), ο Καρέρ παρουσιάζει ένα μάλλον αντιπαθητικό πρόσωπο. Εγωκεντρικός στο έπακρο, σνομπ, σε πάρα πολλά σημεία ανώριμος και διατεθειμένος να έρθει σε ρήξη με τους πιο αγαπημένους του ανθρώπους, προκειμένου να φτάσει στον στόχο του.

Το (κάτι σαν μανιφέστο) οπισθόφυλλο του βιβλίου νομίζω τα λέει όλα, δεν κρύβει κάτι από τον αναγνώστη – οπότε όποιος τολμήσει να προχωρήσει παρακάτω το βιβλίο πλέον δεν έχει μυστικά από αυτόν:

«Η τρέλα και ο τρόμος έχουν στοιχειώσει τη ζωή μου. Όλα τα βιβλία μου δεν μιλούν για τίποτε άλλο.
Μετά τον ΕΧΘΡΟ δεν άντεχα πια. Ήθελα να ξεφύγω. Πίστεψα ότι θα ξέφευγα αγαπώντας μια γυναίκα και κάνοντας μια έρευνα.
Η έρευνα αφορούσε τον παππού μου από την πλευρά της μητέρας μου, ο οποίος αφού έζησε μια δραματική ζωή εξαφανίστηκε το φθινόπωρο του 1944 και εκτελέστηκε, κατά πάσα πιθανότητα, ως συνεργάτης των Γερμανών. Αυτό είναι το μυστικό της μητέρας μου, το φάντασμα που καταδιώκει την οικογένειά μας.
Για να ξορκίσω αυτό το φάντασμα, πήρα ριψοκίνδυνους δρόμους. Κατέληξα σε μια μικρή πόλη, χαμένη κάπου στη ρώσικη επαρχία, όπου έμεινα για αρκετό καιρό, όντας συνέχεια σ’επιφυλακή, περιμένοντας να συμβεί κάτι. Και όντως συνέβη κάτι: ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Η τρέλα και ο τρόμος επέστρεφαν.
Επέστρεψαν, επίσης, στην ερωτική μου ζωή. Έγραψα για τη γυναίκα που αγαπούσα, μια ερωτική ιστορία η οποία πίστευα ότι θα είχε αντίκτυπο στην πραγματικότητα, όμως η πραγματικότητα ανέτρεψε τα πλάνα μου. Μας βύθισε σ’έναν εφιάλτη που έμοιαζε με τις χειρότερες ιστορίες των βιβλίων μου και οποίος ισοπέδωσε τις ζωές μας και την αγάπη μας.
Γι’αυτό μιλάει ετούτο το βιβλίο: για τα σχέδια που καταστρώνουμε προκειμένου να ελέγξουμε την πραγματικότητα και για τον τρομακτικό τρόπο με τον οποίο η πραγματικότητα ξαναπαίρνει πάντοτε το πάνω χέρι και μας απαντάει.»


Ο συγγραφέας αποκαλύπτει το καλά κρυμμένο οικογενειακό μυστικό με αφορμή την εμφάνιση ενός Ούγγρου αιχμαλώτου του Β’ Παγκόσμιου πολέμου, πενήντα χρόνια μετά την αιχμαλωσία του από τους Σοβιετικούς και τον εγκλεισμό του σε μια ψυχιατρική κλινική σε μια μικρή πόλη της Ρωσίας, το Κοτέλνιτς. Ο Καρέρ με ένα τηλεοπτικό συνεργείο τυπικά αναλαμβάνει να ξεδιαλύνει το αίνιγμα αυτού του ανθρώπου που εμφανίστηκε από το πουθενά χαμένος στα γρανάζια της ρώσικης γραφειοκρατίας αλλά ουσιαστικά ψάχνει τα ίχνη της οικογένειας της μητέρας του, της οποίας ο παππούς διετέλεσε διοικητής της επαρχίας αυτής. Το «αγκάθι» στην οικογενειακή ιστορία ήταν όμως ο πατέρας της, ένας πολυπράγμων άνθρωπος που δούλεψε για τους Γερμανούς κατακτητές ως μεταφραστής και είχε μοιραίο τέλος με την απελευθέρωση πέφτοντας θύμα της άναρχης κατάστασης που επικράτησε αμέσως μετά. Η μητέρα του συγγραφέα είναι πλέον εξέχων μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας οπότε η αποκάλυψη του παρελθόντος της θα την στιγματίσει, αλλά ο Καρέρ δεν καταλαβαίνει τίποτα, θα προχωρήσει για να απαλλαγεί επιτέλους από τα βάρη του παρελθόντος.
«Αυτή η σιωπή, αυτή η άρνηση, είναι κυριολεκτικά ζωτικής σημασίας για κείνη. Αν τις παραβιάσει κανείς, είναι σαν να την σκοτώνει, έτσι τουλάχιστον πιστεύει, κι εγώ πιστεύω απ’την πλευρά μου πως, τόσο για το δικό της το καλό όσο και για το δικό μου, είναι αναγκαίο να το κάνω. Πριν εκείνη πεθάνει, και πριν εγώ φτάσω στην ηλικία του αγνοούμενου – αλλιώς φοβάμαι μήπως θα πρέπει σαν κι αυτόν να εξαφανιστώ.
Ο παππούς μου θα ήταν σήμερα πάνω από εκατό χρονών, και το πιο πιθανό είναι ότι τον σκότωσαν μερικές ώρες, ημέρες ή εβδομάδες αφότου εξαφανίστηκε. Όμως για χρόνια για δεκαετίες, η μητέρα μου επέβαλε στον εαυτό της – ή ίσως προσπάθησε να το αποφύγει αλλά χωρίς αποτέλεσμα – να φαντάζεται το αφάνταστο: ότι κάπου ζούσε, ότι ίσως ήταν αιχμάλωτος, ότι κάποια μέρα θα γυρνούσε. Ακόμα και τώρα, το ξέρω γιατί μου το είπε, της τυχαίνει να ονειρεύεται τον γυρισμό του.
Κατάλαβα ότι αν η ιστορία του Ούγγρου με συντάραξε τόσο, είναι γιατί δίνει σάρκα και οστά σε αυτό το όνειρο. Και κείνος εξαφανίστηκε το φθινόπωρο του 1944, και κείνος τάχθηκε στο πλευρό των Γερμανών. Όμως εκείνος, πενήντα έξι χρόνια αργότερα, γύρισε. Γύρισε από ένα μέρος που ονομάζεται Κοτέλνιτς, στο οποίο έχω πάει και προβλέπω ότι θα πρέπει να ξαναπάω. Γιατί το Κοτέλνιτς, για μένα, είναι το μέρος όπου ζει κανείς όταν εξαφανίζεται.»



Ενδιάμεσα βιώνει στα σαρανταφεύγα του έναν σφοδρό έρωτα με μία αρκετά νεώτερή του πανέμορφη κοπέλα, την Σοφί. Η σχέση τους παρά την διαφορά κουλτούρας που έχουν (και την οποία ο Καρέρ φροντίζει να τονίζει) δείχνει να πηγαίνει καλά. Όμως, τα συνεχή ταξίδια του συγγραφέα και η μακροχρόνια διαμονή του στην Ρωσία φέρνουν προβλήματα στο ζευγάρι και ο Καρέρ όταν το συνειδητοποιεί, εκμεταλεύεται μια παραγγελία της Le Monde για μια ιστορία και γράφει μια ερωτική δημόσια επιστολή στην αγαπημένη του. Το καλογραμμένο διήγημα / εξομολόγηση είναι σχεδόν πορνογραφικού περιεχομένου και έχει τα τελείως αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που αναμένει ο συγγραφέας, ο οποίος όμως έχει χάσει το παιχνίδι λόγω της πρωτοφανούς επίδειξης ανωριμότητας που επιδεικνύει στην σχέση και της εμμονής του με την Ρωσία.

Ο Καρέρ ψάχνει την παιδική του ηλικία. Ξαναθυμάται τις εκφράσεις και τα τραγουδάκια που του μάθαινε η ρωσίδα γκουβερνάντα του στα τέλη της δεκαετίας του 50 (ο συγγραφέας είναι γενημμένος το 1957), έλκεται από την περίεργη ιστορία της Άνιας, μιας ιδιόμορφης γοητευτικής κοπέλας που ερωτεύτηκε (και ξελόγιασε) τον πρώην διοικητή του παραρτήματος ασφαλείας του χωριού. Εστιάζει στο ζευγάρι αυτό το ρεπορτάζ του μη βρίσκοντας κάτι άλλο ενδιαφέρον στο απρόσωπο και αδιάφορο Κοτέλνιτς. Ένα φρικτό έγκλημα όμως θα δραματοποιήσει το ντοκιμαντέρ, όταν η πραγματικότητα θα ανατρέψει κάθε φαντασία – όπως λέει και ο συγγραφέας σε κάποια στιγμή του βιβλίου: «Όταν κανείς γράφει για φοβερά πράγματα, τελικά τα φοβερά πράγματα συμβαίνουν».

Υπαρξιακά αδιέξοδα, η γλώσσα που επανέρχεται, παιχνίδια με τη μνήμη, ρήξη με το παρελθόν, ρήξη με το παρόν. Όλα αυτά υπάρχουν στο «κάτι σαν μυθιστόρημα», «κάτι σαν αυτοβιογραφία», αλλά πολύ ενδελεχές και τελικά υπέροχο (αλλά τόσο στενόχωρο) βιβλίο του Καρέρ. Ο συγγραφέας δημιουργεί μια εξαιρετική ατμόσφαιρα στην οποία βυθίζεται ο αναγνώστης, ο οποίος ξεπερνάει την αμηχανία που μπορεί να νιώσει με τον εγωκεντρισμό και την αντιπάθεια που βγάζει ο ίδιος ο δημιουργός / κεντρικός χαρακτήρας ο οποίος αδιαφορεί για το οποιοδήποτε προσωπικό κόστος προκειμένου να βρει τον εαυτό του. Το βιβλίο κλείνει με μια επιστολή προς την μητέρα του. Το ξέρει ότι ουσιαστικά «την έχει σκοτώσει» αλλά εκείνος πιστεύει ότι έπρεπε να το κάνει για να "απελευθερωθεί". Να «νικήσει» τον εαυτό του, να ξεπεράσει την οικογενειακή ομερτά – θεωρώ ότι είναι ένα είδος «εκδίκησης», που ταιριάζει (έστω κι ανορθόδοξα) με το τόσο όμορφο ποίημα του Oscar Wilde, την «Μπαλάντα Της Φυλακής Του Ρήντινγκ»
Yet each man kills the thing he loves
By each let this be heard,
Some do it with a bitter look,
Some with a flattering word,
The coward does it with a kiss,
The brave man with a sword
!...