Τετάρτη, Ιουνίου 16, 2010
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουνίου 16, 2010 | Permalink
A man for all seasons
Αν και δεν τρελλαίνομαι για το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, πρέπει να παραδεχτώ ότι με συνάρπασε η βιογραφία του πανμέγιστου Orson Welles (1915-1985), «ROSEBUD, Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΟΡΣΟΝ ΓΟΥΕΛΣ» από τον κριτικό και καθηγητή κινηματογράφου David Thomson, (Εκδ.Πάπυρος, μετάφρ. Δ.Νόλλα, σελ.525), ένα βιβλίο που διαβάζεται σαν μυθιστόρημα, εξαιρετικά καλογραμμένο και στρωτό όπου ο συγγραφέας δεν «αγιογραφεί» τον ήρωα του, ούτε στέκεται σε κουτσομπολιά ή σε «πιπεράτες» στιγμές της καριέρας του (που υπήρξαν πολλές…) αλλά προτιμάει να γράψει για τις δημιουργίες του πολλές φορές με κριτικό τρόπο και χωρίς διάθεση ωραιοποίησης ή μυθοποίησης κάποιων πραγμάτων ή γεγονότων που έχουν περάσει στην ιστορία.

Ο Γουέλς ήταν μία προσωπικότητα «bigger than life» - κλισέ έκφραση, αλλά στην περίπτωσή του ταιριάζει απόλυτα. Ένας άνθρωπος που στην ηλικία των 30 ετών, όταν άλλοι ξεκινάνε την καριέρα τους στον κινηματογράφο, είχε προλάβει να τα ζήσει όλα στην κυριολεξία. Είχε δημιουργήσει δύο από τις σπουδαιότερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου, τον «Πολίτη Κέϊν» και τους «Υπέροχους Άμπερσονς», είχε αναστατώσει την Αμερική με την ραδιοφωνική του εκπομπή όταν διάβασε (αναπαρέστησε) τον «Πόλεμο των Κόσμων» του H.G.Wells τόσο πειστικά που αρκετές χιλιάδες αφελείς ακροατές βγήκαν στους δρόμους νομίζοντας ότι δέχονται επίθεση από τον Άρη, είχε δημιουργήσει θεατρικά γεγονότα στην Ν.Υόρκη με τις παραστάσεις του θιάσου του, είχε παίξει μεγάλους ρόλους στο θέατρο και από την άλλη είχε προλάβει να γίνει «persona non grata» στο Χόλιγουντ σε σημείο τα στούντιος να μη θέλουν να δουλέψουν μαζί του, να θεωρείται «καμένο χαρτί» από όλους, να χρωστάει παντού, σε εταιρίες παραγωγής, σε επενδυτές και (κυρίως) στην πανίσχυρη Αμερικάνικη εφορία.

«Ο Όρσον ήταν από μόνος του θέαμα. Πλατύτερος κι από την ίδια τη ζωή, ήταν ο τρόπος του να καλύπτει τον φόβο και την ανησυχία του γι’αυτήν. Στις κοινωνικές εκδηλώσεις τραβούσε πάνω του την προσοχή και δύσκολα μπορούσε να υπάρξει χωρίς έναν εξισορροπιστικό κύκλο ανθρώπων, χωρίς ακροατήριο. Ήταν υπερβολικά αυθόρμητος – πράγμα επικίνδυνο. Όσοι είχαν βρεθεί μαζί του, πάνω στη σκηνή, γνώριζαν τον τρόμο να εναρμονίζονται με τα σκαμπανεβάσματα της διάθεσής του. Είχαν αντικρύσει το τρελό βλέμμα της προκλητικής ματιάς του, όταν αυτοσχεδίαζε εκτός κειμένου, περιμένοντας τους άλλους να τον ακολουθήσουν. Είχαν επίσης βιώσει τον Γουέλς να εισβάλλει στις δικές τους ατάκες, μπλοκάροντάς τους, ή κι ακόμη να πέφτει πάνω τους, σπρώχνοντάς τους έξω από το φως του προβολέα, όταν εκείνος το ήθελε περισσότερο. Το να παίζεις μαζί του ήταν σαν να συμμετείχες σε μια παρτίδα σκουός, με κάποιον που κλέβει συνέχεια και μιλάει ασταμάτητα.»

Στα 40 του ήταν ήδη βετεράνος και μόνο η Ευρώπη αναγνώριζε την μεγαλοσύνη του, η Αμερική τον φοβόταν. Ποτέ δεν τον κατάλαβαν. Οι ταινίες του απέτυχαν όλες εισπρακτικά, τα στούντιος τις πετσόκοβαν στο μοντάζ για να τις κάνουν πιο εύπεπτες, κανείς δεν επένδυε επάνω του. Αν δεν ήταν η γαλλική νουβέλ βαγκ μπορεί σήμερα να μη τον θυμόταν κανείς. Ο Τρυφώ, ο Κοκτώ, ο Γκοντάρ αναγνώρισαν την αξία της δουλειάς του και τον ανέστησαν ως άνθρωπο και ως δημιουργό, στην Αμερική τον σέβονταν ως προσωπικότητα αλλά δεν του είχαν εμπιστοσύνη. Από την άλλη είχαν κι αυτοί τα δίκια τους. Ο Γουέλς ήταν ικανός να τα «κάνει λαμπόγιαλο» ανά πάσα στιγμή. Να τινάξει τους προϋπολογισμούς στον αέρα. Να τον φωνάζουν για ένα ρόλο σε μια ταινία και να θέλει να έχει τον έλεγχο του σεναρίου. Να κατεβάζει ιδέες στο λεπτό και να θέλει σαν μανιακός να τις υλοποιήσει και ότι θέλει ας γίνει – δεν τον ενδιέφερε τίποτα. Πληθωρικός σε όλα, με άποψη για τα πάντα κατέληξε στα γεράματα να παίζει δίπλα στην Πία Ζαντόρα σε ταινίες που δεν τις είδε ποτέ κανείς, να δέχεται τον χλευασμό του Μπαρτ Ρέυνολντς για να εμφανίζεται σε τηλεοπτικά σώου, να κάνει διαφημίσεις για κέτσαπ και σκυλοτροφές για να βγάλει κάνα φράγκο.

Μπορείς να διαφωνήσεις σε πολλά σημεία με τις απόψεις του Τόμσον γύρω από τις ταινίες που σκηνοθέτησε ο Γουέλς. Θεωρεί την «Κυρία από τη Σανγκάη» μια μετριότατη ταινία – την βρίσκω έξοχη και μπορώ να παραθέσω τουλάχιστον δέκα απόψεις γνωστών κριτικών κινηματογράφου που συμφωνούν μαζί μου. Το ίδιο και τον «Ξένο (The Stranger)» που τον θεωρεί πολύ κακή ταινία, την έχω δει τουλάχιστον 3 φορές, είναι εξαιρετική με έναν Γουέλς απίστευτο. Από την άλλη οι αναλύσεις του πάνω στις περισσότερες από τις ταινίες είναι εξαιρετικές, ο άνθρωπος ξέρει από κινηματογράφο και φαίνεται. Διαβάζοντας το βιβλίο βλέπεις τον «Πολίτη Κέιν», τις «Καμπάνες του μεσονυχτίου (Μάκβεθ)», τον «Οθέλο», την «Δίκη» με άλλο μάτι. Θέλεις να ξαναδείς τον «3ο άνθρωπο» για να (ξανα)θαυμάσεις την μεγαλειώδη ερμηνεία του Γουέλς ως ο μυστηριώδης «κακός» Χάρυ Λάιμ, πόσο απογειώνει την ταινία και να ξανακούσεις τον (λιγότερο από 1 λεπτό) μεγαλειώδη (αλλά τόσο politically incorrect) αυτοσχέδιο μονόλογο του που συναντάει αυτόν του Μ.Μπράντο ως Κουρτς στην «Αποκάλυψη Τώρα»… «Στην Ιταλία υπό τους Βοργίες, επί τριάντα χρόνια, είχαν πολέμους, φόνους, αιματοχυσία, τρομοκρατία – και δημιούργησαν τον Μιχαήλ Άγγελο, τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι και την Αναγέννηση. Στην Ελβετία, είχαν αδελφική αγάπη, πεντακόσια χρόνια δημοκρατία και ειρήνη, κι αυτό τι δημιούργησε…; Τα ρολόγια κούκου.» Βλέπεις ξανά και ξανά την σκηνή στο «Μόμπυ Ντικ» του Χιούστον και μένεις άφωνος με την tour-de-force ερμηνεία του ως Πατήρ Μέιπλ σε μια χαρακτηριστική σκηνή («Και τι είναι ο άνθρωπος, που θα ζήσει περισσότερο απ’ τον Θεό του;») της άνισης αυτής ταινίας.

Το μυστήριο γύρω από την προσωπικότητα αυτού του «δαίμονα» δεν λύνεται ούτε από τις 500 και σελίδες του Τόμσον. Ο Γουέλς παραμένει «άπιαστος», ξεγλιστράει από τα χέρια του αναγνώστη με τον ίδιο τρόπο που παρέμενε αινιγματικός ακόμα και στους πιο κοντινούς του ανθρώπους (αν υπήρξε κανείς τέτοιος). Περισσότεροι τον θαύμασαν παρά τον αγάπησαν (αν τον αγάπησε κανείς). Ο Τόμσον τον θεωρεί ακαταμάχητο γόη (πώς να αντισταθείς σε τέτοια δύναμη-σαν να σε παρασέρνει) αλλά μάλλον αδιάφορο εραστή – κάτι σκόρπιες κουβέντες της Ρ.Χέιγουορθ συμπληρώνουν την εικόνα. Περισσότερο ως έναν άνθρωπο ερωτευμένο με την εικόνα του, έναν νάρκισσο όπως είναι όλες οι μεγαλοφυίες που πίστευε ότι μπορούσε να καταφέρει τα πάντα, ο οποίος ήταν τόσο μπροστά από την εποχή του που στα μάτια των άλλων (αυτών των «απλών, καθημερινών» ανθρώπων που συνήθως διαμορφώνουν την αποκαλούμενη «κοινή γνώμη») φαινόταν γραφικός. Ο Ζαν Κοκτό μάλλον πέτυχε την τέλεια περιγραφή:

«Ο Όρσον Γουέλς είναι ένα είδος γίγαντα με παιδικό πρόσωπο, ένα δέντρο γεμάτο πουλιά και σκιά, ένα σκυλί που’χει σπάσει την αλυσίδα του και ξαπλώνει σε ανθισμένο λιβάδι, ένας δραστήριος αργόσχολος, ένας σοφός τρελός, ένα νησί περιτριγυρισμένο από ανθρώπους, ένας μαθητής που κοιμάται στην τάξη, ένα στρατηγικό μυαλό που παριστάνει τον μεθυσμένο όταν θέλει να τον αφήσουν ήσυχο.»

Ο Τόμσον ψάχνει το μυστικό του Rosebud, της λέξης που ψιθυρίζει ο Κέην στο νεκροκρέβατο του και γίνεται η αφορμή να ξετυλιχθεί η ιστορία στην ταινία που καθόρισε την ζωή και την καριέρα του Welles. Όπως στο φιλμ, έτσι και στην πραγματική ζωή, το μυστικό βρίσκεται στην παιδική ηλικία του μεγάλου δημιουργού. Μεγαλωμένος ως παιδί-θαύμα από μικρός βρισκόταν στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος όλων. Κανείς δεν μπορούσε να του αντισταθεί τίποτα και το απίστευτο θράσος του δικαιολογείτο από την τεράστια αυτοπεποίθησή του. Όλα τα έκανε με άγνοια κινδύνου. Να παρουσιαστεί στο Ιρλανδικό θέατρο στα 16 του και να τους το «παίξει» έμπειρος ηθοποιός ειδικευμένος στον Σαίξπηρ, να ανεβάσει θεατρική παραγωγή με μαύρους ηθοποιούς στο Χάρλεμ στα 20 του χρόνια, να βγάλει την Αμερική στους δρόμους, να σκηνοθετήσει ένα τόσο προκλητικό και μεγαλειώδες ταυτόχρονα έργο σαν τον «Πολίτη Κέιν» που γνώριζε ότι θα του φέρει τόσους μπελάδες αφού θεωρήθηκε ότι είναι μια βιογραφία του Χ.Χιούζ ενώ στην πραγματικότητα ήταν μια μελλοντολογική αυτοβιογραφία που ίσως αυτός ο μεγαλοφυής άνθρωπος (που του άρεσαν τόσο οι «μαγείες» και τα ταχυδακτυλουργικά τρικ) να υποψιαζόταν ότι γυρίζει.

Ο Γουέλς αδίκησε τον εαυτό του. Ήταν τόσο «μεγάλος» που δεν χωρούσε πουθενά. Αντί λοιπόν να «χαμηλώσει» πλησιάζοντας στο επίπεδο και στις πολιτικές των στούντιος ή των παραγωγών, ήθελε να τους εξυψώσει στο δικό του. Το σύστημα φρόντισε να τον «τιμωρήσει», να τον βάλει στο περιθώριο. Τι έμεινε λοιπόν; Μερικές από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. Χιλιάδες προσχέδια σεναρίων ή ταινιών τα οποία χάθηκαν σε συρτάρια, ξεχάστηκαν ή θάφτηκαν σε γραφεία ή καταστράφηκαν σε μια πυρκαϊά του σπιτιού του. Μερικές ανεπανάληπτες ερμηνείες σε ταινίες που απογειώθηκαν λόγω της παρουσίας του. Ήταν ένας «άνθρωπος για όλες τις εποχές» μόνο ο κόσμος ήταν πολύ μικρός γι’αυτόν ή όπως είπε η Ζαν Μορό: «μοιάζει τόσο πολύ με έκπτωτο βασιλιά…επειδή δεν υπάρχει βασίλειο στον κόσμο, αρκετά καλό για τον Όρσον Γουέλς».