Δευτέρα, Ιουνίου 21, 2010
posted by Librofilo at Δευτέρα, Ιουνίου 21, 2010 | Permalink
Μετά την καταστροφή
Οι ήρωες των βιβλίων του Χαρούκι Μουρακάμι μοιάζουν με τους χαρακτήρες της παλιάς και αξέχαστης τηλεοπτικής σειράς Twin Peaks. Συνηθισμένοι άνθρωποι που ζουν σε μια ατμόσφαιρα από τη μία οργανωμένη και από την άλλη μυστηριώδη, νοικοκυρεμένες ζωές αλλά γεμάτες μικρά δράματα και δυσοίωνες προβλέψεις. Στον κόσμο που περιγράφει ο Μουρακάμι, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται στην επιφάνεια αλλά και τίποτα δεν συμβαίνει πάνω σ’αυτήν. Όλα γίνονται υπογείως, οι άνθρωποι δεν εκδηλώνονται και οι μεγάλες ανατροπές στη ζωή τους γίνονται σχεδόν χωρίς να το καταλάβουν.

Η εξαιρετική συλλογή διηγημάτων του μεγάλου Ιάπωνα συγγραφέα, «ΜΕΤΑ ΤΟ ΣΕΙΣΜΟ» (Εκδ. Ωκεανίδα, μετάφρ. Β.Κιμούλης (από τα Αγγλικά), σελ.234) δεν διαφέρει ως προς την ατμόσφαιρα και το κλίμα από τα υπόλοιπα βιβλία μυθιστορήματα ή διηγήματα του ιδίου που έχω διαβάσει (και τα περισσότερα έχω παρουσιάσει από το blog). Οι 6 ιστορίες του μικρού τόμου είναι όλες (ανεξαιρέτως) πολύ καλές, μερικές δε είναι μικρά αριστουργήματα που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως βάση για κάποιο έξοχο μυθιστόρημα (κάτι που συνηθίζει ο συγγραφέας).

Το χρονικό πλαίσιο των διηγημάτων είναι το 1995 λίγο μετά τον καταστροφικό σεισμό στην περιοχή του Κόμπε. Κανένα από τα διηγήματα δεν εκτυλίσσεται στην περιοχή που επλήγη, σε κανένα από τα διηγήματα δεν υπάρχουν θύματα του σεισμού. Οι ιστορίες μιλάνε για τις επιπτώσεις του τρομακτικού αυτού γεγονότος στη ζωή των ανθρώπων που πρωταγωνιστούν σ’αυτές. Ο σεισμός επιτείνει το κλίμα αβεβαιότητας και ανησυχίας που υπάρχει στην ατμόσφαιρα. Οι ήρωες αισθάνονται ότι η εποχή της «αφθονίας» έχει περάσει στο παρελθόν, βλέπουν ότι οι ζωές τους αλλάζουν και οι προτεραιότητές τους πρέπει να ιεραρχηθούν ξανά.

«Παράξενα και μυστηριώδη πράγματα όμως οι σεισμοί – δεν είν’έτσι;Θεωρούμε δεδομένο πως η γη κάτω απ’τα πόδια μας είναι στέρεα κι ακίνητη. Λέμε μάλιστα για τους ανθρώπους, «αυτός είναι προσγειωμένος» ή «πατάει γερά στη γη». Και ξαφνικά μια μέρα βλέπουμε πως αυτό δεν είν’αλήθεια. Η γη, τα βράχια, που υποτίθεται πως είναι τόσο συμπαγή, απ’τη μια στιγμή στην άλλη γίνονται μαλακά σαν πολτός. Το άκουσα στις ειδήσεις στην τηλεόραση: «ρευστοποίηση» το λένε, νομίζω.»

Στην υπέροχη (πρώτη) ιστορία «Ούφο στο Κουσίρο», ο Κομούρα εγκαταλείπεται από την σύζυγό του η οποία είχε πάθει σοκ από τον σεισμό χωρίς να έχει κάποιον συγγενή στο Κόμπε. Του αφήνει μόνο ένα μικρό σημείωμα λέγοντάς του ότι: «…δεν έχεις μέσα σου τίποτα που να μπορείς να μου προσφέρεις. Είσαι καλός κι ευγενικός και όμορφος, αλλά να ζω μαζί σου είναι σαν να ζω σε κενό αέρος. Υπάρχουν πολλές γυναίκες που θα σ’ερωτευτούν. Σε παρακαλώ όμως να μη μ’αναζητήσεις…». Ο Κομούρα υπακούει στην προτροπή ενός συναδέλφου του να πάει στο μακρινό Χοκάϊντο για ολιγοήμερες διακοπές. Πρέπει όμως να παραδώσει ένα πολύ μικρό κουτί στην αδερφή του συναδέλφου του. Ο Κομούρα μεταφέρει το κουτί και αναρωτιέται γιατί είναι τόσο ελαφρύ σαν να μη περιέχει τίποτα ή μήπως περιέχει αυτό το «τίποτα», το «κενό αέρος» που η πρώην σύζυγός του αποδίδει στην προσωπικότητά του. Η ζωή του Κομούρα θα αλλάξει μετά το ταξίδι.

Στην «Ταϊλάνδη», η ηρωίδα είναι μια γιατρός,η Σατσούκι εξουθενωμένη από την δουλειά της που εκμεταλεύεται την υποχρεωτική παρουσία της σε ένα συνέδριο στην Μπανγκόκ για να περάσει μετά τη λήξη του μερικές μέρες σε ένα απομονωμένο θέρετρο κάπου στην εξοχή. Στις υπηρεσίες της είναι ένας γηραιός οδηγός, ο Νίμιτ λάτρης της τζαζ, ο οποίος την μεταφέρει καθημερινά σε μια ερημική πισίνα για να διαβάσει και να κάνει μπάνιο. Όπως χαλαρώνει η Σατσούκι σκέφτεται «εκείνον» που ζούσε στο Κόμπε. «Προσπάθησε να του τηλεφωνήσει στο σπίτι του αμέσως μετά το σεισμό αλλά η σύνδεση ήταν αδύνατη. Ελπίζω να’χει ισοπεδωθεί το κωλόσπιτο σκέφτηκε. Ελπίζω όλη η οικογένειά του να γυρνάει στους δρόμους απένταρη. Όταν σκέφτομαι τι μου’κανες στη ζωή μου, όταν σκέφτομαι τα παιδιά που θα’πρεπε να είχα, αυτό είναι το λιγότερο που σου αξίζει.» Την τελευταία της μέρα εκεί, ο Νίμιτ της προτείνει να επισκεφθούν μια ηλικιωμένη γυναίκα. Η επίσκεψη της Σατσούκι στο σπίτι αυτό θα αποτελέσει μια μυστικιστική εμπειρία που θα της δώσει απαντήσεις για όλα αυτά που κουβαλάει μέσα της.

Από τις υπόλοιπες ιστορίες της συλλογής ξεχωρίζει η εκπληκτική «Μελόπιτα». Ένα διήγημα αριστουργηματικό, και απόλυτα ενδεικτικό του ύφους του Μουρακάμι. Ο Τζουνπέι, ένας συγγραφέας σχετικά γνωστός καταπιέζει για δεκαετίες τον έρωτά του για την φίλη της φοιτητικής του ζωής Σαγιόκο που επέλεξε τον κολλητό τους αντί γι’αυτόν για σύζυγο και πατέρα της κόρης της. Περνάει τα βράδια του λέγοντας ιστορίες στην κόρη της, την μικρούλα Σάλα που έχει εφιάλτες βλέποντας στην τηλεόραση πλάνα από τον μεγάλο σεισμό. Η Σαγιόκο έχει πλέον χωρίσει και ο δρόμος είναι ανοιχτός αλλά ο Τζουνπέι ούτε να το διανοηθεί δεν μπορεί. Οι εφιάλτες της μικρής φέρνουν όλο και πιο κοντά τους δύο διστακτικούς φίλους που εξομολογούνται τον έρωτά τους ο ένας για τον άλλον. Ο σεισμός τους ένωσε, τους έκανε να δουν το βαθύτερο εγώ τους, να καταπολεμήσουν τις αναστολές τους. Ένα βαθιά αισιόδοξο μήνυμα σε μια ιστορία που ακούγεται κοινότοπη αλλά είναι τόσο ωραία γραμμένη που σε κάνει να θέλεις να την ξαναδιαβάσεις.

Το υποσυνείδητο κυριαρχεί στις ιστορίες του συγγραφέα. Αυτό είναι ο πρωταγωνιστής. Τα «αινίγματα» που θέτονται δεν είναι σκοτεινά, δεν είναι μελαγχολικά, ούτε εξυπνακίστικα. Ο Μουρακάμι μεταφέρει τη δράση σε ένα δεύτερο επίπεδο γι’αυτό και κάποιοι τον βαριούνται ή δεν βρίσκουν κάτι ενδιαφέρον σ’αυτόν. Ο κόσμος που χτίζει είναι ένας κόσμος που όλοι και όλα συνδέονται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, όσο μοναχικοί και να είναι οι ήρωες του (που συνήθως είναι αφόρητα μοναχικοί) – οι ζωές τους καθορίζονται από το τυχαίο, από συμβάντα κάποιες φορές περίεργα που μόνο εκείνοι μπορούν να δουν, όπως συμβαίνει στο πιο περίεργο διήγημα της συλλογής, το άνισο «Σούπερ βάτραχος σώζει το Τόκιο», όπου ένας αδιάφορος και «χλιαρός» υπάλληλος τραπέζης «βλέπει» και «συμμαχεί» με έναν τεράστιο βάτραχο για να σώσουν το Τόκιο από έναν καταστροφικό επερχόμενο σεισμό που θα προκαλέσει το γιγάντιο Σκουλήκι…

Ίσως ο ιδανικός τρόπος για να περιγράψεις ένα τοπίο μετά την καταστροφή. Οι ιστορίες του Μουρακάμι έχουν αισιοδοξία, και ένα χαμόγελο παραμονεύει μετά την ολοκλήρωσή τους. Το ανθρώπινο γένος τιμωρείται για την «ύβρι» της πλεονεξίας και του καταναλωτισμού αλλά μια καινούρια μέρα ξημερώνει. Είτε συμφωνείς , είτε δεν συμφωνείς, είναι δύσκολο να αντισταθείς σε τόση γοητεία…

«Κάποτε μου είπε για τις πολικές αρκούδες – πόσο μοναχικά ζώα είναι. Ζευγαρώνουν μόνο μια φορά το χρόνο. Μια φορά ολόκληρο το χρόνο. Στον κόσμο τους, η έννοια της διάρκειας στις σχέσεις αρσενικού-θηλυκού είναι άγνωστη. Μια αρσενική πολική αρκούδα συναντάει εντελώς τυχαία μια θηλυκή πολική αρκούδα κάπου μες στην παγωμένη απεραντοσύνη, και ζευγαρώνουν. Δεν τους παίρνει πολλή ώρα. Και μόλις τελειώσουν, το αρσενικό φεύγει τρέχοντας απ’το θηλυκό σαν να φοβάται θανάσιμα: εγκαταλείπει αμέσως το μέρος όπου ζευγάρωσαν. Δεν γυρίζει ποτέ να κοιτάξει πίσω – κυριολεκτικά. Τον υπόλοιπο χρόνο ζει σε απόλυτη μοναξιά. Επικοινωνία, έρωτας – δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα. Αυτή είναι λοιπόν η ιστορία των πολικών αρκούδων – ή τουλάχιστον αυτά μου είπε ο εργοδότης μου.»
«Πολύ παράξενη ιστορία»,είπε η Σατσούκι.
«Ναι»,είπε ο Νίμιτ, «είναι παράξενη». Το πρόσωπό του ήταν σοβαρό. «Θυμάμαι ότι ρώτησα τον εργοδότη μου: «Τότε γιατί υπάρχουν οι πολικές αρκούδες;» «Ακριβώς», είπε εκείνος μ’ένα πλατύ χαμόγελο. «Τότε γιατί υπάρχουμε εμείς, Νίμιτ;»