Τρίτη, Μαΐου 28, 2013
posted by Librofilo at Τρίτη, Μαΐου 28, 2013 | Permalink
"Είμαι ένα φάντασμα"


«Λεάνδρο Σάντσες Σαλασάρ:  Αμέσως μόλις του κατέφερες το χτύπημα τι έκανε αυτός ο κύριος;
Κρατούμενος: Αναπήδησε λες και είχε τρελλαθεί, έβγαλε μια κραυγή τρελλού, ο ήχος της κραυγής του είναι κάτι που θα το θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή.
Λ.Σ.Σ.: Για πες μου πως έκανε να δω.
Κ.: Α……..α…….α……αχ……!Αλλά πολύ δυνατά.»
(Από την ανάκριση στην οποία ο συνταγματάρχης Λεάνδρο Σάντσες Σαλασάρ, επικεφαλής της μυστικής υπηρεσίας της αστυνομίας της Πόλης του Μεξικού, υπέβαλε, τη νύχτα της Παρασκευής 23 και το ξημέρωμα του Σαββάτου 24 Αυγούστου 1940, τον Ζακ Μορνάρ Βάντεντρις ή Φρανκ Τζόνσον, φερόμενο ως δολοφόνο του Λεόν Τρότσκι»

Το είχα καιρό στην βιβλιοθήκη μου και δίσταζα (λόγω όγκου) να το διαβάσω, αλλά το συναρπαστικό και ιδιαίτερα χορταστικό μυθιστόρημα του πολύ καλού Κουβανού συγγραφέα Leonardo Padura Fuentes (Αβάνα,1955), με (τον πολύ εύστοχο) τίτλο, «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ» («El hombre que amaba a los perros»), (Εκδ. Καστανιώτη, (εξαιρετική) μετάφρ. Κ.Αθανασίου, σελ.685) σε αποζημιώνει στο έπακρο για τις ώρες που θα του αφιερώσεις, την συγκέντρωση που πρέπει να έχεις ώστε να μη σου διαφύγει κάποιο γεγονός ή κάποια έννοια από αυτά που διαδραματίζονται, την υπομονή που πρέπει να επιδείξεις σε μια ιστορία που παρ’ότι αληθινή, κάποιες φορές δείχνει τραβηγμένη από τα μαλλιά.

Ο Παδούρα ως έμπειρος και ικανότατος αφηγητής, στηρίζει την ιστορία του σε τρείς άξονες, διευκολύνοντας την ροή της μυθοπλασίας και φροντίζοντας να κρατήσει συνεχές το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Κεντρικός αφηγητής είναι ο Κουβανός Ιβάν, ένας επίδοξος συγγραφέας, που εργάζεται σε ένα κτηνιατρικό περιοδικό και έχει αποκτήσει αρκετές γνώσεις γύρω από τις θεραπείες των ζώων, βγάζοντας έτσι ένα μικρό έξτρα εισόδημα από χωρικούς και αγρότες. Ο Ιβάν ζει με μεγάλες δυσκολίες (όπως όλοι) στην χειμαζόμενη Αβάνα της δεκαετίας του 70, υποφέροντας από τις συνεχείς διακοπές του ηλεκτρικού, την οικονομική ένδεια, την καταπίεση του καθεστώτος που την έχει νιώσει στο πετσί της η οικογένειά του, αφού ο μικρότερος του αδερφός δεν μπόρεσε να σπουδάσει λόγω της (διακηρυγμένης από τον ίδιο) ομοφυλοφιλίας του και χάθηκε προσπαθώντας να διαφύγει με βάρκα από το νησί.

Ο Ιβάν γνωρίζει σε μια παραλία που πηγαίνει να ξεσκάσει, έναν μυστηριώδη αλλοδαπό, με περίεργη εκφορά των Ισπανικών, ο οποίος έχει δύο σκυλιά που τα αφήνει να τρέχουν πάνω-κάτω στην ακρογιαλιά, και ο οποίος συνοδεύεται πάντα διακριτικά από τον οδηγό του αυτοκινήτου του. Πιάνουν κουβέντα, συστήνεται στον Ιβάν ως Χάιμε Λόπες και καθώς ο πρώτος αρχίζει σιγά-σιγά να κερδίζει την εμπιστοσύνη του, ο Λόπες ξεδιπλώνει την ιστορία ενός ανθρώπου-φάντασμα, του Ραμόν Μερκαντέρ, ο οποίος έχει μείνει γνωστός στην παγκόσμια ιστορία, ως ο άνθρωπος που δολοφόνησε εν ψυχρώ (πιο «εν ψυχρώ» δεν γίνεται!) τον Λιέφ Νταβίντοβιτς Τρότσκι. Ο εμβρόντητος Ιβάν διαπιστώνει ότι δεν γνωρίζει τίποτα σχεδόν για τον Τρότσκι, παρά μόνο ότι ήταν «προδότης της Επανάστασης», «εχθρός του Σοσιαλισμού», πράγματα που το καθεστώς της Κούβας δίδασκε ακολουθώντας την Σοβιετική πρακτική. Όμως μετά από λίγο καιρό και αφότου ο Χάιμε Λόπες έχει σταματήσει πια να έρχεται στην παραλία, λαμβάνει έναν φάκελο με την ιστορία του Ραμόν Μερκαντέρ και τα πράγματα παίρνουν άλλη τροπή στα μάτια του.

Ο Παδούρα λοιπόν παίρνει αυτούς τους 3 ανθρώπους, τα δύο ιστορικά πρόσωπα, τον Λ.Τρότσκι και τον δολοφόνο του, τον Ραμόν Μερκαντέρ και αναμιγνύει στην ιστορία τον Ιβάν ως ενδιάμεσο κρίκο ο οποίος συνδέει το παρόν με το παρελθόν. Κεφάλαιο ανά κεφάλαιο παρακολουθούμε τους τρείς ήρωες της ιστορίας. Από τη μια έχουμε την πορεία του Λ.Τρότσκι, ενός εκ των ιστορικών ηγετών της Μπολσεβίκικης επανάστασης. Ο συγγραφέας πιάνει την ιστορία του από τα τέλη της δεκαετίας του 20, όταν ο Τρότσκι εξορίζεται με την σύζυγό του (και το σκυλί τους) στην Τουρκία, παρακολουθεί την ταλαιπωρία τους επί σχεδόν μια δεκαετία, από χώρα σε χώρα, από την Τουρκία, στην Γαλλία και από εκεί στη Νορβηγία για να καταλήξουν στην μοναδική χώρα που τελικά θα τους δεχτεί, στο Μεξικό φιλοξενούμενοι αρχικά του ζωγράφου Ντ. Ριβέρα στο (περίφημο) «Γαλάζιο σπίτι», την σύγκρουσή τους αργότερα, έως την στυγνή δολοφονία του από το μοιραίο πρόσωπο, τον μυστηριώδη άνθρωπο με τις πολλές ταυτότητες, τον Ραμόν Μερκαντέρ.

Ο Ραμόν Μερκαντέρ κάποια στιγμή της ζωής του θα πει το μεγάλο ναι, που θα τον μετατρέψει από αγνό και ρομαντικό αγωνιστή του Ισπανικού εμφυλίου σε «τιμωρό χέρι» του Σταλινικού καθεστώτος, σε ανθρώπινη προέκταση ενός πυροβόλου όπλου. Γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας, επηρεασμένος από την (προφανώς διασαλευμένη) μητέρα του, την Καριδάδ, «στρατολογείται» από τους Σοβιετικούς για να φέρει εις πέρας αυτό τελικά που έκανε, να σκοτώσει τον «μεγάλο προδότη». Εκπαιδεύεται, αλλάζει ταυτότητες, μαθαίνει τέλεια Γαλλικά ζώντας στο Παρίσι ως Βέλγος δημοσιογράφος με το όνομα Ζακ Μορνάρ, αποκτάει ερωτική σχέση με μια Αμερικάνα Τροτσκίστρια και τελικά μεταβαίνει στο Μεξικό ως Φρανκ Τζόνσον για να «τελειώσει τη δουλειά». Τι έγινε όμως μετά; Τα μόνα γνωστά από την ιστορία είναι ότι καταδικάστηκε σε φυλάκιση και ότι μετά την έκτιση του μεγαλύτερου μέρους της ποινής του, εγκαταστάθηκε στην Μόσχα. Ο Παδούρα παρακολουθεί τη ζωή του «σκοτεινού» και ανέκφραστου Μερκαντέρ μέσα από την διήγηση του Χάιμε Λόπες για τον οποίον υποψιάζεται ότι μπορεί να είναι ο ίδιος ο αινιγματικός δολοφόνος του Τρότσκι.

« «Αν είμαι ανεπαρκής ως κομμουνίστρια, Ραμόν, είναι εξαιτίας όλων αυτών» συνέχισε η Καριδάδ, αφού σερβίρισε το τρίτο ποτό στον γιό της κι εκείνη ήπιε το τέταρτο ή το πέμπτο, ή μήπως το έκτο; «Το μίσος μου ποτέ δεν θα μου επιτρέψει να δουλέψω για την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας. Είναι όμως το καλύτερο όπλο για την καταστροφή τούτης δω της κοινωνίας, και γι’αυτό σας έχω κάνει όλους εσάς, τα παιδιά μου, αυτό που είστε: παιδιά του μίσους. Αύριο, μεθαύριο, μετά από μερικές μέρες, όποτε βρεθείς μπροστά στον άνθρωπο που πρέπει να σκοτώσεις, θυμήσου πως είναι εχθρός μου αλλά και δικός σου. Πως όλα όσα λέει περί ισότητας και προλεταριάτου είναι καθαρά ψέμματα και το μόνο που θέλει είναι η εξουσία. Η εξουσία να εξευτελίζει τους ανθρώπους, να τους εξουσιάζει, να τους κάνει να σέρνονται στο χώμα και να νιώθουν φόβο, να τους πηδάει απ’τον κώλο, έτσι όπως ευχαριστιούνται να το κάνουν εκείνοι που έχουν τις απολαύσεις της εξουσίας. Και όταν σπας το κεφάλι αυτού του καργιόλη, να σκέφτεσαι ότι το χέρι είναι επίσης και το δικό μου χέρι: εγώ θα είμαι εκεί, να σε στηρίζω, και είμαστε δυνατοί επειδή το μίσος είναι ανίκητο. Πιες το αυτό το ποτό, γαμώτο! Άρπαξε τον κόσμο από τ’αρχίδια και κάν’τον να γονατίσει. Και βάλ’το καλά αυτό στο μυαλό σου: μη δείξεις έλεος, γιατί κανείς δεν θα δείξει έλεος σε σένα. Ποτέ. Και άμα σε τσακίσουν, μη δεχτείς ποτέ συμπόνια: κανείς δεν χρειάζεται να σε συμπονέσει! Εσύ είσαι πιο δυνατός, είσαι ανίκητος, εσύ είσαι ο γιός μου, colons!» »

Εντυπωσιακό στη δομή του και συναρπαστικό στην εξέλιξή του, το μυθιστόρημα του Παδούρα – προφανώς το «magnum opus» του, περιγράφει την διαμόρφωση και την εξέλιξη ενός ανθρώπου, ο οποίος έχει καταχωρηθεί στην παγκόσμια ιστορία ως «στυγνός δολοφόνος», ως η επιτομή του άψογου εκτελεστικού οργάνου του Σταλινικού καθεστώτος. Ο συγγραφέας αργά και ιδιαίτερα αναλυτικά εξιστορεί πως αυτοί οι δύο άνθρωποι, ο πανέξυπνος και ικανότατος Τρότσκι, που ανέλυε διεξοδικά τα πάντα, που προέβλεπε τα γεγονότα και ο «άνθρωπος-φάντασμα» που δεν μπορούσε να καταλάβει κανείς τι σκεφτόταν, ο Ραμόν Μερκαντέρ θα φτάσουν στο σημείο να γνωριστούν και να έρθουν τόσο κοντά, έτσι ώστε ο δεύτερος να μπορέσει να βγάλει το τσεκούρι από την καμπαρντίνα που κρατούσε, και να ανοίξει το κεφάλι του πρώτου.

Ογκώδες και κάποιες φορές κουραστικό, το μυθιστόρημα του Παδούρα απαιτεί την προσοχή και την εκγρήγορση του αναγνώστη. Ιδιαίτερα τα κομμάτια που περιγράφουν τις περιπέτειες του Λ.Τρότσκι – ενός ανθρώπου που μισήθηκε και αγαπήθηκε παράφορα, αλλά στην πραγματικότητα ελάχιστοι πλέον γνωρίζουν πολλά γι’αυτόν - γεμάτα από ιστορικές και πολιτικές αναφορές χρειάζονται κοινωνικοιστορικές γνώσεις για να μπορέσει κάποιος να απολαύσει τα δρώμενα. Η δουλειά που έχει κάνει ο συγγραφέας πάνω σ’αυτό το θέμα, όπως άλλωστε και σε ότι αφορά τον Μερκαντέρ είναι εντυπωσιακή. Μπορεί το βιβλίο να μη φτάνει στο ύψος του αριστουργηματικού «Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ» του Χ.Σεμπρούν αλλά είναι σίγουρα πολύ καλύτερο από το κινηματογραφικό «Η δολοφονία του Τρότσκι» του Τζ.Λόουζι (1972) - η κινηματογραφική απεικόνιση της δολοφονίας εδώ (από την ταινία).

Η μεγάλη γοητεία όμως του βιβλίου, βρίσκεται στις λεπτομέρειες. Βρίσκεται στην (ενδελεχή και γεμάτη θάρρος) περιγραφή του Κουβανικού καθεστώτος και της ταλαίπωρης ζωής του Ιβάν, βρίσκεται στην εξιστόρηση κάποιων προσωπικών στιγμών του αιωνίως κυνηγημένου και συνεχώς μέτοικου Λ.Τρότσκι, βρίσκεται στις περιγραφές των ημερών του Ραμόν Μερκαντέρ, ο οποίος αναδεικνύεται σε μέγιστο μυθιστορηματικό χαρακτήρα, με τις αντιφάσεις του, την μοναξιά που βιώνει όχι μόνο από την αποφυλάκισή του και μετά αλλά ουσιαστικά από την στιγμή που παίρνει την απόφαση που θα του αλλάξει τη ζωή. Βρίσκεται στους εξαιρετικούς χαρακτήρες που πλαισιώνουν τους ήρωες της ιστορίας, την γεμάτη μίσος Καριδάδ, τον «άψογο» κατάσκοπο και μέντορα του Μερκαντέρ, Κότοφ/Ρόμπερτς/Έιτινγκτον, στην οικογένεια του Τρότσκι, στην αφελή Σύλβια. Η βαριά σκιά του Σταλινικού καθεστώτος σκεπάζει τις ταραγμένες δεκαετίες που διαδραματίζονται τα γεγονότα, ο παραλογισμός κυριαρχεί όπως και η διάλυση των ψευδαισθήσεων και των ονείρων, της ουτοπίας και η διάψευση των ιδεολογιών στο όνομα της realpolitik,  και είναι το «ανάλαφρο» στυλ του ικανότατου Κουβανού που επιτρέπει στον αναγνώστη να παρακολουθήσει άνετα μια φορτισμένη ιστορία.

« «Jo soc un fantasma».
Εισπνέοντας τον παγωμένο αέρα, νιώθοντας τον καυτό πόνο να σκαρφαλώνει στο μπράτσο του, εκείνο το στοιχειό που κάποτε λεγόταν Ραμόν Μερκαντέρ ντελ Ρίο φαντάστηκε πάλι πως θα είχε κυλήσει η ζωή του αν εκείνη τη μακρινή αυγή, σε μια πλαγιά της Σιέρα ντε Γουαδαράμα, είχε πεί όχι. Σίγουρα θα σκέφτηκε, όπως του άρεσε να κάνει, πως ίσως θα είχε σκοτωθεί στον πόλεμο, όπως τόσοι και τόσοι από τους φίλους και τους συντρόφους του. Πάνω απ’όλα όμως είπε στον εαυτό του – και γι’αυτό του άρεσε να μπλέκεται σε τούτο το παιχνίδι – πως αυτή η άλλη μοίρα δεν θα ήταν η χειρότερη, αφού εκείνη την εποχή ο αληθινός Ραμόν Μερκαντέρ, νέος και γεμάτος πίστη, δεν φοβόταν τον θάνατο: ο Ραμόν είχε ανοιχτά όλα τα παράθυρα του μυαλού του στους συλλογικούς τρόπους σκέψης, στον αγώνα για έναν κόσμο δικαιοσύνης και ισότητας, και, αν είχε σκοτωθεί στη μάχη για εκείνον τον καλύτερο κόσμο, θα είχε κερδίσει μια αιώνια θέση στον παράδεισο των αγνών ηρώων. Ο Ραμόν σκέφτηκε τότε πόσο θα του άρεσε να δεί να έρχεται δίπλα του εκείνος ο άλλος Ραμόν, ο αληθινός, ο ήρωας, ο αγνός, για να μπορέσει να του διηγηθεί την ιστορία του ανθρώπου που αυτός ο ίδιος είχε υπάρξει όλα εκείνα τα χρόνια στη διάρκεια των οποίων είχε ζήσει τον πιο μεγάλο και ρυπαρό εφιάλτη.»





 



2 Comments:


At 28/5/13 22:05, Blogger Sue

Κανονικά, θα το είχα διαβάσει κι εγώ αλλά με αναχαίτισε τελικά ο όγκος του. :-)) Αναφέρει πουθενά σε όλο το μυθιστόρημα ο Παδούρα κάτι για την σχέση του Τρότσκι με την Φρίντα Κάλο;

 

At 29/5/13 10:24, Blogger Librofilo

Έχεις διαβάσει μεγαλύτερα και πυκνότερα βιβλία Sue, οπότε τόλμησέ το. Ναι, υπάρχει η σχέση μέσα στις σελίδες, όχι πολλές λεπτομέρειες και κυρίως πως βιώνεται η σχέση από την πλευρά του Τρότσκι και η αντίδραση της συζύγου του. Σε αντίθεση με αυτά που γράφει για τον Ντ.Ριβέρα ο συγγραφέας, η Φ.Κάλο περιγράφεται με πολύ καλά λόγια.