Πέμπτη, Ιουνίου 06, 2013
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιουνίου 06, 2013 | Permalink
Τα βιβλία είναι πολύ επικίνδυνα πράγματα

« «Ωραία, αλλά πως προέκυψαν τότε οι πυρονόμοι;» ρώτησε ο Μόνταγκ.
«Αχ!» Ο Μπήτυ έγειρε μπροστά, στην ελαφριά ομίχλη που είχε σχηματιστεί από τον καπνό της πίπας του. «Τι πιο φυσιολογικό και ευκολονόητο από αυτό; Εφόσον τα σχολεία έβγαζαν όλο και περισσότερους δρομείς, άλτες, οδηγούς αγώνων, ανειδίκευτους τεχνίτες, φορτοεκφορτωτές, πιλότους και κολυμβητές, ανειδίκευτους τεχνίτες, φορτοεκφορτωτές, πιλότους και κολυμβητές αντί για ερευνητές, κριτικούς, γνώστες και ευφάνταστους δημιουργούς, η λέξη «διανοούμενος» απέκτησε ασφαλώς τον αρνητικό χαρακτήρα που της άξιζε. Αυτό που δεν σου είναι οικείο, είναι λογικό να σε τρομάζει. Θα θυμάσαι ασφαλώς κι εσύ από το σχολείο σου εκείνο το αγόρι στην τάξη που ήταν εξαιρετικά «έξυπνο», που σήκωνε πάντα το χέρι για να διαβάσει ή να δώσει τη σωστή απάντηση, ενώ οι υπόλοιποι κάθονταν βουβοί σαν μούμιες και τον μισούσαν. Αυτό το έξυπνο αγόρι δεν ήταν που διαλέγατε για να δείρετε ή να βασανίσετε μετά το σχολείο; Μα βέβαια, αυτό διαλέγατε. Πρέπει να είμαστε όλοι ίδιοι. Δεν γεννηθήκαμε όλοι ελεύθεροι και ίσοι, όπως λέει το Σύνταγμα, αλλά γίναμε όλοι ίσοι· κι έτσι είναι όλοι ευτυχισμένοι, αφού δεν υπάρχουν πια βουνά για να συγκρίνεις το ύψος των κορυφών τους. Για να ανακεφαλαιώνουμε λοιπόν! Ένα βιβλίο στο διπλανό σπίτι είναι ένα γεμάτο και οπλισμένο περίστροφο. Το καίς. Το αφοπλίζεις. Κάνεις μια τομή στο μυαλό του ανθρώπου αυτού. Ξέρει κανείς ποιο θα μπορούσε να είναι το θύμα ενός πολυδιαβασμένου ανθρώπου; Εγώ πάντως δεν θα άντεχα δίπλα του ούτε δευτερόλεπτο. Ετσι λοιπόν, όταν κάποτε επιτέλους τα σπίτια σε όλο τον κόσμο απέκτησαν πλήρη πυροπροστασία…εξέλειψε και ο παλιότερος λόγος ύπαρξης του Σώματος, δηλαδή η πυρόσβεση. Όσοι υπηρετούσαν έως τότε στο Σώμα ανέλαβαν αυτά τα νέα καθήκοντα και έγιναν υπερασπιστές της πνευματικής μας ειρήνης, η δύναμη πυρός του απολύτως κατανοητού και δίκαιου τρόμου της κατωτερότητας: επίσημοι λογοκριτές, δικαστές και εκτελεστές. Αυτό είσαι, Μόνταγκ, κι αυτό είμαι κι εγώ.» »

Το «ΦΑΡΕΝΑΪΤ 451» («Fahrenheit 451»), του Ray Bradbury (Η.Π.Α. 1920-2012), είναι ένα βιβλίο που η φήμη του έχει εξαπλωθεί τόσο πολύ, που ακόμα και αν κάποιος δεν το έχει διαβάσει ή δεν έχει δεί την ομώνυμη ταινία του Φρ.Τριφό που βασίστηκε στο βιβλίο, ήδη νιώθει ότι γνωρίζει αρκετά γι’αυτό. Έχοντας διαβάσει το βιβλίο περίπου 30 χρόνια πριν, στην μοναδική μετάφραση που κυκλοφορούσε τότε, και έχοντας δεί την ταινία, δυο-τρεις φορές μέσα σ’αυτά τα χρόνια, η δύναμη της εικόνας, είχε κυριαρχήσει στη μνήμη μου και οι λέξεις του βιβλίου είχαν ξεθωριάσει - (εξαίσια προφητικό αυτό, ως προς την φιλοσοφία του βιβλίου). Από τις πρώτες σελίδες ανάγνωσης, όμως, της θαυμάσιας καινούργιας έκδοσης της Άγρας, (σε (ωραιότατη) μετάφραση Βασ. Δουβίτσα, σελ.271, με 4 επίμετρα να συμπεριλαμβάνονται, διαφορετικών εκδόσεων κλπ), και με αρκετή αναγνωστική εμπειρία πλέον, αυτόματα η ταινία ισοπεδώθηκε, εκμηδενίστηκε μπροστά στην ζωντάνια του κειμένου, στην μοναδική διεισδυτικότητά του και στο μοναδικό στυλ γραφής του μεγάλου αυτού συγγραφέα.

Η ιστορία είναι αρκετά γνωστή. Στην Αμερική του (όχι πολύ μακρινού) μέλλοντος, ο Γκάι Μόνταγκ είναι ένας πυρονόμος που η δουλειά του είναι να βάζει φωτιά σε πράγματα που το καθεστώς κρίνει επικίνδυνα, όπως είναι οι βιβλιοθήκες. Αρκεί μια ανώνυμη καταγγελία, ένα τηλεφώνημα και μέσα σε ελάχιστα λεπτά, το σώμα των πυρονόμων έχει φθάσει στο σπίτι του «παράνομου», του το έχει κάψει και έχει προβεί σε συλλήψεις. Η κοινωνία στην οποία ζει ο Μόνταγκ, δεν έχει μάθει να σκέφτεται, να συζητάει, να απολαμβάνει τη φύση, να περνάνε χρόνο με τον εαυτό τους. Είναι μια κοινωνία ανθρώπων που ζουν αποβλακωμένοι, ακούνε κάποιον συγκεκριμένο ραδιοφωνικό σταθμό με ακουστικά, βλέπουν διαδραστική τηλεόραση σε οθόνες διαστάσεων όσο ένας τοίχος και ενθουσιάζονται οδηγώντας με υπερβολική ταχύτητα επί ώρες.

Ο Μόνταγκ απολαμβάνει το θέαμα των βιβλίων που καίγονται, και να γυρίζει κουρασμένος στο σπίτι του σίγουρος ότι έχει κάνει σωστά τη δουλειά του. Αρκεί όμως μια ερώτηση από ένα μικρό κορίτσι, ούτε καν 17 χρονών, την Κλαρίς που μένει σχεδόν απέναντι από το σπίτι του, για να ανατρέψει τον εσωτερικό του ρυθμό. «Είστε ευτυχισμένος» τον ρωτάει η «μυστηριώδης» κοπέλα, μαζί με κάτι άλλα «περίεργα πράγματα» που του λέει, όπως ότι «στο γρασίδι μαζεύεται πάχνη το πρωί». Γυρίζοντας σπίτι αντιλαμβάνεται ότι η σύζυγός του, η Μίλντρεντ με την οποία είναι μαζί πολλά χρόνια έχει κάνει απόπειρα αυτοκτονίας. Καλεί βοήθεια, την σώζουν και εκείνη την επόμενη μέρα όχι μόνο δεν θυμάται τίποτα αλλά δείχνει ακόμα πιο αποξενωμένη από τον σύζυγό της, με μόνο της ενδιαφέρον την παρακολούθηση των τηλεοπτικών δεκτών που έχουν εγκαταστήσει στους 3 από τους 4 τοίχους του σαλονιού. 

Ο Μόνταγκ βλέποντας την Κλαρίς τις επόμενες ημέρες να του μιλάει για την μαγεία της συζήτησης, προσέχοντας τα φώτα στο σπίτι της και ακούγοντας τα γέλια της οικογένειάς της συνειδητοποιεί την κενότητα της ζωής του. Τα ίδια τα γεγονότα εξάλλου του προκαλούν τεράστια σύγχιση όταν από τη μια, καίνε ένα σπίτι με μια τεράστια βιβλιοθήκη και η ιδιοκτήτριά του, αυτοπυρπολείται μπροστά στα μάτια τους, και από την άλλη, όταν γυρνώντας σπίτι μαθαίνει ότι η Κλαρίς έχει παρασυρθεί από ένα αυτοκίνητο που έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα και η οικογένειά της έχει εξαφανισθεί.
Εχοντας προλάβει να αρπάξει ένα βιβλίο από το σπίτι που μόλις έκαψε, αρνείται να πάει στη δουλειά την επόμενη μέρα, και προσπαθεί να το κρύψει μαζί με άλλα βιβλία που έχει κατά καιρούς κρατήσει από τις επιχειρήσεις που έχει λάβει μέρος. Η Μίλντρεντ δεν συμφωνεί μαζί του, την βλέπει να απομακρύνεται. Όταν δέχεται την επίσκεψη του προϊστάμενού του, Μπήτυ, από τις ερωτήσεις του καταλαβαίνει ότι εκείνος έχει αντιληφθεί την αλλαγή του, αλλά πλέον είναι πολύ αργά – το μικρόβιο της αμφισβήτησης έχει μπει μέσα του, θέλει να μάθει περισσότερα έστω και με κίνδυνο της ζωής του και θυμάται την ύπαρξη ενός γηραιού κυρίου, ονόματι Φάμπερ, που είχε συναντήσει στο πάρκο, είχαν συζητήσει λίγο και ήταν σίγουρος ότι διάβαζε ακόμα βιβλία. Τον βρίσκει και μετά τη συζήτησή τους, ο Μόνταγκ πλέον είναι ένας διαφορετικός άνθρωπος αν και γνωρίζει ότι όλα αυτά τον οδηγούν (στο δεύτερο μέρος του βιβλίου), σε μπελάδες από τους οποίους δεν γίνεται να απαλλαχθεί εύκολα.

Χρησιμοποιώντας ένα μοναδικό εύρημα με την θερμοκρασία (451 βαθμούς Φαρενάιτ – περίπου 233 βαθμοί Κελσίου) στην οποία το χαρτί των βιβλίων πιάνει φωτιά και καίγεται, το μυθιστόρημα του Μπράντμπερυ είναι περισσότερο ένα «εσχατολογικό μυθιστόρημα» παρά μια «δυστοπία». Βαδίζοντας στο ίδιο μήκος κύματος, με εξίσου σημαντικά βιβλία, όπως το «1984» του Όργουελ και «Ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος» του Χάξλεϋ (συγγραφέα από τον οποίο είναι επηρεασμένος), ο Μπράντμπερι επεκτείνει την συλλογιστική τους, αφού ο κόσμος που περιγράφει είναι αποχαυνωμένος και αλλοτριωμένος, βολεμένος και κλινικά νεκρός. Η εξουσία χρησιμοποεί την βία σ’αυτούς που ξεφεύγουν από τον κανόνα αλλά δεν χρειάζεται να κάνει κάτι άλλο αφού οι μάζες έχουν μπεί στα επιθυμητά καλούπια.


Το πλέον ευρηματικό όμως και δυσοίωνο στοιχείο του (γεμάτο χιούμορ και ειρωνία) μυθιστορήματος του Μπράντμπερι, είναι η διαπίστωση ότι τα βιβλία «σταμάτησαν να πουλάνε» και σιγά-σιγά εξαφανίστηκαν. Σε έναν κόσμο που δεν χρειάζονταν πλέον τον Λόγο αλλά την Εικόνα, που η αντίληψη ήταν: «περισσότερα σπορ για όλους, ομαδικό πνεύμα, κι έτσι δεν χρειάζεται να σκέφτεσαι..Οργανώσεις, υπερ-αθλητικές εκδηλώσεις..Περισσότερες φωτογραφίες. Το μυαλό χωνεύει όλο και λιγότερα…Οι αυτοκινητόδρομοι γεμάτοι από πλήθη κόσμου που πηγαίνουν κάπου, κάπου, κάπου, πουθενά. Οι πρόσφυγες της οδήγησης..Τα περιοδικά όπως έλεγαν οι σνομπ κριτικοί, δεν ήταν παρά αποπλύματα.» Οι ίδιοι οι άνθρωποι (μας λέει ο ιδιοφυής συγγραφέας) απαγόρεψαν τα βιβλία, δεν χρειάστηκε κανένα μέτρο, κανένας νόμος, παρά μόνο η συνεχής και αέναη αποβλάκωση μέσω της «λαϊκοποίησης» της ψυχαγωγίας (που στο βιβλίο εκφράζεται με την διαδραστική τηλεόραση). Οι συγκρίσεις με την σημερινή εποχή και το προφητικό όραμα του Μπράντμπερι, φέρνει ανατριχίλα στον κάθε αναγνώστη.

«Ο χρόνος φοίτησης στο σχολείο μειώθηκε, η πειθαρχία χαλάρωσε, η φιλοσοφία, η ιστορία και οι ξένες γλώσσες βγήκαν από το πρόγραμμα, τα αγγλικά με τη γραμματική και την ορθογραφία τους σιγά σιγά παραμελήθηκαν και στο τέλος σχεδόν εξοστρακίστηκαν κι αυτά εντελώς. Ζούμε μόνο γιά την κάθε στιγμή, η δουλειά είναι που μετράει και η απόλαυση είναι σε ό,τι κάνεις μετά τη δουλειά. Γιατί λοιπόν χρειάζεται να μάθεις περιττά πράγματα, πέρα από το να πατάς κουμπιά, να ανοιγοκλείνεις διακόπτες και να βάζεις τις οβίδες στη θέση τους;»

Το βιβλίο που είχε πρώτα την μορφή διηγήματος, όπως εξιστορεί στα πολύ ενδιαφέροντα παραρτήματα που συνοδεύουν την έκδοση, ο Μπράντμπερι, γνώρισε την διάσημη (αν και άνιση) κινηματογραφική μεταφορά του Φρανσουά Τριφό (1966), και τουλάχιστον δύο τηλεοπτικές μεταφορές, ενώ έγινε και βιντεοπαιχνίδι. Είναι ένα μυθιστόρημα γεμάτο με εξαίσιες φράσεις, οι συζητήσεις μεταξύ Μόνταγκ και Φάμπερ είναι εκπληκτικές και θίγουν πολλά θέματα, ενώ από τη μέση και μετά, από την στιγμή της «εξέγερσης» του Μόνταγκ αποκτάει έναν ιλιγγιώδη ρυθμό με ένα φινάλε ανοιχτό σε πολλές ερμηνείες (διαφορετικό από αυτό της ταινίας). 
Κανονικά ή θα έπρεπε να διδάσκεται στα σχολεία ή να απαγορευτεί τελείως διότι το βιβλίο αυτό αποτελεί «ωρολογιακή βόμβα» - είναι ένα μυθιστόρημα, αριστουργηματικό και βαθιά φιλοσοφικό για την δύναμη της σκέψης, την αλλοτρίωση, την λογοκρισία και την αντίσταση, που έχω την αίσθηση ότι όσο περνάνε τα χρόνια θα γίνεται όλο και πιο επίκαιρο.