Δευτέρα, Ιουνίου 10, 2013
posted by Librofilo at Δευτέρα, Ιουνίου 10, 2013 | Permalink
Hotel Chelsea


«Ah but you got away, didn't you babe,
you just turned your back on the crowd,
you got away, I never once heard you say,
I need you, I don't need you,
I need you, I don't need you
and all of that jiving around.»



CHELSEA HOTEL No2 (Leonard Cohen)

Διαβάζοντας την προηγούμενη εβδομάδα, το μυθιστόρημα του Γιώργου Γλυκοφρύδη (Αθήνα,1964) με (τον σαγηνευτικό) τίτλο «Hotel Chelsea», (Εκδ. Ψυχογιός, σελ.218), έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται συνεχώς πως θα μπορούσε  να σχηματοποιηθεί η αίσθηση που αποκόμιζα από την ανάγνωσή του. Κατέληξα ότι μου είναι αδύνατον να περιγράψω αυτό το συναίσθημα (ή την εμπειρία), με λογοτεχνικούς όρους, χρησιμοποιώντας δηλαδή τις όποιες αναγνωστικές προσλαμβάνουσες διαθέτω. Η μοναδική προσέγγιση, την οποία μπορώ να κάνω στο βιβλίο είναι μέσα από τις εικόνες, μέσα από ένα κινηματογραφικό πλαίσιο διότι αυτό ακριβώς είναι εκείνο που μου έμεινε από το «Hotel Chelsea», ένας καταιγισμός εικόνων, μια συνεχής κίνηση (της κάμερας ή αν θέλεις της «πένας» του συγγραφέα).

Ο κεραυνοβόλος και παθιασμένος έρωτας του Στέφανου με την Σάρα θα διακοπεί απότομα, όταν ένα αεροπλάνο θα πέσει πάνω στο κτίριο που εκείνη δουλεύει. Είναι η 11η Σεπτεμβρίου του 2001 και ο κόσμος αλλάζει μέσα σε μερικά λεπτά. Οι έντονες ερωτικές στιγμές του νεαρού ζεύγους, στην Ευρώπη και μετά στην Νέα Υόρκη και πιο συγκεκριμένα στο πολυτραγουδισμένο και πολυφωτογραφημένο Hotel Chelsea, θα περάσουν στο παρελθόν. Στο μυαλό όμως του Στέφανου, η Σάρα δεν «έφυγε», ακόμα ζει και έτσι δέκα χρόνια μετά θα ξαναβρεθεί στο ίδιο ξενοδοχείο, σαν να μη πέρασε μια μέρα, θεωρώντας ότι η Σάρα κοιμάται μαζί του, περπατάει στους ίδιους δρόμους δίπλα του, πάνε στα ρεστωράν που τους άρεσαν. Εξάλλου η Σάρα μπορεί να έχει θαφτεί κάτω από τα ερείπια των Δίδυμων Πύργων αλλά ενδέχεται και να έχει «μεταφερθεί» σε μια άλλη διάσταση, σε κάποιο παράλληλο σύμπαν εκατό χρόνια μετά την μοιραία ημερομηνία και είναι αυτή η μέρα, που «θα’πρεπε» να ξανασυναντήσει τον εραστή της όπως της είχε εκείνος υποσχεθεί κάποτε...

« «Λοιπόν, εκείνη την πρώτη μας νύχτα, δυο μήνες πριν, μου ζήτησες ακόμη ένα ραντεβού. Τουλάχιστον ακόμη μια νύχτα, έστω εκατό χρόνια αργότερα. Αν δεν ήθελα, μου είχες πει, να σε έβλεπα ποτέ ξανά στην υπόλοιπη ζωή μου, τουλάχιστον ας σε έβλεπα για ακόμη μια νύχτα μόνο, έστω εκατό χρόνια αργότερα. Στην επόμενη ζωή μου δηλαδή. Έτσι ώστε, λέει, να μπορούμε, μου είχες πει, να βλεπόμαστε έστω μια νύχτα για κάθε ζωή, για πάντα. Στην αιωνιότητα». Έκανε μια παύση. «Κι εγώ…το πήρα στα σοβαρά. Το πήρα ως αληθινό όρκο αληθινής αιώνιας αγάπης·  του πραγματικού απόλυτου έρωτα·  του παντοτινού.»

Η εισβολή όμως μιας εντυπωσιακής γυναίκας, της Γκρέις Μονρό στο ξενοδοχείο και η (διόλου τυχαία) γνωριμία της με τον Στέφανο θα προσδώσει μια διαφορετική διάσταση στην ιστορία και θα δημιουργηθεί ένα ιδιότυπο ερωτικό τρίγωνο. Η ζωή του Στέφανου θα αλλάξει, θα αρχίσει πάλι να ζει και να βλέπει την Νέα Υόρκη με άλλο μάτι, ο εσωτερικός του ρυθμός θα ανατραπεί και πρέπει να πάρει επιτέλους κάποιες αποφάσεις.

 

Η σκιά του εμβληματικού ξενοδοχείου πέφτει πάνω στην ιστορία έρωτα και φαντασίας, απώλειας και οδύνης που περιγράφει ο συγγραφέας. Το Chelsea hotel  με τις μνήμες στα δωμάτια, στους τοίχους, στα ασανσέρ, ένα ξενοδοχείο-μουσείο, κυριαρχεί στην ιστορία, στεγάζοντας τις ωραιότερες στιγμές του ζεύγους Στέφανος-Σάρα, χρησιμεύοντας ως αφορμή για να γνωριστεί ο Στέφανος με την Γκρέις, ξυπνώντας αναμνήσεις και δημιουργώντας το κατάλληλο ατμοσφαιρικό υπόβαθρο για να χτιστεί η ιστορία του Γλυκοφρύδη.

Το μυθιστόρημα είναι γεμάτο εικόνες, αστραπιαίες που περνάνε σαν μια σειρά φωτογραφιών σε έναν τεράστιο τοίχο ή εικόνες από ερωτικές ταινίες, από ταινίες που έχουμε αγαπήσει. Το ζευγάρι να κάνει ξέφρενο έρωτα, εκείνος να θαυμάζει το κορμί της όταν εκείνη κοιμάται, να περπατάνε μαζί στους δρόμους της Ν.Υόρκης, οι αστυνομικοί να περνάνε χειροπέδες στον Στέφανο, η Γκρέις Μονρό που είναι «ίδια η Μπιγιονσέ» να στέκεται μπροστά του τυφλώνοντάς τον με την ομορφιά της, τα diners με τα βιντεοκλίπ της Lady Gaga, οι βόλτες μέσα στο υποβλητικό ξενοδοχείο, οι «τρύπες του χρόνου», οι εναλλαγές παρόντος, μέλλοντος και παρελθόντος. Θα μπορούσε να μοιάζει με ταινία ή σειρά επιστημονικής φαντασίας (The Fountain, Blade Runner, Lost, Fringe).

Δεν μπορώ να το δω αλλιώς παρά σαν ένα κινηματογραφικό κολάζ, μια σειρά στιγμιοτύπων. Ο Γλυκοφρύδης κινείται μαεστρικά στις ερωτικές στιγμές και στη δημιουργία ατμόσφαιρας, γοητεύεται από τον έρωτα που πλάθει με τη φαντασία του, δείχνει να χάνει την ισορροπία της ιστορίας, οι διάλογοι είναι αμήχανοι και δυσκολεύουν την ροή της ιστορίας με την έντονη προφορικότητά τους, γεγονότα μένουν μετέωρα και αποσπασματικά, ενώ ο δαιμονιώδης ρυθμός κάποιες φορές κόβεται απότομα από ανούσιες πληροφορίες για τραγούδια και καλλιτέχνες. Ο συγγραφέας νιώθεις ότι παρασύρεται από τις εικόνες, οι οποίες από τη μέση και μετά «βομβαρδίζουν» τον αναγνώστη (αδικαιολόγητα τις περισσότερες φορές) που νιώθει σαν να παρακολουθεί σενάριο βιντεοκλίπ.

Με το ερωτικό πάθος από τη μια να δονεί τα δρώμενα, την Νέα Υόρκη να είναι πάντα ένα γοητευτικό σκηνικό, το ξενοδοχείο Chelsea να σκεπάζει με τη σκιά του, ανθρώπους και καταστάσεις, ενώ το φουτουριστικό στοιχείο προσδίδει το υπερφυσικό στοιχείο στην ιστορία, όλα μοιάζουν ασύνδετα και ασυγχρόνιστα αλλά τελικά λειτουργούν.
Πολύ διαφορετικό, παρά τις κάποιες επι μέρους ομοιότητες, με τα προηγούμενα του έργα, τον εξαιρετικό αλλά φλύαρο «Επιβάτη» και το πολύ άνισο, «10 ώρες δυτικά», το «Hotel Chelsea», είναι ένα ενδιαφέρον μυθιστόρημα, κινηματογραφικού ύφους και μορφής που αποτελεί αίνιγμα  και για τον αναγνώστη αλλά και για τον συγγραφέα. Ο μεν πρώτος κατά πόσον θα αφεθεί «να παρασυρθεί» από αυτό το tour-de-force εικόνων και ρυθμού, ο δε δεύτερος κατά πόσον θα μπορέσει να «επικοινωνήσει», να περάσει το όραμά του στο κοινό. Είναι ένα στοίχημα όπως και να το δεί κανείς.