Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 13, 2013
posted by Librofilo at Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 13, 2013 | Permalink
"Αυτό το όνειρο που ονομάζουμε ανθρώπινη ζωή..."

Γοητευτικό και αινιγματικό, το μυθιστόρημα μαθητείας «ΓΙΑΚΟΜΠ ΦΟΝ ΓΚΟΥΝΤΕΝ» («Jakob von GuntenEin Tagebuch»), του ιδιόρρυθμου συγγραφέα Robert Walser (Ελβετία, 1878-1956), (Εκδ. Ροές, (εξαιρετική) μετάφρ. Β.Πατέρας, σελ.252), αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτό που αναφέρει ο υπότιτλός του: «Αυτό το όνειρο που ονομάζουμε ανθρώπινη ζωή». Όπως τα όνειρα δύσκολα περιγράφονται και ακόμα δυσκολότερα ερμηνεύονται, το ίδιο συμβαίνει και με το ιδιάζον αυτό μυθιστόρημα.

Γραμμένο με τη μορφή ενός ημερολογίου, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, το βιβλίο του Βάλζερ (το οποίο πρωτοεκδόθηκε το 1909), έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά του εξπρεσιονιστικού και γεμάτου συμβολισμούς ύφους που άνθισε στη Γερμανία το πρώτο μισό του 20ου αιώνα (και που γνώρισε την κορύφωσή του στο έργο του Φραντς Κάφκα).
Ο νεαρός Γιάκομπ φον Γκούντεν, γόνος αριστοκρατικής οικογενείας φεύγει από το σπίτι του για να εισαχθεί στο Ινστιτούτο Μπενζαμέντα, το οποίο προετοιμάζει τους σπουδαστές του για να προσληφθούν ως υπηρέτες. Ο Γιάκομπ πρώτη φορά στη ζωή του, γνωρίζεται και συγχρωτίζεται με ανθρώπους «κατώτερης τάξης», αναγκάζεται να υπακούσει στην στρατιωτική πειθαρχία της σχολής η οποία διευθύνεται από τον Κο Μπενζαμέντα, έναν άνθρωπο που από την αρχή δείχνει μια ιδιαίτερη συμπάθεια (μέχρι τα όρια της παρενόχλησης) προς τον νεαρό αριστοκράτη, και την αδερφή του, την ευαίσθητη και ρομαντική Διδα Μπενζαμέντα, η οποία έλκεται ερωτικά από τον Γιάκομπ.


«Μ’αρέσει να βλέπω συμπαθείς ανθρώπους να θυμώνουν λιγάκι καμιά φορά. Τίποτα δεν μ’ευχαριστεί περισσότερο από το να δίνω μια αντεστραμμένη εικόνα του εαυτού μου σε πρόσωπα που αγαπώ. Είναι άδικο ίσως αλλά συνάμα και τολμηρό, οπότε το πράγμα τακτοποιείται. Νομίζω πως είναι λιγάκι νοσηρή η συνήθεία μου. Φαντάζομαι, λόγου χάρη, πόσο ανείπωτα όμορφο θα είναι να πεθάνω με τη φριχτή βεβαιότητα ότι έχω δυσαρεστήσει τον άνθρωπο που αγαπώ περισσότερο στον κόσμο και τον έχω κάνει να πιστεύει τα χειρότερα για μένα. Δεν περιμένω κατανόηση από κανέναν, παρά μονάχα από κάποιον που αναριγεί μπροστά στην ομορφιά του πείσματος. Να πεθαίνεις σαν το σκυλί από καπρίτσιο ή ξεροκεφαλιά. Αξίζει τον κόπο; Ασφαλώς όχι. Άλλωστε όλα τούτα δεν είναι παρά χονδροειδέστατες σαχλαμάρες.»

Ο Γιάκομπ προσπαθεί να συνηθίσει το περιβάλλον της σχολής, τα βαρετά μαθήματα με τους καθηγητές να κοιμούνται στην τάξη ή να είναι μονίμως αφηρημένοι. Παρατηρεί τους συμμαθητές του και τις ιδιαιτερότητές τους, ενώ στις εξόδους του στην πόλη του Βερολίνου, προσέχει τον κόσμο και κάνει τις παρατηρήσεις του, άλλοτε μαγεμένος και γοητευμένος, άλλοτε βλέποντας τα πράγματα ρεαλιστικά και χωρίς φτιασίδια. Το μεγαλύτερο όμως μέρος της (υποτυπώδους) δράσης εκτυλίσσεται μέσα στο Ινστιτούτο, με τα παιχνίδια εξουσίας, τα μυστικά και τα αινίγματα που υπάρχουν μέσα στο κτίριο όπου ουσιαστικά δεν συμβαίνει τίποτα άξιο λόγου παρά μόνο η αργή αλλά έντονη επιρροή του νεαρού σπουδαστή Γιάκομπ προς τους δύο διδάσκοντες (και οι οποίοι ασκούν τυπικά την εξουσία), τα δύο αδέρφια Μπενζαμέντα. Ποιες θα είναι οι αντοχές του αφηγητή και ήρωα και που θα οδηγηθεί αυτή η κατάσταση; Το φινάλε που υπακούει στο ύφος και την ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος, ονειρικό και αινιγματικό δίνει μια προσωρινή λύση, ανοιχτή σε πολλαπλές ερμηνείες.

Το βιβλίο του Βάλζερ ελαφρώς αυτοβιογραφικό (ο συγγραφέας φοίτησε σε μια σχολή υπηρετών στα 27 του) είναι βαθιά συμβολικό. Ο ήρωας αφήνει την οικογενειακή θαλπωρή και κάνει την είσοδό του στον «πραγματικό κόσμο» - θα μπορούσε να πει κανείς, «μπαίνει στην κοινωνία». Μαθητεύει στην έννοια της ταπεινότητας, της ισοπέδωσης της προσωπικής έκφρασης, της αλλοτρίωσης. Μεγαλωμένος σε αριστοκρατικό περιβάλλον όμως στέκεται σε μια απόσταση από αυτά που συμβαίνουν μπροστά στα μάτια του. Ζεί μαζί τους, συμμετέχει αλλά από την άλλη νιώθει το δικαίωμα(;) να τα κριτικάρει – γι’αυτόν τον λόγο, ο αφηγητής επαναλαμβάνει συνεχώς «ότι λέει ψέματα» σε όλους. Νιώθει ότι όσο πιο ασήμαντος και ταπεινός γίνεται, τόσο πιο ελεύθερος αισθάνεται. Η ειρωνία που χαρακτηρίζει το στυλ του Βάλζερ όμως κάπου τα υπονομεύει όλα αυτά, καθώς διακρίνουμε την αδυναμία του ήρωα (εσωτερική βέβαια, αλλά εμφανής τις περισσότερες φορές) να αποδεχτεί τον ρόλο που εκείνος(;) επέλεξε, διακρίνοντας την αντίφαση μεταξύ των ενεργειών που φαίνονται και της εσωτερικής αγωνίας και προβληματισμού.

Το στυλ του συγγραφέα, λεπτό και αριστοτεχνικό, σαγηνεύει και ελκύει. Η ονειρική ατμόσφαιρα και η συνεχής αίσθηση ότι κάτω από το πρώτο επίπεδο της ανάγνωσης κρύβονται καταστάσεις ανοιχτές σε ερμηνείες κάθε είδους, η έντονη αίσθηση της ματαιότητας και της ακινησίας, αιχμαλωτίζουν και υπνωτίζουν τον ρυθμό τυλίγοντάς τον αναγνώστη, σε έναν ιδιότυπο ιστό αράχνης από τον οποίο θα μπορέσει να ξεφύγει αρκετό χρόνο μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης του αριστουργηματικού αυτού βιβλίου.

«Εδώ στο ινστιτούτο Μπενζαμέντα μαθαίνουμε να νιώθουμε και να αποδεχόμαστε την απώλεια, πράγμα που κατά τη γνώμη μου συνιστά μεγάλη κατάκτηση, είναι μια άσκηση χωρίς την οποία ο άνθρωπος, όσο σημαντικός κι αν είναι, μένει για πάντα ένα φωνακλάδικο νιάνιαρο. Εμείς οι οικότροφοι δεν τρέφουμε ελπίδες για τίποτα, άλλωστε απαγορεύεται αυστηρά να ελπίζουμε σε οτιδήποτε. Παρ’όλα αυτά είμαστε ήρεμοι και ευδιάθετοι. Πως είναι δυνατόν; Μήπως νιώθουμε να φτερουγίζει πάνω από τα καλοχτενισμένα κεφάλια μας ένας φύλακας άγγελος; Δεν ξέρω να σας πω. Ίσως να είμαστε χαρούμενοι και ξέγνοιαστοι από αφέλεια. Πολύ πιθανόν. Αλλά, ακόμα κι έτσι, έχει λιγότερη αξία η χαρά και η φρεσκάδα της καρδιάς μας; Είμαστε στ’αλήθεια κουτοί; Ωστόσο η ασυνείδητα αναμετράμε ένα σωρό πράγματα, το πνεύμα μας ταξιδεύει εδώ κι εκεί, στέλνουμε τις αισθήσεις μας στους τέσσερις ανέμους για να συλλέξουν εμπειρίες και παρατηρήσεις. Βρίσκουμε παρηγοριά σε τόσα και τόσα, γιατί είμαστε γενικά πολύ δραστήρια και ανήσυχα άτομα και γιατί υποτιμάμε τον εαυτό μας. Ο άνθρωπος που έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, δύσκολα γλιτώνει από εξευτελισμούς και απογοητεύσεις, καθώς βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος με καταστάσεις που τσακίζουν την αυτοπεποίθηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι εμείς οι μαθητές δεν διαθέτουμε αξιοπρέπεια, απλώς πρόκειται για μια πολύ μικρή, ευέλικτη, εύκαμπτη και ελαστική αξιοπρέπεια, που την τεντώνουμε και τη λασκάρουμε ανάλογα με τις ανάγκες. Είμαστε καρποί ενός υψηλού πολιτισμού ή είμαστε γνήσια παιδιά της φύσης; Ούτε και σ’αυτό έχω απάντηση. Αλλά για ένα πράγμα είμαι βέβαιος: Περιμένουμε! Σ’αυτό έγκειται η αξία μας. Ναι, περιμένουμε και ταυτόχρονα αφουγκραζόμαστε τη ζωή που κυλά έξω από εμάς, αυτή την επιφάνεια που ονομάζουμε κοινωνία, αυτή τη θάλασσα με τις φουρτούνες της.»


Ο Ρόμπερτ Βάλζερ παρεξηγημένος και σχεδόν αγνοημένος από το κοινό και την παγκόσμια κριτική όσο έζησε, έγινε γνωστός στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Ολιγογράφος και ιδιόρρυθμος άνθρωπος, με ψυχολογικά προβλήματα τα οποία τον οδήγησαν να περάσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής του σε άσυλο (ουσιαστικά από το 1929 έως το τέλος της ζωής του), θα εκδόσει λίγα μυθιστορήματα, και κάποια πεζά, αλλά το έργο του θα ασκήσει ισχυρή επίδραση στον Φραντς Κάφκα, ο οποίος ήταν θαυμαστής του, ο σπουδαίος στοχαστής Βάλτερ Μπένγιαμιν θα ασχοληθεί με το έργο του, ενώ είναι εμφανείς οι επιρροές του στα βιβλία των Ζέμπαλντ και Βίλα-Μάτας μεταξύ άλλων. Ένα εξαιρετικό κείμενο του μεγάλου J.M.Coetzee στο The New York Review of Books για το έργο του (αλλά και κυρίως για το «Γιάκομπ Φον Γκούντεν») μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ενώ είναι υπέροχο και το επίμετρο που συνοδεύει την ωραία έκδοση των Ροών, το οποίο είναι απόσπασμα από το επίμετρο της Γερμανικής έκδοσης του βιβλίου.