Τετάρτη, Οκτωβρίου 02, 2013
posted by Librofilo at Τετάρτη, Οκτωβρίου 02, 2013 | Permalink
Τίτλοι τέλους


Οι ιστορίες γύρω από δημοσιογράφους και εφημερίδες ή τηλεοπτικούς διαύλους, είναι πολύ δημοφιλείς στη μεγάλη ή μικρή οθόνη με εξαιρετικές και πολύ ενδιαφέρουσες παραγωγές (π.χ. η σειρά «Newsroom» που ξεκίνησε την προηγούμενη χρονιά είναι θαυμάσια), οπότε ένα μυθιστόρημα γύρω από τους ανθρώπους που δουλεύουν για μια εφημερίδα θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο και ευρηματικό για να καταφέρει να τραβήξει το ενδιαφέρον του μέσου αναγνώστη. Αυτό το «στοίχημα» το κερδίζει ο σχετικά νέος Αγγλοκαναδός συγγραφέας Tom Rachman (Λονδίνο 1974) με το πανέξυπνο και σπινθηροβόλο μυθιστόρημά του «ΤΙΤΛΟΙ ΤΕΛΟΥΣ» («The Imperfectionists»), (Εκδ. Κέδρος, μετάφρ. Ε.Μαρωνίτη, σελ.383).

Μια εφημερίδα που αργοπεθαίνει και οι ιστορίες 11 ανθρώπων που δουλεύουν σ’αυτήν είναι το θέμα του βιβλίου. 11 ιστορίες αυτόνομες που θα μπορούσαν να διαβαστούν και ως διηγήματα αφού η σύνδεση μεταξύ τους είναι χαλαρή. Το νήμα που τις ενώνει είναι μια όχι συνηθισμένη εφημερίδα, ένα καπρίτσιο του μεγαλοεκατομμυριούχου Σάιρους Οτ, ο οποίος την δεκαετία του ’50 αποφασίζει (για ομιχλώδεις λόγους που δεν αποσαφηνίζονται παρά μόνο στο τέλος του βιβλίου), να ιδρύσει μια διεθνή αγγλόφωνη εφημερίδα η οποία θα έχει έδρα την Ρώμη και παγκόσμια διανομή. Τα  καθοριστικά χρονικά στάδια της πορείας της εφημερίδας τα οποία κατανέμονται μεταξύ των ιστοριών των 11 χαρακτήρων αποτελούν τον συνεκτικό ιστό που λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ των ιστοριών οι οποίες διαθέτουν ένα προσωπικό χαρακτήρα.

Το μυθιστόρημα του Ράχμαν λειτουργεί ως ένα μεγάλο παράθυρο από το οποίο ο αναγνώστης παρακολουθεί τις ιστορίες ανθρώπων που άλλος λίγο, άλλος πολύ καθόρισαν την πορεία της εφημερίδας και που η εφημερίδα καθόρισε την πορεία της ζωής τους. Η κρίση του Τύπου όμως σε συνδιασμό με την παγκόσμια οικονομική κρίση επιφέρουν αναπόφευκτες αλλαγές που θα έχουν επιπτώσεις στην καθημερινότητα των ηρώων/χαρακτήρων όπως και στη συνέχιση της λειτουργίας της εφημερίδας.

Ένας γηραιός ανταποκριτής στο Παρίσι, ο Λόιντ Μπέρκο, ο οποίος έχει αποξενωθεί από τα παιδιά του εκτός από τον αινιγματικό του γιό για τον οποίον έχει μια λανθάνουσα εντύπωση για το τι ακριβώς κάνει στη ζωή του, ψάχνει κάποιο θέμα που θα τον κρατήσει «ζωντανό» επαγγελματικά. Ένας νεαρός δημοσιογράφος, ο Άρθουρ Γκοπάλ, ο οποίος γράφει την στήλη των «Νεκρολογιών», κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Ελβετία μαθαίνει κάποιο τραγικό νέο που θα του αλλάξει τη ζωή. Η Χάρντι Μπέντζαμιν, δημοσιογράφος του Οικονομικού ρεπορτάζ, που θα γνωρίσει έναν περίεργο τύπο, τελείως διαφορετικό από εκείνη, ο οποίος θα την παρασύρει σε μια αντισυμβατική ερωτική σχέση. Ο αρχισυντάκτης ύλης, Χέρμαν Κοέν, ο οποίος έχει μανία με τις ακριβείς διατυπώσεις, με την σωστή χρήση της γλώσσας, θα δεχτεί την επίσκεψη ενός παλιού του φίλου, τον οποίον ανέκαθεν θαύμαζε για το πνεύμα του αλλά η πραγματικότητα θα τον προσγειώσει ανώμαλα. Η αρχισυντάκτρια και «ψυχή» της εφημερίδας, Κάθλιν Σόλσον που διαπιστώνει ότι ο «οικόσιτος» σύζυγός της την απατάει και προσπαθεί να επανασυνδεθεί με ένα παλιό της αμόρε, ο οποίος είναι πλέον στις υπηρεσίες του Μπερλουσκόνι και τον οποίον «παρενοχλεί» η Ρούμπι Ζέιγκα μια προβληματική γυναίκα (κανονική «Δεσποινίς Μοναχικές Καρδιές»), αγχωμένη για το επαγγελματικό της μέλλον, που δουλεύει στην εφημερίδα και είναι ηρωίδα μιας από τις ιστορίες.

Υπάρχει επίσης ο νεαρός επίδοξος δημοσιογράφος Ουίνστον Τσέουνγκ που ζει στο Κάιρο και προσπαθεί να πάρει τη θέση του ανταποκριτή της εφημερίδας και ο οποίος δέχεται την επίσκεψη ενός βετεράνου ρεπόρτερ που εισβάλλει στη ζωή του, στον χώρο του και στο τέλος του τρώει τη θέση σε μια εκπληκτική ιστορία. Ο Διευθυντής Σύνταξης Κρεγκ Μένζις που έχει προβλήματα με την νεαρή φιλενάδα του Άνικα όταν λόγω της πλήξης που αυτή αισθάνεται μένοντας μόνη στο διαμέρισμά τους αρχίζει μαθήματα φωτογραφίας και μπλέκει σε μια παρανοϊκή σχέση με έναν Ιταλό ο οποίος την μηνύει για αθέτηση υπόσχεσης σε μια ιστορία θεότρελλη και άκρως διασκεδαστική.

Η κορυφαία (ίσως) ιστορία (Πιραντελικού ύφους) του βιβλίου είναι αυτή με ηρωίδα την αριστοκρατική Ιταλίδα Ορνέλα ντε Μοντερέκι ίσως την φανατικότερη αναγνώστρια της εφημερίδας, σε βαθιά γεράματα η οποία έχει προσαρμόσει τη ζωή της στην ανάγνωση της εφημερίδας, με έναν μάλλον ασυνήθιστο τρόπο:
«Διαβάζει ανελλιπώς όλα τα φύλλα της εφημερίδας από τότε που ο σύζυγός της, ο Κόζιμο ντε Μοντερέκι, μετατέθηκε στο Ριάντ, το 1976. Εκείνος ως Ιταλός πρέσβης, ταξίδεψε χωρίς περιορισμούς στη Σαουδική Αραβία. Αλλά εκείνη, ως γυναίκα, ουσιαστικά ήταν περιορισμένη σε μια φρουρούμενη περιοχή για Δυτικούς, ενώ οι δυο γιοί της πήγαιναν στο ολοήμερο διεθνές σχολείο. Από ανία, ξεκίνησε να διαβάζει την εφημερίδα από τα τέλη της δεκαετίας του 70 – άλλωστε ήταν ένα από ελάχιστα διαθέσιμα ξένα έντυπα στο βασίλειο. Και καθώς ποτέ της δεν έμαθε την τεχνική της ανάγνωσης μιας εφημερίδας, τα διάβαζε όλα με τη σειρά, σαν να ήταν βιβλίο, κάθε στήλη μέχρι το τέλος, από τα αριστερά προς τα δεξιά, τη μία σελίδα μετά την άλλη. Δεν άφηνε άρθρο που να μην το διαβάσει, ενώ αρνιόταν να προχωρήσει αν δεν το είχε προηγουμένως τελειώσει, με αποτέλεσμα να χρειάζεται πολλές μέρες μέχρι να τελειώσει ένα φύλλο. Στην αρχή ήταν πολλά αυτά που δεν καταλάβαινε. Το βράδυ έκανε ερωτήσεις στον Κόζιμο, αρχικά τις βασικές, όπως: «Που είναι η Άνω Βόλτα;». Στη συνέχεια οι απορίες της έγιναν πιο σύνθετες, όπως: «Εφόσον οι Ρώσοι και οι Κινέζοι είναι κομμουνιστές, γιατί διαφωνούν;». Μέχρι που άρχισε να θέτει ερωτήματα για το ρόλο των Παλαιστινίων στα εσωτερικά της Ιορδανίας, για τις διαμάχες μεταξύ των αντιπάλων του Απαρτχάιντ, αλλά και την οικονομία της προσφοράς. Ορισμένες φορές ο Κόζιμο αναφερόταν σε ένα γεγονός στο οποίο εκείνη δεν είχε ακόμη φτάσει, χαλώντας την έκπληξη, οπότε και του έδωσε αυστηρές οδηγίες να μη του ξεφεύγει τίποτα, ακόμα κι αν το’φερνε η κουβέντα. Έτσι, ξεκίνησε η βαθμιαία μετατόπισή της από το παρόν.

Διαβάζοντας επί ένα χρόνο την εφημερίδα, έμεινε έξι μήνες πίσω. Όταν στην δεκαετία του 80 επέστρεψαν στη Ρώμη, εκείνη παρέμενε εγκλωβισμένη στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Όταν απέξω ήταν η δεκαετία του ’90, εκείνη άρχισε να γνωρίζει τον πρόεδρο Ρέιγκαν. Όταν τα αεροπλάνα χτύπησαν τους Δίδυμους Πύργους, εκείνη παρακολουθούσε την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Σήμερα έξω από το διαμέρισμα είναι 18 Φεβρουαρίου του 2007. Μέσα, η ημερομηνία παραμένει 23 Απριλίου του 1994.»

Το μυθιστόρημα κλείνει με δύο από τις καλύτερες ιστορίες, αυτήν της Άμπεϊ Πινόλα, ΔιευθύντριαςΟικονομικού τμήματος της εφημερίδας η οποία πηγαίνοντας με το αεροπλάνο στα κεντρικά της ιδιοκτήτριας εταιρίας στην Ατλάντα των ΗΠΑ, βρίσκεται να συνταξιδεύει δίπλα-δίπλα με κάποιον συντάκτη που πριν λίγες ημέρες είχε απολύσει. Μια σπαρταριστή ιστορία με κυνικό και ειρωνικό χιούμορ που τσακίζει, ενώ, το μυθιστόρημα του Ράχμαν ολοκληρώνεται με την ιστορία του εγγονού του ιδρυτή, του νεότατου Όλιβερ Τοτ που η μοίρα τον επέλεξε να είναι αυτός, ο πλέον αδιάφορος προς την λειτουργία της εφημερίδας που δεν είχε διαβάσει ποτέ του να βάλει την ταφόπλακα στην έκδοση της αναστέλλοντας την λειτουργία της.

Η εφημερίδα (της οποίας τον τίτλο δεν θα μάθουμε ποτέ), λειτουργεί ως μια οικογένεια, ένα σπίτι, δυσλειτουργικό και προβληματικό αλλά είναι μια εστία ασφάλειας, ένα σημείο αναφοράς. Οι ζωές των εργαζόμενων καθορίζονται από την πορεία της, από την λειτουργία της. Στα μάτια τους είναι κάτι σημαντικό αλλά για τον υπόλοιπο κόσμο, ακόμα και για τους ιδιοκτήτες της, μια απρόσωπη εταιρία με πολλές δραστηριότητες στις ΗΠΑ, είναι απλά νούμερα/αριθμοί. Οι καιροί έχουν αλλάξει, το όραμα του ιδρυτή Σάιρους Οτ έχει σβήσει, οι αναγνώστες έχουν μειωθεί δραματικά, η πορεία είναι προδιαγεγραμένη.

Ο συγγραφέας επηρεασμένος από το ύφος μεγάλων σατιρικών συγγραφέων κεντάει στις λεπτές αποχρώσεις μεταξύ δράματος και κωμωδίας, εκεί όπου όλα κρέμονται σε μια κλωστή μεταξύ γέλιου και κλάματος. Οι χαρακτήρες του βαθιά ανθρώπινοι, διαφορετικοί αλλά οι περισσότεροι ψυχαναγκαστικοί και εμμονικοί είναι ολοζώντανοι – στέκονται δε αυτόνομα ως προσωπικότητες- το βιβλίο θα μπορούσε να είναι μια έξοχη συλλογή διηγημάτων – κάποιες δε από τις ιστορίες προσφέρονται για ανθολόγηση.

Οι «Τίτλοι τέλους» (ετοιμάζεται η κινηματογραφική του μεταφορά με τα δικαιώματα να φθάνουν σε μεγάλα οικονομικά ύψη!),  είναι ένα ευφυές μυθιστόρημα, ο Ράχμαν άνθρωπος των εφημερίδων ο ίδιος, κάνει ένα απολύτως επιτυχημένο ντεμπούτο στη λογοτεχνική σκηνή με ένα καλοδουλεμένο βιβλίο που κερδίζει με την αμεσότητά του (βοηθάει η ρέουσα μετάφραση της Ε.Μαρωνίτη σ’αυτό), την διαχείριση του υλικού του, τον υπέροχο ρυθμό που δίνει στο βιβλίο (το οποίο όσο προχωράει γίνεται όλο και καλύτερο, σε σημείο να αισθάνεσαι λύπη όταν ολοκληρώνεται) και το πανέξυπνο χιούμορ που κατακλύζει τις σελίδες του.