Τρίτη, Οκτωβρίου 15, 2013
posted by Librofilo at Τρίτη, Οκτωβρίου 15, 2013 | Permalink
Καλοκαίρι δίχως άντρες

Εκείνο που θαυμάζεις περισσότερο απ’όλα (και δεν είναι λίγα), στο έξοχο μυθιστόρημα της Siri Hustvedt (Η.Π.Α.,1955), που έχει ως τίτλο «ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΔΙΧΩΣ ΑΝΤΡΕΣ» («The summer without men»), (Εκδ. Πατάκη, μετάφρ. Χ.Παπαδημητρίου, σελ.262), είναι ότι παρά το γεγονός ότι είναι ουσιαστικά ένα βιβλίο που στο μεγαλύτερο του μέρος ασχολείται με θέματα όπως η ερωτική απόρριψη, ο θάνατος, η μοναξιά, τα γηρατειά, η τρέλλα, το κάνει με έναν τρόπο αισιόδοξο και ζωντανό, ευφυέστατο και σαγηνευτικό.

«Είναι αδύνατον να προβλέψεις την εξέλιξη μιας ιστορίας όσο τη ζείς· δεν έχει σχήμα ακόμα, είναι μια υποτυπώδης διαδοχή λέξεων και πραγμάτων ας το παραδεχτούμε: Δεν ξαναβρίσκουμε ποτέ αυτό που ήταν πράγματι. Το μεγαλύτερο μέρος της χάνεται. Κι εντούτοις, έτσι όπως κάθομαι στο γραφείο μου και προσπαθώ να ξαναφέρω στο μυαλό μου εκείνο το σχετικά πρόσφατο καλοκαίρι, ξέρω ότι έγιναν αλλαγές που επηρέασαν όσα ακολούθησαν. Μερικές διακρίνονται σαν εξογκώματα σε ανάγλυφο χάρτη, τότε όμως δεν ήμουν σε θέση να τις αντιληφθώ επειδή έβλεπα τα πράγματα μέσα από τη μονοτονία της καθημερινής ζωής. Ο χρόνος δεν είναι έξω από μας, αλλά εντός μας. Μόνο εμείς ζούμε με παρελθόν, παρόν και μέλλον, και το παρόν είναι πολύ σύντομο για να το αισθανθούμε, ούτως ή άλλως· το αντιλαμβανόμαστε εκ των υστέρων, και τότε ή είναι κωδικοποιημένο ή έχει σβυστεί από το μυαλό μας. Εκ των υστέρων συνειδητοποιούμε τι έχει συμβεί.»

Όταν η ποιήτρια και καθηγήτρια στο Κολούμπια, Μία Φρέντρικσεν συνειδητοποιεί ότι ο επι τριάντα χρόνια, σοβαρός και εξαίρετος επιστήμων σύζυγός της, ο Μπόρις, της ζητάει μια «ανάπαυλα» από τον γάμο τους για να ζήσει τον έρωτά του με μια αρκετά μικρότερή του Γαλλίδα (και μάλιστα το εννοεί σοβαρά), καταρρέει. Νοσηλεύεται για ένα μικρό διάστημα σε μια Ψυχιατρική κλινική και όταν βγαίνει αντιλαμβανόμενη ότι δεν μπορεί (για την ώρα) να επιστρέψει στη Ν.Υόρκη, αποφασίζει να νοικιάσει ένα εξοχικό σπίτι στην μικρή επαρχιακή πόλη της Μιννεσότα, εκεί όπου έζησε τα παιδικά της χρόνια. Η μητέρα της ζει πλέον σε έναν οίκο ευγηρίας και η ζωή με τους ήρεμους ρυθμούς της επαρχίας, θεωρεί ότι θα της κάνουν καλό στην εύθραυστη ψυχολογική και πνευματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται.

Ως καταξιωμένη ποιήτρια και βραβευμένη (με ένα ασήμαντο βραβείο) η Μία προσκαλείται από τον τοπικό πολιτιστικό σύλλογο να διδάξει Ποίηση για το καλοκαίρι. Στο μάθημά της παρουσιάζονται επτά νεαρές έφηβες που άλλες ήρθαν με τη θέλησή τους, και άλλες τις έστειλαν οι μανάδες τους. Δίπλα στο σπίτι της Μία μένει μια νεαρή μητέρα, η Λόλα με τα δύο μικρά της παιδάκια και τον αρκετά βίαιο σύζυγό της.
Αυτός είναι ο περίγυρος της μικρής κοινωνίας στην οποία θα ζήσει η Μία αυτό το καλοκαίρι. Μια παρέα συμπαθέστατων και πολύ ενδιαφερόντων κατά τ’άλλα γιαγιάδων που είναι ένα σκαλοπάτι πριν τον θάνατο, ένα μάτσο σαχλοκόριτσα που προσπαθούν να γράψουν δακρύβρεχτα στιχάκια και ένα προβληματικό ζευγάρι με δύο υπέροχα παιδάκια. Από την άλλη υπάρχει η ηθοποιός κόρη της Μία, η Νάνσυ που προσπαθεί να ρίξει γέφυρες μεταξύ του πατέρα και της μητέρας της και ένας μυστηριώδης τύπος, «ο κύριος Κανένας» με τον οποίο η Μία επικοινωνεί με e-mails, και που ενώ στην αρχή βγαίνει κάποιου είδους ανταγωνισμός από την πλευρά του, με τον καιρό τα e-mails γίνονται πιο προσωπικά, οι συζητήσεις πιο ουσιαστικές.

Μέσα σ’αυτή την αφόρητη και μάλλον αποκρουστική «μπαναλιτέ» της κεντρικής ιστορίας, (μια γυναίκα σε μέση ηλικία εγκαταλείπεται από τον σύζυγό της που «τρελλάθηκε» από τα βυζιά μιας πολύ νεότερης γυναίκας), η Χούστβεντ κεντάει. Παίρνει την ηρωίδα, μορφωμένη και ευαίσθητη, η οποία όμως έχει φθάσει στο χαμηλότερο στάδιο αυτοεκτίμησης και ανασφάλειας και την παρακολουθεί στην προσπάθειά της να ανακάμψει χωρίς υστερίες (εντάξει, λίγες) και «κατινιές» (λίγο περισσότερες αλλά συνηθισμένες).
Η Μία με οδηγό το πνεύμα της, αντιμετωπίζει την καθημερινότητά της με χιούμορ και σπιρτάδα. Είναι η «μικρή» στην παρέα των γιαγιάδων, που κάποιες από αυτές έχουν τρομερό ενδιαφέρον, συζητάει ως ίση με την μητέρα της που της εξομολογείται στιγμές με τον πατέρα της, μικρά περιστατικά του βίου τους. Από την άλλη αντιμετωπίζεται ως γηραιά σοφή κυρία από τις μικρούλες μαθήτριές της που έχουν σχηματίσει μια ομάδα «κακοποιώντας» την πιο ευαίσθητη από τα κορίτσια που παρακολουθούν τα μαθήματα Ποίησης, ενώ βοηθάει και την νεαρή γειτόνισσά της, την Λόλα σχεδόν σαν μεγαλύτερη αδερφή της, στην αντιμετώπιση των προβλημάτων του γάμου της και την ανάπτυξη των μικρών παιδιών της.

«Η εσκεμμένη άγνοια μεταμφιέζει τη θλιβερή πραγματικότητα: Εννοείς ότι έχουμε φορτωθεί ο ένας τον άλλο δια βίου; Μα σήμερα είναι διαφορετικά, λέει ο λογικός αναγνώστης. Αυτό γινόταν τους παλιούς καιρούς. Είμαστε πιο φωτισμένοι από τον Διαφωτισμό, ζούμε στον 21ο αιώνα, με τα μαραφέτια και τα γκάτζετ μας, την ταχύτατη σύνδεση με το διαδίκτυο και το διαζύγιο κοινή συναινέσει. Χο!Χο!Χο! είναι η απάντησή μου. Οι πόνοι του έρωτα δεν έχουν τέλος. Πέστε μου μια εποχή, κι εγώ θα σας διηγηθώ μια δακρύβρεχτη ιστορία συζυγικών σχέσεων που πήγαν κατά διαβόλου. Μπορώ πραγματικά να κατηγορησω τον Μπόρις για την Ανάπαυλά του, για την ανάγκη του να αδράξει τη μέρα, επειδή αρπάχτηκε από την ευκαιρία της ανάπαυλας όσο υπήρχε ακόμα χρόνος πριν γεράσει οριστικά; Μήπως δεν δικαιούμαστε όλοι μας να κάνουμε τρέλες, να πηδηχτούμε και να διασκεδάσουμε;»

Μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ο αναγνώστης καθοδηγείται από την συγγραφέα με σχετικά ανάλαφρο τρόπο σε δύσβατα μονοπάτια. Ποιήματα, λογοτεχνικά αποσπάσματα, γράμματα, εξομολογήσεις και ένα Βικτωριανό στυλ αφήγησης, όπου η συγγραφέας απευθύνεται πολλές φορές στον αναγνώστη της με χιούμορ και στυλ: «Πώς να το πω; Ρωτάει η θλιμμένη, παλαβή, κλαψιάρα αφηγήτριά σας;». 
  
Ο θάνατος που είναι διαρκώς παρών μέσα από τις ζωές των γηραιών κυριών, η μοναξιά και η εγκατάλειψη, η απώλεια και η αναζήτηση ταυτότητας, θέματα που που χρειάζονται ιδιαίτερο χειρισμό, μέσα από την γραφή και το ύφος της εξαιρετικής συγγραφέως (συζύγου του Paul Auster), ισορροπούν αρμονικά σε ένα σύνολο που δεν σε καταθλίβει αλλά σε γεμίζει. 


Η Χούστβεντ προτάσσει Ρίλκε και Μπλέικ, Τζέιν Όστιν και Έμιλυ Ντίκινσον παρέα με Κάρυ Γκράντ και Χόλιγουντ, μιλάει για την θεωρία της λογοτεχνίας χωρίς να κουράζει, για τις αναγνωστικές διαφορές αντρών και γυναικών, για το πώς αντιμετωπίζουν την ίδια τη ζωή τα δύο φύλα, σε ένα ακραιφνές λογοτεχνικό μείγμα που μπορεί να δείχνει χαοτικό και αδιέξοδο, αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα ολοζώντανο, ευφυέστατο μυθιστόρημα που η λυρικότητα και το χιούμορ του σε γοητεύουν τόσο πολύ που δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου.

 



2 Comments:


At 15/10/13 18:55, Blogger ioatsag

όμορφη παρουσίαση ενός όμορφου αναγνώσματος ...Επίσης αγαπημένο τραγούδι στο τέλος του πόστ :)

 

At 15/10/13 21:45, Blogger Librofilo

Ευχαριστώ πολύ!