Δευτέρα, Οκτωβρίου 28, 2013
posted by Librofilo at Δευτέρα, Οκτωβρίου 28, 2013 | Permalink
«Illud aspicis non vides» («Δεν βλέπεις αυτά που μπορείς να δείς»)


Η αίσθηση της απώλειας, ο φόβος μπροστά στο άγνωστο, ο έρωτας, η πατρική αγάπη και φροντίδα, η μοναξιά και η εγκατάλειψη, η αναζήτηση ταυτότητας. Και δεν είναι μόνο αυτά τα θέματα, που πραγματεύεται το υπέροχο και πολυεπίπεδο μυθιστόρημα του εξαιρετικού (και πολυβραβευμένου) συγγραφέα Peter Carey (Αυστραλία, 1943) με τον υπαινικτικό τίτλο, «Η ΧΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ» («The Chemistry of Tears»), (Εκδ. Ψυχογιός, μετάφρ. Α.Μαντόγλου, σελ.295).


Η Κάθριν είναι ωρολογοποιός στο (φανταστικό) Μουσείο Σουίνμπερν στο κέντρο του Λονδίνου. Εκείνο το πρωινό της άνοιξης του 2010 που φτάνει στο γραφείο της, πληροφορείται ότι ο εραστής της επί 13 χρόνια και συνάδελφός της, Μάθιου, έχει βρεθεί νεκρός. Ο Μάθιου ήταν παντρεμένος, είχε και δύο μεγάλα παιδιά, η Κάθριν νιώθει να φεύγει η γη κάτω από τα πόδια της, να ανατρέπεται η καθημερινότητά της. Συνειδητοποιεί ότι είναι 50 ετών και έχει μείνει τελείως μόνη. Αναπολεί τις αξέχαστες στιγμές με τον Μάθιου, τις αποδράσεις τους, είναι έτοιμη να πέσει σε κατάθλιψη πνίγοντας τον πόνο της στο ποτό. Ο προϊστάμενός της, ο Έρικ δείχνει να είναι ο μόνος που γνωρίζει τη σχέση της και αντιλαμβάνεται την κατάστασή της. Για να μπορέσει να συνεφέρει την (ικανότατη στη δουλειά της) Κάθριν, της αναθέτει την επιδιόρθωση και συντήρηση ενός «αυτόματου» («automaton») όπως αποκαλούντο οι μηχανισμοί που μιμούντο κινήσεις ανθρώπινων σωμάτων ή ζώων (πρόδρομοι των ρομπότ) τους αιώνες πριν τον ηλεκτρισμό.

«Πράγματι, ειλικρινά, όποιος έχει ποτέ παρατηρήσει κάποιο επιτυχημένο αυτόματο, όποιος έχει δεί τις απόκοσμα αληθοφανείς κινήσεις του και έχει έρθει αντιμέτωπος με τα μηχανοκίνητα μάτια του, ποτέ δεν ξεχνά εκείνο τον πρωτόγνωρο φόβο, εκείνη τη σύγχιση για το τι είναι έμψυχο και τι ζωντανό. Ο Καρτέσιος είχε πεί πως τα ζώα ήταν αυτόματα. Πάντα πίστευα πως η απειλή της Ιεράς Εξέτασης και μόνο τον είχε εμποδίσει να πεί το ίδιο πράγμα και για τους ανθρώπους.»

Η Καθριν ψάχνοντας και ξετυλίγοντας τις συσκευασίες διαπιστώνει ότι βρίσκεται μπροστά σε μια μηχανική πάπια, πολύπλοκη αλλά μάλλον σε καλή κατάσταση με εξαρτήματα που παραπέμπουν σε κατασκευή των μέσων του 19ου αιώνα. Το πιο ενδιαφέρον εύρημά της όμως είναι 11 πυκνογραμμένα τετράδια, μέρος της δωρεάς ενός τύπου από την Καρλσρούη της Γερμανίας.
«Όλα τα συναισθήματά μου ήταν οριακά, εντούτοις αυτός ο ιδιότυπος γραφικός χαρακτήρας απέσπασε την τρυφερή συμπάθειά μου, καθώς συμπέρανα πως ο γράφων είχε εξωθηθεί στα άκρα. Δεν ήξερα ακόμα πως το όνομά του ήταν Χένρι Μπράτλινγκ, αλλά δεν είχα καμία αμφιβολία πως ήταν άντρας, και ένιωθα οίκτο γι’αυτόν, πριν ακόμα διαβάσω λέξη.»



Τα τετράδια του Χένρι Μπράντλινγκ ξετυλίγουν την ιστορία του. Ενας Βρετανός πλούσιος γαιοκτήμονας της εποχής από οικογένεια εφευρετών και πρωτοπόρων, ασχολείται με μηχανικές κατασκευές. Έχει υποσχεθεί στον μικρό άρρωστο γιό του Πέρσι ένα αντίγραφο της περίφημης «Νήσσας του Βοκανσόν» (ο Ζαν ντε Βοκανσόν (1709-1782) ήταν ένας Γάλλος εφευρέτης, ο οποίος κατασκέυασε το 1739 ένα από τα πρώτα αυτόματα, όπως η προαναφερόμενη πάπια που πήρε το όνομά του.) Εχοντας ήδη απωλέσει την κόρη του και υπό την πίεση της συζύγου του, που του τονίζει ότι πρέπει να τηρήσει την υπόσχεσή του και να φέρει στον Πέρσι μια «πάπια-αυτόματο», μεταβαίνει στην Καρλσρούη της Γερμανίας – τόπο κατασκευής του ρολογιού-Κούκος, όπου θεωρεί ότι θα βρεί κάποιον ικανό τεχνίτη να του κατασκευάσει τη Νήσσα και είναι διατεθειμένος να πληρώσει ένα σημαντικό ποσό για την υλοποίηση της επιθυμίας του. Εκεί πέφτει στα χέρια του επιτήδειου και μυστηριώδη χερ Σάμπερ, ενός πολυτεχνίτη και αλαζόνα τυχοδιώκτη, ο οποίος βοηθούμενος από ένα παιδί-θαύμα, του υπόσχεται κάτι ακόμα καλύτερο από το πρωτότυπο.



Η αφήγηση του Κάρεϊ μοιράζεται μεταξύ της ιστορίας του ευρισκόμενου σε αδιέξοδο Χένρι Μπράντλινγκ ο οποίος παραμένει στο σκοτάδι αναμένοντας τα αποτελέσματα των προσπαθειών των περίεργων τύπων που έχει μπλέξει και ήδη δώσει τα λεφτά του, και της αλκοολικής πλέον Κάθριν να ανασυστήσει με τη βοήθεια μιας νεαράς βοηθού (που εχει τοποθετήσει ο Έρικ δίπλα της και η οποία δείχνει ελαφρώς παρανοϊκή) το αυτόματο που υπάρχει μέσα στις κούτες. Η Κάθριν και ο Χένρι δύο άνθρωποι που τους χωρίζουν περίπου 150 χρόνια, αποκτούν μια μορφή επικοινωνίας μέσα από τα ημερολόγια, «συνομιλούν» ουσιαστικά μεταξύ τους. Ο πόνος και η απόγνωση που νιώθουν, η μια βιώνοντας την απώλεια και ο άλλος έχοντας ήδη χάσει το μικρό κοριτσάκι του και μη γνωρίζοντας αν θα προλάβει τον ασθενή γιό του, τους αλλάζουν, γίνονται βίαιοι με τους άλλους, η μεν Κάθριν αντιδράει με άσχημο τρόπο, είτε στον προϊστάμενό της, είτε στη βοηθό της, ο δε Χένρι βγάζει όλη την προκατάληψή του απέναντι στους Γερμανούς χωρικούς, στον τρόπο ζωής τους, ενώ δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει βία μέσα στην απόγνωσή του.

Οι δύο ήρωες του Κάρεϊ θα βρούν στο άψυχο αλλά πανέμορφο (όπως αποδεικνύεται από την ανασύστασή του) αντικείμενο την ομορφιά που επιζητούν, την ηρεμία της ψυχής τους. Η Κάθριν ενώνοντας αργά-αργά τα κομμάτια θα σταθεί στα πόδια της ενώ ο Χένρι που βυθίζεται μέσα στην παράλογη και γεμάτη κομπασμούς και ασυνέπειες χρονικές ιστορία του χερ Σάμπερ, στις καθυστερήσεις και στα μυστήρια που περιβάλλουν το περιβάλλον στο οποίο φτιάχνεται η πάπια (που μπορεί να είναι και κύκνος τελικά) θα καταλάβει περισσότερα πράγματα για τον εαυτό του και τη ζωή του. Τελικά τι είναι αυτό που θα αποκαλυφθεί; Τι υπάρχει μέσα στον πολύπλοκο μηχανισμό του; Και που βρίσκεται η αλήθεια πίσω από αυτή την φιλόδοξη κατασκευή που θα εντυπωσιάσει στην ολοκλήρωσή της όλο τον κόσμο; «Illud aspicis non vides» είχε χαραχθεί πάνω στο ασημένιο και πανέμορφο ράμφος, «Δεν βλέπεις αυτά που μπορείς να δείς», και αυτό τα λέει όλα…

Φιλοσοφικό και πολύπλοκο το μυθιστόρημα του Κάρεϊ, θέτει με την αμφισημία του και το συνεχές παιχνίδι «αλήθειας, ψέμματος», τον αναγνώστη συνεχώς μπροστά σε διλήμματα. Η Κάθριν και ο Χένρι, δύο άνθρωποι που ενδιαφέρονται περισσότερο για τα υλικά αντικείμενα παρά για τις ψυχές των ανθρώπων θα αναγκαστούν εκ των συνθηκών να έρθουν αντιμέτωποι με τον εαυτό τους, με προκλήσεις πρωτόγνωρες γι’αυτούς, να βγάλουν από μέσα τους πράγματα που δεν γνώριζαν, να κάνουν συμβιβασμούς, να στοχαστούν, να σκεφτούν. Αποσπώντας με συναισθηματικό τρόπο την συμπάθεια του αναγνώστη – μεν Κάθριν με την βίαιη ανατροπή της ζωής της, την συντριβή της και τον θρήνο της, ο δε Χένρι, ανήμπορος σύζυγος και στοργικός αλλά αδύναμος πατέρας που κυνηγάει ένα σχεδόν άπιαστο όνειρο για να υλοποιήσει μια αφηρημένη ιδέα και να προσφέρει κάτι στον γιό που δεν ξέρει αν θα ξαναδεί, ο ικανότατος συγγραφέας, μας ξεδιπλώνει δύο χαρακτήρες εύθραυστους και με ελαττώματα, η Κάθριν που φέρεται τόσο άσχημα σε όποιον προσπαθεί να την πλησιάσει, που πίνει μέχρι λιποθυμίας, ο δε Χένρι που βγάζει μια απίστευτη βιαιότητα τσακίζοντας στο ξύλο τον ογκώδη χερ Σάμπερ, έτσι στα ξαφνικά, αλλά και τόσο ζωντανούς με τους οποίους συμπάσχεις και αγωνιάς.

Υπάρχουν πολλές εξαιρετικές σκηνές στο μυθιστόρημα. Οι σπασμωδικές αντιδράσεις της Κάθριν στο άκουσμα του θανάτου του αγαπημένου της, η άφιξη του Χένρι στη Γερμανία, οι γκροτέσκοι χαρακτήρες που γνωρίζει εκεί, η γνωριμία της Κάθριν με τους δύο γιούς του εραστή της και η κουβέντα της μαζί τους, η απόγνωση του Χένρι μέσα στον «σιωπηλό» Μέλανα Δρυμό, το τελευταίο εκπληκτικό κεφάλαιο με την ανασύνθεση του αυτόματου, ο σπαραγμός της Κάθριν, ο καύσωνας στο ανοιξιάτικο Λονδίνο που έρχεται σε αναλογία με την οικολογική καταστροφή στον Κόλπο του Μεξικού που συμβαίνει εκείνες τις μερες που αναπαριστά ο συγγραφέας – ευδιάκριτο και πυκνό σχόλιο για την άκρατη τεχνολογική εξέλιξη που καταστρέφει τον πλανήτη, ακολουθώντας την «ανάγκη» και την περιέργεια του ανθρώπου για περίπλοκες μηχανικές κατασκευές.

«Η χημεία των δακρύων» είναι τελικά ένα ελεγειακό και πολύ απαιτητικό όπως και φιλόδοξο μυθιστόρημα, από τα καλύτερα του πολύ σημαντικού και πολυβραβευμένου συγγραφέα (πολύ δυνατή υποψηφιότητα για κάποιο προσεχές Νόμπελ). Είναι αξιοθαύμαστος ο τρόπος που μεταφέρεται η δράση και η αφήγηση από τον κόσμο των σκοτεινών κεντροευρωπαϊκών παραμυθιών μέσα από το ημερολόγιο του Χένρι στην ασφυκτική καθημερινότητα του κεντρικού Λονδίνου και στο σκονισμένο εργαστήριο της θρηνούσας Κάθριν σε ένα βιβλίο που επιδιώκει την συναισθηματική εμπλοκή του αναγνώστη και οδηγεί σε μια υπέροχη αναγνωστική απόλαυση.

Γενικώς ο Κάρεϊ είναι ένας εξαίσιος συγγραφέας. Η λεπτότητα της γραφής του, η εξαιρετική του δομή σε συνδιασμό με τα συναρπαστικά θέματα που επιλέγει και η δύναμη των περιγραφών του, κυρίως σε ανοιχτά τοπία, είναι εντυπωσιακή. Μπορεί να προτιμώ τα «Αυστραλέζικα» βιβλία του (κυρίως τα αριστουργηματικά «Όσκαρ και Λουσίντα» και «Η αληθινή ιστορία της συμμορίας Κέλι») αλλά δεν μπορώ να υποτιμήσω τα εξίσου σημαντικά (και θαυμάσια) «Ο πλαστογράφος», «Ο παράνομος εαυτός του», «Κλοπή, μια ερωτική ιστορία».

Όποιος δεν έχει ασχοληθεί μαζί του, μάλλον χάνει πολλά.




 



1 Comments:


At 28/10/13 19:27, Blogger ioatsag

Ευχαριστούμε για την παρουσίαση και τις βιβλιοπροτάσεις !! :) Σημείωσα πολλά :)