Δευτέρα, Νοεμβρίου 18, 2013
posted by Librofilo at Δευτέρα, Νοεμβρίου 18, 2013 | Permalink
Βουβή κραυγή


Ομολογώ ότι έπιασα στα χέρια μου το μυθιστόρημα «ΒΟΥΒΗ ΚΡΑΥΓΗ» («Elskede Poona»), της Karin Fossum (Νορβηγία 1954), (Εκδ. Μεταίχμιο, μετάφρ. Ε.Φρυδά, σελ.353), με καχυποψία και χωρίς να έχω ιδιαίτερες προσδοκίες. Δεν τρέφω ιδιαίτερη εκτίμηση στην Σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία, θεωρώ ότι ταιριάζει περισσότερο στον κινηματογραφικό (ή τηλεοπτικό) φακό, πιστεύω δε ότι το παγκόσμιο μάρκετινγκ πάνω στο συγκεκριμένο είδος έχει λειτουργήσει εξαιρετικά, οπότε η επιλογή του βιβλίου αυτού, την συγκεκριμένη στιγμή κάλυπτε την ανάγκη μου για κάτι περιπετειώδες και σχετικά ανάλαφρο χωρίς προβληματισμούς.



Η έκπληξή μου όμως ηταν μεγάλη από τις πρώτες σελίδες – χρησιμεύοντας και ως μάθημα για τις προκαταλήψεις μου γύρω από αυτήν τη «σχολή». Βρέθηκα μπροστά σε ένα έξοχο ψυχολογικό θρίλερ, το οποίο όσο περνάνε οι σελίδες απογειώνεται και εντυπωσιάζει με την κατασκευή του και το ύφος του. Το βιβλίο της εμπειρότατης Φόσουμ δεν είναι μια τυπική αστυνομική ιστορία ανεύρεσης ενόχου – περισσότερα συμβαίνουν πίσω από τις γραμμές του, παρά στην επιφάνεια σε ένα ομιχλώδες και σκοτεινό επαρχιακό σκηνικό – που θα μπορούσε άνετα να είναι σε μια Αγγλική εξοχή ή σε κάποια επαρχία των ΗΠΑ – ενδεικτικό (και όχι βέβαια αποδεικτικό) της αξίας του, ότι απέσπασε το πολύ σημαντικό βραβείο των Λος Άντζελες Τάιμς στην κατηγορία «Θρίλερ/Μυστήριο» για το 2008 (στις ΗΠΑ βγήκε ως «Indian Bride» το 2007, στην Αγγλία (απ’όπου και η ελληνική μετάφραση) ως «Calling out for you»)

Ο Γκίντερ Γιόρμαν ένας πολύ μοναχικός και ντροπαλός μεσήλικας, ο οποίος ζει σε μια επαρχιακή μικρή πόλη της Νορβηγίας, λίγο βραδύνους και αφελής  (ένας «αγαθός γίγαντας»), μη μπορώντας να βρει σύντροφο στο κλειστό περιβάλλον της αγροτικής κοινότητας που διαμένει ολόκληρη τη ζωή του, και εργάζεται εκεί, αποφασίζει να πάει στην Ινδία να βρεί σύντροφο για το υπόλοιπο της ζωής του. Εντυπωσιασμένος από την ομορφιά των γυναικών που βλέπει στις διαφημίσεις και στα τουριστικά άλμπουμ, θεωρεί ότι δεν θα του είναι δύσκολο να προσελκύσει κάποια και να την δελεάσει με την προσφορά μιας ήρεμης και "ασφαλούς" ζωής στην οικονομικά ανεπτυγμένη Νορβηγία. Ο μόνος άνθρωπος που γνωρίζει το πραγματικό σκοπο του ταξιδιού του στο μακρινό Μουμπάϊ (Βομβάη) είναι η αδελφή του, Μαρί.

Πράγματι ο σκοπός του ταξιδιού του, εκπληρώνεται με σχετικά εύκολο τρόπο αφού ο Γκίντερ βρίσκει τη γυναίκα που θέλει στο πρόσωπο της Πούνα της σαραντάρας λεπτοκαμωμένης και γλυκειάς ευγενέστατης σερβιτόρας στο ρεστωράν που συχνάζει κατά τη διαμονή του στο Μουμπάϊ. Η Πούνα έλκεται όχι μόνο από την προοπτική της μετακόμισης στην άγνωστη χώρα αλλά και από την ευγένεια και την καλοσύνη του Γκίντερ. Παντρεύονται στο τοπικό δημαρχείο, και ο Γκίντερ γυρίζει πίσω να προετοιμάσει το έδαφος περιμένοντας την σύζυγό του (πλέον) να φθάσει μετά από ένα 15ήμερο. Την ημέρα όμως της άφιξής της, κι ενώ έχουν συνεννοηθεί να πάει να την παραλάβει από το αεροδρόμιο (που απέχει κοντά 2 ώρες από την πόλη), η αδελφή του Γκίντερ, η Μαρί, έχει ένα τρομακτικό αυτοκινητιστικό δυστύχημα, που την αφήνει σε κώμα. Ο Γκίντερ τρέχει στο νοσοκομείο και βλέποντας ότι δεν προλαβαίνει να πάει μέχρι το αεροδρόμιο, κλείνει το τοπικό (και μοναδικό) ταξί να πάει να παραλάβει την σύζυγό του. Ο ταξιτζής όμως δεν την βρίσκει πουθενά και γυρίζει άπρακτος. Την επόμενη μέρα, το πτώμα της Πούνα βρίσκεται με το κεφάλι από τα χτυπήματα διαλυμένο, σε ένα χωράφι του χωριού.

Την υπόθεση αναλαμβάνει ο έμπειρος επιθεωρητής Σέγερ με την ομάδα του και από την αρχή βρίσκονται μπροστά σε μια υπόθεση για την οποία δεν υπάρχει ούτε στοιχείο, ούτε κίνητρο αφού η δολοφονηθείσα, ούτε εκπάγλου καλλονής ήταν, ούτε φαινόταν να έχει οικονομική άνεση, ούτε την ήξερε κανείς σ’εκείνα τα μέρη, κανείς δε, εκτός ίσως του ταξιτζή, δεν γνώριζε ούτε για ποιόν ερχόταν στα μέρη τους, ούτε τι θα έκανε εκεί.

Η ενδελεχής και επίμονη έρευνα των Αρχών θα αποκαλύψει το διαφορετικό πρόσωπο της «φιλήσυχης» και ήρεμης κοινότητας. Οι κλειστές πόρτες που κρύβουν μυστικά και ψέμματα, υπόγειες εντάσεις και μάτια που βλέπουν πίσω από τις κουρτίνες, καλά κρυμμένες φοβίες και προκαταλήψεις, παρουσιάζουν μια κοινωνία που μπορεί επιφανειακά να μην αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα αλλά η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική. Καθώς όλο και κάποιος κάτι είδε, μια αρκετά φαντασιόπληκτη νεαρά παρατήρησε την περίεργη σκηνή του ξυλοδαρμού και το χρώμα του αυτοκινήτου, κάποιου του ξεφεύγουν κάτι μισόλογα, μια σκόνη που βρίσκεται στο σημείο του φόνου υποδεικνύει κάτι – στοιχεία βγαίνουν σιγά, σιγά.
Μετά την αρχική τους αντίδραση «αποκλείεται να είναι κάποιος από τα μέρη μας», ακολουθεί η σκέψη, ο προβληματισμός, η ανησυχία για τον «άνθρωπο της διπλανής πόρτας», για τον ξένο που ήρθε πριν λίγα χρόνια, για τον εσωστρεφή γείτονα, για την κουτσομπόλα γειτόνισα.


Η συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το αστυνομικό μέρος της ιστορίας παρά την θριλερίστικη δομή του μυθιστορήματος, ούτε υπάρχουν μεγάλες ανατροπές που ξαφνιάζουν τον αναγνώστη. Περισσότερο επικεντρώνεται στην ψυχολογική διάσταση του θέματος, και στην ατμόσφαιρα της αγροτικής περιοχής και στους κατοίκους – διαφορετικούς τύπους που εμφανίζονται στο βιβλίο. Όλα είναι αμφίσημα στην ιστορία και δεν υπάρχει κανείς απολύτως αθώος. Η μονότονη και άδεια ζωή τους, οι φαντασιώσεις που μπορούν να μετατρέψουν επιφανειακά ήρεμους ανθρώπους σε τέρατα, τα προσωπικά αδιέξοδα που κάποιες φορές τους πνίγουν και έρχονται στην επιφάνεια, συντελούν στην αίσθηση του αναγνώστη ότι το μυθιστόρημα αιωρείται σε ένα κενό όπου όλοι είναι εν δυνάμει αθώοι και ένοχοι ταυτοχρόνως.

«Όταν ο Μόντε γύρισε στο βενζινάδικο, ο Γκούνβαλ έμεινε για λίγο σκεφτικός. Θα έλεγε κανείς ότι η κοινότητα είχε καταληφθεί από μια ξένη παρουσία που είχε διαβρώσει τα πάντα, εκτρέποντας τους κατοίκους από την καθημερινότητά τους. Αυτό ήταν κάτι που τους διήγειρε, συνάμα όμως τους γέμιζε αγωνία. Στην καλύτερη τους ένωνε και τους έδινε την αίσθηση του ανήκειν και στη χειρότερη τους έκανε να τρέμουν το σκοτάδι της νύχτας και να τρυπώνουν κάτω από τα σκεπάσματα. Στο μεταξύ η ζωή συνεχιζόταν, τώρα όμως υπό νέο πρίσμα. Όλοι πρόσεχαν τα πάντα, λες και τα έβλεπαν για πρώτη φορά. Έτσι και Γκούνβαλ είχε την αίσθηση ότι έβλεπε τον Άιναρ για πρώτη φορά. Αναρωτιόταν ποιος πραγματικά είναι. Το ίδιο σκεφτόταν και για τον Γκόραν. Και για τον Γιούμαν. Που έφυγε μόνος του και βρήκε μια γυναίκα από μια ξένη χώρα. Και για την Λίντα με το ποδήλατό της, που όλοι την έβλεπαν με άλλο πια μάτι, κάτι που την αναστάτωνε. Πάντα είχε μια τρέλα πάνω του αυτό το κορίτσι, τώρα πια όμως το μάτι της γυάλιζε. Ήταν προφανές τι σκέφτονταν οι άλλοι για εκείνη. Όλοι πίστευαν ότι έπρεπε να είχε κρατήσει το στόμα της κλειστό. Ο Γκούνβαλ μετακινήθηκε νευρικά στην καρέκλα του. Ήταν δουλειά της αστυνομίας να διελευκάνει την υπόθεση, είτε με τη δική του βοήθεια είτε χωρίς αυτήν. Βγήκε στην αυλή, για να ελέγξει αν το πιατάκι του σκύλου είχε νερό. Ήταν σχεδόν άδειο. Το ξαναγέμισε και το άφησε πάλι καταγής.
«Σε σκέφτομαι μερικές φορές» είπε. «Εσύ είσαι στην αυλή. Αρα πρέπει να είδες τι έγινε στο λιβάδι. Μακάρι να μπορούσες να μιλήσεις. Να μου ψιθυρίσεις στο αυτί «Ξέρω ποιος το έκανε. Ξέρω πως μυρίζει. Την επόμενη φορά που θα τον συναντήσω θα γαβγίσω δυνατά, για να καταλάβεις ποιος είναι.» Έτσι γίνεται στα έργα». Ο Γκούνβαλ χάιδεψε το μεταξένιο τρίχωμα του σκύλου. «Αλλά δεν είμαστε στον κινηματογράφο. Κι εσύ δεν είσαι τόσο έξυπνος».»


Γραφή απλή, τριτοπρόσωπη αφήγηση, διάλογοι ουσιώδεις, γρήγοροι ρυθμοί, και στυλ που περισσότερο θυμίζει βρετανικό αστυνομικό μυθιστόρημα της σχολής Ρουθ Ρέντελ, Π.Ντ.Τζέημς, το ψυχολογικό θρίλερ της Κάριν Φόσουμ μπορεί να μην έχει έντονη δράση, αλλά σε καθηλώνει με την υπόγεια έντασή του, την ατμόσφαιρα και το σαγηνευτικό του θέμα, την εξαιρετική και λεπτομερή απεικόνιση των χαρακτήρων της μικρής πόλης, ενώ το φινάλε που δεν δίνει κάποια οριστική λύση δεν αφήνει την αίσθηση του ανολοκλήρωτου αλλά τονίζει τον προβληματισμό που αναπτύχθηκε καθ’όλη τη διάρκεια του βιβλίου γύρω από τις επιλογές που κάνουμε και τις συνέπειες που υφιστάμεθα. Κυριολεκτικά (και καθόλου μεταφορικά) δεν το αφήνεις από τα χέρια σου…

 
 



2 Comments:


At 19/11/13 07:57, Blogger ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ

(Libro)file,
η Φόσσουμ και για μένα στάθηκε έκπληξη, όχι επειδή δεν πολυσυμπαθώ τη σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία, αλλά επειδή είδα σ' αυτήν ό,τι κι εσύ: Έγραφα τις προάλες: "Πέρα από το σασπένς και τη διαδικασία της έρευνας, η νορβηγίδα συγγραφέας πετυχαίνει την εξαιρετική ψυχογράφηση των προσώπων και τη μετατροπή της ιστορίας σε θρίλερ που τραβά μέσα-της και τον αναγνώστη."
Το αστυνομικό είδος αποκτά βάθος
Καλημέρα
Πατριάρχης Φώτιος

 

At 19/11/13 18:52, Blogger Librofilo

Έτσι ακριβώς είναι! Καλές αναγνώσεις