Τρίτη, Ιανουαρίου 07, 2014
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιανουαρίου 07, 2014 | Permalink
"Πού ήσουν εσύ. Πού ήμασταν όλοι"...
«Αναγκάζομαι να συμπεράνω ότι δεν συνέβη κάτι το αποφασιστικό στη ζωή μου μέχρι σήμερα χωρίς να είναι κάπου παρών ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Αυτό δεν είναι κάτι το ωραίο ή το άσκημο. Είναι κάτι το αληθινό.»

Ένα μυθιστόρημα για την Ιταλία του Μπερλουσκόνι; Μάλλον κάτι πολύ περισσότερο από ενδιαφέρουσα ιδέα, τουλάχιστον για τους κατοίκους της "φαιδράς πορτοκαλέας" αφού οι ομοιότητες με τα καθ'ημάς είναι τόσο εμφανείς που προκαλούν εντύπωση. Έτσι λοιπόν το καλογραμμένο και ωραιότατο "ΠΟΥ ΗΣΑΣΤΑΝ ΟΛΟΙ" ("Dove eravate tutti"), του νεότατου Ιταλού συγγραφέα, Paolo Di Paolo (Ρώμη, 1983), (Εκδ.Ίκαρος, μετάφρ. Α.Χρυσοστομίδη, σελ.260) δεν προσφέρει μόνο μια ευανάγνωστη (και εύπεπτη) ιστορία αλλά ταυτόχρονα προσφέρεται για συγκρίσεις, προβληματισμούς και σε αφήνει με μια μελαγχολική διάθεση.


Ο ήρωας του βιβλίου, νεαρός Ίταλο από τη στιγμή που άρχισε να καταλαβαίνει γύρω του, στα 11 του χρόνια μέχρι σχεδόν τα 30 του μια πολιτική κατάσταση στη χώρα του γνωρίζει, τον "Μπερλουσκονισμό". Οι κυβερνήσεις του ιδιόρρυθμου αυτού τύπου (που για όλο τον υπόλοιπο κόσμο ήταν κάτι σαν καρτούν), που κυριάρχησε στη πολιτική σκηνή (και όχι μόνο) της Ιταλίας, συνδέονται με τις σημαντικότερες στιγμές στη ζωή του νεαρού. Καθώς θυμάται το παρελθόν, δεν υπάρχει κάτι άλλο στη μνήμη του (παρά "Μπερλουσκόνι 1,2,3,4), οπότε αποφασίζει ως πτυχιακή του εργασία, μιας και σπουδάζει Ιστορία να ασχοληθεί με αυτή την περίοδο τώρα που η "εποχή της αφθονίας και της φούσκας" δείχνει να έχει παρέλθει και ο κόσμος να αλλάζει σιγά-σιγά.

«Κι εγώ; Να με εδώ, έτοιμος να κληρονομήσω το τίποτα.»

Όμως πρώτα έχει αλλάξει η ζωή του εξαιτίας ενός τυχαίου και φαινομενικά ασήμαντου γεγονότος από αυτά που συμβαίνουν δίπλα μας καθημερινά. Ο πατέρας του, ο καθηγητής Τραμοντάνα που μόλις συνταξιοδοτήθηκε, χτυπάει ελαφρά με το αυτοκίνητό του, έξω από το σχολείο που υπηρέτησε για χρόνια, έναν παλιό μαθητή του. Οι γονείς του μαθητή μηνύουν τον Τραμοντάνα, τον κατηγορούν για δόλο κάτι που δεν φαίνεται παράλογο δεδομένης της (αποκαλυπτόμενης μέρα με τη μέρα) βεντέτας που υπήρχε μεταξύ τους. Η δε κόρη του και αδερφή του Ίταλο, που πηγαίνει ακόμα στο σχολείο έχει φιλική σχέση με τον νεαρό, γνωστό κωλόπαιδο του σχολείου. Δεν αργεί να αποκαλυφθεί δε, μια φήμη που είχε διασπείρει ο νεαρός στο σχολείο ότι ο καθηγητής κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής είχε περάσει τη νύχτα του με μια συνάδελφό του.
Όλα αυτά ανοίγουν τον "ασκό του Αιόλου" για την ήρεμη και μικροαστική οικογένεια του Ίταλο. Η μητέρα του αποφασίζει να πάει ένα ταξίδι στο Βερολίνο να ηρεμήσει, ο δε πατέρας του μετά το συμβάν συμπεριφέρεται ως κεραυνοβολημένος και κλείνεται όλο και περισσότερο στον εαυτό του προσπαθώντας να βρεί εκδότη για ένα μυθιστόρημα που έχει γράψει αρνούμενος να προχωρήσει σε αυτοέκδοση όπως του συστήνουν όλοι.

Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο και ουσιαστικά η (αρκετά υποτυπώδης και μάλλον χλιαρή) πλοκή του μυθιστορήματος του Ντι Πάολο. Υφολογικά χρησιμοποιείται ως αφορμή για ν'αναπτύξει ο συγγραφέας την βασική του ιδέα να μιλήσει για την περίοδο 1990-2010, αυτήν την εικοσαετία της επίπλαστης ευμάρειας, της αποθέωσης του κιτς και της φούσκας, των μεγαλεπήβολων τηλεοπτικών show, της ψευτογκλαμουριάς και της αποθέωσης οτιδήποτε επιφανειακού και επίπλαστου. Η Ιταλία παρομοιάζεται (εξαιρετικά επιτυχημένα) ως ένα "κρουαζιερόπλοιο", οι δε κάτοικοί της "υπνωτισμένοι" και "αποβλακωμένοι" να χορεύουν σε ένα ρυθμό που το ντέφι κράταγε ο "μεγάλος γητευτής"...

«Όταν ανεβήκαμε στο κρουαζιερόπλοιο, βγήκαμε στα ανοιχτά. Προς τα πού πηγαίναμε; Αδύνατο να καταλάβουμε. Μείναμε όμως στο πλοίο για είκοσι χρόνια. Όταν οι διακοπές τελείωσαν, όλοι θέλαμε να βάλουμε τα κλάματα, σαν σε διαφήμιση. Όμως κάποιος πρέπει να είπε ότι μπορούσαμε να μείνουμε. Ότι μπορούσαμε να μην κατέβουμε. Εκείνος θα εξακολουθούσε να μας διασκεδάζει, να χαμογελάει, να τραγουδά.
Μια μέρα, όμως, κι ενώ όλα φαίνονταν ότι θα διαρκούσαν έτσι για πάντα, ο Αρχηγός θέλησε να κατέβει.
…Μόλις θα έβγαινε από τη σκηνή ο Αρχηγός, δεν θα υπήρχε πλέον μυθιστόρημα. Το μυθιστόρημα, για είκοσι χρόνια, ήταν αυτός. Το μεγάλο μυθιστόρημα που κανένας Ιταλός συγγραφέας δεν είχε καταφέρει να γράψει. Το πιο λαμπρό, το πιο περιπετειώδες, το πιο απρόβλεπτο, το πιο ογκώδες και πρωτότυπο μυθιστόρημα που μπορούσε κανείς να φανταστεί. Το πιο άχρηστο, όπως όλα τα μεγάλα μυθιστορήματα. Το πιο επικίνδυνο.
Πως ήταν ο τίτλος της βιογραφίας του; Μια ιταλική ιστορία.
Η Ιταλία θα έμενε χωρίς ιστορίες. Τα φώτα του κρουαζιερόπλοιου είχαν σβήσει. Βγαίνοντας από τη σκηνή, ο Αρχηγός θα έπαιρνε μαζί του πολλά, πάρα πολλά πράγματα.
Μαζί και τα νιάτα μου.»

Ο Ντι Πάολο χρησιμοποιεί στην αφήγησή του κόμικς, πρωτοσέλιδα εφημερίδων της εποχής, περιγράφοντας την αποπολιτικοποίηση όχι μόνο της γενιάς του αλλά και όλης της χώρας. Η κυριαρχία της τηλεόρασης που κατά την πλειοψηφία της ελεγχόταν από τον Μπερλουσκόνι, οι πληρωμένες πένες που κατακεραύνωναν όποιον διαφωνούσε, το κυνήγι του χρήματος και της δόξας, και ακολούθως το απότομο ξύπνημα και η συνειδητοποίηση ότι κάτι πήγαινε στραβά και ακολούθως "η εγκατάλειψη του πλοίου που βούλιαζε" περιγράφονται με γλαφυρό και έξυπνο τρόπο από τον νεαρό συγγραφέα, ενώ το φινάλε με τη χιονισμένη μετά από πολλά-πολλά χρόνια Ρώμη είναι ιδιοφυές - το χιόνι που σκεπάζει τις "αμαρτίες" του παρελθόντος και εξαγνίζει τα πράγματα...

Το μυθιστόρημα δεν εντυπωσιάζει με την πλοκή και την ιστορία του, αλλά σε κερδίζει με το ωραίο του στυλ, τη γλώσσα και την εξαιρετική του δομή που δείχνουν ένα μεγάλο συγγραφικό ταλέντο εν τη γενέσει του. Ο νεαρός Ντι Πάολο με αυτό του το βιβλίο κέρδισε το (μεγάλο και επιβλητικό) βραβείο Strega στη χώρα του, ευτύχησε στην ελληνική του παρουσία από την υπέροχη έκδοση του Ίκαρου και την εξαιρετική μετάφραση του Α.Χρυσοστομίδη.

«Κράτησα ορισμένα πρωτοσέλιδα σαν κειμήλια και λείψανα.
Όταν αμφέβαλα για την ύπαρξη του παρελθόντος, όταν έσφιγγα τα δόντια και έλεγα στον εαυτό μου ότι δεν υπάρχει, ότι το παρελθόν δεν υπάρχει, οι σελίδες αυτές έλεγαν μια και βέβαια υπάρχει, ανόητε, είναι όλα γραμμένα εδώ.
Το παν είναι να υποκαταστήσεις τη σύνδεση μεταξύ των παγκόσμιων γεγονότων και του εαυτού σου.
Θα πρέπει να χαράξεις μια παγκοσμιο-προσωπική χρονολογία. Κοίτα προσεκτικά αυτή τη σελίδα, αυτόν τον τίτλο. Αυτή τη μικρή διαφήμιση. Τις προγνώσεις του καιρού.
Στο σημείο αυτό δοκίμασε να θυμηθείς.
Που ήσουν εσύ. Πού ήμασταν όλοι.»