Τετάρτη, Μαρτίου 12, 2014
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαρτίου 12, 2014 | Permalink
Ο Κλόουν κι ο Κατάσκοπος
Κάτι μεταξύ παρωδίας και υπαρξιακού δράματος, το θαυμάσιο, καινούργιο μυθιστόρημα της Σώτης Τριανταφύλλου (Αθήνα,1957), με τίτλο «ΣΠΑΝΙΕΣ ΓΑΙΕΣ», (Εκδ.Πατάκη, σελ.318), έχει τη μορφή ενός ιστορικού μυθιστορήματος,  εκτυλισσόμενο σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες εποχές της παγκόσμιας ιστορίας όπου το γέλιο ήταν καταδικαστέο και το δράμα περίσσευε.

Ο ήρωας του βιβλίου για ένα μεγάλο μέρος της ζωής του, φοράει μια «μάσκα», ένα «προσωπείο». Κυκλοφορεί παντού ντυμένος ως κλόουν. Και αν αυτό σήμερα θα φάνταζε απλά εκκεντρικό, πως θα ήταν άραγε αν το έκανε κάποιος στην Σταλινική Ρωσία;
Ο Πραβιέν γεννιέται στο Μουρμάνσκ, μια πόλη της βορειοδυτικής Ρωσίας – κοντά στα σύνορα με την Φινλανδία, λίγα χρόνια μετά την επανάσταση των Μπολσεβίκων. Στα τέλη της δεκαετίας του 30 βλέπει τον πιστό κομμουνιστή πατέρα του να συλλαμβάνεται και να εξορίζεται για ασαφείς λόγους, την μητέρα του να τρελαίνεται και λίγο αργότερα την μικρότερη αδερφή του να το σκάει μαζί με έναν συμμαθητή της. Έχοντας επισκεφθεί στην παιδική του ηλικία, το τσίρκο του Λένινγκραντ ενθουσιάζεται με τους κλόουν, και το στυλ τους, του γίνεται έμμονη ιδέα όπως άλλωστε και η εκμάθηση της αγγλικής γλώσσας.

Στο Λένινγκραντ σπουδάζει Χημικός Εδαφολόγος  στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο και ταυτόχρονα μαθαίνει την τέχνη του κλόουν αφού μια από τις πρώτες επιλογές του μόλις έφτασε εκεί ήταν να βρει το τσίρκο που τόσο τον είχε εντυπωσιάσει όταν ήταν μικρός. Ο πόλεμος έχει τελειώσει και το νέο Σοβιετικό κράτος χτίζεται ξανά, μέσα από τα ερείπιά του. Ο αφελής και «αλαφροϊσκιωτος» Πραβιέν υπηρετεί στο Πυροβολικό και ταυτόχρονα εντάσσεται χάριν της ειδικότητάς του, σε μια ομάδα που αναζητά «Σπάνιες Γαίες», μέταλλα δηλαδή γαιώδους μορφής, εξαιρετικά σπάνια χημικά στοιχεία. Εκεί γνωρίζει την Ντάρια Πλατόνοβα, μια γυναίκα μεγαλύτερή του, μικροβιολόγο στο επάγγελμα, που μικρή ήταν ακροβάτισσα στο τσίρκο του Λένινγκραντ και την είχε δεί όταν αυτό είχε επισκεφθεί το Μουρμάνσκ. Με την Ντάρια θα ζήσουν έναν θυελλώδη έρωτα. Ο Πραβιέν πρώτη φορά στη ζωή του νιώθει ότι είναι ζωντανός και για πρώτη φορά βρίσκεται κάποιος να του ανατρέψει ορισμένα από αυτά που θεωρούσε δεδομένα, που πίστευε τυφλά.

« «Πραγματικά», μια μέρα είχε πει κάτι αλλόκοτο – «Οι ιδέες που θριαμβεύουν, Πράβιουσκα, οδηγούνται στον αφανισμό τους» - και πολύ καιρό αργότερα είχε πει κάτι που δεν ταίριαζε στην ηλιόλουστη ιδιοσυγκρασία της. «Άμα κοιμάσαι με γουρούνια, το πρωί θα μυρίζεις γουρουνίλα»· σπάω ακόμα το κεφάλι μου να καταλάβω τι εννοούσε. Μήπως με παρομοίαζε με γουρούνι; Ό,τι κι αν εννοούσε, την αγαπούσα. Το πρωί, όταν ξυπνούσα μετά από οχτώ ώρες ήρεμου ύπνου, το πρόσωπό της έφεγγε· η αναπνοή της ήταν ευχάριστη και τα μάτια της δεν ήταν πρησμένα…Καμιά φορά ευχόμουν να κάνει κάτι ή να γίνει κάτι ώστε να τη σιχαθώ, ή έστω κάτι που να δείχνει πως είναι ένα χαζοκόριστο σαν τα άλλα.»

Η Ντάρια όμως συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Ο Πραβιέν είναι κι αυτός ύποπτος και πρέπει να αποδείξει την «αθωότητά του», η επιλογή είναι μονόδρομος, πρέπει να συμμετάσχει στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Βρίσκεται μία από τις μοιραίες σφαίρες που την σκότωσαν μέσα στο όπλο του; Δεν θα το μάθει ποτέ. Αλλά από εκείνη τη μέρα, επιλέγει να κυκλοφορεί ντυμένος και βαμμένος ως κλόουν. Την αρχική έκπληξη των συναδέλφων του, διαδέχεται η σιωπηρή και αμήχανη αποδοχή. Κάνει κανονικά την δουλειά του, ταξιδεύει με την ομάδα του αναζητώντας «σπάνιες γαίες» στα βάθη της Σιβηρίας με τη στολή του κλόουν. Στις πόλεις διοργανώνει παραστάσεις, διασκεδάζοντας τους μουζίκους, τους χωρικούς. Φθάνει μέχρι το σημείο να τον καλέσει ο ίδιος ο Στάλιν στο σπίτι του για να διασκεδάσει τους συνδαιτημόνες του στα γενέθλιά του λίγο καιρό πριν πεθάνει.

Οι αναζήτηση «σπάνιων γαιών» εντάσσεται στο πυρηνικό πρόγραμμα των Σοβιετικών οι οποίοι θεωρούν ότι η ανακάλυψη σπάνιων πετρωμάτων θα βοηθήσει στην τελειοποίηση των πυραύλων τους. Εκείνη την εποχή, αυτομολεί στην ΕΣΣΔ, ο διάσημος κατάσκοπος Γκάυ Μπέρτζες και ο Πραβιέν ως αγγλομαθής γίνεται ο κατά κάποιο τρόπο σύνδεσμός του με το καθεστώς. Στην αρχή θεωρούν ότι ο Μπέρτζες γνωρίζει για το αμερικανικό πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά γρήγορα διαπιστώνουν τις λίγες γνώσεις του πάνω στο θέμα. Η γνωριμία του όμως μ’αυτόν, τον τόσο διαφορετικό από εκείνον άνθρωπο, τον «ομοφυλόφιλο, αριστερό της πολυθρόνας», θα αλλάξει τη ζωή του Πραβιέν και τον τρόπο σκέψης του, θα τον μετατρέψει σε έναν άλλον άνθρωπο.

«Σε μερικά ο Γκάυ έμοιαζε μ’εμένα. Ήμασταν κι οι δυο μας απόβλητοι, ο καθένας με τον τρόπο του: ο Γκάυ ήταν ομοφυλόφιλος, εγώ ήμουν κλόουν, «ασταθής», «ψυχωσικός», με «ανώδυνη μορφή σχιζοφρένειας». (Ανώδυνη για τους άλλους, όχι για μένα – το ξαναλέω.) Εκείνος, μετά από λαμπρές σπουδές, είχε καταλήξει κατώτερο στέλεχος της KGB – εγώ μετά μέτριες σπουδές είχα καταλήξει απλό μέλος του ΚΚΣΕ και του ρωσικού τσίρκου. Είχαμε άραγε καταστρέψει τα μικρά μας ταλέντα και την ακεραιότητά μας; Είναι άραγε ταλέντο το κλοουνίκι;»


Το βιβλίο της Τριανταφύλλου είναι η κωμικοτραγική ιστορία ενός ανθρώπου που βρίσκεται στη δίνη της ιστορίας. Πως βιώνει κανείς αυτή την κατάσταση, αυτό το σφίξιμο το καθημερινό, να ισορροπείς πάνω σε τεντωμένο σχοινί; Η συγγραφέας αποδίδει με γλαφυρό τρόπο, την βαριά ατμόσφαιρα της φριχτής καθημερινότητας σε μια τρομαγμένη κοινωνία. Ο Πραβιέν αφελής και ευκολόπιστος, θαυμάζει τον Στάλιν, φιλάει την εικόνα του – το ίδιο έκανε κι ο πατέρας του που του΄γραφε ποιηματάκια. Με το που αρχίζει να ζει λίγο διαφορετικά, να αναπνέει τρώει την μεγάλη κατραπακιά, καθώς όχι μόνο συλλαμβάνεται ο άνθρωπος που αγαπάει, αλλά για να αποδείξει την πίστη του στο καθεστώς βρίσκεται να συμμετέχει στο εκτελεστικό απόσπασμα. Η στολή του κλόουν δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η άμυνά του, η άρνησή του να δει τον καθρέφτη, τον εαυτό του. Πίσω από την μεταμφίεση αισθάνεται ασφαλής, ένας άλλος – μια κάποια αντίσταση; Ή μια γελοιοποίηση της δομής ενός καθεστώτος που δεν ξέρει πως ν’αντιδράσει απέναντι σε μια τέτοια παλαβομάρα;

Από την άλλη, ίσως το πιο ενδιαφέρον πρόσωπο του βιβλίου, ο έτερος ήρωας του μυθιστορήματος, ένα αληθινό και ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο ιστορικά πρόσωπο, ο Γκάυ Μπέρτζες που αυτομολεί χωρίς να γνωρίζει γιατί το κάνει και που πάει. Από τα μεγαλοαστικά σαλόνια θα βρεθεί στην φτωχική γκαρσονιέρα της Μόσχας, απομονωμένος και εμφανώς ενοχλητικός καταλήγει να ζεί με τις αναμνήσεις του παρελθόντος, γραφική φιγούρα.

Αυτοί οι δύο δυστυχισμένοι και γκροτέσκοι τύποι, συνθέτουν ένα έξοχο μυθιστορηματικό δίδυμο, σαν ένα κομμάτι μιας υπερβολικής μεν, αλλά γοητευτικής σατιρικής ταινίας. Ονειρεύονται παραδείσους που δεν υπάρχουν, ο ένας μέσα από την αγγλική λογοτεχνία που διαβάζει, μέσα από τις ιστορίες της Έλιοτ και της  Ώστιν, τον παράδεισο της Δύσης, ο άλλος έβλεπε τον κομμουνισμό και την Σοβιετική Ένωση ως ένα είδος γης της επαγγελίας, υποταγμένος στην «μόδα της δεκαετίας του ‘30» στα Αγγλικά σαλόνια. Και οι δύο συντρίβονται, αδύναμοι, «μικρά ψάρια σε μεγάλες γυάλες».

Οι «Σπάνιες γαίες» είναι ένα πολύ ωραίο βιβλίο, από τα καλύτερα της Σ.Τριανταφύλλου με έξοχη ατμόσφαιρα και με ένα ύφος που αιωρείται συνεχώς μεταξύ παρωδίας, σάτιρας και δράματος χωρίς να μπορεί κανείς να το κατατάξει σε κάποιο από αυτά. Τα πραγματολογικά στοιχεία συνδυάζονται αρμονικά με την μυθοπλασία και η εξαιρετική ικανότητα της συγγραφέως στην αφήγηση (κάτι που την χαρακτηρίζει ακόμα και στα λιγότερο επιτυχημένα έργα της), και η επιδέξια αποφυγή κάθε ίχνους διδακτισμού, μας προσφέρουν ένα καλοκουρδισμένο μυθιστόρημα γεμάτο ανθρωπιά και τρυφερότητα.

«Χρόνια αργότερα, όταν του έκανα την ερώτηση «Πως σου φαίνεται τελικά η Σοβιετική Ένωση;» απάντησε: «Σκουριά και μπογιά, Πράβιουσκα…Μπογιά και σκουριά. Πως μου φαίνεται η Σοβιετική Ένωση! Ντοσιέ, γκρίζοι φάκελοι, κι άλλοι γκρίζοι φάκελοι με κόκκινες κορδελίτσες – απόρρητα έγγραφα! -, σφραγίδες, μαύρα μανικέτια, φήμες και κουτσομπολιά…Σκουριά και μπογιά…
-Νόμιζα ότι σου άρεσαν τα κουτσομπολιά, είπα.
-Μ’αρέσει το κουτσομπολιό, Πραβιέν, απάντησε κοφτά. Όχι τα κουτσομπολιά.

Δεν ήθελα ν’ακούσω άλλο· φοβόμουν τα μικρόφωνα στο διαμέρισμα αλλά κυρίως φοβόμουν μήπως πληγωθώ. Προπάντων φοβόμουν να μάθω τις μύχιες, αντισοβιετικές σκέψεις του Γκάυ. «Δεν είναι καθόλου αυτό που θέλαμε» έλεγε ο Γκάυ. «Καθόλου. Είναι σχεδόν αυτό που δεν θέλαμε».»


 



2 Comments:


At 12/3/14 17:19, Anonymous Ανώνυμος

Ένα βιβλίο που μου άρεσε πολύ και στο τέλος οι αγαπημένοι μου Pink Martini!!!Γιατί να είμαστε τόσο μακριά,πολύ θα ήθελα να μπορούσα να έρθω...καλά να περάσετε σήμερα στο Booktalks!
Ελίζα

 

At 12/3/14 18:31, Blogger Librofilo

Ευχαριστουμε. Όποτε σας φέρει ο δρόμος σας από τα μέρη μας, μη διστάσετε, θα χαρούμε πολύ να σας γνωρίσουμε!