Παρασκευή, Ιανουαρίου 24, 2014
posted by Librofilo at Παρασκευή, Ιανουαρίου 24, 2014 | Permalink
Κόρσακοφ
Όταν η μνήμη αρχίζει να σ’εγκαταλείπει ή να απουσιάζει εντελώς πρέπει να δημιουργήσεις τις αναμνήσεις σου. Τι είναι αλήθεια από αυτά που θυμάσαι και τι τεχνητό δημιούργημα; Με αυτό το ερώτημα να αιωρείται συνεχώς και αδιαλείπτως, ξεκινάει και ολοκληρώνεται η ανάγνωση του υπέροχου ατμοσφαιρικού μυθιστορήματος «ΚΟΡΣΑΚΟΦ», του Γάλλου συγγραφέα και δημοσιογράφου Eric Fottorino (Νίκαια,1960), (Εκδ. Πόλις, μετάφρ. Στ.Καββάλου, σελ.457), του οποίου το γοητευτικό «Κινηματογραφικά φιλιά» είχε προκαλέσει αίσθηση όταν είχε εκδοθεί στη χώρα μας πριν από μερικά χρόνια.

«…Το σύνδρομο Κόρσακοφ είναι το Αλτσχάιμερ των νέων. Με μια μεγάλη ωστόσο διαφορά…Ένας εγκέφαλος που πάσχει από Αλτσχάιμερ δεν είναι πλέον σε θέση να αναπτύξει το παραμικρό σενάριο ζωής και βιογραφίας. Ο άρρωστος βυθίζεται περισσότερο ή λιγότερο γρήγορα, είναι ένα ναυάγιο της μνήμης, ενώ καταποντίζονται και όλα του τα σημεία αναφοράς. Στην περίπτωση του Κόρσακοφ, ο άρρωστος είναι ακόμα πολύ υγιής, με τους νευρώνες στο φόρτε τους. Τις αναμνήσεις που η αρρώστια κατατρώει, η φαντασία τις αντικαθιστά με ιστορίες αληθοφανείς, αλλά καθαρά επινοημένες…
Συγκρατήστε τα εξής: ένας εγκέφαλος που πάσχει από Κόρσακοφ επινοεί μια ονειρεμένη ζωή. Τα κενά της μνήμης, η μάλλον τα βάραθρα της μνήμης, τα καλύπτει σύμφωνα με τη φαντασία του, με έναν ορθολογισμό ωστόσο που κάνει τη διαφορά.»

Το βιβλίο χωρίζεται σε 3 περιόδους. Στην πρώτη που φέρει τον τίτλο: «Μια Γαλλική οικογένεια», ο ήρωας και αφηγητής Φρανσουά είναι το παιδί μιας «ξεπέτας», μιας τυχαίας σχέσης ενός Μαιευτήρα και μιας 16άχρονης. Ο πατέρας του εβραϊκής καταγωγής από το Μαρόκο με το περίεργο επίθετο Μαμάς (!!) εξαφανίστηκε, διωγμένος από την θρησκόληπτη μητέρα της νεαρής και επιπόλαιας Λίνας που φέρνει στον κόσμο ένα χαριτωμένο αγοράκι δίνοντάς του το επίθετο της οικογένειάς της, Αρντανουί. Ο Φρανσουά μεγαλώνει στο Μπορντώ, σε μια δυσλειτουργική μικροαστική οικογένεια, σε ένα διαμέρισμα με τη γιαγιά του που διοικεί και ανακατεύεται παντού, την μάνα του που είναι σαν αδερφή του, τον ομοφυλόφιλο θείο του που κάποια στιγμή αυτοκτονεί. Οι έντονες τάσεις φυγής του και η συνεχής αναζήτηση του πατέρα που τον φαντάζεται σε φωτογραφίες και σε πρόσωπα αγνώστων σε συνδυασμό με τις δύσκολες συνθήκες ζωής τον υποχρεώνουν να ωριμάσει γρήγορα. Κάποια στιγμή η Λίνα ερωτεύεται τον Μαρσέλ Σινιορέλλι και ο μικρός Φρανσουά με την μητέρα του θα μετακομίσουν στο σπίτι του νέου της εραστή, ο οποίος (σε αντίθεση με τους προηγούμενους άντρες που πέρασαν από τη ζωή της), την παντρεύεται και ο Φρανσουά επιτέλους αποκτάει έναν πατέρα και μια καινούργια ταυτότητα, πλέον λέγεται Φρανσουά Σινιορέλλι.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου, εκτυλίσσεται 30 περίπου χρόνια αργότερα στο Παλέρμο της Ιταλίας με τίτλο «Ένας σολομός στο Παλέρμο». Εδώ, η αφήγηση μετατρέπεται σε πρωτοπρόσωπη,  και ο Φρανσουά Σινιορέλλι είναι ένας διάσημος νευρολόγος με ειδίκευση στην «Μελαγχολία», που η μοίρα του παίζει ένα άσχημο παιχνίδι, αφού το σύνδρομο «Κόρσακοφ» που παρακολουθούσε στο νοσοκομείο και μελετούσε τις επιπτώσεις του, προσβάλλει τον ίδιο στην πιο δημιουργική του ηλικία, τα 40 του χρόνια. Ξέρει ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα και αφήνεται στην δημιουργία αναμνήσεων, στην δημιουργία μύθων εστιάζοντας με εμμονή στο πρόσωπο που τον εντυπωσίασε περισσότερο από όλους στην παιδική του ηλικία, στον Φόσκο Σινιορέλλι, τον πατέρα του Μαρσέλ και τυπικά πλέον παππού του, μια φιγούρα που στα μάτια του μικρού δεκάχρονου παιδιού πρόβαλλε ως bigger than life χαρακτήρας – ένας άνθρωπος που ζούσε στην Τυνησία και «ήξερε την Σαχάρα καλύτερα από τις αλεπούδες της ερήμου», ενώ «στις αλμυρές λίμνες αντίκρισε πράματα και θάματα».

«Το Κόρσακοφ εισβάλλει εντός μου σαν ανακούφιση, μια χάρη σαν αντίδωρο, το σημάδι μιας ανέλπιστης τύχης. Δεν πρόκειται να το παλέψω. Το Κόρσακοφ είναι εδώ για να με λυτρώσει. Θα είμαι ο συνένοχός του. Τις κακές μου αναμνήσεις , τις τρομερές εικόνες που με στοιχειώνουν από τη μεγάλη νύχτα των Αρντανουί, τους τις προσφέρω αφειδώς. Μπορεί να τα σαρώσει όλα. Εκτός από τον Φόσκο, τον παππού μου, τον καβαλάρη της ερήμου. Τώρα πια, μόνο εκείνος αξίζει να ζεί ακόμα στη μνήμη μου.»

Στην τρίτη περίοδο του βιβλίου, η οποία έχει ως τίτλο "Ο καβαλάρης της αλμυρής λίμνης"),επανέρχεται η τριτοπρόσωπη αφήγηση και ο Φρανσουά έχει πλέον αφεθεί στην κατασκευή ενός μύθου. Ο Φόσκο είναι η εμμονή του, θα επινοήσει τη ζωή του γύρω από αυτόν και θα φτιάξει ένα υποκατάστατο του απόντα πατέρα, ένα πρότυπο φυγής και περιπέτειας. Ο Φόσκο σβήνει τα πάντα, το επίθετο Αρντανουί, τον Μαμά, τον μοναχικό βίο στο Παλέρμο και προβάλλει ως «το Γεράκι της Ερήμου», καθώς παρακολουθούμε τις περιπέτειές του στην Τυνησία την δεκαετία του ’50. Είναι η ταραγμένη εποχή της μετάβασης του κράτους από Γαλλική αποικία στην ανεξαρτησία και ο Φόσκο νεαρός και δυναμικός προσπαθεί να διαφυλάξει την Κοινότητα που διοικεί από τις φασαρίες που βλέπει να έρχονται καθώς βρίσκεται εν μέσω φύλαρχων, διακίνησης όπλων προς την Αλγερία, ταραχών που χρειάζονται μια σπίθα να ξεσπάσουν. Η αφήγηση είναι σαν παραμύθι, γεμάτη ηρωισμούς και περιπέτειες.


Ο Φοτορινό στήνει με μαεστρία την πλοκή του βιβλίου του. Με μοναδικό στυλ και μια διάχυτη μελαγχολία καθ’όλη τη διάρκεια της ιστορίας του, σαγηνεύει τον αναγνώστη σ’αυτό το παιχνίδι κατασκευής αναμνήσεων και αναζήτησης ταυτότητας.Ο Φόσκο που διηγείται στον μικρό Φρανσουά αναμνήσεις που μπορεί να είναι αληθινές, μπορεί και όχι, ο πατέρας Μαμάς που τον γνωρίζει μεγάλος πια και απογοητεύτεται καθώς δεν βρίσκει σημεία επαφής, οι αποτυχημένες του προσπάθειες δημιουργίας ευτυχισμένης οικογένειας, οι σχέσεις με τον γιό του και οι σκηνές βίας, η ζωή στο Παλέρμο ψάχνοντας τις ρίζες των Σινιορέλλι. Που είναι η «αλήθεια» και τι υπάρχει πίσω απ’όλα αυτά;

«Το Κόρσακοφ δεν είναι αρρώστια. Είναι μια θεραπεία ενάντια στον πόνο.»

Στο εξαιρετικό του μυθιστόρημα που είναι πολλά πράγματα μαζί, μεταφυσικό, bildungsroman, υπαρξιακό, στοχαστικό, τοιχογραφία εποχής, ο Φοτορινό θέτει συνεχώς αυτό το ερώτημα: «είναι αρρώστια ή ευλογία το Κόρσακοφ;». Ο ήρωας/αφηγητής του αφήνεται στον μύθο και μας παρασύρει μαζί του σε ένα ταξίδι. Η ποιητικότητα και ο λυρισμός συντείνουν στην απόλαυση του βαθιά υπαρξιακού κειμένου που μετεωρίζεται μεταξύ «αληθινού» και «κατασκευασμένου», μεταξύ λήθης και φαντασίας όπου ο αναγνώστης το μόνο που έχει να κάνει είναι να αφεθεί στην γοητεία του κειμένου και στην αφήγηση ενός ονείρου με την φωνή του Τζόνι Χαλιντέι σαν μουσική υπόκρουση-ανάμνηση της παιδικής ηλικίας.