Δευτέρα, Φεβρουαρίου 17, 2014
posted by Librofilo at Δευτέρα, Φεβρουαρίου 17, 2014 | Permalink
Η ζωή στα προάστια
Με την έκδοση της εξαιρετικής συλλογής διηγημάτων "Ο ΚΟΛΥΜΒΗΤΗΣ  και άλλες ιστορίες", (Εκδ. Καστανιώτη, μετάφρ. Κ.Καλογρούλη, σελ. 220), δίνεται η ευκαιρία στο ελληνικό κοινό να γνωρίσει το έργο ενός από τους μεγαλύτερους Αμερικανούς συγγραφείς του 20ου αιώνα, τον σπουδαίο John Cheever (1912-1982) - ένα έργο που χαρακτηρίζεται από τον αριστοτεχνικό τρόπο περιγραφής της ζωής της μεγαλούπολης (της Ν.Υόρκης πιο συγκεκριμένα), των μεγαλοαστικών προαστίων, των κοκτέιλ πάρτι και της επιφανειακής ζωής. Τον αποκαλούσαν "Τσέχοφ των Προαστείων" και "Δάντη της προαστιακής ζωής", χαρακτηρισμοί που δεν απέχουν πολύ από την πραγματικότητα, αν και το έργο του μεγάλου αυτού συγγραφέα πηγαίνει πολύ παραπέρα.

Οι 9 ιστορίες της συλλογής είναι ενδεικτικές του ύφους του Τσίβερ διότι δεν περιλαμβάνουν μόνο "ιστορίες του Σέιντι Χιλ" (ενός επινοημένου μεγαλοαστικού προαστίου της Ν.Υόρκης) αλλά και διηγήματα γραμμένα παλαιότερα, όπου η δράση εκτυλίσσεται στην πόλη. Ιστορίες για ανθρώπους που βρίσκονται σε ένα σταυροδρόμι της ζωής τους, μεσήλικες που ξαφνικά κάτι κάνει κλικ μέσα τους και ανατρέπουν τα πάντα, άνθρωποι που νομίζουν ότι περνάνε καλά ή ότι τα έχουν όλα και συνειδητοποιούν την ρευστότητα των πραγμάτων. Ιστορίες για ανθρώπους που έχουν κάθε μέρα μια πρόσκληση για πάρτι, αλλά είναι  στην πραγματικότητα μόνοι, για ανθρώπους που δουλεύουν στην πόλη και παίρνουν τον προαστιακό κάθε απόγευμα, την ίδια ώρα να γυρίσουν σπίτι τους, να πιούν το κοκτέιλ και να κουρέψουν το γκαζόν τους σε ζωές ίδιες κι απαράλλαχτες με συζύγους στα πρόθυρα της υστερίας και του αλκοολισμού.

 "Αν υπάρχουν κάποιοι που σιχαίνομαι, είναι οι αδύναμοι και συναισθηματικοί τύποι - όλοι εκείνοι οι μελαγχολικοί άνθρωποι που λόγω υπερβολικής συμπόνιας για τους άλλους δεν γεύονται την ηδονή της ίδιας τους της ουσίας και περιπλανιούνται στη ζωή χωρίς ταυτότητα, σαν ανθρώπινη ομίχλη, νιώθοντας οίκτο για όλους γύρω μας. Ο ανάπηρος ζητιάνος στην Τάιμς Σκουέαρ με τα λιγοστά μολύβια που πουλάει, η γριά με το ρουζ στο πρόσωπο που μιλάει μόνη της στο σταθμό του τρένου, ο επιδειξίας στις δημόσιες τουαλέτες, ο μέθυσος που έχει καταρρεύσει στα σκαλιά του μετρό, όλοι αυτοί κάνουν κάτι περισσότερο από το να ερεθίζουν τα συναισθήματα οίκτου και συμπόνιας αυτών των τύπων, καθώς με μία και μόνο ματιά μεταμορφώνονται οι ίδιοι σε αυτά τα κακόμοιρα και δυστυχισμένα πλάσματα. Η έρημη , εγκαταλειμμένη ανθρωπότητα σκοντάφτει στις ανολοκλήρωτες ψυχές τους, αφήνοντάς τους στο λυκόφως σε μια κατάσταση που μοιάζει πολύ με σκηνή από εξέγερση σε φυλακές. Απογοητευμένοι από τον εαυτό τους, βρίσκονται πάντα σε ετοιμότητα να απογοητευτούν από όλους εμάς, και θα χτίσουν ολόκληρες πόλεις, ολόκληρα δημιουργήματα και ουράνιους θόλους, από δακρύβρεχτη απογοήτευση.  Το βράδυ στο κρεβάτι τους σκέφτονται με τρυφερότητα τον μεγάλο νικητή της κλήρωσης που έχασε το λαχείο του, τον μυθιστοριογράφο του οποίου το magnum opus κάηκε κατά λάθος με τα σκουπίδια, και τον Σάμιουελ Τίλντεν, που έχασε τις εκλογές για την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών απ' τα μαγειρέματα του σώματος των εκλεκτόρων. Από τη στιγμή, λοιπόν, που σιχαινόμουν αυτή τη συντροφιά, ήταν διπλά επίπονο για μένα να σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να είμαι μέλος της. Κια βλέποντας ένα γυμνό δέντρο στο φως των αστεριών, σκέφτηκα: Πόσο θλιβερά είναι όλα!"

Στα διηγήματα που περιλαμβάνονται στον τόμο, παρακολουθούμε την ιστορία μιας διαφορετικής Χόλι Γκολάιτλι, μιας φαινομενικά αφελούς και "ελαφριάς" κοπέλας που καταστρέφει όποιον είναι δίπλα της, απολαμβάνοντας το ("Καψουροτράγουδο"), ένα ζευγάρι αστών που το καινούργιο τους ραδιόφωνο, τους επιτρέπει να παρακολουθούν την ζωή των γειτόνων τους σε ένα σατιρικό και ταυτόχρονα εφιαλτικό διήγημα προπομπό των ιστοριών με τα reality shows του τέλους του 20ου αιώνα ("Το τεράστιο ραδιόφωνο"). Στο "Τα Χριστούγεννα είναι μια μελαγχολική περίοδος για τους φτωχούς" έχουμε μια ιστορία γεμάτη ειρωνία και χιούμορ, η οποία εχει τη μορφή συμβολικού παραμυθιού ενώ στο έξοχο "Ω πόλη των τσακισμένων ονείρων",μέσα σε ελάχιστες σελίδες έχουμε την ανάπτυξη μιας στέρεας και δομημένης ιστορίας απότομης διάψευσης ονείρων και προσγείωσης στην πραγματικότητα και σκληρότητα του κόσμου της show business.

Τα υπόλοιπα 5 (και καλύτερα) διηγήματα της συλλογής ανήκουν στην σειρά των "ιστοριών του Σέιντι Χιλ", όπου αναπτύσσεται  η ικανότητα του συγγραφέα να περιγράφει τους ανθρώπους που ζούν "οχυρωμένοι" και "ασφαλείς" στα μεγαλοαστικά προάστια της Νέας Υόρκης, την κενότητα της ζωής τους, τα αδιέξοδα και την ασφυξία τους πίσω από την βιτρίνα της ευμάρειας και της οικονομικής άνεσης.

Στον υπέροχο "Διαρρήκτη του Σέιντι Χιλ", ένας οικογενειάρχης αστός χάνει (από δικιά του ευθύνη) την δουλειά του, και καθώς τρέχουν οι οικονομικές υποχρεώσεις της πολυέξοδης ζωής στην οποία έχει συνηθίσει, και δουλειά δεν βρίσκει, αρχίζει να εισβάλλει στα αφύλαχτα πολυτελή σπιτια των φίλων του και να τους κλέβει. Σύντομα τον κυριεύουν οι τύψεις για τις κλοπές αυτές-γεγονός πρωτόγνωρο γι'αυτόν που έχει κάνει χειρότερες "αμαρτίες" αλλά ακριβώς  γι'αυτήν είναι που νιώθει χάλια και εγκληματίας. Ένα εύστοχο σχόλιο με σάτιρα που τσακίζει,  πάνω στην "καπιταλιστική ηθική" και την "αγιοποίηση" του χρήματος.

Ο συγκλονιστικός "Εξοχικός σύζυγος" είναι η ιστορία ενός ανθρώπου μεσήλικα που ένα αεροπορικό ατύχημα του αλλάζει τον τρόπο σκέψης και συνειδητοποιεί ότι θα μπορούσε να έχει πεθάνει χωρίς να έχει ουσιαστικά ζήσει. Γυρίζοντας σε κατάσταση σοκ σπίτι του, αντιλαμβάνεται ότι ουδείς ενδιαφέρεται για την περιπέτειά του, κανείς δεν τον προσέχει, κανείς δεν τον ακούει. Με τις αισθήσεις του οξυμμένες και τον εσωτερικό του κόσμο αντεστραμμένο, εμφανώς σε "κρίση μέσης ηλικίας", ερωτεύεται μια μικρούλα baby-sitter αλλά σύντομα διαπιστώνει ότι θα πρέπει να επιλέξει μεταξύ της βολεμένης ζωής του ή μιας πλήρους ανατροπής και έντρομος καταφεύγει στις υπηρεσίες ενός ψυχαναλυτή για να επανέλθει στην "ομαλότητα". "...φύσηξε τη μύτη του σ ένα μαντίλι, έψαξε στις τσέπες του για τσιγάρα, σπίρτα, για οτιδήποτε, και είπε βραχνά, με δάκρυα στα μάτια: "Είμαι ερωτευμένος, Δρ Χέρτσογκ"."

Στο πιο γνωστό διήγημα της συλλογής, τον "Κολυμβητή", ο οποίος είχε μεταφερθεί εξαιρετικά στον κινηματογράφο, (με τον μεγάλο Μπ.Λάνκαστερ ίσως στονκαλύτερο ρόλο της καριέρας του), ο Τσίβερ μέσα σε 15 μόνο σελίδες, περιγράφει την ιστορία του Νεντ Μέριλ που "...μια από εκείνες τις Κυριακές του καλοκαιριού που όλοι κάθονται λέγοντας: "Ήπια πολύ χθες βράδυ" ξεκινάει  μια περίεργη διαδρομή, αφού συνειδητοποιεί ότι οι  πισίνες των γειτονικών και όχι μόνο σπιτιών του προαστίου αν τις βάλεις στη σειρά σχηματίζουν ένα ποτάμι, οπότε αποφασίζει να τις διασχίσει κολυμπώντας τις κατά μήκος. Ο αθλητικός Νεντ, εισβάλλει έτσι σε φιλικά η μη σπίτια καταπατώντας το σύμβολο πλούτου και επίδειξης του καθενός (την πισίνα), πίνοντας ποτά στην διαδρομή του, συμμετέχοντας σε πάρτι - καθυστερώντας ή ίσως αρνούμενος να παραδεχτεί την θλιβερή του προσωπική ιστορία.

Ο μεσήλιξ και ευτραφής πάμπλουτος, αυτοδημιούργητος σύζυγος του "Μονάχα πες μου ποιός ήταν", με την νεότατη και ευειδή σύζυγο, νιώθει το έδαφος να τρέμει κάτω από τα πόδια του, όταν κατά τη διάρκεια ενός κοκτέιλ πάρτι διαπιστώνει αυτό που ήταν καιρό τώρα μπροστά του, ότι η σύζυγός του τσιλιμπουρδίζει σε ένα ειρωνικό διήγημα που μοιάζει με τις καλύτερες στιγμές ενός Φιτζέραλντ.

Τέλος, στο καλύτερο ίσως διήγημα της συλλογής, το αριστουργηματικό "Το τρένο των πέντε και σαράντα οκτώ" έχουμε την δομή του θρίλερ, όταν ο ήρωας, ένας φιλήσυχος επιφανειακά οικογενειάρχης νιώθει να παρακολουθείται όταν βγαίνει από το γραφείο του από την πρώην γραμματέα του, μια εμφανώς διαταραγμένη ψυχολογικά κοπέλα, την οποία φλέρταρε και αφού κοιμήθηκε μαζί της, την επόμενη μέρα απέλυσε χωρίς δικαιολογία. Τώρα την βλέπει συνεχώς πίσω του, μπαινοβγαίνει σε μπαρ και τη στιγμή που επιβιβάζεται στο τρένο των 5.48 για να πάει σπίτι του την βλέπει στο απέναντι κάθισμα να τον απειλεί με ένα περίστροφο. Εδώ ο Τσίβερ δεν αποδεικνύεται μόνο μάστορας της υπαινικτικής γραφής αλλά και δεινός χειριστής του ψυχολογικού θρίλερ καθώς ο φόβος του ήρωα της ιστορίας κατακλύζει την ατμόσφαιρα και αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη.



Ο Τσίβερ συνομιλεί στα διηγήματά του με τον Κάρβερ και τον Τσέχοφ, τον Απντάικ και τον Φιτζέραλντ, ενώ έρχονται έντονα στο νου οι πίνακες του Ε.Χόπερ και η τηλεοπτική σειρά "Mad Men". Το εύθραυστο "Αμερικάνικο όνειρο", οι μικροκοινωνίες (πρότυπα) των προαστίων, η φαινομενικά αδιατάρακτη "ηρεμία" και "ασφάλεια" των επαύλεων με τις πισίνες και τα μπάρμπεκιου, οι διαδρομές με τον προαστιακό, οι ερωτικές ιστορίες μεταξύ γειτόνων, τα μικροσκάνδαλα και η απεριόριστη κατανάλωση ποτού περιγράφονται με υπαινικτικότητα και ακρίβεια, ολοζώντανα και πειστικά.

Με ακρίβεια εντομολόγου ο Τσίβερ, παρατηρεί συμπεριφορές και σκέψεις, πρακτικές και (τυπικά) ασήμαντες λεπτομέρειες, οι οποίες όμως καθορίζουν την ρευστότητα της ατμόσφαιρας των ιστοριών του. Ανασφάλεια και αίσθηση ότι κάτι απειλεί την δεδομένη ηρεμία της ζωής των ηρώων του κατακλύζουν τις σελίδες του βιβλίου συμβάλλοντας στην απόλαυση του καλοκουρδισμένου κειμένου, μετατρέποντας την ανάγνωσή του σε εμπειρία. Δεν γνωρίζω αν στα μυθιστορήματά του (έγραψε 5, με γνωστότερο το "Falconer" που εκδόθηκε το 1977 και αναμένεται να εκδοθεί εντός του 2014 στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη και αυτό) με τα οποία κατέκτησε την εμπορική επιτυχία, είναι καλύτερος, αλλά, τα διηγήματά του είναι τόσο εντυπωσιακά που δεν ξέρω τι παραπάνω μπορεί να περιμένει κανείς.




 



3 Comments:


At 17/2/14 22:07, Anonymous Ανώνυμος

Πολύ ωραίο κείμενο, αγαπητέ LIBROFILO. Και πολύ ωραίο βιβλίο.Ξέρεις ότι το Φάλκονερ, που είναι όντως καλό, εχεί ήδη εκδοθεί στα ελληνικά; Το 1984 από τις εκδόσεις AQUARIUS,με τίτλο "ΦΑΛΚΟΝΕΡ η φυλακή της χαραυγής". Π.Ζ.

 

At 18/2/14 11:27, Anonymous Ανώνυμος

ψήθηκα!

θ.

 

At 18/2/14 17:30, Blogger Librofilo

Ευχαριστώ για τα σχόλια.
Ναι, το ήξερα για το Φαλκονερ από την Aquarius (για την ακρίβεια, μου το είχε αναφέρει ένας φίλος πριν καιρό χωρίς περαιτέρω στοιχεία) αλλά δεν μπορούσα να βρω τίποτα, ούτε στη Βιβλιονετ ή κάπου αλλού για να το γράψω.
Μάλλον πέρασε απαρατήρητο τότε.