Τετάρτη, Μαρτίου 19, 2014
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαρτίου 19, 2014 | Permalink
Η τραγωδία ενός "ήρωα" της καθημερινότητας
Με την τραγωδία ενός καθημερινού ανθρώπου, ενός σύγχρονου "νεόπτωχου" έλληνα, ασχολείται ο πολύ καλός συγγραφέας Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, (Λάρισα,1970) στο ωραίο αλλά και ιδιαίτερα σκληρό, καινούργιο του μυθιστόρημα, "Η ΠΟΛΗ ΚΑΙ Η ΣΙΩΠΗ", (Εκδ.Καστανιώτη, σελ.493), με το οποίο επανέρχεται με δυναμικό και εμφαντικό τρόπο στη λογοτεχνική σκηνή μετά από 6 χρόνια (δημιουργικής όπως φαίνεται) σιωπής. Ένα  βιβλίο απόλυτου ρεαλισμού, απεικόνιση της σημερινής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης και τις επιπτώσεις της στην καθημερινότητα της ζωής της πόλης.

Ο ήρωας του μυθιστορήματος, ο Αργύρης Τρίκορφος, είναι ένας από τους δεκάδες "αόρατους" ανθρώπους που συναντάμε στον δρόμο, στις στάσεις των μέσων μαζικής μεταφοράς, στο σουπερμάρκετ. Χαρακτηριστικά ο συγγραφέας δεν μας δίνει, ούτε καν ένα μικρό δείγμα της εμφάνισής του – σε κάποια συνομιλία μόνο διαπιστώνουμε ότι έχει «βάλει κιλά». Πενηντάρης και οικονομικά κατεστραμμένος μετά την πτώχευση της μικρής βιοτεχνίας κουμπιών που κληρονόμησε από τον πατέρα του, είναι πηγμένος στα χρέη και στις υποχρεώσεις. Νοικιάζει και δουλεύει ένα ταξί, μέσα στο οποίο περνάει το μεγαλύτερο ποσοστό της μέρας του, παλεύοντας για το μεροκάματο. Τα λιγοστά κέρδη και τα τρισμέγιστα οικονομικά βάρη, έχουν υποχρεώσει και την μέχρι πρότινος καλομαθημένη σύζυγό του να δουλεύει νυχτερινή βάρδια σε μια ψησταριά ενός κοινού τους φίλου, τυλίγοντας σουβλάκια. Έχουν αναγκαστεί να μετακομίσουν σε μικρότερο σπίτι - αφού χάσανε ότι είχαν και δεν είχαν - , τα παιδιά να πάνε σε δημόσιο σχολείο, να μετράνε και το τελευταίο ευρώ για να ξεπληρώσουν κάποτε (και αν) τους τοκογλύφους από τους οποίους δανείστηκαν.

Ο Αργύρης με το ταξί κινείται νυχθημερόν σε μια πόλη που βρίσκεται σε κατάσταση υστερίας και παρακμής, οχι μόνο οικονομικής αλλά και ενός συστήματος αξιών που έστω επιφανειακά επικρατούσε. Ακούει τους επιβάτες, κάποιες φορές συζητάει μαζί τους, συμμετέχει στους προβληματισμούς τους. Από την άλλη, όταν γυρίζει σπίτι, δεν έχει δύναμη για τίποτα. Αποξενωμένος πλέον (μετά την συσσώρευση των οικονομικών προβλημάτων) από τη γυναίκα του, χωρίς δίαυλο επικοινωνίας με την έφηβη κόρη του, ο Αργύρης νιώθει (και είναι) ένας άνθρωπος που ασφυκτιά υπό τον όγκο της αμείλικτης καθημερινότητας και της αβάσταχτης ένδειας την οποία είναι υποχρεωμένος πλέον να βιώνει.

Ώσπου μια μέρα, ανακαλύπτει μέσα στο αυτοκίνητο ξεχασμένο ένα τσαντάκι, το οποίο περιέχει γύρω στα 350000 (τριακόσιες πενήντα χιλιάδες) ευρώ. Ο Αργύρης τρελαίνεται, είναι το ποσόν που όχι μόνο θα λύσει όλα του τα προβλήματα, αλλά θα του επιτρέψει να ξαναρχίσει τη ζωή του, να ξεχρεώσει τους δανειστές του, να αναπνεύσει ξανά. Αλλά για εκείνον, ουσιαστικά, δεν υπάρχει δίλημμα,  χωρίς να το συζητήσει με κανέναν, τα χρήματα επιστρέφονται στο αστυνομικό τμήμα μήπως βρούν τον αφηρημένο και ξεχασιάρη κάτοχό τους και μπροστά στον εμβρόντητο (και σκανδαλισμένο) αστυνόμο, ο Αργύρης χωρίς "να κουνήσει βλέφαρο" παραδίδει ένα ποσόν που θα "κόλαζε και Άγιο". Σύντομα (σχεδόν την επόμενη μέρα), τα "τσακάλια" του τηλεοπτικού ρεπορτάζ πληροφορούνται το νέο, και ο Αργύρης προτού προλάβει να πει κάτι στην σύζυγό του, εμφανίζεται στον τηλεοπτικό φακό προβεβλημένος ως πρότυπο τιμιότητας και συνέπειας.

Από εκείνη τη στιγμή, ο ανύποπτος (και κάπου αφελής) Αργύρης θα ζήσει έναν εφιάλτη. Η σύζυγος του τον διώχνει από το σπίτι, οι τοκογλύφοι πιστωτές του ζητάνε άμεση εξόφληση των χρωστούμενων, όλοι γενικώς τον αντιμετωπίζουν είτε ως ούφο και γραφικό μαλάκα, είτε ως κάποιον που έχει πολλά χρήματα «καβατζωμένα» και  που έχει την άνεση να επιστρέφει ένα τέτοιο ποσό πίσω. Ο Αργύρης συνεχίζει την ζωή του, παλεύοντας με το ταξί στους δρόμους, προσπαθώντας να πείσει για την λογική της πράξης του, απευθυνόμενος σε ώτα μη ακουόντων, δεχόμενος τη μια σφαλιάρα, ψυχολογική και εν πράξει, κατρακυλώντας και βυθιζόμενος ακόμα περισσότερο στη δίνη των προβλημάτων του.

"Ηξερε ότι πολλά δεν πήγαιναν καλά. Στους δρόμους ήταν όλη μέρα. Τούτο όμως ξεπερνούσε και την πιο μαύρη απ' τις μαύρες σκέψεις του. Αν το άκουγε από άλλον και δεν το έβλεπε με τα ίδια του τα μάτια, δύσκολα θα το πίστευε. Και δεν ήταν το πρώτο κρούσμα βίας που έβλεπε απ' το πρωί. Μέσα σε μισή μέρα είχε δεί να ξυλοκοπούνται τρείς άνθρωποι. Νωρίς, στο φανάρι μπροστά στην πλατεία Μεταξουργείου, μετά από ένα ασήμαντο ατύχημα, δύο οδηγοί προσπαθούσαν να σκοτώσουν ο ένας τον άλλον. Αργότερα, έξω από ένα χασάπικο στην Πετρούπολη, δύο άλλοι άντρες - άγνωστο για ποιό λόγο - προσπαθούσαν επίσης να αλληλοεξοντωθούν με κλοτσιές και μπουνιές και λίγο μετά, περνώντας απ' την πλατεία Εξαρχείων, είδε μια ολόκληρη συμμορία αγοριών να ποδοπατά έναν μικροπωλητή, ενώ οι γύρω καφετέριες ήταν γεμάτες κόσμο. Που θα έβγαζε όλο αυτό; Και έπειτα πότε και πως ξεκίνησε τούτο το κακό; Γιατί δεν ήταν πάντα έτσι. Αναμμένα φυτίλια κυκλοφορούσαν ανέκαθεν, μα τόσο πολλούς κανίβαλους δεν είχε δει ποτέ αυτή η πόλη. Τι έφταιξε και χάλασαν όλα; Και τώρα που έμοιαζε πια κανονικό το αλληλοφάγωμα, γινόταν άραγε να σταματήσει η κατρακύλα;"


Ο Τζαμιώτης, δεν χαρίζεται σε κανέναν, στην κοινωνία, στον ήρωά του δε ακόμα περισσότερο – του φέρεται με σκληρότητα, τον ταλαιπωρεί σε βαθμό αφάνταστο. Δημιουργεί έναν μυθιστορηματικό χαρακτήρα στέρεο και δυνατό που θα μείνει στο μυαλό του αναγνώστη για καιρό. Με γλώσσα απλή και με σαφήνεια, παρακολουθεί τον ήρωά του σε έναν αγώνα αδιέξοδο. Εξ'αρχής προτάσσεται το ηθικό δίλημμα - "εσύ τι θα έκανες σε μια τέτοια περίπτωση;" Για τον Αργύρη δεν υπήρχε αυτό το ερώτημα. Ήταν θέμα λεβεντιάς και μιας ιδιαίτερης αίσθησης του καθήκοντος, οπότε θεωρεί την ενέργειά του "φυσιολογική" και πραγματικά εκπλήσσεται από τις αντιδράσεις των άλλων. Οι «άλλοι» όμως είναι οι δίπλα μας, είμαστε «εμείς», είναι το κοινωνικό σύνολο που δεν αντέχει και δεν ανέχεται συμπεριφορές που ξεχωρίζουν από τη μάζα. Ο Αργύρης πηγαίνει «κόντρα στο ρεύμα», είναι «το άσπρο πρόβατο, σε ένα κοπάδι μαύρων προβάτων» - και γι’αυτό πρέπει να τιμωρηθεί από αυτόν τον κόσμο της λαμογιάς και της κομπίνας.

Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται μέσα σε ένα χρονικό διάστημα ενός δεκαπενθημέρου και ολοκληρώνεται με τα γεγονότα του καλοκαιριού, του 2011 στο Σύνταγμα. Ο έτερος πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι η πόλη, η Αθήνα που υποφέρει από μια πρωτόγνωρη κρίση, οικονομική και όχι μόνο. Οι σκηνές στους δρόμους, η βία σωματική και λεκτική είναι έντονη στο βιβλίο και ο ρεαλισμός της γραφής την επιτείνει σε βαθμό πνιγηρό. Η δύναμη του βιβλίου και η επίδρασή του είναι τέτοια που πολλές φορές  νιώθεις να παρακολουθείς μια ταινία του Οικονομίδη, με τους ήρωες στα πρόθυρα παράκρουσης.

"Η πόλη και η σιωπή" είναι ένα πολύ ωραίο βιβλίο, από τα καλύτερα του Τζαμιώτη, που έχει έναν κεντρικό χαρακτήρα από τους πιο συμπαγείς και ευδιάκριτους στην σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Γραμμένο σε ένα δυναμικό και πιο παρορμητικό ύφος που δεν μας έχει συνηθίσει ο συγγραφέας στα προηγούμενα έργα του, θέτει συνεχώς ερωτήματα, και απαιτεί την συμμετοχή του αναγνώστη, ο οποίος δεν μπορεί να μείνει απαθής μπροστά σ' αυτό που εκτυλίσσεται μπροστά του. Θα μπορούσε να ήταν περιορισμένη η έκτασή του μυθιστορήματος, κατά το 1/3 περίπου, αφού πολλές σκηνές και διάλογοι επαναλαμβάνονται, αλλά, ίσως αυτό να λειτουργεί τελικά υπέρ της τελικής αίσθησης που αφήνει στον αναγνώστη η ιστορία. Το κινηματογραφικό και γρήγορο στυλ του μυθιστορήματος σε παρασέρνει σ'αυτό το μοναχικό ταξίδι του ήρωα μέσα στην φλεγόμενη πόλη και σε μια ζωή που «πάντα κάτι λείπει», όπως είναι και η αρχική πρόταση του βιβλίου.

_____________________________________________________

Ακούστε την συζήτηση που είχα με τον Κων/νο Τζαμιώτη σχετικά με το βιβλίο στο podcast της εκπομπής, Booktalks@Amagi radio το Σάββατο 15/3. Η συζήτηση αρχίζει μετά την 1η ώρα της εκπομπής. Καλή ακρόαση.