Τρίτη, Μαΐου 27, 2014
posted by Librofilo at Τρίτη, Μαΐου 27, 2014 | Permalink
"Η αυτοκρατορία που ζάρωνε"...
Πως μπορεί να μιλήσει κανείς για το σαγηνευτικό και πολύ ιδιαίτερο  βιβλίο "ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΕΧΕΙ ΡΕΠΟ" του (εκτός πολλών άλλων) μεταφραστή, διερμηνέα, επιμελητή εκδόσεων, Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη (Θεσ/νίκη, 1952), (Εκδόσεις Αρμός, σελ.687), και πως να συμμαζέψει τις σκέψεις και τις εντυπώσεις που του προκάλεσε η ανάγνωση αυτού του ογκωδέστατου ιδιόμορφου πανοράματος, αυτού του ψηφιδωτού κολάζ που αρνείται επίμονα να κατηγοριοποιηθεί - ως ακριβώς τι άραγε; Το εξώφυλλο του βιβλίου πάντως, αν το παρατηρήσεις σε βάζει στο παιχνίδι του συγγραφέα - ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Μονομάχος από τη μια και ο Γκράουτσο Μαρξ ως πανεπιστημιακός δάσκαλος από την άλλη.
Δοκίμιο δεν είναι, ούτε μυθιστόρημα, ούτε όμως αυτοβιογραφία - αλλά ούτε και βιβλίο ιστορίας - μήπως είναι κάτι σαν "δραματοποιημένο ντοκυμαντέρ"; - ο ίδιος ο συγγραφέας παραθέτει τον υπότιτλο "Ομιλία σαν μυθιστόρημα" και αρκετές φορές μέσα στο κείμενο αναφέρει για αυτή του την "ομιλία". Το γεγονός είναι ότι όπως κι αν θέλεις να το δεις, το βιβλίο αυτό σε μαγεύει με το ακαταμάχητο στυλ του.


Χωρισμένο σε 145 κεφάλαια ανισομερούς μεγέθους, (και μερικά με πολύ ευρηματικούς τίτλους), το "ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΕΧΕΙ ΡΕΠΟ" είναι μια αφοπλιστική αφήγηση με στοιχεία βυζαντινής και όχι μόνο ιστορίας, στοιχεία αυτοβιογραφίας, παράθεση απόψεων και κρίσεων και πολύ χιούμορ.
Το Βυζάντιο έχει μείνει πλέον ως ονομασία καφέ (κυρίως), ρεστωράν και ουζερί. Από ένα τέτοιο που είχε την έδρα του στις Βρυξέλλες του Βελγίου, ξεκινάει η αφήγηση του Πεντζίκη που μας εισάγει σε ένα κόσμο αχρονικό και πολυδιάστατο μεταφέροντας τις συνομιλίες σουρεαλιστικού περιεχομένου με τον (θεότρελο) ιδιοκτήτη του ουζερί και τα "βυζαντινά δείπνα" που εκείνος ετοίμαζε για εκλεκτούς συνδαιτημόνες. Από εκεί η αφήγηση μας πηγαίνει αιώνες πίσω στην άλωση της Πόλης και τις τελευταίες της ώρες για να μας πάει στις καταστροφικές μέρες του 1204 και στην άλωση από τους Φράγκους, και μετά στο Άγιο Όρος και μετά πάλι πίσω στις Βρυξέλλες κάνοντας μια στάση από τη Θεσσαλονίκη, μιλώντας για τα παιδικά χρόνια, τους φίλους του σχολείου.

"Το Βυζάντιο ποιός το έχει ανάγκη; Δεν πρόκειται για ρητορική ερώτηση· η αυτοκόλλητη επιγραφή στην πόρτα του καταστήματος που αναγγέλλει ότι το Βυζάντιο έχει ρεπό, δίνει όχι ένα αλλά δύο αριθμούς κινητών τηλεφώνων ως τηλέφωνα ανάγκης. Συνεπώς κάποιος το'χει ανάγκη το Βυζάντιο. Μου έρχεται στο νού ο Γρηγόρης, ο οποίος, όταν μετά την αγιορείτικη εμπειρία του έγινε για τρίτη φορά πατέρας, βάφτισε το στερνοπαίδι του Ρωμανό, δίνοντάς του τ'όνομα τεσσάρων βυζαντινών αυτοκρατόρων και γιορτάζοντας το την επέτειο της μνήμης του οσίου μελωδού. Ποιά ανάγκη, άραγε, του υπαγόρευσε την επιλογή της ονοματοδοσίας;
Δεν ξέρω - όπως καλά, καλά δεν ξέρω τι υπαγόρευσε τη δική μου ανάγκη για το Βυζάντιο. Ξέρω όμως ότι την ανάγκη αυτή τη μετέφρασα σε στέγη. Το φοιτητικό μου δωμάτιο ήταν στην πτέρυγα του κολλεγίου που εφάπτεται των περίφημων κήπων του, το κάλλος των οποίων εκθείασε ο ποιητής Άντριου Μαρβέλ. Σε μια πινακίδα στην είσοδο του κλιμακοστασίου ήταν γραμμένα τα ονόματα των φοιτητών που έμεναν σε κάθε πλατύσκαλο. Δίπλα στον αριθμό του δωματίου μου, η πινακίδα έγραφε G.N.Pentzikis, Esq., στην πόρτα όμως του δωματίου μου μια χειρόγραφη επιγραφή σε χαρτόνι ανήγγελλε ότι το φοιτητικό κατάλυμα φιλοξενούσε πλην εμού και τη LEGATION OF THE IMPERIAL BYZANTINE GOVERNMENT-IN-EXILE.
Ο ξενιστής ξενίζεται. Στεγάζοντας την εξόριστη βυζαντινή κυβέρνηση στεγαζόμουν ο ίδιος στο Βυζάντιο, το οποίο μετασχηματιζόταν σε κοχύλι σαν εκείνο που συμβολίζει στερέωμα και σύμπαν και κουβαλά στα χέρια του ο άγγελος σην παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας στο ταφικό παρεκκλήσι της Μονής της Χώρας."

Κάπως έτσι πηγαίνει όλο το βιβλίο με ρυθμό μουσικό και γλώσσα που αιχμαλωτίζει, ακόμα και στα σημεία που νιώθεις ότι επαναλαμβάνονται πράγματα με τρόπο εμμονικό. Δεν ακολουθείται κάποιου είδους γραμμική αφήγηση (πως άλλωστε όταν όλα διυλίζονται κάτω από έναν ιμπρεσιονιστικό φακό με πινελιές υπερρεαλισμού;).
Οι ίντριγκες για τον βυζαντινό θρόνο διαδέχονται τα εκκλησιαστικά κείμενα και οι αφηγήσεις για τις ημέρες στο Άγιο Όρος διαδέχονται τα κεφάλαια περί των εμβλημάτων των δύο ποδοσφαιρικών δικέφαλων, του ΠΑΟΚ και της ΑΕΚ, ενώ με αφορμή μια περιπέτεια στην εθνική οδό δίδεται η αφορμή στον συγγραφέα να μιλήσει για το πρωτάθλημα που πήρε η ΑΕΛ και την υπόθεση με "τα ούρα του Τσίγκωφ".  Αφηγήσεις βυζαντινών χρονικογράφων, γελωτοποιοί και μάγοι, βασιλικά προξενιά και μικρά κοριτσάκια που πηγαίνουν στα βάθη της Ανατολής ή στις Ρώσικες στέπες για να παντρευτούν απίθανους και μη φύλαρχους, μοναχοί του Αγιου Όρους, παιδικές αταξίες, εφηβικές ανησυχίες και νεανικά ταξίδια με οτοστόπ στην Ευρώπη (με τη βυζαντινή σημαία να τυλίγει το σακίδιο), για Μάρτυρες της πίστης και για Πλαστογράφους φημισμένους, ενώ οι σελίδες για τον Γιώργο Μακρή μπερδεύονται μαζί μ'αυτές για τη στάση του Νίκα και την επίδραση της βυζαντινής κουλτούρας στον υπόλοιπο κόσμο.

"Από τότε που άρχισα αυτήν την ομιλία σαν μυθιστόρημα, το πήρ' απόφαση ότι θα με πούν τρελό, σαλό, παπαδιαμαντικό γραΐδιο ή, στην καλύτερη περίπτωση, ελαφρό."

Ο Πεντζίκης (άξιο τέκνο του τιτάνα πατρός του) παίζει με τη γλώσσα συνεχώς και αδιαλείπτως. "Αναποδογυρίζει τον κόσμο" και βγαίνει νικητής και τροπαιούχος, ενώ  οι περιγραφές των βυζαντινών χρονικογράφων ανακατεύονται με αυτές των σύγχρονων αθλητικογράφων και η ουρά της πεσκαντρίτσας (εξαιρετικός μεζές) βοηθάει στην αυτογνωσία του αφηγητή και κάπου καταλαβαίνουμε ποιό είναι το κοινό σημείο μεταξύ της "φωτιάς του Σαν Έλμο" και της "φωτιάς του Αγίου Αντωνίου", του Πρώτου νεκροταφείου της Αθήνας και του Pere-Lachaise, των ποδοσφαιρικών θυρών 7 και 13 και της βίας στον Ιππόδρομο της Βασιλεύουσας πολλούς αιώνες πριν.

"Το Βυζάντιο έχει ρεπό", που (υποτίθεται ότι) είναι το πρώτο μέρος μιας μυθιστορηματικής τριλογίας, μπορεί να τρομάζει με τον όγκο του, να είναι γενικώς ανοικονόμητο και χαοτικό αλλά είναι ένα έξοχο βιβλίο-κόσμημα, μια ιδιαίτερη δημιουργία ενός (μάλλον) ιδιαίτερου διανοούμενου (με όνομα "βαρύ σαν ιστορία). Είναι ένα βιβλίο απροσδόκητα ελκυστικό που δεν αφορά μόνο αυτούς που ενδιαφέρονται για το Βυζάντιο και τα ιστορικά γεγονότα, αλλά που απευθύνεται σε μια ευρεία γκάμα αναγνωστών, οι οποίοι γοητεύονται από μια ωραία αφήγηση και μπορούν να μαγευτούν από την έξοχη χρήση της γλώσσας, μια (δηλαδή) καθαρά αναγνωστική απόλαυση.

"Οι Βυζαντινοί κληρονομούν την αυτοκρατορία της Ρώμης, στην οποία βάζουν πρόσημο τον Σταυρό. Μετά τον θάνατο του Θεοδόσιου του Μεγάλου, Ισπανού στην καταγωγή, οι δυό γιοί του μοιράζονται την αυτοκρατορία, ο Αρκάδιος παίρνει το ανατολικό τμήμα, ο Ονώριος το δυτικό και τότε ξεκινά ο εδαφικός καθημαγμός. Επί Ιουστινιανού, ανακτώνται εδάφη μακρινά και υπερπόντια, όπως η σημερινή Τυνησία, που είχε καταληφθεί από τους Βανδάλους· έναν αιώνα όμως αργότερα, οι αραβικές κατακτήσεις ακρωτηριάζουν με τρόπο μη ανατάξιμο τα ρωμαϊκά εδάφη της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, και ο καθημαγμός συνεχίζεται μέχρι τις έσχατες μέρες, τότε που καταπώς λέει ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, "ο δυσεβής Μεχμέτ καταπάτησε συνθήκες και συμφωνίες και άνευ αιτίας έρχεται ξαφνικά και χτίζει φρούριο στο Στενό του Ασωμάτου για να μπορεί καθημερινά να μας βλάπτει. Τους αγρούς μας και τους κήπους, τους παραδείσους και οικίες ήδη πυριάλωτες εποίησεν".
Σε αντίθεση με τους Ρωμαίους, που ξεκινώντας από το Λάτιο έφτασαν μέσα σε δυο-τρείς αιώνες να διαφεντεύουν όλη την οικουμένη, οι Βυζαντινοί ξεκινούν διαφεντεύοντας όλη την οικουμένη και μετά από έντεκα αιώνες καθημαγμών, η αυτοκρατορία τους περιορίζεται στους αγρούς, τους κήπους, τα περβόλια και τα σπίτια της Πόλης. Η ιστορία του Βυζαντίου, που κληροδότησε την έκφραση "c'est Byzance!", την οποία χρησιμοποιούν οι γαλλόφωνοι για να δηλώσουν αμύθητο πλούτο και χλιδή, είναι μια διαρκής συρρίκνωση, και όχι άδικα θα μπορούσε κανείς να πεί ότι το Βυζάντιο ήταν η αυτοκρατορία που ζάρωνε."